ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2020

ΠΑΠΑ-ΓΡΗΓΟΡΗΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ




Γεν­νή­θη­κε στό ἱ­στο­ρι­κό Με­σο­λόγ­γι καί ἦταν ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά πού σώ­θη­καν ἀ­πό τήν ἡ­ρω­ϊ­κή ἔ­ξο­δο τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου. Τό ἐ­πώ­νυ­μό του ἦ­ταν Μα­νω­λᾶ­τος, προ­φα­νῶς Κε­φαλ­λο­νί­τι­κης κα­τα­γω­γῆς. Ἦρ­θε καί ἔ­γι­νε μο­να­χός καί ἱ­ε­ρέ­ας στή Νέα Σκή­τη, στήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος. Γιά τήν ἀ­ρε­τή του προ­τά­θη­κε ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τῆς Νέας Σκή­της στήν κυ­ρί­αρ­χο μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­ύ­λου καί ἔ­γι­νε Πνευ­μα­τι­κός. Κα­τό­πιν πῆ­γε γιά προ­σκύ­νη­μα στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἔ­ζη­σε γιά λί­γα ἔ­τη καί στήν Κα­λύ­βη τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου στήν Ἁ­γί­α Ἄν­να.


Στά μέ­σα πε­ρί­που τῆς δε­κα­ε­τί­ας 1840–50 ἀ­να­χώ­ρη­σε γιά τήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να γιά ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή ζωή καί πῆ­ρε τήν Κα­λύ­βη τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου. Ἡ συ­νο­δί­α του ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πό το­ύς ἱ­ε­ρο­μο­νά­χους πα­πα–Κο­σμᾶ καί πα­πα–Δα­μιανό. Τό τυ­πι­κό τους ἦ­ταν ἡ ἀ­πα­ρά­βα­τη τέ­λε­ση τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας καί ἡ κα­θη­με­ρι­νή θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α. Κάθε Κυ­ρια­κή ἔ­κα­ναν ἀ­γρυ­πνί­α μα­ζί μέ το­ύς γείτονες πα­τέ­ρες πό­τε σέ μί­α Κα­λύ­βη πό­τε στήν ἄλ­λη. Ἡ πε­ρι­ο­χή τό­τε τῆς Μι­κρᾶς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης ἦ­ταν πο­λύ ἡ­συ­χα­στι­κή, πτω­χι­κή καί ἄ­νυ­δρη. Ἀλ­λά τίς δυ­σκο­λί­ες αὐ­τές τίς ὑ­πε­ρέ­βαι­νε ὁ ζῆ­λος τῶν πα­τέ­ρων γιά τήν ἀ­σκη­τι­κή ζωή. Στήν συ­νο­δ­ί­α τοῦ πα­πα–Γρη­γό­ρη εἶ­χαν γιά ἐρ­γό­χει­ρο πλε­κτές φα­νέλ­λες, τσου­ρά­πια καί καλ­τσο­δέ­τες. Καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν καί ἕ­να μι­κρό κη­πά­ριο γιά νἄ­χουν τά χρει­ώ­δη κη­πευ­τι­κά.


Ζοῦ­σαν βί­ο ἡ­συ­χα­στι­κό καί ἀ­σκη­τι­κό χω­ρίς πε­ρι­σπα­σμο­ύς καί ἀ­πα­σχο­λή­σεις. Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν. Ἔβλε­πε το­ύς πα­τέ­ρες πού ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε ὑ­πό τό πρί­σμα τῆς ἀ­σκη­τι­κό­τη­τος, γι᾿ αὐ­τό ἦ­ταν αὐ­στη­ρός καί ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε τήν ἀ­κρί­βεια καί τήν τε­λει­ό­τη­τα. Εἶχε πνευ­μα­τι­κή δύ­να­μη καί γνώ­ση. Ἦ­ταν νη­στευ­τής αὐ­στη­ρός, τό­σο πού Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευή δέν κα­τέ­λυ­σε πο­τέ λά­δι οὔ­τε σέ ἑ­ορ­τές οὔ­τε καί τήν Δια­­και­νή­σι­μο. Ἦ­ταν πρᾶ­ος, πο­λύ σι­ω­πη­λός, ἐ­πι­βλη­τι­κός μέ ἀ­πα­στρά­πτου­σα τήν χά­ρη τῆς ψυ­χῆς του. Γράμ­μα­τα ἤ­ξε­ρε λί­γα ἀλ­λά ἀ­πό τήν συ­νε­χῆ με­λέ­τη τῶν Γρα­φῶν καί τῶν ἀ­σκη­τι­κῶν συγ­γραμ­μά­των ἀ­πέ­κτη­σε γνώ­σεις πνευ­μα­τι­κές.


Εἶ­χε πεῖ­ρα με­γά­λη καί ἔ­φερ­νε εἰς πέ­ρας κά­θε δύ­σκο­λη πε­ρί­πτω­ση, δί­δον­τας τά κα­τάλ­λη­λα πνευ­μα­τι­κά φάρ­μα­κα ὡς ἔμ­πει­ρος για­τρός. Εἶ­χε μά­λι­στα καί ἰδιαίτερη δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ το­ύς λο­γι­σμο­ύς καί τά ὁ­ρά­μα­τα τῶν πα­τέ­ρων. Κάποτε πῆ­γε ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε στόν παπα–Γρη­γό­ρη ὅ­τι εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα το­ύς τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες. Ἀ­μέ­σως ἔ­σπευ­σε νά προ­σκυ­νή­ση τόν Μ. Βα­σί­λει­ο ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­δω­σε νά προ­σκυ­νή­ση τό με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἀ­φοῦ τόν ἄ­κου­σε, μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό του δι­έ­γνω­σε τήν πλά­νη καί τοῦ εἶ­πε: «Με­γά­λο δι­ά­βο­λο προ­σκύ­νη­σες, πα­πᾶ μου, δι­ό­τι ἐ­άν πράγ­μα­τι ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος, δέν θά σοῦ ἔ­δι­νε νά προ­σκυ­νή­σης τό δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ του».


Στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το καί ὁ ἡ­συ­χα­στής Καλ­λί­νι­κος. Κάποτε πλη­σί­α­ζε ἡ πα­νή­γυ­ρη τῆς Κα­λύ­βης του καί ρώ­τη­σε τόν Πνευ­μα­τι­κό ἄν ἐ­πι­τρέ­πη νά βά­λη λά­δι στήν τρά­πε­ζα, για­τί ἡ ἑ­ορτή συ­νέ­πε­σε ἡ­μέ­ρα Τε­τάρ­τη. Τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Οἱ ἀ­σκη­τές πάν­το­τε νη­στε­ύ­ουν. Δέν κά­νουν δι­ά­κρι­ση ἄν εἶ­ναι πα­νή­γυ­ρη», καί ἔ­τσι ἔ­φα­γαν ἀ­λά­δω­το φα­γη­τό στήν πα­νη­γυ­ρι­κή τρά­πε­ζα. Ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός τοῦ γε­ρω–Καλ­λι­νί­κου συ­χνά με­τέ­βαι­νε στήν Δάφνη γιά νά με­τα­φέ­ρη τήν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τοῦ Γέροντός του. Ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν συ­χνά νά κά­νη τήν ἀ­κο­λου­θί­α μέ κομ­πο­σχο­ί­νι στόν δρό­μο. Εἶ­χε ὅ­μως λο­γι­σμο­ύς, ἄν πι­ά­νε­ται αὐ­τή ἡ ἀ­κο­λου­θί­α. Ρώτησαν τόν Πνευ­μα­τι­κό τους πα­πα–Γρη­γό­ρη, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ πρα­κτι­κό τρό­πο ρώ­τη­σε τόν ὑ­πο­τα­κτι­κό: –Ἄν εὕ­ρι­σκες στόν δρό­μο γιά τήν Δάφνη ἕ­να πορ­το­φό­λι καί τό ἔ­παιρ­νες, θά πι­α­νό­ταν αὐ­τό γιά κλο­πή; –Ἔ, βέ­βαι­α, ἀ­πάν­τη­σε. Θά ἦ­ταν ἁ­μαρ­τί­α καί θά ἔ­πρε­πε νά τό ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ. –Ἐφ᾿ ὅ­σον αὐ­τό τό κα­κό πρᾶγ­μα πού ἔ­κα­νες καθ᾿ ὁ­δόν, πι­ά­νε­ται ὡς κα­κό καί σέ βλά­πτει, ἡ ἀ­κο­λου­θί­α πού κά­νεις στό δρό­μο μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι δέν πι­ά­νε­ται; Βε­βα­ί­ως καί πι­ά­νε­ται καί νά μήν ἔ­χης λο­γι­σμο­ύς.


Πράγ­μα­τι μέ τήν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ ἀ­να­πα­ύ­θη­κε ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός καί ἔ­φυ­γαν οἱ λο­γι­σμοί πού τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σαν. Ἦρ­θε κά­πο­τε ἕ­νας φο­βε­ρός λη­στής, ὁ κα­πε­τάν–Γι­ωρ­γά­κης, στῶν Ἰ­βή­ρων. Ἤ­θε­λε νά κοι­νω­νή­ση, ἀλλοι­ῶς ἀ­πει­λοῦ­σε νά κά­ψη τό Μο­να­στή­ρι. Οἱ πα­τέ­ρες βρέ­θη­καν σέ ἀ­μη­χα­νί­α καί κά­λε­σαν τόν παπα–Γρη­γό­ρη. Μέ τόν τρό­πο του καί τήν χά­ρη πού εἶ­χε, τόν εἰ­ρή­νευ­σε, τόν συμ­βο­ύ­λευ­σε καί ἀ­κο­λουθών­τας τίς συμ­βου­λές του ὁ λη­στής ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε πρῶτα, νή­στευ­σε, ὕ­στε­ρα κοι­νώ­νη­σε καί πλέ­ον ἄλ­λα­ξε τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης πῆ­γε κά­πο­τε στό πα­ζά­ρι στίς Κα­ρυ­ές γιά νά πω­λή­ση τό ἐρ­γό­χει­ρό του. Τό ἄ­φη­σε μπρο­στά του, κα­τέ­βα­σε τόν σκοῦ­φο του καί σκύ­βον­τας τό κε­φά­λι του ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή. Περ­νοῦ­σε τό­τε ἀ­πό κεῖ ὁ ἐ­ξό­ρι­στος Πα­τρι­άρ­χης Ἰ­ω­α­κε­ίμ ὁ Γ’.


Εἶ­δε τόν Γέροντα στό ὑ­πό­στε­γο τοῦ Κοι­μη­τη­ρί­ου νά κρα­τᾶ τό κομ­πο­σχο­ί­νι του καί νά ἔ­χη προ­ση­λω­μέ­νο τό βλέμ­μα του κά­τω. Τοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση καί ρώ­τη­σε νά μά­θη ποι­ός εἶ­ναι. Χάρηκε πού ἔ­μα­θε ὅ­τι ἦ­ταν ὁ φη­μι­σμέ­νος Πνευ­μα­τι­κός πα­πα–Γρη­γό­ρης. Τόν πλη­σί­α­σε καί τοῦ εἶ­πε: –Ἐ­σύ, πά­τερ, δέν δι­α­λα­λεῖς τό ἐρ­γό­χει­ρό σου; Κοίτα­ξε γύ­ρω σου νά βρῆς κα­νέ­ναν πε­λά­τη νά τό πω­λή­σης. –Ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη, Πα­να­γι­ώ­τα­τε, ἀ­πό τό ἐρ­γό­χει­ρό μου, μπο­ρεῖ νά τό δῆ καί νά τό πά­ρη. Δέν χρει­ά­ζε­ται νά ψά­χνω, ἀ­πάν­τη­σε χω­ρίς νά κοιτά­ξη τόν Πα­τρι­άρ­χη. –Δέν ἦρ­θα, Πνευ­μα­τι­κέ μου, νά σέ πει­ρά­ξω. Ἦρ­θα νά σοῦ πῶ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα θά ἔρ­θω νά σέ ἐ­πι­σκε­φθῶ. –Εὐ­χα­ρι­στῶ, ἀλ­λά μήν κά­νης τόν κό­πο, Πα­να­γι­ώ­τα­τε, νά ἔρ­θης, δι­ό­τι τό Κα­λύ­βι μου εἶ­ναι πο­λύ μικρό καί χα­μη­λό καί δυ­στυ­χῶς δέν χω­ρά­ει Πα­τριάρ­χες. –Ἄς εἶ­ναι χα­μη­λό. Θά σκύ­ψω καί θά χω­ρέ­σω. –Ἄν ἔ­σκυ­βες, δέν θά ἤ­σουν τώ­ρα ἐ­δῶ ἐ­ξό­ρι­στος. Θά ἤ­σουν στήν Πόλη, στόν θρό­νο σου, ἐν­νο­ών­τας τό ἀ­γέ­ρω­χο καί τό ἀ­συμ­βί­βα­στο τοῦ με­γά­λου αὐτοῦ Πα­τρι­άρ­χου.


Πα­τρι­άρ­χης θα­ύ­μα­σε γιά τήν λα­κω­νι­κή καί ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πα­πα–Γρη­γό­ρη καί ἡ γνω­ρι­μί­α του μα­ζί του ἀ­πε­τέ­λε­σε σταθμό στήν ζωή του. Πράγ­μα­τι τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να. Τόν ἔ­κα­νε πνευ­μα­τι­κό του καί πή­γαι­νε συ­χνά. Ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης εἶ­ναι ὁ στῦ­λος τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου. Τοῦ δώ­ρι­σε μά­λι­στα λει­τουρ­γι­κά σκε­ύ­η, βι­βλί­α Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί εἴ­δη οἰ­κο­κυ­ριοῦ, πι­ά­τα, πο­τή­ρια, φλυ­τζά­νια. Ὅλα αὐ­τά λό­γῳ τῆς ἐλ­λε­ί­ψε­ως τῶν ἄλ­λων Κα­λυ­βῶν, τά δα­νε­ί­ζον­ταν οἱ πα­τέ­ρες τῆς πε­ρι­ο­χῆς γιά τίς πα­νη­γύ­ρεις τους. Πέρασε κά­πο­τε ἀ­πό τόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ἕ­νας Ἐπί­σκο­πος κα­λε­σμέ­νος νά χο­ρο­στα­τή­ση στήν πανή­γυ­ρη τῆς Λα­ύ­ρας. Ζήτησε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ, ἀλ­λά ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης δι­α­βλέ­πον­τας μέ τό διορατικό του ὅ­τι ἔ­χει κώ­λυ­μα, δέν τόν δε­χό­ταν λέ­γον­τάς του ὅ­τι δέν θά κά­νει ὑ­πα­κοή. Ἀ­φοῦ τόν δι­α­βε­βα­ί­ω­σε ὅ­τι θά κά­νει ὅ,τι τοῦ πεῖ, τόν ἐ­ξωμο­λό­γη­σε καί τοῦ εἶ­πε νά πα­ραι­τη­θῆ τῆς Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης.


Τό δέ­χθη­κε, ἀλ­λά ἀ­νη­συ­χοῦ­σε τί θά γι­νό­ταν μέ τήν πα­νή­γυ­ρη τῆς Λα­ύ­ρας πού σέ λί­γες μέ­ρες ἔ­φθα­νε. Τότε ὁ Πνευ­μα­τι­κός τοῦ πρό­τει­νε νά γί­νη Με­γα­λό­σχη­μος καί νά ἀφή­ση τό ὠ­μοφόρι, νά πα­ραι­τη­θῆ, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε. Ἡ κάρα τοῦ παπα–Γρηγόρη. Μέ τόν πα­πα–Γρη­γό­ρη λό­γῳ τῆς ἀ­ρε­τῆς του εἶ­χαν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καί ἀ­να­χω­ρη­τές, ὅ­πως δι­έ­σω­σε ὁ μα­κα­ρι­στός Γέρων Γα­βρι­ήλ, Ἡ­γο­ύ­με­νος τῆς μο­νῆς Δι­ο­νυ­σί­ου, μί­α τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση. Πα­ρα­τί­θε­ται αὐ­το­ύ­σια ἡ δι­ή­γη­ση τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου: «Λει­τουρ­γοῦ­σα», δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης, «τήν Με­γά­λην Πέμπτη καί πρός τό τέ­λος τῆς Λει­τουρ­γί­ας πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό να­ΐ­δριον τῆς Κα­λύ­βης μου ἕ­νας νέ­ος μο­να­χός ὁ ὁ­ποῖ­ος κρα­τοῦ­σε ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο φα­να­ρά­κι καί μοῦ εἶ­πε: –Νά μήν κα­τα­λύ­σης ὅ­λην τήν Κοι­νω­νί­αν, ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ∙ εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά ἔλ­θης νά κοι­νω­νή­σης τρεῖς ἀ­δελ­φο­ύς πού μέ­νουν ἐ­δῶ πιό πά­νω, γι᾿ αὐ­τό ἦλ­θα νά σέ πά­ρω.


Συμ­μορ­φώ­θη­κα χω­ρίς νά ρω­τή­σω πε­ρισ­σό­τε­ρον, καί ἀ­φοῦ βά­δι­ζε μπρο­στά, ἀ­κο­λου­θοῦ­σα καί ἐγώ βα­στῶν τά θεῖ­α Μυ­στή­ρια· με­τά ἀ­πό ὀ­λί­γον, παρ᾿ ὅ­λον τόν ἀ­πό­το­μον ἀ­νή­φο­ρον καί τήν γε­ρον­τι­κή μου ἡ­λι­κί­αν, ἐ­φθά­σα­με σέ μία εὐ­ρύ­χω­ρη σπη­λιά, ὅ­που μᾶς πε­ρί­με­ναν τρεῖς μο­να­χοί. »Ἐ­κοι­νώ­νη­σαν ἀ­μέ­σως καί ἀ­φοῦ μ᾿ εὐ­χα­ρί­στησαν μοῦ εἶ­παν πα­ρα­κλη­τι­κά: –Νά ἔλ­θης καί τοῦ χρό­νου, ἅ­γι­ε Πάτερ, τήν Με­γά­λην Πέμπτην νά μᾶς κοι­νω­νή­σης, νά μήν πῆς ὅ­μως τί­πο­τα σέ κα­νέ­ναν γιά τοῦ­το καί ὅ,τι εἶ­δες ἐ­δῶ. »Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι ἀπ᾿ ὅ­σα εἶ­δα καί ἄ­κου­σα δέν ρώ­τη­σα τί­πο­τε καί μέ τήν συ­νό­δευ­σιν τοῦ νέ­ου πῆ­ρα τό κα­τη­φο­ρι­κόν μο­νο­πά­τι καί με­τά ἀ­πό λί­γο ἐ­κεῖ­νος, ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α καί ἀ­σπά­σθη­κε τό Ἅ­γιον ἀρ­το­φό­ριον, μέ κα­τευ­ό­δω­σε λέ­γον­τάς μου ὅ­τι θά ἐ­πι­στρέ­ψει. Ἀ­φοῦ βά­δι­σα λί­γο, στρά­φη­κα γιά νά τόν δῶ ἀ­νερ­χό­με­νον, ἀλ­λά δέν ἐ­φα­ί­νε­το. Ὅλ᾿ αὐ­τά μέ συ­νε­κλό­νι­σαν, τη­ρῶν ὅ­μως τήν ἐν­το­λήν των δέν εἶ­πα σέ κα­νέ­ναν τί­πο­τα.


»Τί συ­νέ­βη ὅ­μως; Εἰς τήν Σκή­την μας συ­νη­θί­ζε­ται τό Σάββατον τοῦ Λα­ζά­ρου νά συγ­κεν­τρώ­νων­ται ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες διά τήν ἀ­γρυ­πνί­αν τῶν Βα­ΐ­ων εἰς τό Κυ­ρια­κόν. Με­τά τήν ἀ­γρυ­πνί­αν εἰς τό Συ­νο­δι­κό κα­τά τό κέ­ρα­σμα κά­ποι­ος εἶ­πε: –Πῶς ἐ­ξέ­πε­σε ἡ κα­λο­γε­ρι­κή σή­με­ρα; Δέν ὑ­πάρ­χουν ἀ­να­χω­ρη­τές πα­τέ­ρες, ὅ­πως τόν πα­λαι­όν και­ρό. »Τότε ἐξ ἀ­προ­σε­ξί­ας ἤ συ­ναρ­πα­γῆς εἶ­πα κι ἐ­γώ: –Καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν μέ τήν χά­ριν τοῦ Χρι­στοῦ. »Καί εἰς τήν ἐ­ρώ­τη­σιν ποῦ; –Νά, ἐ­δῶ πά­νω εἰς τόν Αἴ­μο­να (πρό­βου­νο τοῦ Ἄ­θω) καί ἔ­δει­ξα μέ τό χέ­ρι μου. »Σέ ὅ­λους ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ ὁ­μο­λο­γί­α μου, ἀλλά δέν μέ ρώ­τη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­ό­τι κου­ρα­σμέ­νοι ἀ­πό τήν ὁ­λο­νύ­κτιον ἀ­γρυ­πνί­αν καί ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι ἀ­πό τήν νη­στε­ί­αν τῆς Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ἑ­τοι­μά­ζον­το ν᾿ ἀ­να­χω­ρή­σουν. Ἀ­νε­χώ­ρη­σα καί ἐ­γώ διά τό ἐ­ρη­μη­τή­ριό μου με­τα­με­λη­μέ­νος διά τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψιν. »Τήν Με­γά­λην Πέμπτην εἰς τήν Λει­τουρ­γί­αν φά­νη­κε καί πά­λιν ὁ νέ­ος ἐ­κεῖ­νος μο­να­χός καί μέ ἕ­να νεῦ­μα μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τόν σκο­πόν. Ὅ­ταν ἐ­τε­λε­ί­ω­σα τήν Λει­τουρ­γί­αν, πῆ­ρα τά Ἅ­για καί ἀ­κο­λου­θών­τας αὐ­τόν φθά­σα­με καί πά­λι στήν σπη­λιά. Ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ με­τά­λα­βαν τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια, μοῦ εἶ­πε ὁ γε­ρον­τό­τε­ρος ἀπ᾿ αὐ­το­ύς:


Για­τί, ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ, πα­ρέ­βης τήν ἐν­το­λήν μας καί μᾶς ἀ­πε­κά­λυ­ψες εἰς το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς; Ἐ­γώ δέ ἀ­φοῦ δέν ἀ­πε­κρί­θη­κα, ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε: –Δέν πει­ρά­ζει, εἶ­πεν, ἀλ­λά διά τήν ἀ­κρι­το­μύ­θι­άν σου αὐ­τήν, νά μήν ἔλ­θης τοῦ χρό­νου μέ τά ἅ­για Μυ­στή­ρια, ἐ­άν δέ ἔλ­θης, θά μᾶς βρεῖς ὅ­πως θέ­λει ὁ Πα­νά­γα­θος Θε­ός, ἀλ­λά πα­ρα­κα­λοῦ­με καί πά­λιν νά μή μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψης. »Ἔ­φυ­γα μό­νος μου πιά καί ἐ­ξε­στη­κώς διά τά πα­ρά­ξε­να αὐ­τά πρό­σω­πα καί πῶς ἔ­μα­θαν αὐ­τά πού εἶ­πα στό Κυ­ρια­κόν τῆς Σκή­της, κα­τέ­λη­ξα τε­λι­κά στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι πρό­κει­ται γιά ἁ­γί­ους ἄν­δρες. »Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος, πῆ­ρα μό­νον ἀν­τί­δω­ρον καί ἁ­για­σμόν, ἀ­νέ­βη­κα μέ πο­λύν κό­πον εἰς τήν σπη­λι­άν καί βρῆ­κα καί το­ύς τρεῖς γέ­ρον­τες νε­κρο­ύς. Ὁ τέ­ταρ­τος νέ­ος ἀ­σφα­λῶς ἦ­ταν Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πού το­ύς ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε. Ἦ­σαν σέ ὕ­πτιαν στά­σιν (ἀ­νά­σκε­λα) στό ἔ­δα­φος μέ ἤ­ρε­μον σχῆ­μα ἔ­χον­τες σταυ­ρω­μέ­να τά χέ­ρια τους στό στῆ­θος. Ἀ­φοῦ γο­νά­τι­σα, ἀ­σπά­σθη­κα τά χέ­ρια τους καί τά μέ­τω­πά τους· ὡς δέ συ­νε­πέ­ρα­να ἀ­πό τήν ξη­ρό­τη­τα τῶν ἁ­γί­ων λει­ψά­νων τους, εἶ­χαν ἀ­πέλ­θει πρός τάς αἰ­ω­νί­ους μο­νάς τήν αὐ­τήν ἡ­μέ­ραν τῆς Με­γά­λης Πέμπτης, ὁ­πό­τε εἶ­χαν με­τα­λά­βει τῶν ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων».


Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά ἐ­νῶ ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης τε­λεί­ω­νε τήν θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α καί πρίν ἀ­κό­μη κα­τα­λύ­ση, κα­θώς ἦ­ταν μό­νος του, πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἑ­πτά ἀ­σκη­τές πού ἦ­ταν ρα­κεν­δύ­τες, ἀλ­λά ἔ­λαμ­παν ἀ­πό τήν θε­ί­α χάρι. Ἕ­να φῶς το­ύς συ­νώ­δευ­ε. Εἶ­παν στόν Πνευ­μα­τι­κό πού το­ύς ἔ­βλε­πε ἔκ­πλη­κτος: «Ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ, γνω­ρί­ζου­με τήν πο­λι­τε­ί­α σου. Ἐ­μεῖς μέ­νο­με ἐ­δῶ πιό πά­νω καί σέ πα­ρα­κα­λοῦ­με νά ἐρ­χώ­μα­στε νά μᾶς με­τα­λαμ­βά­νης. Μόνο σέ δε­σμε­ύ­ου­με νά μήν πῆς σέ κα­νέ­να αὐ­τό πού εἶ­δες, δι­ό­τι τό­τε δέν θά μᾶς ξα­να­δεῖς». Ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης δέ­χθη­κε· ἔτσι γιά και­ρό ἔρ­χον­ταν οἱ ἑ­πτά γυ­μνοί–ἀ­ό­ρα­τοι2 ἀ­σκη­τές καί το­ύς κοι­νω­νοῦ­σε. Τήν ἡ­μέ­ρα πού ἐ­γνώ­ρι­ζε ὅ­τι θά ἔρ­θουν οἱ ἀ­ό­ρα­τοι–γυ­μνοί ἀ­σκη­τές δέν κα­τέ­λυ­ε τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια, ἀλ­λά το­ύς πε­ρί­με­νε προ­σευ­χό­με­νος. Ἔ­μπαι­ναν ἀ­πό τό πα­ρα­πόρ­τι μέ εὐ­σχη­μο­σύ­νη καί εὐ­πρέ­πεια ὁ­σια­κή, μέ βῆ­μα ἤ­ρε­μο καί τα­πει­νό, ὁ ἕ­νας ὄ­πι­σθεν τοῦ ἄλ­λου, ἀ­στρά­πτον­τες ἀ­πό τήν χά­ριν τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς ζω­ῆς καί μέ εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξη με­τε­λάμ­βα­ναν τοῦ Ἀ­χράν­του Σώματος καί Αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου.


Πάντα ἦ­ταν σι­ω­πη­λοί καί μέ μι­κρή ὑ­πό­κλι­ση, ζη­τοῦ­σαν συγ­χώ­ρε­ση καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν τόν Πνευ­μα­τι­κό πού το­ύς κοι­νω­νοῦ­σε. Αὐ­τός φύ­λα­γε καλά τό μυ­στι­κό καί χαι­ρό­ταν πού δι­α­κο­νοῦ­σε το­ύς ἁ­γι­α­σμέ­νους αὐ­το­ύς μο­να­χο­ύς. Κάποια φο­ρά ὅ­μως πῆ­γε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ ἕ­νας νέ­ος μο­να­χός πνιγ­μέ­νος στο­ύς λο­γι­σμο­ύς, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος καί ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νά βγῆ στόν κό­σμο, προ­φα­σι­ζό­με­νος ὅ­τι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­ρε­τή. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός προ­σπά­θη­σε νά τόν με­τα­πε­ί­ση λέ­γον­τάς του ὅ­τι αὐ­τοί οἱ λο­γι­σμοί εἶ­ναι σα­τα­νι­κοί, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­ρε­τή, ἀλ­λά εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη καί δέν φα­ί­νε­ται. Ὁ νέ­ος τοῦ ζη­τοῦ­σε χει­ρο­πια­στά πα­ρα­δείγ­μα­τα νά πει­σθῆ. Τότε ὁ Πνευ­μα­τι­κός, γιά νά σώ­ση μί­α ψυ­χή, ἀ­πε­κά­λυ­ψε τό κε­κρυμ­μέ­νο μυ­στή­ριο στό νέ­ο. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἡ ἡ­μέ­ρα πού θά ἔρ­χον­ταν οἱ ἑ­πτά ἀ­σκη­τές νά κοι­νω­νή­σουν, ἔ­βα­λε τό νέ­ο σ᾿ ἕ­να κελ­λί ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α νά κρυ­φο­βλέ­πη.


Ἀ­φοῦ ἦρ­θαν ὡς συ­νή­θως καί κοι­νώ­νη­σαν, τοῦ εἶ­πε ὁ τε­λευ­ταῖ­ος: «Ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ, σ᾿ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με πού τό­σα χρό­νια μᾶς με­τα­δί­δης τά Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια. Ἐ­πει­δή ὅ­μως πα­ρέ­βης τήν συμ­φω­νί­α μας καί ἀ­πε­κά­λυ­ψες τό μυ­στι­κό μας, ἄλ­λη φο­ρά δέν θά μᾶς ξα­να­δεῖς». Ὁ μέν νέ­ος μο­να­χός πού εἶ­χε τόν πει­ρα­σμό συγ­κλο­νί­στη­κε ἀ­πό ὅ­σα εἶ­δε καί μέ δά­κρυ­α καί συν­τρι­βή ζή­τη­σε συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τόν Πνευ­μα­τι­κό, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος πλέ­ον νά πα­ρα­με­ί­νη στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί νά ἀ­γω­νι­σθῆ γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς του. Ὁ δέ Πνευ­μα­τι­κός τοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­νος: «Ἐ­σύ ὠ­φε­λή­θη­κες, ἀλ­λά ἐ­γώ ἐξ αἰ­τί­ας σου ἔ­χα­σα τόν πο­λύ­τι­μο θη­σαυ­ρό μέ­σα ἀ­πό τά χέ­ρια μου». Ἔ­κτο­τε ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης πε­ρι­έ­πε­σε σέ βα­θειά θλί­ψη γιά τήν ἀ­πώ­λεια τῆς ἐ­πα­φῆς μέ το­ύς ἰ­σαγ­γέ­λους αὐ­το­ύς ἁ­γί­ους Ἀ­να­χω­ρη­τές, το­ύς γυ­μνο­ύς καί ἀ­ο­ρά­τους, καί προ­ϊ­ο­ύ­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας του ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 1899, ἄ­γων τό ἐ­νε­νη­κο­στόν ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Προ­η­γου­μέ­νως δι­η­γή­θη­κε στήν συ­νο­δ­ί­α του μέ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια γιά το­ύς γυ­μνο­ύς καί ἀ­ο­ρά­τους ἀ­σκη­τές, πρός οἰ­κο­δο­μήν, ὠ­φέ­λεια, πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμόν καί πρός δό­ξαν Θε­οῦ.


κά­ρα τοῦ φη­μι­σμέ­νου Πνευ­μα­τι­κοῦ κα­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν ὀ­στῶν του εἶ­χε τό χρῶ­μα τῶν ἁ­γί­ων Λει­ψά­νων καί ἀρ­κε­τοί αἰ­σθάν­θη­καν νά εὐ­ω­δι­ά­ζη. Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.



Εκ του βιβλίου: «Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη Παράδοση».
Ιερόν Ησυχαστήριον
«Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος»
63088 Μεταμόρφωση Χαλκιδικής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου