ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2020

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ



Παναγία εἶναι τό πνευματικό στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιά μᾶς τούς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ’ ἡ προστάτρια, πού μᾶς παραστέκεται σέ κάθε περίσταση.


Σέ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιές καί μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι’ ἕνα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στά βουνά, στούς κάμπους καί στά νησιά, μοσκοβολημένα ἀπό τήν παρθενική καί πνευματική εὐωδία της. Μέσα στό καθένα ἀπό αὐτά βρίσκεται τό παληό καί σεβάσμιο εἰκόνισμά της μέ τό μελαχροινό καί χρυσοκέρινο πρόσωπό της, πού τό βρέχουνε ὁλοένα τά δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατί δέν ἔχουμε ἄλλη νά μᾶς βοηθήσει, παρεκτός ἀπό τήν Παναγία, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν ἀεί μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπό πταισμάτων πολλῶν».


Τό κάλλος τῆς Παναγίας δέν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλά πνευματικό, γιατί ἐκεῖ πού ὑπάρχει ὁ πόνος κ’ ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Τό σαρκικό κάλλος φέρνει τή σαρκική ἔξαψη, ἐνῶ τό πνευματικό κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμό κι ἁγνή ἀγάπη. Αὐτό τό κάλλος ἔχει ἡ Παναγία. Κι’ αὐτό τό κάλλος εἶναι ἀποτυπωμένο στά ἑλληνικά εἰκονίσματά της πού τά κάνανε ἄνθρωποι εὐσεβεῖς ὁπού νηστεύανε καί ψέλνανε καί βρισκόντανε σέ συντριβή καρδίας καί σέ πνευματική καθαρότητα.


Στήν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτό τό μυστικό κάλλος πού τραβᾶ σάν μαγνήτης τίς εὐσεβεῖς ψυχές καί τίς ἡσυχάζει καί τίς παρηγορᾶ. Κι’ αὐτή ἡ πνευματική εὐωδία εἶναι τό λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος (1) πού μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στούς ἀνθρώπους πού δέν πήγανε κοντά σ’ αὐτόν τόν καλόν ποιμένα.


Τούτη τή χαροποιά λύπη τήν ἔχουνε ὅλα ὅσα ἔκανε ἡ ὀρθόδοξη τέχνη, καί τά εὐωδιάζει σάν σμύρνα καί σάν ἀλόη, κἄν εἰκόνισμα εἶναι, κἄν ὑμνωδία, κἄν ψαλμωδία, κἄν χειρόγραφο, κἄν ἄμφια, κἄν λόγος, κἄν κίνημα, κἄν εὐλογία, κἄν χαιρετισμός, κἄν μοναστήρι, κἄν κελλί, κἄν σκαλιστό ξύλο, κἄν κέντημα, κἄν καντήλι, κἄν ἀναλόγι, κἄν μανουάλι, ὅτι καί νά ’ναι ἁγιωτικό. Ἀπό τά ὀνόματα καί μόνο πού ἔδωσε ἡ ὀρθοδοξία στήν Παναγία, καί ποῦ μ’ αὐτά τήν καταστόλισε, ὄχι σάν εἴδωλο θεατρικό, ὅπως γίνηκε ἀλλοῦ πού φορτώσανε μιά κούκλα μέ δαχτυλίδια καί σκουλαρήκια καί μέ ἕνα σωρό ἄλλα ἀνίερα καί ἀνόητα πράγματα, λοιπόν αὐτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική ἀληθινά εἶναι ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στήν ἑλληνική ὀρθοδοξία.


Πρῶτα-πρῶτα τό ἕνα ἁγιώτατο ὄνομά της: Παναγία. Ὕστερα τά ἄλλα: Ὑπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, Ζῶσα καί Ἄφθονος Πηγή, Ἔμψυχος Κιβωτός, Ἄχραντος, Ἀμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Ἀειμακάριστος καί Παναμώμητος, Προστασία, Ἐπακούουσα, Γρηγοροῦσα, Γοργοεπήκοος, Ἡγιασμένος Ναός, Παράδεισος Λογικός, Ρόδον τό Ἀμάραντον, Χρυσοῦν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος,


Κλῖμαξ Ἐπουράνιος, Πρεσβεία Θερμή, Τεῖχος Ἀπροσμάχητον, Ἐλέους Πηγή τοῦ Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος καί Δωδεκάτειχος Πόλις, Ἡλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη τοῦ Κόσμου, Δένδρον Ἀγλαόκαρπον, Ξύλον Εὐσκιόφυλλον, Ἀκτίς Νοητοῦ Ἡλίου, Σιών Ἁγία, Θεοῦ Κατοικητήριον, Ἐπουράνιος Πύλη, Ἀδικουμένων Προστάτις, Βακτηρία Τυφλῶν, Θλιβομένων ἡ Χαρά, καί χίλια δυό ἄλλα, πού βρίσκονται μέσα στά βιβλία τῆς ἐκκλησίας.


Κοντά σ’ αὐτά εἶναι καί τά ὀνόματα πού γράφουνε ἀπάνω στά ἅγια εἰκονίσματά της οἱ ἁγιογράφοι: Ὁδηγήτρια, Γλυκοφιλοῦσα, Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Ἐλπίς τῶν ἀπελπισμένων, ἡ Ταχεία Ἐπίσκεψις, ἡ Ἀμόλυντος, ἡ Ἐλπίς τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παραμυθία, ἡ Ἐλεοῦσα κι ἄλλα πολλά, πού γράφουνται ἀπό κάτω ἀπό τή συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, πού θά πεῖ Μήτηρ Θεοῦ.


Πόση ἀγάπη, πόσο σέβας καί πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αὐτά τά ὀνάματα, πού δέν εἰπωθήκανε σάν τά λόγια ὁπού βγαίνουνε εὔκολα ἀπό τό στόμα, ἀλλά πού χαραχτήκανε στίς ψυχές μέ πόνο καί μέ ταπείνωση καί μέ πίστη. Ἀμή οἱ ὕμνοι της πού ’ναι ἀμέτρητοι σάν τἄστρα τ’ οὐρανοῦ κ’ ἐξαίσιοι στό κάλλος, καί πού τούς συνθέσανε οἱ ἅγιοι ὑμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αὐτό τό εὐωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται ὅλα τά ἀμάραντα ἄνθη καί τά εὐωδιασμένα βότανα τοῦ λόγου.


ληθινά προφήτεψε ἡ ἴδια ἡ Παναγία γιά τόν ἑαυτό της, τότε πού πῆγε στό σπίτι τοῦ Ζαχαρία καί τήν ἀσπάσθηκε ἡ Ἐλισάβετ, πώς θά τή μακαρίζουνε ὅλες οἱ γενεές: «Ἐκεῖνες τίς μέρες, σηκώθηκε ἡ Μαριάμ καί πῆγε στήν Ὀρεινή μέ σπουδή στήν πολιτεία τοῦ Ἰούδα καί μπῆκε στό σπίτι τοῦ Ζαχαρία καί χαιρέτησε τήν Ἐλισάβετ. Καί σάν ἄκουσε ἡ Ἐλισάβετ τόν χαιρετισμό τῆς Μαρίας πήδηξε τό παιδί μέσα στήν κοιλιά της.(2) Καί γέμισε Πνεῦμα Ἅγιο ἡ Ἐλισάβετ καί φώναξε μέ φωνή μεγάλη κι’ εἶπε: Βλογημένη εἶσαι ἐσύ ἀνάμεσα στίς γυναῖκες καί βλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Κι’ ἀπό ποῦ μοῦ ἦρθε αὐτό τό καλό, νά ’ρθει ἡ μητέρα τοῦ κυρίου μου πρός ἐμένα; γιατί μόλις ἦρθε ἡ φωνή τοῦ χαιρετισμοῦ σου στ’ αὐτιά μου, ξεπέταξε τό παιδί στήν κοιλιά μου, κι’ εἶναι μακάρια ἐκείνη πού πίστεψε σέ ὅσα τῆς εἶπεν ὁ Κύριος. (3)


Κι’ εἶπε ἡ Μαριάμ: «Δοξολογᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο κι’ ἀναγαλλίασε τό πνεῦμα μου γιά τό Θεό τόν σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε νά κοιτάξει τήν ταπεινή τή δούλα του. Γιατί, νά, ἀπό τώρα κ’ ὕστερα θά μέ μακαρίζουνε ὅλες οἱ γενεές, ἐπειδή ἔκανε σέ μένα μεγαλεῖα ὁ Δυνατός, κ’ εἶναι ἁγιασμένο τ’ ὄνομά του, καί τό ἔλεός του πηγαίνει ἀπό γενεά σέ γενεά σέ κείνους πού ἔχουνε τόν φόβο του». Ἀμέτρητες εἶναι οἱ ὑμνωδίες τῆς Παναγίας, μά ἀμέτρητα εἶναι καί τά σεμνόχρωμα εἰκονίσματά της, πού καταστολίζουνε τίς ἐκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στό σανίδι εἴτε στόν τοῖχο. Σέ κάθε ὀρθόδοξη ἐκκλησιά στέκεται τό εἰκόνισμά της στό τέμπλο ἀπό τά δεξιά τῆς ἅγιας Πόρτας.


Σέ ἄλλες εἰκόνες ζωγραφίζεται καί μοναχή, μά στά εἰκονίσματα τοῦ τέμπλου κρατᾶ πάντα τόν Χριστό στήν ἀγκαλιά της ἀπ’ τ’ ἀριστερά, σπάνια ἀπ’ τά δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατοῦσα). Τό κεφάλι της εἶναι σκεπασμένο σεμνά καί σοβαρά μέ τό μαφόριο, ἕνα φόρεμα φαρδύ κι’ ἱερατικό σκοῦρο βυσσινί, πού πέφτει στόν ὦμο της ἁπλόχωρο, ἀφήνοντας νά φαίνεται μοναχά τό μακρουλό πρόσωπό της καί τά χέρια της. Ἀπό μέσα ἀπό τό σκέπασμα φαίνεται μιά στενή λουρίδα ἀπό τό δέσιμο τοῦ κεφαλιοῦ της πού σφίγγει τό μέτωπό της καί ἀφίνει νά φανοῦνε μονάχα οἱ ἄκρες τῶν αὐτιῶν της. Τό μέτωπό της εἶναι σάν μελαχροινό φίλντισι, ἁγνό, ἁπλό καί κατακάθαρο.


Τά ματόφρυδά της εἶναι καμαρωτά, ζωηρά καί μακρυά, φτάνοντας ἴσαμε κοντά στ’ αὐτιά της, τά μάτια της ἀμυγδαλωτά, ἰσκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μά γλυκύτατα, μέ τ’ ἀσπράδι καθαρό μά ἰσκιωμένο. Τό βλέμμα της εἶναι μελαγχολικό ἁπλό, ἴσιο, ἥσυχο, συμπαθητικό, ἀγαπητό, θλιμένο μά καί μαζί χαροποιό, αὐστηρό μά καί μαζί συμπονετικό, ἁγιώτατο, πνευματικό, ἀθῶο, σκεφτικό, ἄμωμο, ἐλπιδοφόρο, ὑπομονητικό, πρᾶο, σεμνώτατο, μακρυά ἀπό κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό τοῦ παραδείσου, βασιλικό καί ταπεινό, ἀνθρώπινο καί θεϊκό, ἄκακο, ἀδελφικό, εὐγενικό, ἐλεγκτικό, ἄγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό γιά ὅσους ἔχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό, διαπεραστικό, ἐρευνητικό, ἀπροσποίητο, ἡγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, ἀμετασάλευτο. Ἡ μύτη της εἶναι μακρυά καί στενή, μέ μέτρο, ἰουδαϊκή, ἄσαρκη, μέ λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή.


Τό στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ἰσκιωμένο κατά τό μάγουλο, σάν νά χαμογελᾶ ἐλαφρά. Τό πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ἀνεπιτήδευτο, ταπεινό. Τό μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, εὐωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό μέ μίαν ἐλαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ὁ λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει μέ τό πηγούνι μ’ ἕνα ἁπαλό ἴσκιασμα πού τό λέγανε οἱ παλαιοί γλυκασμό. Τό ὅλο πρόσωπό της εἶναι ἱερατικό καί θρησκευτικό, καί μαρτυρᾶ ἀρχαία φυλή.


Τά ἄχραντα χέρια της εἶναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Μέ τό ἀριστερό βαστᾶ τόν Χριστό, καί τό δεξί τόχει ἀκουμπισμένο σεμνά ἀπάνω στό στῆθος της, σέ στάση παρακαλεστική, μέ τό μεγάλο δάχτυλο μακρυά ἀπό τ’ ἄλλα. Στά πιό ἀρχαῖα εἰκονίσματα αὐτό τό χέρι εἶναι πιό ὄρθιο καί πιό ψηλά, κοντά στό λαιμό. Ὁ πιό αὐστηρός τύπος τῆς Παναγίας εἶναι ἡ λεγόμενη Ὁδηγήτρια, πού ἔχει ὄρθια τήν κεφαλή της, ἔκφραση ἀπαθέστερη καί τό ὅλο σχῆμα της εἶναι πιό ἱερατικό.


νῶ ἡ Γλυκοφιλούσα ἔχει τό κεφάλι της γυρτό κατά τό παιδί της, πού τ’ ἀγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ ἡ ἔκφρασή της εἶναι πιό αἰσθηματική. Ἡ Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη ἀπάνω στό θρόνο, αὐστηρή κι’ ἀλύγιστη, καί βαστᾶ τόν Χριστό στά γόνατά της, ἀκουμπώντας τόνα χέρι της στόν ὦμο του καί μέ τ’ ἄλλο βαστώντας τό πόδι του ἤ ἕνα μαντήλι. Στήν Ἑλλάδα, οἱ περισσότερες ἐκκλησιές τῆς Παναγίας γιορτάζουνε κατά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, δηλαδή στίς 15 Αὐγούστου. Τά τροπάρια πού ψέλνουνε σ’ αὐτή τή γιορτή εἶναι ἀπό τά πιό ἐξαίσια. Τό δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ εἶναι τό μοναχό τροπάρι πού ψέλνεται μέ τούς ὀχτώ ἤχους, κάθε φράση κι’ ἄλλος ἦχος· ἀρχίζει ἀπό τόν πρῶτον ἦχο καί τελειώνει πάλι στόν πρῶτον.


Μά ὁλάκερη ἡ Ἑλλάδα δέν ὑμνολογᾶ τήν Παναγία μονάχα μέ τούς ψαλτάδες καί μέ τούς παπάδες στίς ἐκκλησιές, ἀλλά καί μέ τό καθετί της, μέ τά χωριά, μέ τά βουνά, μέ τά νησιά, πού ’χουνε τ’ ἁγιασμένο τ’ ὄνομά της. Τά καράβια βολτατζάρουνε στή δροσερή θάλασσα, ἀνοιχτά ἀπό τούς κάβους πού ’ναι χτισμένα τά μοναστήρια της, ἔχοντας στή πρύμνη σκαλισμένο τ’ ἀγαπημένο καί προσκυνητό ὄνομά της. Ὅποιος ταξιδεύει στά ἑλληνικά νερά, σ’ ὅποιο μέρος κι’ ἄν βρεθεῖ τή μέρα τῆς Παναγίας, θά ἀκούσει ἀπ’ ἀνοιχτά τίς καμπάνες ἀπάνω ἀπό τό πέλαγο.


λλες ἔρχουνται ἀπό τ’ Ἅγιον Ὅρος πού τό λένε Περιβόλι τῆς Παναγίας, ἄλλες ἀπό τήν Τῆνο πού ’χει τό ξακουστό παλάτι της, ἄλλες ἀπό τήν Σαλαμίνα πού γιορτάζει ἡ Φανερωμένη, ἄλλες ἀπό τή Μυτιλήνη, ἀπό τήν Παναγιά τῆς Ἁγιάσσος καί τῆς Πέτρας, ἄλλες ἀπό τό Μοναστήρι τῆς Σίφνου, ἄλλες ἀπό τή Σκιάθο, ἄλλες ἀπό τή Νάξο, ἀπό κάθε νησί, ἀπό κάθε κάβο, ἀπό κάθε στεριά.


Πηγή: http://www.agiazoni.gr/index.php

Σημειώσεις:

1.- Βλέπε τό «Χαροποιόν Πένθος» τεῦχος 61 τ. 6ος Ἑλληνική Δημιουργία» σ.σ. 247-251.
2.- Τό παιδί ἤτανε ὁ Πρόδρομος.
3.- Δηλαδή σέ ὅσα εἶπε, στήν Παναγία ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ κατά τόν Εὐαγγελισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου