Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (8ο ΜΕΡΟΣ)

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 200-205, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.






Όσιος Αντώνιος του Σίγια


Τα τέσσερα θαύματα που ακολουθούν υπήρχαν στα αρχεία του μοναστηριού του Σίγια και δημοσιεύτηκαν το 1913 στο περιοδικό <<Ο Ρώσος Μοναχός>>, τεύχος 9, μια έκδοση του μοναστηριού του Ποτσαέφ.


Είχε περάσει λίγος καιρός απ' την κοίμηση του οσίου Αντωνίου και στο μοναστήρι ζούσαν ακόμη λίγοι αξιόπιστοι μάρτυρες που τον θυμούνταν καλά. Εκείνο τον καιρό ο ένας από τους αδελφούς του μοναστηριού του οσίου Αντωνίου του Σίγια, άρχισε να ενδιαφέρεται πολύ για την αφιερωμένη ζωή των Αγίων του Θεού και, έχοντας μεγάλη ευλάβεια για τους αυστηρούς ασκητικούς αγώνες και τα θαυμαστά έργα της ζωής του οσίου Αντωνίου, λυπόταν πολύ που ο βίος του παράμενε άγνωστος, επειδή αμέλησαν να γραφεί.


Φόβος τον κατέλαβε όταν αναλογίστηκε ότι ο Θεός θα τιμωρούσε αυτόν, που είχε μια τέλεια ευκαιρία γιατί γνώριζε το βίο και τα έργα του Οσίου, εάν δεν τον έγραφε για ψυχική ωφέλεια των μελλοντικών γενεών. Συγκινημένος βαθύτατα από τέτοιους ευσεβείς στόχους ο φίλεργος αυτός μοναχός, επικαλέστηκε στην προσευχή του τη βοήθεια του οσίου Αντωνίου και άρχισε με ζήλο να συγγράφει το βίο του.


Η καλή του πρόθεση όμως σκόνταψε στη δυσαρέσκεια και τα μουρμουρητά των αδελφών του μοναστηριού. -Μέχρι τώρα κανένας δεν τόλμησε να γράψει και τώρα αυτός θ' αρχίσει να συνθέτει βίους Αγίων; έλεγαν μερικοί απ' αυτούς με δυσαρέσκεια. Άλλοι πάλι τόλμησαν να κάνουν ακόμη και προσβλητικά σχόλια για τον Όσιο.


Όλα αυτά κατέπληξαν και ενόχλησαν τον συγγραφέα του βίου του Οσίου και σκέφτηκε να εγκαταλείψει το εγχείρημά του. Πάνω όμως στην απελπισία και την αμηχανία του φωτίστηκε από ένα περίεργο όραμα. Ενώ βρισκόταν στο κελλί του και έγραφε τη βιογραφία του Οσίου, τον πήρε ένας ελαφρύς ύπνος και είδε τους Βίους των Αγίων σαν νά' ταν γραμμένοι σε εικόνες και ανάμεσα στο χορό του πλήθους των δοξασμένων αγίων και ψηλότερα απ' όλους βρισκόταν ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας.


Δίπλα του στεκόταν ένας άλλος, άγνωστος σ' αυτόν μοναχός, ο οποίος δείχνοντας με το δάχτυλό του το Μεγάλο Αντώνιο του είπε: -Γιατί αμφιβάλλεις και μικροψυχείς; Εκείνος του οποίου το βίο άρχισες να γράφεις, ήταν σαν κι αυτόν τον Άγιο. Έχει το ίδιο όνομα και ήταν μιμητής της ζωής του' γι' αυτό απομάκρυνε όλους τους ενδοιασμούς σου και άρχισε το έργο χωρίς ανησυχία και ολιγωρία.


Ενθαρρυμένος ο μοναχός απ' το όραμα αυτό, άρχισε χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό να γράφει το βίο του Οσίου. Πολλά χρόνια μετά το θάνατο του οσίου Αντωνίου, το ιερό μοναστήρι του πέρασε μια φοβερή δοκιμασία. Ένας μετά τον άλλο όλοι οι μεγάλοι ασκητές και μαθητές του Οσίου, εκτός απ' τον ιερομόναχο Τίτο, πέθαναν και ανάμεσα στους νέους μοναχούς λίγοι ήταν εκείνοι που ήταν διατεθειμένοι να διατηρήσουν το προηγούμενο ασκητικό πνεύμα της πίστης και της ευσέβειας.


Το μοναστήρι άρχιζε να παρακμάζει αισθητά. Η κατάσταση χειροτέρευσε κυρίως από τότε που αναζήτησαν ηγούμενο από άλλο μοναστήρι, επειδή δεν υπήρχε άξιος υποψήφιος στο δικό τους. Ο νέος ηγούμενος αποδείχτηκε ότι δεν είχε αγνή συμπεριφορά και είχε μεγάλη αδυναμία στην οινοποσία.


Μαζί με άλλους δυο μοναχούς που είχαν έρθει μαζί του ήταν διαρκώς μεθυσμένοι, παραβιάζοντας έτσι την κυριότερη εντολή του ιδρυτή του μοναστηριού. Οι νέοι μοναχοί, αδόκιμοι ακόμη στη μοναχική ζωή, σκανδαλίζονταν και έπαιρναν απ' αυτόν ένα πολύ κακό παράδειγμα. Ορισμένοι απ' τους μοναχούς που παράμεναν πιστοί στην εντολή του οσίου Αντωνίου θλίβονταν πολύ.


Γι' αυτό και συχνά έρχονταν προς τον ιερομόναχο Τίτο και του ζητούσαν καταπιεστικά, σαν πιστός και στενός μαθητής του μακαρίου Αββά που ήταν, να υπενθυμίσει στον ηγούμενο, που είχε ξεχάσει το καθήκον του, ότι ο άγιος ιδρυτής του μοναστηριού είχε απαγορεύσει αυστηρά να υπάρχει οτιδήποτε από οινοπνευματώδη ποτά στο μοναστήρι και πολύ περισσότερο είχε απαγορεύσει να μεθούν.


Για πολύ καιρό όμως ο Τίτος, από απλότητα και ταπεινοφροσύνη, αρνιόταν να εκπληρώσει την παράκληση των αδελφών, οπότε ανέλαβε ο ίδιος ο Όσιος να δώσει μια απειλητική προειδοποίηση. Αργά ένα βράδυ, μετά το συνηθισμένο κανόνα της προσευχής, ο Τίτος ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Ξαφνικά είδε τον όσιο Αντώνιο να έρχεται προς αυτόν μέσα στο κελλί του, συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, που είχαν αναπαυτεί πριν λίγο καιρό.


Στο δεξί του χέρι ο Όσιος κρατούσε την ηγουμενική ράβδο και στα χέρια της συνοδείας του υπήρχαν τεράστια δέματα από βέργες. Ο Τίτος σηκώθηκε να περιποιηθεί τον Όσιο, εκείνος όμως άρχισε να τον επιτιμά αυστηρά: -Αφού βλέπεις την ανάρμοστη ζωή του ηγουμένου και γνωρίζεις την αυστηρή εντολή του ιδρυτή του μοναστηριού για τα οινοπνευματώδη ποτά, γιατί δεν του το υπενθυμίζεις και δεν τον απομακρύνεις απ' τον επονείδιστο τρόπο ζωής που κάνει και παρασύρει τους αδελφούς.


Και λέγοντας αυτά γύρισε προς τον ένα από κείνους που τον ακολουθούσαν, του είπε να πιάσει το κεφάλι του Τίτου, να το σκύψει και να το κρατάει σ' αυτή την θέση και τον άλλο ακόλουθό του τον διέταξε να τον χτυπάει με τη βέργα του ανελέητα μέχρι να ματώσει. Ο Τίτος άρχισε τότε να τον παρακαλεί με δάκρυα να του συγχωρέσει την αμαρτία του και υποσχέθηκε ότι στο μέλλον δεν θα επιτρέψει στον εαυτό του να κρατήσει μια τέτοια ένοχη σιωπή.


Ομοίως και οι ακόλουθοι του Οσίου άρχισαν να τον παρακαλούν θερμά να συγχωρέσει τον Τίτο και έδωσαν ακόμη και το λόγο τους γι' αυτόν' μόνο τότε, υποχωρώντας στις επικλήσεις των μαθητών του, μετάβαλε ο όσιος Αντώνιος την οργή του σε οίκτο, διέταξε για μια ακόμη φορά τον Τίτο αυστηρότατα να μιλήσει στον ηγούμενο και εξαφανίστηκε.


Μετά το όραμα αυτό ο Τίτος δεν δίστασε άλλο, αλλά πήγε με τόλμη στον ηγούμενο, του διηγήθηκε το όραμα με κάθε λεπτομέρεια και τον ικέτευσε με δάκρυα να σταματήσει τον ανάρμοστο τρόπο της ζωής του. Ο ηγούμενος συγκινήθηκε βαθύτατα απ' όσα άκουσε, μετανόησε ειλικρινά και με τη βοήθεια του Θεού και τις προσευχές του οσίου Αντωνίου άλλαξε ριζικά τον τρόπο της ζωής του.


Όταν ηγούμενος στο μοναστήρι ήταν ο Γελάσιος, ο διάδοχος του οσίου Αντωνίου, εργαζόταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στους αγρούς του μοναστηριού ένας εργάτης που τον έλεγαν Συμεών. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος ανέντιμος και πονηρός.


Συχνά έκλεβε απ' τα γαλακτομικά προϊόντα του μοναστηριού χωρίς να παρατηρείται και να ελέγχεται και τα πουλούσε έξω για προσωπικό του κέρδος. Ξέροντας δε πώς να καλύπτει τα ίχνη της κλοπής του και χωρίς να φοβάται ότι θα λογοδοτήσει γι' αυτά στην Κρίση του Θεού, ο εργάτης αυτός όχι μόνο δε σκεφτόταν να σταματήσει το πονηρό έργο του, αλλά απεναντίας όσο περισσότερο έκλεβε, τόσο πιο αποφασιστικός και θρασύς γινόταν.


Έτσι η κλοπή της περιουσίας του μοναστηριού συνεχιζόταν για αρκετά χρόνια. Ο ιδρυτής όμως και ουράνιος προστάτης του μοναστηριού σταμάτησε την εγκληματική δραστηριότητα του αμαρτωλού αυτού και τον έφερε στο σωστό δρόμο, με τον ακόλουθο τρόπο:


Μια Κυριακή πρωϊ ο Συμεών μαζί με άλλους εργάτες του μοναστηριού πήγε στην ακολουθία του όρθρου. Ξαφνικά βλέπει να μπαίνει στην εκκλησία ο όσιος Αντώνιος και, ακουμπώντας στο ραβδί του, τον βλέπει να βαδίζει προς τον ηγουμενικό θρόνο και να στέκεται στα δεξιά του ηγουμένου Γελασίου, του μαθητή του.


Αφού κάθησε για λίγο εκεί, ακούμπησε το ραβδί του στον τοίχο, πήρε το θυμιατήρι και άρχισε να λιβανίζει την εκκλησία, τον ηγούμενο και τους αδελφούς. Μετά ξαναπήγε στη θέση του ηγουμένου, πήρε την ηγουμενική ράβδο και άρχισε να περιεργάζεται τους αδελφούς.


Πλησιάζοντας έναν απ' τους μοναχούς, που ονομαζόταν Βασσιανός, κι εκείνο τον καιρό ήταν κελλάρης του μοναστηριού, ο Όσιος άρχισε να τον χτυπάει με μανία και χωρίς έλεος στην πλάτη και να τον επιτιμά αυστηρά. Τον επέπληττε γιατί σαν κελλάρης είχε επιδείξει μεγάλη αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν επιτηρούσε τους υπηρέτες και τους εργάτες που αμελούσαν τη δουλειά τους και πρόσεχαν πώς να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη απ' την εργασία τους, όπως για παράδειγμα ο εργάτης Συμεών.


Λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια ο Όσιος έδειξε το Συμεών και, αφού άφησε τον κελλάρη, τον πλησίασε και του είπε οργισμένα: -Γιατί ήρθες εδώ και δεν σταματάς να κλέβεις την Παναγία Τριάδα και να κάνεις τόσο κακό, προκαλώντας γκρίνια μεταξύ των αδελφών;


Και λέγοντας τα απειλητικά αυτά λόγια ο Όσιος, άρπαξε το Συμεών, τον έσπρωξε με μεγάλη δύναμη και βιαιότητα προς το κιγκλίδωμα της εκκλησίας και εξαφανίστηκε. Κεραυνοχτυπημένος ο εργάτης Συμεών από ένα τέτοιο φοβερό όραμα, έβγαλε μια δυνατή κραυγή και μετά έμεινε άλαλος και τελείως παράλυτος.


Επειδή όμως το όραμα το είδε μόνο ο τιμωρημένος, ο ηγούμενος και οι άλλοι αδελφοί βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία' μετά τον όρθρο μετάφεραν τον εργάτη στον τάφο του Οσίου κι εκεί κι εκεί έκαναν μια παράκληση για τη θεραπεία του αρρώστου. Τιμωρημένος απ' το Θεό και υποφέροντας τρομερές οδύνες, ο εργάτης Συμεών παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να συγχωρέσει τις αμαρτίες του και να τον θεραπεύσει' τελικά οι προσευχές του εισακούστηκαν.


Μετά από τρεις μέρες ο όσιος Αντώνιος εμφανίστηκε και πάλι στον ίδιο, τον συμβούλεψε σαν πατέρας να μην ξαναμαρτήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του και τον θεράπευσε τελείως. -Τώρα είσαι καλά, του είπε ο Όσιος' πρόσεξε να μην αμαρτήσεις ξανά για να μη σου συμβεί τίποτα χειρότερο. Και τώρα πήγαινε να διηγηθείς στον ηγούμενο και τους αδελφούς καταλεπτώς όλα όσα σου συνέβησαν.


Γεμάτος χαρά και πλημμυρισμένος με δάκρυα για τη θαυματουργική θεραπεία του, ο Συμεών πήγε στον ηγούμενο και τους αδελφούς, μετανόησε ειλικρινά και αφηγήθηκε όλα όσα αφορούσαν την τιμωρία του και τη θεραπεία που του χορήγησε ο Όσιος. Κι εκείνοι που τα άκουσαν δοξολόγησαν το Θεό που έδωσε τόσο μεγάλη χάρη στον Άγιό Του, τον όσιο Αντώνιο του Σίγια.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 200-205, Αθήνα 1988.


Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

ΑΣΗΚΩΤΟΣ Ο ΖΥΓΟΣ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ: ΝΑ ΛΥΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠ' ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ!





Με απαράμιλλη ενάργεια και περιγραφική δύναμη ο Ρώσος συγγραφέας, που εκτελέστηκε από το σοβιετικό καθεστώς το 1941 σαν "εχθρός του λαού",
αναπλάθει λογοτεχνικά αυθεντικές μαρτυρίες και πραγματικά περιστατικά της συνταρακτικής εποχής του.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου περιέχονται ημερολογιακές καταγραφές ενός άγνωστου Ρώσου ιερέα, και στο δεύτερο, τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες,
όπου ο συγγραφέας περιγράφει είτε προσωπικές μετεπαναστατικές εμπειρίες του είτε άλλα περιστατικά, που πληροφορήθηκε από τους πρωταγωνιστές τους ή αυτόπτες μάρτυρες.


Μεγάλη Σαρακοστή. Μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Μὲ βαρειὲς ἁμαρτίες εἶναι φορτωμένος ὁ ἄνθρωπος. Ἀλίμονο, κάθε χρόνο τὰ ἁμαρτήματά του εἶναι πιὸ μεγάλα καὶ πιὸ μαῦρα... Ἀσήκωτος ὁ ζυγὸς στοὺς ὤμους τοῦ Ἱερέα: Νὰ λύνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπ᾿ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας! Σὲ πολλοὺς πρέπει νὰ βάλω ἐπιτίμια, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀντέχω... Δὲν μπόρεσα ποτὲ νὰ γίνω αὐστηρός!


πὸ τὴν ἄλλη πάλι, πόση συμπάθεια νιώθω, ὅταν βλέπω τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιά τους! Αὐτὴ ἡ μετάνοια εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ ρωσικοῦ λάου, τὸ μοναδικό του ὅπλο μπροστὰ στὸ κακό, ποὺ ὅλο καὶ πλησιάζει... Ἁμαρτάνει μὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ κλάψει πικρά, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια του ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης στὸν Μεγάλο Κανόνα:


«πώλεσα τὸ πρωτόκτιστον κάλλος καὶ τὴν εὐπρεπειάν μου· καὶ ἄρτι κεῖμαι γυμνὸς καὶ καταισχύνομαι. Τ᾿ ἀνοιξιάτικα νερὰ κυλᾶνε στὴ γῆ, σχηματίζοντας ρυάκια. Μετὰ τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο πῆγα ἕναν περίπατο στὸ δάσος κι ἔκοψα μερικὰ κλαδιὰ ἀπὸ τὶς λυγαριές, τὶς στολισμένες μὲ τὰ κόκκινα λουλούδια τους. Θαρρῶ πώς, ὅταν θὰ πεθαίνω, δὲν θὰ ὀνειρεύομαι ἀπ᾿ τὰ γήινα τίποτ᾿ ἄλλο, παρὰ μονάχα τοῦτες τὶς ἀνθισμένες κόκκινες λυγαριές!... Τὰ δάση μας τὰ κόβουν! Καὶ τὰ κόβουν ἀσυλλόγιστα, μὲ καταστροφικὴ μανία. 


λόγυρα στὸ χωριό μας ὑπῆρχαν τόσα πυκνά, παρθένα δάση... Καὶ ζοῦσαν ἐκεῖ μέσα τόσα πουλιά, τόσα ἀγρίμια... Μὰ τώρα, ἐρημιά...Παρατηρῶ, πὼς ὅσο περισσότερο καταστρέφεται ἡ φύση, τόσο χειροτερεύει ἡ ζωὴ πάνω στὴ γῆ, τόσο σκοτεινιάζουν τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων… θελήσαμε νὰ δείξουμε τὴν ψευτοπαλληκαριά μας πάνω στὴ φύση! Βαλθήκαμε νὰ τὴν κατακτήσουμε, νὰ τὴν ὑποτάξουμε, νὰ τὴν ἐξουσιάσουμε, νὰ τὴν «ἀξιοποιήσουμε»...


Πόσες φορές, ἀπὸ ἀλαζονικὴ ἐπιδεκτικότητα καὶ μόνο, δὲν κάψαμε τεράστια δάση, δὲν σκοτώσαμε τόσα ζῷα καὶ πουλιά... Μὲ τρόμο ἀντιμετωπίζει πιὰ ἡ φύση τὸν ἄνθρωπο, σὰν τὸν χειρότερο ἐχθρό της. Μήπως ἀπ᾿ αὐτὸ θὰ ἔρθει ἡ μεγάλη θλίψη. Πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἐπισκέφθηκα μία-μία ὅλες τὶς καλύβες τοῦ χωριοῦ καὶ εἶχα στενὴ προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ ὅλους τοὺς χωρικοὺς τοῦ ποιμνίου μου.


Ποτὲ πρὶν δὲν εἶχα κάνει κάτι τέτοιο. Μὰ τώρα ἔχω ἀρχίσει ν᾿ ἀνησυχῶ πιὸ πολὺ γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ψυχές, θέλω νὰ τὶς προετοιμάσω γιὰ τὴν ἐπερχόμενη θύελλα, νὰ τὶς στερεώσω. Δὲν ἀπαλλάσσομαι ποτὲ ἀπὸ τὸ προαίσθημα, πὼς θὰ ὑποστοῦν σὲ λίγο μεγάλες δοκιμασίες...Καθὼς μπαίνω μέσα σὲ κάθε καλύβα, τοὺς λέω:


ρθα κοντά σας γιὰ νὰ ζεσταθώ! Ὅλοι χαίρονταν μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου. Μοῦ σέρβιραν τσάι ἀπ᾿ τὸ σαμοβάρι, κι ἔπειτα κάθονταν κοντά μου κι ἔπιαναν τὴ συζήτηση μαζί μου... Ἄ, μὲ πόση συγκίνηση ἀντίκριζα τὰ βασανισμένα πρόσωπα τῶν χωρικῶν, ποὺ μόλις φωτίζονταν ἀπ᾿ τὴν ἀδύνατη φλόγα τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου, νὰ μὲ κοιτᾶνε κατάματα καὶ ν᾿ ἀκοῦνε ἀχόρταγα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ!


Μόνος, πολὺ μόνος κι ἀβοήθητος εἶναι ὁ ἄνθρωπος σήμερα! Δὲν ἔχει στήριγμα. Τοῦ χρειάζεται παρηγορητής. Ἡ Ρωσία χρειάζεται πάντα τὰ μοναστήρια καὶ τοὺς γεροντάδες, τοὺς στάρετς, τοὺς παρηγορητές... Ἂν ὄχι σ᾿ αὐτούς, ποῦ ἀλλοῦ νὰ καταφύγουν οἱ ἀνήσυχες καὶ πονεμένες ψυχές μας; Ἀπ᾿ τὴ ζοφερή μας μοναξιὰ καὶ τὴν ἐγκατάλειψη δὲν προέρχονται τάχα ὅλες οἱ θλίψεις, ὅλος ὁ ψυχικός μας κόπος, ἀκόμα καὶ ἡ ἁμαρτία;


Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα τὸ χωριὸ μοιάζει μὲ μοναστήρι. Ὅλοι εἶναι σοβαροί, φιλάδελφοι καὶ συγκαταβατικοί. Καὶ οἱ πιὸ καβγατζῆδες ἔχουν συμμαζευτεῖ. Καὶ οἱ πιὸ ἄσωτοι νηστεύουν αὐστηρά!... Τοὺς παρατηρῶ, καὶ τὸ ξαναλέω: Δὲν θ᾿ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ ὁ ρωσικὸς λαός! Θὰ ἐπιστρέψει κοντά Του, θὰ Τοῦ ὁμολογήσει τὰ σφάλματά του, θὰ μετανοήσει, θὰ καθίσει στὰ πόδια Του... Βγῆκα ἔξω.


συχο ἀνοιξιάτικο σούρουπο. Σούρουπο πασχαλινό. Φυσοῦσε ὁ γνωστὸς ἀπριλιάτικος ἀέρας, θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ Τσέχωφ: «Ὁ ἴδιος ἀκριβῶς ἀέρας φυσοῦσε καὶ στὰ χρόνια τοῦ Ρούριχ καὶ στὰ χρόνια τοῦ Ἰβᾶν τοῦ Τρομεροῦ καὶ στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Πέτρου». Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ περίοδος τῆς ρωσικῆς γῆς εἶναι τότε ποὺ λιώνουν τὰ χιόνια, καὶ μάλιστα στὸ σούρουπο, μὲ τὸν ἀέρα.


Τότε τὴ νιώθω πιὸ οἰκεία, πιὸ ἀγαπητή... κι αὐτὸ μοῦ συμβαίνει περισσότερο τὸν τελευταῖο καιρό, ποὺ σὰ νὰ φεύγει κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια μου... Ἔμεινα μόνος στὸ πασχαλινὸ τραπέζι. Γιατί μὲ πλακώνει τόση θλίψη αὐτὴ τὴν ὁλόλαμπρη καὶ σωτήρια νύχτα; Γιατί πάλι τριγυρνάει στὸ νοῦ μου ἡ σκέψη, ὅτι βρισκόμαστε ὅλοι μπροστὰ σ᾿ ἕνα σταυροδρόμι, καὶ πολὺ σύντομα θὰ χωρίσουμε, δὲν θὰ βλέπουμε πιὰ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;


Καθὼς ἄλλαζα μὲ τοὺς ἐνορῖτες μου τὸν τριπλὸ ἀναστάσιμο ἀσπασμό, ἤθελα νὰ ξεσπάσω σὲ κλάματα. Τοὺς ἔβλεπα μὲ λύπη ἀβάσταχτη νὰ περπατοῦν στοὺς ξεπλυμένους ἀπ᾿ τὴν ἀνοιξιάτικη βροχὴ δρόμους, κρατώντας στὰ χέρια τους τὰ μπογαλάκια μὲ τὰ εὐλογημένα πασχαλινὰ φαγητά, γελώντας χαρούμενα δίνοντας εὐχές... Νά, σκέφτομαι, σὲ λίγο θὰ τοὺς χάσω ἀπ᾿ τὰ μάτια μου.


Ποτὲ πιὰ δὲν θὰ ξανάρθουν ἐδῶ, στὸ πασχαλινὸ δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ! Λὲς πάλι νὰ ἔχει σφηνωθεῖ μέσα μου μιὰ ἔμμονη ἰδέα; Μακάρι νά ᾿ναι ἔτσι. Κύριε!


Βασιλείου Νικηφόρωφ - Βόλγιν:
<<Το Οδοιπορικό Ραβδί>>, απόσπασμα, έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου
Επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Μήλεσι Αττικής

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ ΤΗΝ Γ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ





δεύτερη καθιερωθεῖσα ἑορτή πρός τιμήν τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Αὐτή ἡ ἑορτή, ὅπως καί ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως, ἀνήκει στόν κύκλο τῶν Δεσποτικῶν Ἑορτῶν, ὡς πρός τό περιεχόμενο (Δεσποτικές ὀνομάζονται οἱ πρός τιμήν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἑορτές)1, ἀλλά ὡς πρός τόν χρόνο ἀνήκει στόν κύκλο τῶν Κινητῶν ἑορτῶν (Κινητές ὀνομάζονται οἱ ἑορτές οἱ ὁποῖες ἑορτάζονται σέ κινητή ἡμερομηνία, ἀνάλογα μέ τό πότε ἑορτάζεται τό Πάσχα καθορίζεται ὅλος ὁ πασχάλιος κύκλος τῶν κινητῶν ἑορτῶν).



του Ἱερομονάχου Καλλινίκου Ἠλιοπούλου


ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἀνάγει τήν ἀρχή καί τή γένεσή της κατά τίς ἀρχές τοῦ δ΄ αἰῶνος μ.Χ καί συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ἑορτή τῆς εὑρέσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ἁγία Ἑλένη, ἀλλά καί ἔμμεσα μέ τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ τῆς 14ης Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ. Ἡ πρώτη αὐτή ἄποψη καί ἐπικρατέστερη πού ἔχει διατυπωθεῖ εἶναι ὅτι προέκυψε «μᾶλλον ἐκ μεταθέσεως τῆς ἀναμνήσεως τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (6 Μαρτίου)»2 . Θά δοῦμε πρώτα ὀλίγα τινά στοιχεῖα διά τήν εὕρεση τοῦ Τιμίου Ξύλου, τά ὁποῖα συνδέονται μέ τήν μετάθεση τῆς ἑορτῆς.


ναφέρει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στήν ἐπιστολή του πρός τόν Κωνστάντιο, υἱό τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου: «ἐπί τοῦ θεοφιλεστάτου καί τῆς μακαρίας μνήμης Κωνσταντίνου τοῦ σοῦ πατρός, τό σωτήριον τοῦ Σταυροῦ ξύλον ηὕρηται τῆς θείας χάριτος, τῷ καλῷς ζητοῦντι τήν εὐσέβειαν, τῶν ἀποκεκρυμμένων ἁγίων Τόπων παρασχούσης τήν εὕρεσιν»3.


αὐτός Ἱερός Πατήρ μαρτυρεῖ, σέ μία ἀπό τίς ἐπιστολές του πρός τούς φωτιζόμενους, τήν ἐπί τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εὕρεση τοῦ Σταυροῦ καθώς καί τήν ὕπαρξη Αὐτοῦ στά Ἱεροσόλυμα ἐπί τῶν ἡμερῶν του (4ος αἰῶνας μ.Χ)4. Ἐπίσης αὐτή ἡ ἀνεύρεση τοῦ Σταυροῦ ἀπό τήν Ἁγία Ἑλένη ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου μαρτυρεῖται καί ἀπό τούς ἱστορικούς, πού κατέγραψαν ἀνόθευτη τήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ὅπως ὁ Σωκράτης ὁ σχολαστικός5 καί ὁ Ἑρμείας ὁ Σωζόμενος6, ἀλλά καί ἀπό ἰδία ἐπιστολή τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου πρός τόν Μακάριο Ἱεροσολύμων καί τόν ἔπαρχο Δρακιλλιανόν7.


Ἁγία Ἑλένη φτάνοντας στά Ἱεροσόλυμα περί τό 326 μ.Χ ξεκίνησε τήν ἀναζήτηση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, Τόν Ὁποῖον καί βρῆκε μαζί μέ τόν Πανάγιο Τάφο καί τούς δύο σταυρούς τῶν δύο λῃστῶν τῶν συσταυρωθέντων μέ τόν Κύριο, ἀφοῦ πρῶτα γκρέμισε τό ναό τῆς Ἀφροδίτης, πού εἶχαν ἀνεγείρει οἱ ἐθνικοί στό σημεῖο ταφῆς τοῦ Χριστοῦ8. Γιά τόν θαυματουργικό τρόπο τῆς εὑρέσεως τοῦ σταυροῦ ὑπάρχουν διάφορες παραδόσεις ἀνάμεσα στίς ὁποῖες δεσπόζει ἡ παράδοση αὐτή μέ τό μυρωδᾶτο φυτό πού λέγεται βασιλικός, μέ τό ὁποῖο μέχρι σήμερα στολίζουμε τόν Τίμιο Σταυρό καί τό μοιράζουμε ὡς εὐλογία στούς πιστούς τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως9.


Ἅγιος Νεκτάριος ἀναφέρει τό θαῦμα τῆς θεραπείας τῆς νεκρῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἀναστήθηκε ἀκουμπῶντας πάνω στό Ζωηφόρο Σταυρό: «ἐπειδή δέ δύσκολον ἦτο νά διακριθῇ ὁ σταυρός τοῦ Σωτῆρος καί τῶν ληστῶν, ὁ τότε Ἱεροσολύμων ἐπίσκοπος Μακάριος προσήνεγκεν ἕκαστον τῶν τριῶν εὑρεθέντων σταυρῶν ἐπί τινός θανατηφόρως πασχούσης γυναικός. Καί τῶν μέν δύο εἰς μάτην τεθέντων, ἅμα τοῦ τρίτου ἐπιψαύσαντος τοῦ σώματος τῆς ἀγωνιώσης παραχρῆμα ἠνωρθώθη αὕτη καί ἐγένετο ὑγιής»10.


τοπική Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἀρχίζει νά πανηγυρίζει αὐτήν τήν ἱστορική εὕρεση τοῦ Σταυροῦ τήν 6ην Μαρτίου, καί νά τελεῖ ὕψωση καί προσκύνηση τοῦ Τιμίου Ξύλου, διότι «ἡ ὕψωσις ἠκολούθησεν ἀμέσως μετά τήν εὕρεσιν αὐτοῦ. Ἐγένετο δέ αὕτη ὅπως ὁ λαός ὅλος ἴδῃ τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου καί προσκυνήσῃ αὐτόν, ὅν ὁ ἐπίσκοπος Μακάριος ἀναβάς ἐπί τινος τόπου ὑψηλοῦ ὕψωσε καί ἐπέδειξεν»11.


Σήμερα ὅμως, αὐτή τήν ἑορτή τῆς εὑρέσεως τοῦ Σταυροῦ, ἡ Ἐκκλησία δέν τήν πανηγυρίζει μέ ὕψωση καί προσκύνηση, ἁπλῶς στό Συναξάριο τῆς 6ης Μαρτίου ἀναφέρεται ἡ εὕρεση τοῦ Σταυροῦ καί τῶν τιμίων ἥλων: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς εὑρέσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ὑπὸ τῆς μακαρίας Ἑλένης... Δίδωσιν ἡμῖν Ἑλένη ταύτην χάριν, Βλέπειν τὸ σῶσαν ἐκ φθορᾶς ἡμᾶς ξύλον... Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς εὑρέσεως τῶν τιμίων ἥλων... Φανέντες ἧλοι Βασιλεῖ, τοῦ μὲν κράνους, Ἄγαλμα κεῖνται, τοῦ χαλινοῦ δὲ κράτος.»12, ἀλλά καί στήν ἀκολουθία τῆς αὐτῆς ἡμέρας δέν ὑπάρχουν κανόνες καί τροπάρια ἀφιερωμένα στό Σταυρό, μόνον τά παραπάνω ὑπομνήματα μετά τῶν στίχων13.


λόγος γιά τόν ὁποῖον ἔπαυσε ἡ Ἐκκλησία νά πανηγυρίζει τήν ἑορτή τῆς εὑρέσεως τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἁπλῶς ἡ μετάθεσή της τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, γιά τό ὁποῖο συνηγορεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος λέγοντας:


«πειδή ἡ 6η Μαρτίου συμπίπτει τῇ Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ὅταν τό Πάσχα ἐμπέσῃ τῇ 3η Ἀπριλίου, οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι, καλόν ἠγήσατο νά ἑορτάζηται ἡ τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἑορτή πάντοτε κατά τήν Κυριακήν ταύτην μεγαλοπρεπῶς ὅπως ἐνισχύῃ, κατά τόν ὑπομνηματισμόν τοῦ Τριωδίου, τούς ἀγωνιζομένους τόν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς κατά τό μακρόν τῆς νηστείας στάδιον τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γίνεται δηλαδή, τρόπον τινά, μετάθεσις τῆς ἑορτῆς καί ἐν τοῖς ἔτεσιν ἐν οἷς ἡ 6η Μαρτίου δέν συμπίπτει τῇ Γ΄ Κυριακῇ τῶν Νηστειῶν.


Τοιοῦτόν τι συμβαίνει καί ἐν ταῖς ἑορταῖς Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καί Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας διά τόν αὐτόν σκοπόν, ὅπως δηλονότι ἑκάστη Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἐπιδεικνύῃ καί τι λαμπρόν ἀρετῆς πρός ἐνθάρρυνσιν καί ἐνίσχυσιν τῶν ἀγωνιζομένων χριστιανῶν. Διά τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως εἷναι ἡ ἑορτή τῆς εὑρέσεως ἔπαυσε πλέον νά ἑορτάζηται. Ἐπειδή δέ οἱ Ἅγιοι Πατέρες οὐδέν αὐθαιρέτως ἀπεφάσισαν, οὐδέ ἠδύναντο αὐθαιρέτως τήν μέν τῆς εὑρέσεως νά καταπαύσωσι, διά τοῦτο φρονῷ ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς εὑρέσεως ἐστίν ἡ αὐτή τῇ ἑορτῇ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Εἰς τοῦτο συνηγορεῖ:


α) καί ἡ ἔλλειψις τῶν τροπαρίων καί τῶν κανόνων ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς εὑρέσεως κατά την 6ην Μαρτίου καί β) οἱ εὑρισκόμενοι κανόνες καί τά τροπάρια κατά τήν ἑορτήν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἅτινα φαίνονται ὅτι ἀνάγονται εἰς πολύ προγενεστέρους χρόνους καί προσαρμόζονται εἰς τήν εὕρεσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὡς τό ἑξῆς καί ἕτερα τινά: « Σήμερον γίνεται χαρά, ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς, ὅτι τοῦ σταυροῦ τό σημεῖον, κόσμῳ ἐμφανίζεται, Σταυρός ὁ Τρισμακάριστος· οὗτος γάρ προτεθείς ἀναβλύζει, τοῖς προσκυνοῦσιν αὐτόν χάριν ἀένναον»14. Αὐτή ἡ μετάθεση ἄλλωστε ἐνισχύεται καί ἀπό τήν ἀπαγόρευση τελέσεως Θείας Λειτουργίας τίς καθημερινές ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πλήν μόνο Προηγιασμένης15.


Δύο ὁμιλίες Πατέρων ἀφιερωμένες στήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως μαρτυροῦν τό πότε περίπου τοποθετεῖται χρονολογικά αὐτή ἡ μετάθεση. Περί τό 715-730 μ.Χ ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως εἶναι πλέον καθιερωμένη, ἀφοῦ ὁ Πατριάρχης Γερμανός ὁ Α΄ τῆς ἀφιερώνει σχετική ὁμιλία16, ἀλλά κι ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου Ἱεροσολύμων γιά τήν προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ «τῇ μέσῃ ἑβδομάδι τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς»17 εἶναι ὄντως αὐθεντική τότε ἐπιτρέπεται ἡ χρονολόγηση τῆς ἑορτῆς πρίν τόν ζ΄ αἰῶνα18.


ρα πιθανόν ἡ τόσο γνωστή καί διαδεδομένη στήν Ἀνατολή κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες (ἐννοεῖται τρεῖς αἰῶνες μετά τήν εὕρεση τοῦ Σταυροῦ τό 326 μ.Χ) ἑορτή τῆς πρώτης εὑρέσεως καί ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἤτοι τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἡ ὁποία ἐτελεῖτο την 6ην Μαρτίου, καί ἀφοῦ μεσολάβησε καί ἡ νίκη τοῦ Ἡρακλείου κατά τῶν Περσῶν καί ἡ δεύτερη ὕψωση τοῦ Σταυροῦ τό 630 μ.Χ, ἡ ἑορτή τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἀντικαθιστᾶ πλήρως τήν ἑορτή τῆς εὑρέσεως, ἐξαπλώνεται πλέον γύρῳ στόν ζ΄ αἰῶνα καί μετά σέ ὅλη τήν Ἀνατολή καί τή Δύση καί παγιώνεται19.


λλωστε αὐτή ἡ παγίωση τῆς ἑορτῆς ὁδήγησε σέ ἐπέκταση τῆς ἑορτῆς ἀπό τήν Τετάρτη της Γ΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν μέ προεότρια σταυρώσιμα τροπάρια ἕως καί τήν Παρασκευή τῆς Δ΄ ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν μέ μεθέορτα, μέ ἀποτέλεσμα ὅλη ἡ Δ΄ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν νά ἀκτινοβολεῖ τή χάρη τοῦ Σταυροῦ20 καί νά ὀνομάζεται «σταυροφόρος ἑβδομάς»21 μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν «φωτοφόρον τοῦ Σταυροῦ προσκύνησιν»22. Ἡ μετά τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἑβδομάδα, ἡ Δ΄ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἕως καί τόν ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου, εἶναι ἀφιερωμένη στόν Τίμιο Σταυρό23.


Βέβαια ἔχουν διατυπωθεῖ καί δευτερεύουσες ἀπόψεις γιά τήν γένεση τῆς ἑορτῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τίς ὁποῖες ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε. Ἡ πρώτη ἀναφέρεται, μέ συσχετισμό τῆς τελετῆς τῆς προσκύνησης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό λειτουργικό σημεῖο μεταξύ τοῦ τέλους τοῦ ὄρθρου καί τῆς ἔναρξης τῆς Θείας Λειτουργίας, στήν καταγωγή τῆς ἑορτῆς ἀπό τήν εἰδική τελετή τῆς προβολῆς σέ ἐπίσημη προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ, παλαιότερα στά Ἱεροσόλυμα καί ἀργότερα καί στήν Κωνσταντινούπολη, τή Μεγάλη Παρασκευή, ἡ ὁποία τελικά δέν ἰσχύει διότι αὐτή ἡ ἀρχαία λειτουργική πράξη ἔχασε τήν αἴγλη ἐφόσον ἀντικαταστάθηκε ἀπό τά ἐγκώμια τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἐνῶ ἀντίθετα διατήρησε τήν παλαιά σημασία της στούς Σύριους, τούς Κόπτες τῆς Αἰγύπτου καί τούς Ἀρμενίους24.


Καί ἡ δεύτερη στηρίζεται στή μελέτη τοῦ Ἱερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτη25, ὅτι ἡ «ἑορτή τῆς τρίτης προσκύνησης τοῦ Σταυροῦ», ὅπως τήν ἀναφέρει, δηλαδή ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἕλκει τήν καταγωγή της ἀπό τή μεταφορά τεμαχίου Τιμίου Ξύλου στήν Ἀπάμεια πού δόθηκε ἀπό τόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱεροσολύμων στόν Ἀλφειό ἐπίσκοπο Ἀπαμείας, καί χρονολογεῖται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ ζ΄ αἰῶνος στήν Κωνσταντινούπολη ὡς ἰδιαίτερη ἑορτή τοῦ καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ὅπου στό Τυπικό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας (θ΄-ι΄ αἰῶνες) καταχωρεῖται ἀκριβῶς στό μέσο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡμέρα Τετάρτη καί ὄχι Κυριακή, ἁπλῶς τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἀναγγέλλεται ἡ προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ τήν προσεχῆ ἑβδομάδα.


Καί ἡ τάξη αὐτή τῆς προσκύνησης τοῦ Σταυροῦ ἐπεκτάθηκε σέ ὁλόκληρη τήν ἑβδομάδα, τήν Δ΄ τῶν Νηστειῶν, ἔτσι ὥστε νά μπορεῖ ὅλος ὁ λαός τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά προσκυνήσει τό Τίμιο Ξύλο, οἱ ἄνδρες τήν Τρίτη καί τήν Τετάρτη καί οἱ γυναῖκες τήν Πέμπτη καί τήν Παρασκευή26. Αὐτή ἡ ἑβδομαδιαία προσκύνηση τοῦ Τιμίου Ξύλου στό μέσο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γενικεύτηκε, καί αὐτή ἡ γενίκευση ὁδήγησε στή μεταφορά τῆς ἑορτῆς τήν Κυριακή γιά περισσότερη λαμπρότητα27. Πάντως καί ἀπό τίς δύο αὐτές ἀπόψεις ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως δέν ὑπῆρχε ὡς αὐτοτελής ἑορτή ἀλλά προέκυψε εἴτε ἀπό κάποια λειτουργική πράξη εἴτε ἀπό κάποιο ἱστορικό γεγονός, καί ἀφοῦ ἐπικράτησε ἐπεκτάθηκε σέ μία ἑβδομαδιαία λειτουργική προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ.


Τό ἱστορικό αὐτό γεγονός, ἐν τέλει, εἰς τό ὁποῖο ἀνάγει τήν γένεση καί τήν λειτουργική της ἐξέλιξη ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν εὕρεση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἀπό τήν Ἁγία Ἑλένη στίς ἀρχές τοῦ δ΄ αἰῶνος (6η Μαρτίου τοῦ 326 μ.Χ.) ὅπου ἐπακολουθεῖ ἡ πρώτη ὕψωση καί προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Αὐτή ἡ ἑορτή, τῆς εὑρέσεως καί τῆς πρώτης προσκύνησης τοῦ Σταυροῦ, πού μνημονεύεται στό Συναξάριο τῆς 6ης Μαρτίου, περί τίς ἀρχές τοῦ ζ΄ αἰῶνος μετατίθεται γιά περισσότερη λαμπρότητα καί αἴγλη τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἡ ὁποία καί πλέον ἀποκαλεῖται Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως.




1. «Ἡ ἑορτή τῆς ἐν χαρᾷ καί φόβῳ θείας καί τοῖς ἐν ἁγνοῖς χείλεσι καί καρδίᾳ προσκυνήσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, εἰσαγομένη δι' ὕμνων Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἀπό τῆς Τρίτης τῆς γ΄ ἐβδομάδος τῶν νηστειῶν, διήκει ἀπό τῆς γ΄ Κυριακῆς μέχρι καί τῆς Παρασκευῆς τῆς δ΄ ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν. Τῆς ἑορτῆς ἀνηκούσης εἰς τήν τάξιν τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν, ἡ ἀκολουθία αὐτῆς συμψάλλεται μετά τῆς ἀναστασίμου, συμψαλλομένης μετ' αὐτῶν ἤδη καί τῆς ἀκολουθίας τοῦ τυχόντος ἑορταζομένου Ἁγίου» βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 435.

2. Βλ. Φουντούλη Ι., Λειτουργική Α΄, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 123-124.

3. Βλ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Ἐπιστολή πρός Κωνστάντιον τόν εὐσεβέστατον Βασιλέα, περί τοῦ ἐν οὐρανοῖς φανέντος σημείου τοῦ Σταυροῦ ἐκ φωτός, ἐν ἱεροσολύμοις ὀφθέντος, PG 33, 1168.
4. «Ἐλέγχει μέ οὗτος ὁ Γολογοθᾶς, οὗ νῦν πλησίον πάντες πάρεσμεν, ἐλέγχει με τοῦ Σταυροῦ τό ξύλον τό κατά μικρόν ἐντεῦθεν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ διαδοθέν...» βλ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων Κατήχησις ΙΓ΄ Πρός Φωτιζομένους, PG 33, 772· πρβλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 22.
5. Βλ. Σωκράτους Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος Α΄ κεφ. ιζ΄: « ὡς τοῦ βασιλέως μήτηρ Ἑλένη, ἐπί τά Ἱεροσόλυμα παραγενομένη, τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ ἀναζητήσασα, εὗρε καί ἐκκλησίαν ἀνωκοδόμησεν» (PG 67, 117-121).
6. Ἐρμείου Σωζομενοῦ Σαλαμινίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμος Β΄, κεφ. α΄: «Περί τῆς εὑρέσεως τοῦ ζωηφόρου Σταυροῦ, καί ἁγίων ἥλων », PG 67, 929-933.
7. Βλ. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Λόγοι Πέντε, τόμος α΄, κεφ. ιστ΄ «Ἐπιστολή τοῦ αὐτοῦ πρός Μακάριον ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων, περί οἰκοδομῆς τοῦ θείου ναοῦ», PG 82, 956-957.
8. Πρβλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 20.
9. «Ὅταν ἡ Ἁγία Ἑλένη μέ τούς συνοδούς της ἄρχισε τίς ἔρευνες, μία νεαρή ἑβραιοπούλα ὁδήγησε τήν Βασιλομήτορα στόν Ἰούδα (πρόκειται γιά τόν δεύτερο Ἰούδα πού πίστεψε, μετενόησε, καί ἔγινε χριστιανός μέ τό ὄνομα Κυριακός) πού ἔμενε στά Ἱεροσόλυμα, ἐπειδή ἐκεῖνος ἐγνώριζε ἀπό τούς παλαιότερους τήν τοποθεσία, ὅπου εἶχαν ρίξει τούς τρεῖς σταυρούς. Ἐκεῖ φύτρωνε κι ἕνα ἀρωματικό φυτό, τό γνωστό μας βασιλικό πού βοήθησε ὡς ἐκ θαύματος τήν Ἁγία Ἑλένη (τό μυρωδᾶτο φυτό λέγεται βασιλικός γιατί φύτρωσε στό σημεῖο πού ἦταν θαμμένος ὁ Σταυρός πού εἶχε σταυρωθεῖ ὁ Βασιλιᾶς τοῦ κόσμου). Πῆγε, λοιπόν, ἡ Ἁγία Ἑλένη στήν τοποθεσία αὐτή καί πρίν δώσει ἐντολή νά ἀρχίσουν οἱ ἀνασκαφές, γονάτισε καί προσευχήθηκε θερμά στό Χριστό. Μόλις ὅμως σηκώθηκε στά πόδια της καί πρίν πεῖ μιά λέξη, ἔγινε μέγας σεισμός, μόνον στό σημεῖο αὐτό, καί τό ἔδαφος σχίστηκε σέ μεγάλο βάθος. Τότε ἄρχισαν ἀμέσως οἱ ἀνασκαφές καί σέ λίγη ὥρα βρέθηκαν οἱ τρεῖς σταυροί, πρός γενικήν κατάπληξιν ὅλων τῶν παρισταμένων. Συγκεκριμένα τώρα ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου τοποθετήθηκε πάνω σέ νεκρή γυναῖκα καί αὐτή ἀναστήθηκε! Συγκεκριμένα μόλις ἔβαλαν πάνω στό σῶμα της τόν τρίτον Σταυρόν (τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) ἡ ἑτοιμοθάνατη γυναῖκα ἔγινε ἀμέσως καλά καί σηκώθηκε στά πόδια της. Ἔτσι ἀποδείχθηκε ὅτι αὐτός ἦταν ὁ πραγματικός Τίμιος Σταυρός» βλ. Σωτήρχου Π., Πῶς βρέθηκε καί ὑψώθηκε ὁ Τίμιος Σταυρός, http://www.agiazoni.gr/article.phd?id=15901722012578699966.
10. Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, ὅπ.π., σελ. 20.
11. Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, ὅπ.π., σελ. 20.
12. Βλ. Μηναῖον Μαρτίου, Ἀποστολικῆς Διακονίας , ἔκδ. β΄, Ἀθήνα 2002, σελ. 59.
13. Πρβλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 435.
14. Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, ὅπ.π., σελ. 435.
15. «Ἄρτον προσφέρειν, εἰμή ἐν Σαββάτῳ καί Κυριακῇ», Κανών μθ΄ Λαοδικείας καί Κανών νβ΄ τῆς ἐν Τρούλλῳ, βλ. Ράλλη Γ. καί Ποτλῆ Μ., Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων τῶν τε ἁγίων καί πανευφήμων Ἀποστόλων, καί τῶν ἱερῶν καί οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν Συνόδων, καί τῶν κατά μέρος ἁγίων Πατέρων, τόμος Β΄ & Γ΄, Ἀθήνα 1852-1859, σελ. 427 & 216 ἀντίστοιχα.
16. Βλ. Σωφρονίου τοῦ ἐν μοναχοῖς ἁγιωτάτου, μετά ταῦτα δέ πατριάρχου ἱεροσολύμων, ὁμιλία λεχθεῖσα εἰς τήν προσκύνησιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ τῇ μέσῃ ἑβδομάδι τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ὅτι διά νηστείας εἰλικρινοῦς δυνατόν ἐκκαθαρθέντας τόν νοῦν, ἀκατακρίτως προσελθεῖν, καί μετασχεῖν τῶν θείων μυστηρίων, PG 87, 3309-3316.
17. Βλ. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εἰς τήν προσκύνησιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐν τῷ καιρῷ τῷ μεσονηστίμῳ, PG 98, 221-244.
18. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ ἑορτές τοῦ Τιμίου Σταυροῦ», Η΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον 18-20 Σεπτεμβρίου 2006, σελ. 8.
19. Πρβλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, ὅπ.π., σελ. 32.
20. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ ἑορτές τοῦ Τιμίου Σταυροῦ», Η΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον, 18-20 Σεπτεμβρίου 200,. σελ. 9.
21. Βλ. εἱρμός β΄ κανόνος η΄ ὠδῆς, ὄρθρος Πέμπτης Δ΄ ἑβδομάδος, Τριώδιον Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἐν Ἀθήναις 2002, σελ. 544.
22. Βλ. πρῶτο τροπάριο β΄ κανόνος α΄ ὠδῆς, ὄρθρος Δευτέρας Δ΄ ἑβδομάδος, Τριώδιον, ὅπ.π., σελ. 506.
23. Πρβλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 431.
24. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π., σελ. 9.
25. Βλ. Gerard Bonnet (νῦν ἱερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου), La Mystagogie du temp liturgique dans le Triodion, σέ ρουμανική μετάφραση μέ τίτλο: Triodul explicat, ἀπό το διάκονο Ioan Ica jr, ἐκδόσεις "Deisis", Sibiu 2000.
26. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π., σελ. 8.
27. Βλ. «Στή Μεγάλη Ἐκκλησία συνηθέστατα μετέφεραν τίς μνῆμες τῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως στήν ἀμέσως μετά τήν ἡμέρα μνήμης τους Κυριακή. Τό ἴδιο γινόταν καί γιά τίς μνῆμες τῶν διακεκριμένων ἁγίων πού ἐνέπιπταν κατά τήν πένθιμο περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἤ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Αὐτές μετετίθεντο κατά τά Σάββατα ἤ τίς πλησιέστερες Κυριακές ἤ κατά τήν Διακαινήσιμο ἑβδομάδα (Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα, τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου κλπ). Μερικές ἀπό αὐτές παρέμειναν μονίμως στίς νέες θέσεις τους ἤ ἀναδιπλώθηκαν» βλ. Φουντούλη Ι., Λειτουργική Α΄, Θεσσαλονίκη 2004, σελ.127-128.



Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Η ΕΙΡΗΝΗ, Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ




Αραγε, τι θα γινόταν αν ο - δικός μας Πούτιν της Μεσογείου - εισέβαλε στη δική μας χώρα

και οι «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» διατράνωναν ότι είναι έτσι γενικά «με την ειρήνη»;



Δεν φταίει τόσο η διασπορά των fake news. Οσο η παραδοξότητα της ίδιας της επικαιρότητας. Σχεδόν καθημερινά ο αναγνώστης χρειάζεται να διπλοτσεκάρει μια είδηση, αφού σε πρώτη ανάγνωση, πολλές μοιάζουν ως κάτι αδιανόητο.


της Κατερίνας Παναγοπούλου


Τη στιγμή που ο ρώσος πρόεδρος έχει κηρύξει πόλεμο στην Ουκρανία, στην Ελλάδα μέλη κόμματος πηγαίνουν Σάββατο πρωί στο λιμάνι του Πειραιά για να πετάξουν μπογιές σε καναδικό πλοίο, ώστε να διατρανώσουν ότι τα νατοϊκά πλοία δεν είναι ευπρόσδεκτα.


Τη στιγμή που εκατομμύρια Ουκρανοί, γυναίκες με μωρά παιδιά, άρρωστοι και ανήμποροι πολίτες παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καθηγητής του τμήματος ΜΜΕ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου κάνει χυδαία ανάρτηση για την υποδοχή των προσφύγων με φωτογραφία μίας καλλίπυγου Ουκρανήw.


Την ίδια στιγμή διαβάσαμε ότι το συλλαλητήριο «ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο αναβλήθηκε λόγω κρύου και θα γίνει την πρωταπριλιά», ενώ «στις 6 Απρίλη αποφασίστηκε πανελλαδική απεργία ενάντια στην ακρίβεια».


Πραγματικές ειδήσεις μοιάζουν σαν τρολάρισμα και η καθημερινότητά μας σαν βίντεο του «Ράδιο Αρβύλα». Απουσία ενσυναίσθησης και γενικότερα συναίσθησης. Καλλιτέχνες λειτουργούν σαν μοντέλα σε καλλιστεία και εύχονται «παγκόσμια ειρήνη». Μάταια ο Διονύσης Σαββόπουλος με τον Στάθη Δρογώση προσπαθούσαν επί 15 ημέρες να μαζέψουν συναδέλφους τους σε μία συναυλία ενάντια στη ρωσική εισβολή.


Κάποιοι είπαν ότι είναι μόνο «με τον άνθρωπο» – στηρίζοντας στην ουσία τον… παλιάνθρωπο, ενώ κάποιοι άλλοι αποφάσισαν να οργανώσουν συναυλία «υπέρ της ειρήνης», έτσι γενικώς και αορίστως, δίνοντας μία νέα διάσταση της λογικής «κρατάω ίσες αποστάσεις».


Ας πούμε, σε αντίστοιχη περίπτωση δεν θα ήταν κατά της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, αλλά «υπέρ της ειρήνης». Σαν να λέμε ούτε με τον Φύσσα, ούτε με τον δολοφόνο του, ούτε με την Τοπαλούδη ούτε με τους βιαστές της. Με τον άνθρωπο. Στην αφίσα μάλιστα της συναυλίας «για την ειρήνη» αναγράφεται «αλληλεγγύη για όλους». Για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία.


Θύτες και θύματα μαζί, σε μια ισορροπία τρόμου. Τη στιγμή που μαιευτήρια βομβαρδίζονται από ρωσικά πυρά, παιδιά διαμελίζονται στο Χάρκοβο, οικογένειες ξεκληρίζονται στη Μαριούπολη, ο Πούτιν απειλεί την παγκόσμια κοινότητα με πυρηνικά, ο ΟΗΕ προειδοποιεί «ετοιμαστείτε για κόλαση», εμείς είμαστε «με την ειρήνη» και ζητάμε «αλληλεγγύη για όλους».


Την ίδια στιγμή σε κάποια άλλα μέρη του πλανήτη ο Ντέιβιντ Μπέκαμ ανακοίνωνε ότι δίνει το προφίλ του των 71,8 εκατ. ακολούθων να το διαχειρίζεται γιατρός σε νοσοκομείο στο Χάρκοβο, ο Αστον Κούτσερ με τη Μίλα Κούνις συγκέντρωναν 35 εκατ. δολάρια για τους ουκρανούς πρόσφυγες, ο Ράιαν Ρέινολντς έδινε 1 εκατ. ευρώ από την περιουσία του στα θύματα του Πούτιν, ο Σον Πεν πήγε στην Ουκρανία για να γυρίσει ντοκιμαντέρ,


η Ρωσίδα Ιρίνα Σάικ καλούσε τους ακολούθους της να κάνουν δωρεές υπέρ του ουκρανικού λαού, ο Χαβιέ Μπαρδέμ συμμετείχε σε διαδηλώσεις κατά του Πούτιν έξω από τη ρωσική πρεσβεία. Εμείς κάνουμε συναυλία για την ειρήνη, διότι όπως έγραψαν και στην αφίσα «ειρήνη είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».


Αραγε, τι θα γινόταν αν ο – δικός μας Πούτιν της Μεσογείου – εισέβαλε στη δική μας χώρα και οι «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» διατράνωναν ότι είναι έτσι γενικά «με την ειρήνη»; Ποια θα ήταν η απάντηση σε αυτή την ερώτηση;



in


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821: ΜΙΑ ΔΑΙΔΑΛΩΔΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

 




Στα χρόνια της σκλαβιάς, μέχρι τη μέρα του γενικού ξεσηκωμού οι προσπάθειες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού ήταν συνεχείς.



Λεωνίδας Κουμάκης, Αρθρογράφος
Νομικός, Συγγραφέας. Μέλος του International Hellenic Association (IHA)


Από τότε που ο ελληνισμός με την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υποδουλώθηκε στον Ασιάτη επιδρομέα άρχισε να φωλιάζει μέσα στα στήθη των σκλαβωμένων η λαχτάρα της λευτεριάς. Χρειάστηκαν 368 ολόκληρα χρόνια μέχρι τη μέρα που ο γενικός ξεσηκωμός το Μάρτη του 1821 οδήγησε στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.


Όλα αυτά τα χρόνια της σκλαβιάς η εκκλησία έπαιξε τον σπουδαίο ρόλο της διατήρησης της γλώσσας, της θρησκείας και των παραδόσεων του ελληνισμού. Τα μοναστήρια και οι εκκλησίες υπήρξαν οι κυριότεροι χώροι των κρυφών σχολειών, αλλά και τα καταφύγια των αγωνιστών. Και όταν το απαίτησαν οι συνθήκες, ο κλήρος όχι μόνο θυσιάστηκε υφιστάμενος βασανιστήρια και απαγχονισμούς, αλλά πήρε το καριοφίλι και πολέμησε γενναία δίνοντας το παράδειγμα στο σκλαβωμένο ελληνισμό.


Στα χρόνια της σκλαβιάς, μέχρι τη μέρα του γενικού ξεσηκωμού οι προσπάθειες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού ήταν συνεχείς. Άσχετα με την αποτυχία τους και τις αιματηρές συνέπειές τους κράτησαν ζωντανή τη φλόγα της λευτεριάς στην ψυχή και στο νου του ελληνικού έθνους.


Σε όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε στον υπόδουλο ελληνισμό η ελπίδα πως η ομόθρησκη Ρωσία θα βοηθούσε στην απελευθέρωση των Ελλήνων. Η ελπίδα όμως αυτή, όποτε δοκιμάστηκε στην πράξη, δεν είχε τα αποτελέσματα που προσδοκούσε ο ελληνισμός.


Μια σοβαρή προσπάθεια βοήθειας από την ομόθρησκη Ρωσία ήταν το κίνημα των αδελφών Ορλώφ. Τα γεγονότα που συνδέθηκαν μ′ αυτό ονομάστηκαν μονολεκτικά Ορλωφικά.


Ο Έλληνας λοχαγός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπάζολης ήταν φίλος του Γρηγόρη Ορλώφ. Ο τελευταίος είχε την μεγάλη εύνοια της τσαρίνας Αικατερίνης της Β’. Ο Γεώργιος Παπάζολης έπεισε πρώτα το φίλο του Γρηγόρη Ορλώφ για την ανάγκη ενός κινήματος που θα απελευθέρωνε τον υπόδουλο ελληνισμό, κίνημα που κατά τη γνώμη του θα είχε εξασφαλισμένη επιτυχία. Μετά, με τη βοήθεια του φίλου του έπεισε την ίδια την τσαρίνα.


Η φιλόδοξη Αικατερίνη, που ονειρευόταν μια ανασύσταση του Βυζαντίου με Ρώσο ηγεμόνα, δέχτηκε την πρόταση και έστειλε το 1766 τον Γεώργιο Παπάζολη στην Ελλάδα, για να προετοιμάσει με μεγάλη προσοχή τον ξεσηκωμό των Ελλήνων.


Το Φλεβάρη του 1770 έφθασαν στην Κορώνη τα πρώτα ρωσικά πλοία με επικεφαλής το Θόδωρο Ορλώφ, αδελφό του Γρηγόρη. Μόλις οι Έλληνες έμαθαν πως έφθασαν ρωσικά πλοία για να τους βοηθήσουν να απαλλαγούν από τους Τούρκους, ξεσηκώθηκαν.


Ολόκληρο το ορλωφικό κίνημα στηρίχτηκε στον αυθορμητισμό και στον ενθουσιασμό, στοιχεία σημαντικά και απαραίτητα, αλλά όχι αρκετά. Επίσης το κίνημα δεν είχε οργανωθεί ευρύτερα, και το κυριότερο, δε στηρίχτηκε στην οργάνωση και στην πολεμική ικανότητα των κλεφτοκαπεταναίων. Και απέτυχε. Μαζί όμως με την αποτυχία του, επιφύλαξε στον υπόδουλο ελληνισμό απερίγραπτα μαρτύρια, σφαγές και μια φοβερή δοκιμασία από την εκδικητική μανία των Τούρκων. Μια δοκιμασία που δεν άφησε μόνο άψυχα τα κορμιά των αγωνιστών, αλλά τσάκισε το ηθικό και την ψυχή του ελληνισμού. Χρειάστηκε η μεγάλη θυσία ενός Ρήγα Φεραίου για να ξαναζεστάνει τον παγωμένο πόθο της λευτεριάς.


Ο Ρήγας Φεραίος, που γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο, κατέφυγε το 1796 στη Βιέννη, όπου άρχισε να εκφράζει τον φλογερό του πατριωτισμό και τη μεγάλη ιδέα της λευτεριάς, με βιβλία και προκηρύξεις που καλούσαν τους σκλαβωμένους λαούς που ζούσαν σε τουρκοκρατούμενες επαρχίες, όπως εκείνες της Μακεδονίας, της Ηπείρου, του Μοριά, της Αλβανίας και άλλες, να αρπάξουν τα όπλα και να εκδιώξουν τους Τούρκους κατακτητές.


Οι Αυστριακοί όμως μαθητές του Μέττερνιχ δεν ήταν διατεθειμένοι να διαταράξουν τη φιλία τους με το σουλτάνο. Έτσι, στα τέλη Νοεμβρίου του 1797 συνέλαβαν στην Τεργέστη το Ρήγα Φεραίο και τους συνεργάτες του και θέλοντας να πουλήσουν εκδοΰλευση στην Υψηλή Πύλη τους παρέδωσαν στους Τούρκους.


Οι Τούρκοι έπνιξαν τους συντρόφους του Ρήγα Φεραίου ρίχνοντας τους στο Δούναβη. Όταν πήγαν να εκτελέσουν και τον ίδιο, άκουσαν έκπληκτοι να τους λέει σε άπταιστα τουρκικά:


«Έτσι πεθαίνουν τα παλικάρια! Αρκετό σπόρο έσπειρα! Θα έρθει η ώρα που θα βλαστήσει και το γένος μου θα μαζέψει το γλυκό καρπό!»


Ο Ρήγας Φεραίος εκτελέστηκε από τους Τούρκους στις αρχές του 1798 και το πτώμα του ρίχτηκε στο Δούναβη, για να μην το βρουν οι «γκιαούρηδες» και το θάψουν. Ο σπόρος όμως που φύτεψε με τη θυσία του ήταν γόνιμος. Και βλάστησε. Το αίμα του πότισε το διψασμένο δέντρο της λευτεριάς. Ο ηρωικός του θάνατος τον έκανε θρύλο, τόνωσε το ηθικό του σκλαβωμένου ελληνισμού και γιγάντωσε τη θέλησή του για αγώνα, για απαλλαγή από τον τούρκικο ζυγό. Ο περίφημος θούριος του έγινε το επαναστατικό σάλπισμα, ο ύμνος των σκλαβωμένων:


Ως πότε παλικάρια να ζώμεν στα στενά μονάχοι σα λεοντάρια, στις ράχες στα βουνά Κάλλιο′ ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!


Αυτούς τους στίχους έγραφε ο πρόδρομος αυτός της ελληνικής επανάστασης τραγουδώντας τους και παίζοντας τη λύρα του. Τη θυσία του Ρήγα Φεραίου ακολούθησαν πολλές άλλες θυσίες αγωνιστών της ελευθερίας, που έκαναν τον υπόδουλο ελληνισμό να μοιάζει μ′ ένα καζάνι που βράζει.


Στο Παρίσι ο Γρηγόρης Ζαλίκης και ο Δημήτρης Κομνηνός ιδρύουν το 1809 το Ελληνόγλωσσο Πανεπιστήμιο, μια επαναστατική οργάνωση που προσχηματικό μεν στόχο είχε την επιμόρφωση της ελληνικής νεολαίας στην πραγματικότητα όμως απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ των λιγοστών μελών της οργάνωσης αυτής ήταν και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ.


Λίγα χρόνια αργότερα, το 1814, στην Οδησσό της Ρωσίας ιδρύεται μια άλλη συνωμοτική οργάνωση που έμελλε να προετοιμάσει αποτελεσματικά την επανάσταση που θα αποτελούσε απαρχή της συρρίκνωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τη Φιλική Εταιρία, της οποίας ιδρυτές ήταν ένας χρεοκοπημένος έμπορος, ο Νικόλαος Σκουφάς από την Άρτα, ένας εμποροϋπάλληλος, ο Μανόλης Ξάνθος από την Πάτμο, και ένας σπουδαγμένος νέος, γιος γουναρά, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από την Ήπειρο. Κατ′ άλλους, ιδρυτικό μέλος ήταν και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα.


Η μυστική οργανωτική διάρθρωση της Φιλικής Εταιρίας ήταν προσαρμοσμένη στο σύστημα που χρησιμοποιούσαν οι μασόνοι στις τεκτονικές στοές και είχε ειδικό τρόπο επικοινωνίας των μελών της με συνθηματικό αλφάβητο, δικό τους λεξικό και κρυπτογραφημένο κώδικα. Η αυστηρά συνωμοτική διάρθρωση της Φιλικής Εταιρίας αποδείχτηκε στη συνέχεια αναγκαία και σωτήρια. Όχι μόνο γιατί κάλυπτε και προστάτευε τη δράση των μελών της από τις λυσσαλέες προσπάθειες των Οθωμανών και των φίλων τους να την εξουδετερώσουν, αλλά και γιατί έκανε τη φαντασία όσων έμπαιναν στην Φιλική Εταιρία να καλπάζει, πιθανολογώντας πως ο αρχηγός της δεν μπορεί παρά να ήταν ένα πολύ μεγάλο και τρανό πρόσωπο, τονώνοντας έτσι την πίστη στον αγώνα και εκτινάσσοντας στα ύψη την αισιοδοξία και τον ενθουσιασμό.


Το Δεκέμβριο του 1814 ο Νικόλαος Σκουφάς κατήχησε στη Μόσχα ένα νέο από την Τριπολιτσά που σπούδαζε στο Παρίσι και που έγινε το πρώτο απλό μέλος της Φιλικής Εταιρίας: Τον Γεώργιο Σέκερη.


Τα επόμενα δύο χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολα για το έργο των Φιλικών, που συνέχιζαν την προσπάθεια να απλώσουν τα πλοκάμια της Φιλικής Εταιρίας με μεγάλη προσοχή σε κάθε τους βήμα. Το 1817 έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρίας οι καπεταναίοι Αναγνωσταράς, Χρυσοσπάθης και Δημητρόπουλος. Το 1818 το άπλωμα της Φιλικής Εταιρίας συνεχίστηκε σε πολύ σημαντικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, οι Μαυρομιχαλαίοι και ο Παναγιώτης Σέκερης.


Τον Μάρτιο του 1818 ο Σκουφάς και ο Αναγνωστόπουλος εγκαθίστανται στην Κωνσταντινούπολη και ακολουθεί και ο Τσακάλωφ.


Στην Πόλη του Κωνσταντίνου η δράση της Φιλικής Εταιρίας μπαίνει σε νέα, δυναμική πορεία και ο αγώνας αποκτά μεγάλη ώθηση ώστε ο Ιωάννης Φιλήμων, ο ιστορικός αλλά και αγωνιστής της λευτεριάς, να γράψει πως:


«Η Φιλική Εταιρία γεννήθηκε στην Οδησσό, αλλά αντρώθηκε και έδρασε στην Κωνσταντινούπολη, πλάι στο παλάτι του Σουλτάνου, κυριολεκτικά κάτω από την μύτη του!»


Στις 31 Ιουλίου 1818 ο εμψυχωτής του μεγάλου έργου, ο Νικόλαος Σκουφάς, πεθαίνει. Το πένθος συνοδεύεται από την αγωνία για την τύχη της Φιλικής Εταιρίας. Αλλά ο στόχος της είναι πολύ σημαντικότερος από την απώλεια του εμψυχωτή της. Και προχωράει. Συνεχίζονται αθρόες οι μυήσεις νέων μελών.


Ο Παναγιώτης Σέκερης, ο χρηματιστής του σουλτάνου, προσφέρει στις ανάγκες του αγώνα μυθικά για την εποχή εκείνη ποσά. Οι Φιλικοί οργανώνουν την Κάσα τον Έθνους, ένα φανερό έρανο που απέφερε στον αγώνα τεράστια ποσά. Το 10% των εσόδων του εράνου δίδεται επιλεκτικά σε μουσουλμανικές οικογένειες, για στάχτη στα μάτια του σουλτάνου. Το 90% όμως μετατρέπεται σε όπλα και πολεμοφόδια και στέλνεται κρυφά στα νησιά και στην Πελοπόννησο για την προετοιμασία του ξεσηκωμού. Η Φιλική Εταιρία απλώνεται πλέον σαν ένας ιστός αράχνης μεταξύ του απανταχού ελληνισμού. Ο όρκος που δίνουν τα μέλη της σε ειδική τελετή κρατώντας ένα αναμμένο κερί αρχίζει με τα εξής λόγια:


«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού οικειοθελώς, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρία κατά πάντα. Να μην φανερώσω το παραμικρόν από τα Σημεία και τους Λόγους της μήτε να σταθώ κατ′ ουδένα λόγο η αφορμή να καταλάβωσιν άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις Πνευματικόν ή φίλον μου».


Η τεράστια ανάπτυξη που είχε πλέον η Φιλική Εταιρία οδήγησε τους αρχηγούς της στην απόφαση να επισπευσθεί η επανάσταση. Έπρεπε όμως να βρεθεί μια μεγάλη προσωπικότητα να αναλάβει την αρχηγία και να συντονίσει το κίνημα. Οι αρχηγοί της Φιλικής Εταιρίας αποφάσισαν να κάνουν την πρόταση στον Ιωάννη Καποδίστρια.


Ο Εμμανουήλ Ξάνθος πηγαίνει στην Πετρούπολη, αλλά δεν καταφέρνει να πείσει τον μετέπειτα κυβερνήτη της Ελλάδας. Για το λόγο αυτό στρέφεται υποχρεωτικά στο δεύτερο σε κύρος Έλληνα της Ρωσίας, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στρατηγός της αυτοκρατορικής φρουράς, υπασπιστής και φίλος του τσάρου της Ρωσίας, με φήμη ήρωα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θεωρήθηκε το κατάλληλο πρόσωπο για την αρχηγία της ελληνικής επανάστασης. Μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις και πολλούς δισταγμούς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποδέχεται την αρχηγία.


Από τότε ακριβώς ξεκίνησε μια δαιδαλώδης διαδρομή, που μέσα από μεγάλες περιπέτειες, πολύχρονες θυσίες και ποταμούς αίματος, κατέληξε στον ξεσηκωμό του ελληνισμού και τελικά, στην αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας από τις μεγάλες δυνάμεις το 1828.



*Απόσπασμα από το βιβλίο του Λεωνίδα Κουμάκη «Ματιές στις ρίζες του Ελληνισμού»



HUFFPOST


Σάββατο 26 Μαρτίου 2022

ΤΟ «ΖΗΛΩΤΙΚΟ ΗΘΟΣ» ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ «ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΑΣ»




...Kατὰ καιρούς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὶς ἡμέρες μας, ἐμφανίζονται κάποιοι, ποὺ ἔχουν καταρτίσει ἕνα θεολογικὸ σύστημα καὶ βάσει αὐτοῦ κρίνουν τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, δημιουργώντας ἕνα ἀσφυκτικὸ κλῖμα στοὺς γύρω τους, ποὺ δὲν ἀφήνουν κανέναν νὰ ἀναπνεύση, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἄλλοι θεωροῦνται ὕποπτοι ἕως καὶ αἱρετικοί. Αὐτοὶ οἱ χωρὶς αὐτογνωσία ἀλάθητοι καὶ «παπίζοντες ὀρθόδοξοι», ὅταν συναντήσουν κάποιον ποὺ συμφωνεῖ ἀπολύτως μὲ τὶς ἀπόψεις τους, τὸν ἐπαινοῦν μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ», διότι εἶναι «παραδοσιακὸς» καὶ ὀρθόδοξος, διότι ὑπερασπίζεται τὴν ὀρθόδοξη ἀλήθεια, διότι στηρίζει πνευματικὰ τοὺς πιστοὺς κ.ἄ. Καὶ ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος «παραδοσιακὸς» σὲ κάποια στιγμὴ ἐκφράση, καλοπροαίρετα καὶ τεκμηριωμένα, μία ἄποψη ποὺ εἶναι ἀντίθετη μὲ τὶς ἰδικές τους ζηλωτικὲς ἀντιλήψεις, τότε τὸν κατηγοροῦν, ὅτι «μεταλλάχθηκε», ὅτι «ἔπληξε τὸ θεολογικό του κῦρος» κ.ἄ. Ἔχουμε, λοιπόν, τὸ ἑξῆς φαινόμενο: κάποιος τὴν μία ἡμέρα διαβάζει τὰ κείμενα κάποιου ὀρθοδόξου, ὡς οἰκοδομητικά, καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα τὰ θέτει κατὰ κυριολεξία στὴν πυρά, τὰ καίει, διότι καὶ αὐτά, τὰ ἔγραψε μὲν τότε ποὺ ἦταν, κατὰ τὴν γνώμη τους, «παραδοσιακὸς» καὶ ἐκφραστὴς τῶν πατερικῶν διδασκαλιῶν, τώρα ὅμως καὶ αὐτὰ εἶναι τοῦ ἀντιχρίστου καὶ γι᾿ ἀυτὸ πρέπει νὰ καοῦν!... Λυπᾶται κανεὶς γι᾿ αὐτὴν τὴν νοοτροπία συγχρόνων ἀλαθήτων «ὀρθοδόξων παπῶν», οἱ ὁποῖοι ἀνάγονται σὲ κριτὲς τῶν πάντων, τοὺς «ἀνεβάζουν» καὶ τοὺς «κατεβάζουν» μὲ τὸν ἰδικό τους «ἀνελκυστῆρα». Πρόκειται γιὰ μιὰ παθογένεια, γιὰ μία σχιζοφρενικὴ συμπεριφορά, γιὰ μία παράνοια, γιὰ ἕνα «διπολικὸ σύνδρομο», γιὰ ἕνα ἦθος ἀντιεὐαγγελικό. Πάντως εἶναι φοβερὸ καὶ τελικὰ διαβολικὸ νὰ πολεμᾶ κανεὶς τοὺς ἄλλους μὲ «παπικὴ» νοοτροπία καὶ ζηλωτικὸ ἦθος, ποὺ ἐκφράζεται ὡς «ὀρθόδοξη ὁμολογία»!... Εἶναι ὄντως φοβερὸ καὶ ἀναμφισβήτητα δαιμονικό!...


Ὁ Ἐρανιστὴς


† ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς



Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (7ο ΜΕΡΟΣ)





Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 187-192, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.





Όσιος Αντώνιος του Σίγια


Η ψυχή του οσίου Αντωνίου αναπαύτηκε πάρα πολύ στην τοποθεσία της λίμνης Μιχαήλωφ και έχτισε εκεί μια εκκλησία και κελλιά. Αυτό έγινε το 1520, όταν ο όσιος Αντώνιος ήταν 42 χρονών. Κι έτσι τέθηκαν τα θεμέλια για τη δημιουργία του μοναστηριού του Σίγια. Οι μοναχοί μέχρι το 1524 δεν είχαν καμμιά περιουσία.


Ο ίδιος ο Όσιος μαζί με άλλους μοναχούς έκοβε ξύλα και καλλιεργούσε τη γη, κατορθώνοντας έτσι να κερδίζουν μια πενιχρή και λιτή διαβίωση. Τρέφονταν επίσης με άγρια χόρτα, μούρα, βολβούς και μανιτάρια. Συχνά υπόφεραν από φοβερή πείνα. Κάποτε η πείνα τους ήταν τόσο μεγάλη, που οι αδελφοί του οσίου Αντωνίου μουρμούριζαν εναντίον του και ετοιμάστηκαν να φύγουν.


Τότε όμως ήρθε ένας άγνωστος άντρας και τους έφερε λάδι, αλεύρι και ψωμί και τους έδωσε χρήματα για να χτίσουν το μοναστήρι. Ο ευεργέτης, αφού πήρε την ευχή του οσίου Αντωνίου για να συνεχίσει το ταξίδι του προς το Νόβγκοροντ, αναχώρησε και δεν ξανάρθε ποτέ στο μοναστήρι.


Μόλις έλαβε την αναπάντεχη αυτή βοήθεια ο όσιος Αντώνιος, άρχισε με ζήλο να θέτει τα πράγματα του μοναστηριού σε τάξη, όταν του συνέβη η ακόλουθη δοκιμασία: Ο εισπράκτορας των φόρων για το διοικητή του Νόβγκοροντ, Βασίλειος Μπέμπερ, νομίζοντας ότι οι κατασκευαστές είχαν πολλά χρήματα, μίσθωσε ληστές για να λεηλατήσει το μοναστήρι.


Ο Κύριος όμως διαφύλαξε τον εκλεκτό Του. Κι όταν οι κακοποιοί θέλησαν να επιτεθούν στο μοναστήρι, τους φάνηκε ότι αυτό ήταν περικυκλωμένο από οπλισμένους άντρες. Αυτοί το ανέφεραν στον εισπράκτορα των φόρων κι εκείνος, γνωρίζοντας ότι οι μοναχοί δεν είχαν είχαν υπερασπιστές, κατάλαβε ότι οι γέροντες διαφυλάχτηκαν από ουράνιες δυνάμεις.


Μετανόησε για την πονηρή του πρόθεση και πέφτοντας στα πόδια του Οσίου του ζήτησε συγνώμη. Ο γέροντας συγχώρεσε με γλυκύτητα τον ένοχο και δοξολόγησε το Θεό που τους διαφύλαξε από τέτοιο κίνδυνο. Απ' αυτόν τον καιρό άρχισαν να έρχονται προς τον Όσιο πολλοί άνθρωποι οι οποίοι έλαβαν τη μοναχική κουρά κι έτσι δημιουργήθηκε ένα αξιόλογο κοινόβιο.


Βλέποντας ο όσιος Αντώνιος τον αριθμό των αδελφών ν' αυξάνει, έστειλε δυο από τους μαθητές του, τον Αλέξανδρο και τον Ησαϊα, στο μέγα πρίγκηπα Βασίλειο Ιωάννοβιτς στη Μόσχα, με την παράκληση να τους χορηγήσει άδεια και να τους δώσει τόπο για την ίδρυση μοναστηριού.


Ο μέγας πρίγκηπας που γνώριζε τον όσιο Αντώνιο από νωρίτερα σαν άνθρωπο με αγία ζωή, δέχτηκε με ευμένεια την παράκλησή του κι όχι μόνο έδωσε την άδεια για την ίδρυση του μοναστηριού, αλλά δώρισε επίσης τοποθεσία και χορήγησε όλα τα απαραίτητα για ν' αρχίσει η ανέγερσή του. Αυτό έγινε το 1544 και ο Αλέξανδρος με τον Ησαϊα γύρισαν στο γέροντά τους με χαρά και όλη η αδελφότητα προσευχήθηκε με θέρμη για την υγεία του καλού τσάρου.


Ευχαριστημένος ο γέροντας με την εξέλιξη αυτή άρχισε δραστήρια το χτίσιμο του μοναστηριού. Πρώτα έφτιαξε μια εκκλησία προς τιμή της Ζωοποιού Τριάδος. Ο Όσιος ζωγράφισε μόνος του την κυρία εικόνα της Αγίας Τριάδος και παρακάλεσε να παραμείνει η εικόνα αυτή στο μοναστήρι, για να θυμίσει στους αδελφούς να προσεύχονται για την ψυχή του.


Η εκκλησία όμως αυτή, που με τόσους κόπους και προσπάθειες είχε χτιστεί, κάηκε από μια φωτιά. Την πυρκαϊά προκάλεσε ένα κερί αναμμένο μπροστά σε μια εικόνα, που ο καντηλανάφτης είχε ξεχάσει να σβήσει. Η πυρκαϊά δεν ήταν δυνατό να τεθεί γρήγορα υπό έλεγχο, γιατί όταν η εκκλησία καιγόταν, όλοι οι αδελφοί, εκτός απ' τους άρρωστους και τους διακονητές εργάζονταν στους αγρούς.


Όταν οι μοναχοί γύρισαν στο μοναστήρι, το μόνο που είδαν με μεγάλη θλίψη στη θέση της εκκλησίας ήταν ένας σωρός από ερείπια και απελπισμένοι θέλησαν να αναχωρήσουν. Ο Όσιος όμως, αν και λυπήθηκε πολύ, εμπιστεύθηκε τα πάντα στο θέλημα του Θεού και έπεισε τους μοναχούς να παραμείνουν.


Πολλαπλασίασε τις προσευχές και τις νηστείες του κι άρχισε να χτίζει νέες εκκλησίες. Εκτός απ' την εκκλησία, όλα τα άλλα κτίρια του μοναστηριού έμειναν ανέπαφα. Συγχρόνως όμως ο Κύριος παρηγόρησε τον εκλεκτό υπηρέτη του με αισθητό τρόπο. Γιατί ενώ όλη η εκκλησία κάηκε, η εικόνα της Αγίας Τριάδος που είχε ζωγραφίσει ο Όσιος βρέθηκε στη μέση του μοναστηριού τελείως αβλαβής.


Κι όταν η εκκλησία της Αγίας Τριάδος αποκαταστάθηκε τελείως, η εικόνα μεταφέρθηκε πανηγυρικά μέσα σ' αυτήν και με τις προσευχές του Οσίου, πολύ σύντομα άρχισαν απ' την εικόνα αυτή οι ασθενείς να βρίσκουν τη θεραπεία τους. Εκτός απ' την εκκλησία της Αγίας Τριάδος, ό όσιος Αντώνιος έχτισε δυο άλλες εκκλησίες:


η μία ήταν αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου, μ' ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στον όσιο Σέργιο του Ραντονέζ τον οποίο ο Όσιος παρακαλούσε συχνά στις προσευχές του' η άλλη ήταν προς τιμή του αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου.


Η εκκλησία του Ευαγγελισμού είχε θέρμανση, όπως επίσης και μια τράπεζα. Όταν το μοναστήρι τελειοποιήθηκε, οι αδελφοί παρακάλεσαν τον Όσιο να γίνει ηγούμενος και ο ταπεινός γέροντας, για χάρη της σωτηρίας εκείνων που τον παρακαλούσαν, δέχτηκε την ηγουμενία και γι' αρκετά χρόνια κυβέρνησε το μοναστήρι.


Κατά τη διακυβέρνηση του μοναστηριού ο Όσιος έδινε σ' όλους το καλό παράδειγμα. Καθημερινά βρισκόταν στην εκκλησία κι όταν παρακολουθούσε τη Θεία Λειτουργία, απ' την αρχή μέχρι το τέλος δε στηριζόταν ποτέ στο ραβδί του, ούτε ακουμπούσε στον τοίχο. Και πάντα παρακολουθούσε τους αδελφούς, ώστε μέσα στην εκκλησία να τηρείται καλή τάξη'


δεν επέτρεπε σε κανένα να μετακινείται απ' τη μια θέση στην άλλη, ούτε και να βγαίνει έξω απ' την εκκλησία, εκτός αν υπήρχε εξαιρετική ανάγκη. Παράγγειλε επίσης στους αδελφούς να τηρούν απαρέγκλιτα τον κανόνα στο κελλί τους. Μόλις τέλειωνε η ακολουθία, ο Όσιος ήταν ο πρώτος που άρχιζε τη δουλειά, δίνοντας έτσι στους αδελφούς παράδειγμα φιλοπονίας.


Αγαπούσε πάρα πολύ τα ιερά βιβλία και συγκέντρωσε πολλούς τόμους των πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας. Περνούσε τις νύχτες του με προσευχή και αναπαυόταν πολύ λίγο, αμέσως μετά το φαγητό. Το φαγητό του ήταν πολύ λιτό, όπως και των αδελφών. Τα δε ρούχα του ήταν παλιά και γεμάτα μπαλώματα, όπως τα ρούχα των φτωχών και των απόρων' κι όταν κάποιος ερχόταν στο μοναστήρι, δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι εκείνος ήταν ο ηγούμενος.


Επιθεωρούσε με ενδιαφέρον τα διακονήματα του μοναστηριού, στην κουζίνα και το φούρνο' έδινε κουράγιο στους αδελφούς που απασχολούνταν στις δύσκολες αυτές εργασίες και τους συμβούλευε ν' αποφεύγουν την αργολογία. Με ιδιαίτερη αγάπη επισκεπτόταν το αναρρωτήριο του μοναστηριού, έδινε συμβουλές στους άρρωστους μοναχούς να υπομένουν την ασθένειά τους με ευγνωμοσύνη και να προσεύχονται αδιάλειπτα, ενθυμούμενοι την επικείμενη ώρα του θανάτου.


Ο Όσιος όρισε έναν ειδικό επιμελητή για να φροντίζει τους αρρώστους. Η κοινοβιακή ζωή που καθιερώθηκε στο μοναστήρι ήταν πολύ αυστηρή. Η τροφή και η ενδυμασία ήταν κοινά και ίδια για όλους. Οινοπνευματώδη ποτά ήταν τελείως απαγορευμένα. Είχε δοθεί εντολή να μη γίνονται δεκτά ούτε απ' τους επισκέπτες κι ακόμη να μην επιτρέπεται η είσοδος στο μοναστήρι σε όσους έφερναν τέτοια ποτά.


Μ' αυτόν τον κανόνα ο Όσιος μπόρεσε να κόψει το κεφάλι του δαίμονα της μέθης και να το ξεριζώσει τελείως. Ο Όσιος ενδιαφερόταν επίσης πάρα πολύ για τους φτωχούς αδελφούς, φοβούμενος να μην προκαλέσει τα παράπονά τους. Πολλοί άνθρωποι ακούγοντας για την αυστηρή ζωή του Οσίου άρχισαν να έρχονται προς αυτόν ζητώντας τις προσευχές του και μερικοί προσχώρησαν στην αδελφότητα.


Έτσι συγκεντρώθηκαν στο μοναστήρι κάπου εβδομήντα μοναχοί. Πολλοί ανάμεσά τους διακρίνονταν για την αγιότητα του βίου τους και τους πνευματικούς αγώνες. Ένας απ' αυτούς, ο Ιωνάς, έγραψε αργότερα το βίο του πνευματικού του πατέρα και διδασκάλου.


Ο όσιος Αντώνιος νεκρώθηκε για τον κόσμο στο μοναστήρι του οσίου Παχωμίου. Η ζωή του στην έρημο, κοντά στον ποταμό Έμσα, ήταν γι' αυτόν μια σχολή προετοιμασίας. Και η ζωή του στο μοναστήρι του Σίγια ήταν η περίοδος που αυτός ο θεάρεστος, ο άνδρας των πνευματικών επιθυμιών, υπηρέτησε τον Κύριό του αγωνιζόμενος για τη σωτηρία των <<ελαχίστων>> αδελφών του.


Ήταν πραγματικά <<οδηγός πολλών μοναχών>>, όπως είχε προφητεύσει ο λαμπρός γέροντας στο όραμα. Ο Όσιος δεν αρκέστηκε στις δικές του οδηγίες, αλλά έδωσε στους μοναχούς την ευκαιρία να μάθουν την ουσία και τους τρόπους της πνευματικής εργασίας, συγκεντρώνοντας στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού τα έργα πολλών απ' τους ανατολικούς ασκητές και πατέρες.


Ο όσιος Αντώνιος αισθανόταν ένα μεγάλο βάρος επάνω του' το βάρος που του προξενούσε η δόξα των ανθρώπων. Έτσι, μετά από αρκετά χρόνια διακυβέρνησης του μοναστηριού κι αφού εξέλεξε για τη θέση του το Θεόγνωστο, έναν άνδρα με πείρα στην πνευματική ζωή, εγκατέλειψε την ηγουμενία, πήρε μαζί του έναν απλό μοναχό και αναχώρησε απ' το μοναστήρι σε μια ερημική τοποθεσία.


Στην αρχή ο Όσιος εγκαταστάθηκε σ' ένα νησί της λίμνης Ντουντνίτσα, δυο μίλια μακριά απ' το μοναστήρι, αντίθετα απ' τη φορά των υδάτων του Σίγια. Το νησί αυτό ήταν πολύ όμορφο και πρόσφορο για ερημική ζωή. Ο Όσιος το γύρισε ολόκληρο, το περιεργάστηκε και τελικά το αγάπησε.


Το νησί αυτό περιβαλλόταν απ' τη λίμνη, στις όχθες της οποίας υπήρχαν αδιαπέραστα δάση και πάνω στο νησί υπήρχε ένας εκτεταμένος βάλτος, καλυμμένος με βρύα. Ο όσιος Αντώνιος εγκαταστάθηκε εκεί, έχτισε μια μικρή καλύβα κι ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο το θαυματουργό και άρχισε ν' αγωνίζεται με ησυχία και αδιάλειπτη προσευχή και να μοχθή με περισσότερο ζήλο από πριν. 



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 187-192, Αθήνα 1988.