Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Απόσπασμα από τον Βίο του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου που συνέγραψε ο Μέγας Αθανάσιος
Κάποτε λοιπόν δύο φιλόσοφοι ήλθαν προς αυτόν, ειδωλολάτρες, που νόμιζαν ότι μπορούν να ελέγξουν τον Αντώνιο. Ήταν στο όρος το έξω. Ο Αντώνιος κατάλαβε ποιοί άνθρωποι είναι όταν τους είδε και εξήλθε προς αυτούς και είπε με διερμηνέα: "Γιατί τόσο πολύ κοπιάσατε να έλθετε, ω φιλόσοφοι, προς ανόητο άνθρωπο;" Όταν είπαν αυτοί ότι δεν είναι ανόητος, αλλά και πολύ φρόνιμος, είπε προς αυτούς: "Αν μεν προς ανόητο ήλθατε, περιττός ο κόπος σας. Αν όμως θεωρείτε ότι είμαι φρόνιμος, να γίνετε όπως είμαι εγώ. Επειδή πρέπει να μιμούμαστε τα καλά. Και αν μεν εγώ ερχόμουν προς εσάς, τότε θα εμιμόμουν εσάς. Αν όμως εσείς (ήλθατε) προς εμένα, να γίνετε όπως εγώ. Επειδή είμαι Χριστιανός. Αυτοί θαυμάζοντας ανεχώρησαν επειδή έβλεπαν και τους δαίμονες να φοβούνται τον Αντώνιο.
Όταν άλλοι από αυτούς τον συνάντησαν προς το όρος το έξω και νόμισαν ότι θα τον χλευάσουν επειδή δεν είχε μάθει γράμματα, είπε προς αυτούς ο Αντώνιος: "Εσείς τι λέτε; Ποιό είναι πρώτο, ο νους ή τα γράμματα; και ποιό είναι αίτιο ποίου, ο νους των γραμμάτων, ή τα γράμματα του νου;" Όταν αυτοί απάντησαν ότι πρώτος είναι ο νους και αυτός είναι ο εφευρέτης των γραμμάτων, τους είπε ο Αντώνιος: "Σε όποιον λοιπόν ο νους υγιαίνει, σε αυτόν δεν είναι αναγκαία τα γράμματα". Με αυτό και τους παρόντες και αυτούς εξέπληξε. Απήλθαν λοιπόν θαυμάζοντας, επειδή τόση πολλή σύνεση έβλεπαν σε αγράματο άνθρωπο. Και επειδή δεν είχε άγριο το ήθος, λόγω του ότι ανατράφηκε στο όρος και εκεί εγέρασε, αλλά ήταν γεμάτος χάρη και κοινωνικός. Και τον λόγο τον είχε νοστιμίσει με το θείο αλάτι, έτσι ώστε κανείς δεν τον φθονούσε, αλλά να χαίρονται με αυτόν, όλοι όσοι έρχονταν προς αυτόν.
Μετά από αυτά έτυχε να έλθουν πάλι μερικοί από αυτούς. Κι ήταν από αυτούς που οι ειδωλολάτρες θεωρούσαν σοφούς. Και απαιτούσαν λόγο από αυτόν λόγο περί της πίστης μας στον Χριστό. Και επεχείρησαν να μιλήσουν για το κήρυγμα του Θείου Σταυρού και ήθελαν να χλευάσουν.
Ο Αντώνιος λυπήθηκε την άγνοιά τους, έλεγε με διερμηνέα, που καλώς διερμήνευε: "Τι είναι καλύτερο; Να ομολογούμε τον Σταυρό ή μοιχείες και δολοφονίες παιδιών να προσάπτετε σε αυτούς που ονομάζετε θεούς; Επειδή το πρώτο που λέμε εμείς είναι απόδειξη ανδρείας και γνώρισμα καταφρονήσεως θανάτου, ενώ τα δικά σας είναι ασέλγειας πάθη.
Έπειτα τι είναι καλύτερο να λέμε, ότι ο Λόγος του Θεού δεν μεταβλήθηκε, αλλά παραμένοντας ο Ίδιος, για την σωτηρία και την ευεργεσία των ανθρώπων, έλαβε σώμα ανθρώπινο, έτσι ώστε να κοινωνήσει την ανθρώπινη φύση και να κάνει τους ανθρώπους να κοινωνήσουν την θεία και νοερή φύση, ή να εξομοιώνετε τον Θεό με άλογα ζώα, και για αυτό να σέβεστε τετράποδα κι ερπετά και ομοιώματα από ανθρώπους; Επειδή αυτά είναι τα σεβάσματα σε εσάς τους σοφούς.
Και πως τολμάτε να μας χλευάζετε εμάς επειδή λέμε ότι ο Χριστός φανερώθηκε σαν άνθρωπος, όταν εσείς λέτε ότι η ψυχή χωρίστηκε από τον ουρανό, και λέτε ότι πλανήθηκε η ψυχή και έπεσε από την αψίδα των ουρανών σε σώμα, και μακάρι σε ανθρώπινο, και όχι και σε τετράποδα και σε ερπετά να έρχεται και να πέφτει. Επειδή η δική μας πίστη λέει την παρουσία του Χριστού λόγω της της σωτηρίας των ανθρώπων.
Εσείς όμως πλανάσθε όταν λέτε για ψυχή αγέννητη (αδημιούργητη). Και εμείς πιστεύουμε στο δυνατό και φιλάνθρωπο της Πρόνοιας, ότι και αυτό δεν ήταν αδύνατο στον Θεό, όμως εσείς, λέτε ότι η ψυχή είναι εικόνα του Νου, και της προσάπτετε πτώσεις και μυθολογείτε ότι είναι μεταβλητή. Και λοιπόν λόγω της ψυχής και τον νουν τον θεωρείτε τρεπτό. Επειδή όποια είναι η εικόνα, έτσι είναι και εκείνο, του οποίου είναι εικόνα Όταν σχετικά με το νου τέτοια νομίζετε, να θυμάστε ότι σε αυτόν ον Πατέρα του νου βλαστημάτε.
Και για τον Σταυρό τι καλύτερο μπορείτε να πείτε; Να υπομένει τον Σταυρό, όταν γίνεται σχέδιο εναντίον Του από πονηρούς ανθρώπους και να μην φοβάται τον θάνατο που οπωσδήποτε συνεπάγεται. Ή τις πλάνες για τον Όσιρι και την Ίσιδα και κακά σχέδια του Τυφώνα και την φυγή του Κρόνου και τα πως έφαγε τα παιδιά του και τις πατροκτονίες να μυθολογεί; Επειδή αυτά είναι το δικά σας σοφά. Πως, αν και χλευάζετε τον Σταυρό, δεν θαυμάζετε την Ανάσταση; Επειδή αυτοί (οι Ευαγγελιστές) που έγραψαν αυτό, έγραψαν και εκείνο.
Ή γιατί ενώ θυμάστε τον Σταυρό, σιωπάτε για τους αναστημένους νεκρούς, και τους τυφλούς που ανέβλεψαν, και τους θεραπευμένους παραλύτους, και τους λεπρούς που καθαρίστηκαν, και την πεζοπορία πάνω στην θάλασσα, και για τα άλλα σημάδια και τεράστια, τα οποία όχι πλέον άνθρωπο, αλλά Θεό αποδεικνύουν τον Χριστό; Μου φαίνεται ότι πολύ αδικείτε τους εαυτούς σας και ότι δεν διαβάζετε γνήσια τις Γραφές μας. Αλλά να διαβάζετε και να βλέπετε ότι αυτά που έκανε ο Χριστός, τον αποδεικνύουν Θεό, που ήλθε για την σωτηρία των ανθρώπων.
Πείτε μας κι εσείς τα δικά σας. Τι μπορείτε να πείτε για τα μη λογικά, παρά για την μη λογική και την αγριότητα; Αν, όπως ακούω, θέλετε να πείτε ότι τα λέτε σαν μύθους και μιλάτε αλληγορικά για την αρπαγή της Κόρης (Περσεφόνης) στην γη, και την αναπηρία του Ηφαίστου στην φωτιά, και την Ήρα στον αέρα, και τον Απόλλωνα στον ήλιο, και την Άρτεμη στην Σελήνη, και τον Ποσειδώνα στην θάλασσα. Όχι κάτι λιγότερο, αυτόν τον Θεό δεν τον σέβεσθε, αλλά την κτίση λατρεύετε, αντί τον Θεό, που έκτισε τα πάντα. Επειδή αν είναι όμορφη η κτίση, αυτά τα ταιριάξατε, αλλά έπρεπε μέχρι μόνο να θαυμάσετε και να μην θεοποιήσετε τα κατασκευασμένα. Για να μην παρέχετε την τιμή του Δημιουργού στα δημιουργήματα. Επειδή είναι ώρα για εσάς και του αρχιτέκτονα την τιμή να μεταφέρετε στο σπίτι που έγινε από αυτόν, ή την (τιμή) του στρατηγού στον στρατιώτη.
Τι λέτε για αυτά, για να ξέρουμε, αν έχει άξιο σε κάτι για χλευασμό ο σταυρός; Επειδή εκείνοι βρέθηκαν σε αμηχανία και στριφογύριζαν από εδώ κι εκεί, αφού χαμογέλασε ο Αντώνιος, είπε πάλι με διερμηνέα: Αυτά και έχουν τον έλεγχο με όσα είπαμε. Επειδή εσείς περισσότερο στηρίζεστε στους αποδεικτικούς λόγους, έχοντας αυτήν την τέχνη, θέλετε κι εμείς να είμαστε θεοσεβείς χωρίς λογικές αποδείξεις. Πείτε μας πρώτα εσείς τα πράγματα και μάλιστα η γνώση για το Θεό πως ακριβώς γίνεται με τις λογικές αποδείξεις ή με την ενέργεια της πίστεως; Και ποιο είναι το πρώτο; η ενέργεια της πίστεως ή οι λογικές αποδείξεις;
Όταν απάντησαν ότι είναι πρώτο η ενέργεια της πίστεως και ότι αυτή είναι η ακριβής γνώση, είπε ο Αντώνιος: Καλώς είπατε, γιατί η πίστη γίνεται από την διάθεση της ψυχής, αλλά διαλεκτική από την τέχνη των συνδυασμών. Λοιπόν, σε όσους υπάρχει η ενέργεια της πίστεως, δεν είναι αναγκαία ή ίσως και περιττή η λογική απόδειξη. Και επειδή αυτό ακριβώς, που εμείς κατανοούμε, αυτό εσείς προσπαθείτε να το κατασκευάσετε με τα λόγια. Και πολλές φορές ούτε να εκφράσετε μπορείτε αυτά που κατανοούμε. Ώστε καλύτερη και ισχυρότερη είναι η ενέργεια της πίστεως από τους σοφιστικούς σας συλλογισμούς. Εμείς οι Χριστιανοί δεν έχουμε (βασίσει) το μυστήριο της σε ελληνικούς φιλοσοφικούς συλλογισμούς, αλλά στην δύναμη της πίστεως, που μας επιχορηγείται από τον Θεό, δια του Ιησού Χριστού.
Και ότι ο λόγος αυτός είναι αληθινός, να τώρα, αν και δεν μάθαμε γράμματα, πιστεύουμε στον Θεό, γνωρίζοντας από τα δημιουργήματα Του την Πρόνοια για τα πάντα. Και ότι είναι ενεργή η πίστη μας, να τώρα, που εμείς στηριζόμαστε στην πίστη προς τον Χριστό, εσείς, όμως (στηρίζεστε) σε σοφιστικές λογομαχίες. Και τα ομοιώματα των ειδώλων, που έχετε, καταργούνται, η δική μας, όμως πίστη επεκτείνεται παντού. Και εσείς, με τους συλλογισμούς και τα σοφίσματά σας, δεν πείθετε (κανένα να επιστρέψει) από τον Χριστιανισμό στον Ελληνισμό. Ενώ, εμείς, διδάσκοντας την πίστη προς τον Χριστό, ξεγυμνώνουμε την δική σας δεισιδαιμονία, επειδή ξέρουμε ότι ο Χριστός είναι Θεός και του Θεού Υιός.
Και εσείς, με τα όμορφα λόγια, δεν εμποδίζετε την διδασκαλία του Χριστού, εμείς, όμως, ονομάζοντας τον εσταυρωμένο Χριστό, διώχνουμε όλους τους δαίμονες, τους οποίους εσείς φοβάστε σαν θεούς. Και όπου γίνεται το σημείο του Σταυρού, αδυνατίζει η μαγεία και δεν ενεργεί η φαρμακεία. Πείτε μας, λοιπόν, που είναι τώρα τα μαντεία; Που τα μαγικά άσματα των Αιγυπτίων; Που οι φαντασίες των μάγων; Πότε αυτά έπαυσαν και αδυνάτησαν, παρά τότε που έγινε ο Σταυρός του Χριστού;
Άρα λοιπόν είναι άξιος χλεύης τούτος (ο Σταυρός) ή μάλλον αυτά που καταργήθηκαν από αυτόν και αποδείχτηκαν αδύναμα; Επειδή και τούτο είναι αξιοθαύμαστο: ότι τα δικά σας ουδέποτε εδιώχθηκαν, αλλά σε κάθε πόλη τιμώνται από τους ανθρώπους, ενώ οι (πιστοί) του Χριστού διώκονται και περισσότερο τα δικά μας από τα δικά σας ανθούν και πληθαίνουν.
Και τα δικά σας, αν και τιμώνται και προφυλάσσονται, καταστρέφονται, αλλά η πίστη και διδασκαλία του Χριστού, αν και χλευάζεται από εσάς και πολλές φορές εδιώχθηκε από τους βασιλείς, έχει γεμίσει την οικουμένη. Επειδή πότε (άλλοτε) εξέλαμψε έτσι η θεογνωσία; Και πότε φανερώθηκε έτσι η σωφροσύνη και η αρετή της παρθενίας; Και πότε περιφρονήθηκε έτσι ο θάνατος παρά τότε που πραγματοποιήθηκε ο Σταυρός του Χριστού; Για τούτο κανείς δεν αμφιβάλλει όταν βλέπει τους μάρτυρες για τον Χριστό να περιφρονούν τον θάνατο και όταν βλέπει τις παρθένες (μοναχές) της Εκκλησίας για τον Χριστό να φυλάνε καθαρά και αμόλυντα τα σώματα.
Και είναι αρκετά αυτά τα τεκμήρια για να δείξουμε ότι η κατά Χριστό πίστη είναι η μόνη αληθινή προς την θεοσέβεια. Να, ακόμα εσείς απιστείτε, γιατί ζητάτε αποδεικτικούς συλλογισμούς. Εμείς δεν αποδεικνύουμε με πειστικούς λόγους Ελληνικής σοφίας, όπως είπε ο δάσκαλός μας (Παύλος - Α’ Κορ. β, 4), αλλά πείθομε ολοφάνερα με την πίστη, η οποία υπερέχει από την κατασκευή των συλλογισμών.
Να, είναι παρόντες δύο πάσχοντες από δαιμόνια. Ήταν μερικοί, που ήλθαν προς αυτόν ενοχλούμενοι από δαιμόνια και τους έφερε στο μέσον, είπε: "Ή εσείς με τους συλλογισμούς σας και με όποια τα τέχνη ή μαγεία θέλετε, επικαλεστείτε τα είδωλά σας και καθαρίστε τους. Ή, αν δεν μπορείτε, σταματήστε την μάχη προς εμάς και θα δείτε την δύναμη του Σταυρού του Χριστού". Και αφού είπε αυτά, επικαλέστηκε τον Χριστό και σφράγισε τους πάσχοντες με το σημείο του Σταυρού δύο και τρεις φορές. Και αμέσως στήθηκαν οι άνθρωποι σώοι, σώφρονες και ευχαριστώντας λοιπόν τον Κύριο.
Και οι λεγόμενοι φιλόσοφοι θαύμαζαν και αληθινά εξεπλάγησαν για την σύνεση του άντρα (Αντωνίου) και για το γινόμενο σημάδι (θαύμα). Ο Αντώνιος είπε: "Τι θαυμάζετε με αυτό; Δεν είμαστε εμείς, που το κάναμε, αλλά ο Χριστός είναι, που τα κάνει, δια μέσου αυτών που πιστεύουν σε Αυτόν. Πιστέψτε, λοιπόν, κι εσείς κα θα δείτε, ότι δεν είναι τέχνη λόγων τα δικά μας, αλλά πίστη δια αγάπης, που ενεργοποιείται στον Χριστό. Την οποία, εάν έχετε κι εσείς, δεν θα ζητάτε λογικές αποδείξεις, αλλά θα θεωρήσετε αυτάρκη την πίστη στον Χριστό".
Αυτά ήταν του Αντωνίου τα λόγια. Εκείνοι θαύμασαν και για αυτά, αναχώρησαν κατασπαζόμενοι αυτόν και ομολογούσαν ότι ωφελήθηκαν από αυτόν. *Εκ του ιστολογίου «oodegr.com». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Κάποτε ο άγιος Αντώνιος, καθώς πλησίαζε η ώρα που έτρωγε, σηκώθηκε για να προσευχηθεί, την ενάτη ώρα περίπου (τρεις το απόγευμα). Ένιωσε τότε τον εαυτό του να αρπάζεται νοερά· και το παράδοξο είναι ότι στεκόταν και έβλεπε τον εαυτό του σαν να ήταν έξω από τον εαυτό του και κάποιοι να τον οδηγούν στον αέρα. Έπειτα είδε κάποιους απαίσιους και φοβερούς να στέκονται στον αέρα και να θέλουν να του εμποδίσουν το πέρασμα.
Οι συνοδοί του τους αντιμάχονταν, εκείνοι όμως απαιτούσαν να λογοδοτήσει σε αυτούς, μήπως τον βρουν χρεώστη τους σε κάτι. Ήθελαν να αρχίσουν την εξέταση από τότε που γεννήθηκε, τους εμπόδισαν όμως οι συνοδοί τού Αντωνίου, λέγοντας ότι όσα έκανε από τότε που γεννήθηκε, τα έσβησε ο Κύριος, και μόνο για όσα έκανε από τότε που έγινε μοναχός και αφιερώθηκε στον Θεό επιτρέπεται να τον εξετάσουν. Καθώς λοιπόν εκείνοι έλεγαν κατηγορίες, τις οποίες δεν μπορούσαν να αποδείξουν, ο δρόμος του έμεινε ελεύθερος και ανεμπόδιστος. Και αμέσως είδε τον εαυτό του σαν να ήρθε και να στάθηκε δίπλα στον εαυτό του, και έγινε πάλι ένας Αντώνιος.
Ξέχασε τότε το φαγητό και έμεινε την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα να προσεύχεται με στεναγμούς. Γιατί θαύμαζε καθώς αναλογιζόταν με πόσους έχουμε να παλέψουμε και με πόσους κόπους πρόκειται να διασχίσει κανείς τον αέρα· και θυμόταν ότι αυτό εννοούσε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε για τον «άρχοντα που εξουσιάζει τον αέρα» (Εφ. 2:2)· γιατί σε αυτόν τον χώρο έχει την εξουσία ο εχθρός να μάχεται και να προσπαθεί να εμποδίσει όσους πάνε να περάσουν.
Γι’ αυτόν κυρίως τον λόγο ο ίδιος απόστολος συμβούλευε: «Φορέστε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να αποκρούσετε την επίθεση κατά τη φοβερή μέρα, έτσι ώστε ο εχθρός να μην έχει να πει τίποτε κακό για εσάς και να καταντροπιαστεί» (Εφ. 6, 13· Τίτ. 2:8).
Μετά από αυτό, τον επισκέφτηκαν κάποτε μερικοί και συζήτησαν μαζί του για την πορεία της ψυχής και ποιος είναι ο τόπος της μετά την έξοδο. Την ίδια νύχτα άκουσε κάποιον από ψηλά να τον φωνάζει και να του λέει: «Αντώνιε, σήκω, βγες έξω και δες». Βγήκε λοιπόν –γιατί ήξερε σε ποιους έπρεπε να υπακούει– και σηκώνοντας το βλέμμα του είδε να στέκεται ένας πανύψηλος, άσχημος και φοβερός, που έφτανε ως τα σύννεφα.
Κάποιοι ανέβαιναν, σαν να είχαν φτερά, και εκείνος άπλωνε τα χέρια του και άλλους τους έριχνε κάτω, ενώ άλλοι πετούσαν ψηλά, του ξέφευγαν και συνέχιζαν ανενόχλητοι. Σε αυτούς εκείνος ο πανύψηλος έτριζε τα δόντια, ενώ χαιρόταν για εκείνους που έπεφταν. Και αμέσως ακούστηκε στον Αντώνιο μια φωνή: «Εννόησε αυτό που βλέπεις».
Ανοίχτηκε τότε ο νους του και κατάλαβε ότι πρόκειται για το πέρασμα των ψυχών και ότι ο πανύψηλος που στεκόταν ήταν ο διάβολος που φθονεί τους πιστούς. Αυτός πιάνει όσους του είναι χρεώστες και δεν τους αφήνει να περάσουν, ενώ όσους δεν έκαναν τα θελήματά του δεν μπορεί να τους πιάσει, αλλά τον προσπερνούν και ανεβαίνουν.
Όταν είδε αυτό το όραμα, που του θύμισε και το άλλο, περισσότερο αγωνιζόταν κάθε μέρα να προχωρεί και πιο μπροστά. *Εκ του ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΥ, τόμος Α’, Υπόθεση Ι’ (10), εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 103. *Αναδημοσίευση εκ του ιστοτόπου «koinoniaorthodoxias.org». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΚΥΡΙΕ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ; ΕΔΩ ΗΜΟΥΝ ΑΝΤΩΝΙΕ ΚΑΙ ΣΕ ΘΑΥΜΑΖΑ
Μέρες αθλήσεως.
Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη.
Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή.
Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις η και τέσσερες μέρες,
ούτε λάδι, ούτε κρασί,
ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του.
Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα.
Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν,
ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται.
Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν,
κάποιος ευσεβής χριστιανός.
Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο.
Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι.
Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό. Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες. Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα: Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας.Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο.Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του. Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του. Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος.
Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό.Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων. Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε: Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μη στέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε;
Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου.Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει: Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς. Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε: Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο.
Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία. Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες: Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις.
Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου...Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι.Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις. Η μία είναι, ότι το παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα μυαλά. Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει. Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο.Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια, προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου. Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές:Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας. Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας!
Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή,
ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες.
Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή.
Καταλαβαίνουν τότε
τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν.
Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος.
Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει:
Μη φοβάστε, αγαπητοί μου.
Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται.
Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.
Μέγας Αντώνιος
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΠΑΡΝΗΘΟΣ (2024)
Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς
Ἀχαρναὶ Ἀττικῆς
Σάββατον, 26-05/08-06-2024
Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Καλλίνικε,
Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανέ,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,
Τίμιον Πρεσβυτέριον,
Σεπτὴ διακονία,
Οσιώταται Μοναχαί,
Λαὲ τοῦ Θεοῦ εὐλογημένε,
Η Τιμὴ τῶν Ἁγίων στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν πάντοτε χαρμόσυνο καὶ εὐλογημένο γεγονός. Ἡ Ἐκκλησία παρατηροῦσε τὴν τιμὴ καὶ δόξα μὲ τὴν ὁποίαν περιέβαλε ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Θεοῦ, τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἁγίους. Αὐτὴ ἡ τιμὴ καὶ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων ξεκίνησε ἀπὸ τὴν τιμὴ τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὅπως ἀναφέρουν τὰ Μαρτυρολόγια τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅπου κάποιος Μάρτυρας, ἄνδρας ἤ γυναῖκα θυσίαζε ἑαυτὸν γιὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν στιγμή αὐτὴ ἐλάμβανε ἀναγνώριση καὶ τιμὴ Μάρτυρος καὶ ἀναγραφόταν εἰς τὰ Δίπτυχα τῶν Ἁγίων.
Η Ὀρθόδοξος Θεολογία διεμόρφωσε ἕνα ἰδιαίτερο κομμάτι τοῦ ἱστορικοῦ κλάδου της, τὴν Ἁγιολογία. Ἡ Ἐπιστήμη τῆς Ἁγιολογίας ἀσχολήθηκε ἀρχικῶς μὲ τὰ Μαρτύρια ἤ Πάθη, τὰ ὁποῖα ἦταν αὐθεντικὲς περιγραφὲς τῶν μαρτυρίων τῶν Ἁγίων ὑπὸ αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων μαρτύρων, μὲ τὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα ἤ τὰ πρακτικὰ δίκης τῶν Μαρτύρων (acta proconsularia) ποὺ κατέγραψαν οἱ ρωμαϊκὲς ἀρχὲς1 καθὼς καὶ μὲ τὶς ἐκθέσεις, οἱ ὁποῖες ἦταν σύντομες ἀναφορὲς εἰς μαρτύρια ἐντεταγμένες εἰς εὐρύτερα ἱστορικὰ ἔργα2. Αὐτὰ ἀποτελοῦσαν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες τὶς πηγὲς τῆς Ἁγιολογικῆς Ἐπιστήμης.
Εν συνεχείᾳ, ἄρχισαν νὰ προστίθενται εἰς τὰ Μαρτυρολόγια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ συμπληρώνεται τὸ Ἁγιολόγιό Της μὲ Προφήτας καὶ ἱερὲς προσωπικότητες τῆς Βίβλου, Ἱεράρχας, Ὁσίους καὶ Ἀσκητὰς, Ὁμολογητὰς καὶ Δικαίους, Ἰσαποστόλους καὶ Νεομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ κοσμοῦν τὸ Ἁγιολόγιο. Ἡ ἀνάδειξη καὶ ἡ διακήρυξη τῆς Ἁγιότητος τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, φανερώνει τὸ μεγαλεῖο τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, ὅλων αὐτῶν ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους, τὴν ἀρετή τους καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους, ἑδραίωσαν, τίμησαν κὶ ἐδόξασαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ3. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Τοπικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου ἐν ἔτει 1672 ὅτι «προσκυνοῦμεν δὲ τοὺς Ἁγίους, ὡς ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναγωνισθέντας, καὶ μεσίτας αὐτοὺς Θεῷ προβαλλόμεθα, ὡς φίλους Θεοῦ, καὶ παρρησίαν πρὸς αὐτὸν κεκτημένους, δι΄ αὐτῶν τὴν πρὸς Θεὸν βοήθειαν ἐξαιτούμενοι»4.
Όπως ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς κ. Πάσχος: «Ἡ Ἐκκλησία μας χτίζει διὰ τοὺς Ἁγίους Ναοὺς καὶ τοὺς καθαγιάζει μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά τους, συνιστᾶ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Εἰκόνων καὶ τῶν Λειψάνων τους, θεσπίζει ἑορτὲς διὰ νὰ τιμήσει τὴν μνήμη τους, ἐγκρίνει τὴ σύνταξη ἱερῶν ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν διὰ τὰς ἑορτάς των, συνιστᾶ εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ ψάλλουν Παρακλήσεις ζητώντας τὴν πρεσβεία τους πρὸς τὸν Θεὸ διὰ τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ ποικίλα δεινά, τὴν ἄφεσιν τῶν ἀμαρτιῶν τους καὶ τέλος νὰ πετύχουν τὸ «μέγα ἔλεος» παρὰ Κυρίου Παντοκράτορος»5.
Καὶ βέβαια ἡ κορύφωση τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατὰ τὴν γενέθλιο ἡμέρα των. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια οἱ χριστιανοὶ πίστευαν ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Μάρτυρος βρίσκεται παροῦσα τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, στὴν πνευματικὴ συνεστίαση τῆς κοινῆς τραπέζης6. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ πίστη εἰς τὴν ὀντολογικὴ παρουσία τῶν Ἁγίων εἰς τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Ευχαριστίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν μεταγενέστερη καθιέρωση τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς ἐξαγωγῆς μερίδων - ταγμάτων εἰς τιμήν καὶ μνήμην τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Προθέσεως, ὅπως διαμορφώθηκε καὶ ἀναφέρει πρῶτος χαρακτηριστικὰ τὸν 14ον αἰῶνα ὁ ἱερὸς Φιλόθεος ὁ Κόκκινος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἄρχισαν νὰ διαμορφώνονται κάποια σημαντικὰ κριτήρια ἁγιότητος διὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καθὼς καὶ ἡ ἀξιοπιστία εἰς τὴν διακήρυξη καὶ ἀναγνώριση νέων Ἁγίων. Τὰ βασικὰ κριτήρια τῆς Ἁγιότητος εἶναι: α) ἡ ἔνταξη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἴτε μὲ τὸ ἱερὸ Βάπτισμα εἴτε μὲ τὸ Βάπτισμα τοῦ αἵματος, τὸ μαρτύριο, β) ἡ ὀρθὴ πίστη γ) ὁ ἅγιος καὶ ἐνάρετος βίος, δ) οἱ ἐξαιρετικὲς ὑπηρεσίες καὶ προσφορὲς εἰς τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ε) ἡ διενέργεια θαυμάτων.
Ένα ἀπὸ τὰ ἀπόλυτα καὶ ἀδιαμφισβήτητα κριτήρια εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ὁποία βέβαια συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὀρθὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ πίστη στοιχειοθετεῖται ἀπὸ τὴν γνήσια ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ παράδοση ποὺ μεταδίδεται μέσῳ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἄχρι τῆς σήμερον. Ἡ ὑγιαίνουσα αὕτη ὀρθὴ διδασκαλία προϋποθέτει μεγάλους ἀγῶνες διὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, τὸ μυστικὸ βίωμα τοῦ θείου ἔρωτος, τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ προσφορὰ στὸν συνάνθρωπο καὶ ἔχει ἐσχατολογικὴ διάσταση εἰς τὴν Ἐπουράνιον Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Μὲ τὶς ὡς ἄνω προϋποθέσεις ἡ Ἐκκλησία μας δὲν «ἁγιοποιεῖ», δηλαδὴ δὲν κατασκευάζει ἁγίους, ὅπως κάνει ἡ Δυτικὴ «Ἐκκλησία» ἀλλὰ καὶ δυστυχῶς οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, ἁπλῶς ἔρχεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Συνοδικῶς νὰ ἐπισφραγίσει τὴν τιμὴ καὶ εὐλάβεια τοῦ ποιμνίου πρὸς αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν χάριν καὶ τὴν δωρεὰ τῆς Ἁγιότητος. Γι΄ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καθ΄ ἡμᾶς Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «διαπίστωση», «διακήρυξη» ἤ καὶ ἔτι καλύτερα «ἀναγνώρισις», μέσῳ τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς ἐπισήμου Τελετῆς Ἁγιοκατατάξεως εἰς τὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας7. Ἄρα ἡ κοινὴ συνείδηση τοῦ πλήρωματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπισφραγίζει τὶς ἀρετές, τὰ θαύματα, τὴν πίστη καὶ τὴν ἁγιότητα κάθε ἐναρέτως βιώσαντος καὶ κοιμηθέντος χριστιανοῦ8.
Εἰς αὐτὰ τὰ κριτήρια στηριζομένη ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἐλλάδος, ἐπισφράγισε τὴν τιμὴ εἰς ἕνα νέο Ὅσιο, τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο τὸν ἐν Πάρνηθι, τὸν καὶ κτίτορα καὶ προστάτη τῆς σεβασμίας καὶ Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης. Προσωπικά, ἄν καὶ ὁ νεώτερος τῶν Ἀρχιερέων, ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλάβεια τῶν προπατόρων μας γνησίων ὀρθοδόξων πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἱερωνύμου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ εὐλογημένο αὐτὸ Μοναστήρι.
Ο Ὅσιος Ἱερώνυμος, γόνος τῆς εὐλογημένης καὶ λεβεντογέννας Κρήτης, γεννήθηκε ἐν ἔτει 1867. Ἔλαβε τὴν ἐγκύκλια μόρφωσίν του εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Χρυσοπηγῆς Χανίων. Ἐν ἔτει 1891, σὲ νεαρὰ ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν, φλεγόμενος ὑπὸ θείου ἔρωτος, ἀφιερώθηκε εἰς τὸν Χριστὸ μεταβαίνοντας εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δὴ εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀργότερα ἐν ἔτει 1897 ἐχειροτονήθῃ διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος εἶχε μία συνταρακτικὴ Θεοτοκοφάνεια. Κατά τήν διάρκεια ἑνός πολύ δυνατοῦ χειμῶνος, βρέθηκε ὁ μακάριος ἀποκλεισμένος ἀπό τά χιόνια εἰς τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, ὅπου στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐπιβίωσιν, ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἄθωνος Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τόν ἐστήριξε σωματικῶς καί πνευματικῶς καί τόν παρηγόρησε μὲ λόγους ἐνθαρρυντικούς.
Εν ἔτει 1923 μία σοβαρὴ ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν τὸν ἠνάγκασε νὰ ἐξέλθει τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ νὰ μεταβεῖ εἰς Ἀθήνας πρὸς ἀναζήτησιν θεραπείας. Ὡς Κρητικὸς ηὐλαβεῖτο τὴν Ἁγία Παρασκευὴ, ἡ εὐλάβεια δὲ αὐτὴ αὐξήθηκε ἐν συνεχείᾳ λόγῳ τῆς ἀσθένειάς του καὶ τὸν ὤθησε νὰ ἱδρύσει Μονὴ ἀφιερωμένη εἰς τὴν Ἁγίαν. Ἀξιώθηκε μάλιστα νά ἴδει καὶ τήν Ἁγία Παρασκευή, ἐντός τοῦ δυτικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς, ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει Προσκυνητάρι πρὸς τιμήν Της.
Επὶ μίαν εἰκοσαετίαν διέπρεψε ὡς Ὁμολογητὴς τῆς Πίστεως, ὡς Φωτισμένος καὶ διορατικὸς Πνευματικός, ὡς Μέγας Διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς, ὡς γνήσιος συνεχιστὴς τῆς Ἁγιορείτικης Μοναχικῆς Παραδόσεως, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν ἀλλὰ καὶ σωμάτων, ἔχοντας ἐκ Θεοῦ καὶ τὸ ἰαματικὸ χάρισμα. Παράλληλα καλλιέργησε τὸ ποιητικό, ὑμνογραφικὸ καὶ διδακτικὸ χάρισμα ἀφήνοντας ὡς πνευματικὴ παρακαταθήκη ἀναρίθμητες σελίδες ἔμμετρου λόγου. Ἰδιαιτέρως ἠγωνίσθη διὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ λειτουργικὴ ἐξυπηρέτηση τοῦ μικροῦ Ποιμνίου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀγωνιζόμενος σθεναρῶς κατὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τοῦ 1924. Καὶ αὐτὴ ἡ προσήλωση τοῦ Γέροντος στὴν πατρῶα εὐσέβεια ἦταν ἡ αἰτία γιὰ πολλὲς ἀπόπειρες συκοφαντίας, δολοφονίας καὶ δηλητηριασμοῦ ἐναντίον του. Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τὴν 15ην Ἰανουαρίου τοῦ 1943 καὶ ἐτάφη ἐδῶ εἰς τὴν Μονήν9.
Ιδιαιτέρως σήμερον ἐν ἔτει 2024, ὅπου συμπληρώνονται ἑκατὸ ἔτη ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, ἡ Ἐκκλησία μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι ἐδῶ, ἐλευθέρα καὶ ζῶσα, καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Ὁσίου Ἱερωνύμου, τὸ ποιμαντικό, ἱεραποστολικὸ καὶ σωτηριολογικό της ἔργο σὲ πεῖσμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλων αὐτῶν ποὺ πίστευαν ἤ πιστεύουν ὅτι ὁ Ἱερὸς ἡμῶν Ἀγὼν ὁσημέραι φθίνει καὶ ὁδηγεῖται σὲ παρακμή. Χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ὅσιος: «Τήν πίστιν τῶν Πατέρων μας, τῶν θαυμαστῶν Ἁγίων, ποτέ δέν θά ἀφήσωμεν, ποτέ δέν θά δεχθῶμεν προσθήκην καί ἀφαίρεσιν, ἔστω γνωστόν εἰς ὅλους. Καλῶς τά πάντα ἔχουσιν, οἱ Ἅγιοι ἁγίως ἐθέσπισαν, ἐδίδαξαν καί ἔχουσιν ἀρίστως. Ὁ γάρ τολμῶν τά ἅγια ἵνα μεταρρυθμίσῃ, νοσεῖ ἀσθένειαν δεινήν, ἀσέβειαν τοῦτ’ ἔστιν, τά ἀσεβῆ γάρ ἀγαπᾶ, δέχεται καί φυλάττει»10.
Έτσι ἡ Θεία παρεμβολὴ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς εὐσεβείας, τὸ «ἀκαινοτόμητον πλήρωμα», συνεχίζει καὶ θὰ συνεχίζει ἐπειδὴ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ εὐλογεῖ. Παρ΄ ὅλ΄ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν εἶναι ἐδῶ καὶ ἀναμένει πάντοτε ἐν ἀγάπῃ καί ἐν ἀληθείᾳ νὰ δεχθεῖ εἰς τοὺς κόλπους της τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητάει καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία του.
Έτσι πλέον ὁ νέος Ὅσιος Ἱερώνυμος, ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὴν χορεία τῶν νεοφανῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερον ἡ τῶν νεοφανῶν Ἁγίων Σύναξις ὑποδέχεται τὸν νέον μας Ὅσιον, ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος ὁ νέος Ὁμολογητής, ὁ συνωνόματος Ὅσιος Ἱερώνυμος ὁ ἐν Αἰγίνῃ, ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Αἰκατερίνη ἡ ἐν Μάνδρᾳ, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωσὴφ ὁ ἐκ Δεσφίνης, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Ἀμφιάλῃ ὁ νέος Ἐλεήμων ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Ἀρχιεπίσκοπος Σαγγάης ὁ Μαξίμοβιτς, ὁ Ἅγιος Φιλάρετος Ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ὑόρκης ὁ Ὁμολόγητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Γλυκέριος Ἀρχιεπίσκοπος Ρουμανίας.
Χαίρεται καὶ ἀγάλλεται ἡ μεγαλόφωνος τῶν Ὀρθοδόξων Σύναξις σήμερον, ἐδῶ στὴν ἐπί γῆς Στρατευομένη Ἐκκλησία, ἐπὶ τῇ Ἐπισήμῳ Διακηρύξει τῆς Ἁγιότητος τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἱερωνύμου.
Αλλ’ ὧ Ὅσιε Πάτερ Ἱερώνυμε, μέμνησο πάντων ἡμῶν τῶν δεομένων, μέμνησο ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Μαρτυρικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, μέμνησο ὑπὲρ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πατρός ἡμῶν καὶ ἀπάντων τῶν Ἀρχιερέων, τοῦ ἱεροῦ κλήρου, τοῦ μοναχικοῦ τάγματος ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐσεβοῦς λείμματος τῶν Ὀρθοδόξων, μέμνησο ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐν τῇ Ἐπουρανίῳ Βασιλείᾳ τοῦ Ἀρχιποίμενος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτῆς τῆς Βασιλείας ἧς οὐκ ἔσται τέλος.
Χριστός Ανέστη!
* * * * * * *

.jpg)
.jpg)

.jpg)
.jpg)
