ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΓΕΡΓΕΣΗΝΩΝ

 



«Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(:και όταν ο Κύριος ήλθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έβγαιναν από τα μνήματα που υπήρχαν εκεί, στα οποία ευχαριστιούνταν να κατοικούν. Ήταν και οι δύο επιθετικοί και πολύ επικίνδυνοι˙ τόσο, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει απ’ τον δρόμο εκείνο. Και ξαφνικά απ’ τον φόβο τους κραύγασαν δυνατά και είπαν: “Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σένα, Ιησού, υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ πρόωρα, πριν από τον καιρό της παγκόσμιας κρίσεως, για να μας βασανίσεις;”)»[Ματθ.8,28-29].


Επειδή ο κόσμος θεωρούσε τον Ιησού ακόμη ως έναν απλό άνθρωπο, ήρθαν τώρα οι δαίμονες και ανακηρύσσουν τη θεότητά Του. Και αυτοί που την τρικυμισμένη πρώτα και τώρα, έπειτα από την εντολή Του, ησυχασμένη θάλασσα, δεν την άκουγαν που μαρτυρούσε με την απότομη γαλήνευσή της την ομολογία του Δημιουργού της, άκουγαν τους δαίμονες που κραύγαζαν αυτά, που ακριβώς και εκείνη κραύγαζε με τη γαλήνη της. Κι έπειτα, για να μη θεωρηθεί ότι η διακήρυξη αυτή των δαιμόνων απέβλεπε στην κολακεία του Ιησού που λίγο πριν με ένα πρόσταγμά Του είχε επιβληθεί στα στοιχεία της φύσης και είχε κοπάσει την τρικυμία, φωνάζουν δυνατά, βασιζόμενοι στην πείρα τους και λέγουν: «Ήρθες εδώ πρόωρα για να μας βασανίσεις;». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ομολογούν την έχθρα τους προς τον Κύριο, για να μη θεωρηθεί ύποπτη κολακείας η παράκλησή τους· γιατί δέχονταν αόρατα χτυπήματα και τους έδερνε χειρότερη από όσο την θάλασσα τρικυμία κι ένιωθαν να τρυπιούνται και να καίγονται και να παθαίνουν αθεράπευτα κακά και από την παρουσία Του μονάχα.


Πραγματικά, επειδή κανένας δεν είχε την τόλμη να τους πλησιάσει μέχρι τότε, ο ίδιος ο Χριστός έρχεται προς αυτούς. Και ο μεν Ματθαίος λέγει ότι Του έλεγαν: «ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(:ήρθες εδώ να μας βασανίσεις, πριν έλθει ο προκαθορισμένος καιρός της κρίσεως και της τιμωρίας μας;)»[Ματθ.8,29], ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές πρόσθεσαν ότι Τον παρακαλούσαν και Τον εξόρκιζαν για να μην τους ρίξει στην άβυσσο[πρβλ. Μάρκ. 5,10: «καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας(:και παρακαλούσε πολύ τον Ιησού να μην τους στείλει έξω από τη χώρα εκείνη)» και Λουκ.8,51: «καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν(:και τα δαιμόνια αυτά με το στόμα του δαιμονισμένου Τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στα τρίσβαθα του Άδη)». Διότι νόμιζαν ότι έφτασε γι’ αυτούς η κόλαση και φοβήθηκαν ότι θα τιμωρηθούν πλέον.


Εάν πάλι όσοι μελετούν το Ευαγγέλιο του Λουκά λέγουν ότι ο δαιμονιζόμενος ήταν ένας [βλ. Λουκ. 8,27: «ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν(:και όταν ο Ιησούς βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε κάποιος άνθρωπος που καταγόταν από την πόλη, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια. Αυτός δεν φορούσε πάνω του ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε μέσα στα μνήματα)»], ενώ ο Ματθαίος κάνει λόγο για δύο δαιμονιζόμενους[βλ. Ματθ.8,28: «Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης(:όταν λοιπόν ήλθε στην απέναντι παραλία, στη χώρα των Γεργεσηνών, ήρθαν να Τον συναντήσουν δύο δαιμονιζόμενοι που έβγαιναν από τα μνημεία και οι οποίοι ήσαν άγριοι και επιθετικοί, ώστε να μην μπορεί να περάσει κανείς από τον δρόμο εκείνον)»], ούτε και το γεγονός αυτό παρουσιάζει διαφωνία μεταξύ των δύο ευαγγελιστών·


διότι εάν έγραφε ο Λουκάς ότι ένας μόνο δαιμονιζόμενος υπήρξε και δεν υπήρχε άλλος, θα φαινόταν ότι διαφωνούσε προς τον Ματθαίο. Τώρα όμως που ο ένας μίλησε για έναν δαιμονιζόμενο και ο άλλος για δύο δαιμονιζόμενους, δεν προέρχεται από αντίφαση το πράγμα, αλλά από τον διαφορετικό τρόπο αφηγήσεως. Πραγματικά προσωπικά νομίζω ότι ο Λουκάς διάλεξε τον φοβερότερο από τους δύο και γι’ αυτόν έκανε λόγο. Γι' αυτό και περιγράφει πιο τραγικά τη συμφορά του, όπως για παράδειγμα ότι έσπαζε τα δεσμά και τις αλυσίδες με τις οποίες προσπαθούσαν να τον δέσουν και περιπλανιόταν στην έρημο. Ο Μάρκος επίσης προσθέτει ότι καταξέσκιζε τον εαυτό του με τις πέτρες[ βλ. Μάρκ. 5,5: «καὶ διὰ παντὸς νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς ὄρεσιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις(:και συνεχώς νύχτα και μέρα έμενε στα μνήματα και στα βουνά κι έβγαζε κραυγές και καταπλήγωνε τον εαυτό του με πέτρες)»].


Και οι λόγοι των δαιμονιζόμενων προς τον Ιησού ήσαν αρκετοί για να αποδείξουν τη σκληρότητα και την αναισχυντία τους. «Ήλθες εδώ πρόωρα για να μας βασανίσεις;», λέγουν. Δεν μπορούσαν βέβαια να ισχυριστούν ότι δεν αμάρτησαν, διατυπώνουν όμως την αξίωση να μην τιμωρηθούν πριν από την καθορισμένη ώρα. Επειδή δηλαδή τους βρήκαν τα αθεράπευτα κακά και επειδή αυτοί ενεργούσαν παράνομα και διέστρεφαν και βασάνιζαν με κάθε τρόπο το δημιούργημα του Θεού, γι' αυτό νόμιζαν ότι εξαιτίας της υπερβολής των συμβάντων, δεν θα περίμενε τον καθορισμένο καιρό της κολάσεως, γι' αυτό Τον παρακαλούσαν και Τον ικέτευαν. Και εκείνοι που δεν τους συγκρατούσαν τα σιδηρά δεσμά, έρχονται δέσμιοι. Εκείνοι που τριγύριζαν στα βουνά, κατέβηκαν στην πεδιάδα. Εκείνοι που εμπόδιζαν τους άλλους να περνούν από εκεί, μόλις είδαν τον Ιησού να τους φράσσει τον δρόμο, στάθηκαν. Για ποιο λόγο όμως παρέμεναν στα μνήματα οι δαιμονιζόμενοι; Επειδή ήθελαν να δημιουργήσουν στους ανθρώπους ολέθρια αντίληψη, ότι δηλαδή οι ψυχές των αποθανόντων γίνονται δαίμονες, πράγμα που εύχομαι να μη σας περάσει από τον νου ούτε και σαν απλή σκέψη.


«Ναι, αλλά ποια απάντηση», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «μπορείς να δώσεις στο γεγονός ότι πολλοί από τους μάγους αρπάζουν παιδιά και τα σφάζουν, ώστε στη συνέχεια να έχουν την ψυχή τους βοηθό στις μαγείες τους;». Και πώς αποδεικνύεται αυτό; Το ότι βέβαια, σφάζουν τα παιδιά, το λέγουν πολλοί, αλλά το ότι οι ψυχές των παιδιών που σφαγιάζονται συνεργάζονται με τους μάγους, από πού το γνωρίζεις; Πες μου, σε παρακαλώ. «Αυτοί», θα απαντούσε αυτός που πιθανόν να εξέφραζε αυτήν την απορία, «οι δαιμονισμένοι φωνάζουν ότι εγώ είμαι η ψυχή του δείνα». Μα κι αυτό είναι πλεκτάνη και απάτη διαβολική· διότι δεν είναι η ψυχή του αποθανόντος που φωνάζει, αλλά ο δαίμονας που υποκρίνεται αυτά, με σκοπό να εξαπατήσει εκείνους που τον ακούνε. Διότι εάν ήταν δυνατόν να εισέλθει η ψυχή στην υπόσταση του δαίμονος, πολύ ευκολότερα θα εισερχόταν στο δικό της σώμα. Έπειτα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά το να συνεργάζεται η σφαγείσα ψυχή με τον σφαγέα της. Ούτε πάλι δικαιολογείται να μπορεί ο άνθρωπος να μεταβάλλει ασώματη δύναμη σε άλλου είδους υπόσταση. Πραγματικά εάν αυτό είναι αδύνατο για τα σώματα και δεν υπάρχει περίπτωση να μεταμορφώσει κανείς το σώμα ανθρώπου σε σώμα όνου, πολύ περισσότερο είναι αυτό αδύνατο για την αόρατη ψυχή και κανένας δεν θα μπορέσει να την μετασχηματίσει στην υπόσταση του δαίμονος.


Κατά συνέπεια, οι απόψεις αυτές προέρχονται από μεθυσμένα γραΐδια και προορίζονται να εκφοβίζουν τα μικρά παιδιά· διότι δεν είναι δυνατόν η ψυχή που αποχωρίζεται από το σώμα να πλανάται πλέον στη γη. Πράγματι, «δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος(:η ζωή των δικαίων βρίσκεται κάτω από το παντοδύναμο προστατευτικό χέρι του Θεού και καμία θλίψη και βάσανος δεν θα τους εγγίσει, χωρίς ο Θεός να το επιτρέψει)»[Σοφ. Σολ.3,1]. Εάν όμως βρίσκονται στα χέρια του Κυρίου οι ψυχές των δικαίων, τότε βρίσκονται και των παιδιών οι ψυχές, διότι τα παιδιά δεν είναι πονηρά. Αλλά και των αμαρτωλών ανθρώπων οι ψυχές αμέσως φεύγουν μακριά από τη γη. Και αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου( πρβ. Λουκ. 16,19-31). Και σε άλλη περίπτωση όμως λέγει ο Κύριος: «Ἂφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; (:άμυαλε και ανόητε άνθρωπε, που στήριξες την ευτυχία σου μόνο στις απολαύσεις της κοιλιάς και νόμισες ότι η μακροζωία σου εξαρτιόταν από τα πλούτη σου και όχι από Εμένα˙ τη νύχτα αυτή, που εδώ και πολύ καιρό ονειρευόσουν ως νύχτα ευτυχίας και νόμιζες ότι θα άρχιζε από εδώ και πέρα η αναπαυτική και απολαυστική ζωή σου, οι φοβεροί δαίμονες απαιτούν να πάρουν την ψυχή σου. Σε λίγο θα πεθάνεις. Αυτά λοιπόν που ετοίμασες και αποθήκευσες σε ποιον θα ανήκουν και σε ποιους κληρονόμους θα περιέλθουν;)»[Λουκ.12,20].


Βέβαια δεν είναι δυνατόν η ψυχή που εξήλθε από το σώμα να περιφέρεται εδώ κάτω. Και αυτό είναι πολύ φυσικό· διότι, ενώ όταν βαδίζουμε επάνω στη συνηθισμένη και γνώριμη περιοχή της γης, έχοντας το σώμα μας, δεν γνωρίζουμε ποια κατεύθυνση να πάρουμε κάθε φορά που θα βρεθούμε σε άγνωστο δρόμο, εάν δεν έχουμε οδηγό, κατά ποια λογική η ψυχή, που χωρίστηκε από το σώμα και αποξενώθηκε από όλες τις συνήθειές της, θα γνωρίσει πού πρέπει να βαδίζει χωρίς να έχει τον οδηγό της; Αλλά και από άλλες περιπτώσεις μπορεί κανείς να πληροφορηθεί ότι δεν είναι δυνατόν η ψυχή χωρίς το σώμα της να παραμείνει στη γη. Πραγματικά, ο Στέφανος λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου(:Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου)»[Πράξ.7,59].Και ο Παύλος, επίσης, λέγει: «Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος(:διότι για μένα η ζωή είναι ο Χριστός, αφού ζω τη νέα ζωή του Χριστού και ζει μέσα μου ο Χριστός. Όμως και το να πεθάνω είναι κέρδος, διότι με τον θάνατο θα ενωθώ πλήρως με τον Χριστό)»[Φιλιπ.1,21].Και για τον πατριάρχη Αβραάμ λέγει η Γραφή: «καὶ ἐκλείπων ἀπέθανεν Ἁβραὰμ ἐν γήρᾳ καλῷ πρεσβύτης καὶ πλήρης ἡμερῶν καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ(:και αφού τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του, πέθανε ο Αβραάμ σε ευτυχισμένα γηρατειά, γέροντας πλήρης ημερών, και προστέθηκε στους προγόνους του που εκδήμησαν από τον κόσμο αυτόν)»[Γέν.25,8].


Το ότι βέβαια, ούτε οι ψυχές των αμαρτωλών μπορούν να παραμείνουν εδώ, άκουσε που ο πλούσιος της παραβολής θερμά παρακαλούσε γι' αυτό, χωρίς να το επιτυγχάνει[ βλ. Λουκ. 16, 27-31]· διότι εάν αυτό ήταν δυνατόν, θα ερχόταν αυτός στη γη και θα γνωστοποιούσε όσα συνέβαιναν εκεί.Κατά συνέπεια, είναι φανερό ότι οι ψυχές μετά την αποδημία τους από τη γη μεταβαίνουν σε κάποιο χώρο, από όπου δεν έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στη γη, αλλά περιμένουν τη φοβερή ημέρα της κρίσεως. Κι αν κανένας ρωτήσει: Για ποιον λόγο πραγματοποίησε ο Χριστός ό,τι του ζήτησαν οι δαίμονες, δίνοντάς τους την άδεια να εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων;[Ματθ.8,31-32: « οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν(:οι δαίμονες τότε άρχισαν να τον παρακαλούν λέγοντας: “Εάν πρόκειται να μας βγάλεις έξω από εδώ, δώσε μας την άδεια να φύγουμε και να μπούμε μέσα στο κοπάδι των χοίρων”. Και επειδή αυτοί που έτρεφαν τους χοίρους το έκαναν αυτό παραβαίνοντας τον μωσαϊκό νόμο, που απαγόρευε ως ακάθαρτο το χοιρινό κρέας, ο Κύριος τιμωρώντας την παρανομία τους αυτή είπε στους δαίμονες: “Πηγαίνετε”. Και αυτοί βγήκαν απ’ τους ανθρώπους και πήγαν στους χοίρους. Και ξαφνικά όλο το κοπάδι των χοίρων όρμησε με μανία από το επάνω μέρος του γκρεμού προς τα κάτω, στη θάλασσα, και πνίγηκαν στα νερά της λίμνης)».


Θα λέγαμε ότι ο Κύριος δεν το έκανε αυτό υπακούοντας σε αυτούς, αλλά επειδή πολλά ήθελε με την ενέργειά Του αυτή να διδάξει· το πρώτο που δίδαξε αυτούς που ελευθερώθηκαν από τους πονηρούς εκείνους τυράννους τους ήταν το μέγεθος της καταστροφής που προκαλούν αυτοί που τους επιβουλεύονται, δηλαδή οι αντίχριστοι δαίμονες. Δεύτερο, να μάθουν όλοι οι άνθρωποι ότι ούτε στους χοίρους τολμούν οι δαίμονες να εισέλθουν, εάν προηγουμένως δεν δώσει άδεια ο Ιησούς. Τρίτο ότι θα μπορούσαν να προξενήσουν σε εκείνους φοβερότερα κακά από ό,τι στους χοίρους, εάν δεν προστατεύονταν σε μεγάλο βαθμό και μέσα ακόμα στη συμφορά τους από την πρόνοια του Θεού· διότι στον καθένα βέβαια είναι φανερό από κάθε άποψη ότι εμάς τους ανθρώπους οι δαίμονες μάς μισούν περισσότερο από τα άλογα ζώα.


Επομένως αυτοί που δεν λυπήθηκαν τους χοίρους, αλλά μονάχα μέσα σε μια στιγμή τούς κατέρριξαν όλους στον γκρεμό, πολύ περισσότερο θα το έκαναν στους ανθρώπους, που τους είχαν κυριεύσει, παρασύροντας και επαναφέροντάς τους στις ερημιές, εάν μέσα σε αυτή την τυραννική καταπίεση δεν επιδεικνυόταν σε μεγάλο βαθμό πολλή φροντίδα από μέρους του Θεού, που χαλιναγωγούσε και συγκρατούσε και σταματούσε την περαιτέρω ορμή τους. Επομένως, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος που να μην τον προστατεύει η πρόνοια του Θεού. Εάν ωστόσο δεν μας προστατεύει όλους όμοια, ούτε με τον ίδιο τρόπο, και αυτό είναι ένα είδος μεγάλης προνοίας· διότι αναλόγως προς το ωφέλιμο για τον καθένα εκδηλώνει και την πρόνοιά Του ο Θεός.


Εκτός από όσα ειπώθηκαν παραπάνω, διδασκόμαστε και κάτι άλλο απ’ αυτό το θαύμα, ότι δηλαδή δεν προνοεί μονάχα από κοινού για όλους μας, αλλά και για τον καθένα χωριστά, πράγμα που δήλωσε προς τους μαθητές Του, λέγοντάς τους ότι ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού τους έχουν αριθμηθεί[Ματθ.10,30:«Ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί(:και όσο για σας, μάθετε ότι ο Θεός έχει μετρημένες ακόμη και τις τρίχες του κεφαλιού σας όλες, τη στιγμή που εσείς για μια απ’ αυτές δείχνετε μικρή ή καμία φροντίδα, και αγνοείτε τον αριθμό τους. Ο Θεός δηλαδή γνωρίζει και αυτά ακόμη τα ελάχιστα που σας συμβαίνουν, στα οποία εσείς δίνετε μικρή σημασία)»]. Μα και από τους δαιμονισμένους τούτους ανθρώπους μπορεί κανένας να το διαπιστώσει καθαρά αυτό. Πραγματικά θα τους είχαν πνίξει προ πολλού οι δαίμονες, εάν δεν τους προστάτευε αποτελεσματικά η εκ του ουρανού φροντίδα.


Γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους επέτρεψε στους δαίμονες να εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων, και επιπλέον για να πληροφορηθούν και όσοι κατοικούσαν στα μέρη εκείνα την δύναμή Του· διότι όπου ήταν πολύ γνωστό το όνομά Του, δεν άφηνε τη δύναμή Του να εκδηλωθεί σε μεγάλο βαθμό, όπου όμως κανένας δεν τον γνώριζε, αλλά είχαν πλήρη άγνοια γι’ Αυτόν, εκεί άφηνε να ακτινοβολούν τα θαύματά Του, ώστε να τους προσελκύσει στο να γνωρίσουν τη θεϊκή Του υπόσταση. Ότι βρίσκονταν σε χονδροειδή άγνοια οι κάτοικοι της πόλεως αυτής φαίνεται από το τέλος· διότι ενώ έπρεπε να Τον προσκυνήσουν και να εκδηλώσουν τον θαυμασμό τους για τη δύναμη Του, αντιθέτως αυτοί ήθελαν να Τον απομακρύνουν και «ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν(:και τότε όλοι οι κάτοικοι της πόλεως βγήκαν για να συναντήσουν τον Ιησού˙ και όταν Τον είδαν, Τον παρακάλεσαν να φύγει από τα σύνορά τους, από φόβο μήπως πάθουν και μεγαλύτερα κακά)»[Ματθ.8,34].


Αλλά για ποιο λόγο έριξαν στον γκρεμό και σκότωσαν οι δαίμονες τους χοίρους; Ο λόγος είναι ότι παντού προσπαθούν κάθε στιγμή με μεγάλη προθυμία να ρίχνουν τους ανθρώπους στη λύπη και πάντοτε χαίρονται με την καταστροφή. Αυτό άλλωστε έκαμε ο διάβολος και στον Ιώβ. Μολονότι και εκεί ο Θεός το επέτρεψε, όχι βέβαια επειδή και στην περίπτωση αυτή υπάκουσε στον διάβολο, αλλά επειδή ήθελε να αποδείξει τον δούλο Του πιο λαμπρό με την υπομονή και την καρτερία που επρόκειτο να επιδείξει στις δοκιμασίες και να αφαιρέσει κάθε πρόφαση γι’ αναισχυντία από τον δαίμονα και ακόμη να στρέψει κατά της κεφαλής του όσα έκανε σε βάρος του δικαίου Ιώβ. Πραγματικά και τώρα συνέβη το αντίθετο από εκείνο που επιδίωκαν οι δαίμονες· γιατί και η δύναμη του Χριστού ανακηρυσσόταν περίτρανα και παρουσιαζόταν πιο καθαρά η κακία των δαιμόνων, απ’ την οποία ελευθέρωσε αυτούς που είχαν στην κατοχή τους, και ακόμα ότι μήτε τους χοίρους δεν μπορούσαν να αγγίξουν, αν δεν το επέτρεπε ο Θεός των όλων.


Αν επιχειρούσε τώρα να τα εξετάσει κανένας αυτά και αλληγορικά, δεν θα υπήρχε καμιά δυσκολία στους συσχετισμούς. Πρέπει να γνωρίζουμε καλά, ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που γίνονται πνευματικώς όμοιοι με τους χοίρους εξαιτίας της απουσίας προσπάθειας για χαλιναγώγηση των παθών τους και αυτοί φυσικά επηρεάζονται πιο εύκολα από τις προσπάθειες των δαιμόνων να τους οδηγήσουν στο κακό. Και εφόσον εκείνοι που υφίστανται αυτά, παραμένουν άνθρωποι και δεν φτάνουν στο σημείο να πωρωθούν παντελώς χωρίς μετάνοια, μπορούν και καταφέρνουν να νικήσουν τα δαιμονικά πάθη τους πολλές φορές και με τη μετάνοια και την εξομολόγηση να τα εξαλείψουν· αν όμως μεταμορφωθούν από την αμετανοησία τους και καταντήσουν ολότελα σε κατάσταση χοίρων και ως άλογα ζώα ακολουθούν αμετανόητοι τα πάθη τους, δεν δαιμονίζονται μόνο αλλά και κατακρημνίζονται, χάνουν δηλαδή οριστικά την ψυχή τους. Επιπλέον, για να μη σχηματίσει κανείς την εντύπωση ότι η θεραπεία των δαιμονιζόμενων Γεργεσηνών αυτών νέων και η συνομιλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με τους δαίμονες που τους είχαν κυριεύσει ήταν κάτι πλαστό και σκηνοθετημένο, αλλά να πιστέψει απόλυτα ότι πραγματικά βγήκαν οι δαίμονες από τους δύο ταλαίπωρους αυτούς νέους, έρχεται ο θάνατος των χοίρων και το πιστοποιεί αυτό.


Πρόσεξε τώρα εκτός από τη θεϊκή δύναμη, και την πραότητα του Κυρίου . Όταν δηλαδή, ύστερα από τόσες ευεργεσίες που είδαν απ’ Αυτόν οι κάτοικοι της περιοχής, επειδή θίχτηκαν τα οικονομικά τους συμφέροντα από τον πνιγμό των χοίρων, όντας οι ίδιοι όμοιοι με τους χοίρους εξαιτίας του ανεξέλεγκτου πάθους της φιλαργυρίας, ήθελαν να Τον διώξουν, δεν έφερε αντίρρηση, αλλά αναχώρησε, και εγκατέλειψε αυτούς που μόνοι τους έκριναν και παρουσίασαν τον εαυτό τους ανάξιο για τη διδασκαλία Του· έφυγε και τους άφησε πλέον ως δασκάλους για τη θεϊκή Του υπόσταση και δύναμη, αυτούς που ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, καθώς και τους χοιροβοσκούς που έμειναν εντελώς ξαφνικά χωρίς τους χοίρους τους που αφηνιασμένοι όρμησαν και κατακρημνίστηκαν, ώστε απ’ αυτούς να κατανοούν πλέον εις βάθος-άσχετα αν η κακή προαίρεσή τους δεν τους άφηνε να παραδεχτούν τα λάθη και τα πάθη τους- όλα όσα είχαν συμβεί. Ο Κύριος έφυγε, όμως άφησε ζωηρό στις ψυχές τους τον φόβο. Πραγματικά το μέγεθος της ζημίας συντελούσε στη διάδοση της ειδήσεως του γεγονότος αυτού και το συμβάν άγγιζε την ψυχή τους. Από πολλούς ακούονταν φωνές που επιβεβαίωναν το παράξενο αυτό θαύμα· το διακήρυτταν περίτρανα οι θεραπευμένοι, το διακήρυττε το γεγονός του καταποντισμού των ζώων, το διακήρυτταν οι ιδιοκτήτες των χοίρων και οι χοιροβοσκοί.


Παρόμοιες καταστάσεις και σήμερα ακόμη μπορεί να δει κανένας. Πολλοί είναι δυστυχώς οι δαιμονιζόμενοι και στην εποχή μας, άνθρωποι κυριευμένοι από τα δαιμονικά πάθη τους, που τίποτα δεν τους συγκρατεί από τη μανία τους, ούτε σίδερα, ούτε αλυσίδες, ούτε συστάσεις από πνευματικούς ανθρώπους, ούτε συμβουλές, ούτε απειλές ούτε τίποτα παρόμοιο από αυτά. Πραγματικά, όταν κάποιος για παράδειγμα είναι ακόλαστος και έχει γίνει αιχμάλωτος του σωματικού κάλλους και των σαρκικών επιθυμιών και ηδονών, σε τίποτα δεν διαφέρει από έναν άνθρωπο δαιμονισμένο· αλλά περιφέρεται γυμνός όπως εκείνοι οι δαιμονισμένοι Γεργεσηνοί νέοι, ντυμένος βέβαια με ρούχα, αλλά στερημένος από την αληθινή ενδυμασία και είναι γυμνός από τη δόξα που ως πλάσματος του Θεού τού ταιριάζει· και ναι μεν δεν καταπληγώνει το σώμα του με πέτρες, όπως έκαναν οι δύστυχοι εκείνοι νέοι της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, όμως καταξεσκίζεται με αμαρτήματα που είναι πολύ πιο κοπτερά από πολλές μαζί πέτρες. Ποιος λοιπόν θα μπορέσει να δέσει έναν τέτοιον άνθρωπο; Ποιος θα τον σταματήσει από την ασχημοσύνη και την μανία αυτή που δεν τον αφήνει να συγκεντρωθεί και να ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του, αλλά τον κάνει να επιθυμεί να βρίσκεται πάντα στα μνήματα; Διότι τι άλλο από μνήματα δεν είναι τα καταγώγια της πορνείας, γεμάτα από δυσωδία και σαπίλα;


Τέτοιος δεν είναι επίσης και κάθε άνθρωπος που υποφέρει από το δαιμονιώδες πάθος της φιλαργυρίας; Κάθε μέρα αντιμετωπίζει τον φόβο μήπως χάσει τα χρήματά του ή δεν καταφέρει να τα αυξήσει, καθώς και την απειλή ότι κάποιοι μπορούν να του τα κλέψουν, παρά το ότι ακούει συστάσεις των πνευματικών ανθρώπων που προσπαθούν να τον συνετίσουν και προειδοποιήσεις για τη φθορά που η αρρωστημένη φιλοχρηματία του αυτή προξενεί στην ψυχή του. Όλα αυτά τα δεσμά τα σπάει και όταν έλθει κανείς με την πρόθεση να τον απελευθερώσει από τη δουλεία της φιλαργυρίας, τον εξορκίζει να μην τον ελευθερώσει, επειδή θεωρεί μεγάλο βάσανο το να μην βρίσκεται κάτω από την βάσανο αυτήν. Αλλά τι μπορεί να θεωρηθεί αθλιότερο από τον άνθρωπο αυτόν;


Διότι εκείνος ο δαίμονας στην περιοχή των Γεργεσηνών, αν και είχε καταφρονήσει τους ανθρώπους, εντούτοις υποχώρησε στην προσταγή του Χριστού και αμέσως βγήκε από το σώμα του ανθρώπου. Αυτός όμως δεν υπακούει ούτε στην προσταγή του Θεού. Πραγματικά, ενώ κάθε ημέρα ακούει τον Θεό να του λέγει ότι «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ(:μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στο Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)»[Ματθ.6,24], και να απειλεί με τη γέενα και τις ατέλειωτες κολάσεις, εντούτοις δεν υπακούει. Όχι βέβαια επειδή είναι ισχυρότερος του Χριστού, αλλά επειδή ο Χριστός δεν μας κάνει σώφρονες χωρίς να το θέλουμε.


Γι' αυτό οι άνθρωποι αυτοί ζουν σαν να βρίσκονται στην έρημο, έστω και αν βρίσκονται στο κέντρο των πόλεων. Διότι ποιος άνθρωπος με μυαλό θα ήθελε να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους αυτού του είδους; Εγώ τουλάχιστον θα προτιμούσα να συγκατοικώ με πλήθος δαιμονισμένους, παρά με έναν άνθρωπο που να έπασχε από την νόσο αυτήν. Και για το ότι δεν κάνω λάθος, όταν λέγω αυτά, μας το αποδεικνύει η συμπεριφορά του καθενός από αυτούς. Πραγματικά, οι φιλάργυροι νομίζουν ως εχθρό τους και εκείνον που καμία αδικία δεν τους έχει κάνει και επιθυμούν να τον καταστήσουν δούλο τους, όταν είναι ελεύθερος, και με μύρια κακά τον απειλούν. Αντίθετα, οι δαιμονισμένοι δεν κάνουν τίποτε παρόμοιο, αλλά στρέφουν τη νόσο εναντίον του εαυτού τους. Οι φιλάργυροι, επίσης, καταστρέφουν πολλά σπίτια και γίνονται αιτία να βλασφημείται το όνομα του Θεού και γενικά είναι καταστροφή για την πόλη και την οικουμένη ολόκληρη. Όσοι όμως ενοχλούνται από τους δαίμονες είναι άξιοι μάλλον οίκτου και δακρύων. Και οι τελευταίοι ως επί το πλείστον παραφέρονται κατόπιν σκέψεως συμπεριφερόμενοι σαν έξαλλοι, κατεχόμενοι από μια παράδοξη μανία.


Αληθινά, ποιο παρόμοιο κάνουν όλοι οι δαιμονισμένοι, σαν εκείνο που αποτόλμησε ο Ιούδας και διέπραξε την έσχατη παρανομία; Και όλοι όσοι μιμούνται τη διαγωγή του Ιούδα, σαν τα φοβερά θηρία που δραπέτευσαν από τα κλουβιά τους κατατρομάζουν τις πόλεις· επειδή κανείς δεν τα συγκρατεί. Βέβαια, και αυτούς τους ανθρώπους, δηλαδή τους κατεχόμενους από το πάθος της φιλαργυρίας, τούς περιβάλλουν από παντού δεσμά, όπως είναι ο φόβος των δικαστών, η απειλή των νόμων, η κατακραυγή του κόσμου και άλλα περισσότερα από αυτά, αλλά όμως και τα δεσμά αυτά τα σπάζουν και αναστατώνουν τα πάντα. Και εάν κανείς εξαφάνιζε τελείως τις δεσμεύσεις αυτές, τότε θα έβλεπε καθαρά ότι ο δαίμονας που έχουν μέσα τους αυτοί είναι πολύ αγριότερος και πιο μανιώδης από αυτόν που βγήκε τώρα από τους δαιμονισμένους των Γεργεσηνών.


Αλλά επειδή αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί στην πράξη, ας το λάβουμε ως υπόθεση για λίγο και ας αφαιρέσουμε όλες τις δεσμεύσεις από τον φιλάργυρο και τότε θα γνωρίσουμε τη μεγάλη του μανία. Αλλά να μη φοβηθείτε το θηρίο, όταν θα το αποκαλύψουμε· διότι η σκηνή είναι υποθετική και δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Έστω λοιπόν ένας άνθρωπος που βγάζει φωτιά από τα μάτια του, μαύρος, έχοντας σε κάθε ώμο δράκοντες αντί για χέρια. Έχει επίσης και στόμα όπου αντί για δόντια έχει καρφωμένα ξίφη και αντί για γλώσσα έχει πηγή που βγάζει δηλητήριο και φαρμάκι. Η κοιλιά του πάλι είναι πιο αδηφάγος από κάθε καμίνι και κατατρώγει ό,τι της ρίπτουν. Και τα πόδια του έχουν φτερά και είναι πιο γρήγορα από τη φωτιά. Το πρόσωπό του επίσης ας υποθέσουμε ότι είναι κατασκευασμένο μεικτό από σκύλο και λύκο και ότι δεν ομιλεί σαν άνθρωπος, αλλά εκβάλλει έναν ήχο απαίσιο, αηδιαστικό και φοβερό. Ας πούμε λοιπόν ότι έχει φωτιά και στα χέρια του.


Ίσως να σας φαίνονται φοβερά όσα ειπώθηκαν. Ωστόσο δεν τον σκιαγραφήσαμε ακόμη αντάξιο της πραγματικότητας, διότι ύστερα από αυτά πρέπει να προσθέσουμε και άλλα. Πραγματικά, ας υποθέσουμε ακόμη ότι σφάζει εκείνους που συναντά, ότι τους κατατρώγει και γεύεται τις σάρκες τους. Αλλά και από αυτόν είναι πιο φοβερός ο φιλάργυρος, διότι επέρχεται εναντίον όλων σαν Άδης, τους καταβροχθίζει όλους και τριγυρίζει σαν κοινός εχθρός ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους. Επειδή επιθυμεί να μην υπάρχει κανένας άνθρωπος, για να κατέχει αυτός τα πάντα. Δεν σταματά, όμως μέχρι εδώ, αλλά, αφού τους αφανίσει όλους με την επιθυμία του, κατέχεται από τον πόθο να αλλάξει την ουσία του χώματος και να το κάνει χρυσάφι. Και όχι μόνον το χώμα, αλλά και τα όρη και τα φαράγγια και τις πηγές και όλα εν γένει όσα φαίνονται πάνω στη γη.


Και για να αντιληφθείτε ότι δεν παραστήσαμε ακόμη την μανία αυτού, ας μην υπάρχει ο κατήγορος και αυτός που εκφοβίζει, αλλά αφαίρεσε υποθετικώς μόνο τον φόβο των νόμων και τότε θα δεις αυτόν να αρπάζει το ξίφος και να φονεύει τους πάντες, χωρίς να ξεχωρίζει, ούτε φίλο, ούτε συγγενή, ούτε αδελφό, ούτε και τον πατέρα του ακόμη. Μάλλον, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν χρειάζεται ούτε καν να κάνουμε υπόθεση, αλά ας ρωτήσουμε αυτόν, εάν δεν δημιουργεί στη φαντασία του παρόμοιες φαντασιώσεις και δεν επιτίθεται νοερώς για να φονεύσει τους πάντες, φίλους, συγγενείς και τους ίδιους τους γονείς του. Αλλά μάλλον ούτε και η ερώτηση χρειάζεται· διότι όλοι γνωρίζουν καλά ότι όσοι κατέχονται από το πάθος αυτό αγανακτούν και για το γήρας του πατέρα τους και εκείνο που είναι γλυκύ και ποθητό από όλους, να έχουν, δηλαδή, παιδιά, το θεωρούν βαρύ και φορτικό. Γι' αυτό πολλοί, παρακινούμενοι από την ιδέα αυτήν, θεώρησαν καλό την ατεκνία και κατέστησαν ανίκανη τη φύση, όχι με το να φονεύσουν τα παιδιά που γεννήθηκαν, αλλά με το να μην επιτρέψουν να λάβουν καν αρχή.


Λοιπόν, να μην παραξενεύεστε, επειδή σας παρουσίασα κατ’ αυτόν τον τρόπο τον φιλάργυρο, διότι στην πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερος από ό,τι τον περιέγραψα. Αλλά ας σκεφτούμε πώς θα μπορέσουμε να τον απαλλάξουμε από τον δαίμονα. Πώς θα τον απαλλάξουμε, λοιπόν; Εάν αντιληφθεί πλήρως ότι η φιλαργυρία του είναι αντίθετη προς αυτό ακριβώς, δηλαδή, στο να του δίνει χρήματα· διότι εκείνοι που επιθυμούν να κερδίσουν τα μικρά υφίστανται μεγάλες ζημίες. Γι' αυτό ακριβώς και έχει γίνει παροιμία ανάλογη με την επιθυμία αυτήν. Πραγματικά, πολλοί πολλές φορές που θέλησαν να δανείσουν με υπερβολικούς τόκους και παρασυρόμενοι από την προσδοκία του κέρδους, δεν ερεύνησαν το ποιόν αυτών που τους δάνειζαν χρήματα, έχασαν μαζί με τον τόκο και το κεφάλαιο ολόκληρο. Άλλοι πάλι που περιέπεσαν σε κινδύνους και δεν θέλησαν να ξοδέψουν λίγα, έχασαν και τη ζωή τους μαζί με την περιουσία τους. Επίσης, ενώ τους δόθηκε η ευκαιρία να αποκτήσουν ή αξιώματα προσοδοφόρα, ή κάτι άλλο παρόμοιο, επειδή κόλλησαν στις λεπτομέρειες, έχασαν το παν.


Επειδή δηλαδή δεν γνωρίζουν να σπείρουν, αλλά πάντοτε φροντίζουν να θερίζουν, γι' αυτό συνεχώς χάνουν τη συγκομιδή· διότι κανείς δεν μπορεί πάντα να θερίζει, όπως δεν μπορεί διαρκώς να κερδίζει. Αφού λοιπόν δεν θέλουν να ξοδεύουν, δεν γνωρίζουν και να κερδίζουν. Αλλά είτε πρέπει να νυμφευτούν, πάλι παθαίνουν το ίδιο·διότι ή εξαπατήθηκαν και πήραν πλούσια γυναίκα, αλλά με πολλά ελαττώματα, πάλι υπέστησαν μεγαλύτερη ζημία· διότι τον πλούτο δεν τον δημιουργεί η περιουσία, αλλά η αρετή. Πραγματικά, ποια η ωφέλεια του πλούτου, όταν η γυναίκα είναι πολυέξοδη και άσωτη και διασκορπίζει τα πάντα χειρότερα από τον άνεμο; Ποια η ωφέλεια εάν είναι ακόλαστη και έχει πλήθος εραστών; Ποια η ωφέλεια, εάν είναι μέθυση; Μήπως δεν θα κάνει τον σύζυγό της πιο πτωχό από όλους; Και όχι μόνο στο θέμα του γάμου σκέπτονται έτσι, αλλά, παρασυρόμενοι από τη μεγάλη τους αγάπη προς τα χρήματα, αγοράζουν από κακό υπολογισμό όχι τους καλούς δούλους, αλλά φροντίζουν να βρουν τους φτηνούς.


Όλα αυτά λοιπόν αφού τα σκεφτείτε καλά(επειδή δεν μπορείτε ακόμη να ακούσετε τη διδασκαλία για τη γέενα και τη βασιλεία) και αφού καταλάβετε τις ζημίες που υπομένετε κάθε φορά από τη φιλοχρηματία, όταν δανείζετε, όταν αγοράζετε, όταν νυμφεύεστε, όταν υπερασπίζεστε κάποιον, όταν κάνετε οτιδήποτε άλλο, σταματήστε να αγαπάτε υπερβολικά τα χρήματα· διότι έτσι θα μπορέσετε και εδώ στη γη να ζήσετε με ασφάλεια και αφού κάνετε μικρή προσπάθεια, θα μπορέσετε να ακούσετε και το κήρυγμα για την ευσέβεια και όταν κοιτάξετε με προσοχή , θα δείτε τον ίδιο τον Ήλιο της δικαιοσύνης και θα αποκτήσετε τα αγαθά που Αυτός έχει υποσχεθεί, τα οποία είθε όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος












ΠΗΓΕΣ:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΗ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 10, σελίδες 253-277.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 80- 91 (ή: 37- 42 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLVHVFMUh0ODd6QzA/view
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 7.7.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΜΕΝΕΙΝ ΕΝ ΤΩ ΧΡΙΣΤΩ (2026)



Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΙΔΟΥ «ΤΑΥΤΟΤΗΣ» ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ - ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ!




«Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ὁ νόμιμος υἱὸς τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ»


Τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα εἶναι κείμενο τοῦ ὑψηλόβαθμου μασόνου βαρόνου Yves Marsaudon καὶ Emeritus Minister τοῦ «Κυρίαρχου Στρατιωτικοῦ Ὁσπιτάλιου Τάγματος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς Ρόδου καὶ τῆς Μάλτας», ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς ὅπως τὸν βλέπει ἕνας παραδοσιακὸς Μασόνος» (Yves Marsaudon, L’ écumenisme vu par un franc-maçon de tradition, ἔκδ. Vitiano, l’ Horizon International, 1964, σελ. 119-121): «Αὐτοὶ [οἱ Χριστιανοὶ] δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν, ὅτι ὅλοι οἱ δρόμοι ὁδηγοῦν στὸν Θεό. Καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦν, ὅτι αὐτὴ ἡ θαρραλέα ἰδέα τῆς ἐλευθέρας σκέψεως, τὴν ὁποία μποροῦμε πραγματικῶς νὰ ὀνομάσουμε ἐπανάσταση, ἐκχεόμενη ἀπὸ τὶς μασονικές μας στοές, ἔχει θαυμαστῶς ἁπλωθεῖ πάνω ἀπὸ τὸν τροῦλλο τοῦ Ἁγίου Πέτρου». […] «Μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ὁ νόμιμος υἱὸς τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ. […] Νὰ μὴ λέγεται, ὅτι ἡ Μασονία εἶναι ἡ “ἀντι-Εκκλησία”· αὐτὸ εἶναι μόνο μία περιστασιακὴ θέση. Ἡ Μασονία βασικῶς προτίθεται νὰ γίνει μία “ὑπερ-Εκκλησία”: ἡ Ἐκκλησία ποὺ τοὺς ἑνώνει ὅλους […] Καθολικοί, Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις «Ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης Πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα... Διὰ τοῦτο κἀγὼ ὁ τάλας, δεδοικὼς τὸ Κριτήριον, λαλῶ». (Ὁσ. Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, 1321) 2 Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες, Ἰσραηλίτες, Μουσουλμᾶνοι, Ἰνδουϊστές, Βουδδιστές, ἐλευθέρως σκεπτόμενοι καὶ ἐλευθέρως πιστεύοντες, εἶναι γιὰ μᾶς μόνον τὰ μικρά μας ὀνόματα· τὸ οἰκογενειακό μας ὄνομα εἶναι Ἐλευθεροτεκτονισμός»! * * * Οἱ «δικοί» μας «ἀγαπησιάρηδες» θιασῶτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ «ἀναμηρυκάζουν» αὐτούσια αὐτὰ ποὺ πρεσβεύει καὶ προωθεῖ ὁ Τεκτονισμός ! Μᾶς σερβίρουν τὴν μασονικὴ δοξασία, ὅτι «ὅλες οἱ πίστεις καὶ θρησκεῖες ὁδηγοῦν στὸν ἴδιο Θεό». Ὅτι «εἶναι ἀνάγκη», γιὰ τὸ δῆθεν «καλὸ τῆς ἀνθρωπότητας νὰ ἑνωθοῦν», ἀποκρύπτοντας ὅτι αὐτὴ ἔχει μασονικὴ προέλευση! Φοβερό!... (*) Ἐφημερ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀριθμ. 2.579/27.2.2026. Ἐπιμέλ. ἡμετ. Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής.


Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ




«Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος(:και όταν ο Ιησούς μπήκε στην Καπερναούμ, ήλθε κοντά Του ένας εκατόνταρχος, ο οποίος Τον παρακαλούσε και Του έλεγε: “Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους”)»[Ματθ.8,5-6].


Όταν λοιπόν ο Ιησούς κατέβηκε από το όρος[:αμέσως μετά την επί του Όρους ομιλία Του], τότε προσήλθε σ΄Αυτόν ο λεπρός για να Τον παρακαλέσει να τον θεραπεύσει[βλ. Ματθ.8,1-4: «Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(: όταν κατέβηκε ο Ιησούς από το βουνό, Τον ακολούθησαν πολλά πλήθη λαού. Και να, ένας λεπρός ήλθε και Τον προσκυνούσε γονατιστός λέγοντας: “Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου”.


Ο Ιησούς τότε άπλωσε το χέρι Του και τον άγγιξε λέγοντας: “Θέλω. Καθαρίσου”. Και αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του, και έγινε τελείως υγιής. Τότε ο Ιησούς τού λέει: “Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο”)»], ενώ ο εκατόνταρχος πήγε στον Ιησού έπειτα από λίγο, μόλις ο Κύριος εισήλθε στην Καπερναούμ.


Για ποιον λόγο λοιπόν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν ανέβηκαν στο όρος; Όχι από οκνηρία, διότι και των δύο η πίστη ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν λοιπόν προσήλθε στον Ιησού ο εκατόνταρχος, λέγει: «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι για να δικαιολογηθεί ανέφερε και την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. «Διότι δεν ήταν δυνατόν», λέγουν, «να τον μεταφέρει σηκωτό, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στο τέλος της ζωής του».


Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, το λέγει ο Λουκάς ότι επρόκειτο να πεθάνει[βλ. Λουκ.7,2: «Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιμος(: στο μεταξύ ο δούλος κάποιου εκατόνταρχου ήταν πολύ άρρωστος και κινδύνευε να πεθάνει. Και ο δούλος αυτός ήταν αγαπητός στον εκατόνταρχο για την πίστη και την υπακοή που του έδειχνε)»]. Εγώ όμως λέω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη χαλασμένη σκεπή[πρβ.Μάρκ.2,1-12]· διότι επειδή γνώρισε πολύ καλά ότι και μόνη η προσταγή Του αρκεί για να σηκωθεί ο κατάκοιτος, θεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.


Τι έκανε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που δεν έκανε σε καμία προηγούμενη περίπτωση, το κάνει εδώ· διότι πάντοτε ακολουθούσε την παράκληση αυτών που Τον ικέτευαν, εδώ όμως και προχωρεί βιαστικά και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία του. Το πράττει λοιπόν αυτό για να γνωρίσουμε την αρετή του εκατόνταρχου· διότι εάν δεν υποσχόταν αυτό, αλλά έλεγε: «Πήγαινε, θα θεραπευτεί ο δούλος σου», δεν θα γνωρίζαμε τίποτε από αυτά. Αυτό βεβαίως έπραξε και στην περίπτωση της συροφοινίκισσας γυναίκας[:της Χαναναίας] που ενήργησε όλως αντιθέτως· διότι εδώ μεν, αν και δεν προσκαλείται στην οικία, λέγει μόνος Του ότι θα μεταβεί, για να πληροφορηθείς την πίστη του εκατοντάρχου και τη μεγάλη του ταπεινοφροσύνη· στην περίπτωση όμως της Φοινίκισσας[:που ζητούσε να θεραπεύσει την κόρη της από ένα πονηρό πνεύμα που την ταλαιπωρούσε] και αρνείται τη θεραπεία και απορεί που επιμένει[Μάρκ.7,25-30]. Διότι σαν σοφός και επινοητικός ιατρός που είναι, γνωρίζει να πράττει τα αντίθετα από τα αντίθετα. Και εδώ μεν, στην περίπτωση του εκατοντάρχου, με την αυτοπροαίρετη παρουσία του, εκεί δε, στην περίπτωση της Χαναναίας, αποκαλύπτει την πίστη της γυναικός με την παρατεταμένη επιμονή και ένθερμη παράκληση.


Έτσι ενεργεί και στην περίπτωση του Αβραάμ λέγοντας: «Οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ(:δεν θα κρύψω εγώ από τον ευλαβή δούλο μου τον Αβραάμ εκείνα τα οποία πρόκειται να κάμω)» [Γέν. 18,17], για να πληροφορηθείς τη φιλοστοργία του Αβραάμ και την πρόνοιά του υπέρ των Σοδόμων [πρβ. Γέν. 18, 23-25 κ.έ.: « Καὶ ἐγγίσας Ἁβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής; ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ; μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν; (:και ο Αβραάμ, αφού πλησίασε τον Κύριο, είπε: «Είναι δυνατόν να καταστρέψεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή και θα είναι λοιπόν ο δίκαιος στην ίδια μοίρα με τον ασεβή; Εάν βρίσκονται στην πόλη αυτή[των Σοδόμων] πενήντα δίκαιοι, θα τους καταστρέψεις μαζί με τους ασεβείς; Δεν θα αφήσεις ατιμώρητη όλη την πόλη εξαιτίας των πενήντα δίκαιων, εάν αυτοί ζουν στην πόλη αυτή; Ουδέποτε Εσύ ο Θεός δεν θα κάνεις κάτι τέτοιο· ποτέ δηλαδή δεν θα φονεύσεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή· είναι αδύνατον εσύ ο δίκαιος να εξισώσεις δίκαιο και ασεβή και να συμπεριφερθείς προς αυτούς με τον ίδιο τρόπο· ουδέποτε θα κάνεις κάτι τέτοιο. Εσύ, ο Οποίος είσαι ο δίκαιος κριτής όλου του κόσμου, δεν θα εφαρμόσεις και εδώ δικαιοσύνη;)»].


Και στην περίπτωση του Λωτ εκείνοι που απεστάλησαν αρνούνται αρχικά να εισέλθουν στον οίκο του, για να γνωρίσεις το μέγεθος της φιλοξενίας του δικαίου εκείνου[πρβ. Γέν.19,1-3 κ.ε.: «Ἦλθον δέ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν πύλην Σοδόμων. ἰδὼν δὲ Λώτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν. καὶ εἶπεν· ἰδοὺ κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν καὶ καταλύσατε καὶ νίψασθε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὐχί, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν. καὶ κατεβιάζετο αὐτούς, καὶ ἐξέκλιναν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς πότον, καὶ ἀζύμους ἔπεψεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον(: ενώ ο Κύριος συνομιλούσε ακόμη με τον Αβραάμ, οι δύο άγγελοι, που χωρίστηκαν από αυτούς, έφτασαν στα Σόδομα κατά το βράδυ, για να εκτελέσουν την εντολή που έλαβαν από τον Θεό.


Παρά το ότι τελείωσε η ημέρα, ο Λωτ καθόταν κοντά στην πύλη των Σοδόμων έτοιμος να προσφέρει φιλοξενία, διότι γνώριζε την κακότητα και το αφιλόξενο των Σοδομιτών. Όταν είδε τους δύο αγγέλους, σηκώθηκε από τη θέση του και έτρεξε προς συνάντησή τους και τους προσκύνησε με το πρόσωπο στη γη, αν και δεν γνώριζε ότι ήσαν άγγελοι, και τους είπε: “Κύριοι, ιδού· περάστε, παρακαλώ, στο σπίτι του δούλου σας, και διανυκτερεύστε κοντά μου και πλύνετε τα πόδια σας, που είναι κουρασμένα και λερωμένα από την οδοιπορία, και αφού σηκωθείτε νωρίς αύριο το πρωί συνεχίζετε τον δρόμο σας”. Οι δύο άγγελοι όμως απάντησαν: “Όχι· θα περάσουμε τη νύκτα στην πλατεία της πόλεως, στο ύπαιθρο”. Όταν ο Λωτ είδε ότι αρνιούνται, επέμεινε· τους βίαζε με παρακλήσεις και τους πίεζε με ικεσίες να δεχτούν την πρόσκλησή του. Οι δύο άγγελοι, κατόπιν της επιμονής του, υποχώρησαν, λοξοδρόμησαν και μπήκαν στο σπίτι του. Και ο Λωτ τούς παρέθεσε δείπνο, τους έδωσε να πιουν, τους έψησε στη φωτιά άζυμες κουλούρες και έφαγαν)»].


Τι λέγει λοιπόν ο εκατόνταρχος; «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς(:Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθεις κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου)»[Ματθ.8,8].Ας το ακούσουμε όσοι πρόκειται να υποδεχτούμε τον Χριστό διότι είναι δυνατόν Τον υποδεχτούμε και σήμερα. Ας το ακούσουμε και ας γίνουμε ζηλωτές Του και ας Τον δεχτούμε με την ίδια πίστη· καθόσον όταν υποδέχεσαι φτωχό που πεινά και είναι γυμνός, είναι σαν να υποδέχεσαι και φιλοξενείς Εκείνον. «ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου(:αλλά πες αυτό που θέλεις μόνο μ’ έναν απλό λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου)»[Ματθ.8,8]. Πρόσεξε ότι και ο εκατόνταρχος, όπως ακριβώς και ο λεπρός, έχει την αρμόζουσα γνώμη γι’ Αυτόν· διότι ούτε αυτός είπε «Παρακάλεσε τον Θεό», ούτε είπε: «Προσευχήσου και ικέτευσέ Τον», αλλά «Πρόσταξε μόνο».


Έπειτα, φοβούμενος μήπως ο Ιησούς αρνηθεί, μετριάζοντας την παράκλησή του λέγει: «καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ(:διότι κι εγώ άνθρωπος είμαι κάτω από εξουσία και παίρνω διαταγές από ανωτέρους, αλλά κι έχω στις διαταγές μου στρατιώτες˙ και λέω σ’ ένα στρατιώτη: “Πήγαινε”˙ και πηγαίνει. Και σ’ άλλον λέω: “Έλα”, κι έρχεται. Και στον δούλο μου λέω: “Κάνε αυτό”, και το εκτελεί. Πόσο μάλλον θα εκτελεσθεί ο δικός Σου λόγος. Διότι Εσύ δεν είσαι κάτω από τις διαταγές κανενός, αλλά έχεις εξουσία πάνω σε όλες τις αόρατες δυνάμεις”)»[Ματθ.8,9]. «Και τι σημασία έχει αυτό», θα πει κάποιος, «εάν ο εκατόνταρχος περιέγραψε αυτό με τέτοια παρομοίωση; Διότι αυτό που ερευνούμε είναι εάν ο Χριστός το αποδέχτηκε αυτό και το επικύρωσε».


Είναι ορθό και πολύ φρόνιμο αυτό που λέγεις. Λοιπόν ας το ερευνήσουμε αυτό, και θα διαπιστώσουμε αυτό ακριβώς που συνέβη στην περίπτωση του λεπρού, αυτό να έχει συμβεί και εδώ. Διότι όπως ακριβώς ο λεπρός είπε: «Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι(:“Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου”)»-και δεν βασιζόμαστε μόνο στα λόγια του λεπρού σχετικά με την εξουσία του Χριστού, αλλά και στους λόγους του Χριστού· διότι όχι μόνο δεν απέρριψε την υπόνοιά του, αλλά και την επιβεβαίωσε περισσότερο, με το να προσθέσει αυτό που ήταν περιττό να πει, λέγοντας το: «Θέλω, καθαρίσθητι (:Θέλω, καθαρίσου)»[Ματθ.8,3], για να επικυρώσει την πίστη εκείνου-, έτσι και εδώ, βέβαια, είναι δίκαιο να εξετάσουμε εάν συνέβη κάτι παρόμοιο· και πράγματι θα διαπιστώσουμε να έχει συμβεί το ίδιο πράγμα. Διότι αφού είπε ο εκατόνταρχος αυτά τα λόγια και παραδέχτηκε τόση εξουσία, όχι μόνο δεν τον κατηγόρησε ο Κύριος, αλλά και τον επιδοκίμασε και έκαμε κάτι επιπλέον από την επιδοκιμασία. Διότι δεν είπε ο ευαγγελιστής ότι μόνο επαίνεσε τα λόγια του, αλλά δηλώνοντας και επέκταση του επαίνου λέγει ότι και θαύμασε· και δεν θαύμασε απλώς, αλλά παρουσία ολόκληρου του πλήθους τον παρουσίασε και στους άλλους ως υπόδειγμα, ώστε να τον μιμηθούν.


Βλέπεις πώς θαυμάζεται ο καθένας από αυτούς που ομολόγησαν την εξουσία Του; Και καταλαμβανόταν από έκπληξη το πλήθος με τη διδασκαλία Του, διότι δίδασκε «ὡς ἐξουσίαν ἔχων»[βλ. Ματθ.7,28-29: «Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς(:και όταν ο Ιησούς τελείωσε τους λόγους Του αυτούς, τα πλήθη για πολλή ώρα έμεναν εκστατικά και έκπληκτα από τη διδασκαλία Του· διότι τους δίδασκε πάντοτε με εξουσία και κύρος, ως νομοθέτης και κριτής και αυθεντικός γνώστης της αλήθειας, και όχι σαν τους γραμματείς, οι οποίοι για να επιβεβαιώσουν τα όσα έλεγαν αναφέρονταν στον νόμο και τις παραδόσεις των παλαιοτέρων)»] και όχι μόνο δεν τους επέπληξε γι' αυτήν τη γνώμη τους, αλλά και αφού έλαβε αυτούς κατέβη από το όρος και με τον τρόπο με τον οποίο καθάρισε τον λεπρό επιβεβαίωσε την πίστη αυτών.


Ο δε λεπρός πάλι, έλεγε: «Εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις»· και όχι μόνο δεν τον επιτίμησε, αλλά και θεραπεύοντάς τον τόν καθάρισε έτσι όπως είπε εκείνος. Ο εκατόνταρχος πάλι, λέγει τα εξής: «Πες μόνο ένα λόγο και θα θεραπευτεί ο δούλος μου», ενώ ο Ιησούς θαυμάζοντάς τον, έλεγε: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού)»[Ματθ.8,10]. Και για να διαπιστώσεις το ίδιο πράγμα και από αντίθετη περίπτωση πρόσεξε αυτό· επειδή η Μάρθα δεν είπε τίποτε το παρόμοιο, αλλά αντίθετα είπε ότι «ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός(:ξέρω όμως ότι και τώρα που ο αδελφός μου είναι πεθαμένος, ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός)» [Ιω.11, 22], όχι μόνο επαινέθηκε, μολονότι και γνωστή ήταν και αγαπητή και από τους πλέον αφοσιωμένους μαθητές Του, αλλά και επιτιμήθηκε και διορθώθηκε από Αυτόν, διότι δεν είχε ομιλήσει ορθά. Καθόσον έλεγε προς αυτήν: «Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;(:Δεν σου είπα ότι εάν πιστέψεις, θα δεις τον ένδοξο θρίαμβο της παντοδυναμίας του Θεού εναντίον του θανάτου με την ανάσταση του αδελφού σου; Αυτή θα είναι το σύμβολο και το προμήνυμα της κοινής αναστάσεως όλων των ανθρώπων’’)» [Ιω.11,40], επιπλήττοντάς την σαν ακόμη να μην είχε πιστέψει.


Και ακόμη επειδή εκείνη έλεγε: «ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός(:ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός)»», απομακρύνοντάς την από την αντίληψη αυτού του είδους και διδάσκοντας ότι δεν έχει ανάγκη να λάβει από Άλλον, αλλά ότι Αυτός είναι η πηγή των αγαθών, λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή(:Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Εγώ έχω τη δύναμη να ανασταίνω, διότι είμαι η πηγή της ζωής)»[Ιω. 11,25], δηλαδή «δεν περιμένω από άλλον να δεχτώ ενέργεια, αλλά κατ’ ιδίαν δύναμη πράττω τα πάντα». Για τον λόγο αυτόν και θαυμάζει τον εκατόνταρχο και τον παρουσιάζει σε όλο το πλήθος και τον τιμά με την υπόσχεση ότι θα του δώσει τη βασιλεία, και τους άλλους προσκαλεί να επιδείξουν τον ίδιο ζήλο. Και για να πληροφορηθείς ότι με αυτόν τον σκοπό τα είπε αυτά, για να διδάξει και τους άλλους δηλαδή να πιστεύουν ομοίως, άκουσε του ευαγγελιστή τους κατάλληλους λόγους δια των οποίων υπαινίχτηκε αυτό· διότι λέγει: «ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Όταν ο Ιησούς άκουσε τα λόγια του αυτά, θαύμασε και είπε σε εκείνους που Τον ακολουθούσαν: “Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού”)».


Επομένως το να σκέπτεται κανείς γι’ Αυτόν μεγάλα πράγματα, αυτό κατεξοχήν είναι απόδειξη της πίστεως και αφορμή να κληρονομήσει τη βασιλεία και τα άλλα αγαθά του ουρανού· διότι ο έπαινός Του για τον εκατόνταρχο δεν σταμάτησε μόνο στα λόγια, αλλά αντί της πίστεως και τον ασθενή τον παρέδωσε υγιή, και πλέκει γι’αυτόν λαμπρό στέφανο και του υπόσχεται μεγάλες δωρεές, λέγοντας τα εξής: «Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν (: σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από ανατολή και δύση, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο ευφρόσυνο δείπνο της βασιλείας των ουρανών)»[Ματθ.8,11].


Επειδή λοιπόν έκανε πολλά θαύματα, στη συνέχεια τούς διδάσκει με μεγαλύτερη παρρησία. Έπειτα, για να μη νομίσει κανείς ότι αυτά είναι λόγια κολακείας, αλλά για να γνωρίσουν όλοι γενικώς ότι είχε τέτοια ψυχική διάθεση, λέγει: «ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι(:“Πήγαινε στο σπίτι σου κaι ας γίνει σε σένα όπως το πίστεψες (ότι δηλαδή μόνο με τον λόγο μου και από μακριά μπορώ να θεραπεύσω τον δούλο σου)”)»[Ματθ.8,13]. Και αμέσως επακολούθησε η πράξη της θεραπείας, επιβεβαιώνοντας την προαίρεσή του. «Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ(:και πράγματι εκείνη τη στιγμή θεραπεύθηκε ο δούλος του)».. Πράγμα που ακριβώς συνέβη και στη Συροφοινίκισσα· καθόσον λέγει και σε εκείνη: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης (:”ω γυναίκα, είναι μεγάλη η πίστη σου. Ας γίνει σε σένα όπως το θέλεις”. Και πράγματι απ’ την ώρα ακριβώς εκείνη γιατρεύτηκε η κόρη της)» [Ματθ.15,28].
Επειδή όμως και ο Λουκάς [πρβ. Λουκά 7,1-10] περιγράφοντας αυτό το θαύμα προσθέτει και πολλά άλλα, τα οποία φαίνεται να διαφωνούν, είναι ανάγκη να σας εξηγήσω και αυτά [πρβ. Ματθ. 8, 5-13, Λουκά 7, 1-10].


Τι λέγει λοιπόν ο Λουκάς; «Απέστειλε ο εκατόνταρχος Ιουδαίους πρεσβυτέρους προς Αυτόν, και Τον παρακαλούσε να έλθει» [βλ. Λουκά 7,3: «ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ Ἰησοῦ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ἐρωτῶν αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον αὐτοῦ(:όταν λοιπόν άκουσε για τον Ιησού ότι ήλθε στην Καπερναούμ, Του έστειλε μερικούς πρεσβυτέρους των Ιουδαίων και Τον παρακαλούσε να έλθει και να σώσει το δούλο του από τον έσχατο κίνδυνο)»]. Ο δε Ματθαίος λέγει ότι ο ίδιος αφού προσήλθε έλεγε ότι «Δεν είμαι άξιος» [πρβ. Ματθ.8,5]. Και μερικοί λέγουν ότι αυτός ο εκατόνταρχος που αναφέρει ο Λουκάς δεν είναι ίδιος με εκείνον που αναφέρει ο Ματθαίος, αν και έχει πολλές ομοιότητες. Διότι για εκείνον λέγει, ότι «ἀγαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν(: διότι, έλεγαν: “Ο εκατόνταρχος αυτός αγαπά το έθνος μας, και τη συναγωγή μας την έκτισε ο ίδιος με δικά του χρήματα”)» [Λουκά 7,5]· για τον εκατόνταρχο όμως που αναφέρει ο Ματθαίος, ο ίδιος ο Ιησούς λέγει: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού)». Και στην περίπτωση εκείνου μεν δεν είπε ότι «Πολλοί θα έλθουν από την ανατολή», πράγμα που σημαίνει ότι εκείνος ήταν Ιουδαίος. Τι λοιπόν θα πούμε; Ότι αυτή μεν είναι εύκολη λύση[:να πούμε δηλαδή ότι πρόκειται περί διαφορετικών προσώπων], παραμένει όμως να εξετάσουμε εάν αυτή είναι αληθινή.


Εγώ νομίζω ότι αυτός ο εκατόνταρχος που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος είναι ίδιος με εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς. «Μα τότε», θα έλεγε κανείς, «για ποιον λόγο ο Ματθαίος λέγει ότι αυτός είπε: “Δεν είμαι άξιος να εισέλθεις στην οικία μου”», ενώ ο Λουκάς ότι «έστειλε και τον κάλεσε να έλθει στην οικία του»; [πρβ. Λουκά 7,3]. Εγώ νομίζω ότι ο Λουκάς υπονοεί την κολακεία των Ιουδαίων και ότι αυτοί που ζουν υπό τη σκιά κάποιας συμφοράς εύκολα αλλάζουν γνώμη. Διότι ήταν φυσικό ο εκατόνταρχος να θέλησε να μεταβεί και να καλέσει τον Ιησού και να εμποδίστηκε από τους Ιουδαίους που τον κολάκευσαν λέγοντας, ότι «θα πάμε εμείς και θα σου φέρουμε αυτόν». Πρόσεξε λοιπόν ότι και η παράκλησή τους είναι γεμάτη από κολακεία. «Διότι ο εκατόνταρχος αυτός αγαπά το έθνος μας», λέγουν, «και τη συναγωγή μας την έκτισε ο ίδιος με δικά του χρήματα» [Λουκά 7,5]. Ούτε γνωρίζουν για ποιον λόγο επαινούν τον άντρα. Διότι το ορθό ήταν να πουν: «Θέλησε μεν αυτός να έλθει και να σε παρακαλέσει, εμείς όμως τον εμποδίσαμε βλέποντας τη συμφορά και το πτώμα να είναι κατάκοιτο», και έτσι να παρουσιάσουν το μέγεθος της πίστεως του εκατοντάρχου. Όμως δεν το λέγουν αυτό, διότι δεν ήθελαν να αποκαλύψουν την πίστη του ανδρός εξαιτίας του φθόνου τους, αλλά προτιμούσαν μάλλον να επισκιάσουν την αρετή εκείνου προς χάριν του οποίου ήλθαν να Τον παρακαλέσουν, για να μη φανεί ότι ήταν κάποιος σπουδαίος αυτός που παρακαλούσε, παρά διακηρύσσοντας την πίστη εκείνου να επιτύχουν αυτό για το οποίο είχαν έλθει. Διότι ο φθόνος είναι ικανός να σκοτίσει τον νου.


Αλλά ο Κύριος που γνωρίζει τα απόκρυφα επαίνεσε εκείνον και χωρίς αυτοί να το θέλουν. Και το ότι αυτό είναι αληθές, άκουσε τον Λουκά πάλι που ερμηνεύει αυτό. Διότι αυτός λέγει τα εξής, ότι: «ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. ἤδη δὲ αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος φίλους λέγων αὐτῷ· Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην μου εἰσέλθῃς(:πράγματι λοιπόν ο Ιησούς άρχισε να προχωρά μαζί τους προς το σπίτι του εκατοντάρχου. Λίγο όμως πριν φθάσουν στο σπίτι, όταν πλέον ήταν πολύ κοντά, έστειλε ο εκατόνταρχος κάποιους φίλους του και του είπε: “Κύριε, μην ταλαιπωρείσαι και μην μπαίνεις σε μεγαλύτερο κόπο να έλθεις στο σπίτι μου. Διότι δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου”)» [Λουκά 7,6]. Όταν δηλαδή απαλλάχθηκε από την ενόχληση αυτών, τότε αποστέλλει ανθρώπους και Tου λέγει: «Μη νομίσεις ότι δεν ήλθα λόγω οκνηρίας, αλλά επειδή έκρινα τον εαυτό μου ότι είμαι ανάξιος, να σε δεχτώ στην οικία μου». Εάν λοιπόν ο μεν Ματθαίος λέγει ότι είπε αυτό σε αυτόν όχι δια των φίλων[πρβ. Λουκά 7,6], αλλά ο ίδιος αυτοπροσώπως, αυτό δεν έχει καμία σημασία· διότι αυτό που ερευνούμε είναι εάν παρουσίασε ο καθένας την προθυμία του ανδρός και εάν είχε την πρέπουσα γνώμη περί του Χριστού. Είναι φυσικό επίσης να ήλθε και αυτός μετά την αποστολή των φίλων του και να είπε αυτά. Εάν όμως δεν το ανέφερε αυτό ο Λουκάς, αλλά ούτε ο Ματθαίος εκείνο, αυτό δεν σημαίνει ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους, αλλά μάλλον ότι συμπληρώνει ο ένας ό,τι παρέλειψε ο άλλος.


Πρόσεξε ακόμη πως και με άλλο τρόπο διακήρυξε την πίστη του ο Λουκάς λέγοντας ότι επρόκειτο να πεθάνει ο δούλος του[πρβ. Λουκά 7,2]. Αλλά όμως ούτε αυτό τον οδήγησε σε απόγνωση, ούτε τον έκαμε να απελπιστεί, αλλά και σε αυτήν την κατάσταση έλπιζε ότι θα επιζήσει. Εάν όμως ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο Χριστός είπε ότι «Ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη», λόγια που φανερώνουν ότι αυτός δεν ήταν Ισραηλίτης, ο δε Λουκάς λέγει ότι έχτισε τη συναγωγή [πρβ. Λουκά 7,5], ούτε αυτό δηλώνει αντίφαση· διότι ήταν δυνατόν και Ιουδαίος να μην ήταν και τη συναγωγή να οικοδομήσει και το έθνος να αγαπά. Εσύ, όμως, σε παρακαλώ, μην εξετάζεις απλώς τα λόγια του εκατοντάρχου, αλλά πρόσθεσε και το αξίωμα αυτού και τότε θα δεις την αρετή του ανδρός· καθόσον είναι μεγάλη η αλαζονεία αυτών που είναι στην εξουσία και ούτε στις συμφορές ταπεινώνονται.


Ο αναφερόμενος λοιπόν από τον Ιωάννη αξιωματούχος φέρει τον Κύριο στην οικία του και λέγει: «Κατάβηθι (:Κατέβα)» [«Κατάβηθι», δηλαδή από την Κανά στην Καπερναούμ· πρβ. Ιω. 4,46-47: «῏Ηλθεν οὖν πάλιν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησε τὸ ὕδωρ οἶνον. καὶ ἦν τις βασιλικός, οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούμ· οὗτος ἀκούσας ὅτι ᾿Ιησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνήσκειν(:ήλθε λοιπόν ο Ιησούς πάλι στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου παλιότερα είχε μετατρέψει το νερό σε κρασί. Εκεί υπήρχε κάποιος άνθρωπος που ανήκε στη βασιλική αυλή του Ηρώδη, και το παιδί του ήταν βαριά άρρωστο στην Καπερναούμ. Αυτός λοιπόν, μόλις άκουσε ότι ο Ιησούς είχε έλθει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, έφυγε από την Καπερναούμ και πήγε να τον συναντήσει˙ και άρχισε να τον παρακαλεί να κατεβεί από την Κανά στην Καπερναούμ και να θεραπεύσει τον γιο του˙ διότι ήταν βαριά άρρωστος και κινδύνευε να πεθάνει)»[πρβ. Ιω.4,49].


Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον εκατόνταρχο αυτής της διηγήσεως, αλλά και από εκείνον και από αυτούς που κατέβασαν από τη χαλασμένη σκεπή το κρεβάτι[πρβ. Μάρκ.2,1-2: «Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι᾿ ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο(:Ύστερα από μερικές ημέρες μπήκε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ˙ κι έγινε γνωστό ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. Αμέσως λοιπόν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί, ώστε να γεμίσει το σπίτι και να μην υπάρχει χώρος πλέον ούτε δίπλα στη θύρα. Και τους δίδασκε τον λόγο του Θεού Έρχονται τότε και Του φέρνουν έναν παράλυτο, που τον σήκωναν πάνω σ’ ένα κρεβάτι τέσσερις. Κι επειδή δεν μπορούσαν εξαιτίας του πλήθους να τον πλησιάσουν, ξεσκέπασαν τη σκεπή στο μέρος όπου βρισκόταν ο Κύριος, κι αφού έκαναν ένα άνοιγμα, έριξαν από κει κάτω σιγά – σιγά το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος)»], ο εκατόνταρχος συμπεριφέρεται πολύ καλύτερα· διότι δεν ζητεί τη σωματική παρουσία του Ιησού, ούτε μετέφερε τον ασθενή πλησίον του Ιατρού, πράγμα που σημαίνει ότι δεν σκεπτόταν γι’αυτόν μικρά πράγματα, αλλά πίστευε ότι ήταν θεόσταλτος· γι’ αυτόν τον λόγο και λέγει: «Πες μόνο έναν λόγο» [Ματθ.8,8 και Λουκά 7,7].


Και δεν λέγει στην αρχή: «Πες έναν λόγο» αλλά αρχικώς περιγράφει μόνο την ασθένεια· διότι ούτε περίμενε, λόγω της μεγάλης ταπεινοφροσύνης του, αμέσως να συναινέσει ο Χριστός και να θελήσει να έλθει στην οικία του. Για τον λόγο αυτόν μόλις άκουσε τους λόγους του Κυρίου: «Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω», τότε λέγει: «Πες μονάχα έναν λόγο». Ούτε και η ασθένεια τού προξένησε σύγχυση, αλλά και μέσα στη συμφορά του φιλοσοφεί, προσέχοντας όχι τόσο στην υγεία του δούλου του, όσο προς το να μη φανεί να πράττει τίποτε το ασεβές. Μολονότι, βέβαια, δεν Τον εξανάγκασε να έλθει στην οικία του, αλλά ο Χριστός υποσχέθηκε αυτό, παρά ταύτα και πάλι φοβείται μην τυχόν φανεί να υπερτιμά τη δική του αξία και να επισύρει εναντίον του βαρύ παράπτωμα. Είδες τη σύνεσή του; Πρόσεξε και τη μωρία των Ιουδαίων οι οποίοι λέγουν: «ἄξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο(:αξίζει να του κάνει τη χάρη αυτή που ζητά)» [Λουκά 7,4]. Διότι ενώ έπρεπε να προσφύγουν στη φιλανθρωπία του Ιησού, αυτοί όμως προβάλλουν την αξία του εκατοντάρχου, και ούτε γνωρίζουν πώς πρέπει να διατυπώσουν το αίτημά τους. Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με εκείνον· αλλά και είπε ότι είναι ο ίδιος πολύ ανάξιος όχι μόνο να δεχτεί την ευεργεσία, αλλά και να δεχτεί τον Κύριο στην οικία του. Για τον λόγο αυτόν και αφού είπε «ο δούλος μου είναι ασθενής» δεν πρόσθεσε το «Πες», επειδή φοβήθηκε μήπως ήταν ανάξιος να δεχτεί τη δωρεά, αλλά ανέφερε μόνο τη συμφορά. Όταν πάλι είδε τον Χριστό να δείχνει προθυμία, ούτε και τότε προχώρησε με ορμή, αλλά και πάλι συγκρατείται μέσα στον χώρο της πρεπούσης μετριοπάθειάς του.


Εάν όμως κάποιος έλεγε: «Για ποιον λόγο δεν ανταπέδωσε την τιμή ο Χριστός σε αυτόν;», θα μπορούσαμε να πούμε αυτό, ότι του ανταπέδωσε και μάλιστα μεγάλη τιμή. Πρώτον μεν, με το ότι φανέρωσε την πίστη του, πράγμα που κατεξοχήν έγινε φανερό από του ότι δεν μετέβη ο ίδιος στην οικία του[πρβ. Ματθ.8,13 και Λουκά 7,10]. Δεύτερον δε, με το ότι τον εισήγαγε στη βασιλεία και τον προτίμησε από όλο το ιουδαϊκό έθνος· διότι επειδή θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο να δεχτεί τον Χριστό στην οικία του, και άξιος κρίθηκε της βασιλείας των ουρανών και πέτυχε τα καλά που απόλαυσε ο Αβραάμ. «Και γιατί», θα έλεγε κανείς, «και ο λεπρός δεν επαινέθηκε αν και επέδειξε μεγαλύτερη πίστη από τον εκατόνταρχο;» Διότι δεν είπε εκείνος: «Πες έναν λόγο», αλλά αυτό που ήταν πολύ μεγαλύτερο: «Θέλησε μόνο»· πράγμα που ο Προφήτης λέγει για τον Πατέρα, ότι «ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε(:ο Θεός μας όμως τόσο στον ουρανό, όσο και στη γη, όλα όσα θέλησε τα έκανε και τίποτε δεν παρουσιάστηκε αδύνατο στη θέλησή Του)» [Ψαλμ.113,11].


Αλλά και ο λεπρός επαινέθηκε από τον Χριστό. Διότι όταν λέγει «ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(:Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο”)» [Ματθ.8,4], δεν λέγει τίποτε άλλο παρά αυτό, ότι «εσύ θα κατηγορήσεις αυτούς από όσους πίστεψες». Εξάλλου δεν ήταν το ίδιο πράγμα να πιστέψει ένας Ιουδαίος και ένας εκτός του έθνους των Ιουδαίων· διότι το ότι δεν ήταν Ιουδαίος ο εκατόνταρχος φαίνεται και από το ότι ήταν εκατοντάρχης και από τα λόγια που είπε: «Ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη». Και ήταν βέβαια, πολύ σπουδαίο πράγμα ένας άνθρωπος εκτός του ιουδαϊκού έθνους να φτάσει σε τόσο υψηλή έννοια περί του Χριστού. Καθόσον, όπως εγώ πιστεύω, φαντάστηκε τις ουράνιες στρατιές ή ότι σε Αυτόν έτσι υποτάσσονται τα πάθη και ο θάνατος και όλα τα άλλα, όπως οι στρατιώτες στον ίδιο τον εκατόνταρχο. Για τον λόγο αυτόν και έλεγε: «Διότι και εγώ που είμαι ένας άνθρωπος και είμαι κάτω από εξουσία»· δηλαδή: «Εσύ είσαι Θεός, ενώ εγώ άνθρωπος· εγώ είμαι υπό την εξουσία άλλων, ενώ εσύ δεν είσαι υπό εξουσία άλλων. Εάν, λοιπόν, εγώ, που είμαι άνθρωπος και υπό εξουσίαν, μπορώ να κάνω τόσο μεγάλα πράγματα, πολύ περισσότερο αυτός που είναι και Θεός και δεν είναι υπό εξουσίαν άλλων». Θέλει δηλαδή, να Τον πείσει σε μεγάλο βαθμό, ότι δεν τα λέγει όλα αυτά για να παρουσιάσει ένα παρόμοιο παράδειγμα, αλλά ότι ο Κύριος υπερέχει σε μεγάλο βαθμό· διότι «εάν εγώ», λέγει, «που είμαι ισότιμος με αυτούς που διατάσσω και που βρίσκομαι υπό εξουσία, όμως λόγω της μικρής αυτής υπεροχής της αρχής μπορώ τόσο σπουδαία πράγματα να πράξω και δεν φέρει κανένας αντίρρηση, αλλά αυτά που διατάζω, αυτά γίνονται, και αν ακόμη είναι διαφόρων ειδών τα παραγγέλματα(διότι λέγω στον ένα «Πήγαινε» και πηγαίνει, και στον άλλο «Έλα» και έρχεται), πολύ περισσότερα αυτός μπορεί να πράξει». Μερικοί πάλι αναγιγνώσκουν ως εξής αυτό το χωρίο: «Διότι εάν εγώ, που είμαι άνθρωπος» και θέτοντας σημείο στίξεως ανάμεσα προσθέτουν: «έχω υπό την εξουσία μου στρατιώτες».


Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, πως ο εκατόνταρχος έδειξε ότι ο Ιησούς μπορεί να εξουσιάσει τον θάνατο σαν ένα δούλο και να τον διατάσσει ως Δεσπότης του. Διότι όταν λέγει: «Έλα» και έρχεται, και «πήγαινε» και πηγαίνει, αυτό εννοεί, ότι δηλαδή: «Αν διατάξεις να μην έλθει ο θάνατος στον δούλο μου, δεν θα έλθει». Είδες κατά ποιον τρόπο ήταν πιστός; Διότι αυτό που επρόκειτο αργότερα να γίνει σε όλους φανερό, αυτό αυτός ήδη έκανε ολοφάνερο, ότι έχει εξουσία και επί του θανάτου και επί της ζωής, και οδηγεί κάτω στις πύλες του Άδου και ανεβάζει από εκεί. Και δεν έκανε λόγο μόνο περί στρατιωτών, αλλά και περί δούλων, πράγμα που ήταν δείγμα μεγαλύτερης υπακοής. Αλλά όμως αν και είχε τόσο μεγάλη πίστη, θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο ακόμη. Ο Χριστός όμως δείχνοντας ότι είναι άξιος να εισέλθει στην οικία του, έκανε πολύ πιο μεγάλα πράγματα, διότι και τον θαύμασε, και διακήρυξε την πίστη του, και του έδωσε περισσότερα από αυτά που ζήτησε. Καθόσον ήλθε ζητώντας σωματική υγεία για τον δούλο του και έφυγε αφού έλαβε τη βασιλεία των ουρανών. Είδες ότι ήδη αποδεικνυόταν αληθινό το «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν(:να ζητάτε πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού και την απόκτηση των αρετών που ο Θεός σας ζητά ως όρο για να σας χαρίσει τα αγαθά αυτά. Και τότε αυτά τα επίγεια θα σας δοθούν μαζί με εκείνα)»; [Ματθ.6,33]. Διότι, επειδή επέδειξε πολλή πίστη και ταπεινοφροσύνη και τον ουρανό τού έδωσε και την υγεία του δούλου τού πρόσθεσε· και δεν τον τίμησε μόνο με αυτό, αλλά και με το να δείξει ποιοι είναι εκείνοι που αποβάλλονται από τη βασιλεία των ουρανών και εισάγεται αυτός. Καθόσον εξ αυτού πλέον καθιστά σε όλους γνωστό, ότι σώζεται κανείς δια της πίστεως και όχι από τη φύλαξη των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου.


Για τον λόγο αυτόν ακριβώς όχι μόνο στους Ιουδαίους, αλλά και στους εθνικούς θα δοθεί αυτή η δωρεά ως βραβείο· και περισσότερο σε εκείνους, παρά σε αυτούς. «Διότι μη νομίσετε, βέβαια», λέγει, «ότι αυτό συνέβη αποκλειστικά και μόνο για τον εκατόνταρχο, καθόσον αυτό θα συμβεί και σε όλη την οικουμένη». Αυτό λοιπόν το έλεγε προφητεύοντας για τα έθνη και δίνοντας αγαθές ελπίδες σε αυτούς. Καθόσον υπήρχαν πολλοί από τα μέρη της Γαλιλαίας όπου διέμεναν πολλοί εθνικοί [πρβ.Ματθ.4,15, 18 και 8,1]. Αυτά επίσης τα έλεγε για να προφυλάξει τους εθνικούς από την απογοήτευση και για να εξυγιάνει το φρόνημα των Ιουδαίων. Για να μην προσβάλουν τα λόγια Του αυτούς που Τον άκουγαν, και για να μη δώσει σε αυτούς καμία αφορμή για κατηγορία, δεν ομιλεί προηγουμένως για τους εθνικούς, παρά μόνο όταν έλαβε αφορμή από τον εκατόνταρχο, χωρίς, φυσικά, και πάλι να αναφέρει καθαρά το όνομα των εθνικών. Διότι δεν είπε: «Πολλοί από τους εθνικούς» αλλά «Πολλοί από την ανατολή και τη δύση», πράγμα που φανέρωνε το όνομα των εθνικών, δεν σκανδάλιζε όμως έτσι αυτούς που Τον άκουγαν, διότι ήταν κεκαλυμμένος ο λόγος Του[βλ. Ματθ.8,11-12: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων(:σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από ανατολή και δύση, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο ευφρόσυνο δείπνο της βασιλείας των ουρανών· ενώ εκείνοι που κατάγονται από τον Αβραάμ και σύμφωνα με τις επαγγελίες και υποσχέσεις του Θεού είναι κληρονόμοι της βασιλείας, θα ριχθούν έξω απ’ αυτήν, στο σκοτάδι που είναι τελείως απομακρυσμένο από τη βασιλεία του Θεού. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους”)»].


Και δεν καλύπτει μόνο με αυτόν τον τρόπο τη σκέψη ότι η διδασκαλία ήταν μία καινοτομία, αλλά και με το ότι ανέφερε αντί της βασιλείας, τους κόλπους του Αβραάμ. Διότι ούτε αυτό το όνομα ήταν γνωστό στους εθνικούς, και περισσότερο πληγώνονταν οι Ιουδαίοι με το ότι αναφερόταν το όνομα του Αβραάμ. Για τον λόγο αυτόν και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής δεν είπε τίποτε ευθέως περί γεέννης, αλλά είπε αυτό που περισσότερο στενοχωρούσε αυτούς: «καὶ μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν ᾿Αβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ ᾿Αβραάμ(:και μη σας αρέσει να εξαπατάτε τον εαυτό σας και να λέτε μέσα σας: “εμείς έχουμε πατέρα τον Αβραάμ”· διότι σας λέω ότι ο Θεός έχει τη δύναμη και απ’ αυτές εδώ τις πέτρες να αναστήσει απογόνους του Αβραάμ)» [Ματθ.3,9]. Μαζί επίσης με αυτά φροντίζει και για κάτι άλλο, το να μη νομιστεί, δηλαδή, ότι είναι αντίθετος με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης· διότι αυτός που θαυμάζει τους πατριάρχες και ονομάζει τους κόλπους εκείνων τέλος των αγαθών, με πολλή δύναμη αναιρεί και αυτήν την υποψία.


Κανείς λοιπόν ας μη νομίζει ότι στους λόγους αυτούς η απειλή είναι μία· διότι είναι διπλή και στους Ιουδαίους η τιμωρία και η ευφροσύνη στους εθνικούς. Στους μεν Ιουδαίους όχι επειδή εξέπεσαν της βασιλείας των ουρανών, αλλά επειδή εξέπεσαν από αυτήν που ήταν δική τους· στους εθνικούς δε όχι επειδή απέκτησαν αγαθά απλώς, αλλά επειδή τα απέκτησαν αυτά χωρίς να τα περιμένουν. Και ένα τρίτο που συνέβη μεταξύ αυτών είναι ότι οι εθνικοί έλαβαν τα αγαθά που ανήκαν στους Ιουδαίους. Και «υιούς της βασιλείας» ονομάζει αυτούς για τους οποίους ήταν προετοιμασμένη η βασιλεία των ουρανών· πράγμα που τους πλήγωνε κατεξοχήν. Αφού λοιπόν τους έδειξε ότι σύμφωνα με την επαγγελία και την υπόσχεση βρίσκονταν στους κόλπους του Αβραάμ, στη συνέχεια τους απομακρύνει. Έπειτα επειδή αυτό που ελέχθη ήταν ασαφές, επιβεβαιώνεται αυτό με το θαύμα· όπως ακριβώς βέβαια, και τα θαύματα επαληθεύει με την προφητεία που ειπώθηκε σχετικά με αυτά. Αυτός λοιπόν που δεν πιστεύει τη θεραπεία που συνέβη στον δούλο, τότε ας πιστέψει το θαύμα εκείνο, καθόσον επαληθεύτηκε σήμερα η προφητεία του· διότι, και η προφητεία έγινε πριν από το αποτέλεσμα φανερή σε όλους από το τότε θαύμα. Για τον λόγο αυτόν, βέβαια, αφού προηγουμένως προείπε αυτά, στη συνέχεια θεράπευσε τον παραλυτικό, για να γίνουν πιστευτά τα μέλλοντα να συμβούν από τα παρόντα και το μικρότερο διαμέσου του μεγαλύτερου· διότι το να απολαμβάνουν οι μεν ενάρετοι τα αγαθά, οι δε αντίθεοι να υπομένουν τα λυπηρά, δεν φανερώνει τίποτε άλλο, αλλά ότι συνέβαινε αυτό κατά τρόπο φυσικό και ήταν αποτέλεσμα των φυσικών νόμων· το να ενδυναμώσει όμως το σώμα του παραλυτικού και να αναστήσει τον νεκρό[πρβ. Λουκά 7,2] ήταν κάτι μεγαλύτερο από φυσικό.


Αλλά όμως στη μεγάλη αυτήν και θαυμαστή ενέργεια πρόσφερε πάρα πολλά και ο εκατόνταρχος· και ακριβώς αυτό θέλοντας να δηλώσει και ο Χριστός έλεγε: «Πήγαινε και ας σου γίνει όπως πίστεψες». Είδες πώς διεκήρυξε η υγεία του δούλου και τη δύναμη του Χριστού και την πίστη του εκατοντάρχου και επιβεβαίωσε αυτό που θα συνέβαινε στο μέλλον; Μάλλον δε όλα διεκήρυτταν τη δύναμη του Χριστού· διότι δεν θεράπευσε μόνο το σώμα του δούλου, αλλά και την ψυχή του εκατοντάρχου προσείλκυσε στην πίστη δια των θαυμάτων αυτών. Εσύ όμως να μην προσέχεις μόνο αυτό, το ότι δηλαδή πίστεψε αυτός και το ότι θεραπεύτηκε εκείνος, αλλά θαύμασε και την ταχύτητα με την οποία συνέβησαν. Καθόσον για να δηλώσει αυτό ο ευαγγελιστής, έλεγε: «Και θεραπεύτηκε ο δούλος του την ίδια εκείνη στιγμή»· όπως ακριβώς λοιπόν είπε και στην περίπτωση του λεπρού, ότι «Αμέσως καθαρίστηκε» [Ματθ.8,2]· διότι όχι μόνο η θεραπεία, αλλά και το ότι αυτή έγινε κατά τρόπο παράδοξο και εν ριπή οφθαλμού, φανέρωνε τη δύναμή Του. Και δεν ωφελούσε μόνο με αυτήν, αλλά και με το ότι συνεχώς κατά την επίδειξη των θαυμάτων ανέπτυσσε λόγους περί της βασιλείας των ουρανών και προσείλκυε όλους προς αυτήν· διότι και αυτούς που απειλούσε ότι θα τους εκβάλει, τους απειλούσε όχι για να τους εκβάλει, αλλά για να τους προσελκύσει προς αυτήν, εκφοβίζοντας αυτούς με τους λόγους.


Εάν όμως ούτε και έτσι δεν ωφελούνταν, αυτών είναι όλη η ευθύνη και όλων εκείνων που πάσχουν από την ίδια ασθένεια· διότι αυτό θα έβλεπε κανείς να συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ των Ιουδαίων, αλλά και μεταξύ αυτών που πίστεψαν στον Χριστό. Διότι και ο Ιούδας ήταν υιός της βασιλείας και άκουσε μαζί με τους μαθητές: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ(:Αληθινά σας λέω ότι εσείς που με ακολουθήσατε, όταν ξαναγεννηθεί ο κόσμος και θα έχει συντελεσθεί η ανάσταση των νεκρών, οπότε θα καθίσει ο υιός του ανθρώπου σε θρόνο λαμπρό, αντάξιο της δόξας Του, θα καθίσετε κι εσείς σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ)» [Ματθ.19,28], αλλά έγινε υιός της γεέννης· ο Αιθίοπας [πρβ. Πράξ.8,26-39] όμως, αν και ήταν βάρβαρος [:δηλαδή ειδωλολάτρης, εθνικός] άνθρωπος και από αυτούς που κατάγονταν από την ανατολή και τη δύση, θα απολαύσει στεφάνους μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Αυτό συμβαίνει σήμερα και σε μας. Διότι λέγει: «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι(:πολλοί μάλιστα που είναι στον κόσμο αυτό πρώτοι, θα είναι στον άλλο κόσμο τελευταίοι, και πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι)» [Ματθ.19,30]. Και αυτό το λέγει, ώστε και οι αμαρτωλοί να μη χάνουν το θάρρος τους, με τη σκέψη ότι τάχα δεν μπορούν να επιστρέψουν στον Θεό και οι πιστοί να μην παίρνουν θάρρος, ότι τάχα είναι αμετακίνητοι. Αυτό διακηρύττοντας και ο Ιωάννης προηγουμένως έλεγε: «Μπορεί ο Θεός και από αυτούς τους λίθους να αναστήσει τέκνα για τον Αβραάμ» [Ματθ.3,9]. Επειδή, δηλαδή, επρόκειτο αυτό να συμβεί, προλέγεται προ πολλού χρόνου, ώστε κανείς να μη θορυβηθεί από το παράξενο του πράγματος. Αλλά εκείνος μεν λέγει αυτό ως κάτι που ενδεχομένως να συμβεί· διότι προηγήθηκε του Χριστού· ο Χριστός όμως ως κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε, παρέχοντας την απόδειξη από τις πράξεις Του.


Ας μην έχουμε λοιπόν στον εαυτό μας μεγάλη εμπιστοσύνη εμείς οι πιστοί, αλλά να λέμε στους εαυτούς μας: «Ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ(:από τα διδακτικά λοιπόν αυτά παραδείγματα της ιστορίας του Ισραήλ, βγαίνει το συμπέρασμα ότι όποιος έχει την ιδέα ότι στέκεται καλά στα πόδια του, ας προσέχει μην πέσει όπως έπεσαν και οι Ισραηλίτες που ανέφερα)» [Α΄Κορ.10,12]. Ούτε να καταλαμβανόμαστε από απόγνωση όσοι πέφτουμε, αλλά να λέμε στους εαυτούς μας: «Ὅτι τάδε λέγει Κύριος· μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται; ἢ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἀναστρέφει;(:διότι αυτά λέγει ο Κύριος: Μήπως αυτός που πέφτει, δεν σηκώνεται, ή μήπως εκείνος που έχασε τον δρόμο του και πλανήθηκε δεν προσπαθεί να τον βρει πάλι και να επιστρέψει;)» [Ιερ.8,4]. Καθόσον πολλοί αν και ανέβηκαν σε αυτήν την κορυφή του ουρανού και επέδειξαν όλη την υπομονή, και μολονότι κατέλαβαν τις ερήμους και δεν είδαν ούτε στο όνειρό τους γυναίκα, επειδή προς στιγμή έδειξαν οκνηρία παραγκωνίστηκαν και έπεσαν σε αυτό το βάραθρο της κακίας. Άλλοι δε πάλι από εκεί, ανέβηκαν στον ουρανό, και από το θέατρο και την ορχήστρα μεταπήδησαν προς την αγγελική πολιτεία· και τόση αρετή επέδειξαν, ώστε να εκδιώξουν δαίμονες και να κάνουν πολλά άλλα παρόμοια θαύματα.


Και οι μεν Γραφές είναι γεμάτες από αυτούς, η δε ζωή μας είναι γεμάτη από αυτά τα παραδείγματα. Έτσι και πόρνοι και ασήμαντοι κλείνουν τα στόματα των Μανιχαίων[Μανιχαίοι: ήσαν οπαδοί της θρησκείας του εκ Περσίας Μάνεντος, η οποία προήλθε από την περσική δυαρχία του φωτός και του σκότους, όπου απέδιδε αντίστοιχα το αγαθό και το κακό. Αργότερα προσέλαβε και στοιχεία από τον Χριστιανισμό], οι οποίοι λένε ότι η κακία είναι ακίνητη και βρίσκονται υπό την κυριαρχία του διαβόλου, και παραλύουν τα χέρια αυτών που θέλουν να αγωνιστούν για το καλό και ανατρέπουν έτσι όλη τη ζωή· διότι αυτοί που πιστεύουν σε αυτά και τα μεταδίδουν δεν βλάπτουν μόνο ως προς τα μελλοντικά αγαθά, αλλά και εδώ όλα τα κάνουν άνω-κάτω, όσο βέβαια, εξαρτάται από αυτούς· διότι πότε κανείς από αυτούς που ζουν στην κακία θα φροντίσει για την αρετή, όταν πιστεύει ότι είναι αδύνατη η επάνοδος προς εκείνη και η μεταβολή προς το καλύτερο; Διότι εάν τώρα που υπάρχουν και νόμοι, και απειλές περί τιμωριών, και δόξα που διεγείρει τους περισσότερους, και γέενα του πυρός αναμενόμενη, και βασιλεία των ουρανών που μας έχει υποσχεθεί, και ονειδίζονται οι κακοί ενώ εγκωμιάζονται οι καλοί, μόλις και μετά δυσκολίας μερικοί προτιμούν τους ιδρώτες υπέρ της αρετής, εάν όλα αυτά τα αφαιρέσεις, ποιο είναι εκείνο που θα εμποδίσει να χαθούν όλα και να διαφθαρούν;


Αφού λοιπόν συνειδητοποιήσουμε τη διαβολική κακουργία και ότι όλοι αυτοί που επιχειρούν να νομοθετούν την περί της ειμαρμένης[ειμαρμένη: έτσι καλούνταν η τύχη του κάθε ανθρώπου στον κόσμο με όλες τις περιπέτειές της· με άλλα λόγια η αναπότρεπτη μοίρα, το πεπρωμένο· επίσης καλούνταν έτσι και η προσωποποιημένη υπέρτατη δύναμη που κυβερνά τη φύση και ρυθμίζει τις πράξεις των ανθρώπων. Η πίστη στη ειμαρμένη καλείται «μοιροκρατία», έναντι της οποίας ο Χριστιανισμός αντιτάσσει την πίστη στην πρόνοια του Θεού, κατά την οποία τίποτε δεν συμβαίνει τυχαίως, αλλά τα πάντα βρίσκονται υπό την προστασία του Θεού και μάλιστα η ανθρώπινη ύπαρξη] διδασκαλία αντιτίθενται και προς τους μη Χριστιανούς νομοθέτες και προς τους νόμους του Θεού και προς τη λογική της φύσεως και προς την κοινή αντίληψη όλων γενικώς των ανθρώπων και προς αυτούς τους βαρβάρους, δηλαδή, και προς τους Σκύθες και τους Θράκες, ας επαγρυπνούμε, αγαπητοί μου, και αφού αποφύγουμε όλους εκείνους και ας βαδίζουμε και με θάρρος και με φόβο δια της στενής εκείνης οδού. Με φόβο μεν εξαιτίας των γκρεμών που υπάρχουν και από τα δύο μέρη, με θάρρος δε επειδή προηγείται από εμάς ο Ιησούς. Ας βαδίζουμε με πνευματική διαύγεια και άγρυπνοι.


Επειδή έστω και λίγο να νυστάξει κανείς αμέσως θα καταποντιστεί. Διότι δεν είμαστε προσεκτικότεροι από τον Δαβίδ, ο οποίος επειδή έδειξε αμέλεια μόνο για λίγο, κατακρημνίστηκε μέσα σε αυτό το βάραθρο της αμαρτίας. Αλλά αμέσως σηκώθηκε. Μη βλέπεις λοιπόν μόνο το ότι αμάρτησε, αλλά και το ότι απέπλυνε την αμαρτία του. Διότι η Γραφή ακριβώς γι΄αυτό περιέλαβε αυτήν την ιστορία, όχι για να πληροφορηθείς την πτώση του, αλλά για να θαυμάσεις την ανόρθωσή του· για να διδαχτείς πως πρέπει να σηκώνεσαι όταν συμβεί να πέσεις. Διότι όπως ακριβώς οι ιατροί, αφού εκλέξουν τα φοβερότερα από τα νοσήματα, τα γράφουν στα βιβλία και διδάσκουν τη μέθοδο της θεραπείας τους, ώστε με το να είναι ασκημένοι στα βαρύτερα να μπορούν εύκολα να θεραπεύονται από τα ελαφρότερα, έτσι, βέβαια, και ο Θεός τα μεγαλύτερα από τα αμαρτήματα τα απεκάλυψε για να μπορούν, μέσω αυτών, να επιτύχουν εύκολα τη διόρθωση των μικρών πταισμάτων τους· διότι εάν θεραπεύτηκαν εκείνα, πολύ περισσότερο θα θεραπευτούν τα μικρότερα.


Ας δούμε λοιπόν και πώς αμάρτησε και πώς θεραπεύτηκε ο μακάριος εκείνος Δαβίδ. Ποια λοιπόν ήταν η αρρώστιά του; Μοίχευσε και φόνευσε. Διότι δεν αισθάνομαι ντροπή διακηρύσσοντας αυτά με δυνατή φωνή. Διότι εάν το Πνεύμα το άγιο δεν θεώρησε ντροπή να παραθέσει όλη αυτήν την ιστορία[πρβ. Β΄Βασ.11-12], πολύ περισσότερο ούτε εμείς πρέπει να την επισκιάζουμε. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς δεν διακηρύσσω μόνο αυτά αλλά προσθέτω και κάτι άλλο. Ότι δηλαδή, όσοι αποκρύπτουν αυτά, αυτοί κατεξοχήν επικαλύπτουν την αρετή εκείνου· και όπως ακριβώς αυτοί που αποσιωπούν τον πόλεμο του Γολιάθ, τον αποστερούν όχι από μικρά στεφάνια, το ίδιο πράττουν και αυτοί που παραλείπουν αυτήν την ιστορία. Δεν φαίνεται, λοιπόν, ότι είναι παράξενο αυτό που ειπώθηκε; Δείξτε όμως λίγη υπομονή και τότε θα διαπιστώσετε ότι αυτά δικαίως ειπώθηκαν. Διότι για τον λόγο αυξάνω το αμάρτημα και κάνω πιο παράδοξο τον λόγο μου, για να παρασκευάσω τα φάρμακα με περισσότερη αφθονία. Ποιο λοιπόν είναι αυτό που προσθέτω; Την αρετή του ανδρός, πράγμα που κάνει μεγαλύτερο και το αμάρτημα. Διότι σε όλες τις περιπτώσεις δεν κρίνονται όλα κατά όμοιο τρόπο· διότι, λέγει: «ὁ γὰρ ἐλάχιστος συγγνωστός ἐστιν ἐλέους, δυνατοὶ δὲ δυνατῶς ἐτασθήσονται(:διότι ο άσημος και ο αφανής στον οποίο δεν δόθηκε καμία εξουσία και κανένα αξίωμα, είναι άξιος της συγνώμης και του ελέους του Θεού. Αυτοί όμως που έλαβαν δύναμη και εξουσία, θα κριθούν με αυστηρότητα)» [Σοφ. Σολ. 6,6]· και· «ἐκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος, ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ καὶ μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ θέλημα αὐτοῦ, δαρήσεται πολλάς(: και γενικότερα για κάθε δούλο ισχύει αυτός ο κανόνας: “Εκείνος ο δούλος που γνώρισε το θέλημα του κυρίου του και δεν ετοίμασε ούτε έκανε αυτό που θέλει ο κύριός του, θα δεχθεί πολλές μαστιγώσεις και θα τιμωρηθεί αυστηρά, διότι συνειδητά παρέβη το θέλημα του κυρίου του”)» [Λουκά 12,47]. Ώστε η περισσότερη γνώση γίνεται αιτία για μεγαλύτερη τιμωρία. Και ακριβώς γι΄αυτό εάν ιερέας επρόκειτο να διαπράξει τα ίδια αμαρτήματα με το ποίμνιό του, δεν θα τιμωρηθεί το ίδιο, αλλά πολύ φοβερότερα. Ίσως όμως, βλέποντας να αυξάνει η κατηγορία, να τρέμετε και να φοβάστε και να με εκλαμβάνετε κατάπληκτοι ως κάποιον που βαδίζει κατευθείαν στον γκρεμό. Αλλά όμως εγώ έχω τόση εμπιστοσύνη στην αρετή του δικαίου που με κάνει να προχωρώ πιο πέρα· διότι όσο θα αυξήσω το αμάρτημα, τόσο περισσότερο σπουδαίο θα μπορέσω να παρουσιάσω το εγκώμιο του Δαβίδ.


Θα ρωτήσει κάποιος:«Τι παραπάνω από αυτά μπορείς να αναφέρεις;». Και βέβαια υπάρχουν πάρα πολλά· διότι όπως ακριβώς στην περίπτωση του Κάιν αυτό που συνέβη δεν ήταν απλός φόνος, αλλά και από πολλούς φόνους χειρότερο, επειδή δεν φόνευσε ξένο, αλλά τον αδελφό του, και αδελφό μάλιστα που δεν τον είχε αδικήσει, αλλά είχε αδικηθεί, και όχι μετά από πολλούς φονιάδες, αφού πρώτος εφηύρε αυτός το βδέλυγμα, έτσι, βέβαια, και εδώ δεν ήταν μόνο φόνος το εγχείρημα· διότι δεν ήταν κάποιος τυχαίος ο άνδρας που έπραξε αυτό, αλλά προφήτης· και δεν φονεύει αυτόν που είχε αδικήσει, αλλά αυτόν που είχε αδικηθεί· διότι πράγματι τον είχε αδικήσει κατά τρόπο θανάσιμο, διότι του άρπαξε τη γυναίκα του· αλλά όμως μετά από εκείνο πρόσθεσε και τον φόνο. Βλέπετε πως δεν λυπήθηκα το δίκαιο; Πως περιέγραψα τα αμαρτήματά του χωρίς κανένα περιορισμό; Αλλά όμως έχω τόση πεποίθηση στην απολογία, ώστε μετά από το τόσο βάρος του αμαρτήματος θα ήθελα να παρευρίσκονται εδώ και οι Μανιχαίοι, που αυτοί κυρίως διακωμωδούν όλα αυτά, καθώς και οι πλανημένοι οπαδοί του Μαρκίωνος[Μαρκίων: μέγας αιρεσιάρχης, που καταγόταν από τη Σινώπη του Πόντου, υιός επισκόπου και υπήρξε μαθητής του Βασιλείδου. Έζησε τον 2ο αιώνα και υπήρξε μέγας γνωστικός. Δίδασκε ότι ο ύψιστος αγαθός Θεός της Παλαιάς Διαθήκης έστειλε τον υιό Του τον Χριστό, για να απαλλάξει τον άνθρωπο από την τυραννία του δεύτερου Θεού, του δημιουργού του κόσμου. Ο Χριστός είχε κατ’αυτόν φαινομενικό σώμα. Απέρριπτε την Παλαιά Διαθήκη και από την Καινή δεχόταν το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο και 10 επιστολές, πλην των Ποιμαντικών και της προς Εβραίους], για να τους κλείσω τελείως τα στόματα. Διότι εκείνοι μεν λέγουν ότι φόνευσε και μοίχευσε ο Δαβίδ, εγώ όμως λέγω όχι μόνο αυτό, αλλά διπλό φανέρωσα τον φόνο και από το ότι φονεύτηκε ο αδικημένος και από την ποιότητα του προσώπου που διέπραξε τον φόνο.


Διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα, αυτός που αξιώθηκε να λάβει το Πνεύμα και έτυχε τόσων πολλών ευεργεσιών και είχε το κύρος και βρισκόταν σε τέτοια ηλικία να διαπράττει παρόμοια πράγματα με εκείνον που δεν έχει κανένα από όλα αυτά τα πλεονεκτήματα. Αλλά όμως κυρίως ως προς αυτό είναι αξιοθαύμαστος ο γενναίος εκείνος άνδρας, ότι, αν και κατέπεσε σε αυτόν τον πυθμένα της κακίας, δεν έχασε το θάρρος του, ούτε κατελήφθη από απόγνωση, ούτε άφησε τον εαυτό του πεσμένο, αν και δέχτηκε θανατηφόρο πλήγμα παρά του διαβόλου, αλλά ταχέως, μάλλον δε ευθέως και με πολλή σφοδρότητα έδωσε περισσότερο θανατηφόρο πλήγμα από αυτό που δέχτηκε. Και συνέβη εδώ το ίδιο με εκείνο που συμβαίνει στον πόλεμο και κατά την ώρα της μάχης, όταν κάποιος βάρβαρος καρφώσει το δόρυ του στην καρδιά κάποιου γενναίου στρατιώτη ή του ρίξει βέλος στο ήπαρ και έτσι του προσθέσει δεύτερο τραύμα περισσότερο θανατηφόρο από το πρώτο, και μολονότι είναι πεσμένος και βρέχεται με πολύ αίμα από όλα τα μέρη αυτός που δέχτηκε αυτά τα φοβερά πλήγματα, ξαφνικά σηκώνεται και ρίχνει δόρυ εναντίον εκείνου που τον τόξευσε και τον αφήνει ευθέως νεκρό στο πεδίο της μάχης. Έτσι βεβαίως και εδώ, όσο μεγαλύτερη ήθελες να παρουσιάσεις την πληγή, τόσο περισσότερο αξιοθαύμαστη παρουσιάζεις την ψυχή εκείνου που επλήγη, επειδή βρήκε τη δύναμη μετά το βαρύ αυτό τραύμα, και να σηκωθεί και να λάβει θέση στη γραμμή της πολεμικής φάλαγγας και να καταβάλει αυτόν που τον πλήγωσε.


Πόσο μεγάλο επίσης είναι αυτό το γνωρίζουν προπαντός όσοι υποπίπτουν σε βαριές αμαρτίες· διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα μία γενναία και νεανική ψυχή να βαδίζει ορθά και να τρέχει διαρκώς(διότι μια τέτοια ψυχή έχει ως συνοδοιπόρο την αγαθή ελπίδα που την αλείφει, τη διεγείρει, την ενδυναμώνει και την κάνει περισσότερο πρόθυμη), και μία ψυχή που μετά από τα αμέτρητα βραβεία και τις νίκες να υποστεί τη χειρότερη ζημία και να μπορέσει πάλι να συνεχίσει τους ίδιους αγώνες. Και για να γίνει περισσότερο σαφές αυτό που λέγω, θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω και άλλο παράδειγμα όχι κατώτερο από το προηγούμενο. Σκέψου λοιπόν κάποιον κυβερνήτη που διήλθε μύρια πελάγη, μετά τον διάπλου ολόκληρης της θάλασσας, μετά τις πολλές τρικυμίες και τους σκοπέλους και τα κύματα, επειδή είχε πολύ φορτίο, να καταβυθίζεται σε αυτήν την είσοδο του λιμένος και να διασώζεται μόλις και μετά βίας από το φοβερό αυτό ναυάγιο με γυμνό το σώμα. Ποια θα μπορούσε να είναι η διάθεσή του για τη θάλασσα, τη ναυτιλία και τους πόνους γενικότερα αυτού του είδους; Άραγε θα θελήσει ποτέ αυτός ο άνθρωπος, εάν δεν έχει πάρα πολύ γενναία ψυχή, να αντικρύσει θάλασσα ή πλοίο ή λιμένα; Εγώ τουλάχιστον νομίζω όχι· αλλά ξαπλωμένος στο κρεβάτι και σκεπασμένος θα βλέπει την ημέρα σαν τη νύκτα, εγκαταλείποντας και λησμονώντας τα πάντα. Και μάλλον θα προτιμήσει να ζει ως επαίτης παρά να πλησιάσει αυτούς τους πόνους. Όμως δεν ήταν τέτοιος ο μακάριος αυτός Δαβίδ· αλλά μολονότι υπέστη τέτοιο ναυάγιο, μετά από τους μύριους εκείνους πόνους και ιδρώτες δεν έμεινε σκεπασμένος στο κρεβάτι του, αλλά και το πλοίο έριξε στη θάλασσα, και αφού άνοιξε τα πανιά και έπιασε το πηδάλιο στα χέρια του επιχείρησε τους ίδιους πόνους και πάλι συγκέντρωσε περισσότερο πνευματικό πλούτο.


Εάν λοιπόν το να παραμένει κανείς ασάλευτος και το να μη μένει πεσμένος, όταν πέσει, είναι τόσο άξιο θαυμασμού, πόσους στεφάνους δεν θα άξιζε το να σηκωθεί και να πράξει παρόμοια κατορθώματα; Και βέβαια, πολλά ήσαν εκείνα που τον οδήγησαν σε απόγνωση. Και πρώτα-πρώτα, το μέγεθος του αμαρτήματος· δεύτερον το ότι δεν συνέβη αυτό στην αρχή της ζωής του, τότε που ήσαν περισσότερες και οι ελπίδες, αλλά συνέβη να τα πάθει αυτά προς το τέλος της ζωής του. Διότι ούτε ο έμπορος, που ναυαγεί μόλις εξέλθει από τον λιμένα, λυπάται κατά όμοιο τρόπο με εκείνον που προσκρούει σε σκόπελο μετά από μύρια ταξίδια. Τρίτον, το ότι έπαθε αυτό ενώ ήδη είχε συγκεντρώσει πολύ πλούτο. Καθόσον τότε δεν ήσαν μικρά τα φορτία που ήσαν υπό την εξουσία του· όπως επί παραδείγματι τα όσα συνέβησαν κατά τη νεανική ηλικία του όταν ήταν βοσκός· τα συμβάντα στον αγώνα του κατά του Γολιάθ, όταν έστησε το λαμπρό εκείνο τρόπαιο, και η μεγαλοψυχία την οποία έδειξε στον Σαούλ. Διότι πράγματι επέδειξε την ευαγγελική μακροθυμία, διότι τον ευσπλαχνιζόταν συνεχώς, αν και μύριες φορές είχε συλλάβει στα χέρια του τον εχθρό· και προτίμησε μάλλον να χάσει την πατρίδα του και την ελευθερία του και αυτήν τη ζωή του παρά να φονεύσει αυτόν που τον επιβουλεύτηκε άδικα. Και μετά τη βασιλεία δε δεν ήσαν μικρά τα κατορθώματά του. Μαζί δε με τα όσα ελέχθησαν και η εκτίμηση των περισσότερων ανθρώπων προς αυτόν και το ότι εξέπεσε από το μεγαλείο του, του προκαλούσαν ασφαλώς πολλή ταραχή. Διότι ούτε η πορφύρα τού έδινε τόση χαρά, όσο τον ντρόπιαζε η κηλίδα της αμαρτίας.


Γνωρίζετε όμως οπωσδήποτε πόσο τρομερό πράγμα είναι να διασύρονται τα αμαρτήματα και ότι χρειάζεται ένας τέτοιος άνθρωπος να έχει μεγάλη ψυχή, ώστε, μετά την κατηγορία του πλήθους και τους τόσους πολλούς μάρτυρες των παραπτωμάτων του που είχε να μην περιέλθει σε αληθινή απόγνωση. Αλλά όμως όλα αυτά τα βέλη της ψυχής, αφού τα έσυρε έξω ο γενναίος εκείνος άνδρας, τόσο έλαμψε στη συνέχεια, τόσο απέπλυνε την κηλίδα και τόσο καθαρός έγινε, ώστε να παρηγορούνται οι απόγονοί του μετά τον θάνατό του για τα αμαρτήματά τους· και αυτό ακριβώς που λεγόταν για τον Αβραάμ φαίνεται να το λέγει ο Θεός και γι’αυτόν· μάλλον δε πολύ περισσότερο γι’αυτόν. Διότι στην περίπτωση του Πατριάρχου λέγει ότι «καὶ εἰσήκουσεν ὁ Θεὸς τὸν στεναγμὸν αὐτῶν, καὶ ἐμνήσθη ὁ Θεὸς τῆς διαθήκης αὐτοῦ τῆς πρὸς Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ(:και ο Θεός άκουσε τους στεναγμούς τους και θυμήθηκε τη διαθήκη που έκανε με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, στην οποία υποσχέθηκε ότι θα προστατεύσει τον λαό Του)Θ» [πρβ. Έξ.2,24], εδώ όμως λέγει όχι της διαθήκης, αλλά τι; «Ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαι αὐτὴν δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδά μου(:θα υπερασπιστώ την πόλη αυτή για να τη σώσω εξαιτίας της αγαθότητας και της φιλανθρωπίας μου και για χάρη του δούλου μου του Δαβίδ)» [Ησ. 37,35].


Και τον Σολομώντα επίσης εξαιτίας της εύνοιάς του προς εκείνον δεν τον άφησε να εκπέσει της βασιλείας του, αν και διέπραξε τόσο μεγάλη αμαρτία. Και τόσο μεγάλη υπήρξε η δόξα του ανδρός, ώστε ο Πέτρος μετά από τόσα χρόνια ομιλώντας προς τους Ιουδαίους να λέγει τα εξής: «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παῤῥησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυΐδ ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης(:άνδρες αδελφοί, ας μου επιτραπεί να σας πω ελεύθερα για τον πατριάρχη Δαβίδ, ο οποίος είπε την προφητεία αυτή, ότι αυτός και πέθανε και ενταφιάστηκε, και το μνημείο του είναι ανάμεσά μας εδώ στα Ιεροσόλυμα μέχρι σήμερα. Δεν εφαρμόζεται λοιπόν η προφητεία αυτή στον Δαβίδ, που παραμένει νεκρός και θαμμένος μέχρι σήμερα)»[Πράξ.2,29]. Αλλά και ο Χριστός, ομιλώντας προς τους Ιουδαίους, παρουσιάζει αυτόν ότι αξιώθηκε, μετά την αμαρτία του, να λάβει τόση δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αξιωθεί να προφητεύσει πάλι και δια τη δική Του θεότητα· και κλείνοντας τα στόματα αυτών εξ αυτού του γεγονότος έλεγε: «λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων, εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;(: τους λέει: Πώς λοιπόν ο Δαβίδ εμπνεόμενος από το Άγιον Πνεύμα τον ονομάζει Κύριο, όταν λέει˙”Είπε ο Κύριος και Θεός στον Κύριό μου Χριστό: Κάθισε στο θρόνο μου στα δεξιά μου, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου σαν υποστήριγμα που θα ακουμπούν και θα πατούν επάνω τα πόδια σου”. Αλλά οι παππούδες δεν ονομάζουν ποτέ κυρίους τους τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους. Ούτε στέκει ποτέ να προσφωνούν οι πρόγονοι τους απογόνους τους κυρίους)» [Ματθ.22,43-44]. Και ακριβώς αυτό που συνέβη με τον Μωυσή αυτό συνέβη και με τον Δαβίδ. Διότι όπως ακριβώς τη Μαρία, εν αγνοία του Μωυσή, την τιμώρησε ο Θεός εξαιτίας της ύβρεώς της προς τον αδελφό της, επειδή αγαπούσε πάρα πολύ τον άγιο, έτσι και τον Δαβίδ όταν κινδύνευσε από τον υιό του αμέσως τον βοήθησε, και μάλιστα χωρίς τη θέλησή του.


Είναι λοιπόν αρκετά και αυτά, μάλλον δε αυτά είναι περισσότερο ικανά από τα άλλα-για να δείξουν την αρετή του ανδρός. Διότι όταν ο Θεός αποφασίζει, δεν χρειάζεται πλέον να εξετάζει κανείς το θέμα. Εάν όμως θέλετε να γνωρίσετε και τα επιμέρους της ευσέβειας του Δαβίδ, μπορείτε να εξετάσετε λεπτομερώς την ιστορία που περιγράφει τη ζωή του μετά την αμαρτία του, όπου θα δείτε την παρρησία του προς τον Θεό, την εύνοια του Θεού προς αυτόν, την πρόοδό του στην αρετή και την κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωή του ευσέβειά του [βλ. Α΄, Β΄και Γ΄Βασ. 1-2. Α΄και Β΄Παραλ., Ψαλμούς, Ρουθ]. Έχοντας λοιπόν υπόψη αυτά τα παραδείγματα, ας διατηρούμε την πνευματική μας διαύγεια και ας προσπαθούμε να μην πέφτουμε στο βάραθρο της αμαρτίας. Εάν όμως ποτέ πέσουμε, να μην παραμένουμε κατάκοιτοι· διότι ούτε σας ανέφερα τα αμαρτήματα του Δαβίδ για να σας κάνω να είστε αδιάφοροι, αλλά για να σας εμβάλω περισσότερο φόβο. Διότι εάν εκείνος ο δίκαιος, επειδή αδιαφόρησε λίγο μονάχα, δέχτηκε τέτοιου είδους τραύματα, τι θα πάθουμε εμείς που καθημερινά αμελούμε; Μην προσέξεις, λοιπόν, μόνο το ότι έπεσε και αδιαφορήσεις, αλλά σκέψου και πόσα έπραξε στη συνέχεια, πόσους θρήνους επέδειξε, πόση μετάνοια, το ότι πρόσθεσε στις ημέρες και τις νύκτες, τις πηγές των δακρύων που έχυσε, το λούσιμο της κλίνης του με τα δάκρυά του, και επιπλέον τον σάκκο της μετανοίας που περιεβλήθη. Εάν δε εκείνος είχε ανάγκη από τόσο μεγάλη επιστροφή, πότε θα μπορέσουμε να σωθούμε εμείς, που εξακολουθούμε να είμαστε αναίσθητοι μετά από τόσα αμαρτήματα; Διότι αυτός που έχει πολλά κατορθώματα, εύκολα θα μπορούσε με αυτά να καλύψει τα αμαρτήματά του, ο γυμνός όμως από έργα αρετής, όπου και αν δεχτεί το βέλος, η πληγή που δέχεται είναι θανατηφόρος.


Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, ας οπλίσουμε τους εαυτούς μας με αγαθά έργα, και αν συμβεί κάποιο αμάρτημα, ας το αποπλύνουμε, ώστε να αξιωθούμε, αφού ζήσουμε τον παρόντα βίο μας εις δόξαν του Θεού, να απολαύσουμε και τη μέλλουσα ζωή, την οποία είθε να συμβεί να επιτύχουμε όλοι μας, δια της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος









ΠΗΓΕΣ:



http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΣΤ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 170-215.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 38-61.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 1.7.2023 πολ. ημ. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF