ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΡΑΠΩΝ, ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΡΟΦΙΜΟΣ: «ΟΤΑΝ ΣΗΜΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ...» ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΣΧΑΛΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ 9ον
.jpg)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΘΩΣ»,
Ιερομόναχος Βασίλειος, Μοναχός Θεράπων, Μοναχός Τρόφιμος: «Όταν σημάνουν οι καμπάνες...»,
Οι Τρεις Πασχάλιοι Μάρτυρες της Όπτινα, Α' έκδοση, Ιούλιος 2020, σελ. 137-140.
Το ξημέρωμα του Πάσχα του 1993 τρεις μοναχοί του ερημητήριου της Όπτινα στη Ρωσία, ο πατήρ Βασίλειος, ο πατέρας Θεράπων και ο πατήρ Τρόφιμος έπεσαν θύματα άγριας δολοφονίας από έναν σατανιστή.
Το συμβάν συγκλόνισε τους ορθόδοξους Ρώσους και τα νέα διαδόθηκαν σύντομα σε όλο τον κόσμο. Ο πρόωρος θάνατος των τριών χαρισματικών, νεαρών μοναχών μοιάζει ίσως με τραγωδία.
Αλλά ο μαρτυρικός θάνατος, με τον οποίο σφραγίστηκαν οι μοναχικοί τους αγώνες, είναι αφορμή όχι για να θρηνεί κανείς, αλλά για να ευφραίνεται.
Όπως είπε ένας από τους ιερείς του μοναστηριού στον επικήδειο λόγο του:
<<Δεν είμαστε τόσο θλιμμένοι όσο χαρούμενοι, επειδή αυτοί οι τρεις αδελφοί ξεκίνησαν και ολοκλήρωσαν με επιτυχία το μοναστικό μονοπάτι της ζωής τους>>.
Και πράγματι ο θεάρεστος τρόπος ζωής και ο θρίαμβός τους επί του θανάτου μαρτυρούνται από τα θαύματα, που άρχισαν να λαμβάνουν χώρα στους τάφους τους, αμέσως μετά τον θάνατό τους.
Οι πατέρες Βασίλειος, Θεράπων και ο Τρόφιμος μαρτύρησαν στις μέρες μας. Έζησαν στον κόσμο μας, φοίτησαν σε δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια.
Ήλθαν αντιμέτωποι με πειρασμούς και δυσκολίες, που συναντούν και σήμερα οι νέοι. Η διαφορά μας είναι ότι εκείνοι ξεπέρασαν αυτούς τους πειρασμούς του κόσμου και υπάκουσαν το ευαγγέλιο:
<<ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι>> ακόμα και πάνω στο σταυρό.
Οι ζωές αυτών των τριών πατέρων της Όπτινα αποδεικνύουν ότι ακόμη και τον 21ο αιώνα μπορεί κανείς να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στον Θεό και να καθαγιαστεί.
Ας αποτελέσουν οι πατέρες Βασίλειος, Θεράπων και Τρόφιμος πηγή έμπνευσης και παράδειγμα για εμάς. (...)
(Εκ του προλόγου).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Μοναχός Θεράπων
Τα νεανικά χρόνια του Βλαντιμίρ Πουσκάριοφ
Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές του 1988 ο Βλαντίμιρ πέρασε τον καιρό του αναλογιζόμενος το μέλλον του. Αυτό δεν διέφυγε της προσοχής της μητέρας του, η οποία του πρότεινε: <<Γιε μου, γιατί δεν μένεις εδώ, μαζί μας; Γιατί να περιφέρεσαι στον κόσμο; Ζήσε εδώ>>. Ο Βαλόντια έμεινε σιωπηλός. Επειδή αφηγήθηκε ένα περίεργο όνειρο που είχε δει. Είδε την αντανάκλασή του σε έναν καθρέφτη, αλλά ήταν τόσο τρομακτική, που δεν αναγνώρισε τον εαυτό του. <<Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο τρόμαξα. Είναι αδύνατο να το εξηγήσω, αλλά ξαφνικά κατάλαβα ότι, όπου δεν υπάρχει εκκλησία, δεν υπάρχει ζωή>>. Έτσι, όταν επέστρεψε στο Ροστόφ, άρχισε να πηγαίνει στον καθεδρικό ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου συχνότερα. Όποτε ήταν ελεύθερος από τη δουλειά, πήγαινε εκεί για να βοηθήσει σε διάφορες δουλειές. Την εποχή εκείνη η αδελφή Ν. είχε το διακόνημά της στο βαπτιστήριο της εκκλησίας. <<Μια φορά>> θυμάται <<πρόσεξα έναν ψηλό, λεπτό νεαρό, που εμφανίστηκε στην παράκληση. Μετά την ακολουθία πήρε μια σκούπα και άρχισε να σκουπίζει την περιοχή γύρω από τον καθεδρικό. Συχνά κουβαλούσε προσάναμμα, νερό ή βιβλία από την αποθήκη. Αργότερα μου είπαν ότι τα έκανε όλα αυτά για τον Χριστό, προς δόξαν Θεού>>. Βλέποντας την επιμέλεια και την όρεξη του Βαλόντια για δουλειά, του προσέφεραν τη δουλειά του φύλακα της αυλής του καθεδρικού. Αμέσως άφησε τη δουλειά του και ξεκίνησε να εργάζεται στην εκκλησία. Κάποια στιγμή ο Βλαντιμίρ είχε την ακόλουθη συζήτηση με τη μάτουσκα (Μητερούλα) Ν. <<Να που πέρασα τα τριάντα, της είπε και της μίλησε για την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Η μάτουσκα απάντησε: <<Μικρέ Βαλόντια, αν νυμφευτείς, τότε πρέπει να ζήσεις με τρόπο θεάρεστο. Αλλά αυτό στην εποχή μας είναι πολύ δύσκολο. Πήγαινε στους στάρετς, τους πατέρες Ναούμ και Κύριλλο, στη Λαύρα, πάρε την ευλογία τους και πήγαινε σε ένα μοναστήρι>>. <<Μάτουσκα>>, απάντησε ήρεμα ο Βλαντίμιρ, <<διάβασες τη σκέψη μου. Αυτό ακριβώς είναι που επιθυμώ. Να πάω σε ένα μοναστήρι>>. <<Ήταν θαυμαστός νηστευτής>> έγραψε αργότερα η μητέρα Ν. για τον Βλαντίμιρ. <<Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μάζευε τα πρόσφορα και άφηνε να ξεραθεί το ψωμί σε ένα μικρό σακίδιο μαζί με ένα μπουκάλι αγίασμα. Μετά την ακολουθία απομονωνόταν στην εκκλησία για να φάει το αγιασμένο φαγητό πίσω από μια κολώνα. Εγώ, ανησυχώντας που ήταν τόσο λεπτός, συνήθιζα να τον καλώ στην τράπεζα να φάει λίγο νηστήσιμο μπορς. Την πρώτη εβδομάδα της νηστείας την περνούσε χωρίς καθόλου φαγητό. Στο τέλος της μεγάλης Τεσσαρακοστής είχε γίνει πετσί και κόκαλο. Και το Πάσχα τρεφόταν πολύ λιτά>>. Ο θείος του, που είχε εργαστεί για το κομμουνιστικό κόμμα, δεν γνώριζε πως ο Βαλόντια πήγαινε τακτικά εκκλησία. <<Μια φορά πήγα στο διαμέρισμα του Βαλόντια>> θυμάται. <<Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και την άνοιξα με το κλειδί μου. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, αυτό που είδα με εντυπωσίασε. Εικόνες κρέμονταν στους τοίχους, μια στοίβα βιβλίων βρισκόταν στο τραπέζι. Τα ξεφύλλισα και διαπίστωσα ότι όλα ήταν θρησκευτικά. Για να είναι ειλικρινής δεν καταλάβαινα τότε τη θρησκεία και συγχύστηκα πολύ. Σύντομα ήλθε ο Βλαντίμιρ και τον ρώτησα: <<Τί έγινε, άρχισες να πηγαίνεις στην εκκλησία; Ποτέ δεν είχαμε πιστούς στην οικογένεια πέρα από τη γιαγιά μας, αλλά εσύ δεν τη γνώρισες. Πέθανε προτού γεννηθείς>>. <<Ναι, πιστεύω>> απάντησε ο Βαλόντια ήρεμα. <<Και τι σου χρειάζεται η πίστη; Είσαι ένας δυνατός, υγιής άνδρας σε ηλικία γάμου και εσύ προσεύχεσαι>>; <<Μπα, δεν τίθεται πλέον ζήτημα γάμου>> απάντησε ο Βλαντίμιρ. Ήδη είχε σταματήσει να πηγαίνει σινεμά. Αλλά δεν ανησυχούσαμε για εκείνον. Αν είχε μπει σε καμιά συμμορία, ναι, θα ήταν πρόβλημα, αλλά με τη θρησκεία καταλάβαμε τότε ότι δεν έκανε κακό σε κανέναν>>. Η μάτουσκα Λ., μια άλλη αδελφή, που εργαζόταν στην εκκλησία του Ροστόφ, αφηγείται ότι, όποτε ο Βλαντίμιρ είχε χρήματα, τα έδινε στους φτωχούς προσπαθώντας να το κάνει με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην το δει κανείς γνωστός. <<Ήταν πράος, ταπεινός, εργατικός>> αναφέρει. <<Ήταν ασυνήθιστα λιγομίλητος. Είχε τόσο ευγενική ψυχή, που οποιοδήποτε ζωντανό ένιωθε την ευγένειά του. Για παράδειγμα συνήθιζαν να βρίσκονται γύρω από τον καθεδρικό ναό αδέσποτες γάτες. Νωρίς το πρωί ο Βαλόντια έπαιρνε τα αποφάγια από την τράπεζα και τα τοποθετούσε σε δοχεία φαγητού μακριά από την εκκλησία. Αυτές ήδη γνώριζαν το μέρος τους. Ακόμα και τα πτηνά τον αναγνώριζαν. Όταν τον έβλεπαν τα περιστέρια, πέταγαν γύρω του, επειδή τα τάιζε>>.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΘΩΣ»,
Ιερομόναχος Βασίλειος, Μοναχός Θεράπων, Μοναχός Τρόφιμος: «Όταν σημάνουν οι καμπάνες...»,
Οι Τρεις Πασχάλιοι Μάρτυρες της Όπτινα, Α' έκδοση, Ιούλιος 2020, σελ. 137-140.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου