Ένας άνθρωπος βάδιζε στο δάσος. Ήθελε να διαλέξει ένα καλό δέντρο, απ’ όπου θα έβγαζε δοκάρια για τη σκεπή του σπιτιού του. Εκεί είδε δύο δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα ήταν ίσιο, λείο και ψηλό, αλλά το εσωτερικό του, ο πυρήνας του, ήταν σάπιο. Το άλλο είχε ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του έδειχνε άσχημος. Το εσωτερικό του όμως ήταν γερό. Ο άνθρωπος αναστέναξε και είπε: «Σε τι μπορεί να μου χρησιμέψει το ψηλό και ίσιο αυτό δέντρο, αφού το μέσα του είναι σάπιο κι ακατάλληλο για δοκάρια; Το άλλο μοιάζει ανώμαλο, άσχημο, αλλά τουλάχιστο το μέσα του είναι γερό.
Έτσι, αν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορώ να το διαμορφώσω και να το χρησιμοποιήσω για δοκάρια στο σπίτι μου». Και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, διάλεξε το δέντρο εκείνο, το γερό. Το ίδιο θα κάνει κι ο Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον που φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον που η καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού.
Οι υπερήφανοι έχουν τα μάτια τους διαρκώς υψωμένα προς το Θεό. Οι καρδιές τους όμως είναι κολλημένες στη γη. Αυτοί δεν ευαρεστούν στο Θεό. Ευάρεστοι στο Θεό είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, οι πράοι, που έχουν τα μάτια τους χαμηλωμένα στη γη, μα οι καρδιές τους είναι γεμάτες ουρανό. Ο Δημιουργός προτιμά τους ανθρώπους που ομολογούν στο Θεό τις αμαρτίες τους, όχι τα καλά τους έργα.
Ο Θεός είναι γιατρός. Πλησιάζει στο κρεβάτι όπου κείτεται ο καθένας μας και ρωτάει: «Που πονάς;» Ο άνθρωπος που αξιοποιεί την παρουσία του γιατρού κοντά του και του φανερώνει όλους τους πόνους και τις αδυναμίες του, είναι σοφός. Εκείνος που κρύβει τις αμαρτίες του και καυχιέται μπροστά στο γιατρό πως είναι υγιής, είναι ανόητος. Λες κι ο γιατρός επισκέπτεται τον άνθρωπο για να δει πόσο καλά είναι κι όχι από τι πάσχει. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος:
«Το ν’ αμαρτάνεις είναι κακό, όταν όμως το ομολογείς, μπορείς να λάβεις βοήθεια. Όταν όμως αμαρτάνεις και δεν το παραδέχεσαι, δεν υπάρχει ελπίδα να βοηθηθείς». Γι’ αυτό ας γίνουμε σοφοί, συνετοί. Όταν στεκόμαστε για να προσευχηθούμε μπροστά στο Θεό, πρέπει να νιώθουμε πως βρισκόμαστε μπροστά στον πιο καλό και πιο ελεήμονα γιατρό. Εκείνος ρωτάει τον καθένα μας με αγάπη και μέριμνα: «Που πονάς;» Εμείς ας μην αμελήσουμε καθόλου να του αποκαλύψουμε την αρρώστια μας, να του φανερώσουμε τις πληγές και τις αμαρτίες μας.
Ο Κύριός μας Ιησούς μας μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Στο ευαγγέλιο διαβάζουμε πως ο Χριστός είπε την παραβολή αυτή «πρός τινας πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς», προς εκείνους που είχαν την αλαζονική αυτοπεποίθηση πως είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους. Μήπως κι εμείς συγκαταλεγόμαστε ανάμεσα σ’ εκείνους που ο Κύριος τους απηύθυνε την παραβολή αυτή;
Μην αντιδράς σ’ αυτά που σου λέω. Ομολόγησε καλύτερα την αρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αυτήν και πάρε το φάρμακο που σου δίνει ο πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ένα νοσοκομείο βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοί είχαν πυρετό κι ανυπομονούσαν, περίμεναν με αγωνία πότε θά ‘ρθει ο γιατρός. Άλλοι έκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πως ήταν υγιείς και δεν είχαν ανάγκη το γιατρό. Ένα πρωινό ο γιατρός έκανε επίσκεψη στους αρρώστους. Μαζί του ήταν κι ένας φίλος του, που κρατούσε δώρα για να τους δώσει. Ο φίλος του γιατρού είδε εκείνους που υπόφεραν από πυρετό και τους λυπήθηκε.
–Θα γίνουν καλά; ρώτησε το γιατρό. Εκείνος του ψιθύρισε στο αυτί: – Αυτοί εδώ οι εμπύρετοι, ναι, μπορούν να γίνουν καλά. Το ίδιο κι οι άλλοι που κείτονται στα κρεβάτια τους. Αυτοί που κόβουν βόλτες όμως, όχι, δε γίνονται καλά. Αυτοί υποφέρουν από ανίατες αρρώστιες, έχει προχωρήσει η σήψη μέσα τους. Ο φίλος του γιατρού έμεινε κατάπληκτος. Η έκπληξή του στρεφόταν προς δύο κατευθύνσεις: προς το μυστήριο που κρύβουν οι αρρώστιες και προς την οφθαλμαπάτη των ανθρώπων.
Φαντάσου τώρα πως είμαστε άρρωστοι στο νοσοκομείο του κόσμου. Η αρρώστια που έχει προσβάλει όλους μας έχει το ίδιο όνομα: αδικία. Η λέξη αυτή καλύπτει όλα τα πάθη, όλες τις επιθυμίες, όλες τις αμαρτίες και τις αδυναμίες που αγγίζουν την καρδιά, την ψυχή και το νου μας. Οι άρρωστοι χωρίζονται σε κατηγορίες. Μερικοί μόλις προσβλήθηκαν από την αρρώστια, άλλοι βρίσκονται σε προχωρημένη κατάσταση κι υπάρχουν κι αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης.
Τα χαρακτηριστικά των ασθενειών αυτών στον εσωτερικό άνθρωπο όμως είναι τέτοια, ώστε μόνο όσοι θεραπεύτηκαν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σοβαρή ήταν η ασθένεια από την οποία είχαν προσβληθεί. Οι πιο σοβαρά άρρωστοι είναι κι αυτοί που έχουν λιγότερη επίγνωση της κατάστασής τους. Στις σωματικές αρρώστιες ο άνθρωπος που υποφέρει από ψηλό πυρετό δεν ξέρει τίποτα για τον εαυτό του ή για την αρρώστια του. Ούτε ο τρελός καταλαβαίνει την τρέλα του.
Εκείνοι που αρχίζουν να διαπράττουν ανομίες, για λίγο καιρό ντρέπονται γι’ αυτές. Όταν το κακό όμως συνεχίζεται, ο άνθρωπος συνηθίζει στην αμαρτία, που του γίνεται έξη και σιγά σιγά οδηγείται σε παραλήρημα και μέθη, φτάνει σε τέτοια κατάσταση, ώστε η ψυχή του γίνεται αναίσθητη και δεν καταλαβαίνει την αρρώστια της.
Φαντάσου τώρα ένα γιατρό να πηγαίνει σε νοσοκομείο και να ρωτάει: «Τι έχετε; Από τι υποφέρετε;» Εκείνοι που η αρρώστια τους βρίσκεται στο πρώτο στάδιο ντρέπονται να παραδεχτούν πως είναι άρρωστοι κι απαντούν: «Τίποτα». Οι άλλοι που η αρρώστια τους βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εκνευρίζονται με την ερώτηση κι όχι μόνο απαντούν «δεν έχουμε τίποτα», αλλ’ αρχίζουν και να καυχιούνται πως είναι υγιείς. Μόνο αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της θεραπείας αναστενάζουν κι απαντούν στο γιατρό: «Απ’ όλα υποφέρουμε. Λυπήσου μας και βοήθησέ μας».