ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

ΜΙΚΡΟΙ ΚΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ ΧΩΡΙΣ ΙΔΑΝΙΚΑ

 

 

Ὁ μεγάλος αὐτὸς ἅγιος καὶ ὁμολογητὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας,ποῦ γεννήθηκε, σὲ ποιά πόλι; Ὤ ἡ πόλις ποὺ γεννήθηκε! Δὲν εἶνε Ἕλλην καὶ δὲν εἶνε ὀρθόδοξος Χριστιανὸς αὐτὸς ποὺ ἀκούει τὸ ὄνομα τῆς πόλεως αὐτῆς καὶ δὲν συγκινεῖται. Γεννήθηκε στὴν πόλι τῶν ὀνείρων μας, στὴν Κωνσταντινούπολι! Γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, ποὺ ἤθελαν τὴν πρόοδο τοῦ παιδιοῦ τους. Εὐφυὴς καὶ φιλομαθὴς ὅπως ἦτο, σπούδασε σὲ σχολὲς καὶ ἄκουσε διδασκάλους. Ἔτσι ἔλαβε σπουδαία μόρφωσι. Ἤξερε τὸν Ὅμηρο ἀπέξω!Τώρα, ἂν ρωτήσῃς ἕνα Ἑλληνόπουλο, οὔτε ἕνα στίχο τοῦ Ὁμήρου ξέρει.Κρίμα στὰ χρήματα ποὺ ξοδεύει τὸ κράτος γιὰ τὰ σχολεῖα. Ἄγγλοι ξέρουν τὸν Ὅμηρο, Γερμανοὶ ξέρουν τὸν Ὅμηρο· ἐμεῖς; τίποτα. Ἄ, βρὲ πατρίδα, ποῦ κατήντησες, μὲ πολιτικοὺς ποὺ καυχῶνται, ὅτι στὴ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων «ἔθαψαν», οἱ νεκροθάπται, τὴν ὡραία ἑλληνικὴ γλῶσσα!...

 
 
 
 
 
Ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, λοιπόν, σπούδασε τὰ βιβλία τὰ ἀρχαῖα. Πρὸ παντὸς ὅμως διάβαζε μέρα – νύχτα καὶ εἶχε κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό του – ποιό βιβλίο; Τὴν ἁγία Γραφή. Ἔμαθε πολὺ καλὰ τὴ Γραφή, καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς σοφωτέρους διδασκάλους τῆς Κω᾿σταντινουπόλεως. Μὲ τὰ ἐφόδια αὐτὰ κατόπιν ἔγινε μοναχός, διάκονος καὶ πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας, τέλος δὲ καὶ μητροπολίτης τῆς ἱστορικῆς πόλεως Ἐφέσου.Ἀλλὰ ἔζησε σὲ μιὰ ἐποχὴ πολὺ δύσκολη. Σὲ ἐποχή, ποὺ τὸ Βυζάντιο ἦταν σὲ παρακμή. Τὸ Βυζάντιο ἦταν τὸ κράτος ποὺ ἵδρυσε ὁ Μέγας Κω᾿σταντῖνος μὲ πρωτεύουσα τὴν Κω᾿σταντινούπολι. Ὑπῆρξε τὸ μεγαλύτερο κράτος τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ποὺ σὰ᾿ δέντρο πελώριο ξάπλωσε τὰ κλαδιά του σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Ἦταν ὅ,τι εἶνε σήμερα ἡ Ἀμερικὴ καὶ ἡ Ἀγγλία· ἤ, μᾶλλον, τίποτα δὲν εἶνε ἡ Ἀγγλία κ᾿ ἡ Ἀμερικὴ μπροστὰ στὴ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία. Δόξα μεγάλη. Ἐκεῖ ναοὶ περίλαμπροι (ἡ Ἁγια-Σοφιά), ἐκεῖ πατέρες καὶ διδάσκαλοι, ἐκεῖ ἄνθη καὶ καρποὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὅ,τι ὡραῖο ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ὁ κόσμος. Βάσταξε τὸ Βυζάντιο – πόσα χρόνια; Χίλια χρόνια! Καὶ κήρυξε τὸ εὐαγγέλιο ἱεραποστολικῶς σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο.Ἀλλὰ τώρα, στὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Μάρκου, ἦταν πιὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Τὸ Βυζάντιο «ἔπνεε τὰ λοίσθια», ξεψυχοῦσε, πέθαινε. Γιατὶ ὅπως πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι, πεθαίνουν καὶ τὰ ἔθνη. Καὶ πέθαναν ἔθνη καὶ ἔθνη ὣς τώρα. Φοβοῦμαι δέ, ἀδέρφια μου, μήπως καὶ τὸ δικό μας ἔθνος πεθάνῃ, ἕνα ἱστορικὸ ἔθνος ποὺ βάσταξε 5.000 χρόνια. Ὑπάρχει αὐτὸς ὁ κίνδυνος, ἐὰν δὲν ξυπνήσουμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλων τῶν κομμάτων καὶ παρατάξεων, καὶ δὲν ἀποκτήσουμε ἑνότητα χριστιανική.Ἔπνεε, λοιπόν, τότε τὰ λοίσθια τὸ κράτος. Κινδύνευε ἡ Πόλις ἀπὸ ἕνα τρομερὸ ἐχθρό.Κινδύνευε ἀπ᾿ τὸ Μωάμεθ, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Ἀραβία καὶ ἔφτασε μέχρι τὴν Κω᾿σταντινούπολι, καὶ τὴν πολιορκοῦσε. Αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Ἰωάννης Παλαιολόγος, ἀδερφὸς τοῦ Κω᾿σταντίνου Παλαιολόγου τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος. Σ᾿ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ – τί ἔκανε ὁ Ἰωάννης; Ἔστρεψε τὰ βλέμματά του ὄχι πρὸς τὸν Θεό, τὸν πατέρα μας, ἀλλὰ ζήτησε τὴ συμμαχία τῆς Δύσεως. Ὅπως κ᾿ ἐμεῖς, ποὺ ζητοῦμε συμμαχία πότε μὲ τὴ Δύσι καὶ τὴν Ἀμερική, πότε μὲ τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Ῥωσία, καὶ ποτέ μὲ τὸ Θεό! Ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς μόνη της, ἀλλὰ μὲ τὸ Θεό, εἶνε παντοδύναμος. «Γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, …ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»! (Ἠσ. 8,9-10 καὶ Μέγ. ἀπόδ.) Ὁ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, λοιπόν, ἔστρεφε τὰ βλέμματά του πρὸς τὴ Δύσι. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ τότε κυριαρχοῦσε ὁ πάπας. Εἶχε δύναμι· ἀνέβαζε καὶ κατέβαζε πρίγκιπες καὶ αὐτοκράτορες· μπροστά του στέκονταν κλαρῖνο οἱ ἡγεμόνες τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας κ.λπ.. Ἔκανε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης τὸ ἁμάρτημα νὰ ζητήσῃ βοήθεια ἀπὸ τὸν πάπα ἐναντίον τοῦ Μωάμεθ, ποὺ πολιορκοῦσε τὴν Κω᾿σταντινούπολι. Καὶ πῆγε στὴ Δύσι, παίρνοντας μαζί του μεγάλη συνοδεία. Μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς συνοδείας ἦταν καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὡς μορφωμένος καὶ λόγιος, ἱκανὸς νὰ συνομιλήσῃ μὲ τοὺς λατίνους.Πῆγαν στὸν πάπα. Οἱ ἔνδοξοι ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου παρουσιάστηκαν ἐμπρός του ὡς ἐπαῖται, τρέμοντας ἐνώπιόν του. Καὶ αὐτὸς τί ἀξίωσι εἶχε· νὰ προσκυνήσουν τὴν παντόφλα του! Τί νὰ κάνουν, προσκύνησαν τὴν παντόφλα του. Μετὰ ἄρχισε ὁ διάλογος. Εἶνε μεγάλη ἱστορία, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὰ διηγηθοῦμε ὅλα. Τέλος, πότε στὴ Φερράρα καὶ πότε στὴ Φλωρεντία (1438-1439), ἔγινε τὸ συμβόλαιο, ἕνα σύμφωνο ἀτιμίας. Ἔκανε, δηλαδή, ὁ πάπας χαρτὶ καὶ ὑποχρέωσε τοὺς ὀρθοδόξους νὰ ὑπογράψουν, ὅτι δέχονται ὅλες τὶς πλάνες καὶ τὶς αἱρέσεις του καὶ τὸ πρωτεῖο, τὴ δικτατορία καὶ τὸ αὐταρχικὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο διοικεῖ.Ἦταν πολλοὶ οἱ συνοδοὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου. Καὶ ὅλοι ὑπέγραφαν, ὑπέγραφαν, ὑπέγραφαν… Αφνης παρουσιάζεται ἕνα «ὄχι»· κάποιος εἶπε «Ἐγὼ δὲν ὑπογράφω». Ἕνας ἦταν. Τὸν παρακαλεῖ ὁ πατριάρχης, τὸν παρακαλοῦν οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι, τὸν παρακαλεῖ ὁ αὐτοκράτωρ. ―Ὄχι, λέει· ἐγὼ δὲν πάω μὲ τὸν πάπα, θὰ μείνω ὀρθόδοξος. Ἔτσι ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιο τῆς ἀτιμίας. Ὁ πάπας ρώτησε· ―Ὑπέγραψαν ὅλοι; ―Ὅλοι, ἁγιώτατε, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν. ―Ποιός εἶν᾿ αὐτός; ―Ὁ Ἐφέσου Μᾶρκος. ―Ἄ, λέει ὁ πάπας, δὲν ὑπέγραψε αὐτός; δὲν κάναμε τίποτα… Βλέπετε, ὅτι μιὰ ὑπογραφή, ἑνὸς μαχητοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔχει ἀξία παραπάνω ἀπὸ πλῆθος ὑπογραφὲς ἀνθρώπων μικρῶν καὶ ἀσημάντων. Ἐπέστρεψαν στὴν Κω᾿σταντινούπολι. Ὁ λαός, ἀγανακτισμένος ἐναντίον τῆς προδοτικῆς αὐτῆς συνθηκολογήσεως, βγῆκε καὶ ὑπεδέχθη μὲ τιμὴ μόνο τὸν Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό. Διότι αὐτός, ἕνας ἄνθρωπος, κράτησε τὴν Ὀρθοδοξία, μιμητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου· ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος κράτησε πενήντα χρόνια, ὡς ἄλλος Ἄτλας, τὴν Ὀρθοδοξία στοὺς ὤμους του, ἔτσι καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς κράτησε τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας ἐκεῖνες τὶς δύσκολες ἡμέρες. Γι᾿ αὐτὸ εμεθα εὐγνώμονες στὸν ἅγιο Μᾶρκο γιὰ τὴν ἡρωϊκή του ἀντίστασι.Πόσα χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε; Ὑπολογίστε. Σχεδὸν 500-600 χρόνια. Καὶ πάλι τώρα κ᾿ ἐμεῖς κινδυνεύουμε ὡς ἔθνος ποὺ διαδέχθηκε τὸ Βυζάντιο. Καὶ τὸ μικρό μας ἔθνος, καὶ ἰδίως ἡ Ἐκκλησία μας, κινδυνεύουν. Πολλοί οἱ ἐχθροί! Μόνο οἱ ἀναίσθητοι δὲν τοὺς ἀντιλαμβάνονται, μόνο ὅσοι ἔχουν τὸ νοῦ τους στὸ χρῆμα, στὸ φαΐ, στοὺς ἔρωτες… Μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι, κτηνώδεις ἄνθρωποι καταντήσαμε, χωρὶς μεγάλα ἰδανικὰ μέσα μας. Ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας κινδυνεύει· _ Κινδυνεύει ἀπὸ ἀνατολή, δύσι, νότο, καὶ βορρᾶ, κινδυνεύει ἀπ᾿ ὅλες τὶς πλευρές. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τὶς αἱρέσεις· ἀπὸ τοὺς φράγκους καὶ τὸν πάπα, ποὺ εἶνε ὁ διος. Ὅσοι πᾶνε στὸ ἐξωτερικό, στὴν Αὐστραλία καὶ τὸ Τορόντο, βλέπουν ἐκεῖ τὸν πάπα ποὺ προσπαθεῖ ν᾿ ἀπορροφήσῃ τὸν ὀρθόδοξο ἑλληνισμό. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς προτεστάντες. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς χιλιαστάς, τὴ μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητος, τὴ λαίλαπα τοῦ σιωνισμοῦ. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς ἀθέους μαρξιστάς, ποὺ ἐνῷ δὲν παραδέχονται Θεό, ὑπόσχονται «παραδείσους», γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσουν στὴ γῆ κόλασι. _ Κινδυνεύει…, κινδυνεύει…, κινδυνεύει… Ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ἂν δὲν προσέξουμε, θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα στὴν Ἑλλάδα ποὺ θὰ εἶνε ἄλλοι φράγκοι, ἄλλοι προτεστάντες, ἄλλοι χιλιασταί, ἄλλοι πεντηκοστιανοί, ἄλλοι ἄθεοι, ἄλλοι ἄπιστοι, ἄλλοι μαρξισταί, ἄλλοι… Καὶ ὀρθόδοξοι; Δὲ᾿ θὰ ὑπάρχουν!
 
 
 
 
 

Ὦ ἀδελφοί μου, ποῦ μιλῶ; σὲ νεκρούς, σὲ πέτρες; Σ᾿ ἐσᾶς μιλῶ! Τὸ αἰσθάνεσθε; Δὲν μιλῶ γιὰ νὰ περάσῃ ἡ ὥρα. Τὸ αἰσθάνομαι βαθειά, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ μάνα μας, ἡ γλυκειά μας μάνα. Ἂν σβήσῃ ἡ Ἐκκλησία, ἔσβησε ὁ ἥλιος. Προτιμότερο νὰ σβήσῃ ὁ ἥλιος παρὰ ἡ Ὀρθοδοξία. Γι᾿ αὐτὸ ἂς ἐπαναλάβουμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ λόγια τοῦ ποιητοῦ Κρυστάλλη· Ὦ Ὀρθοδοξία! «γλυκειὰ μάνα, τί ὄμορφη δίνεις ἐσὺ λαλιὰ καὶ στὴν καμπάνα,καὶ πόσο ἐκείνη ἡ λαλιὰ σαλεύει τὴν καρδιά μας! Πόσες ἐκεῖνος ὁ σταυρὸς ἀπ᾿ τὰ καμπαναριά μας στὴν ἀντηλιάδα χύνοντας τόσες χρυσὲς ἀχτῖδες χύνει βαθειά μας, στὴν ψυχή, γλυκὲς χρυσὲς ἐλπίδες!

 
 
                                          

                                                     Μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης




1 σχόλιο:

  1. Ὦ ἀδελφοί μου, ποῦ μιλῶ; σὲ νεκρούς, σὲ πέτρες; Σ᾿ ἐσᾶς μιλῶ! Τὸ αἰσθάνεσθε; Δὲν μιλῶ γιὰ νὰ περάσῃ ἡ ὥρα. Τὸ αἰσθάνομαι βαθειά, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ μάνα μας, ἡ γλυκειά μας μάνα. Ἂν σβήσῃ ἡ Ἐκκλησία, ἔσβησε ὁ ἥλιος. Προτιμότερο νὰ σβήσῃ ὁ ἥλιος παρὰ ἡ Ὀρθοδοξία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...