ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΟΛΑ ΦΩΝΑΖΟΥΝ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!

 



ς ἱεροκῆρυξ, ἀγαπητοί μου, εὑρίσκομαι ἐδῶ καὶ σᾶς ἀπευθύνω τὸν χαιρετισμὸτ ῆς Ἀναστάσεως, τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»Οἱ δύο αὐτὲς λέξεις εἶνε τὸ θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, δυναμίτης κατὰ τοῦ σατανᾶ. Ἔχουν τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας. Ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ τὶς σβήσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσῃ. Ὅσοπερνοῦν οἱ αἰῶνες τόσο ῥιζώνουν βαθύτερα. Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» τὸ ἔλεγαν σαράντα μέρες, μέχρι τῆς Ἀναλήψεως· παντοῦ, ἀντὶ γιὰ κάθε ἄλλο χαιρετισμό. Σήμερα δυστυχῶς φραγκέψαμε· τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν λέγεται, δὲν ἀκούγεται.


Καινούργιοι ἄνεμοι ἔπνευσαν, νέα ἤθη καὶ ἔθιμα ζητοῦν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νέοι ἐχθροὶ ζητοῦν νὰ βάλουν δυναμῖτες στὰ θεμέλιά μας, νὰ τινάξουν στὸν ἀέρα ὅ,τι σεβάστηκαν αἰῶνες. Κρύωσε, πάγωσε ἡ καρδιά μας, ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ἔπλασε ν᾿ ἀγαπᾷ πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὸ Χριστό. Ὑπάρχουν δυστυχῶς τώρα πολλοὶ ποὺ ἔπαψαν νὰ πιστεύουν. Ὑπάρχουν ἐδῶ ἄθεοι, σὲ μιὰ χώρα ποὺ ἄπιστος δὲν ὑπῆρχε οὔτε γιὰ σπόρο. Καὶ τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους τρόπους προωθοῦν τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία.


Αὐτοί, ὅταν δοῦν κάποιον ν᾿ ἀγαπάῃ τὸ Χριστό, πέφτουν πάνω του μὲ ὅλα τὰ ὅπλα τους, γιὰ νὰ μὴ μείνῃ πιὰ ψυχὴ ποὺ νὰ πιστεύῃ. Ἐσύ – τοῦ λένε καὶ τὸν φουσκώνουν σὰν μπαλ-λόνι, ἐσὺ ποὺ ζῇς στὸν αἰῶνα αὐτόν, ποὺ πῆγες στὰ σχολεῖα καὶ μορφώθηκες καὶ πῆρες διπλώματα πανεπιστημίου, ἐσὺ ποὺ διαβάζεις περιοδικὰ καὶ βιβλία ἐπιστημονικά, ἐσὺ λοιπὸν πιστεύεις αὐτὰ ποὺ λέει ἡ Ἐκκλησία κ᾽ οἱ παπᾶδες; μὰ εἶνε δυνατὸν ἕνας πεθαμένος ν᾿ ἀναστηθῇ; ὑπάρχει ἀνάστασι νεκρῶν;… πάλιωσε ἡ θρησκεία καὶ ἡ Ἐκκλησία, λένε. Μιλᾶνε ἔτσι, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ κανένα ῥοῦχο, ποὺ παλιώνει καὶ τὸ πετᾷς. Ἀλλ᾽ ὄχι, ἀδελφοί μου. Ἡ θρησκεία μας δὲν εἶνε ἕνα ῥοῦχο φτειαγμένο ἀπὸ κλωστὲς ἀνθρώπινες. Ἡ Ἐκκλησία μας ναί, εἶνε ῥοῦχο, ἀλλὰ ῥοῦχο φτειαγμένο μὲ βελόνες ἀγγελικές, ἔνδυμα ὑφασμένο στὸν ἀργαλειὸ τῆς αἰωνιότητος, περιβόλαιον ποὺ δὲν θὰ παλιώσῃ ποτέ.


νοῖξτε καὶ διαβάστε τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, καὶ θὰ δῆτε ἐκεῖ νὰ λέῃ· «αὐτοὶ ἀπολοῦνται», ὅλα δηλαδὴ θὰ παλιώσουν καὶ θὰ σβήσουν· «καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται»· σὺ ὅμως, Κύριε, ζῇς καὶ ὑπάρχεις εἰς τοὺς αἰῶνας (Ἑβρ. 1,11-12=Ψαλμ. 101,27-28)Ὄχι, δὲν παλιώνει ἡ πίστι μας. Εἶνε σὰν νὰλές, ὅτι πάλιωσε ὁ Δούναβις ἢ ὁ Βόλγας ἢ ὁ Ἀχελῷος.


π᾿ τὸν καιρὸ ποὺ ἔφτειαξε ὁ Θεὸς τὴ Γῆ, τὰ ποτάμια τρέχουν καὶ ποτίζουν. Τὸ ποτάμι εἶνε πάντοτε χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο· ἔτσι καὶ ἡ θρησκεία, σὰν ποτάμι ποὺ βγῆκε ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Θεότητος, θὰ ἀρδεύῃ αἰωνίωςτὶς ψυχές. Ἐσὺ ποὺ λὲς ὅτι ἡ θρησκεία πάλιωσε, εἶνε σὰν νὰ λὲς ὅτι πάλιωσε ὁ ἥλιος. Μὰ ὁ ἥλιος ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ λάμπῃ ὅπως στὰ χρόνια τοῦ Ὁμήρου· δὲν πάλιωσε. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, βέβαια, καὶ τὰ ποτάμια καὶ ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἄστρα κάποτε θὰ παλιώσουν·τὸ εἶπε ὁ Χριστός (βλ. Ματθ. 24,35).


Μόνο ἐκεῖνος ζῇ καὶ βασιλεύει καὶ δὲν παλιώνει ποτέ. Γι᾽ αὐτὸ κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στὶς φωνὲς τῆς ἀπιστίας. –Καλὰ εἶν᾽ αὐτά, θὰ πῆτε, ἀλλὰ ἐδῶ δίνουμε μάχη· ἔχουμε ἐχθρούς, ποὺ θέλουν ἐπιχειρήματα, ζητοῦν θαύματα γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασις Χριστοῦ καὶ νεκρῶν.


λᾶτε λοιπόν, ἀδελφοί μου, νὰ κάνουμε ἕνα περίπατο. Ἂς βγοῦμε ἀπὸ τὴν ἀποπνικτικὴἀτμόσφαιρα ποὺ δημιουργοῦν στὴν ἀτμόσφαιρα τὰ φυσικὰ καυσαέρια καὶ πρὸ παντὸς τὰ πνευματικὰ καυσαέρια τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀθεΐας. Γιατὶ ὡρισμένοι κόπτονται νὰ καθαριστῇ ἡ ἀτμόσφαιρα ἀπὸ τοὺς βιομηχανικοὺς ῥύπους, ἀδιαφοροῦν ὅμως γιὰ τὴν ἠθικὴ ἀτμόσφαιρακαὶ τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας, ποὺ ἀπειλεῖ ὅλους μὲ ἀσφυξία καὶ ψυχικὸ θάνατο.


ς δοῦμε λοιπὸν στὴ φύσι τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως.



*Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, 15 Μαΐου 2016 πρωὶ. «Κυριακή Σύντομον Κήρυγμα». Περίοδος Δ΄ - Ἔτος ΛΓ΄Φλώρινα - ἀριθμ. φύλλου 1948. Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης.


Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ ΤΟ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!»




'Eνας Διευθυντὴς Δημοτικοῦ Σχολείου (Γεώργιος Παπαδόπουλος, † 17.4.2019), προσερχόμενος ἐπὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα στὸ Σχολεῖο, χαιρετοῦσε τοὺς συναδέλφους του μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν ἡμερῶν «Χριστὸς Ἀνέστη!». Κάποια μέρα τοῦ λέει ὁ Ὑποδιευθυντής του: «Καλά, βρὲ Γιῶργο, δὲν βαρέθηκες ἐπὶ σαράντα ἡμέρες νὰ μᾶς λὲς ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ καὶ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’!...»; Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Διευθυντοῦ: «Πὲς πὼς ἐγὼ βαρέθηκα – ποὺ δὲ βαρέθηκα μὲ τίποτα... Ἐσεῖς δὲν βαρεθήκατε ἐπὶ 365 μέρες τὸ χρόνο νὰ λέτε ‘‘καλημέρα’’ καὶ ‘‘καλημέρα’’, ποὺ δὲν εἶναι καὶ σίγουρο ὅτι θὰ εἶναι καὶ καλή, ἐνῶ τὸ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ ἔχει τὴν σιγουριὰ τῆς αἰωνιότητας…».


Ὁ Ἐρανιστὴς


† ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς


5.4.2026 ἐκ. ἡμ.,


† Σάββατον Διακαινησίμου † Ἁγίου Μάρτυρος Κλαυδίου




Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΚΑΘΙΕΡΩΣΕ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ





Αν είσαι Σίμων Κυρηναϊος, σήκωσε το σταυρό και ακολούθησέ Τον. 

Αν σταυρωθείς μαζί Του ως ληστής,

 γνώρισε το Θεό σαν ευγνώμων δούλος. 

Αν κι Εκείνος λογιάσθηκε με τους ανόμους για χάρη σου και την αμαρτία σου, γίνε συ έννομος για χάρη Εκείνου.

 Προσκύνησε αυτόν που κρεμάσθηκε στο σταυρό για σένα, έστω κι αν κρέμεσαι κι εσύ.

 Κέρδισε κάτι κι απ' την κακία.

 Αγόρασε τη σωτηρία με το θάνατο.



Μπες με τον Ιησού στον Παράδεισο, ώστε να μάθεις από τι έχεις ξεπέσει. Δες τις εκεί ομορφιές. Άσε το ληστή που γογγύζει, να πεθάνει έξω μαζί με τη βλασφημία του. Κι αν είσαι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα απ' το σταυρωτή. Ας γίνει δικό σου αυτό που καθάρισε τον κόσμο. Κι αν είσαι Νικόδημος, ο νυκτερινός θεοσεβής, ενταφίασέ τον με μύρα.


Κι αν είσαι κάποια Μαρία ή η άλλη Μαρία ή η Σαλώμη ή η Ιωάννα, δάκρυσε πρωί-πρωί. Δες πρώτη την πέτρα σηκωμένη, ίσως δε και τους αγγέλους κι αυτόν τον ίδιο τον Ιησού. Πες κάτι, άκουσε τη φωνή. Αν ακούσεις «Μη μ' αγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου το Λόγο, αλλά μη λυπηθείς. Γιατί ξέρει σε ποιους θα φανερωθεί πρώτα. 


Καθιέρωσε την Ανάσταση. Βοήθησε την Εύα, πού 'πεσε πρώτη, και πρώτη να χαιρετήσει το Χριστό και να το ανακοινώσει στους μαθητές. Γίνε Πέτρος ή Ιωάννης. Σπεύσε στον τάφο, τρέχοντας μαζί ή προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τον καλό συναγωνισμό. Κι αν σε προλάβει στην ταχύτητα, νίκησε με το ζήλο σου, όχι παρασκύβοντας στο μνημείο, αλλά μπαίνοντας μέσα. Κι αν σαν Θωμάς χωρισθείς απ' τους συγκεντρωμένους μαθητές, στους οποίους εμφανίζεται ο Χριστός, όταν τον δεις, μην απιστήσεις.


Κι αν απιστήσεις, πίστεψε σ' αυτούς που στο λένε. Κι αν ούτε και σ' αυτούς πιστέψεις, δείξε εμπιστοσύνη στα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνει στον Άδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποιο είναι το σχέδιο της διπλής καταβάσεως, ποιος είναι ο λόγος της: απλώς σώζει τους πάντες με την εμφάνιση Του ή κι εκεί ακόμα αυτούς που τον πιστεύουν; 


Τώρα δε είμαστε αναγκασμένοι ν' ανακεφαλαιώσουμε το λόγο ως εξής: Δημιουργηθήκαμε, για να ευεργετηθούμε. Ευεργετηθήκαμε, επειδή δημιουργηθήκαμε. Μας δόθηκε ο Παράδεισος, για να ευτυχήσουμε. Λάβαμε εντολή, για να ευδοκιμήσουμε με τη διαφύλαξή της, όχι γιατί ο Θεός αγνοούσε αυτό που θα γινόταν, αλλά γιατί νομοθετούσε το αυτεξούσιο. Απατηθήκαμε, γιατί μας φθόνησαν.


Ξεπέσαμε, γιατί παραβήκαμε την εντολή. Είμαστε αναγκασμένοι σε νηστεία, γιατί δε νηστεύσαμε, καθώς εξουσιασθήκαμε απ' το δένδρο της γνώσης. Γιατί ήταν παλιά η εντολή και σύγχρονη με μας, σαν κάποια διαπαιδαγώγηση της ψυχής και σωφρονισμό απ' τις απολαύσεις. Τη λάβαμε εύλογα, για να απολαύσουμε με την τήρησή της αυτό που χάσαμε με τη μη διαφύλαξή της. 


Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε. Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη).


Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως. 


Τα σημεία δε στον τάφο, τα μετά τον τάφο, ποιος θα μπορούσε επάξια να τα υμνήσει; Τίποτε δε δεν υπάρχει σαν το θαύμα της σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αίματος αναπλάθουν τον κόσμο όλο και γίνονται σαν χυμός γάλακτος για όλους τους ανθρώπους, που συνδέουν και συνάγουν εμάς σε μια ενότητα.


Αλλ' ω Πάσχα, το μέγα και ιερό, που καθαρίζεις τον κόσμο όλο! Γιατί θα σου μιλήσω σαν κάτι έμψυχο. Ω Λόγε Θεού και φως και ζωή και σοφία και δύναμη! Γιατί χαίρομαι μ' όλα σου τα ονόματα! Ω γέννημα κι ορμή και σφραγίδα του μεγάλου νου! Ω Λόγε που νοείσαι κι άνθρωπε που φαίνεσαι, ο οποίος φέρεις τα πάντα προσδεδεμένα στο λόγο της δυνάμεώς σου! 


Τώρα μεν ας δεχθείς το λόγο αυτό, όχι ως απαρχή, αλλ' ως συμπλήρωση ίσως της δικιάς μας καρποφορίας, ευχαριστία το ίδιο κι ικεσία, για να μην κακοπάθουμε εμείς τίποτε περισσότερο πέρα απ' τους αναγκαίους κόπους κι ιερούς πόνους για τις εντολές σου, με τους οποίους ζήσαμε μέχρι τώρα.


Κι ας σταματήσεις την εναντίον μας τυραννία του σώματος (βλέπεις. Κύριε, πόσο μεγάλη είναι και πόσο μας λυγίζει), ή την κρίση σου, αν θέλαμε να καθαρισθούμε από σένα. 



Αν δε τερματίσουμε άξια με τον πόθο μας και γίνουμε δεκτοί στις ουράνιες σκηνές,

 αμέσως κι εδώ θα σου προσφέρουμε θυσίες δεκτές 

στο άγιό σου θυσιαστήριο. Πατέρα και Λόγε και Πνεύμα άγιο. 

Γιατί σε σένα αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!




Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: Λόγος με΄ εις το Πάσχα (απόσπασμα).
 Μετάφραση: Πρωτοπρ. Γεώργιος Δορμπαράκης
Από το «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος», 
Αθήναι 1991.


Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος


ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ





Τη Αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα


Αι εις τον ενταφιασμόν του Σωτήρος, κατά την εσπέραν της Παρασκευής, παρευρεθείσαι γυναίκες. Μαρία η Μαγδαληνή μετά των λοιπών, υποστρέψασαι υπό του Γολγοθά εις την πόλιν, ητοίμασαν αρώματα και μύρα, ίνα ελθούσαι μετά ταύτα αλείψωσι το σώμα του Ιησού' και τη μεν επαύριον, διά την περί της αργίας του Σαββάτου εντολήν ησύχαζον δι' όλης της ημέρας. Κατά δε τον βαθύν όρθρον της εφεξής Κυριακής, ήτις υπό των Ευαγγελιστών ονομάζεται πρώτη Σαββάτου και μία Σαββάτων, ήγουν πρώτη της εβδομάδος ημέρα, Μαρτίου τότε κε', μετά τριάκοντα εξ' ώρας σχεδόν από της του ζωοδότου Λυτρωτού νεκρώσεως, έρχονται μετά των νεκρωσίμων αρωμάτων εις το μνημείον. Και ενώ διελογίζονται την δυσκολίαν της του λίθου αποκυλίσεως εκ της θύρας της μνημείου, γίνεται σεισμός φοβερός' και Άγγελος αστραπηφόρος την όψιν, χινόφωτος την στολήν, αποκυλίσας τον λίθον και καθεσθείς επ' αυτού απονέκρωσεν από του φόβου τους φύλακας, και έτρεψεν αυτούς εις φυγήν. Αι δε γυναίκες εισελθούσαι εις το μνημείον και μη ευρούσαι το Σώμα του Ιησού, βλέπουσιν άλλους δύο Αγγέλους λευκοφορούντας, εν σχήματι ανδρικώ, οι και μηνύσαντες την έγερσιν του Σωτήρος, αποστέλλουσιν αυτάς, ίνα δραμούσαι ταχέως, απαγγείλωσιν εις τους μαθητάς τα φαιδρά Ευαγγέλια. Εν τοσούτω φθάνει και ο Πέτρος μετά του Ιωάννου, μαθόντες τα γενόμενα παρά της Μαγδαληνής, ως είρηται, και εισελθόντες εις τον τάφον ευρίσκουσι μόνον τα σάβανα. Διό επανέρχονται πάντες εις την πόλιν μετά χαράς, κήρυκες της υπερφυούς Αναστάσεως του Χριστού, ον και είδον ζώντα πραγματικώς πεντάκις κατά την σήμερον Εορτήν. Ταύτην ουν την χαρμόσυνον Ανάστασιν εορτάζοντες σήμερον, ασπαζόμεθα αλλήλοις τον εν Χριστώ ασπασμόν, δεικνύοντες διά τούτου την κατάλυσιν της πρώτης έχθρας μεταξύ ημών και του Θεού, και την προς ημάς πάλιν Αυτού διαλλαγήν διά του πάθους του Σωτήρος. Και η μεν εορτή ονομάζεται Πάσχα, ομονύμως το Πάσχα των Εβραίων, όπερ κατά την γλώσσαν αυτών, σημαίνει διάβασιν' διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς διεβίβασεν ημάς εκ της κατάρας του Αδάμ και της δουλείας του διαβόλου εις την αρχαίαν ελευθερίαν και μακαριότητα. Η δε παρούσα της εβδομάδος ημέρα, ήτις εστίν η πρώτη των λοιπών, αφιερωθείσα εις την τιμήν του Κυρίου, επωνομάσθη εκ του ονόματος αυτού Κυριακή, και εις αυτήν μετετέθη από των Αποστόλων η αργία και η ανάπαυσις της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου. (Ωρολόγιον το Μέγαν υπό Βαρθολομαίου του Κουτλουμουσιανού, 1851, σελ. 355-356).




ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΤΑ ΟΘΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΥΔΑΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΜΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ (2026)


Ο ΚΡΥΦΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ



ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΦΡΙΤΤΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΔΙΑΚΗΡΥΤΤΟΥΝ


ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ: Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΟΨΩΜΕΘΑ ΤΩ ΑΠΡΟΣΙΤΩ ΦΩΤΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΗΛΘΟΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΠΙ ΤΟ ΜΝΗΜΑ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΔΕΥΤΕ ΙΔΕΤΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΟΠΟΥ ΕΚΕΙΤΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ


ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ


ΑΓΙΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΚΟΝΙΟΥ: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΥΝΘΩΜΕΝ ΤΗ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙ



ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ! Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΚΟΥ


ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ




Aγαπητοί μου,

 

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. 

Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές 

που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, 

όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. 

Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… 

Όσο ήταν χειμώνας,

 η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, 

που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. 

Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, 

ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, 

εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, 

σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο,

 που λειτουργούσαν από τις επτά.


 

Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια.


Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια.


Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες.


Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής.


Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα.


Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!…


Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα.


Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον …


Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!


Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα.


 

Mαθαίνοντας 

όσα έμαθα εκείνο το χρόνο,

μάθαινα τη ζωή, 

που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω,

 αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, 

δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, 

που δεν ήταν ακόμα για μένα.

 Έτσι και στη ζωή: 

Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. 

Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. 

Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, 

που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… 

Mεγάλη Eβδομάδα; 

Γελάτε, ε;… 

Kαι του χρόνου!

  


Το διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου,''Το πρώτο μου Πάσχα'' 
πρωτοδημοσιεύθηκε στην ''Διάπλαση των Παίδων'' 
και τυπώθηκε στο ''Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων'' 
της Ε΄Δημοτικού το 1975

 

 

Σας ασπάζομαι



ΦAIΔΩN

 

Ο ΚΡΥΦΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ




ΤΑ ΞΥΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ


Πέμπτη τοῦ Πάσχα κι ὁ πάπα-Λευτέρης πρωΐ-πρωῒ φόρτωνε τὸ ζῶο του κι ἑτοιμαζόταν νὰ κατεβεῖ στὴν Τραπεζούντα. Τὴν ἴδια ὥρα ἀκούστηκαν οἱ πρῶτοι χτύποι τῆς καμπάνας. Ὁ συνεφημέριός του ὁ πάπα-Γαβριὴλ φαίνεται πὼς εἶχε ἀϋπνίες. Χθὲς ἦταν ἡ σειρά του νὰ λειτουργήσει. Μετὰ πῆρε τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια νὰ μαζέψει ξύλα. Καὶ σήμερα νά τον ξημερώματα, ἕτοιμος νὰ κάνει τὸν πραματευτή. Κανονικὰ ὄφειλε νὰ πάει στὴν ἐκκλησιά. Τέτοια μέρα, ἀκόμη Πασχαλιά, ποὺ ξανακούστηκε νὰ λείπει ἀπ᾿ τὴ Λειτουργία!


ς ὄψονται, ὅμως, τὰ τόσα στόματα ποὺ περιμένουν στὸ σπίτι. Κάποιος ἔπρεπε νὰ νοιαστεῖ γιὰ τὸ καθημερινό τους... Ὀκτὼ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς κι ἄλλα τρία ὁ Ἀναστάσης ὁ κουμπάρος του: Τὴ γυναῖκα του, τὴν πεθερά του, τὴν «κυρὰντουλάπα», καὶ τὸν κουνιάδο του, ποὺ δὲν φτουρᾶ σὲ δουλειά… Ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ ξεκίνησε… Εἶχε μπροστά του πολὺ δρόμο. Ὑπολόγιζε πρὶν τὸ μεσημέρι νὰ φτάσει στὴν πόλη κι ἂν ὅλα πᾶν καλά, ἀργὰ τὸ βράδυ νὰ εἶναι πάλι πίσω. «Βαστᾶτε ποδαράκια μου», ἀναστέναξε καθὼς ἀναλογίστηκε τὸ δρόμο ποὺ ᾿χε νὰ κάνει. Κατὰ πὼς τὸ εἶχε συνήθειο ἄρχισε τὸ ψάλσιμο, νὰ σπάει κι ἡ μονοτονία. Νὰ κάνει ὅμως καὶ τὸ κέφι του.


Μέσα στὴν ἐρημιὰ ποιός τὸν ἀκούει; Μόνο ὁ Θεός. Ἀποφεύγει καὶ τὰ κοροϊδευτικὰ χαμόγελα τοῦ πάπα-Γαβριὴλ ἢ τὶς εἰρωνίες τοῦ Ἰορδάνη, τοῦ ψάλτη: «Ἐξαιρετικὰ τὰ λὲς παπᾶ. Σὰν μανάβης!». Τὸ ξέρει. Ἡ φωνή του ἀκούγεται ἄσχημα. Μὰ ὅτι λέει, τὸ ψέλνει μὲ τὴν καρδιά του κι αὐτὸ θέλει ὁ Θεός. Ὅπως τότε ποὺ ἦταν μικρός. Καὶ φλεγότανε ἀπ᾿ τὸ μεράκι τῶν ὕμνων... Ἀκόμη κι ὁ δεσπότης τὴ μοναδικὴ φορὰ ποὺ λειτούργησε μαζί του τοῦ εἶπε: «Σούς, μπρέ. Δὲν τὸ λέγεις καλά». Ἦταν ἕνα ὅριο ποὺ τοῦ ἔβαλε ὁ Θεὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ξεπεράσει. Τί κι ἂν πάλαιψε; Τί κι ἂν προσευχήθηκε; Τί κι ἂν ἔκλαψε; Τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε εἶναι, ὅσα λέει, νὰ τὰ λέει μέσα ἀπ᾿ τὴν καρδιά του. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ θέλει ὁ Θεός. Τὴν καρδιά, ὄχι τὸ λαρύγγι!


παρηγοριά του γιὰ τὴν σιωπὴ ποὺ ἔχει ἐπιβάλλει στὸν ἑαυτό του. Σιωπὴ γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλεῖ, ὅπως ἐνοχλοῦσε τότες ποὺ μικρὸς στεκόταν παράμερα στὸ ψαλτήρι. Ὅπως ἐνοχλοῦσε ἀργότερα τοὺς φίλους του ποὺ προχώρησαν στὴν ψαλτικὴ κι ἂς πίστευε πὼς θὰ τὸν θέλουν κοντά τους. Ὅπως ἐνοχλοῦσε τὸ φίλο του τὸν Ἀποστόλη, ποὺ ἔγινε δεξιὸς ψάλτης στὸ διπλανὸ χωριό. Σταμάτησε, ἔτσι, νὰ ψέλνει μπροστὰ στὸν κόσμο καὶ προτιμοῦσε τὶς ἐρημιές. Μὲ τὰ τροπάρια μετροῦσε τὶς ἀποστάσεις. Ξεκίναγε μὲ τὸν Ὄρθρο, ἔλεγε καὶ λίγα ἀπ᾿ τὸν Ἑσπερινὸ κι ἂν εἶχε κι ἄλλο δρόμο πρόσθετε καὶ μερικὰ σκόρπια τροπάρια. Αὐτὸ θὰ ἔκανε καὶ τώρα, μέρες τῆς Πασχαλιᾶς. «Μπρός, λοιπόν, παπᾶ, δῶσε του νὰ καταλάβει» μονολόγησε. Ἔκανε τὸ σταυρό του κι ἄρχισε:


«ναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Ἀφοῦ ἔψαλε ὅλον τὸν Κανόνα, προχώρησε καὶ στοὺς Αἴνους κι ἐκεῖ κατὰ τὸ δοξαστικὸ ἔμπαινε πιὰ στὰ πρῶτα σπίτια τῆς Τραπεζούντας. Μὲ τὸ ψάλσιμο κάπου εἶχε ἀφαιρεθεῖ. Ὅταν κατάλαβε πὼς ἦταν στὸν τουρκομαχαλὰ σκέφτηκε νὰ γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο νὰ προσανατολιστεῖ κι ὕστερα πῆρε ἕνα σοκάκι ἐκεῖ στ᾿ ἀριστερά. Περίμενε νὰ τὸν βγάλει ἔξω ἀπὸ τὸ Κάστρο, μ᾿ αὐτὸ φιδογύριζε ἀνάμεσα στὰ τουρκόσπιτα. Σὲ κάποια στροφὴ φάνηκε ἕνας καφενὲς κι ἀπόξω δύο τρεῖς τοῦρκοι ἀραχτοί, ἀπολάμβαναν τὸ ναργιλέ τους. Καθὼς περνοῦσε μπροστά του ὁ ἕνας τοῦ φώναξε: «Πόσο τὰ ξύλα, παπᾶ;». «Πέντε γρόσια, ἐφέντη μ’». «Πολλὰ δὲν εἶναι, βρὲ καραμπὰς (μαυροκέφαλε);». «Ὄχι, ἐφέντη μ’, ὄχι. Ἔρχουμαι ἀπὸ μακριά», ὁ πάπα-Λευτέρης ἤξερε ν’ ἀντιστέκεται στὰ παζάρια τῶν τούρκων. «Κι ὑστέρα τί παίρνεις μὲ πέντε γρόσια;». «Ἄντε νὰ σοῦ δώσω τρία νὰ τὰ φέρεις καὶ στὸ σπίτι».


«Νὰ χαρεῖς τὰ νειάτα σου, ἐφέντη μ’. Κάμε 3 τα τουλάχιστο τέσσερα. Εἶμαι φτωχὸς κι ἔχω τόσα στόματα νὰ θρέψω». «Καλά. Ἂς εἶναι. Θὰ σοῦ δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε ἀπ᾿ τὸ σκαμνί του, τεντώθηκε καὶ πλησίασε τὸν παπᾶ. Χάϊδεψε λίγο τὸ ζῶο καὶ μετὰ στράφηκε ἄγριος στὸ παπᾶ.


«Δὲν λυπᾶσαι τὸ ζῶο, βρὲ Γκιαούρ; Πῶς τὸ φόρτωσες τὸ καημένο; Κοντεύει νὰ ψοφήσει! Δὲν φοβᾶσαι τὸ Θεό, βρὲ καραμπάς;». «Ἀντέχει, ἐφέντη μ’», τόλμησε ν᾿ ἀπαντήσει ὁ πάπα-Λευτέρης. «Σούς, μπρέ», ἔβαλε τὶς φωνὲς ὁ τοῦρκος καὶ σήκωσε τὸ χέρι του ἀπειλητικά.


«Πᾶμε σπίτι νὰ τὸ ταΐσεις λίγο καὶ νὰ τὸ ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!». Γιόμισε ὁ μαχαλᾶς ἀπ᾿ τὶς φωνές του. Ὁ παπᾶς, τὸν ἀκολούθησε φοβισμένος. «Τρελὸς θάναι», σκέφτηκε κι ἀπὸ μέσα του ἔλεγε ὅσες εὐχὲς τοῦ ἐρχόντουσαν στὸ μυαλό. Μπροστὰ στὴν αὐλόπορτα τοῦ σπιτιοῦ φώναξε ἕνα ὄνομα.


στερα καὶ μὲ μία κλωτσιὰ τὴν ἄνοιξε διάπλατα. «Μπὲς μέσα, μπρὲ γκιαούρ. Δὲν φοβᾶσαι τὸ Θεὸ εἶσαι καὶ παπᾶς». Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἔκλεισε τὴν πόρτα κι ἀμέσως δύο νεαροὶ ξεφόρτωσαν τὸ ζῶο. Ὁ τοῦρκος, μὲ φωνές, τράβηξε σχεδὸν τὸν παπᾶ-Λευτέρη μέσα στὸ σπίτι, ποὺ ἀπ᾿ τὸ φόβο του ἔχασε κάθε δύναμη ν᾿ ἀντισταθεῖ. Μόνο ἔτσι σὰν ἀστραπὴ τοῦ πέρασε ἡ σκέψη: «Εἶδες τί ἔπαθες γιὰ νὰ μὴν πᾶς στὴ Λειτουργία;». Μέχρι τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ χαλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τὶς φωνές του. Μόλις πέρασαν τὸ κατώφλι τὴν ἔκλεισε μὲ τόση δύναμη λὲς κι ἤθελε νὰ τὴν γκρεμίσει. Καὶ τότε ἔγινε ἡ μεταμόρφωση. Ὁ ἄγριος τοῦρκος, αὐτὸς ποὺ χωρὶς αἰτία ἦταν ἕτοιμος νὰ κακοπαιδέψει τὸ φτωχὸ παπᾶ, ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ φίλησε τὸ χέρι του μὲ σεβασμό.


φωνή του μόλις ἀκουγόταν. «Σχώραμε, παπούλη μου, σχώραμε», τοῦ εἶπε ἑλληνικά. «Δὲν εἶχα κακὸ σκοπό. Γι᾿ αὐτὰ τὰ σκυλιὰ φώναζα, ποὺ μᾶς ἔβλεπαν. Μὴν καταλάβουν τίποτα καὶ χαθοῦμε. Χριστιανοὶ εἴμαστε κι ἐμεῖς κι ἂς φαινόμαστε τοῦρκοι». Κατάλαβε. Εἶχε μπροστά του ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ οἱ ρωμιοὶ ὀνόμαζαν κλωστούς. Ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀντιστάθηκαν τόσα χρόνια στὴν ὑποδούλωση τῆς ψυχῆς. Στὴ φαντασία του ὁ ἡρωϊσμὸς κι ἡ πίστη τους ἔπαιρναν μυθικὲς διαστάσεις. Πᾶνε μερικὰ χρόνια ποὺ ἄκουσε γι᾿ αὐτούς. Τότε θυμᾶται θέλησε νὰ τοὺς συναντήσει, νὰ ἔρθει σ᾿ ἐπαφὴ μαζί τους. Τὸν συγκράτησαν οἱ πιὸ φρόνιμοι. Θάρθει ἡ στιγμή, 4 τοῦ εἶπαν, καλύτερα νὰ μὴ βιάζεσαι. Πέρασαν τὰ χρόνια κι ἡ στιγμὴ δὲν ἦρθε. Στὴν ἀρχὴ μάθαινε πὼς κάποιος παπᾶς βρέθηκε στὴ δίνη τῆς ἱστορίας τους, μὰ κι αὐτὸ σταμάτησε μὲ τὰ χρόνια.


τσι, κάπου μέσα του, ἄρχισε νὰ μὴν πολυπιστεύει στὴν ύπαρξή τους. Ἄρχισε νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ πολλά, ἢ νὰ τὰ δέχεται σὰν μιὰ χαριτωμένη ὑπερβολή. Καὶ νὰ τώρα ποὺ εἶχε μπροστά του ἕναν δικό τους. Τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὸν σήκωσε. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φάνηκαν δύο γυναῖκες, ἡ μία νέα ἡ ἄλλη ἡλικιωμένη, καὶ τὸν περιτριγύρισαν ἕνα τσοῦρμο παιδιά! «Ἡ φαμίλια μου παπούλη μου», τοῦ εἶπε ὁ κρυφὸς Χριστιανός. Σὲ λίγο καθισμένοι στὸ σαλόνι ἀντάλασσαν τὶς ἱστορίες τους. Αἰσθάνονταν γνωστοὶ ἀπὸ χρόνια. Ἦταν κι αὐτοὶ ὅπως ὅλοι οἱ δικοί τους. Χρόνια τώρα, ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, κράταγαν μυστικὴ τὴν πίστη τους καὶ συνέχιζαν φανερὰ νὰ κάνουν τὴ ζωὴ τοῦ μουσουλμάνου. Πρῶτα κοντά τους ἔμενε ἕνας χότζας ποὺ ἦταν κρυφὸς παπᾶς. Αὐτὸς τοὺς βάφτισε, αὐτὸς τοὺς πάντρεψε, αὐτὸς κήδευε τοὺς πατεράδες τους. Ὅλα στὰ κρυφά.


Νύχτα πάνω στὴ νύχτα. Τὴ μέρα τοὺς πάντρευε τούρκικα. Τὴ νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ἕνα παιδί; Τὴ μέρα ἔκανε σουνέτι. Τὴ νύχτα βαφτίσια. Στὸ θάνατο ὁ πρῶτος ποὺ ἔμπαινε στὸ σπίτι ἦταν αὐτός. Μόνος μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ νεκροῦ διάβαζε τρισάγιο. Τὴ νύχτα ἔκανε τὴν κηδεία καὶ τὸ πρωῒ ὅλα τὰ ἔθιμα τῶν μουσουλμάνων. Διπλὴ ζωή, διπλὸ ξόδι. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ πέθανε, ἔμειναν ὀρφανοί. Ἀλειτούργητοι. Ἀβάφτιστοι. Δύο χρόνια ἔχουν νὰ κάνουν Ἀνάσταση. Τὴ νύχτα τὸ Μεγάλο Σάββατο ἄκουσαν τὶς καμπάνες ἀπ᾿ τὸ χριστιανικὸ μαχαλᾶ. Ἄναψαν κερὶ καὶ ἔψαλαν σιγανὰ τρεῖς φορὲς τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». «Νὰ κάνουμε τώρα τὴν Ἀνάσταση», ἡ ἰδέα ἄστραψε στὸ μυαλὸ τοῦ πάπα-Λευτέρη. «Τί πειράζει; Πασχαλιὰ εἶναι ἀκόμη. Ἑτοιμαστεῖτε κι ἐδῶ εἶμ᾿ ἐγώ». Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἕνας ὁλάκερος μηχανισμὸς μπῆκε σὲ λειτουργία. Μέχρι τὸ βράδυ βρέθηκαν ἄμφια, σκεύη, πρόσφορα, ἐνῶ ἕνα νιὸ παληκάρι, μὲ γρήγορο ἄλογο, ἔτρεξε στὸ χωριὸ νὰ καθησυχάσει τὴν παπαδιά, ποὺ δὲν θὰ γύριζε ὁ παπᾶς ἐκεῖνο τὸ βράδυ.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ





Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. 

Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, 

όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. 

Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… 

Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, 

τις γειτονικές μας εκκλησίες, 

που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, 

από τις εννιά η άλλη. 

Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, 

που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, 

ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, 

εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, 

σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, 

που λειτουργούσαν από τις επτά. 

Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους 

και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο. 




Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… 


O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου… 


Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. 


Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα. Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!…


Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). 


Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα. Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών.


Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον.


Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός! Έτσι έπρεπε να είναι. 


Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα.





Έτσι και στη ζωή: 

Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, 

ύστερ’ από κόπο και λύπη. 

Πριν από κάθε μας Πάσχα, 

πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα. 

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. 

Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, 

που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, 

δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; 

Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!


Σας ασπάζομαι


ΦAIΔΩN 




Εκ του βιβλίου: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975.

Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 

Icon by Serhei Vandalovskiy.



Γρηγόριος Ξενόπουλος


Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, Ο ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ)





Ομιλία στο β΄ Εωθινό Ευαγγέλιο

Η επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο (Μάρκ. ις’ 2-4)



Όταν πλέον πέρασε η λύπη του Σαββάτου και ενεργήθηκε το μυστήριο της αναστάσεως και ο Ήλιος της δικαιοσύνης σαν από κάποιο ορίζοντα ανέτειλε, τότε η τριάδα των ιερών γυναικών που μετέφεραν τα αρώματα έφθασε στο ζωηφόρο μνήμα. «Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, μόλις ανέτειλε ο ήλιος».


Γιατί η Εύα, επειδή απατήθηκε κατά το δειλινό, εξορίζεται από τον τόπο της απολαύσεως (παράδεισο). Αντίθετα όμως, οι απόγονοί της σπεύδουν πολύ πρωί να μάθουν την αποκατάσταση της πρώτης μητέρας του ανθρώπινου γένους (Εύας), που έγινε μέσω της αναστάσεως.


Σπεύδουν λοιπόν, καθώς ανέτειλε ο ήλιος. Γιατί ο ήλιος σαν να ανέτειλε από τα κατώτερα μέρη της γης, δημιούργησε μια καινούργια ημέρα για τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Και επειδή το αρχικό φως, που δημιουργήθηκε την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η αμαρτία το αμαύρωσε, την ίδια ακριβώς ημέρα αφού αναστήθηκε ο Κύριος, δημιούργησε μια παρατεταμένη πρωία. 


Πράγμα το οποίο, όπως εγώ νομίζω, ο ευαγγελιστής έχει φανερώσει με την έκφραση· «και πολύ πρωί». Γιατί με την ανάσταση του Χριστού οι ψυχές δεν βρίσκονται πλέον φυλακισμένες στις σκοτεινές κρυψώνες του άδη. Και έλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος»;


Η Μαρία λοιπόν η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, η οποία πιστεύουμε ότι είναι η υπέραγνη Δέσποινα (αυτήν δηλαδή ονομάζουν τα Ευαγγέλια μητέρα Ιακώβου και του Ιωσήφ), είχαν πάει από πριν στον τάφο, και δεν ήταν εντελώς άπειρες από το γεγονός της αναστάσεως, και μάλιστα, επειδή ήταν με πάρα πολύ φλογερό πόθο ενισχυμένες, έτρεχαν να πάρουν μεγαλύτερη επιβεβαίωση. 


Η Σαλώμη δε, επειδή ήλθε στον τάφο για πρώτη φορά πριν από λίγο χρόνο, γνώριζε ότι μια μεγάλη πέτρα εμπόδιζε την είσοδο του μνήματος. Γιατί ήταν και αυτή μαζί με τον κύκλο των γυναικών που ακολουθούσαν τη Θεοτόκο την ώρα που τοποθετούσαν το Δεσποτικό σώμα στον τάφο και έβλεπε που έχει τοποθετηθεί, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος μάς ανέφεραν.


Ο μεν Ματθαίος τη γνώριζε από τα παιδιά της, ο δε Μάρκος από το όνομά της. Επειδή αγνοούσε τί επακολούθησε, απορεί σχετικά με την πέτρα· γιατί δικός της ήταν ο λόγος· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα». Γι’ αυτό και οι Μαρίες, επειδή πράγματι γνώριζαν ότι η πέτρα είχε αποκυλιστεί, λύνουν την απορία της με το γνέψιμο των ματιών· «Και όταν σήκωσαν τα μάτια τους, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί»· γιατί με το «όταν σήκωσαν τα μάτια τους», δήλωσε το δείξιμο με το γνέψιμο (νεύμα) των οφθαλμών. 


Φανερώνεται επίσης και το μέγεθος της πέτρας, όταν λέει· «ήταν δε (η πέτρα) πάρα πολύ μεγάλη», και αποδεικνύοντας ότι την πέτρα δεν την κύλισαν τυμβωρύχοι και κλέφτες, προσπαθώντας να κλέψουν το νεκρό, σύμφωνα με τους συκοφάντες αρχιερείς, οι οποίοι έλεγαν στον Πιλάτο· « Μήπως αφού έλθουν οι μαθητές του κατά τη διάρκεια της νύχτας, τον κλέψουν».


Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι ο τάφος εκείνος ήταν σπηλιά κατασκευασμένη με ανθρώπινα χέρια, της οποίας την είσοδο ο Ιωσήφ είχε κλείσει με τη μεγάλη εκείνη πέτρα, που την έσυρε με τη βοήθεια πολλών ανθρώπων, ούτως ώστε να μην είναι δυνατόν από πολλούς εύκολα να μετακινηθεί. Επιπλέον ήταν σημαδεμένος και με τις σφραγίδες. Αλλά ήταν αληθινά πάρα πολύ μεγάλος αυτός που είχε μετακινήσει την πέτρα· γιατί τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει το «Ήταν πάρα πολύ μεγάλη» και έτσι να το εκλαμβάνεις.



«Οι Μυροφόρες αντικρύζουν τον λαμπροφορεμένο άγγελο» 
(Μάρκ. ιϛ´ 5)

«Ο άγγελος αναγγέλλει την ανάσταση του Χριστού»
 (Μάρκ. ιϛ´ 6-7)
«Η αποκατάσταση του Πέτρου» (Μάρκ. ιϛ´ 7)
«Γιατί οι μυροφόρες αποσιωπούν την αποκάλυψη της αναστάσεως του Χριστού;» 
(Μάρκ. ιϛ´ 7-8)

«Οι μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως των πιστών» 
(Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)


Εάν λοιπόν συμπεριφερθούμε έτσι, θα δούμε την καρδιά μας να απαλλάσσεται από την σκλήρυνσή της, σαν να σηκώνεται μια πέτρα. Όταν δε μαλακώσει η καρδιά μας, θα φανεί σε μας ο άγγελος, η κίνηση δηλαδή της συνειδήσεως, που θα μας αναγγέλλει την ανάσταση του λογιστικού μέρους της ψυχής, που είχε νεκρωθεί μέσα μας.


Ας γίνουμε λοιπόν στους άλλους διδάσκαλοι του καλού, σε όσων η ακοή πείθεται στην ακρόαση των θείων λόγων. Σε όσους όμως θεωρούν ότι η θεία διδασκαλία είναι ανοησίες, ας μην πούμε σε κανέναν τίποτα. Γιατί δεν είναι θεμιτό να αποκαλύπτουμε τα θεία μυστήρια στους απίστους, αυτά που εμείς αξιωθήκαμε να δούμε. Έτσι θα αποφύγουμε και ο λόγος να είναι ανώφελος και μείς να γίνουμε γι’ αυτούς αίτιοι μεγαλύτερης καταδίκης.


Και ο Χριστός, ο Θεός μας, που μας ζωοποίησε με την ανάστασή του από τους νεκρούς, αυτός ας μας αναστήσει και από το θάνατο που προέρχεται από τις αμαρτίες, κι ας μας αξιώσει να κληρονομήσουμε τη βασιλεία του. Αμήν.


Και όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νέο με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τις κατέλαβε φόβος και έκπληξη». Όταν είδαν οι γυναίκες την πέτρα μετατοπισμένη από το ζωηφόρο μνήμα, μπαίνουν αμέσως προς τα μέσα· και όταν αντίκρυσαν ένα απροσδόκητο θέαμα που τις έφερε σε αμηχανία, τις κατέλαβε τρόμος και έκπληξη,


γιατί είδαν ένα λευκοφορεμένο νέο στα δεξιά του τάφου και σάστισαν από την εκπληκτική μορφή του. Σημαίνει δε «θάμβος» κάποιο φόβο που προκαλείται από ένα ασυνήθιστο θέαμα. Το ότι ο άγγελος παρουσιάστηκε στα δεξιά του τάφου, ήταν ενδεικτικό ενός αίσιου γεγονότος και μηνύματος. 


Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Γαβριήλ, όταν αναγγέλλει στο Ζαχαρία την ευχάριστη είδηση της γεννήσεως του Προδρόμου, παρουσιάζεται στο δεξιό μέρος του θυσιαστηρίου. Όσον αφορά στο λευκό χρώμα της στολής (του αγγέλου), αυτό φανερώνει τη λαμπρή και ολοφώτεινη ανάσταση.


Η δε νεανικότητα της αγγελικής μορφής φανέρωνε ότι η μορφή των αγγέλων βρίσκεται πάντοτε και με τον ίδιο τρόπο στην άνθισή της. Γιατί τα θεία τα χαρακτηρίζει πάντοτε η νεανικότητα, μια και δεν συμμετέχουν στη διαδικασία της γήρανσης και βιώνουν τη θεϊκή μακαριότητα.


Αυτός όμως τους είπε· μην τρομάζετε· ξέρω ότι ψάχνετε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο». Πρώτα ο άγγελος καταπραΰνει τον φόβο, απαλλάσσοντας τις γυναίκες από τον τρόμο που είχε καταλάβει τις ψυχές τους. Έπειτα, επειδή γνώριζε πολύ καλά και την αιτία για την οποία είχαν πάει στο μνήμα, τους λέγει·


«Ξέρω ότι ψάχνετε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον σταυρωμένο». Αλλά για ποιό λόγο, αφού άφησε τις υψηλές σκέψεις που αρμόζουν στον Θεό, με τις οποίες φανερώνεται η Θεότητα του Λόγου, χρησιμοποίησε τα ταπεινά αυτά λόγια; Ίσως για να αποδοκιμάσει τις σκέψεις των γυναικών. Γιατί δεν τον αντιμετώπιζαν ολοκληρωτικά ως Θεό. Εάν συνέβαινε αυτό, δεν θα είχαν έλθει να τον αλείψουν με αρώματα. 


Αυτό που τους λέγει, σημαίνει τούτο· αυτόν που εσείς θεωρείτε ως απλό άνθρωπο προσέχοντας μόνο ό,τι φαίνεται -δηλαδή τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, αυτόν που δέ­χθηκε σταυρικό θάνατο για τη σωτηρία μας- αυτός αναστήθηκε. Δεν είναι τέτοιου είδους, όπως τον θεωρείτε. Γιατί το “ώδε” πρέπει να νοηθεί ως “ούτως”, για να σημαίνει· δεν ευρίσκεται μεταξύ των θνητών κατά τέτοιο τρόπο, που εσείς νομίζετε.


Γιατί υπήρχε σε κάθε τόπο, χωρίς να περιορίζεται σ’ ένα τόπο ως Θεός που ήταν και κάλυπτε με την παρουσία του τα πάντα. Όταν πλέον τις μύησε στο μυστήριο της αναστάσεως, τις έστειλε στους αποστόλους με την αποστολή να μεταφέρουν σ’ αυτούς τη χαρούμενη είδηση.


Πηγαίνετε και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο». Γιατί αφού είπε· «πείτε στους μαθητές του», πρόσθεσε, «και στον Πέτρο»; Επειδή ο ακλόνητος εκείνος στύλος όταν ταλαντεύτηκε για λίγο, αρνήθηκε το Δεσπότη· όταν όμως κατανόησε την πτώση του, έκλαψε πικρά. Και τη συνείδησή του βασάνιζαν τέτοιου είδους τύψεις και ήταν ταραγμένος από τη λύπη κι ο νους του ήταν γεμάτος από έννοιες, επειδή δεν γνώριζε αν τον συγχώρησε ο Θεός.


Επειδή όμως είχε αυτή την αμφιβολία, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να συναριθμείται στον κύκλο των αποστόλων. Γι’ αυτό αφού ανέφερε τους μαθητές ο άγγελος, προσθέτει και το όνομα του Πέτρου, για να πληροφορηθεί ο Πέτρος το κέρδος από τα δάκρυα που έχυσε, εξαιτίας των οποίων δεν έχασε τη θέση του μεταξύ των μαθητών.


Για να γίνει πιστευτή η αλήθεια της οπτασίας και να επιβεβαιωθεί η ανάσταση του Κυρίου, τις προτρέπει ο άγγελος να αναγγείλουν την ευχάριστη είδηση, κάτι που μόνοι οι μαθητές γνώριζαν. Γιατί τους λέει· «ότι πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία· εκεί θα τον δείτε, όπως σας είπε.». Γιατί ο Σωτήρας είχε υποσχεθεί στους μαθητές πριν το πάθος, ότι θα τον δουν στη Γαλιλαία μετά την ανάστασή Του.


Εκείνο που αξίζει να εξετασθεί είναι το εξής ερώτημα: πώς ο θεόπνευστος Λουκάς λέει ότι οι γυναίκες ανήγγειλαν όλα αυτά στους μαθητές; ενώ ο ευαγγελιστής Μάρκος ανέφερε ότι η Μαγδαληνή πήγε να τα αναγγείλει σ’ αυτούς που είχαν μείνει μαζί Του και που πενθούσαν και έκλαιγαν. Εδώ όμως αναφέρει· «έφυγαν από το μνήμα, και δεν είπαν σε κανέναν τίποτε, γιατί φοβόντουσαν». 


Οι μαθητές, όταν άκουσαν τις πρώτες οράσεις των γυναικών -τις οποίες εξιστόρησαν ο Ματθαίος και ο Ιωάννης και ο Λουκάς- δεν πίστεψαν. Γι’ αυτό και ο Κύριος, αφού εμφανίσθηκε στους ένδεκα, ενώ καθόντουσαν στο τραπέζι, έψεξε την απιστία τους.


Γι’ αυτό το λόγο, επειδή οι γυναίκες φοβόντουσαν, μη φανούν πάλι οι μαθητές άπιστοι, όπως ακριβώς και πριν, αποσιωπούν την αποκάλυψη. Φοβόντουσαν μήπως γίνονταν αιτία μεγαλύτερης καταδίκης για τους μαθητές, αφού για οράσεις ολοκάθαρες και επαναλαμβανόμενες δυσπιστούσαν.


Αυτές λοιπόν τις ένθεες και μακάριες γυναίκες, ας μιμηθούμε κι εμείς με ζέση. Και άλλος μεν ας επιδεικνύει ζήλο μιμούμενος τη Μαρία τη Μαγδαληνή όσον άφορα την πράξη. Και όπως εκείνη όλη τη νύκτα παρέμενε με ευχαρίστηση στον τάφο, ερευνώντας από κοντά την ανάσταση του Κυρίου, έτσι κι εκείνος ας επιζητεί σε όλη του τη ζωή την ανάσταση του λόγου που βρίσκεται μέσα του πεθαμένος.


Αυτός όμως που θέλει να μιμηθεί τη Μαρία του Ιακώβου, ας προσηλώνει το νου του στο θεωρητικό μέρος. Αυτός ας ασχοληθεί σ’ όλη του τη ζωή με τη μελέτη των θείων εννοιών, και μέσα από την αληθινή γνώση ας γεννήσει μέσα του το λόγο και ας καρπώνεται τη συγγένεια που έχουμε με το Θεό κατά χάρη. 


Γιατί ο Σωτήρας μας, μας λέει· «Μητέρα και αδελφοί μου είναι όσοι εφαρμόζουν το θέλημά μου». Τέλος ας μιμηθεί τη Σαλώμη εκείνος που ως προς την αναζήτηση του καλού αποδείχθηκε ράθυμος στη νεανική του ηλικία, γιατί ήταν βυθισμένος στον ύπνο της ραθυμίας. Αυτός λοιπόν όταν ανατείλει ο ήλιος, δηλαδή όταν θα τον φωτίσει το θείο φως, ας αποδιώξει τη ραθυμία και ας συγκαταριθμήσει τον εαυτό του στη χορεία εκείνων που έχουν ήδη εντρυφήσει στο αγαθό.


Το όνομα Σαλώμη ερμηνεύεται ειρηνική και δηλώνει την αγαθή ψυχή που νίκησε τα πάθη και ειρηνεύει όσο μπορεί. Αυτές λοιπόν αφού μιμηθούμε σχετικά με τη γνώση του λόγου, ας ζητήσουμε ολοπρόθυμα όταν ανατείλει ο ήλιος, όταν φωτιστεί δηλαδή το ηγεμονικό της ψυχής μας, και διασκορπιστεί σαν το σκοτάδι η άγνοια των λογισμών. 



Πρεσβ. Σταύρου Τρικαλιώτη:



''Τα Ένδεκα Εωθινά Ευαγγέλια''
εκδ. Τήνος, σ. 79-87




Print Friendly and PDF