«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 16 Αυγούστου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ: ΚΑΥΧΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
τοῦ κ. Παναγιώτου Γ. Νικολόπουλου
῾Ομοτ. Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν, Διευθυντοῦ τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς ῾Ελλάδος, ἐ.τ. Αʹ.
Η ῞Αλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπετέλεσε μὲν καταλυτικὸν γιὰ τὸν ῾Ελληνισμὸν γεγονός, διότι ἐξέλιπε τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν προπύργιον τοῦ ᾿Ελευθέρου Γένους. ῞Οσον ἡ Κωνσταντινούπολις ἦταν ἐλευθέρα, πρὸς αὐτὴν ἀπέβλεπαν ὄχι μόνον οἱ σκλαβωμένοι ῞Ελληνες, ἀλλὰ καὶ οἱ παραμένοντες στὶς ἄλλες ἐλεύθερες περιοχές, τὴν Τραπεζοῦντα, τὴν Πελοπόννησον. Δὲν ἦταν ἁπλῶς μία πόλις, ἀλλὰ ἡ πρωτεύουσα μιᾶς Αὐτοκρατορίας καὶ ὁ ἡγεμών της προσδιωρίζετο ὡς Βασιλεὺς καὶ Αὐτοκράτωρ.
῎Ετσι τὴν ἔβλεπαν ὄχι μόνον οἱ ῞Ελληνες ἀλλὰ καὶ οἱ Δυτικοὶ καὶ οἱ ᾿Ανατολικοὶ ἄλλοι λαοί, ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ πορθητὴς Μωάμεθ, ὁ ὁποῖος κατέκτα ὄχι μίαν πόλιν, ἀλλὰ κατέλυε μίαν Αὐτοκρατορίαν. ᾿Επίσης καταλυτικὴ ἦταν ἡ ῞Αλωσις καὶ γιὰ ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, διότι ἐχάνετο τὸ προπύργιον ἔναντι τῆς λαίλαπος τῆς ᾿Ανατολῆς. ῞Ομως παραλλήλως, ἡ ῞Αλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπῆρξε καὶ εὐεργετικὴ γιὰ τὸν ῾Ελληνισμόν. Κάτω ἀπὸ τὸν ᾿Οθωμανικὸν ζυγὸν ἐπανενώθη ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ὁ ῾Ελληνισμός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ᾿Αραβικῶν κατακτήσεων παρέμενε ὑποτεταγμένος εἴτε εἰς ῎Αραβας καὶ ᾿Οθωμανοὺς Τούρκους κυριάρχους εἴτε εἰς Δυτικούς, Γενουάτες, ῾Ενετοὺς κατακτητάς.
Καὶ ἑπομένως διεσπασμένος. ᾿Απέκτα λοιπὸν μίαν κοινὴν πολιτικὴν διοίκησιν, τὴν ᾿Οθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἐπανεύρισκε τὴν ἑνότητά της. Μὲ τὴν ἀνάπτυξιν δὲ τῆς προβολῆς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἀπέκτα καὶ συνεκτικὸν δεσμὸν τῶν ἐπὶ μέρους ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν τοῦ Γένους, ἀλλὰ καὶ ἰσχυρὸν πρέσβυν, ἐκπρόσωπον τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τόσον πρὸς τοὺς λοιποὺς ὁμοδόξους, Ρώσους κυρίως, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἑτεροδόξους, Λατίνους καὶ Προτεστάντες, ὅπως καὶ πρὸς τοὺς ἑτεροθρήσκους καὶ μάλιστα τὸν Σουλτᾶνον.
῾Ο Μωάμεθ ὁ Βʹ ὁ Πορθητὴς εἶχε παραχωρήσει ὡρισμένα προνόμια αὐτοδιοικήσεως καὶ ἐλευθέρας διαχειρίσεως τῶν κατὰ τὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν πραγμάτων. Αὐτὰ ἦσαν μία ἀνακούφισις γιὰ τὸ Γένος, ἀλλὰ συγχρόνως ἕνας μόνιμος βρόχος γιὰ τὸν ἑκάστοτε πατριάρχην, τὸν ὁποῖον καθιστοῦσε προσωπικῶς ὑπεύθυνον γιὰ τὴν σταθερὰν ὑποταγὴν τοῦ Γένους. ῞Ομως τὰ προνόμια αὐτὰ ἦσαν ἐπιβεβλημένα καὶ κατορθωτὰ ἐπὶ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου, στὶς σχέσεις Σουλτάνου καὶ Πατριάρχου, στὶς ἀνώτερες βαθμίδες τῆς ᾿Οθωμανικῆς διοικήσεως, ἀλλ᾿ ὅσον κατερχόμεθα στὰ κατώτερα κλιμάκια τῶν ἐκπροσώπων τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως, τὰ προνόμια αὐτὰ παρεθεωροῦντο ἀπὸ τὸν ἐπιτόπιον ἀγᾶν, μὲ τὴν συνδρομὴν πολλάκις καὶ τοῦ τουρκικοῦ ὄχλου.
᾿Αμέσως σχεδὸν μετὰ τὴν ῞Αλωσιν ὁ πατριάρχης Γεννάδιος εἶχε καθορίσει τοὺς στόχους ἐπιβιώσεως καὶ ἀνακάμψεως τοῦ Γένους. Μὲ τὴν τόνωσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ μὲ τὴν διάδοσιν τῆς παιδείας. ᾿Εθεώρει δὲ ὡς ἐπιφορτισμένους μὲ αὐτὰς τὰς δύο ἐπιδιώξεις κυρίως τοὺς ἱερωμένους, κληρικοὺς καὶ μοναχούς. ῎Ετσι, σὺν τῷ χρόνῳ ἐπρογραμματίσθη ἡ ἐπιχείρησις καὶ κατεστρώθησαν σχέδια, τὰ ὁποῖα ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴν διετήρησαν καὶ τὴν παιδείαν ἀνέπτυξαν. ῾Η διατήρησις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ἡ τήρησις τῶν οὐσιαστικῶν καὶ τυπικῶν διατάξεων τῆς ᾿Ορθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως καὶ ἡ ἐμμονὴ σὲ αὐτὲς δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ ἐνοχλῆ κατὰ τὶς καθημερινὲς ἐνασχολήσεις καὶ σὲ λαϊκὸν κυρίως περιβάλλον τοὺς ἀλλοθρήσκους Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πλέον ἦσαν κυρίαρχοι καὶ κατακτηταί.
᾿Εφευρίσκοντο λοιπὸν ἀφορμαὶ γιὰ νὰ καταδιώκωνται πιστοὶ ἐμμένοντες στὰ πάτρια, νὰ ἀναζητοῦνται τρόποι προσηλυτισμοῦ των καὶ μάλιστα τρόποι ἀρκούντως καὶ πολλαπλῶς ἑλκυστικοὶ γιὰ νὰ ἀποσπῶνται Χριστιανοὶ ᾿Ορθόδοξοι καὶ νὰ μεθίστανται στὸν Μωαμεθανισμόν. ῾Υπῆρξαν περίοδοι βιαίων ἐξισλαμισμῶν ἤ βιαίων προσκτήσεων στὸν Μουσουλμανισμόν, ὅπως τὸ παιδομάζωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τέλει καταργεῖται ἀπὸ τὸν ΙΖʹ αἰ. ῞Ομως ἐξ ἴσου ὀδυνηροί, ἄν ὄχι περισσότερον, ἦσαν οἱ βίαιοι ἐξισλαμισμοὶ ἐπὶ προσωπικοῦ ἐπιπέδου. Βεβαίως δὲν ὑπῆρχον νόμοι γιὰ ἀναγκαστικὸν ἐξισλαμισμόν.
Γι᾿ αὐτὸ ἐφευρίσκοντο τρόποι ἑλκυστικοὶ ποὺ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐμπλουτίσουν τὸν Μωαμεθανισμὸν μὲ ἀλλαξοπίστους. Αὐτοὶ δὲν ἐπετύγχανον πάντοτε. ῾Υπῆρξαν ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ δὲν ὑπέκυψαν στὶς προκλήσεις καὶ ἀντέστησαν, ἔδωσαν μαρτυρίαν τῆς πίστεώς των καὶ ἐν τέλει ὡδηγήθησαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Εἶναι οἱ Νεομάρτυρες. Βʹ.
ΚΑΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ὀνομάζονται, διότι ἀκριβῶς ἐμαρτύρησαν, ὑπὸ τὴν διπλῆν ἔννοιαν τοῦ μαρτυρίου, τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεως καὶ τῶν βασάνων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ μάρτυρες, ἐπὶ τῶν ὠργανωμένων διωγμῶν τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Χαρακτηρίζονται δὲ Νεομάρτυρες κατ᾿ ἐξοχὴν οἱ ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοὶ μάρτυρες τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. ῞Ομως, κατὰ τὸν Νικόλαον Β. Τωμαδάκην, πρῶτοι Νεομάρτυρες πρέπει νὰ θεωρηθοῦν πολὺ παλαιότερον οἱ ῾Ομολογηταὶ εἰκονόφιλοι τῆς περιόδου τῆς Εἰκονομαχίας, ἀλλὰ περισσότερον οἱ ἐν ᾿Αμορίῳ μαρτυρήσαντες Τεσσαράκοντα μάρτυρες (838). ῾Ο κατάλογος τῶν πρὸ τῆς Τουρκοκρατίας Νεομαρτύρων ἐμπλουτίζεται καὶ μὲ τοὺς διωχθέντας καὶ μαρτυρήσαντας κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν.
Οἱ Νεομάρτυρες καλύπτουν ἕν εὐρύτατον γεωγραφικὸν χῶρον τοῦ ῾Ελληνισμοῦ. ᾿Απὸ τοῦ Δουνάβεως καὶ τοῦ Πόντου μέχρι τῆς Κύπρου καὶ τῆς Παλαιστίνης, ἀπὸ τῆς ᾿Αγκύρας καὶ τῆς ᾿Ατταλείας μέχρι τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς ῎Αρτης μία πληθὺς Νεομαρτύρων βρέχουν μὲ τὸ αἷμά των τὰς πεδιάδας καὶ τὰ βράχια, στέλνουν τὴν μαρτυρίαν των γιὰ τὴν ἐμμονήν των στὴν ᾿Ορθόδοξον πίστιν καὶ τὴν καταγγελίαν τῶν βασανιστηρίων ποὺ ὑφίστανται ἀπὸ τοὺς ᾿Οθωμανοὺς Τούρκους, καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Τουρκοκρατίας.
Εἶναι ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὸ ᾿Ασπρόκαστρον τῆς Τραπεζοῦντος, ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴν Καστοριάν, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὰ ᾿Ιωάννινα, ὁ Μιχαὴλ Μαυρουδῆς ἀπὸ τὴν Γρανίτζαν τῶν ᾿Αγράφων, ὁ Νίκανδρος ἀπὸ τὰ Μετέωρα, ὁ Δούκας ἀπὸ τὴν Μυτιλήνην, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὸν Γαλατᾶν, ὁ Μακάριος ἀπὸ τὴν Χίον, ὁ Νικόλαος ἀπὸ τὸ Μέτζοβον, ὁ Θεόφιλος ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὴν Θάσον, ὁ ᾿Αθανάσιος ἀπὸ τὴν Σπάρτην τῆς ᾿Ατταλείας, ὁ ᾿Αναστάσιος ἀπὸ τὸ Ναύπλιον, ὁ Νικόλαος ἀπὸ τὴν Καραμανίαν, ὁ Δημήτριος ἀπὸ τὴν Φιλαδέλφειαν τῆς Μικρᾶς ᾿Ασίας, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὴν Βλαχίαν, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὴν Κῶ, ὁ Νικόλαος ἀπὸ τὸ Καρπενήσιον, ὁ Γαβριὴλ ἀπὸ τὴν Προικόνησον,
ὁ Τριαντάφυλλος ἀπὸ τὴν Ζαγοράν, ὁ Σταμάτιος ἀπὸ τὸν ῞Αγιον Γεώργιον Δημητριάδος, ὁ ᾿Αγγελῆς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὁ ᾿Ηλίας ὁ ᾿Αρδούνης ἀπὸ τὴν Καλαμάταν, ὁ Ρωμανὸς ἀπὸ τὴν Λακεδαίμονα, ὁ Νικήτας ἀπὸ τὴν Νίσυρον, ὁ Νικόλαος ὁ Νέος ἀπὸ τὶς Καρυὲς τῆς Χίου, ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὰς ᾿Αθήνας, ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὰ Βουρλά, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὸ Γεράκι τῆς Μονεμβασίας, ὁ Χριστόδουλος ἀπὸ τὴν Βάλταν τῆς Κασσάνδρας, ὁ ᾿Αναστάσιος ἀπὸ τὴν ῎Αγκυραν, ὁ Μανουὴλ ἀπὸ τὰ Σφακιὰ τῆς Κρήτης, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην, ὁ Πολύδωρος ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν τῆς Κύπρου καὶ βεβαίως ὁ Κοσμᾶς ἀπὸ τὸ Μέγα Δένδρον τῆς Αἰτωλίας.
Παραλλήλως πρὸς τοὺς ἀνωτέρω, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι ῞Ελληνες, καταγράφονται καὶ ὁμόδοξοι Νεομάρτυρες Ρῶσοι, ὅπως ὁ Παῦλος καὶ ὁ Παχώμιος, προφανῶς Σέρβοι, ὅπως ὁ Γεώργιος ἀπὸ Κράλοβαν τῆς Σερβίας καὶ ὁ Γαβριὴλ Σερβίας, ὁ ἐκ Βουλγαρίας Δαμασκηνός, ἀπὸ τὸ Γάμπροβον, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Βούλγαρης, ὁ ᾿Αναστάσιος (Στασὸς) ἀπὸ τὴν Στρώμνιτσαν, οἱ ἐξ ᾿Αλβανίας (᾿Αλβανιτίας) Νικόδημος ἀπὸ τὸ ᾿Αλμπασάνι καὶ ὁ Χρῖστος. ᾿Ακόμη μεταξὺ τῶν Νεομαρτύρων κατατάσσεται καὶ ὁ προσήλυτος Τοῦρκος ᾿Αχμὲδ Κάλφας. ᾿Αλλὰ καὶ γυναῖκες καταγράφονται μεταξὺ τῶν Νεομαρτύρων, ὅπως ἡ ᾿Ακυλίνα ἀπὸ τὸ Ζαγκλιβέρι τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ᾿Αργυρὴ ἀπὸ τὴν Προῦσαν, ἡ Κυράννα ἀπὸ τὴν ᾿Αβυσώκα τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ Χρυσῆ (Σλάτω) ἀπὸ τὰ Μογλενὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ βεβαίως ἡ Φιλοθέη Μπενιζέλου ἀπὸ τὰς ᾿Αθήνας.
῾Η παρουσία τῆς ὁσίας Ματρώνας ἀπὸ τὴν Βολισσὸν τῆς Χίου τὴν ἀναδεικνύει ὡς ἄλλην Νεομάρτυρα. Δὲν εἶναι μόνον ὁ εὐρύτατος γεωγραφικὸς χῶρος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχονται οἱ Νεομάρτυρες καὶ διαδραματίζεται τὸ μαρτύριόν των. Εἶναι καὶ ἡ κοινωνικὴ προέλευσίς των καὶ τὸ ἐπάγγελμά των. Δὲν ἀποτελεῖ προνόμιον ὡρισμένων κατηγοριῶν ἀπασχολήσεων, κοινωνικῆς προελεύσεως καὶ παιδείας, διότι παρακολουθοῦμεν μίαν ποικιλίαν τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν.
Γʹ. ΑΠΟ ΤΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟΝ καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἔχομεν δύο πατριάρχας, τὸν Παρθένιον τὸν Γʹ, μαρτυρήσαντα τὸ 1657, καὶ τὸν ἀπὸ Γάνου καὶ Χώρας Γαβριὴλ τὸν Βʹ, εἶτα Προύσης, μαρτυρήσαντα τὸ 1659. ῎Αν καὶ δὲν καταγράφεται εἰς τοὺς πίνακας τῶν Νεομαρτύρων, ὅμως μεταξὺ τῶν πατριαρχῶν πρέπει νὰ ἐνταχθῆ ὁ μάρτυς πατριάρχης Κύριλλος ὁ Λούκαρις. ᾿Ακόμη καταγράφονται ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας Γαβριήλ, ὁ Ζαχαρίας ἀρχιερεὺς Κορίνθου καὶ βεβαίως ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς ἱερομονάχων καὶ μοναχῶν, ὅπως οἱ μαθηταὶ τοῦ ῾Αγίου Νήφωνος Μακάριος καὶ ᾿Ιωάσαφ, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Ρῶσος ἐφημέριος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὁ Θεοφάνης μοναχός, ὁ ἐξ ᾿Αγράφων ῾Αγιορείτης Δαμιανός, ὁ ἐπίσης ἐξ ᾿Αγράφων Σεραφεὶμ μοναχός, ὁ Ρωμανὸς μοναχὸς ἀπὸ τὴν Λακεδαίμονα καὶ ἄλλος Ρωμανὸς μοναχὸς ἀπὸ τὸ Καρπενήσιον, ὁ μοναχὸς Νικόδημος ἀπὸ τὸ ᾿Ελβασάν, ὁ μοναχὸς Δαμασκηνὸς ἀπὸ τὸ Τόρνοβον, ὁ μοναχὸς ᾿Ακάκιος ὁ νέος ἀπὸ τὰ ῎Αγραφα, ὁ Χατζηθεόδωρος μοναχὸς ἀπὸ τὴν Μυτιλήνην.
᾿Απὸ τοὺς διαφόρους ἐπαγγελματίες σημαντικὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ραπτῶν καὶ τῶν κηπουρῶν. Αὐτὰ τὰ δύο ἐπαγγέλματα εἶχαν καὶ μεγαλυτέρας δυνατότητας ἐπαφῆς καὶ μὲ αὐτὸν τὸν Σουλτανικὸν οἶκον. [Ράπται ἦσαν] ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὰ ᾿Ιωάννινα, ὁ Δούκας ὁ Μυτιληναῖος, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὴν Θάσον, ὁ Δαμασκηνὸς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴν Μυτιλήνην, ὁ Μύρων ἀπὸ τὴν Κρήτην. ᾿Ενῶ κηπουροὶ καταγράφονται ὁ Χρῖστος ἀπὸ τὴν ᾿Αλβανίαν, ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὰς ᾿Αθήνας, ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν. ᾿Επίσης καταγράφονται πραγματευταί, ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὸ ᾿Ασπρόκαστρον, ὁ Πολύδωρος ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν· ὁ Γεώργιος ἀπὸ τὴν Σερβίαν, ὁ Συμεὼν ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα, ὁ ᾿Αγγελῆς ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, χρυσοχόοι· ὁ ᾿Ιάκωβος ἀπὸ τὴν Καστοριάν, ζωέμπορος· ὁ Μιχαὴλ Μαυρουδῆς ἀπὸ τὴν Γρανίτσαν, ψωμοπώλης καὶ ὁ Νικόλαος ἀπὸ τὸ Μέτσοβον, ψωμᾶς· ὁ Δῆμος ἀπὸ τὴν ᾿Αδριανούπολιν, ψαρᾶς ὁ ᾿Ιωάννης Κάλφας, λεπτουργὸς (δηλαδὴ τεχνίτης ξυλουργός), ὁ Θεόφιλος ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ὁ ᾿Ιωάννης, ναῦται· ὁ ᾿Αναστάσιος ἀπὸ τὸ Ναύπλιον, ὁ Θεόδωρος ὁ νέος ὁ Βυζαντιεύς, ζωγράφοι·
ὁ Δημήτριος ἀπὸ τὴν Φιλαδέλφειαν, πρῶτος ἀρχιστράτηγος· ὁ ἔχων πλοῦτον ἀρκετόν, ᾿Αθανάσιος ἀπὸ τὴν Κίον· ὁ Νικόλαος ἀπὸ τὸ Καρπενήσιον, παντοπώλης· ὁ ᾿Ηλίας ᾿Αρδούνης ἀπὸ τὴν Καλαμάταν, μπαρμπέρης· ὁ Αὐξέντιος ἀπὸ τὰ ᾿Ιωάννινα, ὁ Ζαχαρίας ἀπὸ τὴν ῎Αρταν, γουναρᾶδες· ὁ Παχώμιος Ρῶσος, ταμβάκης (βυρσοδέψης)· Γεώργιος ὁ Κύπριος, ὑπηρέτης Εὐρωπαίου· ὁ Νικόλαος ὁ νέος ἀπὸ τὴν Χίον, κτίστης· ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὰ Βουρλά, καζάζης (μεταξουργός)· ὁ ᾿Αντώνιος ὁ ᾿Αθηναῖος, μισθωτός· ὁ Χριστόδουλος ἀπὸ τὴν Κασσάνδραν, ὁ Χατζῆ Γεώργιος ἀπὸ τὴν Φιλαδέλφειαν, ἀμπατζῆδες (κατασκευασταὶ ἀμπάδων, κάπες)· ὁ Δημήτριος ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐπιστάτης ταβέρνας· ὁ Μανουὴλ ἀπὸ τὴν Κρήτην, καραβοκύρης, ὅπως καὶ ὁ γουναρᾶς Αὐξέντιος ἀπὸ τὰ ᾿Ιωάννινα ποὺ κατόπιν ἔγινε καϊκτζῆς· ὁ Γεώργιος ὁ νέος ἀπὸ τὰ ᾿Ιωάννινα, γεωργός. Μεταξὺ τῶν Νεομαρτύρων ἀρκετοὶ ἦσαν οἱ πεπαιδευμένοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν παρακολουθήσει τὰ κοινὰ γράμματα, ὅπως ὁ ᾿Ιωάννης ἀπὸ τὴν Μονεμβασίαν, ὁ ᾿Αθανάσιος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Βούλγαρης, ὁ Μᾶρκος ὁ Κρητικός, μαθητὴς τοῦ Μελετίου τοῦ Συρίγου, ὁ Παρθένιος ὁ Γʹ, ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, οἱ δύο τελευταῖοι μάλιστα εἶχον καὶ ἀνωτέρας σπουδάς.
Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὡδήγουν τοὺς Νεομάρτυρας εἰς τὴν μαρτυρίαν καὶ τὸ μαρτύριον ἦσαν ποικίλοι. ᾿Ενίοτε ὑπῆρχε μία ἔντονη προδιάθεσις νὰ μαρτυρήσουν γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς μιμήσεως τῶν παλαιῶν μαρτύρων. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, οἱ Νεομάρτυρες συνεβουλεύοντο προηγουμένως τοὺς πνευματικούς των πατέρας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε σχεδὸν τοὺς ἀπέτρεπαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάθεσιν, διότι κυρίως ἐφοβοῦντο μήπως οἱ ὑποψήφιοι Νεομάρτυρες δὲν ἀνθέξουν μέχρι τέλους, ὁπότε τὸ ἁμάρτημά των θὰ ἦταν μεγάλο. ῎Αλλη αἰτία πρὸς τὸ μαρτύριον ἦταν ὁ φθόνος τῶν Μουσουλμάνων συντοπιτῶν καὶ πολλάκις συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠνείχοντο τὴν ἀρετήν, τὴν ἐγκράτειαν καὶ τὴν ἐμμονὴν εἰς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν τῶν νέων συνήθως. ᾿Εφεύρισκαν τρόπους καταγγελίας στὶς Τουρκικὲς ἀρχὲς μὲ ἀποτέλεσμα τὴν καταδίκην τῶν Νεομαρτύρων εἰς τὰ βασανιστήρια καὶ τὸν θάνατον.
Δʹ. ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ἦσαν συνήθως νέοι καὶ διεκρίνοντο γιὰ τὴν ἀρρενωπὴν ὀμορφιάν των. Τοῦτο ἐπροκάλει τὴν ἐπιθυμίαν τῶν Τουρκισσῶν κυριῶν, εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ὁποίων εὑρίσκοντο οἱ Νεομάρτυρες, γιὰ σύναψιν στενωτέρων ἐφαμάρτων σχέσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἐφ᾿ ὅσον οἱ Νεομάρτυρες ἀνθίσταντο καὶ δὲν ὑπέκυπταν στὶς προκλήσεις, ἐπροκάλει τὸ μίσος κατ᾿ αὐτῶν καὶ τὴν βεβαίαν πορείαν πρὸς τὸ μαρτύριον. ᾿Αντιστοίχως, τὰ ἀνάλογα προέκυπταν καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες Νεομάρτυρες. Παιγνιώδεις πολλάκις ἐκδηλώσεις μὲ ἀνταλλαγὴν μουσουλμανικῶν ἐνδυμασιῶν ἀντὶ τῶν ὑποχρεωτικῶς φερομένων ἐνδυμασιῶν γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ἤ προφορὰ στίχων τοῦ Κορανίου ἤ ἁπλῆ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Προφήτου χάριν παιδιᾶς ἐπέσυρε τὴν καταδίκην τοῦ Νεομάρτυρος, ἐφ᾿ ὅσον ἠρνεῖτο νὰ θεωρήση τὴν παιγνιώδη συμπεριφορὰν ἤ τὰς χάριν παιδιᾶς ἐκφράσεις ὡς λόγους ἐγκαταλείψεως τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως καὶ μεταστροφῆς εἰς τὸν Μωαμεθανισμόν.
῎Αλλος λόγος ἦταν ὅτι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν των ἠναγκάσθησαν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν ᾿Ορθόδοξον πίστιν καὶ νὰ γίνουν Μουσουλμᾶνοι, ἐπιζητοῦν τώρα νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον πίστιν καὶ νὰ ἀπαρνηθοῦν τὸν Μωαμεθανισμόν. Βεβαίως κατὰ τοὺς ἁγιολόγους τῶν βίων τῶν Νεομαρτύρων ἡ ἀπάρνησις τοῦ Χριστιανισμοῦ, αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ἧττα, δὲν ἦταν κάτι παράδοξον. ῞Ομως οἱ ἐπιστρέφοντες ὑποχρεοῦνται νὰ ἀκολουθήσουν διάφορα στάδια ἐπιστροφῆς· νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ χρισθοῦν ἐκ δευτέρου, νὰ ἀποτραβηχθοῦν εἰς μέρος ἢμερον καὶ ἐκεῖ νὰ ἔχουν πνευματικὴν ἀνάκαμψιν, νὰ κοινωνήσουν τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων καὶ ἐν τέλει νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἠρνήθησαν τὸν Χριστὸν καὶ ἐκεῖ νὰ δηλώσουν τὴν ἐπιστροφήν των εἰς τὸν Χριστόν. Αὐτὸ τὸ τελευταῖον, ἡ δημοσία δηλαδὴ διακήρυξις τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὴν πίστιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξέκλιναν, ἐπέσυρεν ἀναποτρέπτως τὴν καταδίκην των εἰς θάνατον.
Διότι γιὰ τοὺς Μωαμεθανούς, ἡ διακήρυξις αὐτὴ δὲν ἐθεωρεῖτο ἐπιστροφὴ καὶ ἀνάνηψις, ἀλλὰ ἐγκατάλειψις καὶ ἀποκήρυξις τῆς θρησκείας τοῦ Προφήτου. ῾Η πορεία πρὸς τὸ μαρτύριον ἤρχιζε συνήθως μὲ κατάκρισιν τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ ἐνώπιον Μουσουλμάνων ἀκροατῶν. ᾿Ακολούθως ὁ μάρτυς ὡδηγεῖτο εἰς τὸν κριτὴν ἤ τὸν ἐξουσιαστὴν τῆς πόλεως. Εἰς τὸ κριτήριον ὁ κριτὴς προσεπάθει δι᾿ ὑποσχέσεων ἐπιεικοῦς κρίσεως καὶ λαμπροῦ μέλλοντος νὰ μεταστρέψη τὸν μάρτυρα ἀπὸ τῆς πίστεώς του. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωσις τοῦ μάρτυρος ᾿Ιωσήφ. ῾Ως τὸν εἶδεν ὁ κριτὴς λέγει τῶ μάρτυρι: «ἔλα ἄνθρωπε νὰ γένης Μουσουλμᾶνος, νὰ ἔβγης ἀπὸ τὴν ψεύτικην πίστιν καὶ νὰ ἔλθης εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ νὰ σὲ ἔχω κοντά μου νὰ γένης μέγας ἄρχων». Ταῦτα ὡς ἤκουσεν ὁ μάρτυς ἀπεκρίθη μὲ μεγάλην παρρησίαν καὶ εἶπεν: «῎Ω πίστιν ὅπου ἔχετε καὶ παρακινεῖτε καὶ ἄλλους νὰ πιστεύσουν. Τρισάθλιοι καὶ κακορρίζικοι ὁποὺ εἶσθε. Καὶ ποῦ τὴν ηὕρατε ἐσεῖς τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐκάματε καὶ ἀληθινήν; ᾿Εσεῖς, ταλαίπωροι, οὔτε τὴν νηστείαν σας ἠξεύρετε πότε εἶναι οὔτε τὸ μπαϊράμι σας. Μόνον καρτερεῖτε πότε νὰ ἰδῆτε τὸ φεγγάρι νὰ ἀρχίσετε τὴν νηστείαν σας ἤ μᾶλλον εἰπεῖν τὴν πολυφαγίαν σας.
῞Οπου κάθεσθε ὅλην τὴν νύκτα καὶ τρώγετε ὥσπου νὰ φέξη καὶ τότε πέφτετε καὶ κοιμᾶσθε ὅλην τὴν ἡμέραν ὡσὰν νεκροὶ εἰς τὸν τάφον καὶ ἄν ἐξυπνήσετε κοιτάζετε τὸν ἢλιον πότε νὰ βασιλεύση νὰ ὁρμήσετε πάλιν εἰς τὸ φαγί. ῎Επειτα φυλάγετε πάλιν πότε νὰ ἰδῆτε τὸ φεγγάρι νὰ κάμετε τὸ μπαϊράμι σας. Καὶ ἄν τύχη συννεφία τὸ κάνετε ἄλλοι ἐμπρὸς καὶ ἄλλοι ὀπίσω καὶ σᾶς ἔχουν ὅλα τὰ ἔθνη παίγνιον καὶ γελοῦν μετ᾿ ἐσᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις σας καὶ μοῦ λέγετε νὰ πιστεύσω εἰς αὐτήν; Πῶς δὲ νὰ εἰπῶ τὰ ἄλλα σας μυθώδη καὶ μυσαρὰ θρησκεύματα; Πὼς ὁ Θεός σᾶς τρώγει καὶ πίνει καὶ πὼς ἐσεῖς ἔχετε νὰ ἀπολαύσετε εἰς τὸν κατασκευασμένον ἀπὸ λόγου σας παράδεισον φαγητὰ καὶ πιοτὰ καὶ ἀσελγείας περισσοτέρας παρὰ ὁποὺ κάμνετε ἐδῶ». Στὴν ἐπιμονὴν τοῦ μάρτυρος, ὁ κριτὴς ἀπαντοῦσε μὲ φυλάκισιν. ᾿Επανειλημμένως κατόπιν θὰ προσπαθήση ὁ κριτὴς νὰ ἐπαναφέρη τὸν μάρτυρα εἰς τὸν Μουσουλμανισμόν, νὰ τουρκίση, ὅπως γράφουν οἱ βίοι των, ἤ νὰ τουρκεύση, νὰ γένη Τοῦρκος, νὰ ἔλθη εἰς τὸν τουρκισμόν.
῾Ο μάρτυς ἐξουθενώνει τὴν θρησκείαν τοῦ Μωάμεθ καὶ δηλώνει βεβαίως ὅτι εἶναι καὶ παραμένει Χριστιανὸς ἤ Ρωμαῖος. ῎Ετσι ὁδηγεῖται στὰ βασανιστήρια, στοὺς ραβδισμούς, στὰ τζιγκέλια, στὴν φούρκαν. ᾿Ενίοτε οἱ Χριστιανοὶ συγκεντρώνουν χρήματα καὶ δωροδοκοῦν τοὺς βασανιστάς, ὥστε νὰ σταματήσουν τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ δώσουν σύντομον τέλος στὸν μάρτυρα μὲ τὸ ξίφος. ῾Η ἀνάληψις καὶ ἡ ταφὴ τοῦ λειψάνου τοῦ Νεομάρτυρος θὰ ἐπακολουθήση σχεδὸν πάντοτε μὲ δωροδοκίαν τῶν βασανιστῶν. ῞Ομως τὸ τίμιον λείψανον καθὼς καὶ τὸ τίμιον αἷμα θὰ ἐπιτελῆ ἀκολούθως θαύματα καὶ μὲ τὴν ἀποπνέουσαν εὐωδίαν θὰ παρηγορῆ τοὺς πιστούς.
Εʹ. ΣΥΜΦΩΝΑ μὲ τοὺς ἁγιολόγους τῶν Νεομαρτύρων, οἱ Νεομάρτυρες εἶναι καὶ προσφωνοῦνται Χριστιανοὶ ἤ Ρωμαῖοι. Αὐτὸ τὸ τελευταῖον χαρακτηρίζει τοὺς ῞Ελληνας, διότι οἱ ἄλλοι ᾿Ορθόδοξοι προσδιορίζονται μὲ τὰ ὀνόματα τῆς ᾿Εθνότητάς των, Ρῶσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι. Οἱ κυρίαρχοι ἀποκαλοῦνται ᾿Αγαρηνοί, ᾿Οθωμανοί, ἀλλὰ σχεδὸν πάντοτε Τοῦρκοι. Πόσοι εἶναι οἱ Νεομάρτυρες; ῾Η ἀπάντησις δὲν εἶναι εὔκολος, διότι οἱ μαρτυρίες γιὰ τὴν θυσίαν των ἦταν ἐξ ἀρχῆς γιὰ τοὺς περισσοτέρους προφορικές. Ο πρῶτος ποὺ συνεκέντρωσε καὶ ἐξέδωκε τὸ 1799 τὶς μαρτυρίες αὐτὲς μὲ τοὺς σχετικοὺς βίους καὶ μερικὲς ἀκολουθίες, ὁ Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, καταγράφει 86 Νεομάρτυρες. ῾Ο Κωνσταντῖνος Σάθας ἀναφέρει γιὰ τοὺς μέχρι τὸ ἔτος 1811 ἀθλήσαντας 101 Νεομάρτυρας. ῾Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καταγράφει 124 Νεομάρτυρες. Καὶ τέλος ὁ ᾿Ιωάννης Περαντώνης στὸ Λεξικόν του τῶν Νεομαρτύρων βιογραφεῖ 162 Νεομάρτυρες. Καὶ ὁ ἀριθμός των αὐξάνει καθὼς νεώτεραι ἔρευναι προσθέτουν καὶ ἄλλα ὀνόματα.
Τὰ ὀνόματα καὶ τὸν βίον καθὼς καὶ τὰ θαύματα τῶν Νεομαρτύρων γνωρίζομεν ἀπὸ τοὺς βίους, τοὺς ὁποίους συνέγραψαν λόγιοι ἁγιολόγοι ἤ ἀπὸ τὶς ἀκολουθίες, τὶς ὁποῖες συνέθεσαν ὑμνογράφοι τῆς Τουρκοκρατίας. Μεταξὺ τῶν συγγραφέων αὐτῶν πρωτεύουσαν θέσιν κατέχουν ὁ Νικόλαος Μαλαξός, πρωτοπαππᾶς Ναυπλίου, ὁ ᾿Ιουστῖνος Δεκαδύο, ὁ Μελέτιος Συρῖγος, ὁ ᾿Αναστάσιος Γόρδιος, ὁ Γεώργιος Κορέσσιος, ὁ ᾿Ιωάννης Καρυοφύλλης, Μέγας Λογοθέτης τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, ὁ παπᾶ ᾿Ιωνᾶς ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὁποῖος μετέφερε σὲ ἁπλῆ γλῶσσα βίους Νεομαρτύρων ποὺ εἶχαν γραφῆ σὲ περισσότερον λογίαν γλῶσσαν. ᾿Αλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πραγματικὰ ἀνενέωσε τὴν ἁγιολογίαν τῶν Νεομαρτύρων καὶ συνεκέντρωσε μεταφέροντας σὲ ἁπλῆ γλῶσσα τοὺς κατεσπαρμένους σὲ μεμονωμένες ἐκδόσεις καὶ χειρόγραφα βίους Νεομαρτύρων, εἶναι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης μὲ τὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον». ῞Ομως πρέπει νὰ τονισθῆ ἰδιαιτέρως ὅτι ἐχρειάζετο πολλὴ τόλμη, θάρρος καὶ πίστις γιὰ νὰ δημοσιεύσης ἐν μέσῃ Τουρκοκρατίᾳ καὶ νὰ διαδώσης βίους ἀγωνιστῶν κατὰ τῆς σκληρῆς ᾿Οθωμανικῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας· ἀντίστοιχα μὲ τὴν πίστιν καὶ τὸ θάρρος τῶν Νεομαρτύρων.
Καὶ γράφει καὶ ἐκδίδει τὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον» ὁ ἅγιος Νικόδημος γιὰ νὰ ὑπενθυμίση ὅτι οἱ Νέοι οὗτοι Μάρτυρες «εἶναι παράδειγμα ὑπομονῆς εἰς ὅλους τοὺς ᾿Ορθοδόξους ὅπου τυραννοῦνται ὑποκάτω εἰς τὸν ζυγὸν τῆς αἰχμαλωσίας» καὶ νὰ προτρέψη: «Μὴ σᾶς φοβίσουν, ἀδελφοί, τὰ ἄγρια πρόσωπα τῶν τυράννων οὔτε τὸ πλῆθος αὐτῶν οὔτε ἡ φωναῖς τους οὔτε ἡ φοβέραις τους. Μὴ σᾶς φοβίσουν οἱ πληγαῖς, οἱ σπαθιαῖς, οἱ ἁλυσίδες, οἱ φυλακαῖς. Μὴ σᾶς φοβίσουν οἱ φούρκαις, τὰ τζιγγέλια, οἱ πυρκαϊαῖς». ῾Ο ῾Αγιορείτης αὐτὸς μοναχὸς τολμᾶ, χρόνια πολλὰ πρὶν ἀπὸ ἄλλους, νὰ ὁμιλήση, νὰ γράψη καὶ νὰ ἐκδώση γιὰ τυράννους, δηλαδὴ τοὺς Τούρκους, γιὰ αἰχμαλωσίαν, δηλαδὴ σκλαβιάν, καὶ νὰ ζητήση ἐμμονὴν στὴν πίστιν, ποὺ εἶναι καὶ ἐθνικὸν ἰδεῶδες, καὶ νὰ προτρέψη εἰς ἀντίστασιν. Ϛʹ. ῾Ο Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης ἐσημείωσεν ὅτι οἱ Νέοι οὗτοι Μάρτυρες εἶναι δόξα καὶ καύχημα τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἐνῶ παραλλήλως ἡ παρουσία των ἀποτελεῖ ἀνακαινισμὸν ὅλης τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως. Εἶναι ἕνα θαῦμα νὰ βλέπης ἐν τῷ καιρῷ τῆς αἰχμαλωσίας ἐλευθερίαν. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας καθωδηγοῦσε τοὺς πιστοὺς ῞Ελληνες κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δουλείας.
Καὶ ὅταν ἐδόθη τὸ σύνθημα γιὰ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τότε ἡ μνήμη τῶν Νεομαρτύρων ἀνεκλήθη, μαζὶ μὲ ὅλην τὴν πανοπλίαν τῆς προετοιμασίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέσσαρες αἰῶνες παρεσκεύαζεν ὁ ῾Ελληνικὸς λαός· πανοπλίαν πίστεως, πανοπλίαν ἁρμάτων, πανοπλίαν παιδείας. Καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ λαμπρύνη καὶ πάλιν τοὺς στίβους τοῦ μαρτυρίου. Μὲ προεξάρχοντα τὸν πατριάρχην Γρηγόριον τὸν Εʹ, καὶ πλησίον τοὺς ἄλλους Νεομάρτυρας· τὸν Νικομηδείας ᾿Αθανάσιον τὸν Κύπριον, τὸν Δέρκων Γρηγόριον ἀπὸ τὴν ᾿Αχαΐαν, τὸν ᾿Αδριανουπόλεως Δωρόθεον Πρώϊον τὸν Χῖον, τὸν Θεσσαλονίκης ᾿Ιωσὴφ τὸν ἐκ Δημητσάνης, τὸν Σωζοαγαθουπόλεως Παΐσιον τὸν ῎Ανδριον, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρησαν τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἤ ὀλίγον κατόπιν μὲ τὸν Γρηγόριον τὸν Εʹ. Καὶ κατὰ παράδοξον τρόπον ὅλοι αὐτοὶ οἱ μάρτυρες εἶχαν ὑπογράψει τὸν περιβόητον ἀφορισμόν. ᾿Αλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ μαρτυρίου ποὺ εἶχαν μὲ τὴν θυσίαν των ἐπιβεβαιώσει οἱ δύο πρῶτοι Νεομάρτυρες, μὲ τὴν ῞Αλωσιν, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος καὶ ὁ Λουκᾶς Νοταρᾶς, ἐσυνεχίσθη καθ᾿ ὅλους τοὺς ἀγῶνας τοῦ Γένους.
᾿Αγῶνες ποὺ ἦσαν γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ῾Ελληνισμόν. Καὶ μετὰ τὴν Μεγάλην ῾Ελληνικὴν ᾿Επανάστασιν, στὸν Μακεδονικὸν ᾿Αγῶνα, ὁ Κορυτσᾶς Φώτιος, ὁ Γρεβενῶν Αἰμιλιανός, μὲ χορείαν ἁπλῶν, ἀλλὰ θερμουργῶν ἱερωμένων. Στὴν Μικρασιατικὴν Καταστροφήν, ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος, ὁ Ζήλων ᾿Αμασείας Εὐθύμιος ᾿Αγριτέλλης. Στὸν Κυπριακὸν ᾿Αγῶνα, οἱ Δημήτριος Καραολῆς καὶ ὁ ᾿Ανδρέας Δημητρίου. Μάρτυρες τῆς πίστεως καὶ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ, ἐμπνευσμένοι καὶ ὡπλισμένοι ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν μυριάδων πρώτων Χριστιανῶν μαρτύρων καὶ τῶν Νεομαρτύρων. Γιὰ νὰ βεβαιωθῆ ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ διατήρησις τοῦ Γένους καὶ ἡ ᾿Ελευθερία του δὲν εἶναι μόνον ὑπόθεσις πεδίου μαχῶν καὶ ροῆς κεφαλαίων, ἀλλὰ ρείθρων αἵματος. Καὶ τὸ αἷμα δὲν προσφέρεται μόνον μὲ ρητορικὰ σχήματα καὶ πυρίνους λόγους, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπεινὴν πνευματικὴν τροφοδοσίαν, μὲ τὸ ὑψηλὸν φρόνημα ποὺ καλλιεργοῦνται καὶ ἀναπτύσσονται στὸ βάθος τῆς ψυχῆς, στὸ ὕψος τοῦ πνευματικοῦ ὁρίζοντος. ῾Η ἐποχή μας ἴσως δὲν ζητεῖ τὸν μάρτυρα τοῦ μαρτυρίου, ἀλλὰ πάντως ζητεῖ τὸν μάρτυρα τῆς μαρτυρίας πάντοτε: Μαρτυρίαν Πίστεως, Μαρτυρίαν Πατρίδος. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαχρονικὴ παρουσία τῶν Νεομαρτύρων τῆς σκληρῆς περιόδου τῆς Τουρκικῆς αἰχμαλωσίας.
* ᾿Εφημερ. «῾Εστία», 1.4.2005, σελ. 5· 2.4.2005, σελ. 5· 4.4.2005, σελ. 5· 5.4.2005, σελ. 5· 6.4.2005, σελ. 5· 7.4.2005, σελ. 5. Αναδημοσίευση εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ''ΟΥΔΕΙΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΔΥΣΙ ΚΥΡΙΟΙΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ''
.jpg)
Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ έστι νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.
Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.
–Αλλά θα ειπείς, δεν έκαμα είδωλο ούτε έστησα βωμό, ούτε εθυσίασα πρόβατο, ούτε προσέφερα οίνον ως σπονδή, αλλά στην εκκλησία ήλθα, και ύψωσα τα χέρια μου στον μονογενή Υιό του Θεού, και μετέχω των μυστηρίων, και λαμβάνω μέρος στην προσευχή και σε όλα τα άλλα, τα οποία αρμόζουν στον χριστιανό.
Πώς, λοιπόν, προσκυνώ τα είδωλα; – Αυτό, μάλιστα, είναι και το πλέον θαυμαστό, ότι ενώ έχεις λάβει πείρα και εγεύθης τη φιλανθρωπία του Θεού, και είδες ότι ο Κύριος είναι αγαθός, εγκατέλειψες τον αγαθόν και απεδέχθης τον ωμόν τύραννο, και προσποιείσαι μεν ότι υπηρετείς αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα υπέταξες τον εαυτό σου στον σκληρό και φοβερό τύραννο της φιλαργυρίας.
Και δεν μου ανέφερες ακόμη κάποιο ιδικό σου κατόρθωμα, αλλά τα δώρα του Δεσπότου. Ειπέ μου, σε παρακαλώ, από τι κρίνουμε τον στρατιώτη, όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως, και τρέφεται από αυτόν, και αποκαλείται άνθρωπος ιδικός του, ή όταν δεν έχει τα ίδια με εκείνον φρονήματα, και προσποιείται μεν ότι είναι με το μέρος του και τον υπηρετεί, προτιμά όμως τα έργα των εχθρών;
Είναι ολοφάνερο ότι τον εκτιμούμε όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως. Γι’ αυτό και είναι άξιος σκληροτέρας τιμωρίας από ό,τι θα ήταν εάν αποχωρούσε από τη δουλεία του βασιλέως, και προσχωρούσε στους εχθρούς. Και συ λοιπόν υβρίζεις τον Θεό σαν ειδωλολάτρης, όχι με ένα στόμα, το ιδικό σου, αλλά με τα μύρια των αδικημένων.
–Αλλά δεν είναι, λέγει, ειδωλολάτρης. – Όταν λοιπόν λέγουν οι Εθνικοί, «ο χριστιανός ο πλεονέκτης», τότε δεν υβρίζει μόνον αυτός με όσα πράττει, αλλά αναγκάζει και τους αδικημένους να το λέγουν, και μάλιστα πολλές φορές. Και αν δεν το λέγουν αυτό, πρέπει να καταλογισθεί στην ευλάβειά τους. Ή μήπως δεν βλέπουμε έτσι να γίνονται τα πράγματα; Τι άλλο κάνει ο ειδωλολάτρης;
Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς;
Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνείς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του.
Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι οποίοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος. Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις.
Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικώτερον από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα.
Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή.
Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.
Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής.
Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι. Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό.
Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου; Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβερωτέρα από την ειδωλολατρία.
Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα οποία προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται.
Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.
Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Λέγει ένας σοφός ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος, βασανιζόμενος από το πένθος για τον πρόωρο θάνατο του υιού του, μην έχοντας καμία παρηγορία, επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα για να τον παρηγορήσει στον πόνο του. Έκανε μια άψυχη εικόνα του αποθανόντος υιού του, και βλέποντάς την ενόμιζε ότι διά μέσου αυτής έχει κοντά του εκείνον.
Κάποιοι δε άνθρωποι κόλακες, των οποίων θεός ήταν η κοιλία, λατρεύοντας την εικόνα για να τιμήσουν εκείνον, προήγαγαν τη συνήθεια σε ειδωλολατρία. Επομένως, από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή. Η πλεονεξία όμως δεν εισήχθη με τον ίδιον τρόπο, αλλά από ασθενή μεν ψυχή, πλην όμως χειροτέρα. Διότι δεν την εισήγαγε κάποιος που έχασε τον υιό του, ούτε ζητώντας παρηγορία ούτε παρασυρόμενος από κόλακες. Αλλά πώς; Εγώ θα σας ειπώ.
Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας. Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν».
Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός;
Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς. Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις.
Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής. Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος.
Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκης. Δεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατος.
Αυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεόν. Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού.
Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε». Ακούσετε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος;
Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπη. Εμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε.
Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του;
Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας. Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι.
Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται. Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται.
Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
ΕΠΕ τόμ. 21, Ομιλία ΙΗ’ στην προς Εφεσίους, σελ. 138, (ε’ 5-14),
Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου:
<<Ορθόδοξη Πορεία>>.
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΟ ΑΓΧΟΣ»
Κυριακή Γ' Ματθαίου 2022
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025
ΤΡΕΙΣ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΥ ΠΟΥ ΚΟΛΑΖΟΥΝ Ή ΣΩΖΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ (2024)
Μητροπολίτης Λαρίσης και Πλαταμώνος κ. Κλήμης
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ κ' ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''ΔΕΙΝΟΝ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑΣ''
Ομιλία την Κυριακή Γ' Ματθαίου
Σάββατο 28 Ιουνίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ
του Χριστάκη Ευσταθίου, θεολόγου
«Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε»
Η απόλυτη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, προβάλλει ως βασική αναγκαιότητα στη ζωή του ανθρώπου. Λειτουργεί ως αντίδοτο στην αγωνιώδη μέριμνα που βλέπουμε συνήθως να εκδηλώνεται για τις βιοτικές και άλλες ανάγκες, οι οποίες τον καθηλώνουν και τον εγκλωβίζουν σε πολλαπλά αδιέξοδα. Είναι ξεκάθαρα τα μηνύματα που εκπέμπει η σημερινή ευαγγελική περικοπή που είναι παρμένη από την «Επί του Όρους Ομιλία» του Κυρίου μας.
Η αλήθεια αυτή που εκπέμπει σήμερα το ευαγγελικό μήνυμα είναι τόσο επίκαιρη, αφού αναδεικνύεται και σαν σωτήρια συνταγή για τη θεραπεία της «παθογένειας» που προσβάλλει το σημερινό άνθρωπο.
Και πραγματικά, τον βλέπουμε να είναι φοβερά ευάλωτος σε αυτό που ο ίδιος το έχει ονομάσει άγχος και που δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την νοοτροπία που αναπτύσσει να στηρίζει όλα αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, αρνούμενος να προσβλέπει και να επικαλείται τη βοήθεια το Θεού, επιδεικνύοντας έτσι εμπιστοσύνη στο άγιο θέλημά Του.
Βέβαια, με τις συμβουλές που μας δίνει ο Κύριος και οι οποίες φαντάζουν σαν πολύτιμοι πνευματικοί μαργαρίτες, ανεκτίμητης αξίας, δεν ενθαρρύνει με οποιοδήποτε τρόπο φυγή από τη ζωή.
Δεν συνιστά στον άνθρωπο να παύσει να ενδιαφέρεται για τη βιολογική του συντήρηση και ειδικότερα για την εξασφάλιση των απαραιτήτων για αυτήν εφοδίων. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παρανόηση, αλλά και παραποίηση του βαθύτερου μηνύματος και νοήματος του Ευαγγελικού λόγου.
Εκείνο όμως που επιβάλλεται να προσέξει ο άνθρωπος, είναι να μην αφήσει τον εαυτό του να περιπέσει στην μάστιγα της πλεονεξίας, μια πορεία που οδηγεί στην καταστροφή. Στην κατάντια αυτή σαν βρεθεί ο άνθρωπος, συλλαμβάνεται να μαζεύει μετά μανίας για τον εαυτό του όλο και περισσότερα υλικά αγαθά και να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να προσδέσει τον εαυτό του στον υλικό πλούτο.
Όπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος, η αποκλειστική προσκόλληση του ανθρώπου στο χρήμα και γενικά στην ύλη, σημαίνει υποδούλωσή του στην ειδωλολατρία. Φοβερή πραγματικά η δουλεία αυτή.
Δεν είναι λίγες φορές που βλέπουμε ανθρώπους να προσπαθούν να στηρίζουν τον εαυτό τους στις δικές τους δυνάμεις, στην αξία του χρήματος που το τοποθετούν στη θέση του Θεού.
Ο άνθρωπος, ειδικότερα της εποχής μας, συλλαμβάνεται να λατρεύει το χρήμα, που τελικά ,όπως άλλωστε όλοι διαπιστώνουμε, διαφθείρει συνειδήσεις και συνθλίβει το πρόσωπό με την ιδιαίτερη αξία του. Τον υποτάσσει στα διάφορα πάθη της ατιμίας, «άτινα αισχρόν εστιν και λέγει», σημειώνει χαρακτηριστικά ο μεγάλος απόστολος των Εθνών Παύλος.
Ο Κύριος για να μας απεγκλωβίσει από τα ολέθρια πλοκάμια της πλεονεξίας που τόσο βασανιστικά υψώνονται μπροστά μας, αλλά και για να μας απαλλάξει από μέριμνες που μας αποπροσανατολίζουν από τον πραγματικό μας σκοπό, μας συμβουλεύει: «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε…».
Δεν μας λέει να μην εργαζόμαστε και να μην φροντίζουμε για την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών μας. Μας διδάσκει όμως ότι η οποιαδήποτε εργασία μας, θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από την ευλογία και την πρόνοια του Θεού.
Στην προοπτική αυτή η εργασία, ακόμα και στις περιπτώσεις που μπορεί να εξουθενώνει σωματικά τον άνθρωπο, τον πλημμυρίζει με χαρά και ικανοποίηση, γιατί προάγει και τελειοποιεί την ύπαρξη του.
Η πρόοδος σε μια τέτοια εργασία εξαρτάται από την προσφορά της διακονίας και της αγάπης μας στους άλλους ανθρώπους. Σε αντίθεση με την αγωνιώδη μέριμνα που αφήνει τον άνθρωπο να αιωρείται στον εαυτό του και να αποψιλώνεται η ύπαρξή του από τα βαθύτερα νοήματα της ζωής.
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Ὁ Θεός μας εἶναι πολὺ ἁπλὸς καὶ ἁπλοὶ θέλει νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς. Ἔχει δημιουργήσει γιὰ ἐμᾶς ἕναν κόσμο πολὺ ὄμορφο. Αὐτό, ὅμως, τὸ διακρίνουμε ἂν βλέπουμε τὰ πάντα γύρω μας μὲ ἁπλότητα. Ἂν βλέπουμε τὰ πάντα μὲ καχυποψία καὶ πονηρία, δημιουργοῦμε μία ἄσχημη εἰκόνα γιὰ τὸν κόσμο, μόνοι μας κάνουμε τὰ πράγματα περίπλοκα καὶ τὴ ζωή μας δύσκολη.
Ἕνα μεγάλο παράδειγμα ἁπλότητας εἶναι αὐτὸ τῶν Ἀποστόλων, τῶν ὁποίων τὴν μνήμη ἑορτάσαμε χθές. Οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι, ὅταν τοὺς κάλεσε ὁ Χριστός, ἀνταποκρίθηκαν αὐθόρμητα ἀκολουθώντας Τον, ἀφοῦ πρῶτα ἄφησαν τὰ πάντα πίσω τους. Εἶχαν καταλάβει ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς Ἱεροῦ Προσώπου, καὶ ἐπέλεξαν νὰ μείνουν γιὰ πάντα δίπλα Του, ἐπειδὴ λάμβαναν Φῶς ἀπὸ τὴν παρουσία Του.
Σὲ κάτι ἀνάλογο μᾶς προτρέπει σήμερα ὁ Κύριος μέσα ἀπὸ τὴν περίφημη «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία Του. Μᾶς λέει: παιδιά μου, θέλετε τὸ Φῶς νὰ κυριαρχεῖ στὴ ζωή σας; Νὰ βλέπετε τὰ πράγματα ἁπλὰ καὶ νὰ ἐπιλέξετε τὸν Θεὸ ὡς προτεραιότητά σας. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πορείας σας πρὸς τὸν Θεό, μὴν βασανίζεστε ἀπὸ τὶς ἐπίγειες μέριμνες, διότι αὐτὲς πάντοτε θὰ ὑπάρχουν. Νὰ ἀναζητεῖτε καὶ νὰ ἀγωνίζεστε πρῶτα γιὰ τὴν ἕνωσή σας μὲ τὸν Θεό, καὶ ὕστερα, ὅλα ὅσα ἔχετε ἀνάγκη, ὁ Θεὸς θὰ σᾶς τὰ ἀνταποδώσει καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Μέσα ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση, προκύπτει μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς στοργικοῦ Πατέρα, καὶ μία εἰκόνα τῶν ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὡς παιδιῶν.
Ἔχετε δεῖ πολλὰ παιδιὰ ποὺ ἔχουν γονεῖς καλοὺς καὶ στοργικοὺς νὰ εἶναι λυπημένα; Πάντα χαρούμενα εἶναι καὶ τὰ βλέπουν ὅλα ἅγια, μὲ ἁπλότητα. Σὲ αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ τὰ μιμηθοῦμε. Τί σημαίνει, ὅμως, τὸ νὰ βλέπω τὰ πάντα ἅγια καὶ ἁπλά; Σημαίνει ὅτι βλέπω τὸν συνάνθρωπό μου ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς δῶρο Θεοῦ στὴ ζωή μου, ἢ στὴν χειρότερη περίπτωση, ὡς εὐπρόσδεκτη δοκιμασία ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ καλό μου, καὶ ὄχι ὡς βάρος ἢ ὡς ἀπειλή. Βλέπω μὲ ἁπλότητα, σημαίνει ὅτι βλέπω τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ δὲν τὸν κρίνω, σκεπτόμενος τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ὅταν τὸν προέτρεψαν νὰ λιθοβολήσει τὴν μοιχαλίδα: «ὁ ἀναμάρτητος, πρῶτος ἂς ρίξει τὸν λίθο».
Βλέπω μὲ ἁπλότητα σημαίνει ὅτι βλέπω τὸν ἀδελφό μου νὰ πετυχαίνει στὴ ζωή του, νὰ χτίζει τὸ σπιτικό του ἢ νὰ κατορθώνει τὸ ἀκατόρθωτο καὶ δὲν σκέφτομαι: «πῶς πέτυχε ἢ πῶς ἔβγαλε τόσα χρήματα; Ἂ αὐτὸς ἔχει». Αὐτὰ εἶναι πράγματα τελείως ξένα γιὰ τὸν Χριστιανό, πράγματα -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση- μίζερα καὶ πολὺ χαμηλοῦ ἐπιπέδου. Ὁ Χριστιανός, ὁ ἀληθινὸς καὶ ἁπλός, τὰ βλέπει ὅλα αὐτὰ καὶ χαίρεται ποὺ ὁ ἀδελφός του τὰ καταφέρνει καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ γεμίζει Φῶς καὶ πετυχαίνει καὶ ὁ ἴδιος. Τέλος, βλέπω ἁπλά σημαίνει ὅτι σὲ βλέπω στὸ πρόσωπο, καθαρὰ καὶ ἔντιμα καὶ ὅταν μὲ πλησιάζεις δὲν σκέφτομαι: «Κάποιο σκοπὸ θὰ ἔχει αὐτὸς γιὰ νὰ μὲ πλησιάσει».
Μὲ τὰ παιδιὰ ποὺ μόλις ἀνέφερα ἔχουμε ἕνα πολὺ βασικὸ κοινό· τὸν στοργικὸ Πατέρα, τὸν Θεό. Ὅταν τὸ παιδὶ δὲν φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν καλό του πατέρα, ὑπάρχει περίπτωση νὰ μείνει πεινασμένο; Ὄχι. Ὁ πατέρας ἐκεῖνος θὰ φέρει τὰ πάνω κάτω γιὰ νὰ βρεῖ νὰ θρέψει τὸ παιδί του, νὰ τὸ ντύσει καὶ νὰ τοῦ προσφέρει ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό. Πολλοὶ διαταράσσουν αὐτὴ τὴ σχέση, βάζοντας μπροστὰ τὶς βιοτικὲς μέριμνες τῆς αὐτοσυντήρησης. Καὶ ὄσο πιὸ μπροστὰ βάζουν αὐτὲς τὶς μέριμνες, τόσο περισσότερες ἀνάγκες ἀποκτοῦν, διότι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὁ Χριστιανὸς ποὺ μένει κοντὰ στὸν Θεό, ἔχει στραμμένο τὸ βλέμμα καὶ τὴ σκέψη του στὸν Θεὸ, καὶ ἐργάζεται γιὰ τὸν Θεό, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ πεινάσει, ὅπως ἄλλωστε ἀναφέρει καὶ ὁ Δαυὶδ χίλια χρόνια πρὶν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ: «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ».
Βεβαίως, ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς λέει νὰ μὴν ἐργαζόμαστε. Ἀντιθέτως, ἡ τίμια ἐργασία εἶναι καθῆκον μας, εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό, σὲ σημεῖο ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται, οὔτε νὰ τρώει». Αὐτὸ ποὺ σὲ κάθε περίπτωση ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς εἶναι ἡ αἰσχροκέρδεια καὶ ἡ πλεονεξία, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὡς «μαμωνάς». Δὲν γίνεται, λέει ὁ Κύριος, ἀπὸ τὴ μία νὰ ἐργαζόμαστε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ εἴμαστε δοῦλοι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, διότι τὰ δύο αὐτὰ εἶναι τελείως ἀντίθετα μεταξύ τους καὶ κάποια στιγμὴ ὁ ἄνθρωπος θὰ παραδοθεῖ τελείως ἢ στὸ ἕνα ἢ στὸ ἄλλο.
Ἐν κατακλείδι, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, κέντρο τῆς ζωῆς μας ἂς ἔχουμε τὸν Θεό. Μὴν εἴμαστε μόνο στὰ λόγια Χριστιανοί. Ὅπως γιὰ νὰ γίνουμε δάσκαλοι, γιατροί, οἰκοδόμοι, μάγειρες καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο, φροντίζουμε νὰ μάθουμε καλὰ τὸ ἀντικείμενο, ἔτσι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε καὶ τὴν χριστιανική μας ἰδιότητα. Νὰ μαθαίνουμε συνεχῶς μέσα ἀπὸ τὸ βίωμα πῶς νὰ ἀνταποκρινόμασθε καλύτερα στὶς ἀπαιτήσεις τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Καὶ ἂν στὴ πορεία οἱ βιοτικὲς ἀνάγκες μᾶς πιέζουν, δὲν χρειάζεται οὔτε νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν ἀγώνα μας, οὔτε νὰ βυθιστοῦμε στὴν θλίψη, παρὰ μόνο νὰ στραφοῦμε στὸν Πατέρα μας καὶ νὰ Τοῦ ζητήσουμε. Ἐκεῖνος εἶπε «αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται». Ἐκεῖνος εἶπε, πάλι, «αὐτὸς ποὺ ἔχει ὦτα καὶ ἀκούει, ἂς ἀκούσει». Ἀμήν!
Μετ’ εὐχῶν,
ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Σάββατο 10 Ιουλίου 2021
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
«Συνίστησι την εαυτού αγάπην
εις ημάς ο Θεός, ότι έτι
αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε»
(Ρωμ. 5,8)
Όλοι, αγαπητοί μου, όλοι στην εποχή μας μιλάνε για αγάπη. Η αγάπη είνε αίσθημα που φύτεψε ο Θεός στην καρδιά του ανθρώπου. Η αγάπη είνε το πιο ευγενικό και βαθύ αίσθημα. Να αφαιρέση κανείς την αγάπη από τον κόσμο; Αλλοίμονο!
Ο κόσμος δεν θα μπορέση να σταθή, αλλά θα διαλυθή και θα καταστραφή. Η αγάπη είνε αναγκαία όσο αναγκαία είνε στο υλικό σύμπαν η παγκόσμιος έλξις. Εκατομμύρια και δισεκατομμύρια είνε τα αστέρια του ουρανού. Πως στέκονται;
Πως δεν φεύγουν από την τροχιά τους; Πως δεν πέφτει το ένα πάνω στ’ άλλο; Πως κινούνται με τόση αρμονία και τάξι; Ποιος είνε εκείνος που τα συγκρατεί; Είνε ο Θεός; Αυτός έβαλε ένα νόμο, νόμο φυσικό, νόμο που είνε ο πιο σπουδαίος νόμος μέσα στο σύμπαν. Ο νόμος αυτός λέγεται παγκόσμιος έλξις.
Τί θα πη παγκόσμιος έλξις; Σε κάθε άστρο υπάρχει κρυμμένη μια δύναμις, που σαν μαγνήτης τραβάει τα άλλα ουράνια σώματα που είνε κοντά του, και αυτά πάλι το τραβούνε, και έτσι, τραβώντας το ένα το άλλο, συγκρατούνται και δεν πέφτουν. Μια αόρατη κλωστή, η παγκόσμιος έλξις, κρατάει όλα τα άστρα.
Είνε βέβαια αυτά ένα μεγάλο μυστήριο, πως η γη π.χ. τραβάει το φεγγάρι, ο φεγγάρι τραβάει τη γη, κι αυτά πάλι τα τραβάει ο ήλιος, και τον ήλιο τον τραβάει άλλος ήλιος και τον άλλο ήλιο άλλος και ούτω καθεξής. Μια αλυσίδα απέραντη! Ζαλίζεσαι όταν το σκέπτεσαι.
Όπως λοιπόν τα δισεκατομμύρια άστρα συγκρατούνται με το νόμο της παγκοσμίου έλξεως, έτσι και τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων συγκρατούνται με έναν άλλο νόμο, ηθικό νόμο, που φύτεψε ο καλός Θεός στις καρδιές των ανθρώπων. Και ο νόμος αυτός είνε ο νόμος της αγάπης.
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην αισθάνεται αγάπη. Κι αυτός ο κακούργος, που έκανε εγκλήματα και καταδικάστηκε σε θάνατο, κι αυτός κάτι ακόμα κρατάει από το νόμο της αγάπης. Αν σβήση κάθε ίχνος αγάπης και πεισθή ο άνθρωπος ότι όλοι τον έχουν εγκαταλείψει και δεν υπάρχει πια κανείς που να τον αγαπάη, ο άνθρωπος αυτός δεν θα μπορέση να ζήση· θ’ αυτοκτονήση.
Αγάπη θέλουν οι άνθρωποι. Αλλ’ η αγάπη στον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, ήταν μια αγνή αγάπη, μια αγάπη καθαρή από κάθε μόλυσμα αμαρτίας, και μέσα στα αγνά μάτια των πρώτων ανθρώπων, του Αδάμ και της Εύας, καθρεφτιζόταν ο ουρανός, η χαρά και η ευτυχία. Αγαπούσε ο Αδάμ την Εύα, η Εύα αγαπούσε τον Αδάμ, και οι δύο αγαπούσαν παραπάνω απ’ όλα το Θεό, που τον αισθάνονταν σαν πατέρα.
Υπήρχε μια αρμονία των δύο πρώτων ανθρώπων στις σχέσεις τους προς τη φύσι, προς τον εαυτό τους και προς το Θεό. Οι πρώτοι άνθρωποι, πνευματικά αστέρια, ειλκύοντο από το κέντρο, από το Θεό, και έτρεχαν πάνω στη τροχιά της θεϊκής αγάπης. Και ήτανε όλα ευχάριστα.
Αλλ’ ύστερα από την αμαρτία που έκαναν, η αρμονία των σχέσεων διαταράχθηκε, η αγάπη μολύνθηκε και διαστράφηκε· έγινε μια αγάπη ιδιοτελής, μια αγάπη που περιωρίστηκε σε λίγα πρόσωπα, μια αγάπη που δεν είχε πια κέντρο έλξεως το Θεό, αλλά άλλα κέντρα έλξεως, ανθρώπους και άλλα πράγματα.
Οι άνθρωποι, αντί να αγαπούν το Θεό, αγαπούσαν μόνο τον εαυτό τους και τα μικρά κ’ ελεεινά συμφέροντα. Έτσι από φιλόθεοι έγιναν διλήδονοι, φίλαυτοι, σαρκολάτρες, εγωϊσταί και υπερήφανοι. Σύνθημά τους; Όλα για τον εαυτό τους· τίποτα για τον πλησίον, τίποτα για τον Θεό. Η αγάπη απογυμνώθηκε από κάθε άλλο και ωραίο, έμεινε μόνο το όνομα. Ω, πόσα εγκλήματα δεν διαπράχθηκαν εν ονόματι της ψεύτικης αυτής αγάπης!
Αλλά που, θα ρωτήσετε, που είνε η αγάπη η αγνή, η ιδεώδης αγάπη; Που είνε η αγάπη η χριστιανική, που τα πάντα θυσιάζει για τους άλλους και δεν κρατάει τίποτα για τον εαυτό της παρά μόνο τον σταυρό; Ιδεώδης αγάπη υπάρχει στο Θεό. Ο Θεός είνε αγάπη, όπως κηρύττει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Α’ Ιωαν. 4,8).
Της θείας αγάπης δείγματα δεν είνε ένα και δύο· είνε αναρίθμητα. Ποιο απ’ όλα ν’ αναφέρουμε εδώ στο σύντομο κήρυγμά μας; Ο Θεός προνόησε εξαιρετικά για τον άνθρωπο· τον έβαλε μέσα στον παράδεισο, σ’ ένα περιβάλλον φυσικό, που δεν το έφτανε άλλο στην ωραιότητα. Όπου κι αν στεκόταν μέσα στον παράδεισο, την αγάπη έβλεπε.
Ο αέρας, καθαρός από κάθε μικρόβιο, φυσούσε και κινούσε τα φύλλα των δέντρων· τα νερά κρυστάλλινα έτρεχαν και κελάρυζαν· οι ακτίνες του ήλιου φώτιζαν και θέρμαιναν· τα καρποφόρα δέντρα, γεμάτα καρπούς, λύγιζαν τα κλαδιά τους· τα πουλιά κελαηδούσαν πάνω στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων· τα ζώα όλα ήταν ημέρα και ζούσαν μαζί αγαπημένα μέσα στο κοινόβιο του παραδείσου.
Το καθένα χωριστά αλλά και όλα μαζί με κάποια μυστική φωνή φώναζαν, και η φωνή τους γλυκειά έφτανε στ’ αυτιά του Αδάμ και της Εύας και έλεγε· Ο Θεός σας αγαπά! Αλλά και ύστερα από την πτώσι του ανθρώπου ο Θεός δεν έπαυσε ν’ αγαπά και να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο. Κάθε τόσο έστελνε στον κόσμο άνδρες σπουδαίους με ικανότητες και χαρίσματα, έστελνε πατριάρχες και προφήτες, και δια μέσου των εκλεκτών αυτών πνευμάτων έδειχνε την αγάπη του, την επιθυμία του να φέρη το λαό του στη θεογνωσία.
Αλλά δυστυχώς! Παρ’ όλα αυτά τα μέσα που μεταχειρίστηκε ο Θεός, παρ’ όλες τις ευεργεσίες και τα θαύματα, ο κόσμος δεν συνεκινείτο, δεν μετανοούσε, δεν επέστρεφε στον ουράνιο Πατέρα. Και ο Θεός; Ενώ θα μπορούσε να τον καταστρέψη, όπως κατέστρεψε άλλοτε τα Σόδομα και τα Γόμορρα, δεν το έκανε. Έδειξε μακροθυμία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)