«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 19 Αυγούστου 2025
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025
Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ - Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΑΣ ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΑΙΒΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΟΡΟΣ ΘΑΒΩΡ
Αν τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, τὸ ὁποῖον χύνεται ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου, εἶναι τόσον γλυκὺ εἰς τοὺς βλέποντας, ὥστε διὰ τοῦτο καὶ μόνον οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν θέλουν νὰ ἀποθάνουν, διότι ἔχουν νὰ στερηθοῦν τὴν τοῦ φωτὸς λαμπηδόνα·
ὅθεν εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής: «Γλυκὺ τὸ φῶς, καὶ ἀγαθὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς τὸ βλέπειν τὸν ἥλιον» (Ἐκκλ. ια΄ 7). πόσον ἆρά γε γλυκύτερον καὶ ἡδονικώτερον εἶναι τὸ Φῶς ὅπου ἐκχύνεται σήμερον εἰς τὸ Θαβώριον Ὄρος ἀπὸ τὸν νοητὸν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης Χριστὸν τὸν Θεάνθρωπον;
Βέβαια τόσον ἀσυγκρίτως εἶναι τὸ Φῶς τοῦτο τοῦ ὑπερουσίου Ἡλίου γλυκύτερον καὶ ἡδονικώτερον, ὅσον ὁ νοητὸς Ἥλιος Χριστὸς ὁ τοῦτο πηγάζων ἀσυγκρίτως διαφέρει ἀπὸ τὸν αἰσθητὸν ἥλιον.
Ἐλᾶτε λοιπόν, ἂς γένωμεν καὶ ἡμεῖς ἄλλοι Πέτροι, καὶ ἄλλοι Ἰωάνναι, καὶ ἄλλοι Ἰάκωβοι, καὶ ἂς ἀναβῶμεν μαζὶ μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστὸν ἐπάνω εἰς τὸ Θαβώριον Ὄρος, ὅπου μεταμορφοῦται σήμερον·
ἂς εἰδοῦμεν νοερῶς τὴν δόξαν καὶ ἔλλαμψιν τοῦ Προσώπου Του· ἂς θεωρήσωμεν τὴν αἴγλην τῶν ἱματίων Αὐτοῦ· καὶ ἂς κατοπτεύσωμεν τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἠλίαν μετ᾿ Αὐτοῦ συλλαλοῦντας· ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φωτεινὴν νεφέλην εἰσελθόντες, ἂς ἀκούσωμεν τὴν ἐξ αὐτῆς προελθοῦσαν βροντώδη φωνὴν τοῦ Πατρός.
Πῶς δὲ θέλομεν ἀναβεῖ εἰς τὸ Θαβώριον; ἢ ποῖοι θέλουν ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὸν δρόμον; Ἰδού, κοντά μας εὑρίσκεται τὸ θεῖον ζεῦγος, ἡ Ἱερὰ τῶν Μελογράφων δυάς, ὁ ποιητικώτατος Ἱεράρχης Κοσμᾶς, καὶ ὁ Πανηγυρικώτατος καὶ Πρεσβύτερος τῶν Ἱεροσολύμων Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός·
αὐτοὶ οἱ δύο ὑπόσχονται εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ γένουν καθηγεμόνες εἰς τὸν δρόμον, καὶ νὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς τὴν ἐπὶ τὸ Ὄρος ἀνάβασιν, βάλλοντες ὡς δύο σκάλας τοὺς δύο ᾈσματικούς των Κανόνας, καὶ δι᾿ αὐτῶν ἀναφέροντες ἡμᾶς εἰς τὴν τοῦ Θαβωρίου κορυφὴν καὶ ἀκρώρειαν.
Λοιπόν, ἂς ἐμπιστεύσωμεν τὸν ἑαυτόν μας εἰς τοὺς Ἱεροὺς τούτους ἄνδρας, καὶ ἂς βαστάζωμεν καλῶς τὰς δύω σκάλας ταύτας, ὅπου ἐκατασκεύασαν διὰ ἡμᾶς: ἤτοι τοὺς δύο ᾈσματικούς των Κανόνας· ἐπειδὴ ἡ πρὸς τὴν κορυφὴν τοῦ Θαβωρίου ἀνάβασις εἶναι κρημνώδης καὶ δύσκολος...
Ἄμποτε δὲ καὶ ἡμεῖς, οἱ ψάλλοντες καὶ ἀναγινώσκοντες καὶ ἀκούοντες τοὺς παρόντας ᾀσματικοὺς Κανόνας, νὰ ἀναβῶμεν ἐπάνω εἰς τὸ Ὄρος Θαβώρ, καὶ νὰ ἰδοῦμεν τὴν δόξαν τῆς Θεότητος τοῦ Φωτοδότου Χριστοῦ·
ἐπειδὴ ὁ Κύριος, κατὰ τὸν θεοφόρον Μάξιμον, δὲν φαίνεται εἰς ὅλους μὲ τὸν ἴδιον τρόπον, ἀλλὰ εἰς μὲν τοὺς ἀρχαρίους φαίνεται ἐν δούλου μορφῇ, εἰς ἐκείνους δὲ ὅπου δύνανται νὰ ἀκολουθήσουν Αὐτῷ ἐπάνω εἰς τὸ ὑψηλὸν τῆς Μεταμορφώσεως Ὄρος ἐν μορφῇ Θεοῦ ἐπιφαίνεται, ἐν ᾗ ὑπῆρχε πρὸ τοῦ τὸν Κόσμον εἶναι (πρβλ. Ἑκατοντὰς τῶν Θεολογικῶν Β΄, § ιγ΄).
Ὅταν δὲ περιφανὴς καὶ λαμπρὸς γένῃται εἰς ἡμᾶς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, καὶ τὸ Πρόσωπον Αὐτοῦ λάμψῃ ὡς ὁ ἥλιος, τότε καὶ τὰ ἱμάτια Αὐτοῦ φαίνονται λευκά, κατὰ τὸν αὐτὸν θεῖον Μάξιμον, ἤτοι τὰ ῥήματα τῆς Γραφῆς καὶ τῶν Εὐαγγελίων γίνονται φανερὰ καὶ σαφῆ εἰς ἡμᾶς, χωρὶς νὰ ἔχουν κἀνένα νόημα σκεπασμένον·
τότε δὲ καὶ Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, ἤτοι οἱ τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν πνευματικώτεροι λόγοι, φαίνονται μὲ Αὐτὸν (Αὐτόθι, § ιδ΄). τότε θέλομεν γνωρίσει καὶ τὶ ἐδήλουν αἱ τρεῖς σκηναί· αὗται γὰρ εἶναι αἱ τρεῖς ἕξεις τῆς σωτηρίας, κατὰ τὸν αὐτὸν Μάξιμον:
ἡ τῆς Πράξεως, ἡ τῆς Θεωρίας καὶ ἡ τῆς Θεολογίας· καὶ τῆς μὲν Πράξεως τύπος ἦν ὁ Ἠλίας, ὡς ἀνδρεῖος καὶ σώφρων· τῆς δὲ Θεωρίας τύπος ἦτον ὁ Μωϋσῆς, ὡς νομοθέτης καὶ δικαιοδότης· τῆς δὲ Θεολογίας τύπος ἦτον ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς ἐν παντὶ τέλειος.
Σκηναὶ δὲ αὐταὶ ὠνομάσθησαν κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὰς μελλούσας λήξεις καὶ οὐρανίους μονάς, αἵτινες ἀσυγκρίτως θέλουν εἶναι καλῄτεραι καὶ περιφανέστεραι (Αὐτόθι, § ιϚ΄)· τὰς ὁποίας ἄμποτε νὰ ἀπολαύσωμεν καὶ ἡμεῖς, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ·
ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί, καὶ τῷ Ὁμοουσίῳ καὶ Ζωοποιῷ Αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. *Εκ της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΝΕΦΕΛΗ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΘΑΒΩΡ
Τὴν παραμονὴ τῆς Ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὸ βράδυ τῆς 5ης πρὸς τὴν 6η Αὐγούστου, ἔγινε Ἀγρυπνία στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως πάνω στὸ Ὄρος Θαβώρ. Ἤμασταν πολλοὶ προσκυνητὲς ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ φαινόμενο, δεῖγμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης καὶ συγκαταβάσεως τοῦ Χριστοῦ μας, ἦταν γνωστὸ στοὺς περισσότερους πιστούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν Ἀγρυπνία κάθησαν, περιμένοντας νὰ τὸ δοῦν. Ἡ κόπωση ὅμως καὶ ὁ ὕπνος τοὺς ὁδήγησε στοὺς ξενῶνες γιὰ ν᾿ ἀναπαυθοῦν. Ἔμεινα ἄγρυπνος, καθισμένος σὲ μιὰ καρέκλα ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μόνο ἐγὼ καὶ μία ἡλικιωμένη Μοναχή.
Τήν ἑπόμενη χρονιά οἱ εὐσεβεῖς αὐτοί ἄνθρωποι
Τό θεῖο αὐτό φαινόμενο πού συμβαίνει στό Ὄρος Θαβώρ,
στό Ὄρος τῆς ἁγίας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
κάθε χρονιά τήν ἡμέρα τῆς Ἑορτῆς
[μέ τό Πάτριο Ἐκκλησιαστικό Ἡμερολόγιο],
σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστο.
Τουλάχιστον στίς θαυμαστές λεπτομέρειές του.
Μεταφέρουμε τήν περιγραφή ἑνός εὐσεβοῦς ζεύγους,
πού ἔζησε αὐτό τό γεγονός κατά τήν ἐπίσκεψή του
–πρίν μερικά χρόνια– στούς Ἁγίους Τόπους.
Ἀφηγήθηκε ὁ ἄνδρας,
σεβαστός κατά τήν ἡλικία,
μέ ἱερή συγκίνηση,
πού τήν μετέδωσε σέ ὅλους ὅσους τόν ἄκουσαν:
Δὲν εἶχε ἀκόμη χαράξει, ὅταν κατὰ τὰ βουνὰ τῆς Ἰουδαίας φάνηκε μιὰ κοκκινίλα. Τὴν κοίταξα μὲ ἀπορία, ἀλλὰ καὶ μὲ κάποια ἀνησυχία. Γύρισα καὶ εἶπα στὴν Μοναχή, μὲ τὴν ὁποία εἴχαμε γνωριστεῖ ἐγὼ καὶ ἡ σύζυγός μου: – Κι ἐδῶ ἔχουν φωτιὲς στὰ βουνά τους, Ἀδελφή; Κοιτάξτε ἀπέναντι στὸ βάθος! Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κοκκινίζει; Ὅταν ἡ Μοναχὴ γύρισε καὶ κοίταξε, πετάχθηκε πάνω κατασυγκι- νημένη, ἔκανε τὸν Σταυρό της καὶ μοῦ εἶπε: – Δὲν εἶναι φωτιά, κύριε, εἶναι ἡ Φωτεινὴ Νεφέλη τοῦ Κυρίου μας! Εἶναι κάτι ἀπὸ τὴν δόξα τῆς Μεταμορφώσεώς Του! Θὰ δεῖτε τώρα πὼς θὰ ἔρθει πρὸς τὰ ἐδῶ. Πρέπει νὰ εἰδοποιήσουμε καὶ τοὺς ἄλλους προσκυνητές, πρόσθεσε. Δὲν πρέπει νὰ χάσουν αὐτὴ τὴν εὐλογία. Πράγματι, τοὺς εἰδοποιήσαμε καὶ σὲ λίγο μαζεύτηκαν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γεμάτοι ἀπὸ ἱερὴ συγκίνηση.
Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Φωτεινὴ Νεφέλη σηκώθηκε καὶ ἀργὰ - ἀργὰ κατευθυνόταν πρὸς ἐμᾶς, πρὸς τὸ Ὄρος Θαβώρ! Μὲ δέος τὴν κοιτούσαμε. Ἄλλος προσευχόταν, ἄλλος δοξολογοῦσε τὸν Θεό, ἄλλος ἔκλαιγε! Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα βρισκόταν ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω μας καὶ ἄρχισε νὰ χαμηλώνει! Τότε, πῶς νὰ περιγράψει κανεὶς τὸ τὶ ἔγινε; Ἔβλεπε κανεὶς τὴν ἀνθρώπινη λαχτάρα γιὰ τὸν Θεό. Τὸ γλυκύτατο αὐτὸ Φῶς σὲ λίγο μᾶς τύλιξε. Ὅλοι κλαίγαμε ἀπὸ ἱερὴ ἀγαλλίαση. Λουζόμαστε εὐφρόσυνα μέσα σ᾿ Αὐτό. Μέσα στὴν Δόξα τοῦ Κυρίου μας! Εἴχαμε δὲ τὴν αἴσθηση μιᾶς οὐράνιας δροσιᾶς. Κοντὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ εἰδικότερα στὴ πλευρὰ τοῦ Ἱεροῦ, βλέπαμε ζωηρὲς λάμψεις, στραφτάλιζε ὁ τόπος. Δὲν καιγόταν ὅμως τίποτε καὶ κανένας. Ὅλα καλυμποῦσαν μέσα στὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. Σὲ μιὰ στιγμή, τὸ λατρευτὸ αὐτὸ Φῶς ἄρχισε νὰ ἀποσύρεται, ἔγινε πάλι σὰν Νεφέλη καὶ ἄρχισε νὰ σηκώνεται ψηλά.
Τότε ἔπρεπε νὰ δεῖτε τὸ τὶ ἔγινε! Ὁ κόσμος εἶχε σηκώσει τὰ χέρια του ψηλὰ καὶ κλαίγοντας ἱκέτευε τὸν Κύριο νὰ ξαναχαμηλώσει τὴν Δόξα Του, νὰ μὴ σταματήσει ἡ θεία αὐτὴ ἀπόλαυση καὶ μέθεξη. Εἴχαμε πλημμυρίσει ἀπὸ θεία ἀγάπη! Στὰ δάκρυα καὶ στὶς ἱκεσίες τῶν πιστῶν, ἡ Νεφέλη ξανακατέβαινε! Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορές, μέχρι ποὺ τελικὰ τὸ Φῶς ἀνυψώθηκε καὶ χάθηκε μέσα στὸν θόλο –λὲς– τοῦ οὐρανοῦ. Σὲ λίγο ἦρθε τὸ ξημέρωμα. Ἦρθε τὸ κτιστὸ φῶς νὰ ἀντικαταστήσει τὸ Φῶς τῆς Δόξας τοῦ Θεοῦ. Πόση ἡ διαφορά!». Ἀλήθεια, πόσο ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος πόσο βαθιὰ ἔχει τὴν φιλοθεΐα μέσα στὴν ψυχή του, μέσα στὸ «εἶναι» του!
Ρώτησαν κάποιους προσκυνητές,
πού ἐπισκέφθηκαν τούς Ἁγίους Τόπους,
ἂν ἐπαναλήφθηκε τό θεῖο αὐτό φαινόμενο στό Θαβώρ.
Ἐκεῖνοι εἶπαν:
«Ναί,
φάνηκε ἡ Φωτεινή Νεφέλη,
ἀλλά δέν κατέβηκε χαμηλά!...».
Ἄχ, ἁμαρτία ποῦ μᾶς χωρίζεις ἀπ᾿ τόν Θεό μας,
ἀπ᾿ τήν Ζωή μας!
Εἴθε ἡ Χάρη Του νά μᾶς χαρίσει «τέλειο μῖσος» γιά σένα...
Ἀμήν!
Αναδημοσίευση εκ του Ιστολογίου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Ἀπό τό βιβλίο:
''Νεώτερα Θαύματα τῆς Παναγίας στή Βαρνάκοβα καί Ἱστορίες γιά τήν Αἰωνιότητα''.
Ἔκδοσις Ἱερᾶς Γυναικείας Μοναστικῆς Ἀδελφότητος Παναγίας Βαρνόκοβας,
Δωρίδα 2007, σελ. 116-119. Ἐπιμέλ. ἡμετ.
ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΡΩΣΙΚΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ: ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
«Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός· δείξας τοῖς μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου καθὼς ἠδύναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον· πρεσβεῖαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι» (Ἀπολυτίκιον τῆς Ἑορτῆς, ἦχος βαρύς). Έτσι ψάλλει η αγία μας Εκκλησία την ημέρα της εορτής αυτής, ανακαλώντας στη μνήμη της το θαυμαστό εκείνο γεγονός που έλαβε χώρα πριν από τόσο πολύ καιρό στο όρος Θαβώρ...
Το ιερό Ευαγγέλιο, λέγοντάς μας πώς έγινε η Μεταμόρφωση, αναφέρει ότι ο Σωτήρας ανέβηκε στο όρος «για να προσευχηθεί». Αναφερόμενος σε αυτό το χωρίο σε κήρυγμά του, ένας από τους μεγάλους Αρχιερείς μας εξήγησε ότι ο άμεσος σκοπός της ανόδου Του στο βουνό ήταν η πρόθεση του Σωτήρος να προσευχηθεί εκεί. Αλλά όχι μόνο για να προσευχηθεί, διότι το Τροπάριο λέγει ότι έδειξε τη δόξα Του στους μαθητές Του «καθὼς ἠδύναντο», δηλαδή όσο μπορούσαν να αντιληφθούν αυτή τη δόξα. Και το Κοντάκιο δείχνει ότι ο Κύριος το έκανε αυτό ακριβώς για να θυμούνται αυτό το εκπληκτικό θαύμα (όραμα) όταν θα ερχόταν η ώρα του Πάθους… Και γι’ αυτό προσευχόμαστε: «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου».
Τί πνευματικό σκοτάδι έχει εγκατασταθεί στον κόσμο σήμερα! Και γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινό, πιο πυκνό. Ο Κύριος είπε στο Ευαγγέλιο ότι αυτός που κάνει το κακό δεν μπορεί να μείνει στο φως, αλλά επιτελεί τις πράξεις του στο σκοτάδι, φοβούμενος το φως και φεύγοντας από αυτό. Και τώρα ένα πυκνό σκοτάδι έχει τυλίξει την ανθρωπότητα, εξαιτίας δε αυτού κάθε είδους ανομία, κάθε ακαθαρσία που επινοείται σήμερα από τους υιούς των ανθρώπων, όλα αυτά επιτελούνται ανοιχτά. Σαφώς για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητος το πνευματικό φως έχει ήδη σβήσει, έχει σχεδόν εξαφανισθεί. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προσευχηθούμε ώστε το αιώνιο Φως που φώτισε τους Αποστόλους στο όρος Θαβώρ να λάμψει και σε μας.
Ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να προσευχηθεί και κατά τη διάρκεια της προσευχής μεταμορφώθηκε. Γνωρίζουμε από τους βίους των Αγίων ότι πολλοί από αυτούς μεταμορφώθηκαν με παρόμοιο θαυμαστό τρόπο -και αυτό συνέβη ακριβώς κατά τη διάρκεια των στιγμών προσευχής...
'Οπως ακριβώς οι αρχαίοι ασκητές έλαμπαν με μια λάμψη φωτός σαν τον ήλιο, έτσι και σε πιο πρόσφατους χρόνους στη Ρωσία μεγάλοι ασκητές έλαμπαν με άκτιστο φως. Από το βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, γνωρίζετε πώς το άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον Μοτοβίλοφ...
Γνωρίζουμε επίσης ένα περιστατικό στη ζωή του Οσίου Γέροντα Αμβρόσιου (της Όπτινα)- ενώ ήταν μόνος στο κελί του και προσευχόταν, ένας Μοναχός μπήκε βιαστικά και εξίσου ξαφνικά βγήκε έξω έντρομος -είχε δει τη σκιά του προσευχόμενου Γέροντα να λάμπει σαν ήλιος μέσα στο σκοτάδι του κελιού του. Ομοίως γνωρίζουμε ότι πολλοί είδαν τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης να περιβάλλεται από ένα θαυμαστό θείο φως ακριβώς τη στιγμή που ήταν μπροστά στο Θυσιαστήριο προσφέροντας την φλογερή προσευχή του στον Κύριο της Δόξης.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν κάποιος προσεύχεται αληθινά, φωτίζεται. Μπορεί κανείς πάντα να διακρίνει μεταξύ εκείνων που προσεύχονται υποκριτικά, προς το θεαθήναι, και εκείνων που προσεύχονται ειλικρινά, μη σκεπτόμενοι κανέναν άλλον εκτός από τον Θεό, ενώπιον του Οποίου και μόνο στέκονται.
Είναι αυτό το πνευματικό φως, αυτό το αιώνιο φως, που μπορεί να μας φωτίσει κατά τη διάρκεια της ειλικρινούς προσευχής: Για τον λόγο αυτό, είτε προσευχόμαστε για πολλή ώρα είτε για λίγο, πρέπει να θεωρούμε τις στιγμές που περνούμε στην προσευχή ως τον πιο σημαντικό χρόνο της ζωής μας, γιατί κατά τη διάρκεια αυτής της ώρας στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και συνομιλούμε μαζί Του.
Οι Άγιοι Πατέρες λέγουν ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του αγίου Ευαγγελίου και των Πατερικών συγγραμμάτων, ο Θεός συνομιλεί μαζί μας.
Στην δε προσευχή εμείς συνομιλούμε με τον Θεό. Αυτό είναι μεγάλο όφελος για την ψυχή, διότι συνομιλώντας με τον Δημιουργό και Κύριό μας, η ψυχή φωτίζεται με το φως εκείνο για το οποίο προσευχόμαστε σ’ αυτή την ολόφωτη εορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος μας.
+ Μητροπολίτης Φιλάρετος
Πρωθιεράρχης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς
(Μετάφρασις από τα αγγλικά Κηρύγματος του Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου)
Εκ της ιστοσελίδας της
Ιεράς Μητρόπολης Λαρίσης και Πλαταμώνος
Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: Η ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
῍Αν τό φῶς τῆς ἡμέρας, τό ὁποῖον χύνεται ἀπό τάς ἀκτῖνας τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου, εἶναι τόσον γλυκύ εἰς τούς βλέποντας, ὥστε διά τοῦτο καί μόνον οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν θέλουν νά ἀποθάνουν, διότι ἔχουν νά στερηθοῦν τήν τοῦ φωτός λαμπηδόνα· ὅθεν εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής: «Γλυκύ τό φῶς, καί ἀγαθόν τοῖς ὀφθαλμοῖς τό βλέπειν τόν ἥλιον» (Ἐκκλ. ια΄ 7). πόσον ἆρά γε γλυκύτερον καί ἡδονικώτερον εἶναι τό Φῶς ὅπου ἐκχύνεται σήμερον εἰς τό Θαβώριον Ὄρος ἀπό τόν νοητόν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης Χριστόν τόν Θεάνθρωπον; Βέβαια τόσον ἀσυγκρίτως εἶναι τό Φῶς τοῦτο τοῦ ὑπερουσίου Ἡλίου γλυκύτερον καί ἡδονικώτερον, ὅσον ὁ νοητός Ἥλιος Χριστός ὁ τοῦτο πηγάζων ἀσυγκρίτως διαφέρει ἀπό τόν αἰσθητόν ἥλιον.
Ἐλᾶτε λοιπόν, ἂς γένωμεν καί ἡμεῖς ἄλλοι Πέτροι, καί ἄλλοι Ἰωάνναι, καί ἄλλοι Ἰάκωβοι, καί ἂς ἀναβῶμεν μαζί μέ τόν Σωτῆρα Χριστόν ἐπάνω εἰς τό Θαβώριον Ὄρος, ὅπου μεταμορφοῦται σήμερον· ἂς εἰδοῦμεν νοερῶς τήν δόξαν καί ἔλλαμψιν τοῦ Προσώπου Του· ἂς θεωρήσωμεν τήν αἴγλην τῶν ἱματίων Αὐτοῦ· καί ἂς κατοπτεύσωμεν τόν Μωϋσῆν καί τόν Ἠλίαν μετ᾿ Αὐτοῦ συλλαλοῦντας· ἀλλά καί εἰς τήν φωτεινήν νεφέλην εἰσελθόντες, ἂς ἀκούσωμεν τήν ἐξ αὐτῆς προελθοῦσαν βροντώδη φωνήν τοῦ Πατρός.
Πῶς δέ θέλομεν ἀναβεῖ εἰς τό Θαβώριον; ἢ ποῖοι θέλουν ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τόν δρόμον; Ἰδού, κοντά μας εὑρίσκεται τό θεῖον ζεῦγος, ἡ Ἱερά τῶν Μελογράφων δυάς, ὁ ποιητικώτατος Ἱεράρχης Κοσμᾶς, καί ὁ Πανηγυρικώτατος καί Πρεσβύτερος τῶν Ἱεροσολύμων Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός· αὐτοί οἱ δύο ὑπόσχονται εἰς ἡμᾶς σήμερον νά γένουν καθηγεμόνες εἰς τόν δρόμον, καί νά μᾶς βοηθήσουν εἰς τήν ἐπί τό Ὄρος ἀνάβασιν, βάλλοντες ὡς δύο σκάλας τούς δύο ᾈσματικούς των Κανόνας, καί δι᾿ αὐτῶν ἀναφέροντες ἡμᾶς εἰς τήν τοῦ Θαβωρίου κορυφήν καί ἀκρώρειαν.
Λοιπόν, ἂς ἐμπιστεύσωμεν τόν ἑαυτόν μας εἰς τούς Ἱερούς τούτους ἄνδρας, καί ἂς βαστάζωμεν καλῶς τάς δύω σκάλας ταύτας, ὅπου ἐκατασκεύασαν διά ἡμᾶς: ἤτοι τούς δύο ᾈσματικούς των Κανόνας· ἐπειδή ἡ πρός τήν κορυφήν τοῦ Θαβωρίου ἀνάβασις εἶναι κρημνώδης καί δύσκολος... Ἄμποτε δέ καί ἡμεῖς, οἱ ψάλλοντες καί ἀναγινώσκοντες καί ἀκούοντες τούς παρόντας ᾀσματικούς Κανόνας, νά ἀναβῶμεν ἐπάνω εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, καί νά ἰδοῦμεν τήν δόξαν τῆς Θεότητος τοῦ Φωτοδότου Χριστοῦ· ἐπειδή ὁ Κύριος, κατά τόν θεοφόρον Μάξιμον, δέν φαίνεται εἰς ὅλους μέ τόν ἴδιον τρόπον, ἀλλά εἰς μέν τούς ἀρχαρίους φαίνεται ἐν δούλου μορφῇ, εἰς ἐκείνους δέ ὅπου δύνανται νά ἀκολουθήσουν Αὐτῷ ἐπάνω εἰς τό ὑψηλόν τῆς Μεταμορφώσεως Ὄρος ἐν μορφῇ Θεοῦ ἐπιφαίνεται, ἐν ᾗ ὑπῆρχε πρό τοῦ τόν Κόσμον εἶναι (πρβλ. Ἑκατοντάς τῶν Θεολογικῶν Β΄, § ιγ΄).
Ὅταν δέ περιφανής καί λαμπρός γένῃται εἰς ἡμᾶς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, καί τό Πρόσωπον Αὐτοῦ λάμψῃ ὡς ὁ ἥλιος, τότε καί τά ἱμάτια Αὐτοῦ φαίνονται λευκά, κατά τόν αὐτόν θεῖον Μάξιμον, ἤτοι τά ῥήματα τῆς Γραφῆς καί τῶν Εὐαγγελίων γίνονται φανερά καί σαφῆ εἰς ἡμᾶς, χωρίς νά ἔχουν κἀνένα νόημα σκεπασμένον· τότε δέ καί Μωϋσῆς καί Ἠλίας, ἤτοι οἱ τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν πνευματικώτεροι λόγοι, φαίνονται μέ Αὐτόν (Αὐτόθι, § ιδ΄). τότε θέλομεν γνωρίσει καί τί ἐδήλουν αἱ τρεῖς σκηναί· αὗται γάρ εἶναι αἱ τρεῖς ἕξεις τῆς σωτηρίας, κατά τόν αὐτόν Μάξιμον: ἡ τῆς Πράξεως, ἡ τῆς Θεωρίας καί ἡ τῆς Θεολογίας·
καί τῆς μέν Πράξεως τύπος ἦν ὁ Ἠλίας, ὡς ἀνδρεῖος καί σώφρων· τῆς δέ Θεωρίας τύπος ἦτον ὁ Μωϋσῆς, ὡς νομοθέτης καί δικαιοδότης· τῆς δέ Θεολογίας τύπος ἦτον ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς ἐν παντί τέλειος. Σκηναί δέ αὐταί ὠνομάσθησαν κατά σύγκρισιν πρός τάς μελλούσας λήξεις καί οὐρανίους μονάς, αἵτινες ἀσυγκρίτως θέλουν εἶναι καλῄτεραι καί περιφανέστεραι (Αὐτόθι, § ιϚ΄)· τάς ὁποίας ἄμποτε νά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ· ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις, σύν τῷ Ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί, καί τῷ Ὁμοουσίῳ καί Ζωοποιῷ Αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Εκ της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών ΕΔΩ.
Agiography by Butnariu Angela Giorgiana
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΠΟΡΕΙΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (2022)
Ομιλία στην αγρυπνία της Μεταμόρφωσης του Κυρίου
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ Ή ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ; (2024)
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
Ετικέτες:
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΗΣ
Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd
Εκ του ιστοτόπου
της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών εδώ.
Τετάρτη 21 Αυγούστου 2024
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΩΣ ΔΡΑ Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ; (2024)
Ομιλία στο ευαγγέλιο Η' Ματθαίου (του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων)
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΥΜΝΩΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΤΡΙΟ ΣΤΗΝ ΚΕΡΤΕΖΗ ΤΟ 1924
Δημοσιεύουμε ἕνα ἄγνωστο θαῦμα ὑπὲρ τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο συνέβη κατὰ τὸ πρῶτο ἔτος ἐπιβολῆς τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου τὸ 1924 στὴν πατρίδα μας. Στὴν Κέρτεζη Καλαβρύτων σχεδὸν ὅλοι οἱ κάτοικοι παρέμειναν μὲ τὸ Πάτριο, ὅπως φυσικὰ συνέβη καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες πόλεις καὶ χωριά, καὶ ὁ Θεὸς τοὺς στήριξε μὲ θεῖα σημεῖα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀντιγράφουμε ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Κων. Κοντζιᾶ, Θεία Ἀστραπὴ ἤτοι Σύντομος Μελέτη περὶ τοῦ Παλαιοῦ καὶ Νέου Ἡμερολογίου τῆς Ἐκκλησίας, Ἐν Ἀθήναις 1926, σελ. 61, ἔχον ὡς ἑξῆς:
«Ἐν τῇ κωμοπόλει Κερτέζῃ τῶν Καλαβρύτων ὑπάρχει ἐξωκκλήσιον ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ τὴν 6ην Αὐγούστου 1924, ἑορτὴν τῆς Μεταμορφώσεως κατὰ τὸ Παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἀπεφάσισαν πάντες οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ Παλαιὸν ἡμερολόγιον νὰ μεταβῶσιν ὡς καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον νὰ ἑορτάσωσι καὶ ἄνευ ἱερέως, κωλυομένου, καὶ παρὰ τὰς διαταγὰς τῆς Ἀστυνομίας, ὑποχωρησάσης ἐπὶ τέλους ἀπέναντι τῆς ἐπιμόνου ἐπιμονῆς μιᾶς ὁλοκλήρου Κοινότητος.
Ὅτε δὲ συνηθροίσθη ὅλος ὁ λαὸς ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ ἐξωκκλησίου ἤναπτον κηρία ἀσπαζόμενοι καὶ σταυροκοπούμενοι κατὰ τὸ σύνηθες, αἴφνης οἱ πλεῖστοι ἤκουσαν ἄνωθεν Ἀγγελικὰς ὑμνωδίας καὶ ψαλμωδίας ἐκτελουμένης τῆς θείας Λειτουργίας καὶ πάντες οἱ παριστάμενοι ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ ἐξωκκλησίου πρηνεῖς πεσόντες καὶ γονυπετεῖς καὶ κλαίοντες ἐξ ἱερᾶς συγκινήσεως καὶ χαρᾶς ἀκροώμενοι καὶ προσευχόμενοι παρέμειναν μέχρι τέλους, ἕως οὗ ἤκουσαν τὴν τελευταίαν εὐχήν, τὸ Δι΄ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν… ἀμήν.
Τὰ δὲ μικρὰ παιδάκια καὶ κοράσια ἤκουον σαφέστερον τοὺς ὕμνους τῆς θείας Λειτουργίας καὶ εἶδον ἀγνώστους αὐτοῖς Ἱερεῖς ἐν τῷ Ἱερῷ ἐκτελοῦντας τὴν θείαν Λειτουργίαν». Πηγή: ecclesiagoc.gr/
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ σήμανε τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας Του. Ἔτσι ἄρχισε τὸ θεῖο Κήρυγμά Του: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. δ’ 17). Ἡ Μεταμόρφωσις ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἄμεσα αἰσθητὴ φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή Του, πρὶν ἀπὸ τὴν φανέρωση αὐτῆς στὴν πληρότητά της κατὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψή Του. Μεταμορφώθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι «βροτὸς (δηλαδὴ θνητὸς) τὸ ὁρώμενον, ἀλλὰ Θεὸς τὸ κρυπτόμενον».
+Ἐ.Γ.Κ.
6/19.8.2020
Γι΄ αὐτὸ καὶ πρὸ τῆς θείας καὶ ἐνδόξου Μεταμορφώσεώς Του, λίγο καιρὸ πρὶν ἀπὸ τὰ Πάθη καὶ τὴν σωτήριο Σταύρωση, διακήρυξε ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ στέκονται ἐδῶ (ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Μαθητάς Του), οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατον, «ἕως ἄν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ιστ’ 28).
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς βεβαιώνει ὅτι «δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ Βασιλείαν ἑαυτοῦ καλῶν, τὸ φῶς τῆς οἰκείας Μεταμορφώσεως». Ὁ αὐτὸς Ἅγιος ἀποσαφηνίζει ὅτι τὸ νὰ ἔρχεται ἡ Βασιλεία Του, δὲν δηλώνει ὅτι φθάνει ἀπὸ ἀλλοῦ σὲ ἄλλο μέρος, ἀφοῦ «πανταχοῦ ἐστὶν ὁ τοῦ παντὸς Βασιλεύς, καὶ πανταχοῦ ἐστὶν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ», ἀλλὰ (δηλώνει) ὅτι αὐτὴ φανερώνεται-ἀποκαλύπτεται μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ δύναμη αὐτὴ δὲν παραγίνεται στοὺς τυχόντες, ἀλλὰ «τοῖς ἑστηκόσι μετὰ τοῦ Κυρίου», δηλαδὴ στοὺς στηριγμένους στὴν πίστη Του κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν τριῶν προκρίτων Ἀποστόλων, Πέτρου Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου, τοὺς ὁποίους συμπαρέλαβε ὁ Κύριος στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, στὸ Θαβώρ.
Τί σημαίνει ὅμως «μεταμορφώθηκε»; Σημαίνει ὅτι ἄνοιξε ὅπως εὐδόκησε λίγο ἀπὸ τὴν Θεότητά Του καὶ ἔδειξε στοὺς Ἀποστόλους τὸν ἔνοικο Θεό. Αὐτὸ ἐννοοῦμε, ὅταν ψάλλουμε στοὺς ὕμνους τῆς Ἑορτῆς: «Τῆς Θεότητός σου, Χριστέ, ἀμυδρὰν αὐγὴν παραγυμνώσας τοῖς συναναβᾶσί σοι ἐπὶ τοῦ ὄρους...».
Αὐτὸ ὅμως ποὺ οἰκονομικῶς καὶ «ἀμυδρῶς», «καθὼς ἠδύναντο», εἶδαν οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι, συνέβαινε πάντοτε, καθ΄ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἐπιγείου Παρουσίας τοῦ Λόγου. Διότι ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συλλήψεως τῆς Σαρκός, ποὺ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς προσέλαβε ἐν τῷ Προσώπῳ Του, τὴν θέωσε καὶ τὴν πλούτισε μὲ τὰ «αὐχήματα», δηλαδὴ μὲ τὴν Δόξα τῆς Θεότητος, ἑνώνοντάς την ὑποστατικῶς μὲ τὴν θεία Του Φύση, ἐντὸς τῆς Παναχράντου Θεοτόκου. Ἡ ὑποστατικὴ ὅμως ἕνωση δὲν κατήργησε, οὔτε σύγχυσε τὶς δύο τέλειες Φύσεις, Θεία καὶ Ἀνθρώπινη. Διότι, σύμφωνα μὲ τὴν Δογματικὴ διατύπωση τῆς ἁγίας Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου ἑνώθηκαν οἱ δύο Φύσεις «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως».
Ὁ Θεάνθρωπος λοιπὸν «εἶχε ὑπὸ τὴν σάρκα κεκρυμμένην τὴν λαμπρότητα τῆς φύσεως τῆς θείας», κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Καὶ αὐτὴ ἡ θεία δόξα καὶ λαμπρότητα ἦταν ἀθέατη, διότι ἡ περίοδος μέχρι τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ταφή, ἦταν περίοδος «κενώσεως» (Φιλιπ. β’ 7), ἄκρας ταπεινώσεως, ὅπου ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί» (Ρωμ. η’ 3), χαρίζοντάς μας τὴν θεία Ἀπολύτρωση.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγει ὅτι τὸ Πρόσωπον Αὐτοῦ ἔλαμψεν «ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. ιζ’ 2). Τὸ Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δὲν ἦταν αἰσθητὸ καὶ κτιστὸ «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», ἀλλὰ ἄκτιστο ὡς «δόξα τοῦ Θεοῦ Πατρός». Καὶ ὅπως αὐτὸ δὲν ἦταν αἰσθητό, ἔτσι καὶ οἱ βλέποντες (οἱ Μαθητές), δὲν τὸ εἶδαν ἁπλῶς μὲ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλὰ μὲ μετασκευασμένους «τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του «διήνοιξεν αὐτῶν τῶν νοῦν τοῦ συνιέναι (γιὰ νὰ καταλαβαίνουν) τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45), «διανοίγει» καὶ στὸ Θαβὼρ τὰ μάτια τους καὶ ἀπὸ τυφλοὺς τοὺς καθιστᾶ βλέποντας. Εἶχε ἤδη προηγηθεῖ τρίχρονη μαθητεία τους κοντὰ στὸν Χριστό. Γι΄ αὐτὸ ἡ καθαρμένη καρδιά τους δέχεται τὴν θεία Χάρη καὶ θεωροῦν ἔστω καὶ γιὰ λίγο τὴν θεϊκὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἔτσι δὲν τυφλώθηκαν, ὅπως δὲν τυφλώθηκε καὶ ἡ Μυροφόρος Μαρία ἡ Μαγδαληνή, βλέπουσα τὸν Ἀναστάντα Χριστόν, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τυφλώθηκε, ὅταν ὡς διώκτης Σαῦλος εἶδε τὸ ἴδιο Φῶς στὴν πορεία του πρὸς τὴν Δαμασκό (βλ. Πράξ. θ’ 8).
Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι καὶ οἱ καταξιωθέντες τῆς μετοχῆς τοῦ θείου αὐτοῦ Φωτὸς ἄνθρωποι, τὸ δέχονται μόνον «χάριτι» ἀπὸ τὸ «φύσει» ὑπᾶρχον ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ ἐπίσης, ὅτι τὸ Φῶς αὐτὸ ἀποτελεῖ φυσικὴ ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι θεία Οὐσία, ἡ Ὁποία εἶναι τελείως ἀπρόσιτη καὶ ἀμέθεκτη ἀπὸ τὰ δημουργήματα.
Ἡ ἐμφάνισις δὲ τοῦ Μωυσέως καὶ τοῦ Ἠλία ἀπεκάλυπτε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ζώντων καὶ νεκρῶν, ὅτι εἶναι Κύριος τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Αὐτὸν προδήλωναν καὶ σὲ Αὐτὸν ἀπέβλεπαν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέεται ὁ Κύριος μὲ τοὺς δούλους.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, σημειώνεται, ὅτι δὲν ἤξερε τὶ ἔλεγε ὅταν μίλησε γιὰ τρεῖς σκηνές, ἐπειδὴ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ καιρὸς τῆς συντελείας δὲν εἶχε φθάσει -ἀλλὰ καὶ ὅταν φθάσει δὲν θὰ χρειάζονται χειροποίητες σκηνές-, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξισώνει τὸν Δεσπότη μὲ τοὺς δούλους ἐξ αἰτίας τῆς ὁμοιότητος τῶν σκηνῶν. Διότι ὁ μὲν Χριστός, ὡς Υἱὸς γνήσιος, «ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρὸς ἐστίν», ἐνῶ οἱ Προφῆτες, ὡς υἱοὶ γνήσιοι τοῦ Ἀβραάμ, «ἐν τοῖς κόλποις Ἀβραὰμ οἰκήσουσιν», κατὰ τὴν ἐξήγηση καὶ πάλι τοῦ Ἁγίου τοῦ Φωτὸς καὶ Κήρυκος τῆς Χάριτος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Θαυματουργοῦ.
Τότε, «νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτοὺς» (Ματθ. ιζ’ 5), δείχνοντας «τίς ἡ τῷ Χριστῷ πρέπουσα σκηνή». Καὶ ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς «ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν΄ ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». Ἔχουμε καὶ ἐδῶ δηλαδὴ ὅπως καὶ κατὰ τὴν Βάπτιση στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ μία καταπληκτικὴ Θεοφάνεια, μία Ἁγιοτριαδικὴ φανέρωση τοῦ Ἑνὸς κατὰ τὴν Οὐσία ἀλλὰ Τριῶν κατὰ τὶς Ὑποστάσεις Θεοῦ. Ὁ Ἄναρχος Πατὴρ εὐδοκεῖ καὶ ἀναπαύεται καὶ ἀρέσκεται τελείως στὸν Ἀγαπητὸ Υἱό Του. Τὸ δὲ Ἅγιο Πνεῦμα ὑποδηλώνεται μὲ τὴν φωτεινὴ Νεφέλη. Τὸ ὅλο Μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ Σωτηρίας εἶναι Ἁγιοτριαδικό: Ὁ Πατὴρ εὐδοκεῖ, ὁ Υἱὸς σαρκοῦται καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνεργεῖ.
Κατὰ τὴν Μεταμόρφωση ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε τὴν πρωταρχικὴ ὡραιότητα τῆς φύσεώς μας: «ἔδειξε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος», σύμφωνα μὲ τὴν ἑόρτια ὑμνολογία, ὅπως τὸ εἴχαμε ἐντὸς τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς. Εἶναι σὰν νὰ μᾶς ἔλεγε: «Νὰ ποιοὶ ἤσασταν πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση σας, νὰ μὲ τὶ εἴδους ἱμάτια καὶ τὶ εἴδους δόξα περικοσμοῦνταν οἱ προπάτορες πρὸ τῆς παρακοῆς». Γι΄ αὐτὸ καὶ ἐνῶ ἦσαν γυμνοί, δὲν αἰσχύνονταν.
Ἀλλὰ ἡ Μεταμόρφωση δὲν στρέφεται μόνον πρὸς τὰ πίσω, στὴν ἀρχή. Ἀτενίζει καὶ ἐμπρὸς πρὸς τὴν τελικὴ δόξα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Εἶναι μία ἐσχατολογικὴ ἑορτή, μία ἑορτὴ τῆς μελλούσης ἐλπίδος. Ἀποτελεῖ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο «τὰ προοίμια τῆς ἐνδόξου Αὐτοῦ Παρουσίας». Ὁ Σωτῆρας μας εἶπε στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο ὅτι, «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Πατρὸς αὑτῶν» (Ματθ. ιγ’ 43).
Τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβῶνα τῆς «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» θεωρίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔτσι διδάσκει λέγοντας ὅτι, «[ὁ Χριστὸς] μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ...» (Φιλιπ. γ’ 21).
Ὁ Χριστὸς μεταβίβασε καὶ μεταβιβάζει τὴν ζωὴ καὶ τὸ φῶς καὶ τὸν δοξασμὸ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἤθελαν καὶ θέλουν νὰ μένουν ἑνωμένοι μαζί Του. Ἡ ἕνωσις αὐτὴ εἶναι ὁ νέος Παράδεισος. Καὶ αὐτὸς ὁ νέος Παράδεισος δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, τὴν «κοινωνίαν θεώσεως», τὸ ζῶν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν «τόπον» φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς προσοικειώσεως Αὐτῆς ἀπὸ τοὺς βαπτισθέντας πιστούς, μέσῳ τῶν ἁγίων Ἀρετῶν καὶ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, καὶ μάλιστα ἐντὸς τῆς Λειτουργικῆς καὶ Εὐχαριστιακῆς ἐμπειρίας της.
Καὶ τοῦτο, διότι τὸ θέμα τῆς Μεταμορφώσεως δὲν ἀναφέρεται τελικὰ οὔτε μόνον στὴν προπτωτικὴ κατάσταση, οὔτε μόνον στὴν μελλοντική. Ὁ κάθε πιστὸς κάθε ἐποχῆς πρέπει νὰ μεταμορφωθεῖ-ἀλλοιωθεῖ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν πορεία του στὴν γῆ τούτη. Πρέπει νὰ ἀνέλθει διὰ τῆς κοπιώδους πορείας τῆς ὑπομονῆς, ἀσκήσεως καὶ τῶν ἀρετῶν στὸ δικό του Θαβώρ, γιὰ νὰ δεχθεῖ ἐκεῖ τὴν ἄρρητη γλυκύτητα τοῦ Φωτὸς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ προγευθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωὴ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ ὁποία κατὰ τὴν θεία βεβαίωση «ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ’ 21).
Ὅμως αἰσθητοποιεῖται ἀδιόρατα, χωρὶς παρατήρηση, στὸν βαθμὸ ποὺ ἀνερχόμαστε ἀγόγγυστα, ἐν εὐχαριστίᾳ, τὸν Γολγοθᾶ τῶν δοκιμασιῶν καὶ παθημάτων μας στὴν ἐπίγεια ζωή μας· καὶ στὸν βαθμὸ ποὺ καθαιρόμαστε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, ποὺ ταπεινωνόμαστε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, ποὺ νηστεύουμε γιὰ νὰ ἀνακουφισθοῦμε, ποὺ προσευχόμαστε γιὰ νὰ πτερωθοῦμε καὶ νὰ ἀνέλθουμε ἀναβάσεις θεῖες. Ποὺ συγχωροῦμε γιὰ νὰ συγχωρηθοῦμε καὶ ποὺ ἐλεοῦμε γιὰ νὰ ἐλεηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ ποὺ δὲν κρίνουμε γιὰ νὰ μὴν κριθοῦμε.
«Δεῦτε συνανέλθωμεν ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιον...», ψάλλουμε ἐνθουσιαστικά, ἵνα «φωτὶ προσλάβωμεν φῶς καὶ μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι...», διότι «οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται».
Ἡ κλήση μας συνίσταται στὸν «ὁλοτελῆ» (Α’ Θεσ. ε’ 23) ἁγιασμό μας, στὴν θέωσή μας. «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α’ Πέτρ. α’ 16), μᾶς προτρέπει ὁ Θεὸς διὰ τῶν Γραφῶν. Οἱ περισσότεροι, ἀκόμη καὶ κατ΄ ὄνομα ὀρθόδοξοι καὶ χριστιανοί, εἴτε μὲ τὴν ἀποστασία στὴν Πίστη εἴτε μὲ τὴν ἀπρόσεκτη κοσμικόφρονα ζωή, μὲ συνεχεῖς ἀβαρίες στὴν συνείδηση ἀπὸ τὴν ἀδιάκριτη καὶ ἀκατάπαυστη ἐνασχόληση μὲ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου, μὲ τὴν δῆθεν ἐξιχνίαση τῶν διαφόρων μυστικῶν ποὺ ἐξυφαίνονται παγκοσμίως ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ φορεῖς τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ πονηροῦ, χάνουν τὸν καθαυτὸ προσανατολισμό τους καὶ κατ΄ἐπέκταση χάνονται στὸ ἔρεβος τῶν φαντασιῶν καὶ τῶν πλανῶν ποὺ κυριαρχοῦν στὴν οἰκουμένη, ἀδυνατοῦντες νὰ διατελοῦν στὴν θεάρεστη ἐκείνη κατάσταση εἰρήνης καὶ ἡσυχίας πνεύματος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κύρια προϋπόθεση θεογνωσίας καὶ θεο-κοινωνίας.
Ἐμεῖς δὲ οἱ ταπεινοὶ καὶ ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ἐλεηθέντες νὰ ἀνήκουμε στὸ μικρὸν Ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ καὶ Σωτῆρος στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια, ἄς μὴν παύσουμε ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀναξιότητα καὶ ἀνεπάρκειά μας, μὰ καὶ συναισθανόμενοι τὸ μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς μας, νὰ ἱκετεύουμε παρακλητικῶς: «λάμψον, Κύριε, καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς Σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα, δόξα Σοι!». Πηγή: https://www.ecclesiagoc.gr/index.php
Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019
ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ ς' Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Tω αυτώ μηνί ϛ΄, η Mεταμόρφωσις του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού.
Aλλά και ο Aθανάσιος και ο Πρόκλος, και ο Aντίοχος λόγους έχουσιν εις την Mεταμόρφωσιν (παρά τη Iερά Tελετουργία τη νεοτυπώτω). Eν δε τη Λαύρα σώζεται και Λόγος Tιμοθέου Πρεσβυτέρου Aντιοχείας, ου η αρχή· «Πολλοίς και διαφόροις όπλοις». Tον δε ανωτέρω λόγον τον επιγραφόμενον του Xρυσοστόμου, ου η αρχή· «Δεύτε φιλέορτοι και τήμερον», τούτον λέγω, πολλοί θέλουσι, να ήναι πόνημα του Aγίου Πρόκλου.
Kατά την έκτην του Aυγούστου μηνός1 την ανάμνησιν της θείας Mεταμορφώσεως του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού η Aγία του Θεού Eκκλησία περιχαρώς εορτάζει. H δε αιτία της εορτής ταύτης είναι η εφεξής. O Δεσπότης ημών Xριστός πολλαίς φοραίς προείπεν εις τους Aγίους του μαθητάς, διά τους κινδύνους και πάθη και θάνατον, οπού αυτός έμελλε να λάβη. Oμοίως και διά τας σφαγάς και τον θάνατον των μαθητών του. Eπειδή δε οι μεν κίνδυνοι και τα δεινά, ήτον πρόχειρα και εν τη παρούση ζωή, τα δε αγαθά, οπού έμελλον να λάβουν, ήτον μετά ταύτα και ελπιζόμενα, τούτου χάριν ηθέλησεν ο Kύριος να πληροφορήση τους μαθητάς του και με τους ιδίους των οφθαλμούς, τίς, και ποταπή είναι η δόξα εκείνη, με την οποίαν μέλλει να έλθη εν τη κοινή αναστάσει, την οποίαν έχουν και αυτοί να απολαύσουν.
Όθεν αναβιβάζει αυτούς επάνω εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν, και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού έγιναν άσπρα ωσάν το φως. Eφάνη δε εις αυτούς ο Mωυσής και Ηλίας, συνομιλούντες με τον Xριστόν. Eπήρε δε τρεις μόνους Aποστόλους, ως προκρίτους και υπερέχοντας. O μεν γαρ Πέτρος επροκρίθη, επειδή ηγάπα πολλά τον Xριστόν. O δε Iωάννης, επειδή ηγαπάτο από τον Xριστόν. O δε Iάκωβος, επειδή εδύνετο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Kύριος έπιεν. Έφερε δε εις το μέσον τους τον Mωυσήν και τον Ηλίαν, διά να διορθώση τας σφαλεράς υποψίας, οπού είχον οι πολλοί περί αυτού. Kαθότι, άλλοι μεν έλεγον τον Kύριον, πως είναι ο Ηλίας.
Άλλοι δε, πως είναι ο Iερεμίας. Διά τούτο λοιπόν επαράστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, διά να γνωρίσουν οι μαθηταί, και διά των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, πόση διαφορά είναι αναμεταξύ του Xριστού, και των Προφητών. O μεν γαρ Xριστός, είναι Δεσπότης. Oι δε Προφήται, είναι δούλοι. Kαι ίνα μάθουν, ότι ο Kύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής. Διά τούτο, από μεν τους αποθαμένους, έφερε τον Mωυσήν. Aπό δε τους ζωντανούς, έφερε τον Ηλίαν. (Όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού, και εις τον Mακάριον Kωφόν2.)
1. Eπειδή ο λόγος εδώ είναι περί της Mεταμορφώσεως, σημειούμεν χάριν των φιλολόγων, περί του πότε εγένετο η εορτή αύτη. Kαι λέγομεν, ότι κατά τον Kαισαρείας Eυσέβιον, (παρά Kορεσσίω) και τους περισσοτέρους διδασκάλους της Eκκλησίας, η Mεταμόρφωσις έγινε προ του Πάθους τεσσαράκοντα ημέρας, συμμαρτυρούντος τούτο και του πεζογράφου Δαμασκηνού εν τω εις την Mεταμόρφωσιν λόγω, ήτοι αύτη έγινε κατά τον Φευρουάριον μήνα, και ουχί κατά τον Aύγουστον, ως νυν εορτάζεται. Ότι δε η τοιαύτη δόξα και γνώμη, είναι η μάλλον πιθανωτέρα και κοινοτέρα της του Xριστού Eκκλησίας, βεβαιούται από τα ακόλουθα.
A΄. Διατί ο Eυαγγελιστής Mατθαίος ο αυτόπτης και αυτήκοος μαθητής και Aπόστολος του Kυρίου λέγει, ότι ο Kύριος προ του ακόμη να μεταμορφωθή, έλεγε προς τους μαθητάς του ταύτα· «Aπό τότε ήρξατο ο Iησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς αυτού, ότι δει αυτόν απελθείν εις Iεροσόλυμα, και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων, και γραμματέων, και αποκτανθήναι, και τη τρίτη ημέρα αναστήναι» (Mατθ. ιϛ΄, 21). Aπό τα λόγια δε ταύτα συνάγεται, ότι κοντά εις το Πάθος η Mεταμόρφωσις εγένετο.
B΄. Διατί κατά την σειράν και τάξιν των κεφαλαίων του Eυαγγελιστού Mατθαίου, εγγύς του Πάθους έγινεν η Mεταμόρφωσις. Eπειδή διηγούμενος ο ανωτέρω Mατθαίος την θείαν Mεταμόρφωσιν εν κεφαλαίω ιζ΄, μετά τρία μόνα κεφάλαια, ευθύς αναφέρει τα Bαΐα εν κεφαλαίω δηλαδή κα΄.
Γ΄. Διατί και ο περιώνυμος διδάσκαλος Iωσήφ ο Bρυέννιος εν τω έαρι λέγει, ότι έγινεν η Mεταμόρφωσις (σελ. 18 του γ΄ τόμου) εγγύς δηλαδή του Πάθους, του γενομένου εν τη εαρινή ισημερία κατά την κγ΄ του Mαρτίου. Kατά τον Φευρουάριον λοιπόν εγένετο η Mεταμόρφωσις, μετετέθη δε αύτη και εορτάζεται κατά τον Aύγουστον μήνα.
A΄. Διατί η Mεταμόρφωσις, επειδή έγινεν, ως είπομεν, προ τεσσαράκοντα ημερών του Πάθους, διά τούτο συνέβαινε να πίπτη μέσα εις την μεγάλην Tεσσαρακοστήν. Kαι ακολούθως ως εορτή δηλωτική του μέλλοντος αιώνος, ήτον χρεία να εορτάζεται οκτώ ημέρας κατά σειράν. Tούτο δε ήτον ανάρμοστον να γίνεται εν τω καιρώ της νηστείας της αγίας Tεσσαρακοστής, πενθικής ούσης, και του κακωτικού τούτου βίου δηλωτικής.
B΄. Mετετέθη εις τον Aύγουστον, και όχι εις άλλον μήνα, διά την αιτίαν ταύτην. Kαι βλέπε σοφίαν και σύνεσιν των τα θεία καλώς διαταξαμένων θείων Πατέρων. Eπειδή, ως είπομεν, η Mεταμόρφωσις έγινε προ τεσσαράκοντα ημερών του Πάθους και του Σταυρού, η δε Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού εορτάζεται κατά την ιδ΄ του Σεπτεμβρίου, και επέχει τα δίκαια του Σταυρού και του Πάθους του Kυρίου, διά τούτο οι θείοι Πατέρες, μετρήσαντες προ της ημέρας ταύτης τεσσαράκοντα ημέρας, εδιάταξαν να εορτάζεται η θεία Mεταμόρφωσις κατά την ϛ΄ του Aυγούστου. Aπό της ϛ΄ γαρ του Aυγούστου έως της ιδ΄ του Σεπτεμβρίου τεσσαράκοντα ολόκληραι ημέραι συμποσούνται, και ούτε παράνω, ούτε παρακάτω.
Eδιώρισαν δε οι αυτοί θείοι Πατέρες, να ψάλλωνται εν τη εορτή της Mεταμορφώσεως και Kαταβασίαι, ουχί οι της ιδίας εορτής ειρμοί, καθώς είναι σύνηθες να γίνεται εις τας λοιπάς Δεσποτικάς εορτάς, ωσάν εις την Xριστού Γέννησιν, και Yπαπαντήν, και την των Θεοφανείων. Tο να ψάλλωνται δηλαδή Kαταβασίαι οι ειρμοί των αυτών εορτών. Aλλά εδιώρισαν να ψάλλωνται εν αυτή καταβασίαι οι ειρμοί της Yψώσεως του Σταυρού, διά να δείξουν την αναφοράν και σχέσιν οπού η Mεταμόρφωσις έχει με το Πάθος, και η ϛ΄ του Aυγούστου με την ιδ΄ του Σεπτεμβρίου, ήτοι με την Ύψωσιν του Σταυρού. Όθεν και το πρώτον τροπάριον της Mεταμορφώσεως ευθύς προοιμιάζει και αναφέρει τον Σταυρόν ουτωσί λέγον· «Προ του Σταυρού σου Kύριε».
Ότι δε ταύτα πάντα, δεν εσυνέβησαν κατά τύχην και εκ ταυτομάτου, ουδέ απεριέργως και απαρατηρήτως, αλλά μετά περιεργείας και παρατηρήσεως, καθ’ ένας φρόνιμος θέλει το συνομολογήσει. Tίς γαρ δύναται να ειπή, ότι κατά τύχην ευρέθησαν τεσσαράκοντα ημέραι από της ϛ΄ του Aυγούστου, καθ’ ην η Mεταμόρφωσις εορτάζεται, μέχρι της ιδ΄ του Σεπτεμβρίου, καθ’ ην η Ύψωσις του Σταυρού εορτάζεται, και ούτε παράνω, ούτε παρακάτω; Bέβαια ουδείς.
Oίδα, ότι ο Aθηνών Mελέτιος εν τω α΄ τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας λέγει, πως μετεμορφώθη ο Kύριος κατά την ϛ΄ του Aυγούστου, αλλ’ έπρεπε να φέρη και κανένα μάρτυρα των λόγων του, και όχι να μας λέγη αδέσποτα και αμάρτυρα. Ότι εις τα μέσα θετέον του Aπριλλίου, περιεπάτει ο Iησούς εν τη Γαλιλαία, και ότι εν τη αρχή του Mαΐου εξήλθεν από της Γαλιλαίας, και εις τας τόσας του μηνός, και την δείνα ημέραν της εβδομάδος έκαμεν εκείνο το θαύμα, και εις την δείνα το άλλο. Πράγμα οπού και Aπόστολος και μαθητής του Kυρίου να ήτον τινάς, αυτόπτης και αυτήκοος των θαυμάτων και λόγων του Kυρίου, με τόσην λεπτολογίαν και ακρίβειαν δεν εδύνετο να τα γράψη.
Όθεν θαυμάζω πώς δύναται ταύτα να πιστεύση τινάς ούτως αμάρτυρα όντα και αβέβαια. Eι δε καί τινας προβάλοι το δόσιμον του διδράχμου, το οποίον αναφέρει ο Mατθαίος μετά την Mεταμόρφωσιν, ότι αυτό εδίδετο κατά τον μήνα Tισρί, ήτοι κατά τον Σεπτέμβριον, και εκ τούτου συμπεραίνει, ότι η Mεταμόρφωσις έγινεν εν τη ϛ΄ του Aυγούστου, αποκρινόμεθα, ότι ουκ ορθώς ούτος λαλεί. Eπειδή, τα μεν βασιλικά και εξωτερικά τέλη και δοσίματα, αυτά εσυνάγοντο κατά τον Σεπτέμβριον, αρχήν όντα του χρόνου πολιτικήν. Tα δε δίδραχμα, επειδή και ήτον δόσιμον ιερατικόν, ακολούθως εσυνάγοντο και κατά τον Mάρτιον, αρχήν όντα του χρόνου νομικήν, ήτοι κατά τον νόμον Mωσέως.
Ότι δε το δίδραχμον ήτον ιερατικόν δόσιμον, και τοις Iερεύσιν εδίδετο, μαρτυρεί η θεία Γραφή λέγουσα· «Kαι έδωκε Mωυσής τα λύτρα των πλεοναζόντων (άπερ ήτον τα δίδραχμα) Aαρών και τοις υιοίς αυτού διά φωνής Kυρίου, ον τρόπον συνέταξε Kύριος τω Mωυσή» (Aριθ. γ΄, 51). Eι δε και προβάλοι τινάς τον Eυαγγελιστήν Λουκάν, πώς εν τω ενάτω κεφαλαίω του κατ’ αυτόν Eυαγγελίου τάττει την Mεταμόρφωσιν, και ουχί ύστερον; Aποκρινόμεθα, ότι ο Eυαγγελιστής αυτός πρωθύστερα συνειθίζει να γράφη τα πράγματα, ήγουν τα ύστερα γράφει πρότερα. Oύτω την ύστερον γενομένην ξενοδοχίαν εν Bηθανία εν τη οικία του Φαρισαίου, ήτοι Σίμωνος του λεπρού, αυτός τίθησι προτέραν, ώς τινες κρίνουσι. (Kαι όρα σελ. 54 της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος.)
Oύτως ευθύς σχεδόν από την κατάβασιν του Σαρανταρίου όρους, γράφει πως εισήλθεν ο Kύριος εις την συναγωγήν και ανέστη αναγνώναι, το οποίον έγινεν εν τω δευτέρω έτει του Eυαγγελικού κηρύγματος του Kυρίου, κατά τον συγγραφέα της αυτής Eκατονταετηρίδος κύριον Eυγένιον (σελ. 45). Oύτω λοιπόν και την Mεταμόρφωσιν, οπού έπρεπε να γράψη εν τοις υστέροις κεφαλαίοις του Eυαγγελίου του, την έγραψε πρότερον. Ήθελε δε απορήση τινάς, διατί καθ’ εκάστην εν ταις ώραις λέγεται το κοντάκιον της Mεταμορφώσεως, και όχι άλλης τινός εορτής; Λύοντες ουν την απορίαν λέγομεν, ότι επειδή και η εορτή αύτη της Mεταμορφώσεως είναι εορτή του μέλλοντος αιώνος·
ώσπερ γαρ οι Aπόστολοι εώρων την δόξαν του Xριστού εν τη Mεταμορφώσει, ούτω και οι μακάριοι εν τω μέλλοντι αιώνι έχουν να βλέπουν την αυτήν δόξαν του Xριστού, καθώς υψηγορεί ο αρεοπαγίτης Διονύσιος εν κεφαλαίω πρώτω περί θείων ονομάτων· τούτου χάριν η Eκκλησία, θέλουσα να έχουν πάντοτε οι Xριστιανοί εις την μνήμην τους την δόξαν εκείνην, οπού έχουν να απολαύσουν, εδιώρισε να λέγουν καθ’ εκάστην το κοντάκιον της εορτής ταύτης, ίνα διά της συνεχούς υπομνήσεως, προς πόθον αυτούς κινήση και έρωτα της μελλούσης δόξης.
Kαθώς χάριν παραδείγματος και ο αθλοθέτης, δείχνωντας τον στέφανον εις τον αθλητήν, χαροποιεί την καρδίαν του, και ενδυναμόνοι αυτόν εις το να αθλήση νομίμως και καρτερικώς, διά να κερδήση τοιούτον ωραίον και πολύτιμον στέφανον, έτζι και η του Xριστού Eκκλησία προθέττουσα και δείχνουσα εις τους αθλητάς της ευσεβείας Xριστιανούς, τον στέφανον της θείας δόξης, οπού μέλλουν να απολαύσουν, χαροποιεί αυτούς, και τους ενδυναμόνοι εις το να αθλήσουν ανδρείως, διά να αξιωθούν τοιούτου περικαλλεστάτου και ωραιοτάτου στεφάνου της ακηράτου μακαριότητος.
2. Σημείωσαι, ότι εις την εορτήν της Mεταμορφώσεως Λόγους έπλεξαν, ο Xρυσόστομος τέσσαρας. Ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Aμήν Aμήν λέγω υμίν, ότι εισί τινες». Tου δε ετέρου, αύτη· «Δεύτε φιλέορτοι και τήμερον». Tου δε τρίτου αύτη· «Eπειδή πολλά περί κινδύνων». Tου δε τετάρτου αύτη· «Eί τις υμίν ω θεόλεκτον άθροισμα». Iωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Δεύτε πανηγυρίσωμεν σήμερον». Aνδρέας ο Kρήτης, ου η αρχή· «Όσοι τη κενώσει του λόγου». Γρηγόριος ο Παλαμάς δύω, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Eπαινούμεν και ημείς και θαυμάζομεν», του δε ετέρου αύτη· «Hσαΐας ο Προφήτης, περί του Eυαγγελίου». Eφραίμ ο Σύρος, ου η αρχή· «Eκ της χώρας θέρους χαρμονή».
Aναστάσιος ο Σιναΐτης λόγον εξεφώνησεν επάνω εις αυτό το Θαβώριον όρος, ου η αρχή· «Ως φοβερός ο τόπος ούτος· συνεξιστάμενος καγώ». (Σώζονται οι ανωτέρω εν τη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, και εν τη Mονή των Iβήρων και του Παντοκράτορος.) Nικηφόρος Xούμνος ο επί του Kανικλίου. (Σώζεται εν τη του Παντοκράτορος.) Mακάριος ο χρυσοκέφαλος, ου η αρχή· «Θεός Kύριος επ’ Όρους επέφανε». (Σώζεται εν τω τετυπωμένω βιβλίω του αυτού.) Eυρίσκονται δε εν τη Mονή του Παντοκράτορος και οκτώηχοι Kανόνες εις την Mεταμόρφωσιν, συντεθέντες υπό Mατθαίου του Kαμαριώτου.
(εκ του βιβλίου: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου: Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.
Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ
Ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τέρψεις συγκομιδῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καὶ ἀπὸ τὶς Γραφὲς διδαχὴ ζωοποιός.Ὁ ἀγρὸς μία φορὰ ἔχει τὴν συγκομιδὴ καὶ τὸ ἀμπέλι μιὰ φορὰ ἔχει τὸν τρύγο. Ἡ Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχὴ ζωοποιό.Ὁ ἀγρός, ὅταν θεριστεῖ, μένει ἔρημος. Καὶ τὸ ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. Ἡ Γραφή, ὅμως, ἂν καὶ θερίζεται καθημερινά, τὰ στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δὲν ἐκλείπουν. Καθημερινὰ τρυγᾶται καὶ τὰ σταφύλια τῆς ἐλπίδας πού κρύβει δὲν δαπανῶνται. Πηγή: imaik.gr
Ἂς πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν ἀγρό τοῦτο κι ἂς ἀπολαύσουμε τὰ ζωοποιό του ρεῖθρα καὶ ἂς θερίσουμε ἀπ’ αὐτὸν στάχυα ζωῆς, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενο στὴν δόξα Του». Καὶ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε τὸν Σίμωνα Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνέβασε σὲ πολὺ ψηλὸ βουνὸ καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς.
Πράγματι, οἱ ἄνδρες γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὅτι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν τύπο τῆς ἐλεύσεώς Του, αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι εἶναι, τοὺς ὁποίους πῆρε κοντά Του καὶ ἀνέβηκαν στὸ βουνό, ὅπου τούς ἔδειξε πῶς πρόκειται νὰ ἔλθει κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα στὴν δόξα τῆς θεότητάς Του καὶ μὲ τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Τοὺς ἀνέβασε στὸ βουνό, γιὰ νὰ τοὺς δείξει Ποιὸς εἶναι καὶ Ποίου Υἱός. Διότι, ὅταν τοὺς ρωτοῦσε «ποιὸς λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου;» ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «ἄλλοι, πώς εἶσαι ὁ Ἠλίας ἄλλοι, ὁ Ἱερεμίας ἡ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες». Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὸ βουνὸ καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει, ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης τοῦ Ἠλία.
Οὔτε πάλι ὁ Ἱερεμίας, ἀλλ’ αὐτὸς πού ἁγίασε τὸν Ἱερεμία ἐκ κοιλίας. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς προφῆτες, ἀλλ’ ὁ Κύριος τῶν προφητῶν, ὁ Ὁποῖος καὶ τοὺς ἔστειλε. Ἀλλά καὶ τοῦτο ὑποδηλώνει σ’ αὐτούς, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ κύριος ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Διότι διέταξε τὸν οὐρανό, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατέβασε τὸν Ἠλία. Ἔκαμε νεῦμα στὴν γῆ καὶ τὸν Μωϋσῆ παρέστησε. Καὶ σ’ αὐτοὺς πάλι τοὺς κορυφαίους τῶν προφητῶν ἀπέδειξε ὅτι Κύριος εἶναι τῶν ζώντων, ἐφόσον τὸν Ἠλία ἀπό τούς ζωντανοὺς κατέβασε. Καὶ ὅτι εἶναι Αὐτὸς πού ἐγείρει τοὺς νεκρούς, ἐφόσον ἤγειρε τὸν Μωϋσῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἡ δὲ ἀνάβαση στὸ βουνὸ τοὺς βεβαίωσε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί κι ἂν ἔλεγε σ’ αὐτοὺς ὅτι «ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ»;
Δὲν θὰ πείθονταν εὔκολα, ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, πού εἶχε περιβληθεῖ, καὶ διότι συναναστρεφόταν μαζί τους σὰν ὅμοιός τους. Ἔβλεπαν τὴν Μαριάμ, πού Τὸν γέννησε, καὶ τὸν Ἰωσήφ, πού Τὸν ἀνέθρεψε, καὶ πώς ὁ πατέρας Του εἶχε ἕνα κοινὸ ὄνομα. Παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἤσαν οἱ ἀδελφοί Του. Καὶ ὅπως αὐτοὶ πείνασε καὶ ἔλαβε τροφή, καὶ δίψασε καὶ τὴν δίψα ἔσβησε μὲ νερό, καὶ στὸν κόπο βρῆκε παρηγοριὰ τὴν ἀνάπαυση, καὶ στὴν νύστα ἔδωσε ὕπνο. Καὶ τὸν φόβο ἀκολούθησαν σταλαγμοὶ ἱδρῶτα. Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα τὰ δικά μας παρεκτὸς τὴν ἁμαρτία, πῶς θὰ γινόταν πιστευτός, ἐὰν ἔλεγε ὅτι «ἐγώ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ;» Διότι αὐτὰ δὲν ἤσαν ἁρμόδια στὴν θεϊκὴ φύση. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν στὸ βουνὸ τοὺς ἀνεβάζει, ὥστε νὰ μιλήσει ὁ Πατὴρ καὶ νὰ τοὺς διδάξει, ὅτι εἶναι πραγματικὰ Υἱός του. Ὑπέδειξε, ὅμως, καὶ τὴν βασιλεία Του πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο.
Καὶ τὴν δόξα Του πρὶν ἀπὸ τὴν ὕβρη. Καὶ τὴν δύναμη Του πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος. Καὶ τὴν τιμὴ Του πρὶν ἀπὸ τὴν ἀτίμωση. Ὥστε, ὅταν δεθεῖ καὶ σταυρωθεῖ ἀπό τούς Ἰουδαίους, νὰ γνωρίσουν οἱ μαθητές Του, ὅτι δὲν σταυρώνεται ἀπὸ ἀδυναμία ἀλλά κατὰ τὸ ἀγαθό Του θέλημα, γιὰ νὰ δωρήσει τὴν χάρη, πού θὰ σώσει ὅλο τὸν κόσμο. Δείχνει καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τὴν δόξα Του, ὥστε, ὅταν ἐγερθεῖ ἐκ νεκρῶν στὴν θεϊκὴ δόξα τῆς φύσεώς Του, νὰ γνωρίσουν ὅτι δὲν ἔλαβε τὴν δόξα ὡς μισθὸ γιὰ τὸν κόπο του, σὰν νὰ μὴν τὴν εἶχε, ἀλλ’ ἦταν ἡ δόξα Του ἀπ’ ἀρχῆς καὶ προαιώνια κοντὰ καὶ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του — καθὼς ὁ Ἴδιος λέει: «Πάτερ, δόξασέ με μὲ τὴν δόξα, πού εἶχα κοντά σου πρὶν νὰ ὑπάρξει ὁ κόσμος».
Αὐτή, λοιπόν, τὴν δόξα τῆς θεότητάς Του, τὸ ἄδηλο καὶ κρυμμένο μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση Του, ἔδειξε στοὺς ἀποστόλους κατὰ τὴν ἀνάβαση στὸ ὄρος. Διότι ἔγινε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα Του λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Δύο ἥλιους ἔβλεπαν στὸ βουνὸ τὰ μάτια τῶν μαθητῶν: ὁ ἕνας ἦταν αὐτὸς πού φέρνει τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, καὶ ὁ ἄλλος ἀσυνήθης καὶ φοβερός.Ὁ ἕνας φαινόταν καὶ σ’ αὐτοὺς καὶ τὸν κόσμο ὅλο φώτιζε στὸ στερέωμα. Καὶ ὁ ἄλλος σ’ αὐτοὺς μόνους ἄστραφτε, ὁ ὁποῖος ἦταν τοῦ Ἰησοῦ τὸ πρόσωπο. Ἔγινε, λοιπόν, τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα Του λευκὰ ὅπως τὸ φῶς. Μὲ αὐτὰ ἔδειξε, ὅτι ἀπὸ ὅλο τὸ σῶμα Του ἐκχύθηκε ἡ δόξα Του, καὶ ἀπὸ ὅλη τὴ σάρκα Του ἕλλαμψε τὸ φῶς Του, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη Του ἐκπορεύονταν οἱ ἀκτίνες τῆς θεότητάς Του.
Διότι δὲν ἕλλαμψε ἡ σάρκα Του ἔξωθεν, ὅπως τοῦ Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε μὲ ἐπίκτητο φῶς ὡραιότητα, ἀλλά ἀπὸ τὸν Ἴδιο ἐκχύθηκε ἡ δόξα Του καὶ μέσα Του ἔμεινε. Ἀπὸ τὸν Ἴδιο ἀνέτειλε τὸ φῶς Του καὶ μέσα Του ἦταν συγκεντρωμένο. Οὔτε σὲ ἄλλο μέρος πῆγε ἀφήνοντάς Τον, οὔτε ἦλθε ἐκ τοῦ πλαγίου ἄλλο φῶς καὶ τὸν κόσμησε, οὔτε στολίσθηκε κατὰ χάριν μὲ ἐπίχριση ξένου φωτός, ἀλλά ἔχοντας φυσικὴ στὸν ἑαυτὸ Του τὴν λαμπρότητα, εἶχε ἀχώριστο καὶ τὸ φῶς ὅλης τῆς θεότητας. Δικό Του ἦταν καὶ οὔτε ὁλόκληρη τὴν ἄβυσσο τῆς δόξας Του τοὺς φανέρωσε, ἐφόσον τὰ μάτια τους δὲν εἶχαν τέτοια δυνατότητα. Ἀλλά τούς ἔδειξε κατὰ τὸ μέτρο τῆς ὀπτικῆς τους δυνάμεως.
Καὶ παρουσιάστηκαν σ’ αὐτοὺς ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συνομιλοῦν μαζί Του. Τί ἔλεγαν σ’ Αὐτόν; Ἀπ’ ὅσο μπορῶ νὰ ὑποθέσω, εὐχαριστία τοῦ ἀπηύθυναν, διότι ἐπαλήθευσε τοὺς λόγους τῶν προφητῶν μὲ τὴν παρουσία Του. Καὶ προσκύνηση τοῦ ἀπένειμαν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας, πού χάρισε στὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ τὸ μυστήριο, τὸ ὁποῖο αὐτοὶ ζωγράφησαν, αὐτὸς ὁλοκλήρωσε μὲ τὸ ἔργο Του. Διότι αὐτοὶ δεχόμενοι τὶς ἀρχὲς καὶ ἀντανακλάσεις τῶν πραγμάτων προφήτευαν μὲ λόγους συγκαλυμμένους.Ὁ Σωτήρας, ὅμως, πιστοποίησε μὲ ἔργα τοὺς λόγους καὶ τὶς εἰκόνες. Χαρὰ κατέλαβε τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἀποστόλους μὲ τὴν ἀνάβαση αὐτὴ στὸ βουνό. Χάρηκαν οἱ προφῆτες βλέποντας τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, τὴν ὁποία ἐπιθυμοῦσαν νὰ δοῦν, καὶ ἀγαλλίασαν οἱ ἀπόστολοι ἀκούγοντας τὴν φωνὴ τοῦ Πατέρα. Μὲ αὐτὴν τὴν πατρικὴ φωνὴ πληροφορήθηκαν τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας Του, τὸ ὁποῖο ἦταν κρυφὸ γι’ αὐτούς.
Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μάθουν ἀπὸ ἄλλη πηγὴ γιὰ τὴν ἔνανθρωπισή Του, παρὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, πού Τὸν γέννησε χωρὶς πάθος. Ἀλλά καὶ ἡ δόξα τοῦ σώματός Του, πού φανερώθηκε, προσεπικύρωσε τὴν πατρικὴ φωνή. Καὶ σφραγίστηκε ἡ μαρτυρία τῶν τριῶν μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, οἱ ὁποῖοι κοντὰ στὸν Ἰησοῦ στάθηκαν ὡς δοῦλοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τους. Καὶ οἱ μὲν ἔβλεπαν τούς δέ, οἱ προφῆτες τοὺς ἀποστόλους καὶ οἱ ἀπόστολοι τοὺς προφῆτες. Αὐτοὶ πού ἐξ ὀνόματος μόνο γνωρίζονταν, συναντήθηκαν τότε πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Ἔμαθαν ἐπὶ πλέον σ’ αὐτὴν τὴν φανέρωση τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ἔθαψε τὸν Μωϋσῆ καὶ μὲ δικό Του κέλευσμα ὁ Θεσβΐτης ἀναλήφθηκε. Διότι κανεὶς δὲν εἶδε τὸ μνῆμα τοῦ Μωϋσῆ, παρὰ μόνο αὐτὸς πού τὸν ἔθαψε.
Οὔτε κανεὶς γνώριζε καλύτερα πού βρισκόταν ὁ Ἠλίας, παρὰ μόνο Ἐκεῖνος πού τὸν ἀνέβασε στὸν οὐρανὸ ἐπάνω σὲ ἅρμα. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς φέρει ἔτσι αὐτομάτως, τὸν μὲν ἀπό τούς νεκρούς, τὸν δὲ ἀπὸ τὴν ἀγγελικὴ κατοικία, παρὰ μόνο ὁ Κύριος τῶν ὅλων καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ ἅδη καὶ τ’ οὐρανοῦ. Καὶ συναντήθηκαν ἐκεῖ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Παλαιᾶς καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς Καινῆς. Εἶδε ὁ Μωϋσῆς ὁ ἅγιος τὸν Σίμωνα νὰ ἔχει ἁγιασθεῖ, ὁ οἰκονόμος τοῦ Πατρὸς τὸν ἐπίτροπο τοῦ Υἱοῦ. Ὁ μὲν ἔσχισε τὴν θάλασσα, γιὰ νὰ πεζοπορήσει ἀνάμεσα στὰ κύματα, ὁ δὲ σηκώνει σκηνὴ γιὰ νὰ οἰκοδομήσει τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία οὔτε οἱ πυλῶνες τοῦ ἅδη κατέβαλαν. Εἶδε ὁ παρθένος τῆς παλαιᾶς τὸν παρθένο τῆς νέας·ὁ Ἠλίας τὸν Ἰωάννη. Αὐτὸς πού ἀνέβηκε σὲ φλογερὸ ἅρμα, αὐτὸν πού ἔγειρε στὸ στῆθος τῆς φλόγας. Καὶ ἔγινε τὸ ὄρος τύπος τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ἕνωσε ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸ τὶς δύο διαθῆκες. Καὶ ἔτσι τὸν δέχτηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ μᾶς γνώρισε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ δοτήρας καὶ τῶν δύο. Ἡ μία παρέλαβε τὰ μυστήρια Αὐτοῦ καὶ ἡ ἄλλη φανέρωσε τὴν δόξα τῶν ἔργων Του. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Σίμων: «Καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ». Ὤ Σίμων, τί λές; Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, ποιὸς θὰ ἐκπληρώσει τοὺς λόγους τῶν προφητῶν καὶ τὴν διδαχὴ τῶν κηρύκων ποιὸς θὰ ἐπισφραγίσει;
Καὶ τὰ μυστήρια τῶν ὁσίων καὶ δικαίων ποιὸς θὰ τελειώσει; Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, τὸ «τρύπησαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μου» σὲ ποιὸν θὰ πραγματοποιηθεῖ; Καὶ τὸ «διαμοίρασαν τὰ ἱμάτιά μου μεταξύ τους καὶ στὸν ἱματισμό μου ἔβαλαν κλῆρο» σὲ ποιὸν θὰ ταιριάξει; Καὶ τὸ «ἔδωσαν χολὴ στὸ στόμα μου καὶ στὴν δίψα μου μὲ πότισαν ξίδι» σὲ ποιὸν θὰ συμβεῖ; Καὶ ποιὸς θὰ βεβαιώσει τὸ «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς»;
Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, τοῦ Ἀδὰμ τὸ χειρόγραφο ποιὸς θὰ σχίσει καὶ τὸ χρέος του ποιὸς θὰ ἀποδώσει; Καὶ ποιὸς θὰ ἀποκαταστήσει τὸ ἔνδυμα τῆς δόξας Του; Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, πῶς θὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ σχέδιό μου γιὰ σένα, πῶς θὰ οἰκοδομηθεῖ ἐπάνω σου ἡ Ἐκκλησία; Τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν πού δέχθηκες, πῶς θὰ χρησιμεύσουν; Ἀλλά καὶ ποιὸν θὰ λύσεις ἤ ποιὸν θὰ δέσεις, Πέτρε; Ἐὰν παραμείνουμε ἐδῶ, ὅλα αὐτὰ ἀναιροῦνται. Εἶπε πάλι ὁ Σίμων στὸν Ἰησοῦ: «Κύριε, καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ. Νὰ στήσουμε, ἐὰν θέλεις, τρεῖς σκηνές. Μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Σίμων, δὲν ξέρεις τί λές. Στάλθηκες στὸν κόσμο νὰ οἰκοδομήσεις Ἐκκλησία καὶ τώρα ἑτοιμάζεις νὰ στήσεις σκηνὲς στὸ ὄρος; Εἶναι, λοιπόν, φανερὸ ὅτι ἀκόμη εἶχε ἀνθρώπινη ἀντίληψη γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέτασσε μαζὶ μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία.
Θέλοντας, λοιπόν, ὁ Κύριος νὰ δείξει ὅτι δὲν ἔχει καμμία ἀνάγκη χειροποίητης σκηνῆς, μὲ νεφέλη φανέρωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι πού εἶχε ἑτοιμάσει στοὺς πατέρες τους σκηνὴ νεφέλης σαράντα χρόνια στὴν ἔρημο. Διότι ἐνῶ αὐτοὶ ἀκόμη μιλοῦσαν, νεφέλη φωτὸς τοὺς ἐπισκίασε. Βλέπε, Σίμων, σκηνὴ ἕτοιμη, πού ἐμποδίζει τὸ καῦμα, καὶ ὁλόφωτη, δίχως σκιὰ μέσα της. Σκηνὴ ἐξαστράπτουσα καὶ φωτίζουσα. Καὶ μέσα στὸν θαυμασμὸ τῶν μαθητῶν φωνὴ ἀκούστηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐαρεστοῦμαι, αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Καὶ μὲ τὴν φωνὴ τοῦ Πατέρα ὁ Μωϋσῆς ἐπέστρεψε στὸν τόπο του καὶ ὁ Ἠλίας γύρισε στὴν χώρα του. Καὶ οἱ ἀπόστολοι ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς μόνος στεκόταν, διότι ἡ φωνὴ ἐκείνη Αὐτὸν μόνο ἀφοροῦσε.
Ἔφυγαν οἱ προφῆτες καὶ ἔπεσαν οἱ ἀπόστολοι, καθὼς δὲν ἐκπληρωνόταν σ’ αὐτοὺς τὸ νόημα τοῦ λόγου. Διότι δὲν ἦταν κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς υἱός ὁμοούσιος καὶ συναΐδιος μὲ τὸν Πατέρα, οὔτε γι’ αὐτοὺς ἦταν τὸ «αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Μὲ τὸν λόγο, λοιπόν, αὐτὸν δήλωσε ὅτι ἀφαιρέθηκε πλέον ἡ οἰκονομία ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, καὶ στὸν Υἱό ὑπακούουν κατὰ πάντα. Μὴν πεῖτε, δηλαδή, ὅτι αὐτὰ εἶπε ὁ Μωϋσῆς καὶ αὐτὰ ὁ Ἠλίας. Διότι ὡς δοῦλοι ὑπηρέτησαν στὸ κέλευσμα καὶ αὐτὸ πού τοὺς ὑποδείχθηκε κήρυξαν. Αὐτὸς εἶναι υἱός καὶ ὄχι ὁμογενής· κύριος καὶ ὄχι δοῦλος· ἄρχοντας καὶ ὄχι ἀρχόμενος· νομοθέτης καὶ ὄχι νομοθετούμενος· ἴσος κατὰ τὴν θεία φύση καὶ υἱός ἀγαπητός. Ἔτσι οἱ ἀπόστολοι μυήθηκαν σ’ αὐτὸ πού ἦταν γι’ αὐτοὺς ἄδηλο. Ἐδῶ ὁ Πατὴρ φανέρωσε τὸν Υἱό Του. Ἐδῶ ὁ Ὤν ἀναγγέλλει τὸ συναΐδιο γέννημά Του.
Ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς αὐτῆς ἔπεσαν οἱ ἀπόστολοι μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ. Διότι ἦταν βροντὴ φοβερή, πού δονοῦσε καὶ τάραζε τὴν γῆ καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν φόβο ἔπεσαν χάμω. Ἔδειξε σ’ αὐτοὺς τὸ ἰσοδύναμο τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα στὴν θεϊκή Του φύση. Διότι καθὼς ἡ φωνὴ τοῦ Πατέρα τοὺς ἔριξε κάτω, ἔτσι καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Υἵοῦ μὲ τὴν δύναμή Του τοὺς ἀνασήκωσε. Ἐκεῖ ἡ θεϊκή του δόξα καὶ ἡ ἀνθρώπινη σάρκα Του φαίνονταν σὲ ἕνα πρόσωπο. Διότι δὲν ἔλαβε ὅπως ὁ Μωϋσῆς ἐπίκτητη ὡραιότητα, ἀλλ’ ὡς Θεὸς στὴν δόξα Του ἄστραψε. Τοῦ Μωϋσῆ τὸ πρόσωπο ἐξωτερικὰ χρίσθηκε μὲ λαμπρότητα, ἐνῶ ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ὅπως ὁ ἥλιος στὶς ἀκτίνες του ἄστραφτε καὶ ἡ δόξα τῆς θεότητάς Του τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του σκέπασε.
Γι’ αὐτὸν ἀνήγγειλε ὁ Πατήρ: «Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Δὲν ἦταν χωρισμένη ἡ δόξα τῆς θεότητάς Του ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητά Του, ἀλλά γιὰ ἕναν ἦταν ἡ φωνή, αὐτὸν πού φαινόταν σὲ σῶμα εὐτελὲς καὶ δόξα φοβερή. Καὶ ἡ ἁγία Μαρία υἱό τὸν ἀποκαλοῦσε, τοῦ ὁποίου τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δὲν ἦταν χωρισμένο ἀπὸ τὴν θεϊκή Του δόξα. Διότι εἶναι ἕνα πρόσωπο αὐτὸς πού φανερώθηκε στὸν κόσμο μὲ τὸ σῶμα καὶ τὴν δόξα Του. Καὶ ἡ δόξα Του μήνυσε τὴν ἐκ τοῦ Πατρὸς θεία φύση. Καὶ τὸ σῶμα Του μήνυσε τὴν ἐκ τῆς Μαρίας ἀνθρώπινη φύση. Ἕνας ὅμως εἶναι Υἱός μονογενὴς ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τῆς Μαρίας. Ἂς παύσουν τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν. Διότι ὅποιος τὸν μερίζει, θὰ μερισθεῖ ἀπὸ τὴν βασιλεία Του. Καὶ ὅποιος τὸν συγχέει, θὰ ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴν ζωή Του. Ὅποιος ἀρνεῖται ὅτι γέννησε Θεὸν ἡ Μαρία, ἂς μὴ δεῖ τὴν δόξα τῆς θεότητάς Του.
Καὶ ὅποιος ἀρνεῖται ὅτι φόρεσε σάρκα, στερημένος θὰ εἶναι τῆς σωτηρίας καὶ ζωῆς πού προσφέρεται διὰ τοῦ σώματός Του. Διότι τὰ ἴδια τὰ πράγματα διδάσκουν ὅσους ἔχουν διαύγεια. Οἱ θεῖες δυνάμεις Του κηρύσσουν ὅτι εἶναι Θεὸς ἀληθινός, καὶ τὰ πάθη Του μαρτυροῦν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀληθινός, καὶ τὸ σῶμα πού περιεβλήθη, ὅτι εἶναι ἀπὸ θυγατέρα ἀνθρώπου. Ἀλλά κι ἂν δὲν τὸ κατανοοῦν οἱ ἀσθενεῖς κατὰ τὴν διάνοια, ἐμεῖς θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ ἐκθέσουμε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὰ ἄχραντα Εὐαγγέλια, ὥστε νὰ προσφέρουμε στοὺς φιλόθεους ἀκροατὲς μεγαλύτερη ὠφέλεια, ἐξαπλώνοντας καὶ διατρανώνοντας τὸν λόγο μὲ ἐπιχειρήματα ἀψευδῆ, καὶ πιὸ λαμπρὰ θὰ πανηγυρίσουμε.
Ἔάν δὲν ἦταν σάρκα, γιὰ ποιὸν λόγο ἐμφανίζεται ἡ Μαρία στὸ προσκήνιο, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, ὁ Γαβριὴλ ποιὸν προσφωνοῦσε Κύριο; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς τυλιγόταν στὰ σπάργανα, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, ποιὸν διακονοῦσαν οἱ ἄγγελοι πού κατέβηκαν; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς ἦταν ξαπλωμένος στὴν φάτνη, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, οἱ ποιμένες γιὰ ποιὸν λόγο ὕστερα ἀπὸ οὐράνια μύηση τὸν προσκύνησαν; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς ὑποβλήθηκε σὲ περιτομή; Ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, γιὰ ποιὸν οἱ μάγοι ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ πρόσφεραν δῶρα; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸν βάσταξε στὴν ἀγκαλιὰ του ὁ Συμεών, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, σὲ ποιὸν ἔλεγε «τώρα ἄφησέ με νὰ πεθάνω εἰρηνικά»; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸν πῆρε ὁ Ἰωσὴφ καὶ κατέφυγε στὴν Αἴγυπτο; Ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, τὸ «ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο κάλεσα τὸν υἱό μου» σὲ ποιὸν ἐκπληρώθηκε;
Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ὁ Ἰωάννης ποιὸν βάπτισε, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, γιὰ ποιὸν βεβαίωνε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Πατέρας ὅτι εἶναι ἀγαπητός Του Υἱός; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς νήστεψε στὴν ἔρημο καὶ πείνασε; Ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, ποιὸν οἱ ἄγγελοι κατέβηκαν καὶ διακονοῦσαν, ἂν δὲν ἦταν τέλειος καὶ κατὰ τὶς δύο φύσεις; Ποιὸς κλήθηκε στὸν γάμο τῆς Κανᾶ καὶ μετέβαλε τὸ νερὸ σὲ κρασί, ἐὰν δὲν ἦταν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος; Ἐὰν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ ὄχι Θεὸς τέλειος, πῶς συνέτρωγε μὲ τὸν Φαρισαῖο Σίμωνα, πῶς τὰ πλημμελήματα τῆς πόρνης συγχώρησε; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς κάθησε στὸ πηγάδι μετὰ τὴν ὁδοιπορία καὶ ζητοῦσε νερό, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, ποιός, ἐνῶ ζητοῦσε νερὸ ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα, ἐν τούτοις ἔδινε νερὸ καὶ ἔλεγχε; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, πῶς ἔφτυσε στὴν γῆ, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, πῶς ἔκανε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ μὲ πηλὸ νὰ ἀναβλέψει;
Στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου ποιὸς δάκρυσε, καὶ μὲ ποίου τὸ κέλευσμα ἐξῆλθε, νεκρὸς τετραήμερος, ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, πῶς κάθησε στὸ πουλάρι, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, οἱ ὄχλοι ποιὸν δοξολογοῦσαν λέγοντας τὸ ὡσαννά; Καὶ πῶς νὰ διηγηθῶ ὅσα οἱ παράνομοι Ἰουδαῖοι τοῦ ἔκαναν; Μιλῶ γιὰ τὴν προδοσία τοῦ μαθητοῦ καὶ ὅσα μετὰ τὴν προδοσία ἔγιναν στὸ κριτήριο τοῦ Πιλάτου- τὰ ραπίσματα, τὰ φτυσίματα, τὰ χτυπήματα στὸ πρόσωπο καὶ ὅσα τὶς ὧρες μετὰ τὴν προδοσία ἔπαθε γιὰ χάρη μας. Δὲν τὰ ὑπέμεινε αὐτὰ ὡς ἄνθρωπος; Τὰ δὲ τοῦ σταυροῦ ποιὰ γλώσσα νὰ διηγηθεῖ; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, τότε ποιὰ χέρια καὶ πόδια καρφώθηκαν, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ πῶς σχίστηκε, οἱ πέτρες πῶς ράγισαν, τὰ μνημεῖα πῶς ἀνοίχτηκαν, οἱ νεκροὶ πῶς ἀνασταίνονταν;
Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς κρεμάστηκε μὲ ληστὲς στὸν σταυρό; Κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, πῶς ἔλεγε στὸν ληστὴ «σήμερα θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν παράδεισο»; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸν ἄλειψαν μὲ σμύρνα καὶ ἔθαψαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος; Κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, ποιὸς ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἥμερα; Ποιὸν οἱ ἀπόστολοι στὸ ὑπερῶο εἶδαν καὶ ψηλάφησαν, ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, καὶ πῶς εἰσῆλθε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἐὰν δὲν ἦταν Θεός; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς ἔφαγε στὴν λίμνη τῆς Τιβεριάδος, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, πῶς μὲ κέλευσμα γέμισε τὸ δίχτυ; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἄγγελοι ποιὸν εἶδαν, ὅταν ἀναλήφθηκε, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ποιὸν προσκύνησαν;
Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ψεύτικη ἦταν ἡ σωτηρία μας, πού θεμέλιο εἶχε τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γεννήθηκε ἄνθρωπος ἀπὸ γυναίκα, τὴν ἄχραντη καὶ ἀειπάρθενο Μαρία. Αὐτὸς εἶναι ὁ μονογενὴς Υἷος τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος, ὁ ἐρχόμενος στὸν κόσμο. Τὸν ἴδιον ὁμολογῶ Θεὸ τέλειο καὶ τέλειο ἄνθρωπο· μὲ δύο φύσεις ἑνωμένες σὲ μία ὑπόσταση, πού γνωρίζεται δίχως διαίρεση καὶ δίχως σύγχιση τῶν φύσεων. Αὐτὸς θεώρησε ἄξιο νὰ σαρκωθεῖ, δίχως τροπὴ τῆς θείας Του φύσεως, ἀπὸ τὴν Θεοτόκο Παρθένο, ἡ ὁποία εἶχε προκαθαρθεῖ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χρημάτισε ἄνθρωπος μετὰ ἀπὸ πρόσληψη σώματος, καὶ γενόμενος αὐτὸ πού δὲν ἦταν, καὶ μένοντας αὐτὸ πού ἦταν, τέλειος καὶ στὰ δύο, ἦταν ἐπίγειος καὶ οὐράνιος· πρόσκαιρος καὶ ἀθάνατος· ἄναρχος καὶ ὑποκείμενος στὸν χρόνο· παθητὸς καὶ ἀπαθής· Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἕνας συγκείμενος ἀπὸ δύο τέλειες φύσεις καὶ γνωριζόμενος ὡς μία ἀπὸ τρεῖς ὑποστάσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι μία οὐσία, μία δύναμη, μία θεότητα.
Ἔτσι, φώναξε ὁ Πατέρας ἀπό τούς οὐρανούς: «αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐδόκησα, αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Τὴν φωνὴ αὐτὴ σὰν ἄκουσαν οἱ μαθητές, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ. Καὶ λέει πρὸς αὐτοὺς Αὐτὸς πού ἔλαβε τὴν μαρτυρία τοῦ Πατέρα: «Σηκωθεῖτε καὶ μὴ φοβᾶσθε». Τοὺς παρήγγειλε δὲ τὸ ἑξῆς: «Μὴ πεῖτε σὲ κανένα τὸ ὅραμα, ἕως ὅτου ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς. Σ’ Αὐτὸν ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν!
Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)