«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΛΗΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΛΗΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 21 Μαΐου 2026
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ: «ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΩΖΟΜΕΝΗ ΑΝΑΛΗΨΙΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ»
Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπινου βίου
ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς
καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες
καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει.
Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός,
μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται,
παιδαγωγεῖ τή νεότητα,
ὑποστηρίζει τά γηρατειά,
γίνεται στούς πάντες τά πάντα.
Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν,
ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν,
ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες.
Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη.
Ποιά δυνατή προσευχή γίνεται, πού δέν ἔχει σχέση μ᾿ αὐτή ὁ Δαβίδ;
Ποιά εὐφροσύνη γιορτῆς δοκιμάζομε χωρίς νά τή χαροποιεῖ ὁ Δαβίδ;
Αὐτό μποροῦμε νά τό διαπιστώσομε καί τώρα·
ὅτι δηλαδή, ἐνῶ καί γι᾿ ἄλλους λόγους εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή,
ὁ προφήτης μέ τή συνεισφορά του τήν ἔκανε μεγαλύτερη,
συνεισφέροντας πρόσφορα σ᾿ αὐτήν τήν εὐφροσύνη ἀπό τούς ψαλμούς.
Στόν ἕνα ψαλμό σέ προτρέπει νά γίνεις πρόβατο πού τό ποιμαίνει ὁ Θεός καί δέ στερεῖται ἀπό κανένα ἀγαθό· καί χόρτο νά βοσκήσει καί νερό νά πιεῖ καί τροφή καί μάντρα καί δρόμος καί ὁδηγία καί τά πάντα γίνεται ὁ καλός ποιμένας (Ἰω. 10, 2-4· 11), ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τή χάρη του σέ κάθε ἀνάγκη. Μέ ὅλα αὐτά διδάσκει τήν Ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά γίνεις πρῶτα πρόβατο τοῦ καλοῦ ποιμένα ὁδηγούμενο μέ τήν ὀρθή κατήχηση στίς θεῖες βοσκές καί πηγές τῶν διδαγμάτων γιά νά συνταφεῖς μαζί του μέ τό βάπτισμα στό θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) καί νά μή φοβηθεῖς αὐτόν τό θάνατο· γιατί αὐτός δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά σκιά καί ἀποτύπωμα θανάτου.
Γιατί λέει· «ἄν βαδίσω μέσα ἀπό τή σκία τοῦ θανάτου δέ θά τό φοβηθῶ αὐτό ὡς κάτι κακό, γιατί ἐσύ εἶσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Ἔπειτα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρηγόρησε μέ τή βακτηρία τοῦ Πνεύματος (γιατί ὁ Παράκλητος εἶναι τό Πνεῦμα), παραθέτει τό μυστικό τραπέζι πού ἑτοιμάστηκε κατ᾿ ἀντίθεση μέ τό τραπέζι τῶν δαιμόνων. Γιατί ἐκεῖνοι ἦταν πού καταβασάνισαν μέ τήν εἰδωλολατρία τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἀντίθετή τους εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ Πνεύματος. Ἔπειτα ἀρωματίζει τήν κεφαλή μέ τό ἔλαιο τοῦ Πνεύματος καί προσφέροντάς του κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεῖ στήν ψυχή τή νηφάλια ἐκείνη μέθη, προσηλώνοντας τούς λογισμούς ἀπό τά πρόσκαιρα στό ἀΐδιο.
Γιατί, ὅποιος δοκίμασε τή μέθη αὐτή, ἀνταλλάσσει τή βραχύτητα τοῦ θανάτου μέ τήν αἰωνιότητα, παρατείνοντας τή διαμονή του σέ μάκρος ἡμερῶν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ μᾶς χάρισε αὐτά μέ τόν ἕνα ψαλμό, διεγείρει τήν ψυχή μέ τόν ἑπόμενο σέ μεγαλύτερη καί τελειότερη χαρά καί, ἄν νομίζεις, ἄς σοῦ παραθέσομε, περιορίζοντας σέ λίγα, καί τούτου τό νόημα. «Κτῆμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καί ὅλο τό πλήρωμά της» (Ψαλμ. 23, 1). Γιατί παραξενεύεσαι, ἄνθρωπε, ἄν ὁ Θεός μας παρουσιάστηκε στή γῆ καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους; Ἡ γῆ εἶναι κτῆμα δικό του ἀφοῦ εἶναι καί δημιούργημά του. Δέν εἶναι ἑπομένως παράδοξο οὔτε ἔξω ἀπό τό πρέπον νά ἔρθει ὁ Κύριος στά δικά του (Ἰω. 1, 11).
Δέν πηγαίνει σ᾿ ἕνα ξένο κόσμο, ἀλλά στόν κόσμο πού συγκρότησε ὁ ἴδιος, θεμελιώνοντας τή γῆ ἐπάνω στά νερά καί κάνοντάς την κατάλληλη γιά τό πέρασμα τῶν ποταμῶν. Γιά ποιόν λόγον λοιπόν φανερώθηκε; Γιά νά σέ βγάλει ἀπό τά βάραθρα τῆς ἁμαρτίας καί νά σέ ὁδηγήσει στό ὄρος τῆς βασιλείας, χρησιμοποιώντας ὡς ὄχημα τήν ἐνάρετη πολιτεία. Γιατί δέν εἶναι δυνατό ν᾿ ἀνεβεῖ κανένας σ᾿ ἐκεῖνο τό βουνό, ἄν δέν τόν συνοδεύουν οἱ ἀρετές· πρέπει νά γίνει καθαρός στά ἔργα καί νά μήν τόν ρυπαίνει καμιά πονηρή πράξη, νά εἶναι καθαρός στήν καρδιά καί νά μήν ὁδηγεῖ τήν ψυχή του σέ τίποτα τό μάταιο οὔτε νά ἐξυφαίνει κανένα δόλο κατά τοῦ διπλανοῦ του. Αὐτῆς τῆς ἀνάβασης ἔπαθλο εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, σ᾿ αὐτόν δίνει ὁ Κύριος τήν ἐλεημοσύνη πού ἐπιφυλάσσει· «αὐτή εἶναι ἡ γενεά ἐκείνων πού τόν ζητοῦν καί ἀνεβαίνουν ψηλά μέ τήν ἀρετή» καί «ζητοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ» (Ψαλμ. 23, 6).
Ἡ συνέχεια τοῦ ψαλμοῦ εἶναι ἴσως ὑψηλότερη κι ἀπό τήν ἴδια τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Γιατί τό Εὐαγγέλιο διηγήθηκε τή ζωή καί τή συναναστροφή τοῦ Κυρίου ἐπάνω στή γῆ, ἐνῶ ὁ οὐράνιος αὐτός προφήτης, βγαίνοντας ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, γιά νά μήν τόν βαραίνει τό σκαφίδι τοῦ σώματος κι ἀφοῦ ἀναμίχθηκε μέ τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις, μᾶς ἐκθέτει τά λόγια ἐκείνων, πού, βαδίζοντας μπροστά στήν πομπή τοῦ Κυρίου κατά τήν κάθοδό του, διατάζουν ν᾿ ἀνοίξουν τίς πόρτες οἱ ἄγγελοι, πού περιπολοῦν τή γῆ καί τούς ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ φύλαξη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, λέγοντας· «ἀνοῖξτε τίς πύλες σας, ἄρχοντες, καί σεῖς πύλες αἰώνιες διαπλατωθεῖτε καί θά εἰσέλθει ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» ( Ψαλμ. 23, 7).
Καί ἐπειδή σέ ὁτιδήποτε εἰσέλθει αὐτός πού περιέχει τό πᾶν φέρνει τόν ἑαυτό του στά μέτρα ἐκείνου πού τόν δέχεται (γιατί δέ γίνεται μόνο ἄνθρωπος εἰσερχόμενος στούς ἀνθρώπους, ἀλλά κατ᾿ ἀκολουθίαν καί στούς ἀγγέλους ὅταν βρεθεῖ κατεβάζει τόν ἑαυτό του στή φύση ἐκείνων), γι᾿ αὐτό ἔχουν ἀνάγκη οἱ φύλακες τῶν πυλῶν ἀπό ἐκεῖνον πού θά τούς δείξει «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 8). Γι᾿ αὐτό ὑποδεικνύουν σ᾿ αὐτούς τόν κραταιό καί ἰσχυρό δημιουργό καί ἀκαταγώνιστο στόν πόλεμο, πού πρόκειται νά συγκρουστεῖ μέ ἐκεῖνον πού αἰχμαλώτισε τήν ἀνθρώπινη φύση (Ρωμ. 7, 23. Ἑβρ. 2, 14) καί νά ἐξουδετερώσει αὐτόν πού ἔχει τή δύναμη τοῦ θανάτου (Α´ Κορ. 15, 26), ὥστε, ἀφοῦ ἀφανιστεῖ ὁ ἔσχατος ἐχθρός, νά ἀνακληθοῦν οἱ ἄνθρωποι στήν ἐλευθερία καί τήν εἰρήνη.
Πάλι λέει τούς ἴδιους λόγους (γιατί ὁλοκληρώθηκε πιά τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί πραγματοποιήθηκε ἡ νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν καί ὑψώθηκε τό ἐναντίον τους τρόπαιο, ὁ σταυρός, καί πάλι «ἀνέβηκε ψηλά αὐτός πού αἰχμαλώτισε πολλούς αἰχμαλώτους, αὐτός πού ἔδωσε τή ζωή καί τή βασιλεία, αὐτά τά ἀγαθά δῶρα στούς ἀνθρώπους» (Ψαλμ. 67, 19), καί πρέπει ν᾿ ἀνοίξουν πάλι γι᾿ αὐτόν οἱ ὑψηλές πύλες. Παίρνουν μέρος στήν προπομπή οἱ δικοί μας φύλακες καί διατάζουν νά τοῦ ἀνοιχτοῦν οἱ ὑψηλές πύλες, γιά νά δοξαστεῖ πάλι σ᾿ αὐτές. Τούς εἶναι ὅμως ἄγνωστος αὐτός πού φόρεσε τή βρώμικη στολή τῆς δικῆς μας ζωῆς, πού οἱ λεκέδες τῶν ρουχῶν του εἶναι ἀπό τό ληνό τῶν ἀνθρώπινων κακῶν (Βλ. Ἡσ. 63, 2). Γι᾿ αὐτό ἀπευθύνουν σ᾿ ἐκείνους πού συνιστοῦν τήν προπομπή αὐτή τήν ἐρώτηση· «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας; » (Ψαλμ. 23, 10).
Δέ δίνεται ὅμως ἀκόμα ἡ ἀπάντηση,
«ὁ κραταιός καί ἰσχυρός στόν πόλεμο» (Ψαλμ. 23, 8. 23, 10),
ἀλλά «ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων», πού ἔχει τήν ἐξουσία τοῦ παντός,
πού ἕνωσε στό πρόσωπό του τά πάντα (Ἐφ. 1, 10),
αὐτός πού εἶναι ὁ πρῶτος ἀπό ὅλα (Κολ. 1, 18),
πού ἀποκατέστησε τά πάντα στήν πρώτη τους μορφή (Πράξ. 3, 21),
«Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 10).
Βλέπετε πόσο γλυκύτερη μᾶς κάνει ὁ Δαβίδ τήν ἑορτή,
ἀναμιγνύοντας τή χάρη τῶν ψαλμῶν του στή χαρά τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄς μιμηθοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς τόν προφήτη,
σ᾿ ἐκεῖνα πού εἶναι δυνατό νά ἐπιτύχομε τή μίμησή του,
στήν ἀγάπη πρός τό Θεό, στήν πραότητα τῆς ζωῆς,
στή μακροθυμία σ᾿ ὅποιους μᾶς μισοῦν,
γιά νά γίνει ἡ διδασκαλία τοῦ προφήτη χειραγωγία πρός τήν κατά Θεόν πολιτεία
στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!
Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΟΣΧΑΣ: «ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ: Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΣΗ»
«Και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού· άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οι και είπον· άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» (Πράξεις 1, 10-11)
Μου φαίνεται περίεργο που εσείς, άνθρωποι του φωτός, θα έπρεπε να ρωτήσετε αυτούς τους Γαλιλαίους γιατί στάθηκαν κοιτάζοντας προς τον ουρανό. Τι μπορούσαν άλλο να κάνουν από το να κοιτάζουν στον ουρανό, όπου ο Ιησούς είχε μόλις αναληφθεί, όπου είχε μεταφερθεί ο θησαυρός τους, όπου είχαν μετατεθεί η ελπίδα και η χαρά τους και όπου η ζωή τους είχε εξαφανιστεί;
Εάν εκείνη την ώρα κοιτούσαν στη γη, θα μπορούσαν να τους ρωτήσουν, όπως και όλους τους οπαδούς τού Ιησού Χριστού, που βλέπουν στη γη με μεροληπτικό μάτι: —Γιατί κοιτάτε στη γη; Τι μπορεί να ψάχνετε στη γη, από τότε που ο μόνος δικός της και δικός σας θησαυρός, βρέθηκε στη Βηθλεέμ, απλώθηκε σε ολόκληρη την Ιουδαία και την Σαμάρεια, πέρασε από τα χέρια διεστραμμένων ανθρώπων στη Γεσθημανή, την Ιερουσαλήμ και τον Γολγοθά, κρύφτηκε κάτω από μια πέτρα στον κήπο τού Ιωσήφ τού από Αριμαθαίας, και τώρα επιτέλους επάρθη και μετετέθη στο θησαυροφυλάκιο του ουρανού;
Σας είπαν, και έτσι πρέπει να είναι, ότι «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί εσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6, 21). Έτσι εάν ο θησαυρός σας είναι στον ουρανό, τότε και η καρδιά σας πρέπει να είναι εκεί. Και προς τα εκεί πρέπει να κατευθύνονται τα βλέμματά σας, οι σκέψεις και οι επιθυμίες σας. Οι «δύο άνδρες εν εσθήτι λευκή», οι οποίοι αμέσως μετά την ανάληψη του Κυρίου εμφανίστηκαν στους Αποστόλους και τους ρώτησαν γιατί στέκονταν κοιτάζοντας στον ουρανό, ήταν οι ίδιοι αναμφίβολα κάτοικοι του ουρανού.
Επομένως δεν θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό τους δυσαρεστούσε ή ότι επιθυμούσαν να κατευθύνουν το βλέμμα εκείνων των ανθρώπων τής Γαλιλαίας αλλού. Όχι. Όταν είπαν: «Τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» επιθυμούσαν μόνο να βάλουν ένα τέλος στην αδρανή κατάπληξη των Αποστόλων. Έχοντάς τους αφυπνίσει από την κατάπληξή τους, τους φέρνουν σε περισυλλογή και τους διδάσκουν, καθώς και σε μας, με τι λογής σκέψεις πρέπει να κοιτάζουμε προς τον ουρανό, ακολουθώντας τον Κύριό μας Ιησού, ο Οποίος ανήλθε εκεί.
«Ούτος ο Ιησούς», πρόσθεσαν, «ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτος ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξεις 1, 11). Αν και ο Κύριός μας είχε φανερωθεί πολλές φορές μετά την Ανάστασή Του στους Αποστόλους, και γινόταν πάλι άφαντος, κι έτσι τους είχε συνηθίσει ως ένα βαθμό σε αυτές τις θαυμαστές φανερώσεις Του, ωστόσο, όταν χωρίστηκε από αυτούς στο όρος το καλούμενου Ελαιώνος, δεν αποσύρθηκε απλώς από αυτούς, ούτε έγινε άφαντος, αλλά ανελθών ορατός πάνω από τα σύννεφα έγινε αόρατος μόνο εξ αιτίας τής ανύψωσής Του σε άπειρο ύψος από αυτούς.
Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι αυτός ο νέος τρόπος αποσύρσεως φάνηκε μοναδικός στους Αποστόλους, και εξαιρετικά σημαντικός, ακόμη και μετά την προηγούμενή τους εμπειρία των θαυμάτων. Παρατήρησαν τότε την ακριβή εκπλήρωση των λόγων Του, που η Μαρία Μαγδαληνή τούς είχε διηγηθεί: «αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιωάν. 20, 17). Δεν μπορούσαν παρά να συμπεράνουν ότι εκείνες οι χαρούμενες επισκέψεις Του, εκείνες οι διδακτικές συζητήσεις μαζί Του, εκείνη η απτή επικοινωνία ανάμεσα σε αυτούς και στην θεία Του ανθρωπινότητα στη διάρκεια των σαράντα ημερών, τελείωσαν εκείνη τη στιγμή.
Όταν ούτε χέρι ούτε φωνή μπορούσε πλέον να Τον κρατήσουν, «ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού». Καταλαβαίνουμε το μέγεθος της απωλείας που πρέπει να ένιωσαν οι Απόστολοι μετά την ανάληψη στον ουρανό τού Ιησού, ο Οποίος ήταν το παν γι’ αυτούς επί της γης. Και είναι αυτή ταύτη η απώλεια για την οποία οι ουράνιες δυνάμεις σπεύδουν να τους παρηγορήσουν, όταν τους λένε ότι «ούτος ο Ιησούς, ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται».
Χριστιανοί, εάν γνωρίσατε καθόλου τον Κύριο Ιησού, εάν «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ 33, 9), ασφαλώς πρέπει λίγο-πολύ να έχετε καταλάβει πόσο άδειος είναι ο κόσμος χωρίς Αυτόν, και να νιώθετε πόσο άδεια είναι η καρδιά σας όταν είναι απών Εκείνος. Κι έτσι πρέπει να είναι. Διότι όλα τα εν τω κόσμω δεν είναι παρά «ματαιότης ματαιοτήτων» (Εκκλησιαστής 1, 2), και η ματαιότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει την καρδιά, την δημιουργημένη για την αλήθεια από την ίδια την Αλήθεια· «ότι παν το εν τω κόσμω σαρκική επιθυμία εστί», ενός αντικειμένου, η έλξη σαρκικής επιθυμίας, υπό διάφορες μορφές.
Και καθώς «ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού» (Ιωάν. Α’ 2, 16-17), ή με άλλα λόγια, τα πράγματα που συνεγείρουν την σαρκική επιθυμία εξαφανίζονται, έτσι όσο μεγάλος κι αν είναι ο κόσμος, όση ποικιλία κι αν έχουν τα ωραία του πράγματα, όσο άφθονες κι αν είναι οι πηγές των απολαύσεών του, δεν μπορούν να γεμίσουν το μικρό σκεύος τής ανθρώπινης καρδιάς, η οποία όντας αθάνατη, μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με αθάνατη ζωή.
Εάν, έχοντας αίσθηση αυτού του κενού των κτισμάτων, σου φαίνεται πως ο Κύριος, ο Οποίος είναι η αλήθεια σου, η ζωή, η επιθυμία σου και η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών σου, αποσύρθηκε από σένα, έκρυψε το πρόσωπό Του και σε άφησε όχι μόνο χωρίς ανάπαυση, αλλά και σε δοκιμασία, όχι απλώς μονάχο, αλλά καταμεσής των εχθρών τής σωτηρίας σου, αν το ανήσυχο βλέμμα σου δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα που καλύπτουν τον ουρανό, και οι ανεξιχνίαστοι οδοί τού Υψίστου δεν σου προσφέρουν παρά αβεβαιότητα,
τότε λάβε από τις ουράνιες δυνάμεις τον λόγο τον πλήρη δυνάμεως, που μπορεί να πληρώσει το κενό τής καρδιάς σου, να φωτίσει τη θλίψη σου, να βάλει τέλος στη μοναξιά, να φωτίσει το σκοτάδι, να άρει κάθε αβεβαιότητα και να αφυπνίσει το πνεύμα σου με ελπίδα που δεν είναι απατηλή ή φθαρτή. Αυτός ο ίδιος Ιησούς, «όστις διέστη από σου εις τον ουρανόν», θα έρθει.
Και γι’ αυτήν την ίδια παραμυθητική και λυτρωτική μαρτυρία τής μέλλουσας Ελεύσεως του Κυρίου, οι ουράνιοι αγγελιαφόροι προσθέτουν κάποιες πληροφορίες, ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η Έλευση. Μας λένε, ότι ο ερχομός τού Κυρίου θα γίνει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ανεχώρησε, ή μάλλον ανελήφθη, «ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Ασφαλώς οι ουράνιοι αγγελιαφόροι δεν μιλούν άσκοπα, όπως κάνουμε εμείς τα γήινα όντα μερικές φορές, αλλά με απλά λόγια παραδίδουν ένα μεγάλο δίδαγμα σε εκείνους που είναι προσεκτικοί. Ας προσέξουμε κι εμείς.
«Ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Θεωρώντας τα γεγονότα τής αναλήψεως του Χριστού στον ουρανό, μπορούμε πρώτα να παρατηρήσουμε την ευλογία που έδωσε τότε στους Αποστόλους· «και εγένετο», λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (24, 51). Το γεγονός αυτό της αναλήψεώς Του στον ουρανό, και του αποχωρισμού από τους εκλεκτούς Του, ο ίδιος ο Κύριος θα το ανακαλέσει στη μνήμη των Μαθητών Του όταν «έλθη εν δόξη», και συναντώντας τους πάλι θα τους προσκαλέσει σε ενεργό συμμετοχή στη βασιλεία Του, καθώς «τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού, δεύτε οι ευλογημένοι τού IΙατρός μου» (Ματθ. 25, 31.34).
ΙΙόσο ατέλειωτη η ροή τής χάριτος του Χριστού που αποκαλύπτεται έτσι σ’ εμάς, χριστιανοί! Ο Κύριος αρχίζει με μια ευλογία, και πριν ολοκληρωθεί, ανέρχεται στον ουρανό· «εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν». Έτσι, ακόμη και μετά την ανάληψή Του, συνεχίζει αοράτως να μεταδίδει την ευλογία Του. Ρέει και κατέρχεται ασταμάτητα στους Αποστόλους. Μέσω αυτών διαχέεται σε αυτούς που εκείνοι ευλογούν εις το Όνομα του Ιησού Χριστού. Εκείνοι που έλαβαν την ευλογία τού Χριστού μέσω των Αποστόλων, την δίδουν σε άλλους. Κι έτσι όλοι όσοι ανήκουν στην Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία γίνονται μέτοχοι της μιας ευλογίας τού Χριστού και του ΙΙατέρα Του, «του ευλογήσαντος ημάς εν πάση ευλογία πνευματική εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ» (Εφ. 1, 3).
«Ως δρόσος Αερμών η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών» (Ψαλμ. 132, 3), έτσι και η ευλογία τής ειρήνης κατέρχεται σε κάθε ψυχή που σηκώνεται πάνω από τα πάθη και τις ηδονές, πάνω από την ματαιότητα και τις μέριμνες του κόσμου. Σαν μια ανεξίτηλη σφραγίδα, σφραγίζει αυτούς που ανήκουν στο Χριστό, με τέτοιο τρόπο που στο τέλος του κόσμου θα τους καλέσει με αυτό το ίδιο σημείο από το μέσον όλης της ανθρωπότητος, λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι!»
Και τώρα, αδελφοί μου, ας εξετάσουμε, πόσο απαραίτητο είναι για μας να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε και να διατηρήσουμε την ευλογία αυτή του Αναληφθέντος Κυρίου, που κατέρχεται σε μας μέσω των Αποστόλων και της Αποστολικής Εκκλησίας. Εάν την λάβαμε και την διατηρήσαμε, θα κληθούμε, στην Δευτέρα ΙΙαρουσία τού Ιησού Χριστού, μαζί με τους Αποστόλους και τους αγίους, να συμμετάσχουμε στη Βασιλεία Του: «Δεύτε, οι ευλογημένοι!» Αν όμως, όταν καλέσει τους «ευλογημένους τού Πατρός Του», δεν βρεθεί η ευλογία αυτή σε μας, ή βρεθούμε να έχουμε μόνο την ψεύτικη ευλογία των ανθρώπων που δεν έχουν οι ίδιοι κληρονομήσει την ευλογία τού Ουρανίου Πατρός διά της χάριτος εν τοις μυστηρίοις, τότε τι θα απογίνουμε; Σας λέγω λοιπόν, ας εξετάσουμε και ας σκεφτούμε σοβαρά πάνω σε αυτό όσον καιρό ακόμα μπορούμε.
Ένα άλλο γεγονός που πρέπει να επισημανθεί στην Ανάληψη του Κυρίου, όταν φανταζόμαστε εν εαυτοίς τον προσδοκώμενο ερχομό Του, είναι ότι ο Κύριος ανελήφθη παρουσία των Αποστόλων, ορατώς και επισήμως. «Και βλεπόντων αυτών επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών» (Πράξεις 1, 9). Τι είδους νεφέλη; Μια νεφέλη φωτός και δόξης, σαν εκείνη που κάποτε επισκίασε τη σκηνή τού Μωυσή και τον ναό τού Σολομώντος. Εκεί είδαν τη δόξα, αλλά όχι τον Κύριο της δόξης. Κατόπιν Τον είδαν πάλι, όμως όχι εν τη δόξη Του. Κι έτσι δεν Τον αναγνώρισαν, μήτε Τον δόξασαν. Όμως εδώ, μήτε η δόξα έκρυψε τον Δεδοξασμένο μήτε ο Δεδοξασμένος έκρυψε την δόξα Του.
Οι Απόστολοι είδαν τη δόξα τού αναληφθέντος Κυρίου. Την είδε και την άκουσε και ο Προφήτης, όταν αναφώνησε πανηγυρικά: «Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριως εν φωνή σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 5).
Έτσι όταν οι ουράνιοι κήρυκες ανήγγειλαν σε μας ότι Εκείνος θα έλθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδαμε να ανέρχεται στον ουρανό, μας έδωσαν με τούτο τον τρόπο να καταλάβουμε ότι θα έλθει ορατώς και πανηγυρικώς.
Αυτό προείπε ο Κύριος και για τον εαυτό Του, «ότι ο Υιός τού ανθρώπου θα έλθη εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού» (Ματθ. 25, 31). Έτσι επίσης και οι Απόστολοι εξηγούν ότι «αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ’ ουρανού» (Θεσ. Α’ 4, 16).
Όμως για ποιο λόγο, μπορεί να σκεφτούν μερικοί, χρειάζεται να επισημάνουμε αυτές τις λεπτομέρειες, που κατά τα φαινόμενα προορίζονται να διεγείρουν περισσότερο την περιέργεια, παρά να προσφέρουν κάποια διδαχή; Διότι εδόθη η προφητεία, ότι μπορούμε να γνωρίσουμε και να δεχτούμε με την πίστη, ένα γεγονός που ορίστηκε από το Θεό. Και ποιος δεν θα αναγνωρίσει την ένδοξο Έλευση του Χριστού, ακόμη κι αν δεν γνώρισε προηγουμένως τις λεπτομέρειες για την Έλευσή Του; Μην βιάζεστε, αγαπητοί μου, να συμπεράνετε ότι αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι απαραίτητες.
Όχι! Οι Απόστολοι, οι Άγγελοι, ο ίδιος ο Κύριος, δεν μας λένε τίποτα για χάρη μόνο της περιέργειας, αλλά κάθε λέξη είναι προς διδαχή. Ότι η Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου θα είναι ορατή και επίσημη, μας το έχουν πει, επειδή θα υπάρξουν κι εκείνοι που θα μας πουν το αντίθετο, όταν ένα πνεύμα απάτης θα αποσταλεί στους ανάξιους, άπιστους και διεφθαρμένους χριστιανούς. «Θα έλθη η ώρα», ή ο καιρός της δοκιμασίας (ίσως «είναι τώρα») «ότε θέλουν υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε! Ιδού εν τη ερήμω εστί! Ιδού εν τοις ταμείοις!» (Ματθ. 24, 23-26). Ιδού, είναι μαζί μας, λένε οι αιρετικοί, που έχοντας αφήσει την πόλη τού Θεού, την πνευματική Ιερουσαλήμ, την Αποστολική Εκκλησία, δεν φεύγουν στην πραγματική μοναξιά και στη σιωπή, αλλά σε μια πνευματική και σωματική έρημο, όπου δεν υπάρχει ούτε υγιές δόγμα, ούτε η αγιότης τού μυστηρίου, ούτε καλές αρχές ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής.
Ιδού, Εκείνος είναι μαζί μας, λένε αυτοί που τρέφουν μυστικά την αίρεση, δείχνοντας τις κρυφές δυνάμεις τους, ωσάν ο ήλιος να μην μπορούσε να δώσει τη λάμψη του παρά μόνο κάτω από γη, ή σαν να μην ήταν ο Κύριος εκείνος ο Οποίος είπε και ενέτειλε: «Ο λέγω υμίν εν τη σκοτία, είπατε εν τω φωτί. Και ο εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων» (Ματθ. 10, 27). Όταν ακούσετε τέτοιες κραυγές και ψιθύρους, θυμηθείτε, χριστιανοί, την αγγελική φωνή και το κήρυγμά της αναφορικά με τον αναληφθέντα Κύριο: «ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν», και ορατώς και πανηγυρικώς. Και γι’ αυτό, «εάν τις υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε, μη πιστεύσητε».
Ούτε βίαιες κραυγές ούτε ύπουλοι ψίθυροι μοιάζουν με την φωνή τού αρχαγγέλου ή την σάλπιγγα τού Θεού. «Μην προχωρήσετε» στα βήματα εκείνων που θα σας φωνάξουν έξω από την πόλη του Κυρίου. Μείνετε στις θέσεις σας, και προφυλάξτε την πίστη σας, μέχρι τον πραγματικό, δοξασμένο και πανηγυρικό ερχομό τού Χριστού. Το τρίτο αξιοσημείωτο περιστατικό σε σχέση με την Ανάληψη τού Κυρίου είναι ότι ήταν απρόσμενη και απρόβλεπτη από τους μαθητές Του. Συνέβη, απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε από τις σύντομες διηγήσεις των Ευαγγελίων, κατά τον εξής τρόπο: Έχοντας εμφανιστεί στους μαθητές στην Ιερουσαλήμ, όπως είχε κάνει πολλές φορές πριν, και όταν περπατούσε μαζί τους, συζητούσε, ως συνήθως, για την Βασιλεία τού Θεού, και ιδιαίτερα για την επικείμενη κάθοδο του Αγίου IIνεύματος:
«Εξήγαγε δε αυτούς έξω της Ιερουσαλήμ, έως εις Βηθανίαν, και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς. Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (Λουκ. 24, 50-51). Όχι μόνον δεν τους πληροφόρησε με την θέλησή Του γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός, μα και όταν Τον ρώτησαν για τον χρόνο των μεγάλων γεγονότων τής Βασιλείας Του, αρνήθηκε ρητά να τους δώσει την πληροφορία που επιθυμούσαν «είπε δε προς αυτούς· ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο ΙΙατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. 1, 7). Η άρνησή Του να γνωστοποιήσει τους χρόνους και τους καιρούς, προφανώς σχετίζεται επίσης με τον χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας τού Χριστού, και συνδέεται ειδικά με αυτήν.
Προηγουμένως είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του, πόσο απρόσμενο θα ήταν αυτό το γεγονός, συγκρίνοντάς το με αστραπή, που είναι στη φύση η πιο εντυπωσιακή στιγμή τού αιφνίδιου: «Ώσπερ γαρ η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών, ούτως έσται και η παρουσία τού Υιού τού ανθρώπου» (Ματθ. 24, 27). Και με τον ίδιο τρόπο το εξηγεί και ο Απόστολος: «Η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται» (Θεσ. Α’ 5, 2). Από το ίδιο το απροσδόκητον της Δευτέρας Παρουσίας Του, ο ίδιος ο Κύριος διατυπώνει για μας, χριστιανοί, μια σωτήρια προειδοποίηση: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματ. 24, 42).
Μην οδηγηθείτε μακριά, χριστιανοί, από την περιέργεια, ή την ευπιστία, όταν, σκεφτόμενοι να γνωρίσετε περισσότερα από όσα ο Χριστός εδέησε να παραχωρήσει σε εκείνους να γνωρίσουν, μετράτε τις μέρες τής Βασιλείας Του, καθορίζοντας τον χρόνο τής προσδοκώμενης ελεύσεώς Του: «ουχ υμών εστι γνώναι τους χρόνους ή τους καιρούς». Προσπαθήστε μάλλον να γνωρίσετε τις αμαρτίες σας, να μετρήσετε τις παραβάσεις σας, και να ζητήσετε να τις περιορίσετε με την μετάνοια. Πάνω απ’ όλα, να προσέχετε, όταν ακούτε τους βλάσφημους, να λένε, όπως προείπε και ο Απόστολος:
«Πού εστίν η επαγγελία τής παρουσίας αυτού; αφ’ ής οι πατέρες εκοιμήθησαν, πάντα ούτω διαμένει απ’ αρχής κτίσεως» (Πέτρου Β’ 3, 4). Προσέξετε, μήπως τα σκοτεινά όνειρα αυτών των τέκνων τού κόσμου, που κλείνουν τα μάτια τους στο φως τού μέλλοντος κόσμου, σκοτεινιάσουν τις καρδιές σας, τυφλώσουν τους οφθαλμούς σας, ή βυθίσουν στον ύπνο το πνεύμα σας, μέχρι να έρθει η πολυπόθητη και φοβερή ώρα, «ότε η ημέρα Κυρίου ήξει ως κλέπτης εν νυκτί» (Πέτρου Β’ 3, 10). «Διό, αγαπητοί, ταύτα προσδοκώντες, σπουδάσατε άσπιλοι και αμώμητοι αυτώ ευρεθήναι εν ειρήνη» (Πέτρου Β’ 3, 14). Αμήν.
* Πηγή: «Η θεολογία τής καρδιάς», Άγιος Φιλάρετος Μόσχας, Εκδόσεις «Ίνδικτος». Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις». Επιμέλεια ημετέρα.
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: «ΑΝΑΛΗΨΗ, Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΚΟΥ»
Ο σημερινός άνθρωπος δεν έχει καμιά σχέση με το υπερφυσικό. Δεν πιστεύει πως υπάρχει τίποτα πέρα από τα φυσικά φαινόμενα, και πολύ περισσότερο δεν πιστεύει πως μπορεί να γίνει τίποτα έξω από τους φυσικούς νόμους. Όχι μοναχά ο άθρησκος άνθρωπος, μα κι αυτός που λέγει πως είναι Χριστιανός, κι αυτός δεν πιστεύει στα υπερφυσικά. Ο Χριστιανισμός έχει γίνει για πολλούς ένα σύστημα λογικό και ηθικό, ώστε να μην έρχεται σε αντίθεση με τη λογική τους. Ενώ η βάση της θρησκείας αυτής είναι το υπερφυσικό, οι σημερινοί Χριστιανοί κρατήσανε απ’ αυτή ό,τι δεν χρειάζεται την πίστη για να το παραδεχθούνε, κι ό,τι είναι αποκαλυπτικό το πετάνε ή το παρασιωπούνε.
Αλλά, αληθινός Χριστιανός δεν είναι κανένας αν δεν εξοικειωθεί με το θαυμαστό και το υπερφυσικό. «Δει υπέρ την επιστήμην δραμείν», όπως λέγει ο Πλωτίνος. Αλλά αυτό, για τους «λογικούς» ανθρώπους, είναι τρέλλα. Κατά την ελληνική φιλοσοφία θάτανε ανόητος ο άνθρωπος που θα περιφρονούσε τη λογική. Ο Δανός φιλόσοφος Κίρκεγκαρντ λέγει: «Το να πιστεύει κανένας εναντίον της λογικής είναι μαρτύριο». Η δίψα της γνώσης βασανίζει τον άνθρωπο. Για όποιον, με τη χάρη του Θεού, λυτρώθηκε απ’ αυτή τη δίψα, το να πιστεύει κάποια πράγματα που δεν τα παραδέχεται το λογικό του, όχι μοναχά δεν είναι μαρτύριο, αλλά λύτρωση από μια τυραννική δύναμη. Πιστεύει πως ο Θεός είναι αυτός η πηγή όλων των φυσικών νόμων, κι όχι σκλάβος τους.
Ο αληθινός Χριστιανός γίνεται θεός κατά χάριν και παίρνει την ελευθερία των τέκνων του Θεού, και γι’ αυτό κι εκείνος με την πίστη ξεσκλαβώνεται από τους φυσικούς νόμους. Χριστιανός δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει σ’ έναν θεό σκλαβωμένον από την ανάγκη, όπως πιστεύανε οι αρχαίοι. Αυτή είναι ψεύτικη πίστη σ’ έναν θεό ψεύτικο. Αν άκουγε ο Αριστοτέλης τα λόγια που είπε ο απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο, θα τον έλεγε ανόητο, αφού μιλούσε για κάποια πράγματα αδύνατα, υπερφυσικά: «Προαίρεσις μεν γαρ ουκ έστιν των αδυνάτων, και ει τις φαίη προαιρείσθαι, δοκοίη αν ηλίθιος είναι». Γι’ αυτό ο Παύλος έλεγε πως η πίστη των Χριστιανών ήτανε «μωρία» για τους Έλληνες, που πιστεύανε μονάχα στη λογική, στη γνώση.
Και πως οι Χριστιανοί έχουνε οδηγό την πίστη, κι όχι το μυαλό: «δια πίστεως γαρ περιπατούμεν, ου δια είδους» (Β’ Κορ. Ε’6). Αυτά πρέπει να τάχη κανένας στο νου του, όποτε διαβάζει θρησκευτικά πράγματα. Και πολύ περισσότερο σαν διαβάζει για τα φοβερά μυστήρια της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου, την Αναστάσεώς του και της Αναλήψεως. Αληθινά, δακρύζουνε τα μάτια του Χριστιανού, σαν φέρνει στο νου του τα τελευταία λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητές του, και το πως ανέβηκε στον ουρανό και χάθηκε από τα μάτια τους. Απομείνανε με τη στερεή ελπίδα πως θα τον ξαναδούνε την ημέρα της Κρίσεως εν δόξη. Και μ’ αυτή την ελπίδα τον περιμένουνε μυριάδες ψυχές: «οι πιστοί εν αγάπη προσμένουσιν αυτόν».
Από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, μονάχα οι τρεις γράφουνε για την Ανάληψη. Ο Ιωάννης, που συνηθίζει να γράφει μοναχά όσα δεν γράψανε οι άλλοι, δεν λέγει τίποτα για την Ανάληψη. Ο Ματθαίος γράφει: «Οι δε ένδεκα μαθηταί επορεύθησαν εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς. Και ιδόντες αυτόν, προσεκύνησαν αυτώ, οι δε εδίστασαν. Και προσελθών ο Ιησούς ελάλησεν αυτοίς λέγων, Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης. Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν. Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας εως της συντελείας του αιώνος. Αμήν».
Ο Χριστός μετά την Ανάσταση φανερωνότανε κάθε μέρα στους μαθητές του. Σχεδόν εζούσε ολοένα μαζί τους, σαν να μην είχε σταυρωθεί. Τη μέρα που αναστήθηκε, φανερώθηκε πρώτα στη Μαγδαληνή, ύστερα στους δύο μαθητές του, στον Λουκά και τον Κλεόπα, που πηγαίνανε στους Εμμαούς, και πάλι, την ίδια μέρα προς το βράδυ, την ώρα που γυρίσανε πίσω στην Ιερουσαλήμ οι δυο μαθητές και λέγανε στους άλλους πως είδανε τον Χριστό, την ίδια ώρα φανερώθηκε πάλι ο Κύριος μεταξύ τους και τους ευλόγησε. Στις Πράξεις των Αποστόλων γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς πως επί σαράντα μέρες φανερωνότανε ο Κύριος στους αγαπημένους μαθητές του και τους μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού.
Και πως τους παράγγειλε να μη φύγουνε από τα Ιεροσόλυμα. Και τόσο είχανε συνηθίσει οι μακάριοι απόστολοι να τον βλέπουνε, που τον ρωτούσανε λέγοντάς του «Κύριε, μήπως τώρα θα αποκαταστήσεις το βασίλειο του Ισραήλ;». Κι εκείνος τους είπε: «Δεν είναι δική σας δουλειά να γνωρίζετε χρόνους ή καιρούς που ο Πατέρας μου έχει στη δική του εξουσία, αλλά θα λάβετε δύναμη σαν έλθει επάνω σας το Άγιον Πνεύμα. Και τότε θα γίνετε μάρτυρές μου στην Ιερουσαλήμ και σ’ όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια, και ως την άκρη της γης». Και σαν είπε αυτά τα λόγια, εκεί που τον βλέπανε, σηκώθηκε ψηλά από τη γη κι ένα σύννεφο τον πήρε και τον έκρυψε από τα μάτια τους.
Κι εκεί που τον κοιτάζανε που ανέβαινε στον ουρανό, παρουσιασθήκανε μπροστά τους δυο άνδρες ντυμένοι με λευκά φορέματα, και τους είπανε: «Αυτός ο Ιησούς που αρπάχθηκε από κοντά σας στον ουρανό, θα έρθει πάλι έτσι που τον είδατε ν’ ανεβαίνει στον ουρανό». Τότε γυρίσανε πίσω στην Ιερουσαλήμ από το βουνό το λεγόμενο «του Ελαιώνος», που βρίσκεται κοντά στην Ιερουσαλήμ, σε όση απόσταση περπατάνε οι Ιουδαίοι το Σάββατο». Ο Παύλος γράφει πως, αφού φανερώθηκε ο Χριστός στους ένδεκα αποστόλους τη μέρα της Αναστάσεως (λέγει «δώδεκα» αντί για ένδεκα. Ίσως να φανερώθηκε μετά την εκλογή του Ματθία), ύστερα φανερώθηκε μια μονάχα φορά σε πεντακόσιους αδελφούς (πιστούς).
Μάλιστα γράφει πως οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζούσανε τον καιρό που τα έγραφε, και πως κάποιοι απ’ αυτούς είχανε αποθάνει: «εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι τινές δε και εκοιμήθησαν». «Έπειτα, λέγει, φανερώθηκε στον Ιάκωβο κι ύστερα σ’ όλους τους αποστόλους. Και τελευταία απ’ όλους, σαν να ήμουνα το έκτρωμα (το κακογεννημένο παιδί του), φανερώθηκε και σε μένα». Ώστε, επί σαράντα μέρες φανερωνότανε ο Κύριος στους αγαπημένους του, και συχνά δυο και τρεις φορές την ίδια μέρα, για να μη χάσουνε την ελπίδα τους. Ο Λουκάς αρχίζει τις Πράξεις των Αποστόλων με τα λόγια τούτα: «Τον μεν πρώτον λόγον εποιησάμην περί πάντων, Θεόφιλε ων ήρξατο ο Ιησούς ποιείν τε και διδάσκειν, άχρι ης ημέρας εντειλάμενος τοις αποστόλοις δια Πνεύματος Αγίου ους εξελέξατο ανελήφθη».
Αλλά και στο Ευαγγέλιό του γράφει πως ο Χριστός φανερώθηκε στους μαθητές του και είπε να ψηλαφήσουνε τα χέρια του και τα πόδια του για να μη νομίσουνε πως είναι φάντασμα, κι επειδή έβλεπε πως οι απόστολοι από τη χαρά τους τα είχανε χαμένα, ζήτησε κι έφαγε ένα κομμάτι ψάρι ψημένο και λίγη κερήθρα. Και πως σαν ησύχασε η καρδιά τους είπε: «Είδατε πως γινήκανε αυτά που σας έλεγα τότε που ήμουνα μαζί σας (πριν να σταυρωθώ), και πως πρέπει να γίνουνε όσα είναι γραμμένα για μένα στο νόμο του Μωυσέως και στους προφήτες και στους ψαλμούς;» Τότε άνοιξε το νου τους για να καταλάβουνε τα λόγια της Γραφής.
Και τους είπε πως αυτά ήτανε γραμμένα κι αυτά έπρεπε να πάθει ο Χριστός, και να αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη μέρα, και να κηρυχθεί στ’ όνομά του μετάνοια και άφεσις αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ, και πως εσείς θα είσαστε μάρτυρες γι’ αυτά. «Και θα σας στείλει ο Πατέρας μου το Άγιον Πνεύμα που σας υποσχέθηκα. Μα εσείς καθίσετε στην Ιερουσαλήμ ως που να ντυθείτε δύναμη από πάνω». «Τους έβγαλε λοιπόν (γράφει ο άγιος Λουκάς) έξω από τα Ιεροσόλυμα έως τη Βηθανία, και σήκωσε τα χέρια του και τους ευλόγησε. Κι εκεί που τους ευλογούσε, αρπάχθηκε από κοντά τους κι ανέβαινε στον ουρανό.
Κι εκείνοι τον προσκυνήσανε και γυρίσανε στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη, και καθόντανε ολοένα στην εκκλησιά δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό». Είχαν χαρά μεγάλη, τόσο μεγάλη, που σκέπαζε τη λύπη τους για τον προσωρινό χωρισμό από τον πολυαγαπημένο τους τον Κύριο. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος γράφει κι εκείνος όσα γράφουνε κι οι άλλοι δυο ευαγγελιστές: « Ύστερον ανακειμένοις αυτοίς τοις έωδεκα εφανερώθη και ωνείδισε την απιστία αυτών και σκληροκαρδίαν, ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένον ουκ επίστευσαν». Δεν πιστέψανε ούτε στη Μαγδαληνή ούτε στους δυο που πηγαίνανε στους Εμμαούς.
Κατόπι τους είπε να κηρύξουνε το Ευαγγέλιο σ’ όλη την οικουμένη: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Και πως όσοι πιστέψουνε θα κάνουνε θαύματα, στ’ όνομά Του θα βγάλουνε δαιμόνια, θα μιλήσουνε με καινούριες γλώσσες, φίδια θα πιάνουνε και δε θα παθαίνουνε, κι αν πιούνε φαρμάκι δεν θα τους βλάψει, απάνω στους άρρωστους θα βάλουνε τα χέρια τους και θα γίνουνε καλά. «Ο μεν ουν Κύριος, μετά το λαλήσαι αυτοίς, ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. Αμήν»
Είδες, αγαπητέ αναγνώστη, τι λέγει ο Κύριος; «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Μην λες, λοιπόν, δεν μπορώ να πιστέψω. Ο Χριστός καταδικάζει ορθά- κοφτά την απιστία: «ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Ταπεινώσου, αγάπησε τον Χριστό, παρακάλεσέ τον, και θα σου δωρήσει την πίστη. Όπως η απιστία βγαίνει από την υπερηφάνεια, έτσι κι η πίστη έρχεται από την ταπείνωση.
«Ανελθών εις ουρανούς όθεν κατήλθες, μη εάσης ημάς ορφανούς, Κύριε. Ελθέτω σου το Πνεύμα, φέρον ειρήνην τω κόσμω. Δείξον τοις υιοίς των ανθρώπων έργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».
Πηγή: https://alopsis.gr
Από το βιβλίο ''Ανέστη Χριστός'' Η δοκιμασία του Λογικού
Εκδόσεις Αρμός
Φώτης Κόντογλου
«Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ»
1. ῾Ολοκλήρωση τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του.
Μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁ Κύριος ὁλοκλήρωσε τό ἀπολυτρωτικό καί σωτηριῶδες ἔργο Του στή γῆ. Ἡ εἰς Οὐρανούς ἄνοδός Του ἦταν ἡ συνέχεια τῆς Γεννήσεώς Του, τῆς Βαπτίσεώς Του, τοῦ διδασκαλικοῦ ἔργου Του, τῆς Σταυρώσεως καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του. Ὅ,τι ξεκίνησε ὁ Κύριος ἐρχόμενος στόν κόσμο ἔφτασε στό πέρας του μέ τήν Θεία Του ᾽Ανάληψη: ἕνωσε τούς ἀνθρώπους μέ τόν Τριαδικό Θεό. Σύμφωνα μέ τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, πού συμπυκνώνει τήν οὐσία της, ὁ Κύριος ἀνελήφθη ἐν δόξῃ ῾τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις᾽.
Ἡ ἐν δόξῃ αὐτή ᾽Ανάληψη δέν ἀποτελεῖ ἀπόρριψη ἀπό τόν Κύριο τοῦ φυσικοῦ σκηνώματός Του καί ἐπάνοδό Του ὡς Θεοῦ μόνου στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος ἀναλαμβάνεται στούς Οὐρανούς, ῾ὅπου ἦν τό πρότερον᾽, μέ τό ἅγιο σῶμα Του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ δέν ἦταν μία παρένθεση στήν ὅλη ζωή Του. Τέτοιες παρενθέσεις βλέπουμε στίς ῾θεότητες᾽ τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων ἤ καί ἄλλων λαῶν, ὅταν κάποιος ῾Θεός᾽ φανερώνεται ὡς ἄνθρωπος στόν κόσμο, γιά νά ἐπιτελέσει κάποια συγκεκριμένη ἀποστολή, προκειμένου στή συνέχεια νά ἐπανέλθει στήν κανονική του τάξη.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, σαρκώνεται ὡς ἄνθρωπος, προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν κρατάει διαπαντός. ῎Αν ἡ ἀνθρωπότητα θεραπεύτηκε ἀπό τό τραῦμα τῆς ἁμαρτίας ἦταν γιατί ὁ Θεός μας ἀπό ἄπειρη ἀγάπη κινούμενος ἕνωσε τή ζωή Του μέ ἐμᾶς. Γιά πάντα στή Θεότητα ὑπάρχει πιά καί ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἐν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος ῾κατέκτησε᾽ τούς οὐρανούς. ῎Ηδη βρισκόμαστε μέσα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν᾽ εἶπε ὁ Κύριος (᾽Ιωάν. 14,2).
Ἡ μεγάλη αὐτή ἀλήθεια ἀποκαλύπτει πέρα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀξία πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ὄν τυχαῖα ριγμένο στόν κόσμο. Δέν εἶναι ἀκόμη ἕνα ἀπό τά πολλά ὄντα τοῦ κόσμου. Μέ τήν πρόσληψή του ἀπό τόν Θεό καί τή διαπαντός διακράτησή του ἀπό ᾽Εκεῖνον μέσα Του φανέρωσε τήν ἄπειρη ἀξία πού ἔχει καί ὁ ἴδιος. ᾽Αξία ὅμως πού δέν ἀποκτᾶ ἀπό μόνος του, ἀλλά ἀπό τή σύνδεση καί τή σχέση του μέ τό Δημιουργό Του.῾Ο Θεός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού δίνει ἀξία στόν ἄνθρωπο καί ὄχι κάτι πού κατέχει αὐτός.
Εἶναι στήν πραγματικότητα τό ῾κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ’ στόν ἄνθρωπο, τό ὁποῖο καθάρισε ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο καί τό ἔφτασε στό ἀπώγειό του ὡς ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ μέ τήν ἔνδοξη ᾽Ανάληψή Του. Διαφορετικά, ἀπό μόνοι μας, χωρίς τόν Θεό, εἴμαστε ὅ,τι ἐπισημαίνουν ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν: ῾γῆ καί σποδός᾽, ῾σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία᾽, κυριολεκτικά ἕνα τίποτα: ῾χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽, πού εἶπε καί ὁ Κύριος ( ᾽Ιωάν. 15,5). Κατά συνέπεια ἡ ἀξία πού δίνει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο ὁδηγεῖ στήν καταδίκη κάθε ρατσιστικῆς ἀντίληψης καί στήν ὑπέρβαση κάθε ἀριστοκρατικῆς θεώρησης ὁμάδων ἀνθρώπων. Κανείς δέν εἶναι ἀνώτερος ἀπό κάποιον ἄλλον.
Εἴτε λευκός εἴτε μαῦρος, εἴτε φτωχός εἴτε πλούσιος, εἴτε μορφωμένος εἴτε ἀμόρφωτος, εἴτε νέος εἴτε γέρος, ὅλοι ἔχουμε τήν ἴδια ἀξία πού μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. ῾Οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδέ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ. Πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ᾽Ιησοῦ᾽ (Γαλ. 3, 28). Ἡ ᾽Ανάληψη λοιπόν τοῦ Κυρίου, πέρα ἀπό τήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, σημαίνει καί τή μεγάλη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου.
2. ᾽Ανάληψη καί Πεντηκοστή: ἡ ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας.
Ναί μέν ὁ Κύριος μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁλοκλήρωσε τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά καί δέν σώθηκε ὁ κόσμος ἀκόμη. Αὐτό πού ἔφερε ἔπρεπε νά γίνει προσωπικό κτῆμα τοῦ καθενός. Τό γενικό καί ἀντικειμενικό νά γίνει ἀτομικό. Καί τό ἔργο αὐτό τῆς προσωπικῆς οἰκείωσης τῆς σωτηρίας ἔγινε μέ τήν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Κατά τήν Πεντηκοστή, τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἀναλαμβάνει τή διακονία τῆς κοινῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ: νά φανερώνει τόν Χριστό στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, νά πραγματοποιεῖ τόν ἁγιασμό τους.
Ὅπως ὁ Θεός Πατέρας διακόνησε τίς κοινές ἐνέργειες τῆς Θεότητος τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προκειμένου νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τόν ἐρχομό τοῦ Υἱοῦ Του, ὅπως ὁ Θεός Υιός διακόνησε τίς κοινές ἐνέργειες τῆς Θεότητος τήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης μέ τό ὅλο ἀπολυτρωτικό ἔργο Του, ἔτσι καί ὁ Θεός ῞Αγιον Πνεῦμα διακονεῖ ἀπό τήν Πεντηκοστή καί ἐφεξῆς τίς ἐνέργειες αὐτές: φανερώνει τήν ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ καί κάνει τόν ἄνθρωπο μέλος ᾽Εκείνου (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 16, 13-15). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου παραπέμπει στό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς.
Χωρίς τήν Πεντηκοστή – τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος - ἡ ᾽Ανάληψη, ὅπως καί ὅλη ἡ ἐπί γῆς ζωή τοῦ Κυρίου, θά παρέμενε παντελῶς ἀνενέργητη. Χωρίς τήν παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὁ Χριστός μας θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά μᾶς. ῎Ισως σάν τήν ἠλεκτρική ἐγκατάσταση ἑνός σπιτιοῦ πού δέν ἔχει διακόπτες παροχῆς τοῦ ρεύματος. Χωρίς τούς διακόπτες ἡ ὕπαρξη τοῦ ρεύματος δέν χρησιμεύει πουθενά. Ἡ ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας τονίζει ἐπαρκῶς τή διάσταση αὐτή τῆς ᾽Αναλήψεως: ῾ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ᾽.
Ἡ πέμψη τοῦ Παρακλήτου ῾Αγίου Πνεύματος κατανοεῖται ὡς ὁ σκοπός τῆς ᾽Αναλήψεως, γιά τό λόγο πού εἴπαμε: νά ἱκανωθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιά νά γνωρίσει τόν Χριστό, γιά νά γίνει μέτοχος τῶν δωρεῶν πού ἔφερε ᾽Εκεῖνος στόν κόσμο, γιά νά νιώσει τήν εὐλογία καί τή μεγαλωσύνη νά εἶναι μέλος Του. Μ᾽ ἕνα λόγο ἡ Πεντηκοστή ὡς συνέχεια τῆς ᾽Αναλήψεως μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά εἴμαστε ἡ προέκταση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ᾽Εκεῖνος μέσω ἡμῶν. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20).
῎Ετσι ὁ Κύριος φεύγει ἀπό τόν κόσμο γιά νά ξανάρθει μέ ἄλλη μορφή: μέσω τοῦ Πνεύματός Του. Ἡ ἐν ἀγίῳ Πνεύματι ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία διαρκής παρουσία τοῦ Κυρίου μέ ἄλλον τρόπο ἀπό ὅ,τι ἦταν ἐδῶ στή γῆ. Ἡ ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι καί βεβαίως ἡ διακυβέρνησή της ἀπό Αὐτόν ἀοράτως εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ᾽Αναλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Σύμφωνα μέ ὅ,τι βεβαίωσε ὁ ῎Ιδιος: ῾Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγώ ἀπέλθω. ᾽Εάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς. ᾽Εάν δέ πορευθῶ, πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16,7).
3. ᾽Ανάληψη καί Δευτέρα Παρουσία.
Ἡ ᾽Ανάληψη δέν παραπέμπει μόνο στήν Πεντηκοστή. Παραπέμπει καί στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Τά λόγια τῶν ᾽Αγγέλων στούς ἔκπληκτους μαθητές τή στιγμή τῆς ᾽Αναλήψεως εἶναι ἐνδεικτικά: ῾῎Ανδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ ᾽Ιησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 1,11). Ὁ ἐν δόξῃ ἐρχομός τοῦ Κυρίου γιά δεύτερη φορά ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς πρώτης παρουσίας Του, τέλος τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ᾽Ανάληψη, ἀλλά καί τῆς μυστηριώδους παρουσίας Του ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι στήν ᾽Εκκλησία.
Ἡ Δευτέρα Παρουσία ἀποτελεῖ τήν προοπτική καί τήν προσμονή τῶν Χριστιανῶν. Οἱ Χριστιανοί τρεφόμαστε και ἀπό τό μέλλον. Τό ῾ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ᾽ (᾽Απ. ᾽Ιωάν. 22,20) εἶναι ἡ κραυγή τοῦ πιστοῦ πού νιώθει τήν καρδιά του νά φλέγεται ἀπό τόν ῾᾽Ηγαπημένον᾽ (Πρβλ. ᾽Εφ. 1,6), τόν ᾽Ι. Χριστό. Ἡ Δευτέρα Παρουσία ὅμως θά φέρει καί τήν τελική κρίση τῶν ἀνθρώπων. Στήν κρίση αὐτή καί στή συνέχειά της, τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία θά κυριαρχεῖ πλήρως ὁ Κύριος, βλέπουμε τήν ὁριστική καί τελική ἔκφραση τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου, στοιχεῖο τοῦ ὁποίου εἶναι καί ἡ ᾽Ανάληψή Του.
Ὁ Χριστός βασιλέας εἶναι ὁ νικητής Χριστός: κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ διαβόλου, κατά τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου. ῾Δεῖ γάρ αὐτόν βασιλεύειν ἄχρις οὗ ἄν θῇ πάντας τούς ἐχθρούς ὑπό τούς πόδας αὐτοῦ...῞Οταν δέ ὑποταγῇ αὐτῷ τά πάντα, τότε καί αὐτός ὁ υἱός ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τά πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεός τά πάντα ἐν πᾶσιν᾽ (Α´Κορ. 15, 25.28).
* Εκ του ιστολογίου «Ακολουθείν» της 27ης Μαϊου 2014. Επιμέλεια ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΦΩΤΙΚΗΣ: «ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»
Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα.
Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).
Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος αυτός έχει διαδοθεί μέχρι σήμερα μεταξύ των Ιουδαίων» – Ματθ. κη’ 15).
Αυτήν την αλήθεια οι μεν δαίμονες την αναγνώρισαν, οι Ιουδαίοι όμως, που ομολόγησαν ότι υποδέχτηκαν τις εντολές του Θεού, δεν έχουν την πρόθεση να την τιμήσουν ούτε με λόγια, ενώ ο Προφήτης λέει αυτά: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2). Και πάλι λέει: «Υψώσου, Θεέ, επάνω από τους ουρανούς, κι η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5).
Αυτά βέβαια δεν θα μπορέσουν με κανέναν τρόπο να τα διαστρέψουν οι σοφιστές της αλήθειας, μ’ όποιον τρόπο κι αν φιλοσοφήσουν το ψέμα του πατέρα τους -διαβόλου- (Ιω. η’ 44). Γιατί ο Κύριος, που ανέβηκε και υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ανέβηκε στους ουρανούς οπωσδήποτε, αφού πρώτα κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο ανήγγειλε από πριν ο Προφήτης λέγοντας: «Κύριε, γείρε τους ουρανούς και κατέβα. Άγγιξε τα βουνά και θα βγάλουν καπνό, άναψε την αστραπή και θα τους σκορπίσεις» (Ψαλμ. ρμγ’ 5).
Και αυτό το έλεγε, προλέγοντας την καλή είδηση, σ’ αυτούς που ακόμη κάθονταν κάτω από τη σκιά του θανάτου, για τη συντριβή των δυνάμεων του άδη, η οποία, όπως μας διαβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκε από την ταφή και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό ακριβώς και σε άλλο πάλι κεφάλαιο έχουμε τον ψαλμωδό να λέει: «Αφού ανέβηκε υψηλά, πήρε τους αιχμαλώτους σε αιχμαλωσία, έδωσε δώρα στους ανθρώπους» (Ψαλμ, ξζ’ 19).
Διότι, ο μονογενής Υιός του Θεού, αφού με την Ανάστασή Του πήρε την ανθρωπότητα από την αιχμαλωσία της στον θάνατο και ανέβηκε επάνω στους ουρανούς, ετοίμασε -ως δώρα- όπλα, γι’ αυτούς που θέλουν δικαιοσύνη (γιατί είναι βασιλιάς της δόξας), ασφαλίζοντας με λογικούς θώρακες αυτούς που στρατολογούνται καθημερινά από Αυτόν με τη σφραγίδα της δικαιοσύνης. Διότι Αυτός έπρεπε να συνθέσει, από το στόμα των νηπίων και όσων μικρών θηλάζουν δοξολογία (Ψαλμ, η’ 3), για να αποδοκιμάσει τελείως εκείνους που από υπερηφάνεια νομίζουν ότι είναι τέλειοι.
Διότι πραγματικά η ταπείνωση είναι σφραγίδα ευσεβείας. Γι’ αυτό και όσοι δεν πείθονται από την προφητεία που λέει πως διά της Αναστάσεως του Χριστού θα κατασκηνώσουν στο φως των ζώντων, θα μαζέψουν τους καρπούς της ανοησίας τους.
Γ’. Εμείς, όμως, αδελφοί, ας μιλήσουμε καλά και πάλι τα λόγια του Ψαλμωδού, για να δούμε με τα πνευματικά μάτια τον Κύριο, που ανέβηκε στους ουρανούς επάνω σε νεφέλη. Ο λόγος με προτρέπει να αποσιωπήσω προσωρινά τη μαρτυρία των Αποστόλων, για να μη θεωρηθεί από τους άφρονες ότι υποστηρίζω τον εαυτό μου, ενώ κάθε λόγος των Αποστόλων επιβεβαιώνεται από την προφητική αλήθεια (Β’ Πέτρ. α’ 19), γιατί αναγνωρίζεται ότι οι λόγοι τους είναι γεννήματα των προφητικών λόγων.
Πράγματι, όσα υπαινίχθηκαν οι Προφήτες από πρόγνωση για την ενανθρώπηση του Κυρίου, αυτά τα κήρυξαν οι Απόστολοι από επίγνωση με την έμπνευση του Ιδίου Αγίου Πνεύματος. Διότι λέει «καθώς πλησιάζουν τα έτη θα αναγνωρισθείς, καθώς φτάνει ο καιρός θα αναδειχθείς» (Αββ. γ’ 2). Ας πούμε, λοιπόν, πάλι: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το ονομά Σου σε όλη τη γη.
Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2), για να γνωρίσουμε με σαφήνεια ότι η ενανθρώπηση του Κυρίου και η επάνοδός Του από τη γη στον ουρανό, της οποίας σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη, γέμισε τον κόσμο με τη γνώση του Θεού. Γιατί, όσον καιρό ο Χριστός ήταν επάνω στη γη, οι πολλοί είχαν μικρή ιδέα για το μεγαλείο της δόξας Του. Επειδή όμως ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, και εκπλήρωσε όπως έπρεπε όλη τη βούληση του Πατέρα, όλη η κτίση γέμισε θαύμα και γνώση, βλέποντας τον Κύριο των όλων να ανεβαίνει, δηλαδή να αναλαμβάνεται.
Γιατί σύμφωνα με την προφητεία σηκώθηκε, δηλαδή υψώθηκε πιο επάνω από όλους τους ουρανούς ως άνθρωπος, και ανέβηκε ως Θεός. Γιατί λέει, «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).
Δ’. Ο Προφήτης ασφαλώς δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια, εάν δεν είχε προβλέψει την κάθοδό Του, χωρίς να πλανηθεί, με τα μάτια της προγνώσεως. Διότι, πώς θα ήταν επόμενο να πει, «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5), ή επίσης «ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς» (Ψαλμ. μστ’ 6), εάν ο θεολόγος -Δαβίδ- δεν είχε θεωρήσει με την πρόγνωση του Πνεύματος και την κατάβαση και την ανάβασή Του;
Γι’ αυτό, όπως είπα πριν, αλλού λέει ότι υψώθηκε και αλλού ότι ανέβηκε, για να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση. Για μεν τη θεότητα λέει ότι ανέβηκε, για το σώμα όμως λέει πως υψώθηκε, δηλαδή αναλήφθηκε. Λοιπόν, από όλα αυτά πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Ίδιος που κατέβηκε είναι και που ανέβηκε επάνω από όλους τους ουρανούς, για να γεμίσει τα πάντα με την αγαθοσύνη Του και για να υψώσει τελείως τους Αποστόλους Του αφού πρώτα τους ελευθερώσει από τα πάθη της αμαρτίας με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος.
Γιατί τι λέει; «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη, για να λυτρωθούν οι αγαπητοί Σου» (Ψαλμ. νστ 6, νθ’ 7). Διότι αγαπητοί του Κυρίου στ’ αλήθεια είναι κατά πρώτο λόγο εκείνοι που συμμερίστηκαν καθ’ όλα το Πάθος Του και έγιναν αυτόπτες και κήρυκες της μεγαλειότητάς Του.
Ε’. Ώστε, λοιπόν, οι Προφήτες κήρυτταν ένα και τον Ίδιο Κύριο, αλλά δεν συνέχεαν σε μια φύση το σχήμα της σαρκώσεώς Του, όπως τώρα μερικοί -μονοφυσίτες- εισηγούνται. Αυτοί χρησιμοποιούσαν βέβαια τους όρους που αναφέρονται στη θεότητά Του όπως αρμόζει σε Θεό, ενώ ίσους όρους αναφέρονται στο σώμα όπως αρμόζει σε ανθρώπους, για να διδάξουν με σαφήνεια ότι ο Κύριος που ανέβηκε, δηλαδή που υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ό,τι είναι από τον Πατέρα υπάρχει, ό,τι δε έγινε από την Παρθένο, μένει άνθρωπος, ένας στο πρόσωπο και ένας στην υπόσταση.
Γιατί ο ασώματος Υιός του Θεού αφού μορφοποίησε τον εαυτό Του όταν προσέλαβε σάρκα, ανέβηκε γι’ αυτό φανερά, εκεί από όπου κατέβηκε αφανώς και σαρκώθηκε. Γι’ αυτό αναλήφθηκε με δόξα και Τον πίστεψαν εξ αιτίας της δυνάμεώς Του και Τον προσμένουν πάλι με φόβο να πάρει στην κάθοδό Του ως προφητική υπηρέτρια τη νεφέλη (Λουκ. κα’ 27). Γιατί και τότε, προείπαν οι Προφήτες, ότι θα Τον υπηρετήσει νεφέλη, για να φανεί πάλι να βαστάξει τον Κύριο που έχει σώμα μια υλική και ελαφρή ουσία.
Διότι βέβαια, όπως είπα, ο Κύριος βαστάζει τα σύμπαντα με τη βούλησή Του ως Θεός, από τη νεφέλη όμως θα βασταχθεί επίσης ως άνθρωπος, ώστε ο Κύριος που αγαπά τις ψυχές μας να μη αρνηθεί ούτε και τότε τους νόμους της φύσεως την οποία προσέλαβε.
ΣΤ’. Γι’ αυτό ακριβώς και ο θεσπέσιος Παύλος (Α’ Θεσ. δ’ 17) μας δίδαξε επιπλέον ότι και οι άγιοι θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες, όταν θα έρχεται ο Κύριος που περιμένουμε επάνω σε νεφέλη. Διότι, ό,τι αρμόζει στον Θεό που σαρκώθηκε εξ αιτίας του σώματός Του, αυτό θα συμβεί και σ’ εκείνους που εξ αιτίας της πλούσιας Χάρης Του θα θεωθούν, αφού ο Θεός φιλοτιμήθηκε να κάνει θεούς τους ανθρώπους.
Λοιπόν, κανένας, αδελφοί, να μη υποθέτει ότι η πυκνότητα της φύσεως του ανθρώπου, την οποία προσέλαβε κατ’ ουσία ο άγιος Λόγος του Θεού, όπως αναγνωρίζεται, έχει αλλοιωθεί από τη λάμψη της θείας και ένδοξης ουσίας Του, σύμφωνα με την αλήθεια για τις δύο φύσεις που υπάρχουν σ’ Αυτόν αχώριστα. Διότι ο ένδοξος Υιός του Θεού δεν σαρκώθηκε για να πλανήσει το πλάσμα Του, αλλά για να αφανίσει τελείως με την κοινωνία μαζί του την έξη που μέσα στον άνθρωπο έσπειρε το φίδι (δηλαδή ο διάβολος).
Ώστε η σάρκωση του Λόγου άλλαξε την έξη και όχι τη φύση, ώστε να ξεντυθούμε τη μνήμη του κακού και να ντυθούμε την αγάπη του Θεού, όχι με το να αλλάξουμε σε κάτι που δεν ήμασταν, αλλά να ανανεωθούμε με δόξα σε κάτι που ήμασταν, με την αλλαγή. Σ’ Αυτόν, λοιπόν, ανήκει η δοξολογία και το κράτος, σ’ Αυτόν που κατέβηκε από τους ουρανούς χωρίς να φαίνεται και ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, σ’ Αυτόν που υπάρχει πριν από όλους τους αιώνες και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν. (P.G. 65,1141-1148)
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή», Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις «Αρμός». Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 25ης Μαΐου 2017. Επιμέλεια ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: «ΑΝΕΛΗΦΘΗΣ ΕΝ ΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ»
Βλέπετε αὐτή τήν κοινή γιά μᾶς ἑορτή καί εὐφροσύνη,
τήν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός
ἐχάρισε μέ τήν ἀνάσταση καί ἀνάληψή του στούς πιστούς;
Ἐπήγασε ἀπό θλίψη.
Βλέπετε αὐτή τήν ζωή, μᾶλλον δέ τήν ἀθανασία;
Ἐπιφάνηκε σέ μᾶς ἀπό θάνατο.
Βλέπετε τό οὐράνιο ὕψος, στό ὁποῖο ἀνέβηκε κατά τήν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος
καί τήν ὑπερδεδοξασμένη δόξα πού δοξάσθηκε κατά σάρκα;
Τό πέτυχε μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀδοξία.
Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν,
«ἐταπείνωσε τόν ἑαυτό του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου,
καί μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου,
γι’ αὐτό κι’ ὁ Θεός τόν ὑπερύψωσε καί τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπό κάθε ὄνομα,
ὥστε στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νά καμφθεῖ κάθε γόνατο
ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων
καί νά διακηρύξει κάθε γλώσσα
ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Κύριος σέ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξωμε τὴ ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσωμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιά μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμὸ (παράδειγμα), γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μία ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σ’ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων. Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἔφ. 1:20)
Γιατί λοιπὸν στάθηκε στὸ μέσο τους κι’ ἔπειτα τοὺς συνόδευσε; «Τοὺς ἐξήγαγε, λέγει, ἔξω ἕως τὴ Βηθανία», ἀλλὰ «καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του, τοὺς εὐλόγησε». (Λουκᾶ 24:50). Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτὸ του ὁλόκληρο σῶο καὶ ἀβλαβῆ, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ πόδια ὑγιῆ καὶ βαδίζοντα σταθερά, αὐτὰ ποὺ ὑπέστησαν τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν, τὰ ὁμοίως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καρφωμένα χέρια, τὴν ἴδια τὴ λογχισμένη πλευρά, ἂν ἔφεραν πάνω τους, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν, πρὸς διαπίστωση τοῦ σωτηριώδους πάθους. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ «στάθηκε στὸ μέσο τῶν μαθητῶν» δεικνύεται καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ στηρίχθηκαν στὴ πίστη πρὸς αὐτόν, μὲ αὐτὴ τὴ φανέρωση καὶ εὐλογία του. Γιατί δὲν στάθηκε μόνο στὸ μέσο ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ στὸ μέσο τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός, γιατί ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ἔγιναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι. Στάθηκε λοιπὸν στὸ μέσο τους καὶ τοὺς λέγει, «εἰρήνη σὲ σᾶς», τούτη τὴ γλυκιὰ καὶ σημαντικὴ καὶ συνηθισμένη του προσφώνηση.
Τὴν διπλὴ εἰρήνη, πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γέννημα τῆς εὐσέβειας καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας. Καὶ καθὼς τοὺς εἶδε φοβισμένους καὶ ταραγμένους ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη καὶ παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα – φάντασμα, αὐτὸς τοὺς ἀνέφερε πάλι τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδιᾶς των, καὶ ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρότεινε τὴ διαβεβαίωση διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, ὄχι γιατί εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλὰ γιὰ ἐπιβεβαίωση τῆς ἀναστάσεώς του. Ἔφαγε δὲ μέρος ψητοῦ ψαριοῦ καὶ μέλι ἀπὸ κηρύθρα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ σύμβολα τοῦ μυστηρίου του. Δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνωσε στὸν ἑαυτὸ του καθ’ ὑπόσταση τὴ φύση μας, ποὺ σὰν ἰχθὺς κολυμποῦσε στὴν ὑγρότητα τοῦ ἡδονικοῦ καὶ ἐμπαθοῦς βίου, καὶ τὴν καθάρισε μὲ τὸ ἀπρόσιτο πῦρ τῆς Θεότητός του.
Μὲ κηρύθρα δὲ μελισσιοῦ μοιάζει ἡ φύση μας γιατί κατέχει τὸ λογικὸ θησαυρὸ τοποθετημένο στὸ σῶμα σὰν μέλι στὴ κηρύθρα. Τρώγει ἀπὸ αὐτὰ εὐχαρίστως γιατί καθιστᾶ φαγητὸ του τὴ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς μετέχοντας τῆς φύσεως. Δὲν τρώει ὁλόκληρο, ἀλλὰ μέρος «ἀπὸ κηρύθρα μέλι» ἐπειδὴ δὲν πίστευσαν ὅλοι καὶ δὲν τὸ παίρνει μόνος του, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς μαθητές, γιατί τοῦ φέρνουν μόνο τοὺς πιστεύοντες σ’ αὐτόν, χωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Κατόπιν τοὺς ὑπενθύμισε τοὺς λόγους του πρὶν τὸ πάθος, ποὺ ὅλοι πραγματοποιήθηκαν. Τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς εἶπε νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι νὰ λάβουν δύναμη ἀπὸ ψηλά. Μετὰ τὴ συζήτηση ὁ Κύριος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδήγησε ἕως τὴ Βηθανία καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σὰν ὄχημα καὶ ἀνῆλθε ἐνδόξως στοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλοσύνης τοῦ Πατρός, καθιστώντας ὁμόθρονο τὸ φύραμά μας.
Καθὼς οἱ Ἀπόστολοι δὲν σταματοῦσαν νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φροντίδα τῶν ἀγγέλων πληροφοροῦνται ὅτι ἔτσι θὰ ἔλθει πάλι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «θὰ τὸν ἰδοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, νὰ ἔρχεται πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ». (Ματθ. 24: 30). Τότε οἱ μαθητὲς ἀφοῦ προσκύνησαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπὸ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ χαρούμενοι, αἰνώντας καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ καὶ ἀναμένοντες τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος.
Ὅπως λοιπόν ἐκεῖνος ἔζησε καί ἀπεβίωσε,
ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε,
ἔτσι κι’ ἐμεῖς ζοῦμε καί πεθαίνουμε καί θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι.
Τήν ἀνάληψη ὅμως δέν θά πετύχουμε ὅλοι,
ἀλλά μόνο ἐκεῖνοι γιά τούς ὁποίους ζωή εἶναι ὁ Χριστός
καί ὁ θάνατος εἶναι κέρδος,
ὅσοι πρό τοῦ θανάτου σταύρωσαν τήν ἁμαρτία διά τῆς μετανοίας,
μόνο αὐτοί θά ἀναληφθοῦν μετά τήν κοινή ἀνάσταση
σέ νεφέλες πρός συνάντηση τοῦ Κυρίου στόν ἀέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).
Ἂς ἔρθουμε στό ὑπερῶο μας, στό νοῦ μας προσευχόμενοι,
ἂς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας
γιά νά πετύχουμε τήν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου
καί νά προσκυνήσουμε Πατέρα καί Υἱό καί Ἅγιο Πνεῦμα,
τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Γένοιτο».
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)







