ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ



Σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στον εκκλησιαστικό μας χώρο θα θέλαμε να παροτρύνουμε τους εν Χριστώ αδελφούς μας να προτιμήσουν την ειρηνική σιωπή, τη συγκατάβαση και προπαντός την προσευχή. Στην τρικυμία κανείς δεν βάλλει κατά του άλλου, αλλά από κοινού κοιτούν, πως να σωθούν! Δεν χρειάζονται κραυγές, φανφάρες και συνθήματα. Μεγιστοποιήθηκε ένα ζήτημα, που διαλαλήθηκε μέσω f.b., αναπαράχθηκε και τείνει να γίνει σήριαλ. Ποιός θυμάται τον Άγιο Χρυσόστομο τον Νέο Ομολογητή και ηγήτορα του ιερού αγώνα μας, που ανάμεσα σε ακραίες πνευματικές συγκυρίες και «αδελφικά» πισομαχαιρόματα έπρεπε να ενώσει και διασώσει το μικρό ποίμνιο των Ορθοδόξων, όταν ο ου κατ' επίγνωσιν ζήλος, οι αφορισμοί και η οχλαγωγία διέσπασαν την ενότητα της αποτείχισης; Αλλά και η υποκρισία όλων μας είναι απίστευτη! Χρόνια και χρόνια διατείνουμε, πως πρέπει να εργαστούμε για να ενωθεί επιτέλους το ποίμνιο των Ορθοδόξων του Πατρίου και όταν έρχεται εκείνη η ώρα, αρχίζουμε αγώνα για να διασπάσουμε αυτήν την ενότητα...! Η μόνη αίρεση στο χώρο του πατρίου είναι ο Ματθαιισμός, από τον οποίο πολλοί εξ ημών πάσχουν, με την αποδοχή -όχι της ακρίβειας-, αλλά της τυποποίησης των κανόνων και της ερμηνείας τους με μεσαιωνικό και κατά τον δοκούν ανερμήνευτο ζήλο. Εν κατακλείδι, η παρούσα κατάσταση, τον μόνο που εξυπηρετεί δεν είναι μόνο ο Οικουμενιστικός νεοημερολογητισμός, αλλά και οι παραταξιακοί διθύραμβοι των αλλόφρονων διχοτόμων. Εύχεσθε!



Γιώργος Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2024

THE ORTHODOX CHRISTIANS OF NIGERIA | FULL DOCUMENTARY




Από το κανάλι του You Tube: Saint Photios Orthodox Theological Seminary


Saint Photios Orthodox Theological Seminary, located in Etna, California, is a small institution of higher education under the jurisdiction of the American Eparchy of the Church of the Genuine Orthodox Christians of Greece. The views and opinions expressed by the various individuals appearing in the videos posted on this channel do not necessarily reflect those of the administration of the Saint Photios Orthodox Theological Seminary or of the Holy Synod of the Church of the Genuine Orthodox Christians of Greece.


Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΠΑΡΝΗΘΟΣ (2024)

 


Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς
Ἀχαρναὶ Ἀττικῆς
Σάββατον, 26-05/08-06-2024




Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Καλλίνικε,

Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανέ,

Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,

Τίμιον Πρεσβυτέριον,

Σεπτὴ διακονία,

Οσιώταται Μοναχαί,

Λαὲ τοῦ Θεοῦ εὐλογημένε,


Η Τιμὴ τῶν Ἁγίων στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν πάντοτε χαρμόσυνο καὶ εὐλογημένο γεγονός. Ἡ Ἐκκλησία παρατηροῦσε τὴν τιμὴ καὶ δόξα μὲ τὴν ὁποίαν περιέβαλε ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Θεοῦ, τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἁγίους. Αὐτὴ ἡ τιμὴ καὶ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων ξεκίνησε ἀπὸ τὴν τιμὴ τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὅπως ἀναφέρουν τὰ Μαρτυρολόγια τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅπου κάποιος Μάρτυρας, ἄνδρας ἤ γυναῖκα θυσίαζε ἑαυτὸν γιὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν στιγμή αὐτὴ ἐλάμβανε ἀναγνώριση καὶ τιμὴ Μάρτυρος καὶ ἀναγραφόταν εἰς τὰ Δίπτυχα τῶν Ἁγίων.


Η Ὀρθόδοξος Θεολογία διεμόρφωσε ἕνα ἰδιαίτερο κομμάτι τοῦ ἱστορικοῦ κλάδου της, τὴν Ἁγιολογία. Ἡ Ἐπιστήμη τῆς Ἁγιολογίας ἀσχολήθηκε ἀρχικῶς μὲ τὰ Μαρτύρια ἤ Πάθη, τὰ ὁποῖα ἦταν αὐθεντικὲς περιγραφὲς τῶν μαρτυρίων τῶν Ἁγίων ὑπὸ αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων μαρτύρων, μὲ τὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα ἤ τὰ πρακτικὰ δίκης τῶν Μαρτύρων (acta proconsularia) ποὺ κατέγραψαν οἱ ρωμαϊκὲς ἀρχὲς1 καθὼς καὶ μὲ τὶς ἐκθέσεις, οἱ ὁποῖες ἦταν σύντομες ἀναφορὲς εἰς μαρτύρια ἐντεταγμένες εἰς εὐρύτερα ἱστορικὰ ἔργα2. Αὐτὰ ἀποτελοῦσαν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες τὶς πηγὲς τῆς Ἁγιολογικῆς Ἐπιστήμης.


Εν συνεχείᾳ, ἄρχισαν νὰ προστίθενται εἰς τὰ Μαρτυρολόγια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ συμπληρώνεται τὸ Ἁγιολόγιό Της μὲ Προφήτας καὶ ἱερὲς προσωπικότητες τῆς Βίβλου, Ἱεράρχας, Ὁσίους καὶ Ἀσκητὰς, Ὁμολογητὰς καὶ Δικαίους, Ἰσαποστόλους καὶ Νεομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ κοσμοῦν τὸ Ἁγιολόγιο. Ἡ ἀνάδειξη καὶ ἡ διακήρυξη τῆς Ἁγιότητος τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, φανερώνει τὸ μεγαλεῖο τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, ὅλων αὐτῶν ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους, τὴν ἀρετή τους καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους, ἑδραίωσαν, τίμησαν κὶ ἐδόξασαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ3. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Τοπικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου ἐν ἔτει 1672 ὅτι «προσκυνοῦμεν δὲ τοὺς Ἁγίους, ὡς ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναγωνισθέντας, καὶ μεσίτας αὐτοὺς Θεῷ προβαλλόμεθα, ὡς φίλους Θεοῦ, καὶ παρρησίαν πρὸς αὐτὸν κεκτημένους, δι΄ αὐτῶν τὴν πρὸς Θεὸν βοήθειαν ἐξαιτούμενοι»4.


Όπως ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς κ. Πάσχος: «Ἡ Ἐκκλησία μας χτίζει διὰ τοὺς Ἁγίους Ναοὺς καὶ τοὺς καθαγιάζει μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά τους, συνιστᾶ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Εἰκόνων καὶ τῶν Λειψάνων τους, θεσπίζει ἑορτὲς διὰ νὰ τιμήσει τὴν μνήμη τους, ἐγκρίνει τὴ σύνταξη ἱερῶν ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν διὰ τὰς ἑορτάς των, συνιστᾶ εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ ψάλλουν Παρακλήσεις ζητώντας τὴν πρεσβεία τους πρὸς τὸν Θεὸ διὰ τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ ποικίλα δεινά, τὴν ἄφεσιν τῶν ἀμαρτιῶν τους καὶ τέλος νὰ πετύχουν τὸ «μέγα ἔλεος» παρὰ Κυρίου Παντοκράτορος»5.


Καὶ βέβαια ἡ κορύφωση τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατὰ τὴν γενέθλιο ἡμέρα των. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια οἱ χριστιανοὶ πίστευαν ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Μάρτυρος βρίσκεται παροῦσα τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, στὴν πνευματικὴ συνεστίαση τῆς κοινῆς τραπέζης6. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ πίστη εἰς τὴν ὀντολογικὴ παρουσία τῶν Ἁγίων εἰς τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Ευχαριστίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν μεταγενέστερη καθιέρωση τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς ἐξαγωγῆς μερίδων - ταγμάτων εἰς τιμήν καὶ μνήμην τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Προθέσεως, ὅπως διαμορφώθηκε καὶ ἀναφέρει πρῶτος χαρακτηριστικὰ τὸν 14ον αἰῶνα ὁ ἱερὸς Φιλόθεος ὁ Κόκκινος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.


Στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἄρχισαν νὰ διαμορφώνονται κάποια σημαντικὰ κριτήρια ἁγιότητος διὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καθὼς καὶ ἡ ἀξιοπιστία εἰς τὴν διακήρυξη καὶ ἀναγνώριση νέων Ἁγίων. Τὰ βασικὰ κριτήρια τῆς Ἁγιότητος εἶναι: α) ἡ ἔνταξη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἴτε μὲ τὸ ἱερὸ Βάπτισμα εἴτε μὲ τὸ Βάπτισμα τοῦ αἵματος, τὸ μαρτύριο, β) ἡ ὀρθὴ πίστη γ) ὁ ἅγιος καὶ ἐνάρετος βίος, δ) οἱ ἐξαιρετικὲς ὑπηρεσίες καὶ προσφορὲς εἰς τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ε) ἡ διενέργεια θαυμάτων.


Ένα ἀπὸ τὰ ἀπόλυτα καὶ ἀδιαμφισβήτητα κριτήρια εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ὁποία βέβαια συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὀρθὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ πίστη στοιχειοθετεῖται ἀπὸ τὴν γνήσια ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ παράδοση ποὺ μεταδίδεται μέσῳ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἄχρι τῆς σήμερον. Ἡ ὑγιαίνουσα αὕτη ὀρθὴ διδασκαλία προϋποθέτει μεγάλους ἀγῶνες διὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, τὸ μυστικὸ βίωμα τοῦ θείου ἔρωτος, τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ προσφορὰ στὸν συνάνθρωπο καὶ ἔχει ἐσχατολογικὴ διάσταση εἰς τὴν Ἐπουράνιον Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.


Μὲ τὶς ὡς ἄνω προϋποθέσεις ἡ Ἐκκλησία μας δὲν «ἁγιοποιεῖ», δηλαδὴ δὲν κατασκευάζει ἁγίους, ὅπως κάνει ἡ Δυτικὴ «Ἐκκλησία» ἀλλὰ καὶ δυστυχῶς οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, ἁπλῶς ἔρχεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Συνοδικῶς νὰ ἐπισφραγίσει τὴν τιμὴ καὶ εὐλάβεια τοῦ ποιμνίου πρὸς αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν χάριν καὶ τὴν δωρεὰ τῆς Ἁγιότητος. Γι΄ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καθ΄ ἡμᾶς Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «διαπίστωση», «διακήρυξη» ἤ καὶ ἔτι καλύτερα «ἀναγνώρισις», μέσῳ τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς ἐπισήμου Τελετῆς Ἁγιοκατατάξεως εἰς τὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας7Ἄρα ἡ κοινὴ συνείδηση τοῦ πλήρωματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπισφραγίζει τὶς ἀρετές, τὰ θαύματα, τὴν πίστη καὶ τὴν ἁγιότητα κάθε ἐναρέτως βιώσαντος καὶ κοιμηθέντος χριστιανοῦ8.


Εἰς αὐτὰ τὰ κριτήρια στηριζομένη ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἐλλάδος, ἐπισφράγισε τὴν τιμὴ εἰς ἕνα νέο Ὅσιο, τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο τὸν ἐν Πάρνηθι, τὸν καὶ κτίτορα καὶ προστάτη τῆς σεβασμίας καὶ Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης. Προσωπικά, ἄν καὶ ὁ νεώτερος τῶν Ἀρχιερέων, ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλάβεια τῶν προπατόρων μας γνησίων ὀρθοδόξων πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἱερωνύμου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ εὐλογημένο αὐτὸ Μοναστήρι.


Ο Ὅσιος Ἱερώνυμος, γόνος τῆς εὐλογημένης καὶ λεβεντογέννας Κρήτης, γεννήθηκε ἐν ἔτει 1867. Ἔλαβε τὴν ἐγκύκλια μόρφωσίν του εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Χρυσοπηγῆς Χανίων. Ἐν ἔτει 1891, σὲ νεαρὰ ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν, φλεγόμενος ὑπὸ θείου ἔρωτος, ἀφιερώθηκε εἰς τὸν Χριστὸ μεταβαίνοντας εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δὴ εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀργότερα ἐν ἔτει 1897 ἐχειροτονήθῃ διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος εἶχε μία συνταρακτικὴ Θεοτοκοφάνεια. Κατά τήν διάρκεια ἑνός πολύ δυνατοῦ χειμῶνος, βρέθηκε ὁ μακάριος ἀποκλεισμένος ἀπό τά χιόνια εἰς τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, ὅπου στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐπιβίωσιν, ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἄθωνος Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τόν ἐστήριξε σωματικῶς καί πνευματικῶς καί τόν παρηγόρησε μὲ λόγους ἐνθαρρυντικούς.


Εν ἔτει 1923 μία σοβαρὴ ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν τὸν ἠνάγκασε νὰ ἐξέλθει τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ νὰ μεταβεῖ εἰς Ἀθήνας πρὸς ἀναζήτησιν θεραπείας. Ὡς Κρητικὸς ηὐλαβεῖτο τὴν Ἁγία Παρασκευὴ, ἡ εὐλάβεια δὲ αὐτὴ αὐξήθηκε ἐν συνεχείᾳ λόγῳ τῆς ἀσθένειάς του καὶ τὸν ὤθησε νὰ ἱδρύσει Μονὴ ἀφιερωμένη εἰς τὴν Ἁγίαν. Ἀξιώθηκε μάλιστα νά ἴδει καὶ τήν Ἁγία Παρασκευή, ἐντός τοῦ δυτικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς, ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει Προσκυνητάρι πρὸς τιμήν Της.


Επὶ μίαν εἰκοσαετίαν διέπρεψε ὡς Ὁμολογητὴς τῆς Πίστεως, ὡς Φωτισμένος καὶ διορατικὸς Πνευματικός, ὡς Μέγας Διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς, ὡς γνήσιος συνεχιστὴς τῆς Ἁγιορείτικης Μοναχικῆς Παραδόσεως, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν ἀλλὰ καὶ σωμάτων, ἔχοντας ἐκ Θεοῦ καὶ τὸ ἰαματικὸ χάρισμα. Παράλληλα καλλιέργησε τὸ ποιητικό, ὑμνογραφικὸ καὶ διδακτικὸ χάρισμα ἀφήνοντας ὡς πνευματικὴ παρακαταθήκη ἀναρίθμητες σελίδες ἔμμετρου λόγου. Ἰδιαιτέρως ἠγωνίσθη διὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ λειτουργικὴ ἐξυπηρέτηση τοῦ μικροῦ Ποιμνίου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀγωνιζόμενος σθεναρῶς κατὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τοῦ 1924. Καὶ αὐτὴ ἡ προσήλωση τοῦ Γέροντος στὴν πατρῶα εὐσέβεια ἦταν ἡ αἰτία γιὰ πολλὲς ἀπόπειρες συκοφαντίας, δολοφονίας καὶ δηλητηριασμοῦ ἐναντίον του. Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τὴν 15ην Ἰανουαρίου τοῦ 1943 καὶ ἐτάφη ἐδῶ εἰς τὴν Μονήν9.


Ιδιαιτέρως σήμερον ἐν ἔτει 2024, ὅπου συμπληρώνονται ἑκατὸ ἔτη ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, ἡ Ἐκκλησία μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι ἐδῶ, ἐλευθέρα καὶ ζῶσα, καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Ὁσίου Ἱερωνύμου, τὸ ποιμαντικό, ἱεραποστολικὸ καὶ σωτηριολογικό της ἔργο σὲ πεῖσμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλων αὐτῶν ποὺ πίστευαν ἤ πιστεύουν ὅτι ὁ Ἱερὸς ἡμῶν Ἀγὼν ὁσημέραι φθίνει καὶ ὁδηγεῖται σὲ παρακμή. Χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ὅσιος: «Τήν πίστιν τῶν Πατέρων μας, τῶν θαυμαστῶν Ἁγίων, ποτέ δέν θά ἀφήσωμεν, ποτέ δέν θά δεχθῶμεν προσθήκην καί ἀφαίρεσιν, ἔστω γνωστόν εἰς ὅλους. Καλῶς τά πάντα ἔχουσιν, οἱ Ἅγιοι ἁγίως ἐθέσπισαν, ἐδίδαξαν καί ἔχουσιν ἀρίστως. Ὁ γάρ τολμῶν τά ἅγια ἵνα μεταρρυθμίσῃ, νοσεῖ ἀσθένειαν δεινήν, ἀσέβειαν τοῦτ’ ἔστιν, τά ἀσεβῆ γάρ ἀγαπᾶ, δέχεται καί φυλάττει»10.


Έτσι ἡ Θεία παρεμβολὴ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς εὐσεβείας, τὸ «ἀκαινοτόμητον πλήρωμα», συνεχίζει καὶ θὰ συνεχίζει ἐπειδὴ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ εὐλογεῖ. Παρ΄ ὅλ΄ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν εἶναι ἐδῶ καὶ ἀναμένει πάντοτε ἐν ἀγάπῃ καί ἐν ἀληθείᾳ νὰ δεχθεῖ εἰς τοὺς κόλπους της τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητάει καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία του.


Έτσι πλέον ὁ νέος Ὅσιος Ἱερώνυμος, ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὴν χορεία τῶν νεοφανῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερον ἡ τῶν νεοφανῶν Ἁγίων Σύναξις ὑποδέχεται τὸν νέον μας Ὅσιον, ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος ὁ νέος Ὁμολογητής, ὁ συνωνόματος Ὅσιος Ἱερώνυμος ὁ ἐν Αἰγίνῃ, ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Αἰκατερίνη ἡ ἐν Μάνδρᾳ, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωσὴφ ὁ ἐκ Δεσφίνης, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Ἀμφιάλῃ ὁ νέος Ἐλεήμων ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Ἀρχιεπίσκοπος Σαγγάης ὁ Μαξίμοβιτς, ὁ Ἅγιος Φιλάρετος Ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ὑόρκης ὁ Ὁμολόγητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Γλυκέριος Ἀρχιεπίσκοπος Ρουμανίας.


Χαίρεται καὶ ἀγάλλεται ἡ μεγαλόφωνος τῶν Ὀρθοδόξων Σύναξις σήμερον, ἐδῶ στὴν ἐπί γῆς Στρατευομένη Ἐκκλησία, ἐπὶ τῇ Ἐπισήμῳ Διακηρύξει τῆς Ἁγιότητος τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἱερωνύμου.


Αλλ’ ὧ Ὅσιε Πάτερ Ἱερώνυμε, μέμνησο πάντων ἡμῶν τῶν δεομένων, μέμνησο ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Μαρτυρικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, μέμνησο ὑπὲρ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πατρός ἡμῶν καὶ ἀπάντων τῶν Ἀρχιερέων, τοῦ ἱεροῦ κλήρου, τοῦ μοναχικοῦ τάγματος ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐσεβοῦς λείμματος τῶν Ὀρθοδόξων, μέμνησο ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐν τῇ Ἐπουρανίῳ Βασιλείᾳ τοῦ Ἀρχιποίμενος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτῆς τῆς Βασιλείας ἧς οὐκ ἔσται τέλος.





Χριστός Ανέστη!




* * * * * * *



1. Βλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. γ΄ Ἁρμὸς, Ἀθήνα 1997, σελ.15.
2. Βλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπ.π., σελ.44.
3. Βλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπ.π., σελ.27.
4. Καρμίρη Ἰωάννου, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδοξου Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1952, σελ. 692.
5. Βλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. γ΄ Ἁρμὸς, Ἀθήνα 1997, σελ.33.
6. Βλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπ.π., σελ. 57.
7. Πρβλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπ.π., σελ. 122.
8. Βλ. Πάσχου Π.Β., Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπ.π., σελ. 128.
9. Βλ. Βιογραφία τοῦ Ἁγίου ἐκ τῆς Ἀσματικῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἐν Ὁσίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἱερωνύμου τοῦ ἐν Ἀχαρναῖς τῆς Πάρνηθος τοῦ καὶ Κτήτορος τῆς Γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἐνδόξου Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς, ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς κ. Κυπριανοῦ, ἔκδοσις Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2024.
10. Βλ. Ἐπιστολὲς καὶ Λόγοι τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντωνίου Μάρκου, στὴν Ἰστοσελίδα τοῦ Κέντρου Ἁγιολογικῶν Μελετῶν «Ὅσιος Συμεὼν ὁ Μεταφραστής».



Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ Ο ΚΡΗΣ




Μία σύγχρονη ὁσιακὴ καὶ ὁμολογιακὴ Μορφὴ



Πνευματικός Γέρων Ιερώνυμος Ιερομόναχος, Αγιορείτης ο Κρης



ΤΟΝ παρελθόντα Σεπτέμβριο, μετὰ τὴν τέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αχαρνῶν ᾿Αττικῆς καὶ τοῦ Τρισαγίου στὸν τάφο τοῦ μακαριστοῦ Κτίτορος καὶ Πνευματικοῦ αὐτῆς Γέροντος ῾Ιερωνύμου ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. Κυπριανό, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ φημισμένου αὐτοῦ Πνευματικοῦ ῾Αγιορείτου, ὁ ὁποῖος ἀνεπαύετο στὸν περίβολο τῆς Μονῆς, δίπλα στὸ Καθολικό, ἀπὸ τῆς ὁσιακῆς Κοιμήσεώς του τὴν 15.1.1943.


Παρευρέθησαν μαζὶ μὲ τὴν μικρὴ ᾿Αδελφότητα τῆς Μονῆς ὑπὸ τὴν Γερόντισσα Μακρῖνα καὶ ἀρκετοὶ πιστοί, στὴν εὐλαβικὴ συνείδησι τῶν ὁποίων ὁ Γέρων ῾Ιερώνυμος εἶναι μία σύγχρονη ἁγία Μορφή. Μὲ κατάνυξι καὶ δέος ἀπεκαλύφθησαν τὰ ὠχροκίτρινα ἱερὰ ὀστᾶ τοῦ Γέροντος, ἀποπνέοντα ὁσιότητα καὶ παρηγορία... ῞Ομως, ποιός ἦταν ὁ Γέρων ῾Ιερώνυμος;


Γεννήθηκε στὴν Κρήτη, στὸ χωριὸ Βλάτος τῆς ἐπαρχίας Κισάμου τοῦ νομοῦ Χανίων τὸ 1867 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἐγαλουχήθη μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως καὶ εὐλαβείας. Σὲ νεαρὰ ἡλικία ὁ πόθος τῶν θείων, ὁ ὁποῖος κατέφλεγε τὴν ἁγνὴ καὶ φιλόθεη καρδιά του, ὤθησε αὐτὸν νὰ ἐγκαταλείψη τὸν κόσμο καὶ νὰ καταφύγη στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου ἐκοινοβίασε στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τοῦ ῾Αγίου Παύλου καὶ ἐπιδόθηκε μὲ μεγάλο ζῆλο στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας τῆς ᾿Αγγελικῆς Πολιτείας. Σύντομα, γιὰ τὴν καλή του ὑπακοὴ καὶ τὴν ὁλοκληρωτική του ἀφοσίωσι στὴν ἐκπλήρωσι τῶν θείων ἐντολῶν, στολίσθηκε μὲ ἀρετὲς καὶ χαρίσματα.


Σὲ κατάλληλη ἡλικία ἐχειροτονήθη Διάκονος καὶ Πρεσβύτερος καὶ προεχειρίσθη Πνευματικός. Παραλλήλως αὔξησε τοὺς κόπους τῆς ἐγκρατείας, τῆς νηστείας καὶ προσευχῆς, τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς κακοπαθείας, ἀλλὰ καὶ τὴν ταπείνωσι καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς πάντας. ῎Ετρωγε ἐλάχιστα καὶ ἐλειτουργοῦσε καθημερινῶς. ῾Ο ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς, βλέποντας τὸν θεῖο του ζῆλο καὶ τὴν πνευματική του πρόοδο, τοῦ ἔδωσε εὐλογία νὰ ἡσυχάση σὲ ἀσκητήριο τῆς Μονῆς ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ νὰ κατέρχεται στὸ Μοναστήρι μόνον ὅταν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη ἐφημερίας.


Εκεῖ, ἡ ἐπίδοσίς του στὴν νηπτικὴ ἐργασία τὸν ἀξίωσε πλουσιωτέρων χαρισμάτων καὶ ἰδίως τῆς διοράσεως καὶ προοράσεως, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐξεδηλώθησαν ἀργότερα, διὰ τῆς ἐμφανείας τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα χρόνου ἐκοινοβίασε ἐπ᾿ ὀλίγον στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ Σίμωνος Πέτρας καὶ κατέληξε στὴν ῾Ιερὰ Σκήτη τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου. ᾿Εκεῖ συνέρρεαν Πατέρες ἀπὸ ὅλο τὸ ῞Αγιον ῎Ορος, γιὰ πνευματικὴ καθοδήγησι καὶ συμβουλὴ ἰδίως περὶ νοερᾶς προσευχῆς καὶ ἀπαθείας. Τὸ 1920 ὁ Γέροντας ἐστάλη ἀπὸ τὴν ῾Ιερὰ ᾿Επιστασία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους στὴν γενέτειρά του νῆσο τῆς Κρήτης μαζὶ μὲ τὰ Τίμια Δῶρα τῶν Μάγων, τὰ ὁποῖα φυλάσσονται στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τοῦ ῾Αγίου Παύλου, γιὰ τὴν ἀντιμετώπισι λοιμικῆς νόσου.


Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του διῆλθε ἀπὸ τὴν ᾿Αθήνα, ὅπου καὶ ἐξωμολόγησε μέγα πλῆθος πιστῶν. ῎Ηδη ὅμως ἀπὸ ἐτῶν εἶχε σοβαρὸ ὀφθαλμολογικὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖο ἐξανάγκασε αὐτόν, ἀφοῦ ἔχασε μάλιστα καὶ τὸ φῶς του, νὰ κατέλθη καὶ πάλι στὴν ᾿Αθήνα, ὅπου καὶ παρέμεινε ἕως τέλους τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, μετὰ ἀπὸ 35 περίπου ἔτη ἀσκητικῆς διαμονῆς στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι, ἐπειδὴ ἀνέκτησε ἔστω καὶ ἐλλιπῶς τὴν ὅρασί του, μετὰ ἀπὸ θεραπεία, προσπαθοῦσε νὰ ἐπιστρέψη στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ἀλλὰ κάθε φορὰ ποὺ ξεκινοῦσε, ἡ ὅρασίς του σχεδὸν ἐχάνετο καὶ ἔτσι, παρὰ τὴν θέλησί του, ἐπέστρεφε στὴν ᾿Αθήνα!


Τοῦτο συνέβη κατὰ τὶς παραμονὲς τῆς ῾Ημερολογιακῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 καί, ὅπως φαίνεται, ἡ Θεία Πρόνοια εἶχε τὸ σχέδιό Της... ῞Οταν τελικῶς ἐπεβλήθη ἡ Καινοτομία, ὁ Γέρων ῾Ιερώνυμος ἀντιτάχθηκε σθεναρῶς εἰς αὐτὴν καὶ ἀφιερώθηκε πλέον στὴν πνευματικὴ στήριξι καὶ ἐνθάρρυνσι τοῦ διωκομένου Ποιμνίου τῶν εὐλαβῶν τοῦ Πατρίου, τῶν ἐραστῶν τῆς Πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας, ὡς θεόπεμπτος προφήτης καὶ παρηγορητής, ἰδίως μέσῳ τῆς ᾿Εξομολογήσεως καὶ τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως. ᾿Αρχικὰ στοὺς ᾿Αμπελοκήπους καὶ ἐν συνεχείᾳ στὸ Παλαιὸ Φάληρο, ἐδέχετο ἀναρίθμητα πλήθη πιστῶν καὶ τὰ ὡδηγοῦσε εἰς ἐπίγνωσιν Θεοῦ, διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς ὀρθῆς Πίστεως!


Κατὰ τὸ ἔτος 1930, μαζὶ μὲ τὴν πνευματική του θυγατέρα ᾿Ανδρομάχη ῾Ηλιοπούλου, τὴν μετέπειτα Χριστονύμφη Μοναχὴ καὶ Καθηγουμένη, καὶ ἄλλες ἀφιερωμένες ψυχές, ἄρχισαν νὰ ἀνεγείρουν τὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τῆς ῾Αγίας ῾Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς στὶς ᾿Αχαρνὲς ᾿Αττικῆς, στοὺς ΝΑ πρόποδες τῆς Πάρνηθος. Στὸν πνευματικὸ αὐτὸν μελισσῶνα τῆς γνησίας ᾿Ορθοδοξίας ὁ Γέροντας διῆλθε πλέον τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του, φωτιζόμενος καὶ φωτίζων. ᾿Αξιώθηκε μάλιστα νὰ ἴδη κάποτε τὴν ῾Αγία Παρασκευὴ ἐντὸς τοῦ δυτικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς, ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει Προσκυνητάρι πρὸς τιμήν Της. ῾Η δὲ ῾Ιερὰ Μονὴ ἐδέχετο τακτικά, καὶ ζῶντος τοῦ Γέροντος καὶ μετὰ τὴν Κοίμησί του, τὴν εὐλογία τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου († 1955), ὁ ὁποῖος πολὺ ἀνεπαύετο εἰς Αὐτήν.


Ο Γέρων ῾Ιερώνυμος ἦταν φύσις εὐαίσθητος καὶ ποιητικὴ καὶ κατέλιπε φυλλάδια καὶ χειρόγραφα, στὰ ὁποῖα ἀφήνει μὲ χαριτωμένους στίχους νὰ ἐκφρασθῆ ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ ξεχειλίζει τὴν ὕπαρξί του γιὰ τὸν λατρευτὸ Κύριό μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγωνία του γιὰ τὴν καθοδήγησι τῶν ψυχῶν, οἱ ὁποῖες ζητοῦσαν τὴν πνευματικὴ βοήθειά του. ῞Ομως, ὅπως ὅλοι οἱ δίκαιοι, ἐπρόκειτο νὰ δοκιμασθῆ μὲ θλίψεις, στενοχωρίες, συκοφαντίες καὶ διωγμούς. ᾿Ιδίως μάλιστα ὅταν οἱ Καινοτόμοι προσπαθοῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν γιὰ νὰ τὸν ἀπελάσουν στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὥστε νὰ παύση τὸ ὁμολογιακὸ καὶ θεάρεστο ἔργο του, ἡ θεία σκέπη καὶ ἀντίληψις πάντοτε διεφύλασσε καὶ διέσωζε αὐτὸν θαυμαστῶς, αὐτὸς δὲ ὡς παράδειγμα ὑπομονῆς καὶ ἀνεξικακίας ηὔχετο ὑπὲρ τῶν διωκτῶν του, πλήρης εὐαγγελικῆς ἀγάπης.


Αρχὰς τοῦ 1943, προαισθανόμενος τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο, ἐκάλεσε τὸν ᾿Αρχιμ. π. Χρυσόστομο Νασλίμη γιὰ νὰ λειτουργήση στὴν Μονὴ καὶ νὰ τὸν κοινωνήση τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων. ῎Ετσι, προετοιμασμένος γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, παρέδωσε τὴν ὁσία ψυχή του στὸν Πλάστη του, ποὺ τόσο θερμὰ καὶ πιστὰ ἀγάπησε καὶ ὑπηρέτησε... Εἴθε οἱ εὐχές του νὰ μᾶς στερεώνουν καὶ ἐνισχύουν! *Εκ του περιοδικού Περιοδ. «'Αγιος Κυπριανός», αριθ. τεύχους  299, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2000, σελ. 363, 366-367. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΟΜΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΘΕΣΠΙΣΙΝ «ΓΑΜΟΥ» ΜΕΤΑΞΥ ΑΤΟΜΩΝ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΦΥΛΟΥ

 



Icon by Ukrainian iconographer Serhei Vandalovsky


Ἀριθμός Πρωτ. 3306
Ἐν Ἀθήναις, 10 / 23 – 01 – 2024


Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ εὐσεβεῖς Πολῖται τῆς πεφιλημένης Πατρίδος μας·


Δυστυχῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ ἀειμνήστου Εὐσεβοῦς ἡμῶν Κυβερνήτου Ἰωάννου Καπαδιστρίου, εὑρίσκεται προσκεκολλημένον δουλικῶς εἰς τὸ ἅρμα τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων, ἀποδεχόμενον ἀκρίτως ὅ,τι ὑπαγορεύει ἡ ἄρχουσα τάξις τῆς Δύσεως κατὰ τὸ δουλοπρεπὲς πολιτικὸν δόγμα τῶν γραικύλων: «Ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν!». Ἡ ἑλληνορθόδοξος Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ εἶναι φωτοδότις καὶ ὑπόδειγμα ἀνωτέρων Ἀρχῶν καὶ Ἀξιῶν διὰ κάθε κοινωνίαν. Ἀντί τούτου, ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἡγεσία ἀντλεῖ ἀκρίτως καὶ ἀντιγράφει σαπρὰ πρότυπα καὶ θεσμούς οἱ ὁποῖοι έγεννήθησαν εἰς ξένα περιβάλλοντα καὶ κάτω ἀπὸ διαφορετικὰς συνθήκας, προβάλλονται δὲ ἐσχάτως ὡς κοινωνικὰ δόγματα, πρὸς δημιουργίαν μιᾶς παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.


θεν, πολλάκις ἡ ἀλληθωρίζουσα πρὸς τὴν Δύσιν πολιτικὴ ἡγεσία τῆς Πατρίδος ἡμῶν θεσμοθέτισεν λ.χ. ἀποποινικοποίησιν τῆς μοιχείας, πολιτικὸν «γάμον», νομιμοποίησιν τῶν ἐκτρώσεων, ἀποποινικοποίησιν τῆς βλασφημίας καὶ νῦν ἐπείγεται νὰ νομοθετήσῃ «γάμον» ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου καὶ τεκνοθεσίαν ὑπ᾽ αὐτῶν. Διὰ τὴν Ἐκκλησίαν πάντοτε θὰ θεωροῦνται, ἡ μὲν μοιχεία μέγα ἁμάρτημα, ὁ δὲ πολιτικὸς γάμος μεταξὺ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ὡς πορνεία, ἡ ἔκτρωσις ὡς φόνος, ἡ βλασφημία καὶ ἡ ὁμοφυλοφιλία φρικτὰ ἁμαρτήματα. Διὰ τὰ πιστὰ τὲκνα τῆς Ἐκκλησίας ταῦτα πάντα τὰ ἀντευαγγελικὰ νομοθετήματα εἶναι ἀπαράδεκτα καὶ άπορριπτέα.


σφαλῶς ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐπιβάλλει εἰς οὐδένα τὸν Ὀρθόδοξον τρόπον ζωῆς, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ ἀρθρώσῃ λόγον ἀντιδράσεως, διότι αἱ ἐπιπτώσεις ἀφοροῦν ἅπαντας. Σημειωτέον δέ, ὅτι ἡ προσπάθεια προασπίσεως δῆθεν δικαιωμάτων μιᾶς κοινωνικῆς ὁμάδος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προσκρούῃ εἰς τὰ δικαιώματα ἄλλων. Ἐν προκειμένῳ, διαπιστοῦται ὅτι, ὅπως ἐν ὀνόματι τοῦ δῆθεν δικαιώματος τῶν γυναικῶν νὰ ἔχουν τὸν ἔλεγχον τοῦ σώματός των ἐπετράπησαν αἱ ἐκτρώσεις, ἐναντίον τοῦ δικαιώματος τῶν ἐμβρύων εἰς τὴν ζωήν, ἤδη ἀποπειρᾶται ἐν ὀνόματι τοῦ δῆθεν δικαιώματος τῶν ὁμοφυλοφίλων νὰ τελοῦν μεταξύ των γάμους νὰ δίδεται εἰς αὐτοὺς ἡ δυνατότης τῆς τεκνοθεσίας ἐναντίον τοῦ δικαιώματος τῶν παιδίων νὰ ἔχουν πατέρα καὶ μητέρα. Εἰς χώρας τῆς Δύσεως, ὅπου ἀπεπειράθη τὸ τοιοῦτον ἀφύσικον καὶ ἀντίθεον ἐγχείρημα, συχνάκις τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνετράφησαν ἐντὸς τοιούτων σχημάτων, ἐνηλικιωθέντα, ἐξέφραζαν δημσίως τὴν ἀντίρρησίν των εἰς αὐτὸ καὶ αἱ φωναὶ τῆς διαμαρτυρίας των ὑπάρχουν εἰς τὸ διαδίκτυον, καλοῦντες τὴν κοινωνίαν νὰ σεβασθῇ ἐπιτέλους τὰ δικαιώματα αὐτῶν.


Βεβαίως δέ, εἶναι καταδικαστέον καὶ τὸ θέμα τῆς «παρένθετης μητρότητας», ἤτοι τῆς ἐμπορευματοποιήσεως τοῦ γυναικείου σώματος, προκειμένου νὰ ἐπιτευχθοῦν αἱ «τεκνοθεσίαι» τῶν «ζευγαριῶν» τοῦ ἰδίου φύλου, τὰ ὁποῖα κόπτονται διὰ «ἀπόκτησιν» τέκνων! Ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, μύρια ἕπονται…


Διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὁ γάμος εἶναι μόνον μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ γάμου ἐν Κανᾷ τῆς Γαλλιλαίας, καὶ τὰ παιδία δικαιοῦνται νὰ ἔχουν πατέρα καὶ μητέρα.-


Προτρέπομεν τὸν εὐσεβῆ λαὸν νὰ προσεύχεται ἐντόνως ὑπὲρ τῆς Πατρίδος μας, ὥστε ἀφοῦ ἔλθωμεν ἅπαντες εἰς Μετάνοιαν, Αὕτη νὰ ἀποκτήσῃ κάποτε εὐσεβεῖς Κυβερνήτας κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ ἀειμνήστου Εὐσεβοῦς ἡμῶν Κυβερνήτου Ἰωάννου Καπαδιστρίου.


Οἱ δὲ νῦν κυβερνῶντες καὶ ὅλον βεβαίως τὸ πολιτικὸν φάσμα ὑποστηρικτῶν τοῦ ἐξαμβλώματος-νομοθετήματος τούτου, προσβαλλόντος τὴν φυσικὴν τάξιν καὶ τὴν ἠθικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἀποδεικνύουν δημοσίως πλέον καὶ ἀναμφισβήτως, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ Χριστὸν καὶ Πατρίδα, εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι καὶ θὰ ἀναγραφοῦν εἰς τὰς δέλτους τῆς Ἱστορίας τοῦ Γένους μας μὲ τὰ πλέον μελανὰ χρώματα ἀσεβοῦς, ἐπικινδύνου καὶ καταστροφικῆς ἀφροσύνης.



Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ



Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος


† Ὁ Ἀθηνῶν ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ




Τὰ Μέλη


† Ὁ Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
† Ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
† Ὁ Θεσσαλονίκης ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
† Ὁ Δημητριάδος ΦΩΤΙΟΣ
† Ὁ Τορόντο ΜΩΫΣΗΣ
† Ὁ Ἀµερικῆς ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
† Ὁ Φιλίππων καὶ Μαρωνείας ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
† Ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ
† Ὁ Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος ΚΛΗΜΗΣ
† Ὁ Μεθώνης ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
† Ὁ Ἔτνα καὶ Πόρτλαντ ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ
† Ὁ Βρεσθένης ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ
† Ὁ Θεουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ
† Ὁ Πελαγονίας ΜΑΞΙΜΟΣ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς
† Ὁ Δημητριάδος ΦΩΤΙΟΣ




Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Κυριακή 16 Ιουλίου 2023

«ΠΑΥΛΟΣ, Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ - ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ»




Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος
Ὁμιλία στόν Συνοδικό Ἑσπερινό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου
Ἱερός Ναός Ἁγίας Παρασκευῆς
στό Μοναστηράκι Ἀθηνῶν
Τετάρτη 29-06/12-07-2023



Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί Πρωθιεράρχα τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας κ.κ. Καλλίνικε,

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Τίμιον Πρεσβυτέριον,

Εὐσεβεῖς φιλέορτοι χριστιανοί,

Παῦλος, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν καί διδάσκαλος τῆς Οἰκουμένης.



ὑπό Ἱερομονάχου Καλλινίκου Ἠλιοπούλου




Α. Θεολογική προσέγγιση τῆς προσωπικότητας τοῦ Παύλου


Τιμοῦμε σήμερα τόν Μεγάλο Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν καί Πρωτοκορυφαῖο Παῦλο, τόν καί ἱδρυτή τόσο τῆς Τοπικῆς ἐν Ἀθήναις ὄσο καί τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐξυμνεῖ τόν μεγάλο Ἀπόστολο μέ τά παρακάτω ἱερά λόγια:


«θνῶν σε κήρυκα καὶ φωστῆρα τρισμέγιστον, Ἀθηναίων διδάσκαλον, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, εὐφροσύνως γεραίρομεν· τοὺς ἀγῶνας τιμῶμεν καὶ τὰς βασάνους διὰ Χριστόν, τὸ σεπτόν σου μαρτύριον. Ἅγιε Παῦλε Ἀπόστολε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».


Ἀπόστολος Παῦλος ὑπῆρξε μία ἐξέχουσα καί λαμπρή προσωπικότητα, ἡ ὁποία συνέβαλε τά μέγιστα στήν διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ εἰς πάντα τά ἔθνη. Ἕνας ἄνδρας Ἰσραηλίτης, ὁνόματι Σαῦλος, ὁ ὁποῖος πορευόταν πρός τήν Δαμασκό γιά νά συμμετέχει στούς διωγμούς κατά τῶν χριστιανῶν δέχεται προσωπική κλήση από τον Κύριο καί Θεό τόν ὁποῖον ἕως τότε ἐδίωκε. «Σαούλ Σαούλ τί μέ διώκεις, εἶπε δέ τίς εἶ Κύριε; ὁ δέ Κύριος εἶπεν ἐγώ εἰμί Ἰησοῦς ὅν σύ διώκεις”1, ὁ Παῦλος ἥκουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ κί ἐκτυφλώθηκε ταυτόχρονα ἀπό τό φῶς καί τίς ἄκτιστες ἐλλάμψεις τῆς Θείας ἐνέργειας.


πως ἀποκαλύπτει ὁ ἵδιος στήν ἐπιστολή πρός Γαλάτας «Ἠκούσατε γάρ τήν ἐμήν ἀναστροφήν ποτέ ἐν τῷ Ἰουδαισμῷ, ὅτι καθ΄ ὑπερβολήν ἐδίωκον τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί ἐπόρθουν αὑτήν»2. Αὐτή ἡ Θεοφάνεια, αὐτή ἡ θεοπτία, ἡ θέα τῶν θείων ἐλλάμψεων τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὁδήγησε τόν Παῦλο στήν ἀποστροφή τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τήν ἀληθινή ἔνωση μετά τοῦ Θεοῦ.


ς δεύτερος Μωυσής κί αὑτός ἀξιώθηκε νά ἀκούσει τήν φωνή τοῦ Θεοῦ καί να δεχθεῖ τήν προσωπική του κλήση στό ἀποστολικό ἀξίωμα. Ὁ Προφήτης Μωϋσής ,ὅπως ἀναφέρει ἡ Παλαιά Διαθήκη, δέχθηκε ἀμέσως τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί ὑπήκουσε, ἕτσι ἀνάλογα κί ὁ Παῦλος ὑπήκουσε στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ κί αὐτή ἡ ὑπακοή του τόν ὁδήγησε στό νά λάβει τό μεγάλο μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἀπό τόν Ἀνανία στή Δαμασκό.


Ἱερός Χρυσόστομος περιγράφοντας τήν ἀλλαγή τοῦ Παύλου τόν παρομοιάζει μέ λιοντάρι τό ὁποῖο στή συνέχεια μετατράπηκε σέ ἥμερο πρόβατο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ , «Εἶδες αὐτόν καθάπερ λέοντα μεμηνότα καί πανταχοῦ περιτρέχοντα; Ὅρα αὐτόν πάλιν ἀθρόον εἰς ἡμερότητα προβάτου μεταβαλλόμενον»3 καί στόν δ΄ ἐγκωμιαστικό του λόγο πρός τόν Παῦλο ἀναφέρει «οὖτος ἐν τῷ καιρῷ τῆς κλήσεως ἐτυφλώθῃ ποτέ, ἀλλ΄ ἡ πήρωσις ἐκείνου φωτισμός γέγονε τῆς οἰκουμένης»4.


Παῦλος ὕστερα ἀπό αὐτό τό περιστατικό τῆς θεοπτίας, ἀλλά στή συνέχεια ἐπιδόθηκε σέ νέους πνευματικούς, ἀσκητικούς καί θεμελιώδεις ἀγῶνες γιά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελικοῦ Λόγου εἰς πάντα τά ἔθνη. Ἔγινε τό σκέυος τῆς ἐκλογῆς, ὁ Πρῶτος μετά τόν Ἕνα ἀφοῦ ὅντας δοχεῖον καθαρόν καί δεκτικόν τῆς θείας χάριτος ἕγινε καί δοχεῖον φωτιστικόν ὅλου τοῦ τότε ἱουδαϊκοῦ ἀλλά και ἐθνικοῦ κόσμου.


καθαρότητα τῆς καρδίας του ἔγινε ἡ αἰτία στό νά φθάσει στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, ἀφοῦ ὅπως ὁ ἵδιος ἀναφέρει στήν ἐπιστολή του πρός τούς Γαλάτας ὅτι μέσα του κατοικούσε ὁ ἵδιος ὁ Χριστός «Χριστῷ συνεσταύρωμαι ζῶ δέ οὐκέτι ἑγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός…»5. Ἔτσι αὐτό τό θαυμαστό ὅραμα ἀπετέλεσε τήν αἰτία μεταστροφῆς τοῦ Παύλου καί τόν ὁδήγησε στήν προσωπική κοινωνία μαζί Του.


Αὑτή ἡ ἔννοια τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ εἶναι διαδεδομένη τόσο στήν Βίβλο ὅσο καί στά συγγράματα τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων. Ὁ Θεός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι ὁ Θεός πού δημιούργησε τόν κόσμο ἀλλά καί τόν ἄνθρωπο, ἔτσι ὥστε νά ὑπάρχει κτίσμα μέ λογική πού νά μπορεῖ νά κοινωνήσει προσωπικά και νά ὁμοιάσει μαζί Του, εἶναι ὁ Θεός που καταδέχθηκε να σαρκωθεῖ λαμβάνοντας ἀνθρωπίνη φύση «ἵνα τόν ἄνθρωπον θεοποιήσει», ὅπως τονίζει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.


Αὑτός ὁ προσωπικός Θεός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τόν ἀνέδειξε μία σπουδαία καί σημαντική προσωπικότητα ὅχι μόνο γιά τήν Ἐκκλησία ἀλλά καί γιά τήν Ἰστορία καί τήν ἀπανταχοῦ οἰκουμένη. Νοῦς θεολογικός ἀλλά καί ταυτόχρονα ἀνοικτός πρός καθετί το ἄγνωστό καί ξένο. Αὑτόν τόν θησαυρό πού βρήκε καί γνώρισε ὁ Παῦλος, δεν τόν κράτησε γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά τόν μεταλαμπάδευσε στούς ἀνθρώπους. Ὅταν ἤρθε ἐδῶ στό κέντρο τῶν Ἀθηνῶν καί συγκεκριμένα πλησίον του Βράχου τῆς Ἀκροπόλεως στήν Πνύκα, συναντώντας τόν ἀνοικτό νοῦ τῶν Ἑλλήνων καί λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό τόν βωμό εἰς τόν Ἄγνωστον Θεόν, μίλησε στούς Ἀθηναίους γιά τόν Ἀληθινό κί ἕως τότε ἄγνωστο στούς Ἕλληνες Θεό.


πομένως ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος βιώνει τήν προσωπική ἐμπειρία τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως καί προγέυεται ἀπό τήν ἐπίγειο ζωή τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία τῶν ἐσχάτων, ὅπως τό ἀποκαλύπτει μυστικῶς καί ταπεινά ὁ ἵδιος «οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρό ἐτῶν δεκατεσσάρων εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα εἴτε ἐκτός τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεός οἶδεν, ἀρπαγέντα τόν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ και οἶδα τόν τοιοῦτον ἄνθρωπον εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτός τοῦ σώματος οὐκ οἶδα ὁ Θεός οἶδεν, ὅτι ἡρπάγῃ εἰς τόν Παράδεισον καί ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα»6. Ὁ Παῦλος προγεύεται τήν δόξα τῆς Ἀναστάσεως καί τό δικό του προσωπικό Πάσχα ἀφοῦ μεταβαίνει ἀπό τήν ἱουδαϊκή τυπολατρία στήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀπό τήν ἄνομη Ἐβραϊκή Συναγωγή στήν Ἀληθινή καί Ζῶσα Ἐκκλησία, ἀπό τήν φαρισαϊκή προσκόληση στόν νόμο στήν Καινή κτίση. Αὐτό τόν ἀνέδειξε Χριστοκήρυκα καί σαγηνευτή τῶν ἐθνῶν.


Ἀποστολικές περιοδείες καί μετάδοση τοῦ Λόγου Τοῦ Θεοῦ


πό τό ἕτος 36 μ.Χ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ξεκίνησε τίς ἀποστολικές του περιοδείες ἀνά τήν οἰκουμένη ὑπακούοντας στόν Λόγο τοῦ Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη»7. Στήν πρώτη περιοδεία του ἐπισκέφθηκε τήν Κύπρον, τήν Παμφιλία, τήν Πισιδία καί Λυκαονία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μετά τήν συμμετοχή του στήν Ἀποστολική Σύνοδο τό 50 μ.Χ στά Ἰεροσόλυμα, ξεκίνησε τήν δεύτερη περιοδεία του στήν Μικρά Ἀσία, τήν Θράκη, τήν Μακεδονία καί κυρίως τήν Ἐλλάδα. Κατά τά ἕτη 53-58 μ.Χ πραγματοποίησε τήν τρίτη περιοδεία ἐκ νέου στήν Ἐλλάδα.


Τελευταῖος δέ σταθμός τῆς τέταρτης ἀποστολικής περιοδείας τοῦ Παύλου ἡ Ρώμη, ὅπου καί μαρτύρησε τό 66 μέ 67 μ.Χ. Συνελήφθη καί ἀποκεφαλίσθηκε, σφραγίζοντας ἔτσι τό τιτάνιο ἰεραποστολικό του ἔργο μέ τό μαρτύριό του. Κί αὐτό τό μαρτύριο του ἔγινε ἡ αἰτία γιά νά ἐνωθεῖ ὁ Παῦλος μέ τόν Ἀναστάντα Κύριο στήν ἐπουράνιο Βασιλεία, τήν ὁποῖα ὁ ἵδιος ὁμολογούσε καί ποθούσε , ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικά στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή «ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὑρανοῖς ὑπάρχει»8. Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται ἀπό μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., στήν ὁποῖα ἀναγράφεται: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».


λη αὐτή ἡ πορεία κατά τίς ἀποστολικές περιοδείες εἴχε πολλές θλίψεις, κινδύνους, πειρασμούς καί ἐμπόδια. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὁ ἵδιος στήν δεύτερη ἐπιστολή του πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου « ἀλλ’ ἐν παντί συνιστῶντες ἑαυτούς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῆ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις…» 9 καί συνεχίζει παρακάτω «ὑπό Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μίαν ἔλαβον,τρίς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρίς ἐναυάγησα, νυχθημερόν ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα, ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις ληστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις, ἐν κοπῳ καί μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καί δίψῃ, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καί γυμνότητι»10.


Ἀπόστολος Παῦλος ἀγάπησε πολύ τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Συνεδέθη στενότατα μέ τό ποίμνιο τῶν τοπικών ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων πού ἵδρυε καί ἐπαγρυπνούσε γιά τήν σωτηρία του. Γι΄αὐτό τό λόγο συνέγραψε αὐτές τίς δεκατέσσερις ἐπιστολές, οἱ ὁποῖες κατέχουν σπουδαία θέση στόν Κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί συγκεκριμένα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Αὐτές οἱ ἐπιστολές εἶναι: ἡ πρός Ρωμαίους, ἡ Α΄ καί Β΄ πρός Κορινθίους , ἡ πρός Γαλάτας, ἡ πρός Ἐφεσίους, ἡ πρός Φιλιππησίους, ἡ πρός Κολασσαεῖς, ἡ Α΄ καί Β΄ πρός Θεσσαλονικεῖς Α΄, ἡ Α΄ καί Β΄ πρός Τιμόθεον, ἡ πρός Τίτον, ἡ πρός Φιλήμονα καί ἡ πρός Ἐβραίους.


κατεξοχήν ἐρμηνευτής τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱωάννης Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ὁ Χρυσόστομος. Ἐκτός ἀπό τίς ἐπτά ἐγκωμιαστικές ὁμιλίες του γιά τόν Παῦλο , οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν πρότυπο ρητορικῆς τέχνης καί πάλλονται ἀπό ἐνθουσιασμό καί ἀπεριόριστο θαυμασμό γιά τόν Παῦλο, ὁ Χρυσόστομος σέ ὅλο τό ἐρμηνευτικό καί διδακτικό ἔργο του συνεχῶς προστρέχει καί ἀναφέρεται στόν Παῦλο11.


πιπλέον ἐξηγεῖ αὐτό τό μεγάλο ἐνδιαφέρον του γιά τόν Παῦλο λέγοντας ὅτι κατόρθωσε νά συγκεντρώσει στό προσωπό του ὅλες τίς ἀρετές, συγκεκριμένα τονίζει: «Ἐκκαίομαι γάρ εἰς τόν τοῦ ἀνδρός πόθον, καί διά τοῦτο συνεχῶς αὐτόν περιστρέφων οὐ παύομαι, καί ὥσπερ εἰς ἀρχέτυπον είκόνα τινά, εἰς τήν τούτου ψυχήν ἐνορῶν, ἐκπλήττομαι τῶν παθῶν τήν ὑπεροψίαν, τῆς ἀνδρείας τήν ὑπερβολήν, τοῦ φίλτρου τοῦ πρός τόν Θεό το διάπυρον, καί λογίζομαι, ὅτι πᾶσαν τῶν ἀρετῶν τήν συναγωγήν εἷς ἄνθρωπος βουληθείς κατώρθωσε»12. Ἐπιπλέον ὁ Ἅγιος Ἱωάννης ὁ Δαμασκηνός μας δίνει τήν πληροφορία ὅτι δίπλα στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου ὁ Χρυσόστομος εἴχε πάντα καί μία εἰκόνα τοῦ Παύλου τήν ὁποῖα ἐκοίταζε συνεχῶς καί μέ τήν ὁποῖα βρισκόταν σέ ἐπαφή ὡσάν νά ἦταν ζωντανός13.


Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι οἱ ἐπιστολές τοῦ Παύλου ἀποτελοῦν ἀστείρευτη πηγή ὑψηλῶν πνευματικῶν, θεολογικῶν καί λειτουργικῶν θεμάτων. Ἑαν ἐφαρμοστοῦν καί τηρηθοῦν ὅλες αὐτές οἱ διαχρονικές συμβουλές καί προτροπές τοῦ θά ξεπεραστοῦν πολλά προβλήματα πού ἀναφύονται στήν Ἐκκλησία ἕως καί σήμερα, γι’ αὑτό και ἀποτελοῦν ταυτόχρονα πνευματικό καί διαχρονικό ὁδηγό τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος ὑπῆρξε ὁ τέλειος παιδαγωγός εἰς Χριστόν, μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του ἀλλά καί μέ τό ὕψιστο πνευματικό περιεχόμενο τῶν ἐπιστολῶν του πού ἀποτελοῦν μία ὕψιστη πνευματική παρακαταθήκη στήν Ἐκκλησία.


Β. Ἐρμηνευτική καί λειτουργική προσέγγιση τῶν Παύλειων Ἐπιστολῶν


Θά μου ἐπιτρέψετε, μεταβαίνοντας στό δεύτερο μέρος τῆς σημερινῆς ὁμιλίας, νά προσεγγίσω ἐρμηνευτικά λίαν συντόμως τό περιεχόμενο τῶν Παύλειων Ἐπιστολῶν. Ἡ ἐρμηνευτική προσέγγιση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί συγκεκριμένα τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Παύλου προϋποθέτουν προσευχή, βίο καθαρό, καταστολή καί θεραπεία παθῶν, φροντίδα τῆς κατ΄ ἀρετήν ὑγείας τῆς ψυχῆς , μαθητεία στή θεία ὑπακοή, καταφυγή σέ ἔμπειρους ἐκκλησιαστικούς διδασκάλους καί τέλος ἐκχείλιση τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀδελφικῆς καί πατρικῆς ἀγάπης14. Σύμφωνα μέ τόν Ἱερό Χρυσόστομο ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου θά πρέπει νά ριζώσει στήν ὄχθη τῆς Ἅγίας Γραφῆς γιά νά ποτιστεῖ καί νά ἀντλήσει ἀπό τά νάματα καί τήν δρόσο τοῦ Πνεύματος15.


θεν Μακαριώτατε Πάτερ καί Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, ἐπικαλούμενος τίς θεοπειθεῖς εὐχές σας, ἐπιτρέψτε μου νά ἀναφερθῶ σέ δύο βασικά θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στις ἐπιστολές του.


Τό πρῶτον εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν διαφόρων αἱρετικών ἀντιλήψεων καί τῶν ἠθικῶν ἐκτροπῶν καθώς καί τῆς ἐκκοσμίκευσης πού δυστυχώς ἄρχιζαν νά κατακλύζουν τίς ἐκκλησιαστικές κοινότητες τίς ὁποῖες ἵδρυσε. Αὐτές οἱ αἱρετικές ἀντιλήψεις, οἱ ἠθικές ἐκτροπές ἀλλά καί οἱ προσωπικές φιλοδοξίες τινῶν απειλούσαν τήν ἐνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί δημιουργούσαν ἔριδες καί σχίσματα, γι΄αὑτό κί ὁ Παῦλος προσπάθησε νά τίς ἀντιμετωπίσει ἐξ’ ἀρχῆς. Ὁ Παῦλος ἔδωσε μεγίστη ἔμφαση στήν διαφύλαξη τῆς ὑγιοῦς καί ὀρθῆς διδασκαλίας καί τῆς ἐνότητος τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.


Γράφοντας πρός τούς Ρωμαίους λέγει : «Σᾶς παρακαλῶ δέ ἀδελφοί νά εἴσθε ἄγρυπνοι καί νά προσέχετε αὐτούς, πού προκαλοῦν διαιρέσεις καί σκάνδαλα καί πού δέν συμμορφώνονται, ἀλλά φέρονται ἀντίθετα πρός τήν ἀποστολικήν διδασκαλίαν, τήν ὁποῖαν σείς ἐμάθατε. Φεύγετε μακρυά ἀπό αὐτούς. Διότι οἱ τέτοιοι ἄνθρωποι, ἱδιοτελεῖς και φίλαυτοι, δέν ὑπηρετοῦν τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησούν Χριστόν, ἀλλά τήν κοιλίαν των καί γενικώτερα τήν καλοπέρασίν των. Αὐτοί δε μέ τούς καλούς λόγους, μέ τούς ἐπαίνους καί τάς κολακείας των, παρασύρουν καί ξεγελούν τούς ἀπονήρευτους, διά νά τους ἐκμεταλλεύωνται»16.


πίσης ἀπευθύνεται παρακλητικά πρός τούς χριστιανούς τῆς Κορίνθου οἱ ὁποίοι εἴχαν μεταξύ τους διαιρέσεις : «Σᾶς παρακαλῶ δέ, ἀδελφοί μου, στό ὅνομα καί ἐξ ὁνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησού Χριστοῦ νά εἴσθε ὅλοι ὁμόφωνοι καί νά λέγετε σάν ἀπό μία καρδία, τήν ἵδια ὀμολογία τῆς πίστεώς σας καί νά μή ὑπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα καί διαιρέσεις, ἀλλά νά εἴσθε συγκρατημένοι, κατηρτησμένοι καί ἐνωμένοι μεταξύ σας μέ τά αὐτά φρονήματα καί μέ τήν αὐτήν γνώμην»17 καί παρακάτω « Φοβοῦμαι μήπως παρασυρθῆτε ἀπό ψευδοδιδασκάλους. Διότι ἑάν ὁ πρῶτος τυχόν, πού ἔρχεται ὡς διδάσκαλος, κηρύσσει εἰς ὑμᾶς ἄλλον Ἰησούν, τόν ὁποῖον ἡμεῖς δέν ἐκηρύξαμεν ἥ ἑάν παίρνετε ἀπό αὐτόν ἄλλο Ἁγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖον δέν ἔχετε λάβει ἥ ἀλλο Εὐαγγέλιον, τό ὁποῖον δέν ἡκούσατε καί δέν ἐπήρατε, δικαιολογημένα θά δείχνατε ἀνοχήν καί ὑπομονήν νά ἀκούσετε τόν νέον διδάσκαλον»18.


Καί τέλος στήν ἐπιστολή πρός Γαλάτας σημειώνει γιά ὅλους αὐτούς πού διέδιδαν αἱρετικές θέσεις : «Αὐτό δέ τό ψευδοευαγγέλιον δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰ μη ὅτι ὑπάρχουν μερικοί, οἱ οποίοι σᾶς ἀναταράσσουν καί θέλουν νά μεταβάλουν καί νοθεύσουν τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά προσέξατε τοῦτο· Ἑάν καί ἡμεῖς ἀκόμη οἱ Ἀπόστολοι ἥ καί ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανόν σᾶς κηρύττει Εὐαγγέλιον διαφορετικόν ἀπό ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ἡμεῖς ἀπ' ἀρχῆς σᾶς ἔχομεν κηρύξει, ἀς εἶναι αὐτός ἀναθεματισμένος και χωρισμένος ἀπό τόν Θεόν»19.


σον ἀφορά τίς ἠθικές ἐκτροπές ὁ Παῦλος τόνισε ἱδιαιτέρως ἀπευθυνόμενος πρός τούς Κορινθίους τήν ἱερότητα τοῦ σώματος ἀποκαλώντας τόν ναόν τοῦ Θεοῦ, «…τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν»20 καί παρακάτω «εἴς τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γάρ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιος ἐστί»21. Μέ ὑψηλό αἴσθημα εὐθύνης ἐνώπιον Θεοῦ ὁ Παῦλος ὁμολογεῖ μέ παρρησία γιά να προτρέψει εἰς μετάνοιαν «ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; μή πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοί οὔτε μαλακοί οὔτε ἀρσενοκοῖται οὔτε πλεονέκται οὔτε κλεπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» 22.


Καί τό δεύτερο θέμα εἶναι ὁ λειτουργικός πλούτος τῶν ἐπιστολῶν του, ἡ ἐκτενῆς του ἀναφορά στά Ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί κατ’έξοχήν στά Μυστήρια τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τοῦ Βαπτίσματος, τῆς Ἱερωσύνης, τοῦ Γάμου καί τῆς Μετανοίας . Ὡς Ἀποστολος καί Ἐπίσκοπος ὁ Παῦλος συχνά ἀναφέρεται στίς ἐπιστολές του στά Ἱερά Μυστήρια δίνοντας τους ἔτσι ἀγιογραφική θεμελίωση καί κῦρος. Στό σημεῖο αὐτό θα ἀναφέρω ὁλίγα τινά γιά τά δύο βασικότατα, εἰσαγωγικά καί ἀπαιράτητα γιά τήν Σωτηρία Μυστήρια, τήν Θεία Εὐχαριστία καί τό Βάπτισμα.


Γιά τήν ὀντολογική ἔνωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μέσω του Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὁμιλεῖ ὁ Παῦλος στούς Κορινθίους λέγοντας : «τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν23».

Π
αρόλο πού ὁ Παῦλος δέν παρέστῃ στήν παράδοση τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὑπό τοῦ Κυρίου κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο, περιγράφει τήν ὅλη τελετουργία τοῦ Μυστηρίου ἀναπαραστατικά, « ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε·λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν, ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν, ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ»24.


δῶ πρέπει νά τονίσουμε καί τό γεγονός ὅτι ὁ ἀρχικός πυρήνας τῶν πρώτων εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας ἀποτελούνταν ἀπό ,ἀνάλογα μέ το παραπάνω, ἀγιογραφικά χωρία, μέχρι νά τελειοπηθεῖ ἡ Λειτουργία στήν σημερινή της μορφή ὑπό τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Η Θεία Λειτουργία ἤταν ἡ κλάσις τοῦ Ἄρτου καί ἡ εὐλόγησις τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου, ὅπου τελούνταν ἀρχικά μέ τήν ἐκφώνηση τῶν ἱδρυτικῶν λόγων του Μυστηρίου.


Στό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ὁ Παῦλος ἀναφέρεται μέ βαθύτατη θεολογική ἀνάλυση λέγοντας πρός τούς Ρωμαίους: «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν; συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν»25 καί συνεχίζει λέγων πρός τους Γαλάτας « ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε»26. Ἐδῶ ἐξηγεῖ τόν βαθύτατο λειτουργικό συμβολισμό τῆς Βάπτισης, πού εἶναι ἡ συμμετοχή στήν τριήμερο Ταφή καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Τέλος δέ ἀναφέρεται στήν ἀποκλειστική καί μοναδική τέλεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ἑντός τῆς Ἐκκλησίας λέγοντας προς τούς Ἐφεσσίους «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»27.


Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου τό ἀποκαλεῖ Μέγα στήν Ἐπιστολή πρός τούς Ἐφεσσίους «ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν, τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν»28. Ἐδῶ ὁ Παῦλος ὑπερτονίζει τήν σπουδαιότητα τοῦ Μυστηρίου, ἀναφερόμενος στήν συναπτόμενη κί εὐλογημένη ἔνωση δύο ἀνθρώπων, τοῦ ἀνδρός καί τῆς γυναικός, ὅπου ἡ γυναῖκα ὁφείλει ὑπακοή στόν ἄνδρα καί ὁ ἄνδρας σεβασμό στήν γυναίκα ἔτσι ὥστε ὁ γάμος να παραμείνει τίμιος καί ἡ κοίτη ἀμίαντος29. Τέλος δέ ἀναφέρεται συντόμως καί στην τεκνογονία τῆς γυναικός, λέει « σωθήσεται δὲ διὰ τῆς τεκνογονίας, ἐὰν μείνωσιν ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγιασμῷ μετὰ σωφροσύνης»30.


Ἐπίλογος


Παύλειος μεταστροφή ἀποτελεῖ αἰώνιο πρότυπο γιά κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται εἰς ἐαυτόν καί καλείται ἀπό τήν θεία φωνή νά ἐπιστρέψει στήν άποκεκαλυμμένη ἀλήθεια. Οἱ Παύλειοι ἀγῶνες γιά τήν διατήρηση καί μετάδοση τοῦ ἀνόθευτου Εὐαγγελικοῦ Λόγου ἀποτελοῦν πρότυπο γιά τούς ἀγῶνες που θά πρέπει να καταβάλουμε σήμερα ἐμεῖς, τό λείμμα τῶν Ὀρθοδόξων, γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι ὅλων τῶν αἱρέσεων καί ἱδιαιτέρως τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οίκουμενισμοῦ, ἀλλα καί γιά τήν διαφύλαξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐνότητος ἐν Χριστῶ καθώς καί τήν διατήρηση ὑγιοῦς ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Οἱ Παύλειες λειτουργικές ἀναφορές στά Ἱερά Μυστήρια θεμελιώνουν βασικές λειτουργικές ἔννοιες καί ἀνοίγουν λειτουργικούς ὀρίζοντες γιά τούς μετέπειται Λειτουργιολόγους Πατέρες. Τέλος δέ οἱ Παύλειες ἀρετές αποτελοῦν προτροπή πνευματική σέ ὅλους μας γιά ψυχική κάθαρση ἐκ τῶν παθών καί πνευματική ἀναγέννηση, ἱδιαιτερως δέ νά ἐφαρμόσουμε τήν Παύλειο ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τόν ἄνθρωπον ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπό τόν ὕμνο τοῦ Παύλου στήν ἀγάπη, στήν ἀγάπη αὐτή πού «…πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει…καί οὐδέποτε ἐκπίπτει…»31.



1. Πραξ. 9, 4-5.
2. Γαλ. 1,13.
3. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Πρός τούς νεοφωτίστους Κατήχησις 4, PG 50,187.
4. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Ομιλία δ΄ Εἰς τόν Ἅγιον Ἀπόστολον Παῦλον, PG 50, 487.
5. Γαλ. 2,20.
6. Β΄ Κορ. 12, 2-4.
7. Ματθ. 28,19.
8. Φιλ. 3,20.
9. Β΄ Κορ. 6,4-5.
10. Β΄Κορ.11,24-27.
11. βλ. Τάτση Παρασκευή, Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κατά τόν Ἅγιο Ἱωάννη τόν Χρυσόστομο, διδακτορική διατριβή πού ὑποβλήθηκε στό Τμήμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολής τοῦ ΑΠΘ Τομέας Ἁγίας Γραφῆς καί Πατερικῆς Γραμματείας, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 20 Πρβλ. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τόν ἅγιον ἀπόστολον Παῦλον Ὁμ. 1-7, PG 50, 473-514.
12. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου Εἰς Γέν. Ὁμ. 11,5, PG 53, 95-96
13. PG 91,1278.
14. Μπελέζου Κωνσταντίνου, Χρυσόστομος καί Παύλος-Ἡ χρονολογική ταξινόμηση τῶν Παύλειων Ἐπιστολῶν, ἐκδ. Διήγηση, Ἀθήνα 2005, σελ. 95-96.
15. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Ὅτι χρήσιμος ἡ τῶν Γραφῶν ἀνάγνωσις, PG 51,89.
16. «Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκκλίνατε ἀπ᾿ αὐτῶν· οἱ γὰρ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλὰ τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ, καὶ διὰ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογίας ἐξαπατῶσι τὰς καρδίας τῶν ἀκάκων» Ρωμ. 16,17-18.
17. «Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ» Α΄Κορ. 1,10.
18. «εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνείχεσθε»Β΄ Κορ. 11,4.
19. «ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μὴ τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» Γαλ.1, 7-8.
20. Α΄ Κορ.6,19.
21. Α΄ Κορ.3,17.
22. Α΄ Κορ.6, 9-10.
23. Α΄ Κορ. 10,16-17.
24. Α΄ Κορ. 11,23-26.
25.Ρωμ. 6, 3-4.
26. Γαλ. 3, 27.
27. Ἐφ. 4,5.
28. Ἐφ. 5, 31-32.
29. Εβρ. 13, 4.
30. Α΄Τιμ. 2,15.
31. Α΄ Κορ.13,7-8.



Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ




ἀρχαιότερη καί λαμπρότερη ἀφιερωμένη στόν Τίμιο Σταυρό ἑορτή εἶναι αὐτή τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεώς Του, ἡ ὁποία ἀνήκει στόν κύκλο τῶν Δεσποτικῶν Ἑορτῶν ὡς πρός τό περιεχόμενο (Δεσποτικές ὀνομάζονται οἱ πρός τιμήν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἑορτές) καί στόν κύκλο τῶν Ἀκινήτων ὡς πρός τόν χρόνο (Ἀκίνητες ὀνομάζονται οἱ ἑορτές οἱ ὁποῖες ἑορτάζονται σέ σταθερή ἀκίνητη ἡμερομηνία κατά τήν διάρκεια τοῦ ἡμερολογιακοῦ λειτουργικοῦ ἔτους).


του Ἱερομ. Καλλινίκου Ἠλιοπούλου


πό πολύ νωρίς ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως, ἡ ὁποία ὅπως θά δοῦμε καί παρακάτω ἀναλυτικά, συνδέεται μέ τίς δύο ἐπίσημες ἀνυψώσεις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τήν πρώτη ἀπό τόν Πατριάρχη Μακάριο στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ στά Ἱεροσόλυμα πρός εὐλογία καί ἁγιασμό τοῦ πιστοῦ λαοῦ καί ἡ δεύτερη ἀπό τόν Πατριάρχη Ζαχαρία στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 630 μ.Χ ὕστερα ἀπό τήν λεηλασία καί τήν κλοπή τοῦ Σταυροῦ ἀπό τούς Πέρσες τό 629 μ.Χ καί τήν ἐπάνοδό του ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἡράκλειο, ἀλλά καί μέ τα ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως1.


χει διαμορφωθεῖ ἡ ἄποψη2 ὅτι κατά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως ἑορτάζουμε τήν ὕψωση τοῦ Σταυροῦ ἀπό τόν Πατριάρχη Μακάριο ἀμέσως μετά τήν θαυματουργική εὕρεσή Του ἀπό τήν βασιλομήτορα Ἑλένη τό 326 μ.Χ. Ὄντως ἡ Ἁγία Ἑλένη, μέ τήν συνδρομή τοῦ γιοῦ της, Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου, ἔρχεται στά Ἱεροσόλυμα τό 326 μ.Χ καί εὑρίσκει τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου καθώς καί τόν Ζωοδόχο Τάφο3, καί ἀνεγείρει περίλαμπρο Ναό, πάνω στόν τόπο ταφῆς τοῦ Χριστοῦ ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάζεται στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ ἀπό τόν Πατριάρχη Μακάριο4.


μέσως ὅμως μετά τήν εὕρεση τοῦ Τιμίου Ξύλου ἡ Ἁγία Ἑλένη μαζί μέ τά μέλη τῆς συγκλήτου Τόν προσκυνοῦν, ἐπειδή ὅμως ἦταν ἀδύνατο ὅλος ὁ λαός νά προσκυνήσει αὐτήν τήν ἡμέρα, ὁ Πατριάρχης Μακάριος ἀνῆλθε στόν ἄμβωνα καί ἐκεῖ ὑψώνει τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί ὁ λαός βλέποντάς Τον μέ δέος καί εὐλάβεια ἔψαλε τό «Κύριε ἐλέησον» μέ ἀποτέλεσμα, σύμφωνα μέ αὐτήν τήν ἐσφαλμένη γνώμη*, νά ἐπικρατήσει ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως5.


Αὐτή ὅμως ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως, ὕστερα ἀπό τήν εὕρεση τοῦ Σταυροῦ, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας τιμάει στίς 6 Μαρτίου, εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ὅπως καί θά δοῦμε παρακάτω.


πρώτη Ὕψωση, πού ἑορτάζουμε κατά τήν ἡμέρα τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ τήν 14ην Σεπτεμβρίου, εἶναι αὐτή ἐπί Πατριάρχου Μακαρίου καί συνδέεται ἱστορικά μέ τα ἐγκαίνια τοῦ Πανίερου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ.


Πλῆθος κληρικῶν καί πιστῶν εἶχαν προσέλθει στά Ἱεροσόλυμα γιά νά συμμετέχουν στό μεγάλο αὐτό γεγονός, καί ἔτσι ὁ Πατριάρχης Μακάριος τήν ἑπόμενη ἡμέρα, δηλαδή στίς 14 Σεπτεμβρίου ὑψώνει, γιά δεύτερη φορά ἱστορικά, τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου ἔτσι ὥστε νά Τόν δοῦν καί νά Τόν προσκυνήσουν6. Ἐδῶ λοιπόν ἀνάγεται ἡ γένεση τῆς ἑορτῆς τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως (ἡ λεγόμενη ὡς «σταυροφάνεια») καί ἡ σύνδεσή της μέ τά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ.


ναφέρει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Νεκτάριος « εἰ καί ἤδη ἀπό τοῦ ἔτους 326, καθ' ὅ ὁ ζωοποιός Σταυρός ὑπό τῆς Ἁγίας Ἐλένης εὑρέθη, τό σωτήριον ξύλον πανηγυρικῶς δημοσίᾳ ὑπό τοῦ ἐπισκόπου προετέθη καί ὡς λέγει τό Βασιλειανόν Μηνολόγιον ἐτυπώθη εἰς ὕψωσιν, οὐχ ἧτον ἡ σημερινή ἑορτή ἔσχε τήν ἀρχήν κυρίως ἐν ἱεροσολύμοις τῇ 14 Σεπτεμβρίου 335, ἥτις ὑπῆρξεν ἡ ὑστεραία τῆς ἡμέρας,


καθ΄ ἥν ἐγένετο ἡ καθιέρωσις τοῦ μαρτυρίου τῆς ἀναστάσεως, ὅτε δηλαδή ὁ Ἅγιος Σταυρός πάντων τῶν παρόντων ἐπισκόπων συναιρούντων, ἐπισήμως ἀνυψώθη καί τῷ λαῷ ἐκ τοῦ ἄμβωνος ὑπεδείχθη, πρός καθιέρωσιν διηνεκοῦς προσκυνήσεως. Ὅθεν τό πασχάλιον χρονικόν τήν προμνημονευθεῖσαν καθιέρωσιν προσέτι ὀνομάζει 'τά ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Σταυροῦ τῆς ἐμφανίσεως΄, ἤτις εἶναι ἡ σημερινή ἑορτή»7.


πίσης, ὅσον ἀφορᾶ τήν πρώτη αὐτή ὕψωση, ἔχουμε τήν ἐφαρμογή τῆς λειτουργικῆς συνήθειας τῆς συνδέσεως μεγάλων Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν μέ τά ἐγκαίνια μεγάλων ναῶν πού ἀνεγέρθηκαν στά Ἱεροσόλυμα ἤ γενικά στούς τόπους πού συνέβησαν τά γεγονότα αὐτά, ὅπως παρατηρεῖ ὁ π. Κωνσταντῖνος Καραϊσαρίδης8.


Γιά παράδειγμα ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στίς 6 Αὐγούστου συνδέεται μέ τήν ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ στό Θαβώριον ὄρος, ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στίς 15 Αὐγούστου μέ τά ἐγκαίνια τοῦ Θεομητορικοῦ καθίσματος στά Ἱεροσόλυμα, ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παναγίας στίς 21 Νοεμβρίου μέ τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ «Ἅγια τῶν Ἁγίων» στή θέση τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντα, ἔτσι καί ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως συνδέεται μέ τά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τοῦ Σταυροῦ στά Ἱεροσόλυμα στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ.


λλωστε αὐτή ἡ ἄποψη ἐνισχύεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως προσέλαβε τόν χαρακτῆρα Δεσποτικῆς ἑορτῆς, κι αὐτό φαίνεται ἀπό τήν καθορισθεῖσα τυπική διάταξη τῆς ἑορτῆς ἐάν τύχει ἡμέρα Κυριακή, τότε καταλιμπάνεται ἡ ἀναστάσιμη ἀκολουθία καί ψάλλεται μόνο ἡ ἀκολουθία τῆς 14ης Σεπτεμβρίου καθώς καί στόν μεθέορτο ἑσπερινό τῆς αὐτῆς ἡμέρας ψάλλεται τό μέγα προκείμενον «ὁ Θεός ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ...»9, ὅπως ἔτσι ὁρίζει τό Τυπικό γιά ὅλες τίς Δεσποτικές ἑορτές10.


κτοτε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ ἑορτή τῶν ἐγκαινίων τῆς 13ης Σεπτεμβρίου ἀτόνησε, παρόλο πού ἕως σήμερα ἔχει διατηρηθεῖ ὡς πλήρη ἀκολουθία στό Μηναῖο τοῦ Σεπτεμβρίου11, ἀλλά πλέον παίζει ἕναν προεόρτιο ἑορταστικό ρόλο στήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως ἀφοῦ ἐμπεριέχει προεόρτια ὑμνολογία στό Σταυρό.


Αὐτό μαρτυρεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά τό διάστημα 13 ἕως καί 21 Σεπτεμβρίου, ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό τό λειτουργικό βιβλίο τοῦ Μηναίου τοῦ Σεπτεμβρίου ἀναφέρεται στό Σταυρό τοῦ Κυρίου καί ὄχι στό γεγονός τῶν ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, τήν 13ην προεορτίως μέ καθίσματα, κανόνα καί αἴνους, την 14ην ἡ πλήρης Ἀκολουθία τῆς Ὑψώσεως, ἀπό τήν 15ην ἕως καί τήν 20ήν μεθεορτίως μέ καθίσματα, κανόνα καί αἴνους καί τήν 21ην μέ τήν Ἀπόδοση τῆς Ἑορτῆς12.


Αὐτήν τήν ἐπί ὀκτώ ἡμέρες πανήγυρη καί ἑορτή τοῦ Σταυροῦ μνημονεύει ὁ ἱστορικός Ἔρμειος Σωζόμενος «ἐτήσιον ταύτην ἑορτήν λαμπρῶς μάλα ἄγει ἡ τῶν ἱεροσολύμων Ἐκκλησία, ὡς ὀκτώ ἡμέρας ἐφεξῆς ἐκκλησιάζειν συνιέναι τε πολλούς σχεδόν ἐκ πάσης τῆς ὑφ' ἥλιον, οἵ καθ΄ ἱστορίαν τῶν ἱερῶν τόπων πάντοθεν συντρέχουσι κατά τόν καιρόν ταύτης τῆς πανηγύρεως»13.


σον ἀφορᾶ τήν δεύτερη ὕψωση τοῦ Σταυροῦ ἡ ὁποία τοποθετεῖται χρονολογικά περίπου τριακόσια ἔτη μετά τήν πρώτη ὕψωση, μεταφερόμαστε ἱστορικά στήν ἐκστρατεία τῶν Περσῶν στήν Παλαιστίνη περί τό 614 μ.Χ. ὅπου λεηλατοῦν τούς Ἁγίους Τόπους καί κλέβουν τόν Τίμιο Σταυρό.


Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ξεκινάει ἐκστρατεία κατά τῶν Περσῶν περί τό 628 μ.Χ., ὅπου τούς κατατροπώνει μέ τή δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί ἐπαναφέρει τόν Σταυρό στά Ἱεροσόλυμα. Συγκινητικό τό γεγονός ὅτι φέροντας στόν ὦμο του τό Τίμιο Ξύλο εἰσῆλθε μέ λιτανεία στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως καί Τό παρέδωσε στόν Πατριάρχη καί ἐν συνεχείᾳ ὁ Πατριάρχης ὑψώνει Αὐτόν πανηγυρικά ψάλλοντας κλῆρος καί λαός τό Ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς «Σῶσον Κύριε τόν λαόν σου»14.


Ἅγιος Νεκτάριος ἀναφέρεται ἐκτενῶς σέ αὐτό τό γεγονός: «Χοσρόης ὁ τῶν Περσῶν ἀρχηγός, κατακυριεύσας τῆς Παλαιστίνης καί ἱερουσαλήμ, ἤγαγε πολλούς χριστιανούς αἰχμαλώτους εἰς Περσίαν, ἐν οἷς καί τόν Πατριάρχην Ζαχαρίαν, οὕς ἐπί 14 ὅλα ἔτη κατεκράτει παρ΄ αὐτῷ, συγχρόνως δέ ἀφαρπάσας ἔφερε μεθ΄ ἑαυτοῦ καί τό ἥμισυ ξύλον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.


Κατά τοῦ Χοσρόου ἐξεστράτευσεν ὁ Αὐτοκράτωρ ἡράκλειος καί κατετρόπωσεν αὐτόν ἠλευθέρωσε τῆς αἰχμαλωσίας τόν Πατριάρχην καί τούς συναιχμαλώτους αὐτῷ καί τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ. Ἐπειδή δέ ὁ Αὐτοκράτωρ πρίν ἐκστρατεύσῃ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως προσέταξεν νά τελεσθῇ καθ΄ ἅπασαν τήν Πόλιν δέησις πρός τόν Θεόν, ἥν ὁ Πατριάρχης ἐτέλεσε μεθ΄ ὅλου τοῦ κλήρου καί ἐν ᾗ παρίστατο καί ὁ Αὐτοκράτωρ κατανυκτικῶς παρακολουθῶν καί τό πλῆθος τῶν χριστιανῶν καί ηὐχήθησαν ὑπέρ τῆς νίκης τοῦ αὐτοκράτορος καί τῶν στρατευμάτων αὐτοῦ, καί τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ τιμίου ξύλου καί τῶν αἰχμαλώτων.


Μετά τήν ἔνδοξον κατά τῶν Περσῶν νίκην καί τήν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Σταυροῦ καί τῶν αἰχμαλώτων, φόρον εὐγνωμοσύνης τῷ Θεῷ ἀποτίων ὁ βασιλεύςπροσέταξεν ἵνα ἐνιαυσίως τελῆται ἡ ἀνάμνησις τῆς καί τό δεύτερον ἀνυψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐν ἱεροσολύμοις τῆς γενομένης μετά τήν ἐπιστροφήν αὐτῶν ἐκ τοῦ πολέμου. Ἡ δευτέρα αὕτη ὕψωσις ἐγένετο ἐπί Ζαχαρίου ἐν ἱεροσολύμοις, ἐκεῖθεν δέ καί καθ΄ ὅλον τό κράτος καί τελῆται μέχρι σήμερον»15.


ρα ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως ἀποκτᾶ πλήρη λαμπρότητα μετά τήν δεύτερη ἱστορικά ὕψωση τό 630 μ.Χ. ἐπί Πατριάρχου Ζαχαρίου στά Ἱεροσόλυμα16 καί ἐν συνεχείᾳ ἐξαπλώνεται σέ Ἀνατολή καί Δύση περί τά μέσα τοῦ 7ου αἰῶνος μ.Χ. καί καταχωρεῖται ὡς ξεχωριστή ἑορτή μέ πλήρη ἀσματική ἀκολουθία στά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Στήν ἐξάπλωση καί διάδοση τῆς ἑορτῆς συνέβαλε καί ἡ μεταφορά τοῦ Τιμίου Ξύλου ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στήν Κωνσταντινούπολη γιά περισσότερη ἀσφάλεια περί τό 634-635 μ.Χ., ὅπου ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας ἀλλά καί λειτουργικό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας17.


Ἅγιος Νεκτάριος λέει χαρακτηριστικά «...Ἀπό τῆς ἐποχῆς ὅμως τοῦ ἡρακλείου ἡ ἑορτή τῆς ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ κατά πάσας τάς ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς ἐγένετο γενικωτάτη. Συγχρόνως ἐγένετο ἀσπαστή καί ὑπό τοῦ Πάπα Ὀνωρίου καί ἐξηπλώθη ἀνά πάσας τάς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως»18.


Συνοψίζοντας ἡ ἑορτή τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως ἀνάγει τήν γένεσή της περί τίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνος στά Ἱεροσόλυμα, ὕστερα ἀπό τήν εὕρεση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ περί τό 326 μ.Χ. ἀπό τήν Ἁγία Ἑλένη ἀλλά καί τά ἐγκαίνια τοῦ Πανίερου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ., ὅπου τήν ἑπόμενη ἡμέρα 14ην Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ. τελεῖται ἡ ἱστορική ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπό τόν Πατριάρχη Μακάριο στά Ἱεροσόλυμα,


καί μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἐξελίχθηκε χρονικά ἕως καί τά μέσα τοῦ 7ου αἰῶνος, ὅπου ἐπικράτησε πλήρης ἀκολουθία στά λειτουργικά βιβλία καί ἐξαπλώθηκε τοπικά στήν Ἀνατολή ἀλλά καί στή Δύση, ὕστερα ἀπό τήν δεύτερη ἱστορική ὕψωση τοῦ Σταυροῦ ἀπό τόν Πατριάρχη Ζαχαρία στά Ἱεροσόλυμα στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 630 μ.Χ. καί τήν μεταφορά τοῦ Τιμίου Ξύλου ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στήν Κωνσταντινούπολη τό 634-635 μ.Χ. γιά λόγους ἀσφαλείας.





1. Πρβλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ ἑορτές τοῦ Τιμίου Σταυροῦ», Η΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον, 18-20 Σεπτεμβρίου 2006, σελ. 5.


2. Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436.


3. «Πρώτη δέ αὐτῆς φροντίς ὑπῆρξεν ἡ ἀναζήτησις τοῦ Τάφου τοῦ Σωτήρος· ἀλλ΄οἱ ἐθνικοί φθόνῳ πρός τούς Χριστιανούς κείμενοι τιμῶντας ἰδιαζόντως τό μνῆμα τοῦ Σωτῆρος εἶχον πρό πολλοῦ ἤδη χρόνου ἐπιχώσει αὐτόν· καί ἵνα τελείως τήν μνήμην αὐτοῦ ἐξαλείψωσιν ἀνῳκοδόμησαν ἐπί τοῦ οὕτω τελεσθέντος λόφου, ἐν ᾧ ὁ τάφος τοῦ Σωτῆρος, ναόν τῆς Ἀφροδίτης καί ξόανα ἐν αὐτῷ ἔστησαν» βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 20.


4. Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), ὄπ.π. σελ. 434-435· πρβλ. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εἰς τόν βίον τοῦ μακαρίου Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως, κεφ. κη΄-λα΄, PG 20, 944-948.


5. Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436.


6. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π.


7. Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 32.


8. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π.


9. Βλ. Μηναῖον Σεπτεμβρίου, Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἔκδ. β΄, Ἀθήνα 2002, σελ. 252.


10. Πρβλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 437.


11. Βλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), ὅπ.π., σελ. 5.


12. Πρβλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), ὅπ.π., σελ. 432.


13. Βλ. Ἐρμείου Σωζομένου Σαλαμινίου Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τόμος Β΄, κεφ.στ΄ «Περί τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις νεώ, ὅν ὁ μέγας ἔκτισε Κωνσταντίνος ἐν Γολγοθᾷ καί περί τῶν ἐγκαινίων αὐτοῦ», PG 67, 1008-1009.


14. Βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436· πρβλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 31.


15. Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Ἱστορική Μελέτη περί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἐν Ἀθήναις 1912, σελ. 31.


16. Πρβλ. ὅπ.π., σελ. 32.


17. Πρβλ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη (Πρωτοπρεσβυτέρου), «Οἱ ἑορτές τοῦ Τιμίου Σταυροῦ», Η΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Τό Χριστιανικόν Ἑορτολόγιον, 18-20 Σεπτεμβρίου 2006, σελ. 6-7.


18. Βλ. Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως, ὅπ.π., σελ. 32· πρβλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), 11ος τόμος, σελ. 436-437.



Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.