ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΣΗΜΕΡΟΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ




Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου

είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, 

ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. 

Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, 

έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, 

ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. 

Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, 

άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα. 

Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, 

τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, 

συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, 

ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, 

προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη. 




του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά. Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;. Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον». 


Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών. 


Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα, εν τω ιερώ δε Άθω, τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας, ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι, και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι, τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός. Χάριν δε περιεργείας δύναται να σημειωθή και η σύμπτωσις, ότι ο Αύγουστος αστρονομικώς ανήκει εις το ζώδιον, το λεγόμενον της Παρθένου. Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας. 


,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά, το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται». Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει· «Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου· άφνω δε συρρεύσασα, των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην, μεθ’ ων Άχραντε, σου την σεπτήν, Παρθένε, μνήμην δοξάζομεν». 


Και το β΄ τροπάριον· «Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε, τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα, συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα». Αξιοσημείωτα είναι τα δύο τροπάρια της ε΄ ωδής του δ΄ ήχου, προς το «Εξέστη τα σύμπαντα»· «Κροτείτωσαν σάλπιγγες, των θεολόγων σήμερον, γλώσσα δε πολύφθογγος ανθρώπων, νυν ευφημείτω, περιηχείτω αήρ, απείρω λαμπόμενος φωτί, άγγελοι υμνείτωσαν, της Παρθένου την κοίμησιν». «Το Σκεύος διέπρεπε, της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλος εξιστάμενος Παρθένε, έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ, τοις πάσι θεόληπτος και ων, όντως και δεικνύμενος, Θεοτόκε πανύμνητε». Ο ειρμός της ζ΄ ωδής του α΄ ήχου, εν ω μνημονεύεται κατά χρέος η ιστορία των Τριών Παίδων, έχει ως έπεται· «Ιταμώ θυμώ τε και πυρί, θείος έρως αντιταττόμενος, το μεν πυρ εδρόσιζε, τω θυμώ δε εγέλα, θεοπνεύστω λογική, τη των οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει». 


Το επόμενον τω ειρμώ τούτω τροπάριον περιέχει ποιητικωτάτην παραβολήν, ή μάλλον αντίθεσιν, αφορμήν λαβούσαν εκ της συντρίψεως των πλακών της Διαθήκης υπό του Μωυσέως. «Θεοπνεύστους πλάκας Μωσής, γεγραμμένας τω θείω Πνεύματι, εν θυμώ συνέτριψεν, αλλ’ ο τούτου Δεσπότης, την τεκούσαν ασινή, τοις ουρανίοις φυλάξας δόμοις, νυν εισωκίσατο· συν αυτή σκιρτώντες, βοώμεν Χριστώ· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει». 


Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: ΕΟΡΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου,

ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία.

Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια,

ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν.

Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.

Η Κοίμησις αύτη συνέβη,

κατά την ευσεβή παράδοσιν,τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου,

συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη 

της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη.

Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην,

οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες,

η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά.

Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού,

η Θεοφάνους»,

και πιθανώτατον,

ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού,

η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως.




Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ; Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον». Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον,ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα,και συ Υιέ και Θεέ μου,παράλαβέ μου το πνεύμα».Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν,μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει».


Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς,ότι,κατά την τελευταίαν Κρίσιν,και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού,η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον,επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών.Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν,άρχεται η εορτή,και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα,ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός,καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής,η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. 


Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα,εν τω ιερώ δε Άθω,τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας,ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι,και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι,τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός.Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας.'Ο,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης,οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί,τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. 


Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά,το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου,πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει·«Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου·άφνω δε συρρεύσασα,των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην,μεθ’ ων Άχραντε,σου την σεπτήν,Παρθένε,μνήμην δοξάζομεν».


Και το β΄ τροπάριον·«Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε,τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις,τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα,συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα».Αξιοσημείωτα είναι τα δύο τροπάρια της ε΄ ωδής του δ΄ ήχου, προς το «Εξέστη τα σύμπαντα»· «Κροτείτωσαν σάλπιγγες,των θεολόγων σήμερον, γλώσσα δε πολύφθογγος ανθρώπων, νυν ευφημείτω,περιηχείτω αήρ,απείρω λαμπόμενος φωτί,άγγελοι υμνείτωσαν, της Παρθένου την κοίμησιν». «Το Σκεύος διέπρεπε,της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλος εξιστάμενος Παρθένε,έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ,τοις πάσι θεόληπτος και ων,όντως και δεικνύμενος,Θεοτόκε πανύμνητε». Ο ειρμός της ζ΄ ωδής του α΄ ήχου,εν ω μνημονεύεται κατά χρέος η ιστορία των Τριών Παίδων,έχει ως έπεται·«Ιταμώ θυμώ τε και πυρί,θείος έρως αντιταττόμενος,το μεν πυρ εδρόσιζε,τω θυμώ δε εγέλα,θεοπνεύστω λογική,τη των οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».





Το επόμενον τω ειρμώ τούτω τροπάριον περιέχει ποιητικωτάτην παραβολήν,
ή μάλλον αντίθεσιν, αφορμήν λαβούσαν εκ της συντρίψεως των πλακών 
της Διαθήκης υπό του Μωυσέως.
«Θεοπνεύστους πλάκας Μωσής,γεγραμμένας τω θείω Πνεύματι,εν θυμώ συνέτριψεν,
αλλ’ ο τούτου Δεσπότης,
 την τεκούσαν ασινή,
τοις ουρανίοις φυλάξας δόμοις,νυν εισωκίσατο·συν αυτή σκιρτώντες, βοώμεν Χριστώ·
ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
Αλλ’ η χρυσή κορωνίς και το επιστέγασμα όλου του Κανόνος, είναι η ωραιοτάτη εκείνη καταβασία της θ΄ ωδής,
μετά του Μεγαλυναρίου,
ψαλλομένη και εν τη Λειτουργία·
«Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, την μόνην Θεοτόκον.
«Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοι Παρθένε άχραντε,
παρθενεύει γαρ τόκος,
και ζωήν,
προμνηστεύεται θάνατος· 
η μετά τόκον Παρθένος,και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί,
Θεοτόκε,την κληρονομίαν σου».



Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ''Εφημερίς'' στις 15 Αυγούστου 1887.
Αντιγραφή από το ιστολόγιο ''ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ''
τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

ΠΩΣ ΑΠΕΘΑΝΕΝ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ





Εκ της εφημερίδας των Αθηνών «Πρωτεύουσα»,
της Δευτέρας 8.11.1921, αρ. φύλλου 38, σελ. 2. Διευθυντής Αρίστος Καμπάνης. Γραφεία Σοφοκλέους 11.
Έρευνα, εισαγωγή στο διαδίκτυο και επιμέλεια κειμένου
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».



Ο σεβαστός μου διδάσκαλος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης μου έκαμε μίαν μεγάλην τιμήν. Από την Σκιάθο, όπου μετέβην δι' ολίγον, μου απέστειλεν εν σπάνιον όσο και περίεργον σημείωμά του, γραμμένον εις το περιθώριον ενός περιοδικού, και αναφερόμενον εις την ασθένειαν και τον θάνατον «του αγαπητού του Αλεξανδρή», του μεγάλου Παπαδιαμάντη. Το πρόχειρον αυτό σημείωμα εγράφη εκ του περιθωρίου περιοδικού, κατά πληροφορίας των αδελφών του Παπαδιαμάντη προς τον Αλέξανδρον Μωραϊτίδην και την απλότητα της αφηγήσεως συμπληρώνει η συγκίνησις ενός ωραίου θανάτου.


Το σημείωμα του διδασκάλου έχει ως εξής:


Ήταν 3 Ιανουαρίου του 1911 όταν στον βαρύ χειμώνα της Σκιάθου ο αρχάγγελος κατέβηκε για να πάρει την ψυχή του Αλέξανδρου στον ουρανό. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε ήδη ζήσει 59 βασανισμένα αλλά και ταυτόχρονα γοητευτικά χρόνια στην γη, ακροβατώντας ανάμεσα στους ήρωες που με λέξεις ζωγράφιζε στο χαρτί, στους ναούς όπου έψαλε τα «τραγούδια του Θεού» και στα καπηλειά όπου το κρασί γινόταν ο πρόσκαιρος αναπαμός του από την φτώχεια και τα βάσανα.


Ο Θεός που -όπως όλα του τα πλάσματα έτσι και αυτόν- τον παρακολουθούσε στις ανηφόρες και τις κατηφόρες του έπεμψε τον άγγελο και ο δούλος Του Αλέξανδρος, σαν έτοιμος από καιρό ακούμπισε με το τραχύ του χέρι το απαλό φτερό, ύστερα το κράτησε πιο δυνατά και ο άγγελος έφυγε…Με τον Αλέξανδρο. Κανένα σημάδι στο χιόνι, μία απέραντη σιωπή, όπως όταν ζούσε. Μόνο κάποιες Ουρανίες, η Σταχομαζώχτρα και άλλοι δικοί του που αναπαύονταν στις κιτρινισμένες σελίδες των γραπτών του βγήκαν δειλά-δειλά και αθέατοι από τους ζωντανούς κουνούσαν λευκά μαντήλια….


Χρόνια μετά στην εφημερίδα « Πρωτεύουσα » δημοσιεύεται ένα σημείωμα του εξαδέλφου του, του επίσης συγγραφέα Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, για τις τελευταίες ώρες του Παπαδιαμάντη.



ΠΩΣ ΑΠΕΘΑΝΕΝ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Πολλάκις όλην την ημέραν διήρχετο σιωπών. Ήτο εις το δωμάτιόν του πάντοτε. -Πώς βαστά να μην ομιλή τόσας ώρας; έλεγον αι αδελφαί του. Κατόπιν έλεγε –Έ, τώρα λέτε ό,τι θέλετε, να διασκεδάσωμεν. 29 Νοεμβρίου εξελθών το πρωί έφερεν από την αγοράν μπαρμπούνια. Έφαγε φασόλια το μεσημέρι. –Ψήστε ένα… Τού έψησαν. –Αυτό βράδυ το τρώμε. Δεν έφαγεν όμως το βράδυ. Εξημέρωσεν άσχημα. Την νύκτα τού έβρασαν τρία ζεστά.


Είχε δύσπνοιαν. Από 30 Νοεμβρίου ήτο πλέον κλινήρης. Μίαν ημέραν κατέβη εις την αυλίτσαν. Ελιποθύμησε. Μόλις τον επρόφθασαν να μην πέσει και σκοτωθεί. Όταν συνήλθε, μάς ηρώτησε –Τι μου συνέβη; Ακούσας ότι ελιποθύμησεν –Ε! θα πεθάνω, είπε. Τόσα χρόνια δεν ελιποθύμησα.


Τα κορίτσια έκλαιον. –Ε! δεν πεθαίνω, τα ενεθάρρυνε. Να πάρουμε, του είπαν τα κορίτσια, γιατρό; -Θα καλέσωμεν πρώτον τον ουράνιον ιατρόν, απήντησεν. Εκάλεσαν όμως τα κορίτσια ιατρόν. Αλλά δεν τον εδέχθη. Ξαναήλθεν ο ιατρός. Δεν τον εδέχθη. Το βράδυ ήλθεν ο Παπανδρέας και εδιάβασε Παράκλησιν. Ύστερα εδέχθη και τον ιατρόν. Επρίσθηκαν τα πόδια του. Είχε δύσπνοιαν. Διήρκησεν η ασθένια 35 ημέρας, κατά τας οποίας ήτο κλινήρης.


Μετάλαβε τρεις φοράς εις το διάστημα αυτό. Έκαμεν ευχέλαιον. Του εδιάβαζεν ο Παπανδρέας την μεγάλην συγχωρητικήν Ευχήν· αυτήν ήθελεν. –Την μεγάλην Ευχήν, Παπανδρέα, τού έλεγεν. Του αγίου Βασιλείου το βράδυ μετάλαβε δια τελευταίαν φοράν. Όταν εβράδυασε καλά, ανεσηκώθη ολίγον ωσάν ενθουσιασμένος από κάποιαν ανάμνησιν. Ηκροάτο σιωπών το τραγούδι του αγίου Βασιλείου, όπου το ετραγουδούσαν τα παιδιά εις το αγαπημένον του καφενείον, εις την παραλίαν. –Τι ωραία που το πάνε ‘ς του Λάμπρου! Είπε. Και μετ’ ολίγον προσέθηκε –Να ήμουν κ’ εγώ κειδά!


Εζήτησεν έπειτα βιβλίον να διαβάσει. Του έδωσαν τον Σαίξπηρ. Το έλαβεν αλλά δεν ημπόρεσε να διαβάσει. Δεν έβλεπεν, αν και το φως ήτο πολύ. -Ε, τώρα θα πεθάνω πλέον! Τα κορίτσια άρχισαν να κλαίουν. –Μη κλαίτε, δεν αποθνήσκω. Από την νύκτα έπαυσε τον καφέ και το γάλα. Εννοών εκλιπούσας τας δυνάμεις του, σαν να ήθελε να παρηγορήσει τας θρηνούσας αδελφάς του δια την ορφανείαν και ταις έλεγεν· –Έννοια σας. Αλήθεια. Δεν σας αφήνω τίποτε. Έννοια σας, από τα έργα μου θα λάβητε κάποιαν βοήθειαν. Μη κλαίτε!


Λίγο κονιάκ τού έδωσαν τελευταίον. Μετά 24 ώρας απέθνησκεν. Ολίγην ώραν πριν, ήρχισε να ψάλλει «Την χείρα σου την αψαμένην» (διότι επλησίαζεν η παραμονή των Φώτων, ότε ψάλλεται το εύμορφον αυτό τροπάριον). Αλλά δεν ηκούοντο καθαρά οι λόγοι. Μετ’ ολίγον εξέπνευσε· μεσάνυκτα της 2ας προς την 3ην Ιανουαρίου.


«Η οικία εις την οποίαν φιλοξενείται υπό των αδελφών του [Παπαδιαμάντη] ο σοφός διδάσκαλος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης», συνεχίζει ο αρθρογράφος της εφημερίδας αφότου μοιράζεται το παραπάνω σημείωμα, «κείται όπισθεν ακριβώς του Αγίου Βήματος της Παναγίας της Σκιάθου, εις τον Νάρθηκα της οποίας ευρίσκεται η κάρα του Παπαδιαμάντη εντός μικρού μαύρου κιβωτίου.


Πόση θα είναι η συγκίνησις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, εκκλησιαζομένου εκεί όπου διατηρείται εισέτι το κρανίον του αγαπημένου Αλεξανδρή, τον οποίον τόσον αριστοτεχνικώς ζωγραφίζει εις τα Χριστούγεννα εις τον ύπνον μου του 4ου τόμου των Διηγημάτων του, και του οποίου την ασθένειαν και τον θάνατον με τόσην απλότητα, αλλά και με τόσην δύναμιν συγκινήσεως διατήρησεν εις το ανωτέρω ανέκδοτον σημείωμά του».


ΕΝΔΥΜΙΩΝ



Έρευνα, εισαγωγή στο διαδίκτυο και επιμέλεια κειμένου
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Εκ της εφημερίδας των Αθηνών «Πρωτεύουσα»,
της Δευτέρας 8.11.1921, αρ. φύλλου 38, σελ. 2. Διευθυντής Αρίστος Καμπάνης. Γραφεία Σοφοκλέους 11.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: «ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ» (1893)




«...να καταβαίνωσι την ράχιν ερχόμεναι αι καλυβιώτισσαι γυναίκες, αι ποιμενίδες και βοσκίδες των αγροτικών συνοικιών.

Ήλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους άνθη, λαμπάδας, κηρία και αγγεία με έλαιον...»


Τρίτη 7 Μαΐου 2024

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: «ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»




Απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:



«Η Δασκαλομάνα»



«Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. Είχε υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλούσιαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν, ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως», του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν. «Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και που συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος : Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακες και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τις αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθε μια πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, τον χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε». Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διαβόλοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον». Απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Η Δασκαλομάνα», Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 – 3 Ιανουαρίου 1911) *Εκ του ιστολογίου «eranistis.net» της 10.4.2014. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

ΟΤΑΝ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΠΗΓΕ ΝΑ ΔΩΣΕΙ ΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΣΤΗΝ ''ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ''

 


''...Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτός ὁ
πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, πού
τόν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν,
ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν,
ἀέρα καί μεγαλοπρέπεια, αὐτός!... Αὐτός ὁ μαλακός,
 ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καί τσαλακωμένος
 ἄνθρωπος, πού στεκότανε μέ συστολή μαθητοῦ
ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Αὐτός, πού μᾶς
ἔδωκε γλύκες πνευματικές καί συγκινήσεις ψυχικές,
πού ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε,
 ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνούς κι᾿ ἀγνώστους, πού
 τούς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σάν νά
 περάσαμε μιά ζωή μαζί, αὐτός σέ μιά τέτοια
κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!...''.



...Τον πέρασαν για άπορο που πήγε να πάρει δέκα δραχμές... 



Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.


Ο Σταμάτης Σταματίου δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής.


Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του.


Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος στο πολυτονικό της καθαρεύουσας, όπως τον κατέγραψε ο Στ. Σταματίου:


«- Κι᾿ αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;


Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.


– Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται. Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε.


– Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;


– Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.


– Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.


– Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!...


Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε.


Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι. Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.


– Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;


– Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.


– Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων... καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς;


– Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!


Ο ἴδιος;


Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!


πεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!


Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!...


Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!...


Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!...


Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ προφέρω.


πὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα.


Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι...


μεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ...».




ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ


Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ




πειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.


Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἁβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος(1).


Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.


Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.


Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἀγνοήσωσιν.


Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὗτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς.


ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχομένους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὗτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ.


«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγῖδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἔφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».





ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ


(«Ἐφημερίς», 6 Ἰανουαρίου 1888, 3α.)


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

''Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ'' ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ





Εκ του βιβλίου του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη 
''Τα Μετά Θάνατον   Η  Χ Ο Λ Ε Ρ Ι Α Σ Μ Ε Ν Η'',
εκδοτικός οίκος Γεωργίου Φέξη, σελ. 5 - 10, 
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συλλογή διηγημάτων του κορυφαίου λογοτέχνη μας, 
του "Αγίου των Ελληνικών Γραμμάτων", Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Περιλαμβάνονται τα διηγήματα: 
''Μία ψυχή, ''Πάσχα ρωμέικο'', ''Αποκριάτικη νυχτιά'', ''Πατέρα στο σπίτι'', ''Ο ξεπεσμένος δερβίσης'',
 ''Χωρίς στεφάνι'', 
''Οι παραπονεμένες Απόλαυσις στη γειτονιά'', ''Ο γείτονας με το λαγούτο'', 
''Η Χολεριασμένη'', 
''Ο Κοσμολαίτης'', ''Οι κουκλοπαντρειές'', ''Άλλος τύπος'', ''Τραγούδια του Θεού''



Α Θ Η Ν Α Ι   1 9 0 1


Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και την ἄλλην, την επιγραφομένην ''Το Θαύμα της Καισαριανής'', ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είναι η κυρα-Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτε Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.



''Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι ο αδερφός μου… Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπαρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις, που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του, και μ' εφίλευε καραμέλες. Θα ήτον τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.


Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και την χολέρα· που βάσταξε τρεις μήνες, κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία καε δέηση που έκαμε ο λαός με τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια· κ' οι Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιλιά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον κλεισμένος στο Παλάτι, μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε, και δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη την χολέρα και το θανατικό. Κ' έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλαρία, Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια, και τους λέγανε Ζουάβους· κι άλλοι με κατακόκκινες γιακέτες, κάτι φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως κει πάνω, με άντζες γυμνές, που φορούσαν κάτι σα φουστανέλες΄ κ' ἔβγαιναν κατά την πλατέα, κ' εφοβέριζαν τον Όθωνα.


Κι όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον αγαπούσε ο λαός. Κι ο βασιλιάς επονούσε τόν λαό, κ' εσκορπούσε ελέη και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι. Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμένοι τρία χρόνια μπροστά. Ο μπαρμπα-Λευθέρης με τις καραμέλες με είχε καταφέρει. Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν, τό πολύ, δεκάξι χρονών, όταν έγινε η στεφάνωση. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα. Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους μήνες μπροστά την μοναχοκόρη, την Κατίγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν μ' έπιασαν οι εμετοί, και τ' άλλα τα συπτώματα, Θεός να φυλάῃ ―μακριά από σας― ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγινε άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, κι αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώσῃ.


Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην Ακρόπολη αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια, κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα απ' τους πόνους της αρρώστιας, κ' εδίψαγα φοβερά. Εφώναζα νά' ρθῃ κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας δεν ήρχετο. Οι γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρα τους, στην εξοχή, κι άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν. Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φουλδάκης, πέρασε το χέρι του απ' το παραθυράκι, και μου έρριξε ένδεκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να μου φέρη νερό. Αλλά, μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά, ή φόβος τον έπιασε, και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση. Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα.


Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό. Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο από εν' αραφάκι. Σηκώθηκα, επήρα ένα, και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν καλύτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά, κ' έψησα δυο - τρία και τα' φαγα. Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα. Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα. Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά. Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύση κάπου εκεί. Έφτασα, με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστριψα με κόπο την κάνουλα της βρύσης. Ω, συφορά μου!


Το νερό είχε κοπή. Σηκώνομαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα… Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει μαζί μου το κορίτσι μου απ' την κούνια…! Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα επανέλαβε: ''Ναι… όχι, δεν το πήρα μαζί μου. Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το ένα πρώτο για να βρω νερό, κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα γνώριμο… να τον ερωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, είχα σκοπό να γυρίσω γρήγορα πίσω, στο σπιτάκι μου. Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύση, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρότσα με τ' αλογάκια της που έστεκε παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου. Η πόρτα της εκκλησιάς ήτον ανοικτή.


Βλέπω μια γριά. Ήτον η κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε, κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψη μου πως ήμουν μολεμένη. Σπρώχνω την πόρτα, φωνάζω. ― Λίγο νερό!… δεν είστε χριστιανοί; Είδα που είχε δυο στάμνες ακουμπισμένες από μέσ' απ᾽ την πόρτα, σιμά στο παγκάρι. Η γριά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε: ― Κάμε τις χούφτες σου. Έκαμα τις χούφτες μου, τις παλάμες μου, βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου έρριχνε απ' ολίγ' ολίγο νερό μες στις χούφτες, κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γριά, σαν ετράβηξε τη στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ' έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας κ' είπα: ― Τί κάνουν μέσα;


Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά. ― Βαφτίζουν, μου είπε η καλόγρια, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον στενοχωρεμένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη. Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. Εκεί μέσα, στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του, κ' η Στάθαινα, η ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση, κ' εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη, που του είχε κάμει η γυναίκα του η νιόνυφη. Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της καρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί. Κατάλαβα τί ἔτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρότσα, κι ο άνδρας μου που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους.


Πριν φύγουν, ηθέλησαν, σαν καλοό χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό τους. ― Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε΄ πού άφησες το παιδί; ― Εσύ, πως μ΄άφησες εμένα; του λέω. Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτιση. Εγώ τους έγινα κουνούπι και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος. Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν. ― Θά 'ρθω κ' εγώ μαζί σας, όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του χεριού επάνω στην παλάμη μου. ― Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου. ― Πάμε μαζί, του λέω. Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς, χωρίς να του προτείνη κανείς τίποτε, άρχισε να φέρνῃ δυσκολίες. ― Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους, και το μωρό τέσσεροι, και μου δώσατε, τι μου δώσατε, τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου.


Τώρα οι τέσσεροι θα γίνουν έξι. Δεν μας παίρν' η καρότσα. Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του ἔγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να του πη: ''Ησύχασε, και μη σε μέλη… θα είμαστε όσοι είμαστε…'' Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο κυρ Μικέλης, και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καροτσέρης, εγύρισε κατά μένα. ― Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ' εμένα μαζί. Ο καροτσιέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν χολεριασμένη. Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετροῦσα. ― Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα, και να με πάρης μαζί. Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα' ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα, κ' είπα με τον εαυτό μου: ''ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι γίνεται.'' Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα.


Επάσκισα εγώ να το κρύψω, το ἕνα, μες στην παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.― Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ, και θα σε πάρω. ― Δέκα, είπα εγώ. ― Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς. Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε: ― Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;― Μα, αφού μας παίρν' ἡ βάρκα! απηλογήθη ο αμαξάς΄ η βάρκα χωρεί, εσάς τι σας μέλει; Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσκημα συπτώματα, η όψη μου φαίνεται να είχε σιάξει, και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μου έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη. ― Ας έρθη κι αυτή, η καημένη, Στάθη, είπε του ανδρός της. Κοντολογής, ο άντρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε, κι ολίγα ρουχικά μαζί.


Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρότσα. Εμείναμε δυο - τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής συγγένισσάς μας, κοντά στον Αι-Γιάννη του Ρέντη. Εκεῖ ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τούς έπλυνα τα ρούχα, και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι μου, την Κατίγκω μου, που μεγάλωνε σιγά - σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση. Την εχάδευαν κ' έλεγαν: ''Πίκκολο! πίκκολο!'' Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλαρία, με τις περικεφαλαίες τους, εφαίνονταν φοβεροί΄ χωριστά κι ολίγοι - ολίγοι, εφαίνονταν κι αὐτοί καλοί ἄνθρωποι. Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σέ λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, το ηύραμε απείραχτο, κ' εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη. Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από τις υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους.


Όταν εγυρίσαμε στην Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια. Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά στον καροτσιέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το δεκαπλάσιο.'' 



Α Θ Η Ν Α Ι   1901




Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018

ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑ




του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


«Πόσον καλά εταιριάζαμεν, εγώ και η πτωχή εξαδέλφη μου Μαχούλα, συγγενής μου του ογδόου βαθμού! Αυστηρώς εάν κρίνω τον εαυτόν μου, ευρίσκω, ότι δεν ήμην άξιος της εμπιστοσύνης την οποίαν εις εμέ εδείκνυε. Μου διηγείτο τους πόνους της, τα βάσανα και τους και τους καημούς της. Μου έλεγεν ότι αυτή δεν επεθύμει ποτέ να υπανδρευθεί, αλλ΄οι γονείς της την είχαν υπανδρεύσει. Θα επροτιμούσε να εγίνετο καλόγρια. Αλλά τώρα είχε κόρας εν ώρα γάμου και υιούς και ήτο σχεδόν πεντηκοντούτις.


Την εσπέραν της Παρασκευής, 25 Σεπτεμβρίου, ωδεύομεν ομού ανά την αμπελόφυτον πεδιάδα, απερχόμενοι εις τον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, μετόχιον του ιερού Κοινοβίου του Ευαγγελισμού. Ετελείτο εκεί μικρά πανήγυρις. Έμελλε να γίνει παννυχίς από της ενάτης ώρας μέχρι της τρίτης του όρθρου, είτα δε, μετά δίωρον διάλειμμα, θα ετελείτο λειτουργία. Δεν είχομεν συμφωνήσει να υπάγωμεν ομού. Αλλά σχεδόν πάντοτε, χωρίς να συνεννοηθώμεν, ομού επηγαίναμεν. Ούδ’ ήτο αύτη η μόνη παννυχίς, εις την οποίαν παρευρισκόμεθα. 


Εις τας 8 Σεπτεμβρίου, ώραν 3ην μετά τα μεσάνυκτα, μετά την απόλυσιν του όρθρου, εις την πανήγυριν της Παναγίας της Λιμνιάς, η εξαδέλφη Μαχούλα κι εγώ, ομού κατηρχόμεθα το ολισθηρόν λιθόστρωτον, το αρχόμενον από της μεγάλης οικίας του καπετάν Νικόλα του Ματαρώνα και φθάνον μέχρι της παραθαλασσίας αγοράς. Ενίοτε ήτο σελήνη, συνήθως όμως ήτο σκότος βαθύ. Αλλά το μελιχρόν φέγγος επέχριε μόνον τας στέγας των οικιών και το διενέμοντο, ως πενιχράν κληρονομίαν, τα δωμάτια, τα μπαλκόνια και οι γάστρες των ανθέων. Δι’ ημάς κάτω εις το λιθόστρωτον δεν έφθανε να κατέλθει ευμενής ακτίς.


Όθεν πολλάκις εγλιστρούσα εγώ, προσπαθών να κρατήσω την εξαδέλφην μου Μαχούλα μη πέση. Ήτον βαρεία και παχεία, ωχρά και νοσώδης. Αι εγκυμοσύναι άρα της είχον αφήσει τον όγκον εκείνον, ο οποίος επαραμόρφωνε την μέσην της **[μερικές λέξεις έχουν χαθεί]*** και όπισθεν ήρχετο η Ανδρεώλα η Μαμπερού, γραία ευλαβής, κρατούσα φανάριον. Παρεμπρός μου εφαίνετο όγκος τις αποφράττων τον στενόν δρομίσκον. Η γραία Δεσποινιώ η Μπλήχαινα, της είχε σβήσει ο άνεμος το απόκερον, το οποίον είχε λάβει από το μανουάλι της εκκλησίας, και βυθισθείσα εις σκότος αιφνίδιον, είχε ριζωθεί εκεί, καταμεσής εις τον δρόμον, αδυνατούσα να βαδίσει δεξιά ή αριστερά. 


Μίαν απ΄αυτάς τας νύκτας, της 8ης Σεπτεμβρίου – δεν ενθυμούμαι εις τα πόσα ήτον – μας συνέβη, εις εμέ και την εξαδέλφην μου Μαχούλαν, παράδοξον μικρόν συμβάν. Αυτή, καίτοι εις την καθ΄ημάς γενεάν ανήκουσα, εξηκολούθει ακόμη να στέργει και να θάλπει τα παλαιά. Εκαυχάτο ότι ήτον «πρωτινή» γυναίκα. Αν και η παραθαλασσία αγορά ήτο έρημος, επειδή δεν ενομίζετο καλόν εις τα γυναίκας να διέρχονται δια της αγοράς, δεν ήθελε, και νύκτα ακόμη, να περάσει εκείθεν. Επέμενε να την συνοδεύσω από τον μέσα δρόμον μέχρι της οικίας της. 


Αφήσαμεν λοιπόν την άλλην συνοδίαν, και εστράφημεν προς τον μέσα δρόμον. Εκεί, καθώς διηρχόμεθα κάτωθεν από ένα μπαλκόνι, άνωθεν του οποίου εφαίνοντο ασπρόρρουχα απλωμένα, δεν ηξεύρω πώς, μακρά χιονόλευκος σινδών απεσπάσθη από το σχοινίον εφ΄ού εκρέματο· έπεσεν επάνω εις τας κεφαλάς μας· ηπλώθη εις τας ωμοπλάτας μας, και μας «εκουκούλωσεν», ή , μας εσαβάνωσε και τους δύο, ως να την ήπλωσεν επάνω μας αόρατος χειρ. Εγώ ακουσίως εγέλασα, αν και το πράγμα μου εφάνη μάλλον κακός οιωνός. 


Η εξαδέλφη μου έκαμε το σημείον του Σταυρού, κι εψιθύρισε: -Την ίδια τύχη θα έχουμε…την ίδια τύχη! Την χρονιάν εκείνην εβαδίζομεν, εσπέραν Παρασκευής, εις τον ναΐσκον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Η ψυχή μου ήτο πάντοτε προς τα μέρη εκείνα, αν και το πλείστον χρόνον απεδήμουν σωματικώς, και ενθυμούμην κάποτε τον στίχον του Σκώτου αοιδού: «Η καρδιά μου είναι στα Ψηλώματα, η καρδιά μου δεν είν΄εδώ».


Επεράσαμεν την αμμουδιάν, την οποίαν φιλεί προσπαίζον το κύμα, και παρήλθομεν τους Κήπους και την Λίμνην την μαυρογάλανην. Είτα αφήσαμεν όπισθέν μας την «Καλογερικιά Σαΐτα», μακρότατον αγρόν ούτω καλούμενον. Ακολούθως εφθάσαμεν εις τα διάφορα κτήματα τ’ Αβράμη, όπου εχρειάσθη να κάμωμεν πολλάς καμπάς δια να εύρωμεν τον δρόμον, επειδή ο ιδιοκτήτης είχε κηρύξει κοινωνιστικόν δόγμα: «Εάν ο γείτων μου είναι τεμπέλης, ανίκανος να καλλιεργήσει το κτήμα του, δεν αμαρτάνω εάν το καταπατήσω». 


Διήλθομεν τα μεγάλα χωράφια, τα οποία ήσάν ποτέ αμπέλια μοσχάτων, από τα οποία κατεσκευάζετο το περίφημον «Αλυπιακόν», το δυνάμενον να καλείται ούτω διττώς· και από τον κατασκευαστήν του Αλύπιον, και διότι ίσως καθιστά άλυπον τον βίον… Τέλος, εφθάσαμεν εις το Μετόχι. Ο ναΐσκος του Αγ. Ιωάννου κομψός, ευωδιάζων από το τέμπλον το κυπαρίσσινον και από τα άνθη τα οποία είχε φέρει η Σουλτανιώ η Μάρκαινα, η γραία Παντεχού και η Κατερινιώ της Αλέξαινας και δύο ή τρεις άλλαι ευλαβητικαί, αι μόναι ελθούσαι. Από το μοναστήριον του Ευαγγελισμού είχον κατέλθει ο παπα-Δανιήλ και Ιωακείμ ο περιπλανώμενος, όστις καθ’ όλας σχεδόν τας εορτάς επέστρεφεν εις το μοναστήρι, και ο γέρων Θεόκλητος, γεμάτος από νοστίμους ιδιοτροπίας, προς τον οποίον τρις έλαβα την τιμήν να φιλονικήσω εν καιρώ του δείπνου.


Η Μαχούλα αφού επροσκύνησε και προσέφερε τα άνθη της, το έλαιον και το θυμίαμά της, εκάθισεν εις μίαν άκραν έξω του ναΐσκου, με το καλάθιον της και το μικρόν κανατάκι της. Ήτο παρά την ρίζαν της ελαίας, ήτις με τους κλώνας της, βαρυφορτωμένους καρπόν, εσκίαζεν και περιέστρεφε την θύραν του ναΐσκου, ενθυμίζουσα τον στίχον του προφητάνακτος: «ως ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού». Είχα διψήσει και ιδών το μικρόν υδροδοχείον, το οποίον ίστατο πλησίον εις το καλαθάκι της Μαχούλας, εζήτησα να πίω αλλά το εύρον κενόν. -Να, δεν ήρθε αυτός ο Σταμάτης, μου είπεν η εξαδέλφη μου. Ποιος να πάει ως τη βρύση να το γεμίσει;… Απόστασα, και δεν μπορώ… 


Ο Σταμάτης ήτο ορφανόν παιδίον, πρόθυμον να τρέχει εις υπηρεσίαν παντού όπου εγίνοντο θρησκευτικαί εκδρομαί και συνάξεις. Είχε τόσον ένθεον ζήλον, ώστε βλέπων την ευλάβειαν των πιστών να εκπίπτει, εθλίβετο τόσον ώστε απεφάσισε να βοηθήσει αυτός τους αγίους να θαυματουργήσωσι. Και μίαν φοράν άλειψε με λάδι όλας τας εικόνας του τέμπλου ενός εξωκλησσίου· όθεν διεδόθη, και παρά πολλοίς επιστεύθη, ότι οι άγιοι «ίδρωναν» ή ότι εδάκρυζαν ίσως και από την επιχείρησιν αυτήν ωφελήθησαν όχι ολίγας προσφοράς οι πτωχοί οι παπάδες του χωρίου μας. Ήτο δε τότε ο Σταμάτης δωδεκαέτης.


Εκοίταξα να ίδω τον Σταμάτην, αλλά δεν εφαίνετο πουθενά. Ίσως ήτο εις άλλην υπηρεσίαν. Η Μαχούλα όχι μόνον είχεν αποστάσει, καθώς έλεγεν, αλλά θα εφοβείτο να υπάγει. Η βρύσις απείχεν ως δέκα λεπτών της ώρας δρόμον, και ευρίσκετο μέσα εις εν βαθύ ρεύμα, όπου θα ήτο σκότος ήδη. Ο ήλιος είχε δύσει και ήτο αμφιλύκη φθινοπώρου μελαγχολική. Απεφάσισα να εκτελέσω εγώ έργα «Σταμάτη». Έλαβα το κανάτι κ΄εξεκίνησα. -Ατός σου θα πας;… Τουλόου σ΄; έκραξεν η Μαχούλα. Πώς γένεται; Επεθύμουν να υπάγω, και διότι εδίψων, και διότι ήθελα να προσφέρω εκδούλευσιν εις την καλήν και συμπαθή εξαδέλφην μου. -Ησύχασε, θα πάω, της είπα· τώρα, σε λίγο έφθασα… 


Ήτο μικρά, βαθεία ρεματιά, εις το μέσον ενός ελαιώνος κατέχοντος όλην την κλιτύν του λόφου δεξιόθεν και ενός λεμονεώνος τοιχογυρισμένου στολίζοντος τον κάμπον, αριστερόθεν. Καταρχάς εβυθίζετο, κατήρχετο χαμηλά και εχαράσσετο στενός δρομίσκος, μονοπάτι κρυπτόν εν μέσω βάτων και θάμνων. Ακολούθως ανηφόριζεν ηρέμα και ανήρχετό τις εις την βρύσιν, ήτις ανέβλυζεν εκ τινος τοίχου παλαιού, με μεγάλους πρασινισμένους και μουσκλιασμένους λίθους. Δύο πεζούλες ή πλίνθινα εδώλια υπήρχεν ένθεν και ένθεν της κρήνης, ήτις ευρίσκετο επί του υψηλοτέρου μέρους της όλης ρεματιάς. Όταν εισήλθον εις το βαθύ ρεύμα και επάτησα εις το στενόν μονοπάτι, το φέρον προς την πηγήν, τότε ήρχισα ν’ αναλογίζομαι τι είχα κάμει, έως τότε δεν είχα σκεφθεί. Ησθάνθην αιφνίδιον φόβον. Από εικοσαετίας ήτο η πρώτη φορά καθ΄ην εισηρχόμην εις το ρεύμα εκείνο, ολομόναχος, εν ώρα αμφιλύκης, και επικειμένης νυκτός…
Ανήλθον προς την βρύσιν με τρέμοντα γόνατα. Έκαμνα πολλούς σταυρούς και προσηυχόμην. Αλλ’ η γλώσσα μου εδεσμεύετο και ο ουρανίσκος μου εξηραίνετο. Ησθανόμην, ότι δεν ήμην άξιος να ψιθυρίζω ούτε ενδιαθέτως, ούτε στοματικώς τα ιερά λόγια. Έφθασα εν τοσούτω εις την κρήνην. Όταν εδοκίμασα να τοποθετήσω το μικρόν αγγείον κάτωθεν του κρουνού δια να γεμίσει, τούτο μου έφυγεν από τας χείρας. Εστάθη μοναχόν του εντός της λεκάνης του νερού και δεν εθραύσθη. Άνωθεν της κρήνης είδα, με τους οφθαλμούς μου, πράγμα τι εναέριον να ίσταται. Δεν είχε πυκνωθεί ακόμη το σκότος. Αλλά το πράγμα το ορώμενον ήτο τόσον μικρόν, ώστε έφεγγεν οιονεί εις την μικράν κοιλάδα, ως τοπικόν άστρον κατελθόν τρόπον τινά δια να φωτίσει βάθη ανάξια φωτός. 


Αλλ΄όμως το λευκόν εκείνο πράγμα έσυρεν επάνω του, ή εσύρετο υπ΄αυτού μέγα μαυράδιον, μελανώτερον και από την πίσσαν, μελανώτερον και από το σκότος, εξελθόν από το σκότος το εσώτερον της συνειδήσεως και προωρισμένον να υπάγει το ταχύτερον να βυθισθεί εις το σκότος το εξώτερον της γεέννης. Βαθείαν, απερίγραπτον κηλίδα, μέγα και αμέτρητον μαύρισμα επί του αγνού, του χιονολεύκου, είχε προσκολληθεί το καταμέλανον. Το όραμα ήτο διπλούν. Επάνω εις το άνθος του αγρού, το λευκόν κρίνον των κοιλάδων, είχε κολλήσει η απεχθής κάμπη. Το λευκόν ωμοίαζε με χιτώνα πάλλευκον, με άσπιλον εσθήτα παιδίσκης δεκαπενταέτιδος. Το μαύρον ωμοίαζε με αμαρτίας φάντασμα.


Θεέ μου! και η κάμπη εκείνη τις ήτο; Αληθεύει ότι αποτροπιάζεται η φεύγουσα ψυχή, βλέπουσα το φθαρτόν, σκωληκόβρωτον σκήνος της; Και το άσπιλον εκείνον αρνίον, το θεόπλαστον σκήνωμα, της βασκανίας το θύμα, εκοιμάτο από εικοσαετίας εις το κοιμητήριον των θανόντων. Ναι· είχον περιβάλει με στέφανον παρθενικόν επί της νεκρικής κλίνης την ξανθήν κεφαλήν της. Αλλ΄ ο στέφανος εκείνος είχε γίνει ακάνθινος στέφανος. Και αι ρίζαι των ανθέων εισέδυον ως άκανθαι εις τον λευκόν χρώτα της. Ω, η ζωή της ήτο όνειρον και αυτή υπήρξε ποτε «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Και η κάμπη η δύσμορφος είχε φθείρει το άσπιλον, το ηθικόν κάλλος της. Φευ! διατί από όλην αυτήν την λόχμην, την ποικίλην και πολύχρωμον και ανθοφορούσαν να εξέρχωνται άκανθαι, συρίζουσαι γλώσσαι, έχιδναι; Και πώς ηλλοιώθη το κάλλος της φύσεως, και το μιαρόν πνεύμα εισέβαλεν εις τα έργα του Θεού, τα οποία ο ίδιος επεθεώρησε «και ιδού καλά λίαν;»… Πόθεν το κράτος της αμαρτίας;

Ω, φρίκη, και πόνος ανεκλάλητος! Είδα, είδα το παρελθόν μου με τους ιδίους μου οφθαλμούς, το είδα ως μαύρον φάντασμα. Ολίγον ακόμη και η καρδία μου θα έπαυε να πάλλει. Ησθάνθην βαθείαν συντριβήν· το φάσμα το ίδιον μ’ ευσπλαχνίσθη, και ταχέως έγινεν άφαντον. Έλαβα το αγγείον με το ύδωρ, και κατήλθον με βήματα βραδέα, τύπτων τα στήθη, και ψιθυρίζων. «Αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μη μνησθής, Κύριε…» Τ΄ανωτέρω συνηρμολογήθηκαν εκ παλαιών ατάκτων σημειώσεων τεθνεώτος ατυχούς φίλου.



(Δια την αντιγραφήν)
(1900) 


Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).




Εκ του ιστολογίου ''Οι Σελίδες του Νίκου Σαραντάκου'' ΕΔΩ.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στον Πολυχρόνη Νικηφοράκη από την
 ''Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία Κρήτης''.

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.