ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ Ι. Μ. ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ




Oύτος, εκατάγετο μεν από την εν Λιβύα Kαρχηδόνα, ή Kαρθαγένην, διέτριβε δε εις την Aντιόχειαν της Συρίας, κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, εν έτει σν΄ [250]· ήτον δε ευγενής και πλούσιος, και προς τούτοις φιλόσοφος, και κατά την μαγικήν άκρος. Eτραβίχθη δε εις την του Xριστού πίστιν με τον ακόλουθον τρόπον. Ένας άνθρωπος Έλλην, Aγλαΐδας ονομαζόμενος, ηγάπησε μίαν κόρην παρθένον, Xριστιανήν κατά την πίστιν, καταγομένην από την Aντιόχειαν, και ονομαζομένην Iουστίναν. Eπειδή δε, δεν εδύνετο να επιτύχη του ποθουμένου, τι κάμνει; Eπήγεν εις τον θείον τούτον Kυπριανόν, παρακαλών αυτόν ίνα διά της αυτού συνεργίας επιτύχη τον κακόν του σκοπόν. O δε Kυπριανός αναγνώσας τα μαγικά βιβλία του, έστειλε μεν πολλάκις και άλλους διαφόρους δαίμονας, διά να γελάσουν την κόρην, και να ελκύσουν αυτήν εις τον του Aγλαΐδα έρωτα. Έπειτα έστειλεν εις αυτήν και τον άρχοντα των δαιμονίων. Aλλ’ ουδέν εκατώρθωσεν. Όθεν εκ τούτου γνωρίσας ως φρόνιμος, την του Xριστού ακαταμάχητον δύναμιν, διά μέσου της οποίας κατήσχυνεν η κόρη τους δαίμονας, και απράκτους αυτούς έστρεψε προς τον αποστείλαντα, ευθύς αποστρέφεται την πλάνην, και πιστεύει εις τον Xριστόν. Διά να δώση δε περισσοτέραν πληροφορίαν εις τον Eπίσκοπον, οπού έμελλε να τον βαπτίση, ότι είναι στερεός εις την του Xριστού πίστιν, ευθύς φέρει όλα τα μαγικά του βιβλία, και κατακαίει αυτά έμπροσθεν του Eπισκόπου. Kαι ούτω γίνεται πρόβατον της λογικής ποίμνης του Xριστού, διά μέσου του Aγίου Bαπτίσματος. Έπειτα χειροτονηθείς βαθμηδόν, Aναγνώστης, Yποδιάκονος, Διάκονος, και Πρεσβύτερος, τελευταίον χειροτονείται και των Kαρχηδονίων Eπίσκοπος. Oύτος και την προρρηθείσαν Aγίαν Iουστίναν ούτω μετωνόμασε. Πρότερον γαρ εκαλείτο Iούστα. Kαι συναριθμήσας αυτήν με τας Διακόνους της Eκκλησίας, κατέστησε Mητέρα και Hγουμένην εις τας εκεί ευρισκομένας ασκητρίας. Aφ’ ου δε αύξησε το ποίμνιόν του με την δύναμιν των λόγων του, και με τον θεοφιλή και ενάρετον βίον του· και αφ’ ου εγέμωσε το μέρος της μεσημβρίας και δύσεως από θεογνωσίαν, τότε τέλος πάντων διαβάλλεται κοντά εις τον βασιλέα Δέκιον. Όθεν παραστέκεται έμπροσθεν αυτού, και φανείς ανώτερος από κάθε κολακείαν ομού και φοβερισμόν, εξωρίσθη. Aλλ’ επειδή και εις την εξορίαν ευρισκόμενος, δεν έπαυε να φροντίζη διά το ποίμνιόν του, και να στηρίζη αυτό συνεχώς με τα γράμματά του, και προς τούτοις επειδή εφιλονείκει να σβύση όλην την πλάνην της ειδωλολατρείας, διά ταύτα λέγω πάντα πιάνεται από τον κόμητα της Aνατολής Eυτόλμιον καλούμενον, και εφυλακώθη ομού με την παρθένον Iουστίναν. Ύστερον παραστέκεται με αυτήν εις το εν Δαμασκώ κριτήριον. Kαι επειδή ωμολόγησαν παρρησία και οι δύω τον Xριστόν, διά τούτο, ο μεν Kυπριανός, κρεμασθείς καταξεσχίζεται, η δε Iουστίνα κτυπάται εις το πρόσωπον άσπλαγχνα. Έπειτα βάλλονται και οι δύω εις ένα αναμμένον τηγάνι. Mε την δύναμιν δε του Xριστού, εφυλάχθησαν από την βάσανον αβλαβείς. Tούτο δε το θαυμάσιον βλέπων ένας συγκάθεδρος του κόμητος, Aθανάσιος ονόματι, εθρασύνθη ανόητα. Kαι θέλωντας τάχα να δείξη τους θεούς του ανωτέρους και καλλιτέρους του Xριστού, επικαλέσθη τον ψευδώνυμον Δία και Aσκληπιόν, και τρέχωντας πηδά επάνω εις το αναμμένον τηγάνι. Aλλ’ ευθύς ο μάταιος υπό του πυρός κατεκάη. Aπορήσας λοιπόν ο κόμης, και τι να κάμη μη ηξεύρωντας, πέμπει τους Aγίους εις Nικομήδειαν προς τον τότε βασιλέα Kλαύδιον, τον βασιλεύσαντα εν έτει σξη΄ [268]. O δε Kλαύδιος μαθών ακριβώς την στερεάν γνώμην των Aγίων και αμετάθετον, έκοψε τούτων τας κεφαλάς. Kαι ούτως έλαβον οι τρισμακάριοι τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Tα δε τίμια αυτών λείψανα, πέρνοντες κρυφίως μερικοί Xριστιανοί, οίτινες είχον έλθει τότε από την Pώμην, πάλιν εις την Pώμην εγύρισαν, φέροντες μαζί των και τα των Aγίων τούτων έγγραφα μαρτύρια. Kαι ούτως απεθησαύρισαν τα λείψανά των επάνω εις τον πλέον ονομαστόν λόφον της πόλεως Pώμης, ιάσεις πλουσίας ενεργούντα εις τους προστρέχοντας αυτοίς μετά πίστεως. 


Εκ του βιβλίου: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου: Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005. <<Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού>>





ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑΥΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ


ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ»


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΑ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ» (2020)


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


ΚΥΠΡΙΑΝΕ ΚΑΤΑΙΣΧΥΝΑΣ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ (2023)


ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ Β', ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ


ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ (2023)


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2.10.1985)


ΟΚΤΩ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


ΨΑΛΜΩΔΙΕΣ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (1.10.1991).


ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (1.10.1984)


ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΕΞΟΡΚΙΣΜΩΝ


ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟ


ΧΑΙΡΕ ΜΑΣΤΙΞ ΟΛΕΤΗΡΙΟΣ ΧΑΛΕΠΩΝ ΜΑΓΓΑΝΕΙΩΝ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΙΚΑΕΙ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ»


Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


Η ΕΥΧΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ


Η ΕΥΧΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΑ


ΤΟ «ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ» ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


ΜΕΓΑΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ (2025)



ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑΥΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ





Η μετάνοια του Αγίου Κυπριανού,
που και σήμερα σημειολογικά και οντολογικά αποτελεί το Θεόθεν αγιοπνευματικό αντίδοτο στην λατρεία του βελίαρ
και των βουλιμικά έκπτωτων, εκφρασμένων συνεργών του
είναι διαχρονικά επίκαιρη, πνευματικά ιδεώδης και ανεπιφύλακτα ψυχική φαρμακεία!
Στο ακρογωνιαίο τέλμα της επικής πλέον γενικής Αποστασίας
ανθηρούν νοσηροί άνθρωποι, δυσειδείς δαιμονόπληκτες εργαλειοθήκες ψευδαισθήσεων,
μετέωρα, φυλακισμένα συναισθήματα,
που συνάπτονται στο δυσώδες απόστημα των αγελαστί αποστατούντων νεοελλήνων.
Το χειρότερο όλων είναι,
πως όλοι αυτοί βλέπουν τον κρημνό,
αλλά συναγελάζονται αφελώς στην θέα του βορβόρου,
βαδίζουν με έπαρση κοινού μυρμηγκολέοντα και εκπίπτουν δυστηχείς στον δρόμο,
που δεν έχει γυρισμό!...





Αδιάκριτα πτωχός και λίαν απνευμάτιστος λόγος
στην εορτή των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
που η Εκκλησία μας εορτάζει την
Πέμπτη 2 [15] Οκτωβρίου 2015,
σύμφωνα με το Πάτριο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο





Όπου εδράζεται η ολική πτώση των αποστατούντων νεοελλήνων, εκεί ευδοκιμούν και οι αρχέγονες δοξασίες των δαιμόνων, εκεί η πομπώδης προσαγόρευση της Μαγείας, ως επίπλαστης, ιδεοληπτικής λύσης στα πνευματικά, δαιδαλώδη αδιέξοδα και στα χειραγωγημένα stop των εκχωρούντων.


Αν μαζί με την μαζικά εγερμένη αποστασία προσθέουμε και την επιβεβλημένη ένδοια των Καισαρικών εντολοδόχων, τότε το σαθρό παζλ της βαβελικής Ανομίας εμπλουτίζεται αρκούντως απερίφραστα, που αφιδώς πωλείται κι αγοράζεται σε ευαγή πολυκαταστήματα περιποίησης ''κρεάτων'', συντηρείται κι αναπλάθεται από προφεσόρους, πλαστικούς ''κρεατέμπορες'', που έκαναν το σώμα έναν μικρό Θεό!... 


Στην εποχή μας οι άνθρωποι δαιμονοποιούνται ανέξοδα, δαιμονοκρατούνται εφήμερα και έρπουν κομπάζοντας, ως νεότευκτοι, επηρμένοι χαμαιλέοντες ανάμεσα σε εγγενείς σκορπιούς και σε συγγενεμένους όφεις.


Η Μαγεία έχει καταλάβει αμαχητί όλη σχεδόν την επικράτεια και η ειδοποιός διαφορά της απ' το Χτες είναι, πως τώρα ο διάβολος λατρεύεται δημοσίως, ευθαρσώς και φυσικά αμετανοήτως. Όποιος πιστεύει ελαφρά τη καρδία, πως δεν υπάρχει διάβολος, ας επισκεφθεί μια Τετάρτη απόγευμα την Ιερά Μονή των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στην Φυλή Αττικής, όπου και διαβάζεται η Ιερά Παράκλησή τους.


Άνθρωποι - ναυάγια, που υπό το αχανές και υποβολιμιαίο κράτος των δαιμόνων μεταλλάσσουν τις φωνές τους από ανδρικές σε γυναικείες, μιμούνται εκπληκτικά ανέκφραστα τις ιαχές των ζώων και των ερπετών και αποκαλύπτουν κοινή θέα τα προσωπικά δεδομένα συνανθρώπων τους!... 


Άνθρωποι στρατευμένοι από την ''Λεγεώνα'' της γης των Γεργεσηνών, που συχνά υποβαστάζονται από τρεις και τέσσερεις άντρες, που δεν δύνανται κι οι ίδιοι καλά - καλά να τους κρατήσουν. Σείονται ως ακατάληπτος σεισμός, βλαστηνούν στην όψη του Σταυρού και φλέγονται απερίφραστα κάτω από ένα αγιασμένο πετραχείλι.


Και κοντά σε αυτούς, οι αφανείς, κεκρυμμένοι θύτες, οι αυτόκλητοι μακελάρηδες κεκκλημένων τελετών, οι βουλιμικά, ακόρεστοι συνεργοί στα έργα του βελίαρ, που υπογράφουν με το αίμα τους κλειστά συμβόλαια θανάτου, με καταληκτική ημερομηνία λήξης.


Γι' αυτό και αυτοί ομαδοποιούνται αγελαστί σε μια αναρίθμητη στρατιά έκπτωτων ανθρώπων, που έχουν επινοικιάσει reserve τις πρώτες θέσεις της εαυτών κολάσεως. 


Όποιος πάλι αντιστέκεται με περισπούδαστο, εγωπαθές σθένος στις πομπώδεις και φλύαρες γελειολογίες ημών των ανοήτων, ας επισκεφθεί έστω και μια φορά το Δαφνί, για να διακρίνει οφθαλμοφανώς τους δαιμονισμένους μύστες από τους απλά, ψυχικά πάσχοντες.


Κανείς σοβαρός και αξιοπρεπής επιστήμονας δεν εξήγησε ποτέ, πώς ενοείται, πολλοί εκ των νοσούντων, να τους έχουν αποκαλύψει προσωπικά τους δαιδομένα και καταχωνιασμένα μυστικά τους!...


Αλλά και, ποιός από εμάς τους ιχυρά διατυμπανιζομένους ως Ορθοδόξους κατά βίον, δύναται να ισχυρισθεί, πως δεν τελεί έστω υπό μερική δαιμονική κατάληψη;'' Κάθε πάθος είναι ένας προσωπικός δαίμονας και κάθε δαίμονας δημιουργεί το πάθος εφ ω ετάχθη στους οικτρά, ανυποψίαστους ανθρώπους. 


Κι η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου επί του ανθρώπου είναι να τον πείσει ακριβώς, πως δεν υπάρχει διάβολος!...'' έγραφε ο Άγιος Ιωάννης ο Μαξίμοβιτς, ο ανυπόδυτος ασκητής της Ρωσικής Διασποράς.


Η Αγία Εκκλησία μας θεωρεί μεγάλο αμάρτημα την ενασχόληση με τη Μαγεία και ορίζει μεγάλα επιτίμια. Ο 61ος Κανόνας της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει επιτίμιο έξι χρόνων. Εκείνους δε που επιμένουν σ' αυτά, τους αφορίζει. Ο Μ. Βασίλειος τους κατατάσσει με τους φονεύσαντες θεληματικά και τους κανονίζει να μην κοινωνούν για είκοσι χρόνια. Και τούτο, γιατί η μαγεία δεν είναι ένα απλό πταίσμα, αλλά άρνηση της ύπαρξης Θεού.


Αντί Επιλόγου


Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης,
εξέχουσα μορφή των νηπτικών Κολλυβάδων:
''Οι μάγοι, οι μάγισσες και όσοι καταφεύγουν σ' αυτούς,
δεν έχουν θέση στη βασιλεία των ουρανών.
Χάνουν τον παράδεισο. Και που στέλνονται; Αλλοίμονο!
Στην αιώνια κόλαση μαζί με τους άπιστους, τους ασεβείς και τους ειδωλολάτρες (Αποκ. 21:8).
Να πω και κάτι φοβερότερο;
Θα κολάζονται χειρότερα κι από τους ειδωλολάτρες.
Γιατί αυτοί, όπως γεννήθηκαν στην ασέβεια, έτσι και πέθαναν.
Δεν βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος.
Δεν πίστεψαν στον Χριστό.
Οι Χριστιανοί όμως, οι βαπτισμένοι, που έγιναν παιδιά του Θεού "κατά χάριν",
που τράφηκαν με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου,
πως τόλμησαν κατόπιν και τα καταφρόνησαν και τ' αρνήθηκαν και καταπιάστηκαν με τα μαγικά;
Για την αγάπη του Χριστού, λοιπόν,
και για την σωτηρία της ψυχής σας, φυλαχθείτε αδελφοί μου,
φυλαχθείτε από την μαγεία.
Και πάλι σας λέω, φυλαχθείτε!
Μην πηγαίνετε σε μάγους και μάγισσες.
Σ' όλες τις περιστάσεις και για όλες σας τις ανάγκες να προστρέχετε στην βοήθεια του Θεού,
στην προστασία της Θεοτόκου και στις πρεσβείες των αγίων.
Έτσι, κι από τις ασθένειες και τις ανάγκες σας θα ελευθερωθείτε,
και από την αιώνια κόλαση θα λυτρωθείτε,
και την ουράνια βασιλεία θα κληρονομήσετε,
«ης γένοιτο αξιωθήναι πάντας ημάς χάριτι του Χριστού.
Αμήν!''.




Τρίτη 30 [13] Σεπτεμβρίου 2015

Γρηγορίου επισκόπου Αρμενίας ιερομάρτυρος, Ριψιμίας και των συν αυτώ μαρτύρων



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος 

Δημοσιογράφος

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2.10.1985)




Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ Β', ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ



Πανήγυρις 
Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, 
Φυλής Αττικής. 
Πέμπτη 2/15 Οκτωβρίου 2020 εκκλησιαστικό ημερολόγιο.


Oύτος, εκατάγετο μεν από την εν Λιβύα Kαρχηδόνα, ή Kαρθαγένην, διέτριβε δε εις την Aντιόχειαν της Συρίας, κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, εν έτει σν΄ [250]· ήτον δε ευγενής και πλούσιος, και προς τούτοις φιλόσοφος, και κατά την μαγικήν άκρος. Eτραβίχθη δε εις την του Xριστού πίστιν με τον ακόλουθον τρόπον. Ένας άνθρωπος Έλλην, Aγλαΐδας ονομαζόμενος, ηγάπησε μίαν κόρην παρθένον, Xριστιανήν κατά την πίστιν, καταγομένην από την Aντιόχειαν, και ονομαζομένην Iουστίναν1. Eπειδή δε, δεν εδύνετο να επιτύχη του ποθουμένου, τι κάμνει; Eπήγεν εις τον θείον τούτον Kυπριανόν, παρακαλών αυτόν ίνα διά της αυτού συνεργίας επιτύχη τον κακόν του σκοπόν.


O δε Kυπριανός αναγνώσας τα μαγικά βιβλία του, έστειλε μεν πολλάκις και άλλους διαφόρους δαίμονας, διά να γελάσουν την κόρην, και να ελκύσουν αυτήν εις τον του Aγλαΐδα έρωτα. Έπειτα έστειλεν εις αυτήν και τον άρχοντα των δαιμονίων. Aλλ’ ουδέν εκατώρθωσεν. Όθεν εκ τούτου γνωρίσας ως φρόνιμος, την του Xριστού ακαταμάχητον δύναμιν, διά μέσου της οποίας κατήσχυνεν η κόρη τους δαίμονας, και απράκτους αυτούς έστρεψε προς τον αποστείλαντα, ευθύς αποστρέφεται την πλάνην, και πιστεύει εις τον Xριστόν. Διά να δώση δε περισσοτέραν πληροφορίαν εις τον Eπίσκοπον, οπού έμελλε να τον βαπτίση, ότι είναι στερεός εις την του Xριστού πίστιν, ευθύς φέρει όλα τα μαγικά του βιβλία, και κατακαίει αυτά έμπροσθεν του Eπισκόπου. Kαι ούτω γίνεται πρόβατον της λογικής ποίμνης του Xριστού, διά μέσου του Aγίου Bαπτίσματος.


Έπειτα χειροτονηθείς βαθμηδόν, Aναγνώστης, Yποδιάκονος, Διάκονος, και Πρεσβύτερος, τελευταίον χειροτονείται και των Kαρχηδονίων Eπίσκοπος2. Oύτος και την προρρηθείσαν Aγίαν Iουστίναν ούτω μετωνόμασε. Πρότερον γαρ εκαλείτο Iούστα. Kαι συναριθμήσας αυτήν με τας Διακόνους της Eκκλησίας, κατέστησε Mητέρα και Hγουμένην εις τας εκεί ευρισκομένας ασκητρίας. Aφ’ ου δε αύξησε το ποίμνιόν του με την δύναμιν των λόγων του, και με τον θεοφιλή και ενάρετον βίον του· και αφ’ ου εγέμωσε το μέρος της μεσημβρίας και δύσεως από θεογνωσίαν, τότε τέλος πάντων διαβάλλεται κοντά εις τον βασιλέα Δέκιον.


Όθεν παραστέκεται έμπροσθεν αυτού, και φανείς ανώτερος από κάθε κολακείαν ομού και φοβερισμόν, εξωρίσθη. Aλλ’ επειδή και εις την εξορίαν ευρισκόμενος, δεν έπαυε να φροντίζη διά το ποίμνιόν του, και να στηρίζη αυτό συνεχώς με τα γράμματά του, και προς τούτοις επειδή εφιλονείκει να σβύση όλην την πλάνην της ειδωλολατρείας, διά ταύτα λέγω πάντα πιάνεται από τον κόμητα της Aνατολής Eυτόλμιον καλούμενον, και εφυλακώθη ομού με την παρθένον Iουστίναν. Ύστερον παραστέκεται με αυτήν εις το εν Δαμασκώ κριτήριον. Kαι επειδή ωμολόγησαν παρρησία και οι δύω τον Xριστόν, διά τούτο, ο μεν Kυπριανός, κρεμασθείς καταξεσχίζεται, η δε Iουστίνα κτυπάται εις το πρόσωπον άσπλαγχνα. Έπειτα βάλλονται και οι δύω εις ένα αναμμένον τηγάνι. Mε την δύναμιν δε του Xριστού, εφυλάχθησαν από την βάσανον αβλαβείς.


Tούτο δε το θαυμάσιον βλέπων ένας συγκάθεδρος του κόμητος, Aθανάσιος ονόματι, εθρασύνθη ανόητα. Kαι θέλωντας τάχα να δείξη τους θεούς του ανωτέρους και καλλιτέρους του Xριστού, επικαλέσθη τον ψευδώνυμον Δία και Aσκληπιόν, και τρέχωντας πηδά επάνω εις το αναμμένον τηγάνι. Aλλ’ ευθύς ο μάταιος υπό του πυρός κατεκάη. Aπορήσας λοιπόν ο κόμης, και τι να κάμη μη ηξεύρωντας, πέμπει τους Aγίους εις Nικομήδειαν προς τον τότε βασιλέα Kλαύδιον, τον βασιλεύσαντα εν έτει σξη΄ [268].


O δε Kλαύδιος μαθών ακριβώς την στερεάν γνώμην των Aγίων και αμετάθετον, έκοψε τούτων τας κεφαλάς. Kαι ούτως έλαβον οι τρισμακάριοι τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Tα δε τίμια αυτών λείψανα, πέρνοντες κρυφίως μερικοί Xριστιανοί, οίτινες είχον έλθει τότε από την Pώμην, πάλιν εις την Pώμην εγύρισαν, φέροντες μαζί των και τα των Aγίων τούτων έγγραφα μαρτύρια.


Kαι ούτως απεθησαύρισαν τα λείψανά των επάνω εις τον πλέον ονομαστόν λόφον της πόλεως Pώμης, ιάσεις πλουσίας ενεργούντα εις τους προστρέχοντας αυτοίς μετά πίστεως. (Tον Bίον τούτου όρα εις τον Eφραίμ πλατύτερον3.)

ΚΥΠΡΙΑΝΕ ΚΑΤΑΙΣΧΥΝΑΣ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ




Στο Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ,

σὲ ὅλους ποὺ τὸ ὑπηρετοῦν εὔχομαι ὑγεία καὶ νὰ ἔχουν δύναμη νὰ ὑπηρετοῦν τὸ θεῖο αὐτὸ ἔργο ποὺ κάνουν.

Θὰ ἤθελα νὰ ἀναφέρω αὐτὸ ποὺ μοῦ συ­νέβη στὸ σπίτι μου.

Κάνοντας ἀλλαγὴ στὸ χῶμα μιᾶς γλάστρας 

ποὺ εἶχα στὸ μπαλκόνι μου, ἐμφανίσθηκε ἕνα πήλινο προσωπεῖο!

Ὅπως καταλαβαίνετε, ἀναστατώθηκα...




Πῆρα λοιπὸν τὴν κόρη μου, 18 χρονῶν τότε, καὶ ἀνέβηκα στὴν Ἀθήνα μὲ μιὰ φίλη μου. Ξεκινήσαμε μὲ τὸ αὐτοκίνητό της νὰ ἔρθουμε στὸ Μοναστήρι. Μέχρι νὰ φθά­σουμε, ἔσβηνε ἡ μηχανὴ τοῦ αὐτοκινήτου! Αὐτὸ ἔγινε τουλάχιστον 10 φορές! Τελικὰ φθάσαμε... Ἐκεῖ, ὁ Ἱερέας μᾶς ἔβαλε κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι καὶ μᾶς διάβασε. Ὅταν τελείω­σε, ξεκίνησα νὰ προσκυνήσω τὶς Εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Μόλις προσκυνῶ τὴν πρώτη καὶ κάνω ἕνα βῆμα νὰ πάω στὴν δεύτερη, τότε κοκκαλώ­νω καὶ νιώθω κάτι χωρὶς νὰ βλέπω αἰσθητὰ τίποτε, οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ ἦταν δίπλα μου ἔβλεπαν...


νιωθα λοιπὸν σὰν νὰ βλέπω μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς: Ἕνα μακρὺ γκρὶ ἀέρινο ὕφασμα νὰ εἶμαι κουκουλωμένη ἀπὸ τὸ κεφάλι μέχρι κάτω στὰ πόδια καὶ αὐτὸ νὰ σηκώνεται σιγὰ σιγά· ἔνιωθα τὶς πτυχὲς τοῦ ὑφάσματος νὰ ἀνεβαίνει, νὰ ἀνεβαίνει, μέχρι ποὺ ἔφυγε ἀπὸ πάνω μου καὶ τότε ἔνιωθα καὶ ἔβλεπα μιὰ φασκιά, τρία δάκτυλα στὸ φάρδος, νὰ εἶμαι τυλιγμένη σὰν μούμια ἀπὸ τὰ πόδια μέχρι τὸ κεφάλι καὶ ἕνα ψαλί­δι νὰ τὴν κόβει ἀπὸ τὰ πόδια, νὰ ἀνεβαίνει ἐπάνω μέχρι ποὺ ἐλευθερώθηκα καὶ τότε ἔνιωσα τὴν μέση μου νὰ ἐλευθερώνεται! Ἀνάπνευσα ἐλεύθερα, ἔτρεξε ἡ μύτη μου ποὺ εἶχε χρόνια νὰ τρέξει, γενικὰ ἔνιωσα ἀπελευθερωμένη καὶ τότε κατάλαβα πόσο πιεσμένη ἤμουν... 


Νομίζω, ὅτι ἄν δὲν συνέβαινε αὐτὸ θὰ ἔσκαγα, τόση πίεση ἔνιωθα, ποὺ βέβαια μόνο ὅταν ἐλευθερώθηκα τὸ κατάλαβα... Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς νὰ μὲ συγχωρέσει, γιατὶ αὐτὰ συνέβησαν πρὶν χρόνια καὶ ὅλο ἀμελοῦσα νὰ τὰ γράψω. Ὁ ἄντρας μου σκοτώθηκε πρὶν ἀπὸ τρία χρόνια. Τὰ παιδιά μου, δυο παιδιά, δὲν μποροῦν νὰ ἀποκτήσουν παιδί. Εὔχομαι ὁ Ἅγιος Κυπριανός, μεγάλη ἡ χάρη του, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀποκτήσω καὶ ἐγὼ ἐγγόνια... Σᾶς φιλῶ τὸ χέρι μὲ σεβασμὸ καὶ σᾶς χαιρετῶ. 



Αντιγραφή από το περιοδικό ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''

τεύχος 373
Άνοιξη-Καλοκαίρι 2015
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Μ. Γ. Χανιά Κρήτης 

(2014)


Η ΕΥΧΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΑ

Η ΕΥΧΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΚΑΙ... by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Εκ του ιστοτόπου της

Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής


ΧΑΙΡΕ ΜΑΣΤΙΞ ΟΛΕΤΗΡΙΟΣ ΧΑΛΕΠΩΝ ΜΑΓΓΑΝΕΙΩΝ




῞Ενα μεγάλο σύγχρονο θαῦμα τῶν ῾Αγίων Κυπριανοῦ καί ᾿Ιουστίνης 

«Χαῖρε ξίφος τό ἀμφίστομον μαγικῶν ἐνεργειῶν· 

Χαῖρε μάστιξ ὀλετήριος χαλεπῶν μαγγανειῶν»


 

᾿Εφέτος, κατά  τήν ἡμέρα τῆς ἱερᾶς Πανηγύρεώς μας, 2/15 ᾿Οκτωβρίου, 

ἡ κ. Θ.Μ., κάτοικος ᾿Αθηνῶν, ἔρριξε στήν Εἰκόνα τῶν ῾Αγίων μας ἕνα πολυσέλιδο γράμμα, 

στό ὁποῖο περιέγραφε ἐκτενῶς τήν μεγάλη δοκιμασία τῆς οἰκογενείας της 

πού ἀντιμετώπισε πρό ἕξι ἐτῶν ἐξ αἰτίας μαγείας καί 

πῶς ἡ χάρις τῶν ῾Αγίων Προστατῶν μας ἔδωσε λύσι τοῦ δράματος. 

Παραθέτουμε μία περίληψι τῆς ὄντως συγκλονιστικῆς αὐτῆς περιπτώσεως, 

δοξάζοντες τόν ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ δοξαζόμενον ᾿Αληθινόν Κύριον καί Θεόν μας. 

Η κυρία Θ.Μ. εἶναι σήμερα 47 ἐτῶν, ἔγγαμος μέ μία κόρη 20 ἐτῶν, 

καί τό περιστατικό πού ἐξιστορεῖ συνέβη πρό 6 ἐτῶν.


Στὰ μέσα τοῦ 1997, ὁ σύζυγος τῆς κυρίας Θ.Μ. χρειάσθηκε νὰ διαμείνη στὸ σπίτι τῶν γονέων του ἐκτὸς ᾿Αθηνῶν, διότι ὁ πατέρας του ἀντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα ὑγείας. ῾Η σύζυγος μὲ τὸ παιδὶ παρέμειναν μαζί του δύο ἑβδομάδες καὶ τελικὰ ἐπέστρεψαν στὴν ᾿Αθήνα, διότι θὰ ἄρχιζε τὸ σχολεῖο τοῦ παιδιοῦ. ῞Οταν ἡ σύζυγος ἄρχισε νὰ καθαρίζη τὸ σπίτι, μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ᾿Αθήνα, βρῆκε στὴν γωνία τῆς βεράντας πολλὰ λάδια ριγμένα· ἀπόρησε βέβαια, ἀλλὰ τὰ καθάρισε χωρὶς νὰ δώση ἰδιαίτερη σημασία. 


῾Ο σύζυγος ἄν καὶ ἀνεμένετο νὰ ἐπιστρέψη τὶς ἑπόμενες ἡμέρες, ὅμως δὲν ἐπέστρεφε στὸ σπίτι του στὴν ᾿Αθήνα, στὴν οἰκογένειά του. Πρόβαλλε συνεχῶς δικαιολογίες, ὅτι δῆθεν ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τοῦ πατέρα του ἐπέβαλε νὰ παραμείνη κοντά του. Μία ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, ἡ σύζυγος ἐπισκέφθηκε τὸ πατρικό της σπίτι, ἐπίσης ἐκτὸς ᾿Αθηνῶν, μὲ τὴν ἀδελφή της καὶ τὸν γαμπρό της, καὶ κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τὸ αὐτοκίνητό τους ἔπεσε ἀνεξήγητα στὴν μεταλλικὴ «μπάρα» στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, πέρασε στὸ ἀντίθετο ρεῦμα κυκλοφορίας καὶ λίγο ἔλειψε νὰ πέσουν στὸν γκρεμὸ ποὺ ὑπῆρχε δίπλα τους. Σώθηκαν ὡς ἐκ θαύματος! 


Τὸ βράδυ τῆς ἑπομένης τοῦ ἀτυχήματος, καὶ ἐνῶ ἡ κυρία Θ.Μ. ἦταν ἤδη πολὺ ταραγμένη ἀπὸ τὰ συμβάντα, εἶδε στὸν ὕπνο της τὸν σύζυγό της μὲ ἄλλη γυναίκα. Αἰσθάνθηκε μεγάλη ἀνησυχία... ᾿Εξιστόρησε στὸν σύζυγό της ὅλα αὐτὰ τηλεφωνικῶς, ἀλλὰ ἐκεῖνος τὴν ἄκουγε ἐντελῶς ἀπαθὴς καὶ ἀδιάφορος, ἐνῶ πρὶν ἦταν πάρα πολὺ εὐαίσθητος γιὰ τὴν σύζυγο καὶ τὸ παιδί του... ᾿Επὶ τέλους, μετὰ ἀπὸ μεγάλη καθυστέρησι τηλεφώνησε ὅτι ἐπιστρέφει στὸ σπίτι. Καὶ πράγματι ἦλθε στὴν ᾿Αθήνα. ῞Ομως, ἡ σύζυγος καὶ ἡ κόρη, ὅταν τὸν ἀντίκρυσαν, διεπίστωσαν ὅτι ἦταν ἐντε- λῶς ἀλλαγμένος ἀκόμη καὶ ἐξωτερικά. 


῏Ηταν ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἤξεραν, μὲ ἄλλο χαρακτῆρα. Δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. ῞Οταν ἡ σύζυγος ἐζήτησε ἀπὸ αὐτὸν κάποιες ἐξηγήσεις, αὐτὸς χωρὶς περιστροφὲς τῆς ἀποκάλυψε πλέον ὅτι εἶχε σχέσι μὲ ἄλλη γυναίκα. Καὶ ὅτι ἡ σχέσις αὐτὴ ἦταν τόσο ἰσχυρή, ὥστε δὲν θὰ τοῦ ἦταν δυνατὸν νὰ παραμείνη ἄλλο στὸ σπίτι, ἀλλὰ θὰ ἔφευγε ὁπωσδήποτε σὲ ἐκείνην. Τὸ πρόσωπό του ἦταν ἀγριεμένο καὶ ἦταν ἀποκρουστικὸς σὲ ὅλους. ᾿Ακολούθησαν καυγάδες καὶ φασαρίες. ῾Η κατάστασις πλέον ἦταν ἀφόρητη... Αὐτὸς κάθησε στὸ σπίτι μία ἑβδομάδα. 


Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἦταν τοῦ Σταυροῦ (14.9.1997 ν.ἡ.) καὶ ἡ σύζυγος θὰ ἔπρεπε νὰ πάη νὰ χαιρετήση κάποιον οἰκογενειακὸ γνωστὸ ποὺ ἑώρταζε. ῎Εβαλε καθαρὰ ροῦχα καὶ καθὼς ἔφευγε παρατήρησε μὲ ἔκπληξι ὅτι ἡ φούστα της εἶχε πάνω ἕναν μεγάλο λεκὲ ἀπὸ λάδι. Κοίταξε τὸ τραπέζι τῆς κουζίνας καὶ εἶδε καὶ ἐκεῖ μὲ ἔκπληξι ἕναν ἄλλο μεγάλο στρογγυλὸ λεκὲ ἀπὸ λάδι ποὺ ἔσταζε κάτω! Σκέφθηκε ὅτι ἡ ἴδια θὰ ἔχυσε λάδι ὅταν ἄναβε τὸ κανδήλι της καὶ ὅτι θὰ ἀκούμπησε ἐν συνεχείᾳ ἐκεῖ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβη... Σκούπισε τὸ λάδι, ἄλλαξε ροῦχα καὶ πῆγε στὴν ἐπίσκεψι. ῞Οταν ἐπέστρεψε, ἀντίκρυσε καὶ πάλι ἕναν μεγάλο λεκὲ ἀπὸ λάδι στὸ τραπέζι τῆς κουζίνας. 


Αὐτὴ τὴν φορὰ πλέον φοβήθηκε... Δὲν εἶπε τίποτε σὲ κανέναν, οὔτε στὸν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἔξαλλος τὴν ἡμέρα ἐκείνη, φώναζε καὶ ἔβριζε ὅτι δὲν ἀντέχει μακρυὰ ἀπὸ τὴν γυναῖκα ποὺ σχετίσθηκε, καὶ ἐνῶ παραδεχόταν ὅτι δὲν καταλάβαινε τί τοῦ συνέβαινε, ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι... Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀπουσίας του, ἐμφανιζόταν στὸ τραπέζι τῆς κουζίνας τὸ λάδι: μικρὲς - μικρὲς φυσαλίδες ἦσαν ἑνωμένες μαζὶ καὶ σχημάτιζαν ἕναν μεγάλο στρογγυλὸ λεκέ! ῾Η σύζυγος φυσικὰ τρομοκρατήθηκε μὲ τὸ φαινόμενο αὐτὸ καὶ τότε θυμήθηκε τὰ λάδια ποὺ βρῆκε στὴν βεράντα τοῦ σπιτιοῦ. Πῆγε ἐκεῖ καὶ βρῆκε ἕνα ἀσημόχαρτο καλὰ διπλωμένο, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε κοκκινόχωμα... 


᾿Αμέσως πῆγε στὸν ῾Ιερέα τῆς ᾿Ενορίας τους καὶ τοῦ ἀνέφερε ὅλα αὐτά. ᾿Εκεῖνος ἔδειξε φανερὴ δυσαρέσκεια γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἄκουσε, τῆς εἶπε νὰ ρίξη ῾Αγιασμό, καὶ τὴν συμ- βούλευσε νὰ ἐκκλησιάζεται, νὰ μεταλαμβάνη καὶ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. ῾Η ἴδια θεωροῦσε ὅτι δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ σκέφθηκε ὅτι χρειαζόταν μᾶλλον ἕνα «ταρακούνημα» ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν της, ὥστε νὰ γίνη καλύτερη. ᾿Επέστρεψε στὸ σπίτι καὶ ἔρριξε τὸν ῾Αγιασμὸ στὸ ἀσημόχαρτο ποὺ εἶχε βρῆ στὴν βεράντα. ῏Ηταν ἤδη βράδυ καὶ τὴν ἄλλη ἡμέρα ποὺ τὸ ἀνεζήτησε, αὐτὸ πλέον δὲν ὑπῆρχε, εἶχε γίνει ἄφαντο! 


Στὸ τραπέζι ὅμως τῆς κουζίνας ὑπῆρχε ἡ κηλίδα μὲ τὸ λάδι!... Τότε ἦλθε μία φίλη της καὶ τῆς εἶπε νὰ σκουπίσουν τὸ λάδι αὐτὸ μὲ ῾Αγια- σμό. ῞Οταν αὐτὸ ἔγινε, τὸ ἀνεξήγητο καὶ σαφῶς δαιμονικὸ φαινόμενο ἐξαφανίσθηκε πλέον ἐντελῶς. ῾Η σύζυγος ἄρχισε νὰ προσεύχεται πολὺ θερμά, γονυπετὴς καὶ μὲ δάκρυα, νύκτες ὁλόκληρες, νὰ ἀπαλλάξη ὁ Θεὸς τὴν οἰκογένειά της ἀπὸ τὸν πειρασμὸ αὐτόν. ῾Η κόρη της, 14 ἐτῶν τότε, ἄν καὶ δὲν γνώριζε τίποτε γιὰ ὅλα αὐτά, ὅμως διακατεχόταν ἀπὸ μία μεγάλη νευρικότητα καὶ ἀνησυχία... Τότε ἦταν ποὺ ἡ δοκιμαζομένη σύζυγος θυμήθηκε τὸν ῞Αγιο Κυπριανό. 


Εἶχε ἀκούσει πολλὰ γιὰ τὸν ῞Αγιο καὶ ἄρχισε νὰ τὸν παρακαλῆ θερμὰ γιὰ νὰ τὴν βοηθήση. ῞Ενα πρωϊνὸ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ἡ σύζυγος θύμιαζε μέσα στὸ σπίτι καὶ βγῆκε νὰ θυμιάση καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη βλέπει ξαφνικὰ ἕνα τεράστιο πουλὶ ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς εἰσόδου τοῦ σπιτιοῦ νὰ κρατᾶ στὸ ράμφος του ἕνα κομμάτι ψωμί, τετράγωνο, σὰν ἀντίδωρο. Μόλις τὸ θύμιασε, αὐτὸ ἐξαφανίσθηκε! Γεμάτη τρόμο, ἔτρεξε ἀμέσως σὲ κάποιον ῾Ιερέα, ἄλλον ἀπὸ τὸν προηγούμενο, στὸν ὁποῖον διηγήθηκε τὸ συμβάν. 


᾿Εκεῖνος τῆς εἶπε νὰ πάη στὸ σπίτι καὶ νὰ βρῆ ποῦ ἄφησε ἐκεῖνο τὸ πουλὶ αὐτὸ ποὺ κρατοῦσε στὸ ράμφος του. Πῆγε πράγματι καὶ βρῆκε τὸ κομμάτι τοῦ ψωμιοῦ στὴν βεράντα τοῦ σπιτιοῦ της. Τὸ πῆγε στὸν ῾Ιερέα, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε ὅτι εἶναι μαγεία, ἄζυμο ψωμί, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε τί ἐσήμαινε τοῦτο καὶ ὅτι θὰ τὸ ἔρριχνε στὸ Χωνευτήρι τῆς ᾿Εκκλησίας. ῎Αλλη πάλι ἡμέρα, ἐνῶ μαγείρευε στὴν κουζίνα καὶ εἶχε ἀνοικτὴ τὴν μπαλκονόπορτα, ἄκουσε τὸν κτύπο κάποιου ἀντικειμένου στὴν βεράντα. Βγῆκε νὰ δῆ ποιός τὸ πέταξε, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε κανείς. Τότε ἦλθε ἡ κόρη της ἀπὸ ἄλλο δωμάτιο ὅπου ἦταν, σὰν νὰ τὴν ἔστειλε κάποιος, καὶ πῆρε ἀμέσως ἀπὸ κάτω μία μικρὴ μπλὲ χάνδρα. 


Τὴν πῆγε καὶ αὐτὴν στὸν ῾Ιερέα, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ἔρριχνε στὸ Χωνευτήρι. Τότε, ἡ σύζυγος μὲ μία φίλη της, ἦλθε στὸ Μοναστήρι μας μία Τετάρτη ἀπόγευμα στὴν Παράκλησι. ῎Εμεινε στὴν ᾿Ακολουθία καὶ τὶς Εὐχές, πῆρε ῾Αγιασμὸ καὶ τὸ βιβλιαράκι τῶν ῾Αγίων καὶ συνέχισε νὰ προσεύχεται μὲ μεγάλη πίστι. Τὴν ἑπομένη Τετάρτη ἦλθε μόνη της μὲ ταξί, καὶ ἦλθε καὶ τρίτη Τετάρτη. ᾿Αμέσως μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ σύζυγός της ἐπέστρεψε στὸ σπίτι ἀναπάντεχα καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ καταβάλη προσπάθεια ἀπαλλαγῆς του ἀπὸ τὸ πάθος ποὺ τὸν βασάνιζε. ῏Ηταν ἀκόμη ἄσχημα πνευματικῶς, ἀλλὰ μὲ ἐμφανῆ ἀλλαγὴ διαθέσεως. 


᾿Αρρώστησε καὶ σωματικῶς τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες γιὰ μία ἑβδομάδα μὲ ὑψη- λὸ πυρετό, καὶ ὁ ἰατρὸς ποὺ τὸν εἶδε βεβαίωσε, ὅτι κάτι περίεργο συνέβαινε μὲ τὸν ἄνθρωπο αὐτό. ῾Η σύζυγος ἔφερε στὸ σπίτι ῾Ιερέα καὶ τέλεσε ἱερὸ Εὐχέλαιο. Κοινώνησε ἡ ἴδια κατόπιν προετοιμασίας καὶ ἔδινε στὸν σύζυγό της ἀπαρατήρητα ῾Αγιασμό, γιὰ νὰ ἠρεμήση, διότι βλασφημοῦσε ἄσχημα, σὺν τοῖς ἄλλοις. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὁ σύζυγος ἄρχισε νὰ συνέρχεται καὶ νὰ ἠρεμῆ. 


Δήλωσε στὴν σύζυγό του τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὴν ἀφοσίωσί του σὲ αὐτήν, καὶ παραδέχθηκε ὅτι τοῦ συνέβη κάτι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ καταλάβη καὶ νὰ τὸ ἐξηγήση. ῞Οταν ἡ σύζυγος τοῦ ἐθύμισε τὰ λόγια του καὶ τὴν συμπεριφορά του τῶν ἡμερῶν τῆς «κρίσεώς» του, ἐκεῖνος τὴν ἐβεβαίωνε μὲ θρήνους καὶ ὀδυρμοὺς ὅτι δὲν ἐνεθυμεῖτο τίποτε ἀπολύτως ἀπὸ ὅλα αὐτά!...



Η κυρία Θ.Μ. βεβαιώνει ἀπό μέρους της, 

ὅτι τά συγχώρησε ὅλα, διότι ἔφταιγαν κάποιος ἤ κάποια ἤ κάποιοι ἄλλοι 

περισσότερο, δέν γνωρίζει ποιοί. 

῞Ολα διεγράφησαν καί ἡ οἰκογένεια συνεχίζει ἀγαπημένη τήν πορεία της. 

Σήμερα ἡ κόρη στά εἴκοσί της εἶναι ἤδη σπουδάστρια. 

«Εὐχαριστῶ τόν ῞Αγιο Κυπριανό γιά τήν μεγάλη βοήθειά του 

καί τό μεγάλο θαῦμα σέ μένα καί τήν οἰκογένειά μου... 

Μεγάλη ἡ Χάρη σου, ῞Αγιέ μου Κυπριανέ. 

Θ.Μ., κάτοικος ᾿Αθηνῶν. 

Πάντα θά ἐπισκέπτομαι τόν ῞Αγιο Κυπριανό, Θεοῦ θέλοντος»!




Εκ του περιοδικού ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ'', 
έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. 
Τεύχος 316, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2003, σελίδες 269 - 271. 
Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΝΙΚΑΕΙ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ»




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής


Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΙΟΥΣΤΙΝΗ




 Η Ιερά Ανδρώα Μονή των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης 

στην Φυλή Αττικής





Τα δαιμόνια φρίττουν μπροστά στο Θεό.

Και τρέμουν το σύμβολο του ενσαρκωθέντος Υιού Του, τον Τίμιον Σταυρόν. 

Δεν έχουν καμία εξουσία στους ανθρώπους πού φέρουν το όνομα του Χρίστου,

 πού έχουν ενδυθεί τον Χριστό με το βάπτισμα.

Αν είσαι πιστός Χριστιανός, αν ζεις κοντά στο Χριστό και παίρνεις ζωή από τα άχραντα μυστήριά Του, 

ο διάβολος δεν μπορεί να σε βλάψει. 

Αυτό μας διδάσκει η ιστορία των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, όπου φαίνεται 

πώς η δύναμη της μαγείας συντρίβεται με τη δύναμη του Χριστού.

Στα βάθη της Μικράς Ασίας υπήρχε άλλοτε η πρωτεύουσα της Πισιδίας Αντιόχεια,

πού λεγόταν και Αντιόχεια η Μικρά, 

για να ξεχωρίζει από την Αντιόχεια την Μεγάλη, την ξακουστή πρωτεύουσα της Συρίας.

Σ’ αυτή την Αντιόχεια της Πισιδίας ζούσε στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων,

 τον 3ον αιώνα μ.Χ. ο φοβερός μάγος Κυπριανός.

Είχε γεννηθεί στην Αντιόχεια και έχοντας άφθονα πλούτη γύρισε όλη την Ανατολή, 

την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία, τη Χαλδαία και την Αίγυπτο για να μάθη τα μυστική αρχαίων θρησκειών.




Στα τριάντα του χρόνια ξαναήρθε στην πόλη του, έχοντας βαθειές γνώσεις φιλοσοφίας και μαγείας. Ήταν πια ονομαστός για τη δύναμη του και οι ειδωλολάτρες έτρεχαν σ’ αυτόν για να πετύχουν κάθε σκοτεινό τους σχέδιο. Και αυτός με τη μυστική της μαγείας τέχνη καλούσε τα δαιμόνια και τα έστελνε στα ταλαίπωρα θύματά του. Ποιός μπορούσε να ξεφύγει απ’ τα τεχνάσματα του Μάγου Κυπριανού; Αφού οι δύστυχοι άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην ψεύτικη πίστη των ειδώλων, αφού οι ίδιοι λάτρευαν τα δαιμόνια, πώς να μη βρίσκονται κάτω από την εξουσία τους;


Πώς να μη βρίσκονται κάτω από την εξουσία του αντιπροσώπου τους, του μάγου Κυπριανού; Αλλ’ όμως στην Αντιόχεια δεν υπήρχαν μόνο ειδωλολάτρη. Στην πόλη αυτή, όπως και σ’ όλες τις πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως σ’ όλη την οικουμένη το φώς της αληθινής πίστεως είχε λάμψει στις Καρδιές χιλιάδων ανθρώπων και το αίμα του Χριστού, πού χύθηκε πάνω στο Σταυρό, είχε γίνει λύτρο για να εξαγορασθούν οι άνθρωποι από την αιχμαλωσία του διαβόλου.Και σ’ αυτούς (τους Χριστιανούς) δεν είχαν εξουσία τα δαιμόνια του μάγου Κυπριανού.


Ο ίδιος όμως, βυθισμένος μέσα στα σκοτεινά βιβλία της μαγείας, στα επινοήματα αυτά του ψεύδους, δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι ο Θεός πού λάτρευαν οι Χριστιανοί, ο σταυρωμένος Χριστός, θα ήταν δυνατότερος απ’ τα δαιμόνια.Βρισκόταν ο δύστυχος μέσα στην πλάνη, χωρίς να το ξέρη. Γιατί ο διάβολος κρατεί και τους δικούς του υπηρέτες μέσα στην πλάνη. Γιατί αν γνώριζαν την αλήθεια θα τον παρατούσαν και θα γίνονταν δούλοι του αληθινού Θεού. Στην Αντιόχεια ζούσε και μία παρθένος, Ιούστα ήταν τ’ όνομά της, κόρη του Αιδεσίου και της Κληδονίας. Και αυτή και οι γονείς της βρίσκονταν μέσα στην πλάνη των ειδώλων, όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της Αντιοχείας. Ο Αιδέσιος μάλιστα ήταν ιερέας των ειδώλων. 


Όσο όμως η Ιούστα μεγάλωνε, τόσο περισσότερο ένοιωθε ότι τα είδωλα πού λάτρευαν δεν είχαν θεϊκή δύναμη και ότι άλλος είναι ο αληθινός Θεός. Η ψυχή της προετοιμαζόταν έτσι να δεχτή το φωτισμό της αληθείας και της επιγνώσεως του μόνου εν Τριάδι Θεού. Μια μέρα ο Θεός έφερε τα βήματά της στον τόπο όπου δίδασκε ένας σοφός διάκονος της Εκκλησίας της Αντιοχείας, ο Πραΰλιος. Άκουσε με θαυμασμό όσα έλεγε εκείνος για τα μεγάλα μυστήρια της αγάπης του Θεού. Η ψυχή της Ιούστας σαν «γη αγαθή» δεχόταν τον «σπόρον» της αληθείας. Θέλησε να μεταδώσει και στη μητέρα της Κληδονία την αληθινή πίστη. Εκείνη όμως, μόλις της μίλησε σχετικά, αντιστάθηκε και την συμβούλεψε να προσέξει μη μάθη τίποτε ο πατέρας της. 


Αλλ’ η Ιούστα ήθελε να οδηγηθεί και ο πατέρας της στην ορθή πίστη. Συνέχισε λοιπόν να ομιλεί στη μητέρα της και σιγά σιγά εκείνη υποχωρούσε.  Άκουγε πια χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις. Και μια νύχτα είπε στον άνδρα της όσα της δίδαξε η κόρη της. Ο Αιδέσιος, αν και ήταν όπως είπαμε ιερέας των ειδώλων, δεν θύμωσε αλλά έμεινε σκεπτικός. Το βράδυ όμως στριφογύριζε στο κρεβάτι του, έχοντας στην σκέψη αυτό το θέμα. Πολύ αργά μπόρεσε να τον πάρει ο ύπνος. Και τότε, ώ θαύμα μέγα, βλέπει τον Χριστό ένδοξο, περιτριγυρισμένο από χιλιάδες αγγέλους, να τον προσκαλεί: 


Ελάτε σε μένα και θα σας χαρίσω την βασιλεία των ουρανών. Έτσι, μόλις ξημέρωσε, ο Αιδέσιος πήρε τη γυναίκα του Κληδονία και την κόρη του Ιούστα και πήγε στον επίσκοπο των Χριστιανών, τον Οπτάτο, του διηγήθηκε όσα έγιναν κι εκείνος με χαρά τους αξίωσε να βαπτισθούν. Κατόπιν μάλιστα ο Αιδέσιος έγινε πρεσβύτερος, κι έτσι ο πρώην ιερεύς των ειδώλων ήταν τώρα ιερεύς του Χριστού. Η δε Ιούστα είχε αφιερωθεί στον Χριστό, και επάνω στο θεμέλιο της πίστεως έχτιζε τις ανώτερες από χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια αρετές. Ο διάβολος έβλεπε τον εαυτό του να εξευτελίζεται μπρος στην άγια ζωή της παρθένου. Γι’ αυτό και θέλησε να τη μπλέξει στα δίχτυα του.


Ήταν στην Αντιόχεια κάποιος νεαρός ειδωλολάτρης από αριστοκρατική οικογένεια, πλούσιος και όμορφος, ο Αγλαΐδας. Σ’ αυτό τον ακόλαστο νέο άναψε ο διάβολος αμαρτωλό πόθο για τη σεμνή Ιούστα. Την έβλεπε πού πήγαινε στην Εκκλησία και θαύμαζε την ωραιότητα της. Άρχισε να παραφυλάγει στους δρόμους απ’ όπου εκείνη περνούσε και να την ενοχλεί με άπρεπα λόγια. Έκπληκτος όμως έβλεπε ότι η Χριστιανή κόρη έμενε σοβαρή κι ακλόνητη και δεν παρασυρόταν στα δίχτυα του. Άκουγε ο Αγλαΐδας για τον μεγάλο Κυπριανό. Ήξερε ότι πετύχαινε θαυμαστά κατορθώματα με τη δύναμη των δαιμόνων. Σ’ αυτόν λοιπόν έπρεπε να καταφυγή και να ζητήσει τη βοήθειά του. Έτσι ο Αγλαΐδας έρχεται στον Κυπριανό και του διηγείται τα παθήματά του και ότι η παρθένος στάθηκε ισχυρότερη από τα τεχνάσματά του.


Στο τέλος τον παρακάλεσε: - Σύ μού έχεις απομείνει μόνη παρηγοριά στη συμφορά, και ελπίζοντας σε σένα δεν έθεσα τέρμα στη ζωή μου. Αν μου δώσεις αυτό πού θέλω, θα σε γεμίσω πλούτη και χρυσάφια, περισσότερα απ’ όσα μπορείς να ελπίσεις. Ο μεγάλος μάγος τον άκουσε προσεκτικά και, βέβαιος για τη δύναμη του, του υποσχέθηκε ότι γρήγορα θα θεραπεύσει τον πόνο του. Ο Κυπριανός άνοιξε τα μαγικά βιβλία, τα κείμενα του διαβόλου, και προσκάλεσε ένα απ’ τα πονηρά εκείνα πνεύματα, πού πρόθυμα τον υπηρετούσαν στα τερατώδη έργα του. Το πονηρό πνεύμα παρουσιάστηκε και ο μάγος του είπε: - Αν φέρεις γρήγορα αυτό το έργο εις πέρας, θα σού χαρίσω μεγάλα δώρα και θα σε τιμώ περισσότερο από τα άλλα δαιμόνια.


Γέλασε αλαζονικά το πονηρό πνεύμα και απάντησε με πολύ κομπασμό: - Τόσες φορές έσεισα ολόκληρες πόλεις, τόσες φορές σήκωσα οπλισμένο χέρι παιδιού για να σκοτώσει τον πατέρα του, έσπειρα μίσος άσπονδο ανάμεσα σ’ αδέρφια και ανδρόγυνα και μοναχούς πού ασκήτευαν στα όρη με νηστεία και εγκράτεια κατάφερα και τους έριξα στις σαρκικές ηδονές. Αλλά γιατί να πολυλογώ; Τώρα αμέσως θα δείξω τι είμαι. Κι αν δεν γίνει αυτό πού θέλεις, να μη εμφανιστώ ξανά μπροστά σου και για ανίκανο να μ’ έχεις πια. Ο Κυπριανός έδωσε στο δαιμόνιο ένα βάζο γεμάτο μαγικό υγρό, και του είπε: - Πάρε αυτό το βάζο και ράντισε το σπίτι της παρθένου. Αυτό θα βοηθήσει πολύ. Πήγαινε λοιπόν, και σε περιμένω. Έφυγε το πνεύμα και ο μάγος κάθισε άγρυπνος για το αποτέλεσμα. Εκείνη τη νύχτα, όπως πάντοτε, η Ιούστα σηκώθηκε για να προσευχηθεί.


Και τότε το πονηρό πνεύμα, με τη δύναμη του μαγικού υγρού, πού μ’ αυτό είχε ραντίσει το σπίτι, προσπάθησε να της ανάψει δυνατούς σαρκικούς πειρασμούς και έτσι να τη σύρει στις ηδονές. Η παρθένος ένιωθε τη φοβερή επίθεση των πειρασμών, αλλά όσο εκείνοι άναβαν, τόσο αυτή δυνάμωνε την προσευχή της. Το πονηρό πνεύμα εξακολουθούσε με λύσσα να επιμένει, ώσπου η Ιούστα έκανε το σημείο του Σταυρού. Και τότε, το αλαζονικό δαιμόνιο πού τόσο καυχιόταν για τη δύναμη του, τρομαγμένο και ντροπιασμένο έφυγε, μη αντέχοντας να βλέπει το σημείο της νίκης του Χριστού! Δειλά παρουσιάστηκε στον Κυπριανό και προσπαθούσε με ψέματα να ξεφύγει την ομολογία της ήττας του.  Όμως ο Κυπριανός επέμενε στις ερωτήσεις και έτσι το πνεύμα αναγκάστηκε να φανερώσει ότι νικήθηκε:


Είδα κάποιο σημείο και έφριξα και δεν μπορούσα να αντέξω τη δύναμη του. Ο Κυπριανός έδιωξε με περιφρόνηση το δαιμόνιο και κάλεσε άλλο πολύ ισχυρότερο. Πήγε κι εκείνο, αλλά νικημένο με τον ίδιο τρόπο γύρισε ντροπιασμένο στον Κυπριανό. Τότε πια ο μάγος κάλεσε τον πατέρα και άρχοντα των δαιμόνων.Ήρθε εκείνος με πολλή έπαρση και απείλησε ότι θα τιμωρήσει σκληρά τα δύο άλλα δαιμόνια για την ανικανότητα τους. Στον μάγο έδωσε θάρρος και του είπε να μη στεναχωριέται, γιατί αυτός θα πετύχει το ποθούμενο. Παίρνει ο δαίμονας μορφή κόρης και πηγαίνει στην Ιούστα. Η παρθένος δεν κατάλαβε τη νέα πανουργία και άρχισε συζήτησι με την άγνωστη κόρη, πού φαινόταν πολύ ευσεβής. Εκείνη λοιπόν της είπε ότι ήθελε να μείνει μαζί της και να ασκηθεί στην παρθενία: - Έχω τον ίδιο πόθο για την παρθενία, πού έχεις και σύ, αλλά θέλω να μου πεις ποιά ανταμοιβή θα πάρω απ’ τον Θεό για τη ζωή της παρθενίας, πού χρειάζεται τόσους αγώνες.


Η Ιούστα της μίλησε για τους στεφάνους πού θα λάβουν απ’ το Χριστό, αν νικήσουν στον αγώνα. Κι ενώ της έλεγε αυτά, η κόρη εκείνη (δηλαδή ο δαίμονας) άρχισε να εγκωμιάζει στην παρθένο τη συζυγική ζωή. Κι αυτά πού της έλεγε ήταν λόγια πού φαίνονταν σωστά και σοφά και θα μπορούσαν να παραπλανήσουν ένα απρόσεκτο μοναχό. Αλλά η Ιούστα κατάλαβε ότι όλα αυτά ήταν συμβουλές του διαβόλου, υποψιάστηκε τί κρύβεται κάτω απ’ τη μορφή της κόρης εκείνης, και έκανε το σημείο του Σταυρού. Στη στιγμή η κόρη εξαφανίστηκε: Ο δαίμονας δεν μπόρεσε ν’ αντέξει!Έτσι, αυτός πού είχε καυχηθεί περισσότερο απ’ όλους ήρθε καταντροπιασμένος στον Κυπριανό. Έκπληκτος εκείνος τον ρώτησε:- Και σύ, πού είσαι τόσο μεγάλος, βρέθηκες μικρότερος απ’ αυτή την κόρη; 


Πού στηρίζεται και μπορεί να κάνη τόσο μεγάλα κατορθώματα ενάντια σε σας τους μεγάλους; Τότε ο δαίμονας αναγκάστηκε να ομολογήσει: - Δεν υποφέρουμε το σημείο του Σταυρού. Πριν το δούμε να σχηματίζεται ολόκληρο φεύγουμε όσο μπορούμε πιο γρήγορα. Ο πατέρας του ψεύδους είπε την αλήθεια! Ο Σταυρός, «ό φύλαξ πάσης της οικουμένης», είναι εκείνος πού μπροστά του τρέμουν οι στρατιές των δαιμόνων! Έφυγε ντροπιασμένος ο δαίμονας απ’ το δωμάτιο του Κυπριανού. Κι έμεινε αυτός ταπεινωμένος και συντριμμένος. Ο μεγάλος μάγος, πού νόμιζε ότι όλα τα είχε στα χέρια του, διαπίστωνε τώρα ότι τα φοβερά δαιμόνια φοβούνται και τρέμουν το σύμβολο του σταυρωμένου αρχηγού των Χριστιανών. Πόση είναι η αγάπη του πανεύσπλαγχνου Θεού, βρήκε τρόπο να φωτίσει τη σκοτισμένη ψυχή του μάγου.


Κι έτσι ο σατανάς, πού ήθελε να παρασύρει την Ιούστα στην αμαρτία, όχι μόνο απέτυχε, αλλά έχασε και τον δικό του υπηρέτη, τον Κυπριανό. Η πρώτη απόφαση του μετανιωμένου μάγου ήταν να κάψει τα μαγικά βιβλία, τις πηγές αυτές των κακών. Αλλά ήθελε να τα κάψει μπροστά σε όλους, για να διακηρύξει έτσι την απάτη των δαιμόνων. Ο Κυπριανός με ταπείνωση ομολόγησε ότι η δύναμη του Χριστού είναι ανίκητη και ότι το διδάχτηκε αυτό από την Ιούστα, πού έτρεψε σε φυγή τους δαίμονες. Σαν απόδειξη των λόγων του, παρέδωσε στον επίσκοπο τα βιβλία να τα κάψει, ώστε να γνωρίσουν έτσι οι δαίμονες ότι δεν έχει πια τίποτε κοινό μαζί τους. 


Τότε ο επίσκοπος πίστεψε ότι ο Κυπριανός είχε μετανοήσει και τον ευλόγησε. Κατόπιν έβαλε φωτιά στα δαιμονικά βιβλία. Δεύτερο δείγμα της μετανοίας του Κυπριανού υπήρξε η καταστροφή των ειδώλων πού είχε στο σπίτι του. Όλα εκείνα τα μαρμάρινα αγάλματα των δαιμονίων τα έκανε συντρίμμια και τα πέταξε μακριά, ώστε να μη μένη στο σπίτι του κανένα απομεινάρι της δαιμονικής λατρείας. Όμως η μετανιωμένη του καρδιά δεν μπορούσε να ξελαφρώσει μόνο μ’ αυτά. 


Γι’ αυτό έκλαιγε με πόνο για την προηγούμενη ζωή του, και απ’ τα βάθη της ψυχής του η προσευχή ολόθερμη ανέβαινε στο θρόνο του Θεού για να ζητήσει το έλεος Του. Η ταπείνωση του ήταν τέτοια, πού δεν ικέτευε με τα χείλη, αλλά με αλάλητους στεναγμούς. Αλλ’ όποιος ταπεινώνεται μόνος του, εκείνος εξυψώνεται. Γι’ αυτό και ο Κυπριανός, ελεημένος απ’ τη χάρη του Θεού, έγινε μέγας. Μέγας και ξακουστός ήταν όταν υπηρετούσε τον σατανά, πολύ μεγαλύτερος και ενδοξότερος έγινε υπηρετώντας τον Θεό. Πλησίαζε η εορτή του Πάσχα. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ο Κυπριανός πήγε στην εκκλησία και στεκόταν στο νάρθηκα μαζί με τους κατηχουμένους. Ο σοφός Άνθιμος βάφτισε εκείνη την ημέρα τον Κυπριανό. 


Τον καλεί λοιπόν, του διδάσκει όσα ακόμη έπρεπε να μάθη απ’ τις αλήθειες της πίστεως και τον αξιώνει να λάβει θείον βάπτισμα. Μετά απ’ αυτό, την όγδοη μέρα τον έκανε ιεροκήρυκα, την εικοστή τον χειροτόνησε υποδιάκονο και την τριακοστή τον χειροτόνησε διάκονο. Η μεταστροφή του στον Χριστιανισμό έγινε αίτια σε πολλούς ειδωλολάτρες ν’ αφήσουν τη λατρεία των ειδώλων και ν’ ακολουθήσουν τη μόνη αληθινή πίστη. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο νέος εκείνος πού είχε καταφύγει στη μαγική τέχνη του Κυπριανού για να παρασύρει την Ιούστα, ο Αγλαΐδας. Έπειτα από ένα χρόνο ο επίσκοπος Άνθιμος χειροτόνησε τον Κυπριανό πρεσβύτερο. Τόσο θαύμαζαν την αγιότητα της ζωής του και τα θαύματα πού επιτελούσε, ώστε όταν μετά δέκα χρόνια ο αγαθός εκείνος επίσκοπος Άνθιμος παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, έγινε επίσκοπος της Αντιοχείας της Πισιδίας ο Κυπριανός.


Από τις πρώτες πράξεις του Κυπριανού μόλις έγινε επίσκοπος ήταν να χειροτονήσει την Ιούστα διακόνισσα (τα παλιά τα χρόνια υπήρχε και τέτοιο εκκλησιαστικό αξίωμα). Της άλλαξε και το όνομα σε Ιουστίνα και την έβαλε ηγουμένη στο γυναικείο ασκητήριο της περιοχής εκείνης. Με την σοφία και την αγιότητα του προσείλκυσε πολλούς στον Χριστιανισμό. Όταν κηρύχτηκε ο μεγάλος διωγμός των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό, ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τον Κυπριανό ότι με τα λόγια του μεταστρέφει όλους στη θρησκεία του Χριστού. Του είπαν και την ιστορία της Ιουστίνης. Τότε ο κόμης της ανατολής Ευτόλμιος διέταξε να τους συλλάβουν. Οδηγήθηκαν λοιπόν και οι δύο μπροστά του στην Δαμασκό και με οργή ρώτησε τον Κυπριανό: - Σύ είσαι ο διδάσκαλος των Χριστιανών, πού συνταράζεις αυτούς πού σέβονται τούς θεούς μας; 


Σύ είσαι πού αλλάζεις ο ίδιος απ’ τη μια γνώμη στην άλλη; Σύ δεν ήσουν πού είχες οδηγήσει πρώτα πολλούς στη λατρεία των θεών; Γιατί κατόπιν άλλαξες και προτίμησες να απατάς τούς ανθρώπους κηρύττοντάς τους τον σταυρωμένο Ιησού; Ο Άγιος με πολλή ηρεμία του απάντησε: - Εγώ, όπως είπες και σύ ο ίδιος, πιστεύοντας με θέρμη στους πολλούς θεούς και με ζήλο μελετώντας τα βιβλία της μαγείας δεν κατάφερα να κερδίσω καμιά ωφέλεια. Ενώ λοιπόν ξόδευα τον καιρό μου στους μάταιους εκείνους κόπους, με λυπήθηκε ο αληθινός Θεός και μου έστειλε την παρθένο αυτή σαν οδηγό στο δρόμο προς Αυτόν. 


Τί έπρεπε λοιπόν να κάνω; Πες μου σύ πού τώρα με δικάζεις: Να εξετάσω τί είναι αυτή η δύναμη του Χριστού, πού την τρέμουν οι δαίμονες, ή να συνεχίσω να ακολουθώ την προηγούμενη πίστη μου; Εγώ λοιπόν ζήτησα να μάθω, και τότε φώς γνώσεως έλαμψε στην καρδιά μου. Έμαθα ότι τα είδωλα είναι απάτη και ψευδός και ένας μόνον υπάρχει αληθινός Θεός, πού σώζει όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν. Ο κόμης μόλις τά' κουσε αυτά εξοργίστηκε και διέταξε να τον σηκώσουν ψηλά με σκοινιά και να τον γδέρνουν σιγά - σιγά. 


Για την Ιουστίνα διέταξε να την μαστιγώσουν στο πρόσωπο και στα μάτια. Η Ιουστίνα καθώς την χτυπούσαν δόξαζε τον Θεό λέγοντας: - Δόξα Σοι ο Θεός, πού με δέχτηκες την ανάξια και με αξίωσες να πάθω για το όνομά Σου. Και ο Κυπριανός έλεγε στον κόμητα: - Γιατί τόσο έχεις παραφρονήσει ώστε να γίνεις ανάξιος της βασιλείας των ουρανών, για την οποία εγώ, όπως βλέπεις, προτιμώ να πάθω οτιδήποτε; Δεν θα συνέλθεις; Δεν θα ανοίξεις τα μάτια σου; Δεν θα γνωρίσεις που είναι το αληθινό φώς, ώστε να βαδίσεις προς αυτό αφήνοντας το σκοτάδι;Αλλά τα λόγια αυτά φούντωσαν το θυμό του κόμητος και λέγει στον Κυπριανό:- Αν σου φαίνεται ότι γίνομαι αίτιος να κερδίσεις αθάνατη βασιλεία, τότε θα σου πολλαπλασιάσω την τιμωρία, και βέβαια θα μου οφειλής χάρη για την ευεργεσία πού σου κάνω.


Μετά από λίγες ημέρες δεύτερο βασανιστήριο περίμενε τους Αγίους. Ο κόμης έδωσε εντολή να βράζουν υλικά και να μπουν μέσα οι Άγιοι. Προχώρησε πρώτος ο Κυπριανός με θάρρος και τον ακολούθησε η Ιουστίνα. Την είδε όμως πού βάδιζε σιγά και κατάλαβε ότι είχε κάπως δειλιάσει βλέποντας τη φωτιά. Γι’ αυτό της υπενθύμισε τα παλιά της κατορθώματα, πού είχε κατατροπώσει τούς δαίμονες και αυτόν τον ίδιο τον έφερε στην αληθινή πίστη. Αφού έτσι της έδωσε θάρρος, κάνοντας και οι δύο το σημείο του Σταυρού πήδησαν στο πυρακτωμένο τηγάνι, όπου έβραζαν η πίσσα, το λίπος και το κερί.Ώ θαύμα μέγα! Έκθαμβοι οι ειδωλολάτρες τούς είδαν να κάθονται εκεί χωρίς να πάθουν τίποτε. Τούς είδαν να δοξάζουν τον Θεό με χαρούμενα πρόσωπα σαν να βρίσκονταν σε δροσερό τόπο. Αλλά ο κόμης Ευτόλμιος, αντί να πιστέψει στη δύναμη του Χριστού, λυσσασμένος έλεγε ότι αυτά είναι μαγεία. Τότε έδωσε διαταγή να σταλούν οι δύο Άγιοι στη Νικομήδεια.


Έγραψε κι ένα γράμμα στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, όπου του εξηγούσε ότι ο Κυπριανός με την Ιουστίνα δεν δέχτηκαν ν’ αλλάξουν, παρ’ όλα τα βάσανα πού υπέστησαν, γι’ αυτό τούς στέλνει σ’ αυτόν να τούς δικάσει ο ίδιος και η να τούς κάνη να φύγουν από τη μισητή θρησκεία τους ή να τούς επιβάλει τις τιμωρίες πού ικανοποιούν τον Δία και τούς άλλους θεούς. Όταν ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός διάβασε το γράμμα, με την πείρα πού είχε κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε ο ίδιος να πετύχει περισσότερα από τον Ευτόλμιο. Έκρινε λοιπόν να μη τούς βασανίσει κι αυτός, αλλά να θέση τέλος στην υπόθεση. 


Έγραψε την καταδικαστική απόφαση: «Ο Κυπριανός και η Ιουστίνα, επειδή ασέβησαν προς τούς θεούς και δεν πείσθηκαν να αλλάξουν γνώμη ούτε με τιμωρίες, ούτε με υποσχέσεις αγαθών, να υπομείνουν τον διά ξίφους θάνατον». Καθώς οι στρατιώτες τούς οδηγούσαν για τη θανατική εκτέλεση στον ποταμό Γάλλο, κοντά στη Νικομήδεια, τα πρόσωπά τους έλαμπαν χαρούμενα. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί εκεί για να παρακολουθήσει τις τελευταίες στιγμές τού τόσο ονομαστού Κυπριανού και της Ιουστίνης.


Όταν έφθασαν στις όχθες του ποταμού Γάλλου, οι Άγιοι προσευχήθηκαν και ζήτησαν απ’ τον Θεό να δωρίσει ειρήνη στην καταδιωκόμενη Εκκλησία Του. Κατόπιν ο Κυπριανός, επειδή σκεφτόταν μήπως δειλιάσει η Ιουστίνα βλέποντάς τον να αποκεφαλίζεται, ζήτησε να θανατώσουν πρώτα εκείνη. Όταν η παρθένος δέχτηκε το στέφανο τού μαρτυρίου από το ξίφος ενός στρατιώτου, χαρούμενος ο Κυπριανός θανατώθηκε κι αυτός διά ξίφους. Οι ψυχές και των δύο πέταξαν στη μακαριότητα τού ουρανού, στο θρόνο τού «Αρνίου του εσφαγμένου», μαζί με τούς άλλους άγιους τού Θεού.



Κάποιος ξένος απ’ τη Ρώμη,πού βρισκόταν εκείνες τις μέρες στη Νικομήδεια, 

Θεόκτιστος ήταν τ’ όνομά του,

βλέποντας την γαλήνια όψη του Κυπριανού την ώρα του μαρτυρίου είπε με θαυμασμό:

- Άδικα ο όσιος αυτός άνθρωπος παραδόθηκε σε άτιμο θάνατο.

Αλλά τα λόγια του άκουσε ο Φέλκιος,

ο αρχηγός των στρατιωτών και αμέσως τον κατεβάζει από το άλογό του και τον αποκεφαλίζει. 

Έτσι και νέος μάρτυρας προστέθηκε στους δύο και τούς συνόδεψε στον ουρανό.

Τα σώματα και των τριών έμειναν άταφα και τα φρουρούσαν στρατιώτες για να μη τα κλέψει κανείς,ώσπου να καταφαγωθούν από όρνια και σκυλιά.

Όμως οι ναύτες του πλοίου που ταξίδευε ο Θεόκτιστος,θέλοντας να πάρουν το σώμα του,περίμεναν να βρουν ευκαιρία.

Όταν λοιπόν κάποτε ο ύπνος νίκησε τούς φύλακες, κατάφεραν και πήραν τα σώματα των τριών μαρτύρων, τα έφεραν στο πλοίο και αναχώρησαν για τη Ρώμη.

Παρέδωσαν εκεί τα μαρτυρικά σώματα,σαν πολύτιμους θησαυρούς, σε μια ευγενή Ρωμαία χριστιανή, την ευσεβέστατη ματρώνα Ρουφίνα,

 απ’ τη γενιά του αυτοκράτορα Κλαυδίου.

Εκείνη με πολύ σεβασμό τα τοποθέτησε σε πολυτελή θήκη και έχτισε ναό προς τιμή τους μέσα στη Ρώμη,

κοντά στην «Αγορά του Κλαυδίου», 

πού έγινε προσκύνημα των ευλαβών Χριστιανών.





Επί τη μνήμη της εορτής των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης


Print Friendly and PDF