ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

 



( Ε κ   τ ο υ   π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )





ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'

Το προορατικόν της Αγίας


Ακούσατε και έτερον προ της τελευτής της Οσίας τε τελεσιούργημα. Άνθρωπος, τις φίλος της και γνώριμος, αγαθός, ευλαβής και φιλόχριστος, Χριστόφορος ονόματι, ήρχετο πολλάκις εις την Μονήν, και τον υπεδέχετο, και συναναστρέφετο ηξεύρουσα πως ήτο ενάρετος.


Μίαν ημεραν λοιπόν όπου ήλθε και συνωμίλησαν, ώραν πολλήν, όταν ήθελε να φύγη έβαλε μετάνοιαν κατά την συνήθειαν ζητώντας συγνώμην, η δε Αγία είπεν αυτώ.


-Άπελθε, τέκνον, ο Κύριος να αναπαύση μετά των δικαίων το πνεύμα σου. Ταύτα ακούσας εκείνος έμεινε σύντρομος και περίλυπος, διότι εκατάλαβεν ως φρόνιμος, ότι δεν έλεγεν η Οσία ταύτα χωρίς τινα έννοιαν.


Όταν τον είδε ταραγμένον επροφασίσθη, πως ήτον ο νους της εις άλλο και διά τούτο ταύτα ελάλησε. Και αφού ικανώς τον επαρηγόρησε, τον απέστειλεν ειε τον οίκον του.


Και απήλθε χωρίς να έχη ποσώς κανένα σημείον ασθενείας, αλλά όλος υγιής και άνοσος. Όταν έφθασεν εις τον οίκον του έφαγε καλά. Και την ώρα του εσπερινού έπεσε και εξέψυξεν έξαφνα.


Αλλά τούτο κανείς ακόμη δεν ήξευρε, μόνον η Αγία από Άγιον Πνεύμα, διά τούτο του είπε τα προρρηθέντα λόγια. Μία, δε από τας αδελφάς, όπου έτυχεν εκεί, όταν ταύτα ελάλησε της είπε:


Διατί, Κυρία μου, είπες τον λόγον εκείνον εις τον Χριστοφόρον και απήλθε περίλυπος; Η Αγία της λέγει: Μη νομίσης πως το είπα ούτω απλώς ως έτυχεν'


αλλά διότι έβλεπα ένα νέον λαμπρόν, όπου έστεκεν οπίσω σου, και εκράτει ηκονημένον δρέπανον, και άλλοι τινες πλησίον του, οίτινες εμετρούσαν τους χρόνους της ζωής του


με τα δάκτυλα και απεφάσισαν ότι η υστερινή του ημέρα είναι σήμερον, και αν δεν πιστεύης κάλεσον την δούλη Ευήθειαν να υπάγη εις τον οίκον του, να ιδή ότι απέθανε.


Έστειλαν λοιπόν και τον εύρον αποθαμένον' όθεν όλαι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν, πως τας ηξίωσε να έχωσι τοιαύτην διδάσκαλον. Από τότε επρόσεχον εις τους λόγους της και όταν έλεγε τινός, ο Θεός να τον αναπαύση αυτήν την ημέραν ετελειώνετο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'
Προς το ταξείδιον των ουρανών


Αλλά και αυτή άνθρωπος, ήτον έπρεπε λοιπόν να πληρώση το χρέος της, το οποίον ο ρηθείς Άγγελος, της εφανέρωσε λέγοντας: Ήξευρε, ότι τον ερχόμενον χρόνον, την 28ην του παρόντος μηνός, όταν εορτάσης τον μάρτυρα Παντελεήμονα, έρχεσαι να παρασταθής εις τον θρόνον της θεότητας.


Είχε δε τότε 26 ο Ιούλιος, και εώρταζαν εις το Μοναστήριον της Αγίας του Αρχαγγέλου τα εγκαίνια, ότι αυτήν την ημέραν, τον ναόν ωκοδόμησαν, και τον εγκαινίασαν.


Τον άλλον χρόνον πάλιν, όταν εώρτασε ταύτην την πανήγυριν και του Αγίου Παντελεήμονος εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, νηστεύουσα κατά την τάξιν μίαν εμδομάδα πρότερον και προσευχομένη,


χωρίς να γευθή, και ύδωρ ολότελα, μόνο το θαυμάσιον εκείνο μήλον, όπου της έστειλεν η ηγαπημένος μαθητής του Δεσπότου Χριστού από τον Παράδεισον, με τα άλλα δύο καθώς ανωτέρω είπομεν.


Το έφαγεν εις δόξαν Θεού, όταν εγνώρισε πως ήλθεν ο καιρός να υπάγη προς τον ποθούμενον Νυμφίον της, ότι προτήτερα δεν ηθέλησε να το φάγη διά να το έχη εις ταύτην την εξορίαν παρηγορίαν,


εις πάσαν αθυμίαν, όπου να είχε καμμίαν φοράν ως άνθρωπος  ή και από τας μοναχάς λύπην τινά ή παράπονον, τότε το ελάμβανον εις τας χείρας της και από την άμετρον αυτού ευωδίαν


εξηφανίζετο πάσα πικρία, και ετρέπετο η πολλή της λύπη εις αγαλλίασιν και εχαίρετο η πανολβία, ενθυμουμένη ποταπήν απόλαυσιν έμελε να κληρονομήση εις την ουράνιον Βασιλείαν πάντοτε.


Τότε πάλιν, όταν το έτρωγεν επληρώθη ευωδίας θαυμασίας όλον το Μοναστήριον. Η Οσία μετά την του μήλου μετάληψιν ήλθεν εις αγωνίαν, φοβουμένη τον θάνατον και κυττάζουσα προς τον ουρανόν έκλαιεν.


Αι Μοναχαί μη γνωρίζουσαι την αιτίαν του πάθους, ομοίως έκλαιον, και την ηρώτησαν τί είχεν. Εκείνη απεκρίθη: -Σήμερον, τέκνα μου, ταξιδεύω από τούτον τον κόσμον και πλέον δεν με βλέπετε, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγω εις την ζωήν την αιώνιον.


Ψηφίσατε Προεστώταν την κυρίαν Μαρίαν, ότι ο Θεός την προέκρινεν, ήτις θέλει να σας κυβερνήσει θεάρεστα. Σπουδάσατε να περιπατήσετε την στενήν και τεθλιμμένην οδόν διά να εύρετε ευρυχωρίαν εις τον Πράδεισον' 


μισήσατε τας ψυχάς σας, διά να τας κερδίσετε κατά την θείαν πρόσταξιν. Μη κάμνετε ποτέ της σαρκός το θέλημα, αλλά το του Θεού ότι μόνον Εκείνος δύναται να σας βοηθήση την ώραν της κρίσεως.


Αυτά και έτερα ψυχωφελή λέγουυσα την τελευταίαν ώραν εσήκωσε προς τον ουρανόν τας χείρας και όμματα και προσηύξαυο ταύτα προς Κύριον: <<Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ,


Υιέ του Θεού ου ζώντος, ο ποιμήν ο καλός όπου μας ελύτρωσες με το πανάγιον και πολύτιμον αίμα Σου, εις τας αγίας Σου χείρας παραδίδω τούτο το μικρόν Σου ποίμνιον.


Σκέπασέ το με την σκέπην των πτερύγων Σου, και διαφύλαξον αυτό από τας επηρείας του δαίμονος. Ότι Συ είσαι ο αγιασμός ημών και λύτρωσις, και Σοι την ευχαριστίαν αναπέμπομεν, και δοξολογούμεν Σε πάντοτε>>.


Ταύτα προσευξαμένη εκάθισε, και αρχίζει να χαμογελά βλαίπουσα τους αγίους Αγγέλους, όπου την εχαιρέτησαν, και παρευθύς έλαμψε το πρόσωπόν της ως ο ήλιος, τότε έκλεισε (ώσπερ να εκοιμάτο) τα όμματα και ούτω παρέδωκε την ιεράν της ψυχήν προς Κύριον, ζήσασα χρόνους εκατόν τρεις.


Έδειχνεν όμως ως νέα και εύμορφος, η διά το χάρισμα της παρθενίας, όπου δεν εγνώρισεν κόσμον η κοσμία και πάνσεμνος, η μάλλον να ήτο η χάρις από τον Θεόν εξαίρετος, να μείνη εις αυτήν έως τέλους αυτή η ευμορφία και το κάλλος του σώματος να μαρτυρά την της ψυχής ωραιότητα.


Ηξιώθη και άλλης χάριτος από τον ουράνιον Νυμφίον της. Όταν παρέλαβε η Οσία την Ηγουμενίαν παρέλαβε 30 αδελφάς και όταν εκοιμήθη αφήκεν 100. Έγινεν από τας αδελφάς κλαυθμός και οδυρμός άμετρος.


Και πρεπόντως εθρήνησεν, τοιαύτης μητρός υστέρησιν' ου μόνον δε αυταί, αλλά και η πόλις, όλη σχεδόν εσυνάχθη, και εξόχως συγκλητικαί και αρχόντισσαι και παν γένος και ηλικία έδραμον άπαντες, όσοι ήκουσαν την αγίαν αυτής μετάστασιν, να ασπαθούν προς αγιασμόν το Άγιον αυτής και σεβάσμιον λείψανον.


Τόσον δε πλήθος συνήχθη ανδρών και γυναικών, όπου δεν εχώρει το Μοναστήριον, ούτε να το ενταφιάσουν ηδύναντο, έως ότου ενύκτωσε και τότε μετά βίας ετέλεσαν τα ειθισμένα τη τάξει της Εκκλησίας μας.


Είχαν μύρα ευωδέστατα, πολύτιμα και μοσχοθυμιάματα, όπου τα έφεραν οι Αρχιερείς κατά την συνήθειαν αμή τόση ευωδία έβγαινεν από το τίμιον εκείνον και πανσέβαστον λείψανον, όπου εκάλυψεν ασυγκρίτως όλα τα επίγεια αρώματα και θυμιάματα.


Αφού λοιπόν την έψαλλαν, είχαν ετοιμασμένον ένα γλωσσόκομον, και την έβαλαν διά τη ώραν, έως ότου της έκτισαν τάφον καινούργιον εις τον ναόν του Αγίου Μεγαλ. Θεοδώρου, όπου είναι πλησίον του Αρχαγγέλου, εκεί εις το Μοναστήριον και εις αυτόν ενεταφίασαν την ομοίαν, ή και θαυμασιωτέραν του Μάρτυρος.


Από τον τάφον αυτόν βγαίνει καθ' εκάστην ευωδία θαυμασία, μαρτυρούσα την παρρησίαν της Οσίας προς τον Κύριον. Εκείνος ο συγγενής της, τον οποίον ελύτρωσεν η Οσία από τον θάνατον ως άνωθεν είπομεν, 


ενθυμούμενος την μεγάλην ταύτην ευεργεσίαν, απέδιδε την ευχαριστίαν εορτάζοντας κάθε χρόνο την μνήμην της Αγίας πλουσιοπάροχα και λαμπρότατα και ου μόνον αυτός απήλευσεν από την Οσίαν ευεργεσίαν αλλά και όστις άλλος ήθελε τη επικαλεσθή μετά πίστεως, του έδιδε τα συμφέροντα.



ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Έως την σήμερον θαυματουργεί εις πολλούς έχοντας ανάγκην και μάλιστα εις αδικουμένους, οι οποίοι την επικαλούνται. Φωτίζει τους κριτάς η Οσία και κάμνουν κρίσιν δικαίαν, και λαμβάνει ο αδικούμενος το δίκαιον.


Ομοίως ενεργεί και εις όσους έχουν έχθρα και μίσος μεταξύ των και το διαλύει η επώνυμος της πάντα νουν υπερεχούσης ειρήνη, η Ειρήνη η χαριτώνυμος.


Μεσιτεύει με άρρητον τινα και θείαν δύναμιν, εις όσους ευρίσκονται εν μνησικακία και μίσος από δαιμονικής συνεργείας, και μαλάσσει τας καρδίας αυτών, ώστε να κάμνουν αγάπην συνεργούσης, της θείας Χάριτος.


Και ευλογίαν χαρίζει αυτή η χαριτώνυμος Ειρήνη εις εκείνον όπου την δεηθή με ευλάβειαν, διά να ειρηνεύση το σκάνδαλον, να καταπατηθή ο μισόκαλος και να δοξασθή ο Πανάγαθος Κύριος.


Περατώσασα, όθεν και ημείς τον ταύτης θεάρεστον βίον, επικαλούμεθα τας θεοπειθείς αυτής ευχάς διά την ειρήνην και τον θρίαμβον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την προστασίαν της ιεράς ημών Μονής και σταθεράν βοήθειαν των ευσεβώς επικαλουμένων αυτήν.


Δοξολογούμεν δε τον ενισχύσαντα Κύριον, ω πρέπει δόξα τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



Τ έ λ ο ς





 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου 
Καρελλάς Κορωπίου Αττικής,
 ''Βίος και Ακολουθία 
της Οσίας Μητρός ημών Ειρήνης Ηγουμένης Μονής Χρυσοβαλάντου'', 
σελ. 82-84, Οκτώβριος 2012.

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΕΚΤΟΝ

 



Ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'

Μία Οπτασία


Την Μεγ. Παρασκευήν, όπου έπαθεν ο Δεσπότης μας είδεν η Οσία θαυμασίαν έκστασιν. Καθώς έψαλλαν, αι αδελφαί τα Άγια Πάθη με πολλήν κατάνυξιν, βλέπει και ήλθαν εις την εκκλησίαν


ασπροφόροι αναρίθμητοι, όλοι νέοι ωραιότατοι και φωτοειδέστατοι και κρατούντες εις τας χείρας κιθάρας έψαλλον ύμνους εις δόξαν Χριστού με μελωδίαν εναρμόνιον, γλυκυτάτην και θαυμασίαν.


Εβαστούσαν δε και φιάλας, γεμάτες μύρα και τα εσκόρπισαν εις την αγίαν Τράπεζαν. Τότε ο Άγγελος, όπου εκαρτέρει εις το θυσιαστήριον, εφώναξε προς τον μέγαν εκείνον με πολλήν λύπην και κατήφειαν, λέγοντας'  έως πότε Κύριε; και ηκούσθη φωνή λέγουσα'


Έως να έλθη ο δεύτερος Σολομών, να ενωθώσι τα άνω με τα κάτω, να γένουν το ένα αμφότερα, τότε και ο Κύριος εις τούτον τον τόπον να υψωθή και να μεγαλυνθή της δούλης του το μνημοσυνον.


Ενώ ηκούετο η φωνή έψαλλαν οι ασπροφόροι το <<δόξα εν υψίστοις Θεώ>>. Και ούτως ανήλθον εις τα ουράνια. Η δε Αγία συλλογιζομένη, τί εδηλούσαν, εκατάλαβεν, ότι η όρασις εφανέρωσε, πως μήτε αυτή θέλει δοξασθή


ούτε το Μοναστήριον, έως να ζουν αι ταύτης μαθήτριαι, καθώς αυτή προ ολίγων ημερών παρεκάλεσε τον Κύριον, να μην την δοξάση εις τους ανθρώπους εδώ πρόσκαιρα, αλλά μόνον εις την Βασιλείαν του αιώνια.


Και τούτο εδίδασκε και εις τας αδελφάς, λέγουσα: <<Φεύγετε την τιμήν των ανθρώπων όσον δύνασθε. Ότι η ψυχή, όπου ορέγεται τιμήν ανθρωπίνην, δεν αξιώνεται να την δοξάση ο Κύριος.


Άλλην  φοράν την παρακάλεσε μία αδελφή άρρωστη με απλότητα να της δώση την υγείαν του σώματος'  η Οσία εσύναξεν όλην την αδελφότητα και τους λέγει:


Πιστεύσατέ μου, ότι εάν είχα παρρησίαν τινα προς τον Θεόν, θα τον παρεκάλουν να είμεθα όλαι άρρωστοι, διότι ηξεύρω πόση ωφέλειαν έχει η ψυχή από την ασθένειαν του σώματος. Και μάλιστα όταν ευχαριστή τον Θεόν ο άρρωστος και Τον δοξάζη και ομολογή ότι δικαίως παιδεύεται.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'
Προστάτις αδικουμένων


Αλλά ας ειπούμεν άλλο ένα ή δύο θαύματα, όπου ετέλεσεν έτι ζώσα, και να τελειώσωμεν και την διήγησιν με την τελείωσιν της Οσίας. Τινές κακότροποι άνθρωποι διέβαλον προς τον βασιλέα, διά τον φθόνο τους, ένα συγγενή της Αγίας μεγάλον άρχοντα, όστις ήτον εις την αξίαν ένδοξος και εις το γένος λαμπρός και περιφανέστατος.


Τον εφυλάκωσαν εις τόπον σκοτεινόν του παλατίου. Επρόκειτο δε ο Βασιλεύς να τον βυθίση εις την θάλασσαν, να μην ακουσθή ολότελα ούτε να αξιωθή ενταφιάσεως, διότι του είπον ψέμματα, πως επιβουλεύετο αυτόν και εγύρευε να τον φονεύση.


Μη δυνάμενοι να τον βοηθήσουν με άλλον τρόπον οι συγγενείς και φίλοι του, έδραμον εις την Αγίαν κατακοπτόμενοι. Και προσπίπτοντες εις τους πόδας αυτής, εδέοντο με θερμότατα δάκρυα, να λυπηθή τον συγγενή, και αγαπημένον της, να τον λυτρώση από τον άδικον θάνατον.


Η δε στενάξασα ως συμπαθής εδάκρυσε, και τους επαρηγόρησε λέγουσα: Μη λυπήσθε, αλλά υπάγετε εις τον οίκον σας, ελπίζοντες εις τον Κύριον, και αυτός του δίνει βοήθειαν. 


Εκλείσθη λοιπόν εις το κελλίον της, και εδέετο του Θεού να βοηθήση του αδικοχαμένου τάχιστα. Ο Κύριος όπου κάμνει το θέλημα των δούλων αυτού, παρευθύς της επήκουσε, και ελύτρωσε τον άρχοντα με τούτον τον τρόπον θαυμασιώτατα.


Όταν εκοιμάτο ο Βασιλεύς το μεσονύκτιον, είδε την Αγίαν Ειρήνην πρώτον εις το όνειρό του. Έπειτα την βλέπει φανερά, και του λέγει ταύτα, με μεγάλην φωνήν φοβερίζουσα:


-Βασιλεύ, σπεύσε παρευθύς, να λυτρώσης εκείνον όπου εφυλάκωσες άδικα, διότι ψέμματα τον διέβαλον οι συκοφάνται διά τον φθόνον τους. Ει δε και δεν μου ακούσεις, εγώ θα κινήσω τον Βασιλέα των Ουρανών κατά σου να σε θανατώση και να δώση των θηρίων και πετεινών τας σάρκας σου.


Ταύτα ακούσας ο Βασιλεύς εθυμώθη, και λέγει τις: Τίς είσαι όπου με φοβερίζεις, και πώς ετόλμησες, να έλθης τοιαύτην ώραν εις την στρωμνήν μου με τόσην προπέτειαν;


Εγώ είμαι η Ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου, Ειρήνη ονόματι. Και ταύτα ειπούσα δύο φορές τον εκέντησεν εις την πλευράν. Όθεν από τον πόνον εξύπνησεν οργιζόμενος και βλέπει την (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Παντοδύναμε) έμπροσθεν αυτού και του λέγει πάλιν τα ίδια.


Είτα εβγήκεν από την θύραν και ανεχώρησεν. Ο δε Βασιλεύς φοβηθείς εφώναξε και προσελθόντες οι δούλοι του, ηρώτα τον παρακοιμώμενον, εάν είδε μοναχήν όπου εβγήκε την ώραν ταύτην από την κάμαραν;


Ούτος εθαύμασε και του ώμοσεν, ότι ήσαν όλαι αι θύραι κλεισμέναι, και τα κλειδιά εις το στρώμα του. Τότε ο Βασιλεύς εκατάλαβε πως ήταν από τον Θεόν η δράσις και το πρωί φέροντες τον κατάδικον τον ηξήτασε, διατί έκαμνε την νύκτα μαντείας να φύγη τον θάνατον.


Ούτε μαντείαν έπραξα πώποτε, ούτε την βασιλείαν σου επιβουλεύθηκα' μάρτυς μου ο Κύριος. Τότε επράϋνε τον θυμόν ο Βασιλεύς και του λέγει ήμερα: Γνωρίζεις την Ηγουμένην του Χρυσοβαλάντου;


-Ναι, συγγενής μου είναι, και δούλη του Χριστού ενάρετος. Και ο Βασιλεύς: -Τάχα την ευρίσκω εκεί, να στείλω άνθρωπον; -Δεν βγαίνει από το Μοναστήριον πώποτε.


Τότε έστειλε μερικούς μεγιστάνας και άρχοντας, με ένα ζωγράφον επιδέξιον, να χαιρετήσουν την Αγίαν εντίμως και να ζωγραφήσουν την όψιν της, διά να βεβαιωθή την αλήθειαν.


Τον κατάδικον εφυλάκωσεν. Αυτά όλαι ήξευρε και η Αγία από την Χάριν του Πνεύματος. Όθεν, όταν ετελείωσαν τον Όρθρον, είπεν εις τας αδελφάς: Ταύτην την νύκτα είδον όνειρον,


πως έστειλεν εδώ ο Βασιλεύς τόσους άρχοντας, όπου εγέμισεν η αυλή πλήθος άπειρον, και μη φοβηθήτε όταν έλθωσιν, ότι ο Κύριος οικονομά το συμφέρον μας.


Εις ολίγην ώραν και οι απεσταλμένοι έφθασαν. Η Οσία εισήλθεν εις τον ναόν και μηνά των αρχόντων να υπάγουν εκεί να συνομιλήσουν. Και πηγαίνοντες την προσκύνησαν, και καθώς ηγέρθησαν εβγήκεν από το πρόσωπό της αστραπή όπου έπεσαν εις τα οπίσω οι άρχοντες μη υποφέροντες την λαμπρότητα.


Η δε Αγία τους ήγειρε λέγουσα: Μη φοβείσθε τέκνα μου, και εγώ άνθρωπος είμαι ασθενής, ως του λόγου σας. Αλλά διατί να σας βάλλη εις κόπον ο άπιστος εκείνος όπου σας έστειλεν;


Ειπέτε του πάλιν εκείνα όπου του είπα εις το όνειρον, να βγάλη από την φυλακήν τον άνθρωπον διότι δεν του έπταισε, ειδέ και παρακούση μου, θέλει πάθει όσα του επροφήτευσα.


Ότι δεν αργεί ο Κύριος, αλλά είναι πλησίον εις όσους τον επικαλούνται με αλήθειαν. Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες εφοβήθησαν περισσότερον λέγοντες: Ούτω θα ειπούμεν εις τον Βασιλέα κατά την αγίαν σου πρόσταξιν. 


Πλην, παρακαλούμεν σε, να καθίσης ολίγον να μας διδάξης λόγον ψυχωφελή και σωτήριον. Τούτο δε είπον διά να την ιστορήση και ο ζωγράφος ακριβέστερον, τούτου γενομένου λαβόντες αυτής το ομοίωμα, υπέστρεψαν εις τον Βασιλέα, απαγγέλλοντες αυτώ όσα είδον και ήκουσαν, και του έδειξαν την εικόνα της.


Ενώ δε την έβλεπεν, εβγήκε αστραπή από ταύτην, και του εκτύπησε τα όμματα. Όθεν από τον φόβον, έμεινεν έντρομος, ταύτα φωνάζοντας: Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος'


και έστεκεν ώραν πολλήν ως εξεστηκώς, και θαυμάζων και στοχαζόμενος την εικόνα έλεγε πως ωμοίαζε εκείνης, όπου τον επεσκέφθη. Αμέσως λοιπόν, βγάζει τον άρχοντα, και ζητώντας του συγχώρησιν, ηυχαρίστει τον Κύριον, όπου τον ελύτρωσεν από τα δεινά, όπου έμελλε να του έλθωσι διά τον άδικον θάνατον.


Έγραψε δε και προς την Οσίαν επιστολήν, ούτως έχουσαν. <<Ελυτρώσαμεν, κατά την Αγίαν σου πρόσταξιν, δούλη του Θεού, τον ανεύθυνον, και ευχαριστούμεν σοι, όπου μας εγλύτωσες από τον κίνδυνον και ας έχωμεν συγχώρησιν εις ό,τι εσφάλαμεν εις την αγιωσύνην σου, επειδή δεν επιστεύσαμεν από το πρώτον την όρασιν, αλλά σου εδώσαμεν ενόχλησιν.


Παρακαλεί τον Θεόν διά λόγου μας. Παρακαλούμε εγώ και η Βασίλισσα να κοπιάσης έως εδώ, να μας ευλογήσης με τας αγίας χείρας σου, ει δε και δεν ορίζεις νά' ρθης, ερχόμεθα ημείς να λάβωμεν την ευλογίαν σου>>. Ταύτην την επιστολήν της έστειλεν ο Βασιλεύς' και με βασιλικά μαζί δωρήματα.


Η Αγία ούτως απήντησεν: <<Ο Θεός συγκαταβαίνει ω Βασιλεύ, εις τας ασθενείας μας ως φιλάνθρωπος και δεν θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού αλλά την μετάνοιαν. Λοιπόν όχι εμένα, αλλά Εκείνον ευχαρίστει και δόξαζε'  πλην ούτε η Βασιλεία σου είναι πρέπον να έλθη εδώ, ούτε εγώ εις τα Βασίλεια.


Δεν χρειάζεται ευλογίαν από αμαρτωλόν και πενιχρόν γύναιον, ότι έχεις τον Αγιώτατον Πατριάρχην, τους άλλους Αρχιερείς της Εκκλησίας, και τους πνευματικούς Πατέρας των Μοναστηρίων.


Και εάν ακούσης αυτών τας νουθεσίας, θέλεις θεραπεύσει τον Θεόν, να κυβερνήσης την Βασιλείαν ευσεβώς, σωφρώνως και δικαίως. Ει δε και δεν κάμνεις τον λόγον μου, αλλά βουληθής να έλθης δεν σου βγαίνη εις καλόν, και μόνον τον Θεόν παροργίζεις.


Ει δε και ακούσεις μου η δεξιά του Υψίστου να σε σκεπάση και να σε λυτρώση από κάθε πειρασμόν πάντοτε>>. Ταύτα εγράψασα εσφράγισε το γράμμα και του το έστειλε με κάποια πράγματα ευλογίας.


Ο Βασιλεύς ευλαβώς εδέχθηκεν, αλλά περισσώς ελυπήθηκε, πως δεν τον ηξίωσε να ιδή το Άγιον αυτής πρόσωπον. Πλην διά να μην την σκανδαλίση δεν την επείραξε. Μόνον πολλάκις της έστειλε μετάνοιαν και δωρεάς με άνθρωπον.


Και αυτή εκείνου, και απήλαυσε πολλήν παράκλησιν και βοήθειαν από λόγου της. Ο δε συγγενής της, όταν ελυτρώθη από τον κίνδυνον έπεσεν εις τους πόδας αυτής, και έκλαυσεν, όπου τους έπλυνε με τα δάκρυα.


Αυτή δε τον ενουθέτησε να φυλάττη τας εντολάς του Θεού διά να μη του έλθη άλλην φοράν πειρασμός όμοιος απ' αυτόν που μας ευρίσκουν, διά παίδευσιν των αμαρτιών μας. Αφού τον εδίδαξεν ικανώς εδοξολόγησαν τον Κύριον διά την σωτηρίαν της ψυχής και του σώματος και τον απέλυσε χαίροντα χαίρουσα.




 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου 
Καρελλάς Κορωπίου Αττικής,
 ''Βίος και Ακολουθία 
της Οσίας Μητρός ημών Ειρήνης Ηγουμένης Μονής Χρυσοβαλάντου'', 
σελ. 79-82, Οκτώβριος 2012.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ





( Ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'.
Θαυμασίων συνέχεια.


Την αγίαν Τεσσαρακοστήν δεν έτρωγε ψωμί έως το Πάσχα, ούτε άλλο βρώσιμον, ειμή μόνον ολίγα οπωρικά και λάχανα μίαν φοράν την εβδομάδα, και νερόν ολιγώτατον. Όθεν από την πολλήν εγκράτειαν έμεινε μόνο το δέρμα και τα κόκκαλα.

Τας δε Δεσποτικάς εορτάς ηγρύπνει όλην την νύκτα και δεν εκοιμάτο καθόλου, αλλά προσηύχετο κατά μόνας και έψαλλε. Πολλάκις έβγαινεν εις την αυλήν το μεσονύκτιον και έκαμνε προσευχήν με πολλήν κατάνυξιν

διότι βλέπουσα τα άστρα, το κάλλος του ουρανού και το μέγεθος, εχαίρετο δοξάζουσα τον Κτίστην, που με τόσην σοφίαν τα έκαμε.

Διά να μη μείνη αμάρτυρος η αρετή, ο Θεός οικονομεί μίαν μεγάλην θαυματουργίαν. Πολλάκις εις το προαύλιον, έτυχε και εβγήκε μίαν νύκτα μία αδελφή από το κελλίον, ήσυχα και βλέπει την Αγίαν, όπου προσηύχετο, χωρίς να εγγίζουν εις την γην οι πόδες της, αλλά εστέκετο εις τον αέρα δύο πήχαις επάνω.

Πλησίον της ήσαν δύο κυπαρίσσια υψηλότατα, τα οποία έκλιναν τας κορυφάς των έως την γην και εκαρτερούσαν ούτως (ω εξαισίου τερατουργήματος!) όσην ώρα η Αγία ηύχετο.

Όταν δε αυτή εσηκώθη, επήγεν εις τα δύο κυπαρίσσια και τα ηυλόγησεν σταυροειδώς και τότε υψώθησαν και αυτά και επέστρεψαν εις την στάσιν των.

Βλέπουσα η Μοναχή τοιούτον φρικτόν και θαυμάσιον θέαμα, εφοβήθη και έτρεμε νομίζουσα φάντασμα τα βλεπόμενα, επειδή τρεις ώρας επέρασαν όπου τα έβλεπεν.

Όθεν διά να πιστωθή την αλήθειαν, έδραμεν εις το κελλίον της Αγίας και όταν είδε ότι δεν ήτο ψέμμα, εβεβαιώθη πως δεν έβλεπε φάντασμα, αλλά αληθινόν θαυματούργημα.

Πλην εφοβήθη και εις ουδένα το εφανέρωσε. Μετά δε μερικάς ημέρας είδαν αι Μοναχαί εις τας κορυφάς εκείνων των κυπαρισσών, κρεμασμένα δύο μανδύλια, τα οποία εκείνη η μακαρία εις δόξαν Θεού εκρέμασεν, επειδή πολλές φορές έκλιναν τας κορυφάς, ως ελέχθη προσκυνώντας την.

Τότε λοιπόν ηρώτα η μία την άλλην, τίς και πότε και πώς ηδυνήθη να ανέβη τόσον ύψος να δέση εκεί τα μανδύλια; Τότε η Μοναχή όπου είδε το θαυμάσιον, το διηγήθη εις όλας και έφριξαν'

από δε την χαράν τους εδάκρυσαν και την ωνείδισαν, διότι δεν τας εξύπνησε και αυτάς να ίδωσι τοιούτον εξαίσιον θέαμα. Μόλις το έμαθεν η Αγία πως η άνωθεν Μοναχή τα εδημοσίευσεν, ελυπήθη και την εκανόνισε λέγουσα'

-Λοιπόν εάν με έβλεπες να αμαρτήσω ως άνθρωπος εφανέρωνες και την αμαρτίαν μου; Η δε έπεσεν εις την γην έμφοβος ζητούσα συγχώρησιν. Τότε η Αγία είπε προς αυτήν και τας άλλας μετά βαρείας επιτιμήσεως:

να μη τολμήση καμμία πλέον να φανερώση τίποτε από όσα βλέπουν εις την Μονήν. Πολλά όμοια σημεία ετέλεσεν. Αμήν δεν τα εφανέρωσαν, το επιτίμιον φοβούμεναι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
Τα εκ του Παραδείσου δώρα.

Την πρώτην Ιανουαρίου είχε συνήθειαν, να εορτάζη τον μέγαν Βασίλειον, διότι τον είχεν ως συντοπίτην, εις πολλήν ευλάβειαν. Αφού λοιπόν ο ιερεύς ελειτούργησε και εβγήκεν έξω, είπεν, ότι ένας ποντικός ήτο εις το Άγιον Βήμα και εμόλυνε τα ιερά σκεύη, και να κάμνουν τρόπον να τον φονεύσουν. 


Η Αγία επήγε εις το κελλίον της και έκαμνε προσευχήν, δι' αυτό το μικρόν επιζήμιον. Όταν εφιλεύθη ο ιερεύς, και ήθελε να φύγη έστειλεν η Ηγουμένη την εκκλησιάρχισσαν και της λέγει:


Ύπαγε εις την θύραν του Αγ. Βήματος, πάρε το ποντικόν όπου κείτεται νεκρός και ρίξε τον έξω. Τότε επήγε και ο ιερεύς να προσκυνήση και βλέποντας ψοφισμένον τον ποντικόν έλεγε, θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού.


Την ιδίαν ημέραν, περί την τετάρτην φυλακήν της νυκτός, ήλθε, φωνή προς την Οσίαν αοράτως λέγουσα: Υπόδεξαι τον ναύκληρον, όπου σου φέρει τα οπωρικά σήμερον και φάγε τα χαίρουσα, και η ψυχή σου αγαλλιάσεται. 


Όταν λοιπόν έψαλλαν τον Όρθρον, έστειλε δύο καλόγρηες λέγουσα. -Υπάγετε εις την πόρταν, βάλετε μέσα τον ναύτην, όπου ευρήτε έξωθεν. 


Όταν ήλθεν εις την Οσίαν ο άνθρωπος, επροσκύνησεν ο ένας τον άλλον, και προσευξάμενοι εκάθησαν. Έπειτα τον ηρώτησε πώς ήλθεν ως εκεί; Εκείνος είπεν εις αυτήν.


Ναύτης είμαι, Κυρία μου, από την νήσον Πάτμου, και ανέβηκα στο καράβι να έλθω εδώ εις την πόλιν, διά κάποιαν υπηρεσίαν μου. Όταν λοιπόν, είμεθα εις την άκραν της νήσου αρμενίζοντας, βλέπομεν εις την ξηράν ένα ωραίον και θεοειδή Γέροντα, και μας εφώναζε να τον καρτερήσωμεν.


Ημείς δεν ημπορούσαμεν να στέκωμεν, διότι είμεθα πλησίον της γης εις τα βράχια και επειδή ήτο καλός ο άνεμος, ετρέχαμε όθεν εκείνος εφώναξε δυνατώτερα, προτάσσοντας το καράβι να σταματήση.


Και παρευθύς εστάθημεν (ω του θαύματος!) έως ου ήλθεν ο γηραιός εκείνος περιπατών, εις τα κύματα! Φθάνοντας εις το πλοίον βγάζει τρία μήλα από το στήθος του και μου τα έδωσε λέγοντας:


-Όταν φθάσης εις την Βασιλεύουσαν Πόλιν, δος τα αυτά του Πατριάρχου και ειπέ του, πως του τα έστειλεν ο Πανάγαθος Θεός, και ο δούλος του Ιωάννης από τον Παράδεισον.


Έπειτα πάλιν έβγαλεν άλλα τρία όμοια, και μου λέγει: -Ταύτα χάρισε της Ηγουμένης του Χρυσοβαλάντου Ειρήνης ονόματι, και ειπέ της, φάγε απ' εκείνα όπου η καλή σου ψυχή επεθύμησεν, ότι τώρα έρχομαι από τον Παράδεισον και τα έφερα.


Ούτως ειπών ηυλόγησε τον Θεόν και μας ηυχήθη, και ευθύς το μεν πλοίον εκίνησεν, αυτός δε έγινεν άφαντος. Έδωσα λοιπόν τα τρία του Πατριάρχου, όθεν έφερα και της αγιωσύνης σου τα υπόλοιπα.


Ταύτα η Οσία ακούσασα, από την χαράν της εδάκρυσε και πολλάς ευχαριστίας απέδωκε προς τον ηγαπημένον μαθητήν του Χριστού και Απόστολον, τότε έβγαλε και τα μήλα ο ναύκληρος από ένα μεταξωτόν και χρυσοϋφαντον μανδήλιον,


όπου τα είχε φυλαγμένα, εντίμως, ως θεία πράγματα και τα έδωκε της Οσίας με πολλήν ευλάβειαν, και τόσον επερίσσευσαν ετούτα τα υπέροχα μήλα και τερπνά εις τούτα τα τρία χαρίσματα,


εις την ευμορφίαν και ωραιότητα, εις την ευωδίαν και εις την μεγαλότητα, όπου ήσαν εξαίσιον θέαμα και τούτο δεν είναι πράγμα απίστευτον επειδή ήσαν από τον Παράδεισον.


Ο ναύκληρος, λαβών από την Αγίαν ευλογίαν και συγχώρησιν, ανεχώρησεν. Εκείνη δε ενήστευσε μίαν εβδομάδα και ηυχαρίστει τον Κύριον εις την δωρεάν ταύτην, όπου της έστειλε.


Έπειτα εις δόξαν Αυτού αρχίζει και έτρωγε από ένα μήλον καθ' ημέραν ολίγον, χωρίς να γευθή άρτον ή λάχανα ή άλλο τι βρώσιμον. Ούτε καν ύδωρ έπιεν, έως ημέρας 40 και τόση ευωδία έβγαινεν από το στόμα της


όπου το έτρωγεν, ώστε εγέμισεν όλας τας οσφρήσεις των αδελφών και όλον το Μοναστήριον, ώσπερ να εκατασκευάζον καθ' ημέρα μύρα, και αρώματα πολύτιμα.


Και ο αέρας ακόμη επληρούτο από την θαυμασίαν ταύτην του Παραδείσου τερπνότητα. Μετά ταύτα όταν ήλθεν η αγία και Μεγ. Πέμπτη, επρόσταξε τας αδελφάς να κοινωνήσουν όλαι τα θεία Μυστήρια, και μετά την Αγίαν Μετάληψιν εκατάκοψε το δεύτερο μήλο και έδωκε κομμάτι κάθε μιας και το έφαγαν.


Αμή δεν ήξευραν τί είναι, μόνον την ευωδίαν και γλυκήτητα εγρυκούσαν εις το στόμα τους και εθαύμαζαν μάλιστα, γιατί ησθάνοντο εις την ψυχήν όταν το έτρωγαν, πολλήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν.


Το δε έτερον μήλον, εφύλαξεν, ως φυλακτήριον πολύτιμον, και καθ' εκάστην το εμυρίζετο εις απόλαυσιν της ψυχής της και αγαλλίασιν.                                                    


 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου 
Καρελλάς Κορωπίου Αττικής,
 ''Βίος και Ακολουθία 
της Οσίας Μητρός ημών Ειρήνης Ηγουμένης Μονής Χρυσοβαλάντου'', 
σελ. 77-79, Οκτώβριος 2012

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

 




( Ε κ   τ ο υ   π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )


Η Αγία επήρε την πάσχουσαν και δύο αδελφάς προκρίτους και απελθούσαι εις τον ναόν, προσηύχοντο όλην την ημέρα με δάκρυα.


Κατά το μέσον της νυκτός εκ του κόπου απεκοιμήθησαν και βλέπει εις τον ύπνον της η Αγία λαόν πολύν, όπου ητοίμαζαν τους δρόμους, χρυσοφορεμένοι και πάμφωτοι, ραντίζοντες με ευωδέστατα άνθη και θυμιάζοντες.


Η Αγία ηρώτησεν αυτούς, διατί έκαμαν τόση ετοιμασίαν και πρόοδον, και εκείνοι απεκρίθησαν: η Μήτηρ του Θεού έρχεται και ετοιμάσου να αξιωθής να την προσκυνήσης. Και ω του θαύματος!


Ήλθεν η Παντάνασσα δορυφορουμένη από αστραπηφόρον πλήθος αμέτρητον. Το δε θείον αυτής και σεβάσμιον πρόσωπον ηκτινοβόλει τόσην λάμψιν, όπου δεν ηδύνατο να το βλέπη άνθρωπος.


Αφού είδεν όλους τους ασθενείς η Δέσποινα, ήλθε και εις την μαθήτριαν της Ειρήνης. Εκείνη πίπτει εις τους αχράντους πόδας της Παναγίας, έμφοβος όλη και έντρομος και ακούει πώς εφώνησεν η Θεοτόκος τον μέγαν Βασίλειον και τον ηρώτησε διά την Ειρήνην, τί εχρειάζετο.


Ο Άγιος τότε είπεν όλην την γνωστήν υπόθεσιν. Λέγει πάλιν η Δέσποπινα'  καλέσατε την Αναστασίαν, και όταν ήλθεν είπε προς αυτήν:


Υπάγετε με τον Βασίλειον εις την Καισάρειαν, εξετάσατε, με επιμέλειαν να θεραπεύσατε ταύτην την κόρην διότι εις εσάς ο Υιός και Θεός μου ταύτην την χάριν εχάρισε.


Τότε προσκυνήσαντες την Θεοτόκον οι Άγιοι ανεχώρησαν μετά σπουδής να τελέσουν το προσταχθέν. Εν συνεχεία εγένετο φωνή προς την Οσίαν, λέγουσα'  ύπαγε εις το Μοναστήρι σου και εκεί θεραπεύεται.


Όταν εξύπνησεν, εφανέρωσεν εις τας άλλας την όρασιν και ανεχώρησαν χαίρουσαι. Ήτο ημέρα Παρασκευή, και την ώραν του εσπερινού συνήχθησαν 


όλαι εις τον ναόν, και λέγουσα την οπτασίαν η Αγία επρόσταξε να σηκώσουν προς τον ουρανόν όλαι τας χείρας και όμματα' 


να φωνάζουν δε <<το Κύριε ελέησον>> εξ όλης καρδίας με δάκρυα. Με πολλήν ώραν, όταν εβράχη όλη η γη του ναού από τα δάκρυα, εφάνησαν εις τον αέρα ιπτάμενοι


(ω των θαυμασίων σου Χριστέ Βασιλεύ Παντοδύναμε) η καλλιμάρτυς Αναστασία και ο μέγας Βασίλειος και φωνή από τούτους εξήλθε λέγουσα:


Άπλωσον Ειρήνη, τον κόλπον σου, δέξου ταύτα, και μη μας ονειδίζης πλέον άδικα. Ταύτα της είπε τότε και πρότερον, διότι προς την εικόνα του ηύχετο και του έλεγε, να διώξη τους μάγους από την Καισάρειαν.


Απλώσασα λοιπόν η Αγία τας αγίας χείρας της, υπεδέχθη από τον αέρα, ένα απόδεσμα, όπου εζύγιζε λίτρας τρεις. Όταν το έλυσαν ευρήκαν μέσα διαφόρους μαντείας και κακουργήματα, πάγους, τρίχας, μολύβια, καταδέσματα και γραμμένα δαιμόνων ονόματα, 


εξόχως δε είχασι δύο μικρά είδωλα από μόλυβδον εις το ένα του ανδρός το ομοίωμα και εις το άλλο της Μοναχής και ήσαν το ένα με το άλλο τοποθετημένα εις στάσιν αμαρτίας.


Αι Μοναχαί εθαύμασαν και έμειναν όλην την νύκτα ευχαριστούσαι την παντοδύναμον Άνασσαν. Το πρωϊ, έστειλεν η Αγία εις τας Βλαχέρνας δύο Μοναχάς και την πάσχουσαν με τα άνωθεν κακουργήματα, και λάδι με πρόσφορα, να λειτουργήση ο προσμονάριος,


όστις μετά την ιερουργίαν, έχρισε την ασθενή από το λάδι της κανδύλας, έπειτα έβαλε τα μαγικά εις τα κάρβουνα και καθώς εκαίοντο, έλυωναν και τα αόρατα δεσμά της Μοναχής και συνήλθε δοξάζουσα τον Θεόν, όπου την ελύτρωσεν.


Όταν δε έλυωσαν τελείως τα είδωλα ηκούοντο φωνές μεγάλες από τα κάρβουνα, όπως φωνάζουν οι χοίροι, όταν τους σφάζουν.


Οι παρόντες ορώντες και ακούοντες ταύτα έφυγαν έντρομοι, δοξάζοντες τον Θεόν, όπου κάμνει τοιαύτα παράδοξα.


Επέστρεψαν και αι Μοναχαί εις το μοναστήριον, διηγούμεναι προς τας άλλας, και ταύτα τα θαυματουργήματα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'
Άλλη συντριβή σατανικής παγίδος


Η ταπεινόφρων Ειρήνη όσον έβλεπε, πως την ηυλαβούντο διά τας αγίας πράξεις της, τόσον αυτή εκατάκρινε του λόγου της, και δεν έλειψαν ποτέ από τους οφθαλμούς της τα δάκρυα,


και μάλιστα εις την Θ. Λειτουργίαν, όταν εθυσίαζεν ο ιερεύς τον αμνόν του Θεού εις την Αγίαν Τράπεζαν,


συλλογιζομένη πως ο αόρατος Θεός και αθάνατος, εκαταδέχθη να γίνη άνθρωπος και να σταυρωθή διά την αγάπην μας, και παρέδωσεν αυτά τα θεία μυστήρια, διά να Τον μεταλαμβάνωμεν.


Κατενύγετο τόσον, όπου δεν ηδύνατο να κρατή το πένθος και εσκέπαζεν το πρόσωπόν της, διά να μην την βλέπουν κλαίουσα, ως να ήτον ληστής και κακούργος, να έπραξεν έργα παράνομα.


Ας ειπούμεν και άλλο θαυμασιούργημα.


Νέος τις, Νικόλαος ονόματι, εκαλλιέργει τον αμπελώνα της Μονής της Αγίας. Ούτος ηγάπησε μίαν απ' εκείνας τας καλογραίας και δεν είχεν ημέραν 


και νύκτα ποσώς ανάπαυσιν, αλλά εγύρευε να τελέση την επιθυμίαν του, που τον επαρακίνει ο δαίμων, διά να λυπήση την Αγίαν ο εναγέστατος.


Τόσον δε τον εσκότισεν, ώστε μίαν νύκτα, έδραμε προς το Μοναστήρι και νομίζοντος πως ηύρε την θύραν ανοικτήν, επήγε εις το κελλίον της Μοναχής 


όπου ηγάπα, και του εφάνη κατά φαντασίαν δαιμονικήν, πως έπεσε μετ' αυτής, εις το στρώμα και έκανε την επιθυμίαν του.


Ο ταλαίπωρος όμως έπεσεν εις την γην και κατερράγη και ου μόνον το σώμα του συνετρίβη και επληγώθη, αλλά και ο δαίμων ευρίσκοντά τον εις την κακήν γνώμην εισέβη εις τα εντόσθιά του και τον ετάρασσε!


Το πρωϊ όταν ήνοιξεν η πορτάρισσα και τον είδε πώς έκειτο απ' έξω δαιμονισμένος, αφρίζων το στόμα, και συντριβόμενος, το ανήγγειλε της Αγίας, ήτις εγνώρισε την αιτίαν και πίπτουσα εις προσευχήν έλεγεν: 


Ευλογητός ο Θεός, όπου δεν μας αφήκε να γίνωμεν θήρα και κυνήγι του δαίμονος. Τον έστειλε δε εις τον ναόν της αγίας Αναστασίας, ίνα ιατρευθή τάχα εκεί, διά να φύγη αυτή τον ανθρώπινον έπαινον.


Εις ολίγας ημέρας φαίνεται εις το όραμα της Ειρήνης η αγ. Αναστασία και λέγει: διά να με πειράξης, μου έστειλες  αυτόν τον δαιμονιζόμενον;


Ήξευρε αδελφή μου, ηγαπημένη, ότι εσύ μόνον δύνασαι να δώσης την ίασιν. Έστειλε λοιπόν και τον έφεραν δεδεμένον καθώς ευρίσκετο.


Αμή δε τον εθεράπευσε σύντομα, διά να μη γνωσθή το θαυμάσιον. Αλλά τον έδεσαν εις μίαν κολώναν της εκκλησίας, και έκαμε μαζί με τας άλλας αδελφάς προσευχήν διά λόγου του.


Μίαν δε ημέραν καθώς ελειτούργησεν ο ιερεύς, και απέθεσε τα Άγια, μετά την μεγάλην Είσοδον, αγριεύθη πολλά ο δαιμονιζόμενος και


κόπτοντας την άλυσον, έδραμεν εις το Άγιον Βήμα και αρπάσας τον ιερέα τον εδάγκωνε εις τον ώμον να φάγη τας σάρκας του.


Όθεν ευθύς προφθάσασα η Αγία τον επρόσταξε να μείνη ακίνητος. Ο δαιμονισμένος ως την είδεν ετρόμαξε και θέλοντας να φύγη δεν ηδύνατο 


ποσώς να σαλεύση από τον τόπον του, επειδή εκρατείτο αοράτως με το πρόσταγμα της Αγίας ως από δυνατωτάτην άλυσσον.


Όταν η Θ. Λειτουργία ετελείωσεν έμεινεν η Αγία μόνη εις την εκκλησίαν με τον δαιμονιζόμενον και τον επρόσταξε (του δαίμονος) να ειπή την αιτίαν και τον τρόπον, πώς εισήλθεν εις εκείνον τον άνθρωπον.


Ούτως της έδωκεν αληθινήν απόκρισιν εις πάσαν ερώτησιν, υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενος' τέλος πάντων επρόσταξεν αυτόν να βγη από τον άνθρωπον ο μισάνθρωπος.


Αφού λοιπόν εσπάραξεν αυτόν, τον έρριψεν εις την γην και απεχώρησεν. Η Αγία ήγειρεν αυτόν και τον εδίδαξε να φυλάγεται από πολυφαγίαν και πολυποσίαν πάντοτε,


να μη λείπη από την εκκλησίαν τας εορτάς και να προσεύχεται ακατάπαυστα διά να μη εύρη πάλιν ο δαίμων άδειαν να του δώση ενόχλησιν.


Τον συνεβούλευσε δε, εάν τον ερωτήσουν τίς τον ιάτρευσε, να λέγη ο Παντοδύναμος Κύριος, διά πρεσβειών των Αγγέλων.


Ούτως αυτός μεν απήλθεν ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, η δε θαυματουργός έμεινεν αγωνιζομένη, ως και πρότερον και πολλάκις προσηύχετο ένα μερόνυκτον ολόκληρον,


άλλοτε δύο ή τρία, ή και μίαν εβδομάδα ολόκληρον, και όταν ήθελε να κατεβάση τας χείρας της δεν ηδύνατο, διότι από την πολυκαιρίαν της εκτάσεως εκρατούντο από τους ώμους.


Όθεν προσεκάλει μίαν αδελφήν, και την εβοήθει'  και όταν τα εκατέβαζεν εκτυπούσαν οι αρμοί δυνατά, ώστε από μακράν ο κρότος ηκούετο.


Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου 
Καρελλάς Κορωπίου Αττικής,
 ''Βίος και Ακολουθία 
της Οσίας Μητρός ημών Ειρήνης Ηγουμένης Μονής Χρυσοβαλάντου'', 
σελ. 74-76, Οκτώβριος 2012

Σάββατο 15 Μαΐου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ




( Ε κ   τ ο υ   π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )



Βλέπουσα την πρόοδον των ψυχών ένεκα της υπακοής των έχαιρε, και παρεκάλεσε τον Κύριον, τον Οποίον ηγάπα εξ όλης της ψυχικής δυνάμεως, να της φανερώνη τα απόκρυφα πταίσματα των αδελφών και τούτο όχι εκ περιεργείας, αλλά διά να τις διορθώνη να μη κολάζωνται.


Ο Κύριος βλέποντας τον σκοπόν της, πως ήτο καλός, την επήκουσε τάχιστα και της έστειλεν από τους ουρανούς φωτοφόρον Άγγελον όστις ήλθεν εις αυτήν με στολήν λευκήν εξαστράπτοντα.


Μόλις αυτή τον είδε δεν εταράχθη, ουδέ ποσώς εφοβήθη το παράδοξον του σχήματος, αλλά μάλλον εχάρη. Ο άγγελος την εχαιρέτησε λέγοντας: -Χαίρε δούλη του Θεού πιστοτάτη και εύχρηστος.


Ο Κύριος με απέστειλεν εις διακονίαν σου κατά την αίτησιν που Του εζήτησες, δι' εκείνες όπου μέλλει να σωθούν με την προσπάθειάν σου, και με επρόσταξε να στέκωμαι πλησίον σου πάντοτε, να σου φανερώνω καθ' ημέραν σαφώς τα απόκρυφα.


Ταύτα ειπών αυτός μεν έγινε διά την ώραν άφαντος, η δε οσία έπεσεν εις την γην μετ' ευφροσύνης, ευχαριστούσα τον Κύριον. Από τότε δεν έλειψεν απ' αυτής ο Άγγελος.


Ενεφανίζετο καθ' εκάστην (ω παρρησίας θαυμασίας της Οσίας προς Κύριον) ως φίλος προς φίλον διαλεγόμενος, και της εφανέρωσε


τα απόκρυφα του καθενός έργα ου μόνον των μοναχών, αλλά και των λοιπών ανθρώπων όπου ήρχοντο να την βλέπουν διά να ακούσουν τα χρυσά λόγια της.


Καθώς έβλεπε κάποιον, ή γυναίκα ή μοναχήν, να είχε πράξει κανένα ανόμημα, τον εδίδασκε διά την αιώνιον κόλασιν, εις το διαπραχθέν ανόμημα. 


Αμή φανερά δεν ήλεγχε τον άνθρωπον, διά να μην τον καταισχύνη εις τους άλλους αλλά με τρόπον επιδέξιον τον έφερνεν εις μετάνοιαν.


Προσηύχετο δε αφ' εσπέρας έως την ώραν του Όρθρου, και μετά την ακολουθίαν εκοιμάτο μικρόν έως να ξημερώση και έπειτα ως προείπομεν προσεκάλει τας αδελφάς εις εξομολόγησιν.


Όταν δε ετύχαινε καμμία, όπου δεν ωμολόγει την αμαρτίαν της, την απεκάλυπτεν η Οσία καθώς την ενουθέτει ο Άγγελος πρότερον.


Όθεν όλαι την ευλαβούντο ως Αγίαν και υπεράνθρωπον. Από ένα στόμα εις άλλο στόμα επήγεν εις όλην την πόλιν η φήμη της, και έκαστος έτρεχε να ιδή το τίμιον αυτής και σεβάσμιον πρόσωπον.


Ούτω εσυνάζοντο εκεί καθ' εκάστην συγκλητικοί, άρχονες, γυναίκες, παρθένοι, νέοι και γέροντες και τους εδίδασκεν


η πάνσοφος με τοσαύτην σύνεσιν και κατάνυξιν, ώστε εμετανοούνταν τας αμαρτίας αυτών και εσώζοντο.


Πανταχρού το όνομα της θαυμασίας Ειρήνης ηκούετο. Αυτή δε, δεν έλειπε από την προσευχήν και ευχαριστίαν προς Κύριον ποτέ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'
Δαιμόνων επίθεσις


Ούτοι εφώναζαν με ταραγμένην φωνήν και άσχημον, δοκιμάζοντες οι παμπόνηροι να την εμποδίσουν από την προσευχήν, αλλά δεν ηδυνήθησαν.


Ένας δε, από τους άλλους αυθαδέστερος επήγε πλησιέστερα και την περιεγέλα ως μίμος λέγοντας:


-Ειρήνη ξυλίνη, όπου σε βαστάζουν ξύλινα ποδάρια, έως πότε θα θλίβης το γένος μας, να μας φλογίζης με τας προσευχάς σου;


και να μας δίδης τόσην λύπην και κάκωσιν; Ομοίως και οι υπόλοιποι έδειχναν ότι ωδύροντο. Η Οσία εστέκετο τελείως.


Τότε ο αναίσχυντος δαίμων εκείνος άναψε κερί από την κανδύλαν και έκαυσε την σκέπην της Οσίας και το κουκούλιον.


Έπειτα έφθασεν η φλόγα έως κάτω, και κατέκαιεν ου μόνον το φόρεμα αλλά και πολλά σημεία εις τας σάρκας της, ήγουν τους ώμους, το στήθος, τα νεφρά και την ράχην της.


Παρ' ολίγον δε να έκαιγεν όλον το σώμα της, εάν δεν επρόφθανε μία αδελφή όπου έτυχε και προσηύχετο και αυτή ομοίως εις το κελλίον της, η οποία ως ησθάνθη την τσίκναν και είδε την οσμήν της καιομένης σαρκός και των ιματίων


έδραμεν εις το κελλίον της Αγίας και βλέπει θέαμα ξένον, φρικτόν και θαυμάσιον, όλην κατακαυμένη χωρίς όμως από τον τόπον της να σαλεύη αλλά να ίσταται αμετακίνητος και να προσεύχεται.


Εκείνη λοιπόν έσβυσεν ευθύς την φλόγα και εσάλευσε την Αγίαν ολίγον. Τότε η Αγία εκατέβασε τας χείρας λέγουσα:


Διατί μου επροξένησες τόσον κακόν τέκνον μου; Δεν πρέπει να φρονούμεν τα των ανθρώπων, αλλά τα του Θεού!


Έως την ώραν ταύτην παρεστέκετο το έμπροσθέν μου άγιος Άγγελος και μου έπλεκεν ένα στέφανον από διάφορα άνθη, τοσούτον ευωδωδέστατα και θαυμάσια όπου τοιαύτα ποτέ δεν εφάνησαν.


Και όταν άπλωνε το χέρι του, να βάλη εις την κεφαλήν μου τον πολύτιμον εκείνον και ωραιότατον στέφανον ήλθες εσύ και μου επεμελήθης, με ευγνωμοσύνην της αγνωμοσύνης χείρονα, διότι βλέποντάς σε ο Άγγελος έφυγε.


Μου έδωκες τόσην λύπην και ζημίαν ανείκαστον. Η Μοναχή ακούσασα αυτά έκλαυσεν.


Έπειτα καθώς ανέσπα τα κομμάτια στα ράσα, όπου ήσαν μισοκαμένα και κολλημένα εις την σάρκα της, έβγαινε ευωδία ανωτέρα από όλα τα πολύτιμα μύρα και αρώματα.


Η ευωδία αυτή εγέμισεν όλον το Μοναστήριον. Και την ησθάνοντο όλαι ημέρας πολλάς θαυμάζουσαι.


Επειδή δε δεν είχεν η Οσία ιμάτιον δεύτερον, της έφερεν άλλο η μοναχή και την ενέδυσε. Μεθ' ημέρας δε ολίγας, ο των ψυχών και σωμάτων ιατρός, ιάτρευσε τα κεκαυμένα μέλη της αυξάνοντας εις αυτήν και της Προφητείας το χάρισμα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'

Χαρίσματα προφητείας και θαυμάτων


Κάποτε όταν ήλθεν εις αυτήν ένας ευνούχος της αδελφής, ήτις ήτο η γυνή του Βάρδα Καίσαρος τον έκραξε μυστικά η Αγία και λέγει του:


-Ειπέ της αδελφής μου Κύριλλε (ούτως ωνομάζετο ο ευνούχος) να ετοιμάση τα πράγματά της, ότι εις ολίγας ημέρας αποθαίνει ο άνδρας της από επιβουλήν του βασιλέως Μιχαήλ.


Μετ' ολίγον δε και αυτός ο Βασιλεύς δικαίως θέλει να επιβουλευθή από άλλους διά τας ανοσίους του πράξεις, να χάση την ζωήν του και το Βασίλειον και φυλάγεσθε να μην ομολογήσετε τινός ταύτα.


Μήτε τινάς από τους συγγενείς μας να τολμήση ούτε ποσώς να τον εμποδίση ότι κι αν είναι και φόνων αίτιος, αλλ' ο Θεός ως θεοσεβή τον ηγάπησε και ηυδόκησεν εις αυτόν.


Όθεν δεν θέλει ωφελήσει εχθρός εις του λόγου του. Ταύτα η αδελφή της Οσίας ακούσασα ενικήθη από την αγάπην του ανδρός της και του τα εφανέρωσεν.


Ο δε ως υπερήφανος και ασύνετος ου συνήκε, ούτε έδραμε προς τον Θεόν με δάκρυα να του ζητήση έλεος.


Αλλά έμενεν αμέριμνος και εζήτει να μάθη το όνομα εκείνου όπου έμελλε να βασιλεύση και έστειλε πολλές φορές εις την Οσίαν μήνυμα να του φανερώση και δεν ηθέλησεν.


Έως ου εις ολίγας ημέρας τον εφόνευσε το στρατόπεδον. Ομοίως και ο Μιχαήλ κατακοπείς, την ζωήν απέρρηξε, και εβασίλευσεν ο Μακεδών Βασίλειος.


Φθάνουσι ταύτα να φανερώσουν το προφητικόν της Οσίας χάρισμα, και ας έλθωμεν εις τα λοιπά της χαρίσματα.


Μία γυνή ευγενής και πάγκαλος από την πόλιν της Οσίας ήτο αρραβωνιασμένη με έναν άνθρωπον.


Επειδή  μεταμελήθη και δεν τον ήθελε, διά να μην την πειράξη έφυγε και επήγεν εις της Οσίας το Μοναστήρι και έγινε Μοναχή.


Ο δε διάβολος εφθόνησε και ανέφλεγε τον μνηστήρα της εις πολλήν αγάπην προς αυτήν και ανείκαστον έρωτα.


Μη δυνάμενος όμως να την βγάλη από το μοναστήριον, εμέθυσε τόσον από τον έρωτα, όπου εύρε ένα μάγον, υπηρέτην του διαβόλου δοκιμώτατον


και του έταξε πολλά χρήματα, εάν φέρη την γυναίκα του με τας μαντείας του εις το θέλημά του, να τον πάρη άνδρα της.


Έκαμεν ο μάντις εκεί, εις την Καππαδοκίαν, την τέχνην του. Η δε γυνή εβγήκεν από τον νουν της και εγύριζεν όλον το μοναστήρι φωνάζουσα


και κράζουσα τον άνδρα εξ ονόματος και ώμνυεν όρκους φοβερούς, ότι εάν δεν της ανοίξουν την θύραν να υπάγη να τον εύρη θα επνίγετο.


Ταύτα η Οσία ακούσασα έκλαιε, και δέρνουσα το πρόσωπον έλεγεν: Οίμοι τη αθλία ότι διά την αμέλειαν των βοσκών αρπάζουν οι λύκοι τα πρόβατα. 


Αλλά ματαίως κοπιάς πονηρέ διάβολε, ότι ο Χριστός δεν σε αφήνει να καταπίης την αμνάδα Του.


Τότε συνάζει πάσαν την αδελφότητα, και αφού τας εδίδαξε και ενουθέτησε να φυλάγωνται από τας πανουργίας του δαίμονος, επρόσταξε να νηστεύσουν όλαι,


όλην την εβδομάδα προς Θεόν ευχόμενοι και να κάμνουν διά την αδελφήν καθ' ημέραν 1000 μετανοίας με δάκρυα.


Ούτω η κάθε μία εις το κελλίον της ηύχετο και την τρίτην νύκτα βλέπει η Αγία εκεί όπου ηύχετο το μεσονύκτιον, έμπροσθεν αυτής τον μέγαν Βασίλειον και της λέγει:


Διατί μας ονειδίζεις, Ειρήνη, πώς αφήνομεν και γίνονται εις την πατρίδα μας τα μιαρά και ανόσια;


Όταν ξημερώση πάρε την ασθενή σου μαθήτριαν, να την υπάγης εις τας Βλαχέρνας και εκεί έρχεται να την ιατρεύση η Μήτηρ του Δεσπότου Χριστού, όπου έχει την δύναμιν.


Ταύτα ειπών ο Άγιος, έγινε άφαντος.


Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου 
Καρελλάς Κορωπίου Αττικής,
 ''Βίος και Ακολουθία 
της Οσίας Μητρός ημών Ειρήνης Ηγουμένης Μονής Χρυσοβαλάντου'', 
σελ. 71-74, Οκτώβριος 2012

Print Friendly and PDF