ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: Ο ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ




Κάποιος καλὸς φίλος μου μοῦ χάρισε ἕνα μικρὸ εἰκονισματάκι σὲ σμάλτο ρούσικο, ἕνα ἐγκόλπιο, ποὺ παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀπὸ τὸ πίσω μέρος εἶναι καπλαντισμένο μὲ βελοῦδο, καὶ φαίνεται πὼς τὸ φοροῦσε κατάσαρκα στὸ λαιμό του κανένας ἅγιος ἄνθρωπος τῆς τσαρικῆς Ρωσίας.


Μὲ πολλὴ συγκίνηση δέχθηκα αὐτὸ τὸ δῶρο, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι πολὺ ἀγαπητὸς σὲ μένα, ὅπως εἶναι συμπαθέστατος καὶ σὲ ὅσους τὸν ξέρουνε. Κρέμασα λοιπὸν αὐτὸ τὸ εἰκονισματάκι στὸ εἰκονοστάσι μας, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἁγίους, ποὺ τοὺς παρακαλοῦμε στὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, καὶ ποὺ ἀνάμεσά τους ξεχωρίζουνε ὁ ἅγιος Νικόλαος κι᾿ ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, κ᾿ οἱ νέοι ἢ νεοφανεῖς ἅγιοι, ὅπως οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ῥαφαὴλ καὶ Νικόλαος, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χιοπολίτης, ὁ ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, ὁ ἅγιος Δαυῒδ ὁ Γέρων, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κ.ἄ.


Τὸ σμαλτένιο εἰκονισματάκι ποὺ εἶπα, παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ ποὺ περπατᾶ μέσα στὸ δάσος, ἕνα γεροντάκι σκυφτό, ἀκουμπισμένο στὸ ραβδί του μὲ τὸ δεξὶ χέρι καὶ στ᾿ ἀριστερὸ βαστᾶ ἕνα κομποσκοίνι. Τὸ πρόσωπό του λαμποκοπᾶ ἀπὸ τὴν καλοσύνη, καὶ τὸ ρασοφορεμένο σῶμα του μὲ τὰ χοντροπάπουτσά του ἔχει μία σεβάσμια κι᾿ ἀξιαγάπητη κίνηση, γεμάτο ἁγιοσύνη καὶ πραότητα.


Αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους, γιατὶ γεννήθηκε στὸ Κοὺρκ κατὰ τὰ 1759 καὶ κοιμήθηκε στὰ 1833, δηλαδὴ ἔζησε στὸν ἴδιον καιρὸ μὲ τὸ δικό μας ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἤτανε Προχόρ, δηλαδὴ Πρόχορος, κ᾿ ἤτανε τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειάς του. Τὰ μεγαλύτερά του ἤτανε ἕνας ἀδελφὸς καὶ μία ἀδελφή. Ὁ πατέρας του ἤτανε πρακτικὸς κάλφας ποὺ ἔχτιζε ἐκκλησιές. Λίγο πρὶν νὰ γεννηθῆ ὁ Προχόρ, ἔπιασε νὰ χτίζη μία μεγάλη ἐκκλησία, μὰ δὲν πρόφταξε νὰ τὴν τελειώση, γιατὶ πέθανε. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα του ἤτανε ἄξια κ᾿ εἶχε μάθει κοντά του κάμποσα ἀπὸ τὴν τέχνη του, κι᾿ ἅμα ἀπόμεινε χήρα, ἀνάλαβε ἐκείνη ν᾿ ἀποτελειώση τὴν ἐκκλησιά. Πολλὲς φορὲς ἔπαιρνε μαζί της καὶ τὸ μικρὸ Προχόρ, ποὺ ἔδειχνε μεγάλη ἀγάπη στὴν τέχνη τῶν γονιῶν του.


πὸ τότε φανέρωσε ὁ Θεὸς πὼς τὸν προώριζε γιὰ τὸ μεγαλύτερο πνευματικὸ ἀξίωμα ποὺ ὑπάρχει, δηλαδὴ νὰ γίνη ἅγιος. Καὶ τὸ φανέρωσε μὲ τοῦτον τὸν τρόπο: Ὁ Προχὸρ ἤτανε ἑφτὰ χρονῶν. Μιὰ μέρα τὸν πῆρε ἡ μητέρα τοῦ μαζί της στὴν ἐκκλησιὰ ποὺ ἔχτιζε. Τὴν ὥρα ποὺ ἀνεβαίνανε στὸ καμπαναριό, ὁ Προχὸρ παίζοντας, σὰν παιδί, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε ἀπὸ τόσο ψηλά, ποὺ θὰ σκοτωνότανε σίγουρα. Μὰ σὰν νὰ τὸν πιάσανε κάποια ἀόρατα χέρια, καὶ δὲν ἔπαθε τίποτα. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔτυχε νὰ περνᾶ ἕνας θεοφοβούμενος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε προορατικὴ χάρη, κ᾿ εἶπε στὴ μητέρα του πὼς ὁ Θεὸς ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα, γιατὶ προώριζε τὸ παιδὶ νὰ γίνη ἕνας μεγάλος ἅγιος.


Σὰν ἔγινε δέκα χρονῶν, ἀρρώστησε, κ᾿ ἔπαψε νὰ πηγαίνη στὸ σκολειό. Δὲν ἔφτανε ἡ ἀρρώστια, ἀλλὰ στενοχωριότανε περισσότερο ποὺ ἔχανε τὰ μαθήματα, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε πολὺ τὰ γράμματα. Μιὰ νύχτα τὸν ἄκουσε ἡ μητέρα του νὰ μιλᾶ μὲ κάποιον. Σὰν τὸν ρώτησε, τῆς εἶπε πὼς εἶχε δὴ τὴν Παναγία, καὶ πὼς τοῦ εἶπε πὼς θὰ τὸν γιατρέψη. Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Γιατί, ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι τοὺς μιὰ λιτανεία μὲ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, κ᾿ ἡ μητέρα τοῦ τὸν πῆγε καὶ τὴν ἀνασπάσθηκε. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ παιδὶ ἔγινε ὁλότελα καλά.


πὸ τότε δὲν ἀπόλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ κάθε μέρα διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο. Κάποτε συναπάντησε στὸ δρόμο ἐκεῖνον τὸν θεοφοβούμενον ἄνθρωπο ποὺ ἔτυχε τὴν ὥρα ποὺ γκρεμνίσθηκε ἀπὸ τὸ καμπαναριό, καὶ μὲ τὸν καιρὸ δέσανε στενὴ φιλία μεταξύ τους. Ὁ ἕνας ἐκμυστηρευότανε στὸν ἄλλον κάποια μυστηριώδη ὁράματα, μὰ δὲν τὰ λέγανε σὲ κανέναν ἄλλον, γιὰ νὰ μὴν τοὺς περιπαίζουνε. Ὡστόσο περνούσανε γιὰ «βλαμμένοι», ὅπως λένε τοὺς εὐλαβεῖς οἱ ἄπιστοι, μὰ ἐκεῖνοι δὲν δίνανε σημασία καὶ κάνανε τὸν ἀπανάγαθον, δηλαδὴ ἤτανε «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί». Στὸν παληὸν καιρὸ σταθήκανε κάποιοι ἅγιοι, ποὺ κάνανε τὸν τρελὸ γιὰ τὸν Χριστό, ὥστε νὰ τοὺς περιφρονοῦνε οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοὺς ταπεινώνουνε, κ᾿ ἔτσι νὰ σβήνουν ὁλότελα τὸν ἐγωισμό τους καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά τους. Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἤτανε ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρές, ὅπως οἱ στυλίτες, καὶ γιὰ τοῦτο «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί» ἤτανε πολὺ λίγοι. Ὁ πιὸ σπουδαῖος στάθηκε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ποὺ ἐζοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς σκύλους, κατὰ τὰ 450 μ.X., ὁ Συμεὼν ὁ Σύρος, ποὺ ἔζησε στὰ 550 μ.X. καὶ δυό-τρεῖς ἄλλοι. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἔλεγε ὑστερώτερα πὼς σὲ τέτοιο σκληρὸ δρόμο ὁ Κύριος δὲν προσκαλεῖ ποτὲ ψυχὲς ἀδύνατες.


κεῖνον τὸν καιρὸ ὑπῆρχε μεγάλη εὐλάβεια στὴ Ρωσία. Ἕνα πλῆθος ἄνθρωποι εἴχανε τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διάνοιά τους γυρισμένη στὸν οὐρανό. Διαβάζανε τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ εἴχανε μεταφρασθῆ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καθὼς καὶ τὰ μαρτύριά τους, προπάντων τῶν νεομαρτύρων μας ποὺ σφαζόντανε ἢ κρεμιόντανε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἰδιαίτερη ἀγάπη νοιώθανε γιὰ τοὺς ἀσκητάδες ποὺ εἴχανε ζήσει στὴν ἔρημο, προπάντων στὴν Αἴγυπτο, στὴ Συρία καὶ στὴν Παλαιστίνη, μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ σκισμάδες τῶν βουνῶν, τριγυρισμένοι ἀπὸ τὸν ἀτελείωτον ἄμμο. Στὴ χώρα τοὺς ὅμως δὲν ὑπήρχανε τέτοια πράγματα, παρὰ μοναχὰ ἀπέραντα μέρη δασωμένα, ἔρημα καὶ κεῖνα, μὰ ἀντὶ λιοντάρια καὶ κροκοδείλους εἴχανε ἄλλα ἀγρίμια, λύκους, ἀρκοῦδες, τσακάλια κ.ἄ. Ἐκεῖ, μέσα στὰ πυκνὰ δέντρα, κάνανε τὴν καλύβα τους ἀπὸ ξύλα κάποιοι ἀσκητάδες, καὶ μὲ τὸν καιρὸ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέρη χτιζόντανε μοναστήρια.


Προχὸρ διάβαζε τέτοια ἀσκητικὰ βιβλία, κ᾿ εἶχε πόθο ν᾿ ἀσκητέψη. Μάζευε στὸ σπίτι τοὺς τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς, κι᾿ ἀντὶ γιὰ παραμύθια ποὺ λέγανε γιὰ νὰ περάσουνε οἱ ἀτελείωτες ὧρες τῆς χειμωνιάτικης νύχτας, τοὺς διάβαζε αὐτὰ τὰ συναξάρια, ἢ τοὺς ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὸν καιρό, ἀποφάσισε νὰ πάγη νὰ προσκυνήση στὸ Κίεβο, σ᾿ αὐτὴ τὴ ρωσικὴ Σιῶν, μὲ τὶς ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ τὰ πολλὰ μοναστήρια. Ἐκεῖ ξομολογήθηκε τὸν πόθο του στοὺς καλόγηρους, καὶ κεῖνοι τοῦ εἴπανε νὰ πάγη νὰ καλογερέψη σ᾿ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκότανε στὸ Σάρωφ, στὴν περιφέρεια τοῦ Κούρκ. Γυρίζοντας στὸ σπίτι του, τὰ εἶπε ὅλα στὴ μητέρα του, καὶ κείνη συμφώνησε μαζί του, τὸν σταύρωσε μὲ ἕναν μπρούτζινο σταυρὸ ποὺ τὸν εἴχανε οἰκογενειακὸ κειμήλιο, καὶ τούδωσε τὴν εὐχή της. Αὐτὸν τὸ σταυρὸ ὁ Προχὸρ τὸν εἶχε μαζί του ὡς ποὺ πέθανε. Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὸ Κοὺρκ μαζὶ μ᾿ ἄλλους δυὸ φίλους του, ποὺ εἴχανε κι᾿ αὐτοὶ τὸν πόθο νὰ γίνουνε μοναχοί. Τραβήξανε λοιπὸν κ᾿ οἱ τρεῖς μαζί, μ᾿ ἕνα ταγάρι στὸν ὦμο καὶ μ᾿ ἕνα ραβδί, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Σάρωφ.


Τὸ μοναστήρι ἤτανε χτισμένο ἀπάνω σ᾿ ἕνα ψήλωμα ποὺ τὸ ζώνανε δυὸ ποτάμια, ὁ Σάτης κ᾿ ἡ Σάροβκα. Στὸν τόπο τοῦ μοναστηριοῦ βρισκότανε ἄλλη φορὰ ἕνα παλιὸ κάστρο. Τὸν καιρὸ ποὺ ξεχυθήκανε οἱ Τάταροι στὴ Ρωσία, χτυπήσανε κεῖνο τὸ κάστρο καὶ τὸ πήρανε, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ κάθισε ὁ ἀρχηγός τους. Βρεθήκανε σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο κοντάρια, σπαθιά, σαγίτες κι᾿ ἄλλα παλαιὰ ἅρματα. Αὐτὰ τὰ μέρη τὰ βαστάξανε οἱ Τάταροι ὡς ἑκατὸ χρόνια. Ὕστερά τους διώξανε οἱ Ρῶσοι, καὶ κατὰ τὸν πόλεμο γκρεμνίσθηκε τὸ κάστρο καὶ ρήμαξε. Τὸ βουνὸ τὸ πνίξανε τὰ δέντρα ποὺ θεριέψανε, καὶ γίνηκε δάσος ἄγριο, γεμάτο θηρία. Τρακόσια χρόνια δὲν πάτησε ἐκεῖ πέρα ἄνθρωπος, ὡς ποὺ φάνηκε ἕνας ἀσκητὴς Ἰωάννης, κοντὰ στὰ 1700. Μὲ τὸν καιρό, πήγανε κοντά του κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες καὶ γίνηκε μοναστήρι, αὐτὸ ποὺ πῆγε νὰ καλογερέψη ὁ Προχόρ.


κανονισμὸς τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε σὰν τὸν κανονισμὸ ποὺ εἴχανε τὰ μοναστήρια στ᾿ Ἅγιον Ὅρος καὶ τ᾿ ἄλλα τῆς Ἀνατολῆς. Ἁπλὸς κι᾿ αὐστηρός. Ἀκτημοσύνη καὶ ἐργόχειρο γιὰ νὰ βγάζουνε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Δουλεύανε καὶ στὰ χωράφια, σπέρνανε, θερίζανε, ἁλωνίζανε. Κάποιοι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε καὶ μαραγκοί, ἄλλοι πάλι ὑφαίνανε στὸν ἀργαλειὸ ἢ κάνανε σχοινιά. Τὰ χειμωνιάτικα ροῦχα τοὺς ἤτανε κανωμένα ἀπὸ προβιές, τὰ καλοκαιρινά τους ἀπὸ καννάβι. Ὁ ἡγούμενος δούλευε σὰν τοὺς ἄλλους, δίνοντας τὸ μάθημα τῆς ταπεινοφροσύνης. Οἱ ἀδελφοὶ ζούσανε μὲ μεγάλη σκληραγωγία, μὲ νηστεία, μ᾿ ἀγρυπνία, μὲ προσευχή. Ὅ,τι εἴχανε, τὸ μοιράζανε στοὺς φτωχούς, γύρω στὸ μοναστήρι. Ἡ ἐλεημοσύνη ἤτανε μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες φροντίδες τους. Στὰ 1776 ἔπεσε πείνα στὸν τόπο, κι᾿ ὁ ἡγούμενος ἄνοιξε τὶς ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ καὶ μοίραζε σιτάρι στοὺς πεινασμένους, ποὺ τρέχανε μερμηγκιὰ στὸ μοναστήρι. Κάθε μέρα περνούσανε ὡς χίλιοι πεινασμένοι.


Προχὸρ ἔφταξε στὸ μοναστήρι στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 1779, γεμάτος χαρὰ ἀπὸ τὸ περπάτημα ποὺ ἔκανε μέσα σὲ κείνη τὴν ἁγνὴ φύση. Χτύπησε τὴν πόρτα. Τὸν ὑποδεχτήκανε μὲ προθυμία. Ὁ ἡγούμενος ἤξερε τοὺς γονιοὺς τοῦ Προχόρ, ἐπειδὴ ἤτανε ἀπὸ τὸ Κούρκ, καὶ χάρηκε πολὺ σὰν εἶδε τὸ παιδί τους, καὶ μάλιστα σὰν τοῦ εἶπε πὼς ἤθελε νὰ καλογερέψη. Τότε ὁ Προχὸρ ἤτανε 19 χρονῶν, μεγαλόσωμος, γερός, μὲ ζωηρὰ γαλανὰ μάτια ποὺ καθρεφτίζανε τὴν ἁγνὴ καὶ καθαρὴ ψυχή του. Εἶχε ἀφήσει νὰ μεγαλώσουνε τὰ ξανθὰ μαλλιά του, ποὺ πέφτανε στοὺς ὤμους του, κι᾿ ἀπὸ τότε ἔμοιαζε σὰν ἅγιος. Εἶχε ἀπάνω του τὴ σφραγίδα ποὺ ἔχουνε οἱ λιγοστοὶ ἄνθρωποι, ποὺ γι᾿ αὐτοὺς εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ θέλημα σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀνδρός, ἀλλὰ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό. Ἔγινε λοιπὸν ὁ Προχὸρ δόκιμος, κι᾿ ὅλοι οἱ μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ θαυμάζανε τὸ μεγάλο ζῆλο του, τὴν εὐλάβειά του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Χαρά του ἤτανε νὰ κάνη τὶς πιὸ κοπιαστικὲς καὶ ταπεινωτικὲς δουλειές. Ἡ προσευχὴ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ στόμα του, κι᾿ ἀπὸ μέσα του ἔλεγε ὁλοένα τὴν καρδιακὴ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».


λλά, μ᾿ ὅλη τὴν αὐστηρότητα ποὺ βαστοῦσε ἀπάνω στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή του, στὴ συναναστροφή του ἤτανε πάντα ἀνοιχτόκαρδος καὶ χαρούμενος, «ἐν ἰλαρότητι». Συνήθιζε νὰ λέγη, σὰν γέρασε, πὼς δὲν εἶναι ἁμαρτία τὸ νὰ εἶναι κανένας γελαστὸς καὶ καλόκαρδος. «Τὸ πιὸ φοβερὸ πρᾶγμα γιὰ τὸν χριστιανό, ἔλεγε, εἶναι ἡ ἀπογοήτευση». Τὸν βάλανε νεωκόρο, καὶ τὸν χειροθετήσανε ἀναγνώστη. Πρῶτος πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ τελευταῖος ἔβγαινε. Διάβαζε ἀκατάπαυστα τὸ Εὐαγγέλιο, ὄρθιος μπροστὰ στὶς εἰκόνες, μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ κατάνυξη. Ἔλεγε: «Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δίνει προσοχὴ στὰ θεϊκὰ λόγια, εἶναι σὰν τὸ φύλακα ποὺ ξαγρυπνᾶ, ψηλὰ στὸν πύργο, ἀπάνω στὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς καρδιᾶς του». Ἔλεγε ἀκόμα, σὰν γέρασε, πὼς ἡ ὑπομονὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες χάρες ποὺ ἀποχτᾶ ὁ χριστιανός, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος «ἐν τῇ ὑπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». Ὅσο αὐστηρὸς ἤτανε στὸν ἑαυτό του, τόσο ἐπιεικὴς καὶ συγκαταβατικὸς ἤτανε γιὰ τοὺς ἄλλους.


λλά, ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν κακοπάθηση, ἀρρώστησε. Πρήσθηκε ὅλο τὸ σῶμα του, καὶ κειτότανε στὸ κρεβάτι, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ἀκόμα εἰκοσιενὸς χρονῶν παλληκάρι. Τρία χρόνια ὑπόφερε τοὺς πόνους τῆς σκληρῆς ἀρρώστιας του, μὰ ὁ Θεὸς τὸν δοκίμαζε. Γι᾿ αὐτό, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε μεταλάβει τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, εἶδε νὰ φανερώνεται μπροστά του ἡ Παναγία, μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη. Ἡ Παναγία πῆγε κοντά του κ᾿ εἶπε στοὺς ἀποστόλους: «Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι δικός μας». Ὕστερα ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι τῆς τὸν ἄρρωστο, καὶ χάθηκε. Ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα ἔγινε καλά. Πῆρε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια καὶ πῆγε στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ συνάξη συνδρομές, «ἐλέη», ὅπως τὰ λένε στὰ μοναστήρια. Ἡ μητέρα τοῦ εἶχε πεθάνει. Βρῆκε μονάχα τὸν ἀδελφό του ποὺ εἶχε κληρονομήσει τὴν περιουσία τους, καὶ ποὺ τοῦ ἔδωσε κάμποσα χρήματα γιὰ νὰ χτίση ὁ Προχὸρ μιὰ ἐκκλησιά, κοντὰ στὸ κελλὶ ποὺ πέρασε τὴ βαρειὰ ἀρρώστια του, καὶ ποὺ τὴ γιάτρεψε ἡ Παναγία. Καὶ πράγματι χτίσθηκε, μαζὶ μ᾿ ἕνα σπίτι γιὰ τοὺς ἀρρώστους. Στὸ χτίσιμο βοήθησε κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ Προχὸρ μὲ τὰ χέρια του.


Σὰν γύρισε στὸ μοναστήρι, ἔπιασε τὴν ἴδια ἄσκηση, ὡς ποὺ ἐκάρη μοναχός, μὲ τὸ ὄνομα Σεραφείμ, ποὺ εἶναι τὄνομα ποὺ ἔχουνε τὰ Ἀγγελικὰ Πνεύματα τῆς πρώτης τάξεως, καὶ ποὺ θὰ πῆ «πύρινα». Κατόπι χειροτονήθηκε διάκονος. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, κατὰ τὴ λειτουργία, ποὺ εἶχε πάρει κ᾿ ἐκεῖνος μέρος, εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Βῆμα τὸν Χριστό, τριγυρισμένον ἀπὸ ἀρχαγγέλους καὶ ἀγγέλους. Ὁ μακάριος εἶχε δὴ καὶ πολλὰ ἄλλα μεγάλα θαύματα. Σὰν πέθανε ὁ ἡγούμενος Παχώμιος, ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Σεραφεὶμ σὰν παιδί του, πῆρε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ νέο ἡγούμενο γιὰ νὰ ζήση ἀπομοναχιασμένος. Στὸ δάσος μέσα εἶχε κάνει ἀπὸ ἐλατόξυλα μία καλύβα, μιὰ «ἴσμπα», ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε δόκιμος, καὶ πήγαινε κ᾿ ἔκοβε ξύλα. Σ᾿ αὐτὴ τὴν καλύβα λοιπὸν πῆγε καὶ κλείσθηκε. Ἐκεῖ μέσα προσευχότανε, χωρὶς νὰ τὸν ταράζη κανένας. Ἀργότερα ἔλεγε: «Αἰσθανόμουνα νὰ μὲ σπρώχνη μία ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ δὲν πίστευα πιὰ πὼς ζοῦσα ἀπάνω στὴ γῆ, τόση χαρὰ πλημμύριζε τὴν καρδιά μου».


Μέσα στὰ δάση τοῦ Σάρωφ ὑπήρχανε κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες, ὁ ἕνας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον ὡς δυό-τρία βέρστια. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς γνωρίζανε τὸν πάτερ Σεραφείμ, ἐπειδὴ ἤτανε κι᾿ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Κούρκ. Ἡ δική του καλύβα βρισκότανε σ᾿ ἕνα χαμοβούνι μὲ πυκνὰ δέντρα. Στὸ νοῦ τοῦ ὁλοένα εἶχε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μέρα-νύχτα συλλογιζότανε τὰ διάφορα ἱστορικὰ τοῦ Κυρίου, μὲ θεϊκὸν ἔρωτα. Κι᾿ ἐπειδὴ βρισκότανε μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ θαρρῆ πὼς ζεῖ ἐκεῖ ποὺ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος ὁ Χριστός, ἔδωσε διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέρη ποὺ ἔκανε τὴν προσευχή του. Ἕνα μέρος τὸ ὀνόμασε «Ναζαρέτ», κ᾿ ἐκεῖ ἔψελνε τοὺς Χαιρετισμούς, ἕνα ἄλλο, ποὺ εἶχε μία σπηλιά, τὸ εἶπε «Βηθλεέμ», καὶ κεῖ μέσα προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ στὴ φάτνη, ἀνέβαινε σὲ ἕνα ψήλωμα καὶ διάβαζε τὴν «ἐπὶ τοῦ Ὅρους Ὁμιλία». Μέσα σ᾿ ἕνα λαγκάδι πήγαινε καὶ διάβαζε τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μὲ τὰ τελευταία λόγια τοῦ Χριστοῦ.


Τὸ βασίλειό του εἶχε καὶ τὸ «Θαβώρ», τὸν «Γολγοθά» καὶ τὴ «Γεθσημανή». Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ εἶχε πάντα μαζί του μέσα στὸ ταγάρι του. «Δὲν εὐφραίνεται, ἔλεγε ὑστερώτερα, μοναχὰ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα δυναμώνει». Τὶς ὦρες ποὺ δὲν προσευχότανε, ἔκοβε ξύλα ἢ ἔσκαβε στὸ περιβολάκι του. Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ κοινωνοῦσε. Τὶς περισσότερες φορὲς τὸν παρακαλούσανε οἱ μοναχοὶ νὰ μὴ φύγη ἀμέσως, γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὰ ἁγιασμένα λόγια του. Γυρίζοντας πίσω στὴν κέλλα του, ἔπαιρνε παξιμάδι γιὰ ὅλη τὴ βδομάδα. Μὰ πάντα τοῦ περίσσευε. Τόδινε στὰ ἄγρια ζῶα ποὺ ἤτανε οἱ συντρόφοι του, λύκοι, ἀρκοῦδες, τσακάλια, ἀλεποῦδες, σαῦρες, φίδια κι᾿ ἄλλα, καθὼς καὶ στ᾿ ἀγαπημένα τοῦ τὰ πουλιά.


στόσο, κ᾿ ἕναν τέτοιον Ἅγιο δὲν τὸν ἄφηνε ὁ διάβολος ἀπείραχτον. Τὶς μεγάλες χειμωνιάτικες παγωμένες νύχτες, ποὺ φυσομανοῦσε ὁ ἀγέρας στὰ δέντρα, ἔνοιωθε νὰ σφίγγεται τὸ στῆθος του ἀπὸ τὸ φόβο. Τὸν ἔπιανε ἡ φοβερὴ κατάσταση ποὺ τὴ λένε οἱ ἀσκητάδες «ἀκηδία», δηλαδὴ παράλυση πνευματικὴ κι᾿ ἀπελπισία. Ἔνοιωθε πὼς τὸν πολεμοῦσε «ὁ δαίμων τῆς ἐρήμου», κ᾿ ἔκραζε στὸν Κύριο νὰ τὸν γλυτώση. Διάβαζε ταχτικὰ τὸ Μεσονυκτικό, τὸν Ὄρθρο, τὶς Ὧρες, τὸν Ἑσπερινό, ὅπως παραγγέλνει ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Γιὰ νὰ νικήση τὸ φόβο, πήγαινε τὶς νύχτες καὶ στεκότανε ὄρθιος ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, βαθειὰ μέσα στὸ πυκνὸ καὶ κατασκότεινο δάσος, λέγοντας ὁλοένα: «Ὁ Θεός, ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ». Χίλια μερόνυχτα προσευχότανε γιὰ νὰ τὸν βοηθήση ὁ Θεὸς νὰ νικήση τὸ σατανᾶ. Τρία χρόνια ὁλόκληρα. Καὶ τότε κατατροπώθηκε ὁ πονηρός, κ᾿ εἰρήνεψε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου. Τρία χρόνια δὲν ἐπῆγε στὸ μοναστήρι, κ᾿ οἱ μοναχοὶ ἀπορούσανε τί ἔτρωγε. Φαίνεται πὼς θρεφότανε μ᾿ ἕνα χορτάρι ποὺ φύτρωνε στὸ δάσος, ἐπειδή, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, τὸ ἔδειξε σὲ μία ἀπὸ τὶς γερόντισσες ἑνὸς μοναστηριοῦ ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὸ χωριὸ Ντιβεέβο, καὶ ποὺ τὸν εἴχανε στὰ γερατειά του πνευματικὸν πατέρα. Αὐτὸ τὸ χορτάρι τότρωγε χλωρὸ τὸ καλοκαίρι, καὶ τὸ διατηροῦσε ξερὸ γιὰ τὸ χειμώνα.


Πέρασε κάμποσον καιρὸ κλεισμένος στὴν καλύβα του, χωρὶς νὰ μιλᾶ ὁλότελα. Δὲν πήγαινε καθόλου στὸ μοναστήρι. Ἂν τύχαινε νὰ συναπαντήση κανέναν ἄνθρωπο στὸ δάσος, ἔσκυβε τὸ κεφάλι τοῦ ἴσαμε τὴ γῆ καὶ περίμενε νὰ περάση γιὰ ν᾿ ἀνασηκωθῆ. Τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ πηγαίνανε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ποὺ τὸ βάζανε στὸ κατώφλι του, τὶς περισσότερες φορὲς τὸ βρίσκανε ἄγγιχτο. Ἐπειδὴ ἀνησυχούσανε στὴ μονή, ὁ ἡγούμενος πάτερ Νήφων τὸν κάλεσε νὰ γυρίση στὸ μοναστήρι. Ὁ ἅγιος ὑπάκουσε. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο, κ᾿ ὕστερα σφαλίσθηκε στὸ κελλί του, καὶ δὲν ξαναφάνηκε. Πέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔμεινε κλεισμένος, κατὰ διαταγὴ τῆς Θεοτόκου, ὅπως εἶπε ἀργότερα. Καὶ πάλι ἡ Παναγία τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάψη τὸ κλείσιμό του. Ἂν καὶ πρωτύτερα πηγαίνανε στὸ μοναστήρι πολλοὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, σὰν μαθεύτηκε πὼς ὁ Ἅγιος ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, πληθύνανε οἱ προσκυνητές, ποὺ τρέχανε γιὰ νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ «στάρετς». «Στάρετς» στὰ ρωσικὰ θὰ πῆ «γέροντας», «πνευματικός», «ξομολόγος».


ρωσικὸς λαὸς εἶχε πολὺν σεβασμὸ στοὺς «στάρετς», ὅπως ὁ δικός μας στοὺς «πνευματικούς». Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ καταλάβαινε τί εἶχε μέσα κάθε καρδιὰ ποὺ τὸν πλησίαζε, γιατὶ εἶχε λάβει τὴ χάρη νὰ εἰσχωρῆ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξομολογιόντανε, θαυμάζανε πὼς ἤξερε τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς τους, πρὶν νὰ τοῦ τὰ ποῦνε. Σ᾿ ὅλους εὐχότανε νὰ ἀποχτήσουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς. Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ προφητικὸ χάρισμα. Σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν πὼς μποροῦσε νὰ γνωρίζη τί εἶχε κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔλεγε: «Τέκνον μου, δὲν λέγω σ᾿ ὅποιον ἔρχεται σὲ μένα τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ ὅ,τι μὲ προστάζει ὁ Θεός». Σ᾿ ὅσους βλογοῦσε ἔδινε κι᾿ ἀπὸ ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ ταγάρι του, βουτηγμένο στὸ κρασί. Συχνὰ τοὺς ἄλειφε μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τῆς Παναγίας.


Μιὰ μέρα τοῦ πήγανε ἕναν ἄρρωστο, ἕνα νέο παλληκάρι ποὺ τὸ λέγανε Μιχάλη Μαντούρωφ. Ὑπόφερνε ἀπὸ δυνατοὺς πόνους στὰ πόδια καὶ στεκότανε ὄρθιος μὲ δυσκολία. Μόλις εἶδε τὸν Ἅγιο, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν γιατρέψη. Ὁ Ἅγιος τὸν ρώτησε: «Πιστεύεις στὸ Θεό;» καὶ τὸν κοίταξε μὲ διαπεραστικὴ ματιά. «Πιστεύω», ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος. Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε νὰ βγάλη τὶς μπότες του, ἄλειψε τὰ πόδια του μὲ τὸ λάδι τοῦ καντηλιοῦ καὶ τούδωσε ἕνα-δυὸ κομματάκια ξερὸ ψωμί. Ὕστερά του εἶπε: «Περπάτηξε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Κι᾿ ὁ ἄρρωστος περπάτηξε, φχαριστώντας τὸν Ἅγιο. Κ᾿ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Δὲν σὲ θεράπευσα ἐγώ, τέκνον μου. Μοναχὰ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνη θαύματα. Αὐτὸν νὰ εὐχαριστήσης». Ὁ Μαντούρωφ δὲν ἤξερε μὲ τί τρόπο νὰ δείξη τὴν εὐγνωμοσύνη του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς σκλάβους του, κι᾿ ἀφιέρωσε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ κτήματά του στὰ μοναστήρια τοῦ Ντιβεέβο. Ὓστερ᾿ ἀπὸ τὸν Μαντούρωφ, θεράπευσε ὁ Ἅγιος κι᾿ ἄλλους, παράλυτους, κωφάλαλους, δαιμονιζόμενους, τυφλούς, καὶ μ᾿ ἄλλες ἀρρώστιες. Γύρω ἡ περιφέρεια ἤτανε ἀνάστατη. Ὁ Ἅγιος ἔγινε τὸ καταφύγιο κ᾿ ἡ παρηγοριὰ τῶν δυστυχισμένων.


Προφήτεψε γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ περνοῦσε ὁ λαός του, ὅπως κάνανε οἱ Προφῆτες γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Ἡ Ρωσία σπαραζότανε στὸν καιρό του ἀπὸ πολιτικὲς καὶ θρησκευτικὲς ταραχές. Ἔλεγε: «Ὁ λαός μας μάκρυνε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς σωτηρίας, καὶ τραβὰ κάθε μέρα τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ». Ἔλεγε ἀκόμα πὼς θὰ φεύγανε οἱ σταυροὶ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες καὶ πὼς θὰ γκρεμνιζόντανε τὰ μοναστήρια. «Θὰ ἔρθη μία θλίψη, ἔλεγε, ποὺ δὲν παρουσιάσθηκε τέτοια ὅμοια ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου. Κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι δὲν θὰ προφταίνουνε νὰ μαζεύουν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴ γῆ». Ὅποτε μιλοῦσε γιὰ τέτοια πράγματα, τὸ πρόσωπό του σκυθρώπαζε καὶ πονοῦσε. Ἡ παρηγορία τοῦ ἤτανε ἡ προσευχή. Μέσα στὸ κελλί του δὲν εἶχε μήτε κρεβάτι, μήτε τζάκι, μὲ κεῖνο τὸ κρύο της Σιβηρίας. Εἶχε μοναχὰ ἕνα καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Κάθε βδομάδα διάβαζε μὲ τὴ σειρὰ ἀπὸ τὰ Τέσσερα Εὐαγγέλια, τὴ Δευτέρα ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὴν Τρίτη ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον, τὴν Τετάρτη ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν, τὴν Πέμπτη ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην, τὴν Παρασκευὴ τὴν ἀκολουθία τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τὸ Σάββατο τὴν ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Πάντων, καὶ τὴν Κυριακὴ μεταλάβαινε τὴ Θεία Κοινωνία. Ἀδιάκοπα παρακαλοῦσε γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν προσευχὴ κι᾿ ἀπὸ τὰ δάκρυά του θύμωνε ὁ διάβολος καὶ τὸν χτυποῦσε στὸ σῶμα. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε πὼς ἐκεῖνα τὰ χτυπήματα καίγανε σὰν τὸ πυρωμένο σίδερο.


Πολλοὶ εἴδανε τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ νὰ στέκεται στὸν ἀγέρα, ἀπάνω ἀπὸ τὴ γῆ. Συχνὰ σκόρπιζε τὴν κακοκαιριά, πρόβλεπε τὴν πείνα κ᾿ εἰδοποιοῦσε τοὺς χωριάτες νὰ κάνουνε τὶς προμήθειές τους, ἔδιωχνε τὶς ἐπιδημίες καὶ πρόλεγε τοὺς πολέμους, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο, καθὼς καὶ μ᾿ ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα. Ὅλη ἡ Ρωσία τὸν εἶχε γιὰ πατέρα καὶ γιὰ προστάτη της, ἀπὸ τ᾿ ἀρχοντικὰ ὡς τὴν πιὸ φτωχὴ ἴσμπα. Πολλὲς φορὲς οἱ προσκυνητὲς φτάνανε τὶς δυὸ χιλιάδες σὲ μιὰ μέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ρωσίας, καὶ γεμίζανε τὸ δρόμο τοῦ Ἀρζαμᾶς ποὺ πήγαινε στὸ μοναστήρι. Ἄλλοι μὲ ἁμάξια, ἄλλοι μὲ καζάκες (ἕλκηθρα), κι᾿ ἄλλοι μὲ τὰ πόδια. Πολλοὶ περπατούσανε ὁλόκληρες βδομάδες. Τὰ χαράγματα χτυπούσανε οἱ καμπάνες γιὰ τὸν ὄρθρο, ἄνοιγε ἡ μεγάλη ὀξώπορτα, κ᾿ οἱ προσκυνητὲς μπαίνανε μέσα στὴν αὐλή, σὰν ἀληθινὴ θάλασσα. Ὁ Ἅγιος ἔβγαινε σὲ λίγο ντυμένος μὲ ἄσπρο ράσο, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ.


κεῖνον τὸν καιρὸ σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας ἔβλεπε κανένας στρατεύματα σὲ κίνηση, κι᾿ ὁ μεγάλος δρόμος βρισκότανε κοντὰ στὸ Σάρωφ. Πλῆθος στρατιῶτες μὲ τοὺς ἀξιωματικούς τους πηγαίνανε νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ τοὺς προστατεύη στὶς ἐκστρατεῖες τῆς Τουρκίας, τῆς Πολωνίας καὶ τοῦ Ναπολέοντα. Τὸ κήρυγμά του ἤτανε πολὺ ἁπλό: «Δίνε νὰ φάγη ὁ πεινασμένος. Δίνε νὰ πιῆ ὁ διψασμένος. Νὰ εἶσαι δίκαιος. Νὰ ἔχης εἰρηνικὴ κι᾿ ἀγαθὴ ψυχή». Στὸ κελλάκι τοῦ μέσα ἤτανε ἀναμμένα πολλὰ κεριὰ εἰς μνήμην ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Τὸ καντηλάκι ἔφεγγε πάντα ἀκοίμητο μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἕνα σκαμνὶ κ᾿ ἕνας μικρὸς πάγκος ἤτανε γιὰ τοὺς προσκυνητές. Ἕνα ἄλλο σκαμνάκι ἤτανε τὸ κάθισμά του καὶ τὸ τραπέζι του. Χάμω ἤτανε ἁπλωμένο ἕνα σακκὶ σὲ μίαν ἄκρη, τὸ στρῶμα του. Εἶχε καὶ μία νεκρόκασα στὸ διάδρομο, ποὺ τὴν ἔσκαψε ὁ ἴδιος σ᾿ ἕνα δέντρο, γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του, καὶ κεῖ μέσα κοιμότανε καμμιὰ φορά.


γαποῦσε ὑπερβολικὰ τὰ παιδάκια, ποὺ παίζανε μαζί του, σὰν νάτανε κ᾿ ἐκεῖνος μικρὸ παιδί. Τ᾿ ἀγκάλιαζε, τάσφιγγε στὸ στῆθος τοῦ λέγοντας συγκινημένος: «Μικροὶ θησαυροί μου!». Πολλὰ παιδιὰ θεραπεύονταν μ᾿ ἕνα λόγο του, ποὺ δὲν τὸν προσέχανε, πολλὲς φορές, οἱ δικοί τους. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, ἂς ποῦμε, ἔβλεπε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ποὺ τὸ φέρανε οἱ γονιοί του, πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἡ ματιὰ τοῦ Ἁγίου ἔπεφτε ἀπάνω του, τὸ ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του, τὸ φιλοῦσε κ᾿ ἔλεγε στοὺς γονιούς του: «Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ τὸ κάνη καλά», κ᾿ ὕστερα γύριζε πρὸς τοὺς ἄλλους ἀρρώστους. Σὲ λίγο μαθευότανε πὼς ἐκεῖνο τὸ παιδάκι εἶχε γίνει καλά.  Σὰν γύρισε ὁ πάτερ Σεραφεὶμ στὸ μοναστήρι, τρέξανε οἱ καλογρηὲς ἀπὸ τὸ Ντιβεέβο καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ τοὺς πάρη κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγησή του. Ὁ Ἅγιος ὠργάνωσε καλύτερα τὸ μοναστήρι τους, τοῦ ἔδωσε ἕναν καινούριον κανονισμό, καὶ κυβερνοῦσε τὶς μοναχὲς σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς καὶ τὶς ὑποδείξεις ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Παναγία. Ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐπειδὴ γύρω στὸ Ντιβεέβο εἶχε μεταλλεῖα ποὺ βγάζανε σίδερο, μαζευόντανε ἐκεῖ κάθε καρυδιᾶς καρύδι, μαχαιροβγάλτες, μπεκρῆδες καὶ κάθε παραλυσία. Σιγὰ-σιγά, αὐτὸς ὁ κολασμένος τόπος ἔγινε ἥσυχος κ᾿ εἰρηνικός, μὲ τὴ χάρη καὶ μὲ τὰ κηρύγματα τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. «Ἡ Μεταμόρφωσις, ἔλεγε, μεταμόρφωσε αὐτὸν τὸν τόπο».


ἀδελφή του Μιχάλη Μαντούρωφ, Ἑλένη, εἶχε γίνει μοναχή. Εἶχε μαζί της καὶ μία μικρὴ ὑπηρέτρια ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθῆ τὴν κυρά της. Μὰ τὸ κορίτσι ἀρρώστησε ἀπὸ φθίση. Ἡ Ἑλένη τόβαλε στὸ κρεβάτι της καὶ τὸ περιποιότανε νύχτα μέρα. Ὡστόσο, δὲν ἔζησε πολύ, κι᾿ ὁ θάνατός του πίκρανε πολὺ τὴν Ἑλένη, ποὺ ἔνοιωθε πὼς θὰ πέθαινε κι᾿ αὐτὴ γλήγορα. Ἡ μονάχη ἐπιθυμία της ἤτανε νὰ μὴν πεθάνη πρὶν ἀπὸ τὸν πάτερ Σεραφείμ. Ὁ ἀδελφός της, ποὺ ἤτανε διαχειριστὴς τοῦ μοναστηριοῦ, ἔλειπε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ μάθανε πὼς ἤτανε καὶ κεῖνος ἄρρωστος, κ᾿ ἡ Ἑλένη ἔγινε χειρότερα. Εἶπε στὸ γέροντα πὼς ἤθελε νὰ πεθάνη, ἀντὶ τὸν ἀδελφό της. Μὰ σὲ λίγο ταράχθηκε καὶ φώναξε: «Πάτερ, φοβοῦμαι τὸ θάνατο!». Ὁ ἅγιος της εἶπε: «Τί ἔχουμε, τέκνον μου, νὰ φοβηθοῦμε ἀπὸ τὸ θάνατο; Γιὰ μᾶς ὁ θάνατος εἶναι μία αἰώνια χαρά». Τὴ ράντισε μὲ ἁγιασμὸ καὶ τὴν πῆγε ὡς τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ της. Ξάπλωσε στὸ κρεβάτι της καὶ δὲν ξανασηκώθηκε πιά. Ὁ θάνατός της στάθηκε ἁγιασμένος. Κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἀποχαιρέτησε τὶς ἀδελφές, ζητώντας τες συγχώρηση, καὶ τὶς παρακάλεσε νὰ τὴν ντύσουν γιὰ τὴν κηδεία της. Πρὶν νὰ παραδώση τὸ πνεῦμα της, εἶπε πὼς ἔβλεπε τὸν Χριστὸ μέσα σὲ πύρινη λάμψη. Οἱ μοναχὲς πιάσανε νὰ κλαῖνε γύρω στὸ σκήνωμα, καὶ πήγανε κλαίγοντας κ᾿ εἴπανε στὸ στάρετς πὼς ἡ Ἑλένη κοιμήθηκε. Κ᾿ ἐκεῖνος τὶς εἶπε: «Ἀνόητα παιδιά μου, δὲν καταλαβαίνετε τίποτα! Λοιπὸν δὲν εἴδατε τὴν ψυχή της ποὺ πέταξε σὰν περιστέρι στοὺς οὐρανούς;»


Μὲ τὸν ἴδιο ἐξαίσιο τρόπο κοιμήθηκε κ᾿ ἡ Μαρία Μιλιούκωφ, μιὰ ἅγια μοναχὴ δεκαεννιὰ χρονῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἔσκαψε τὴν κάσα τῆς μέσα σ᾿ ἕνα δέντρο δρῦ, κι᾿ ἔδωσε τὸ σάλι του γιὰ νὰ τυλίξουνε τὸ σῶμα της. Οἱ μοναχὲς ξεμπλέξανε τὰ ὡραῖα ξανθὰ μαλλιά της, ποὺ τὰ ἔκρυβε ἡ Μαρία μέσα στὸ καλογερικό της σκέπασμα, καὶ στὰ σταυρωμένα χέρια τῆς ἀκουμπήσανε τὴ Σύνοψη τοῦ πάτερ Σεραφείμ. Ἡ Μαρία εἶχε μία μικρὴ ἀνηψιά, ποὺ τὴ δίδασκε ἡ Ἑλένη Μαντούρωφ γιὰ νὰ ἀκολουθήση τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε: «Εἶναι ἕνας ἔνσαρκος ἄγγελος. Ὡστόσο δὲν θὰ γίνη μοναχή, ἀλλὰ θὰ γίνη σύζυγος τοῦ Νικόλα Μοτοβίλωφ». Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Ὁ Μοτοβίλωφ ἤτανε ἕνα ἀρχοντόπαιδο. Ὁ πατέρας του εἶχε μεγάλα κτήματα. Τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε μικρός, πήγαινε κ᾿ ἔπαιζε μὲ τὸν Ἅγιο στὸ κελλί του.


Εἶχε πολὺ γερὸ μυαλό, καὶ συχνὰ ἔβαζε σὲ ἀμηχανία τοὺς δασκάλους του μὲ τὶς ἐρωτήσεις του. Σὰν ἔγινε παλληκάρι, ἀγάπησε ἕνα κορίτσι, ποὺ ὁ πατέρας του εἶχε κι᾿ αὐτὸς μεγάλα κτήματα, ποὺ συνορεύανε μὲ τοῦ Μοτοβίλωφ. Ἀλλὰ ὁ Νικόλας ἔπαθε ἄξαφνα μιὰ παράλυση, καὶ κόντεψε νὰ πεθάνη ἀπὸ τὸν καημό του. Μὰ ὁ Ἅγιος τὸν γιάτρεψε. Τοῦ εἶπε, μάλιστα, πὼς δὲν θὰ πάρη ἐκείνη ποὺ ἀγαποῦσε, ἀλλὰ τὴ μικρὴ Ἑλένη Μιλιούκωφ, ποὺ εἴπαμε, ὅπως καὶ τὴν πῆρε. Ἀπὸ τότε πήγαινε ταχτικὰ στὸ μοναστήρι, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸ στάρετς. Ἔγραψε μάλιστα καὶ μία θαυμαστὴ συνομιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἅγιο, καὶ τὸ χαρτὶ τὸ βρῆκε, ὕστερ᾿ ἀπὸ 70 χρόνια, μετὰ τὸ θάνατό του, ἡ χήρα του Ἑλένη, μέσα στὴν ἀποθήκη τῆς μονῆς, καὶ τὸ ἐμπιστεύθηκε σὲ ἕνα γνωστό της συγγραφέα, ποὺ δημοσίεψε αὐτὲς τὶς σημειώσεις στὴν «Ἐφημερίδα τῆς Μόσχας», στὰ 1903. Αὐτὴ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἔκθεση θὰ τὴ βάλουμε παρακάτω.


πάτερ Σεραφεὶμ συνήθιζε νὰ πηγαίνη στὸ ἐρημητήρι του ὕστερα ἀπὸ τὸν ἑσπερινό της Κυριακῆς. Συχνὰ καθότανε ἐκεῖ πολλὲς μέρες. Ἐπειδὴ ὑπόφερνε ἀπὸ τὰ πόδια του καὶ κουραζότανε, καθότανε κοντὰ σὲ μιὰ πηγὴ γιὰ νὰ ξεκουραστῆ. Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ περνοῦσε κοντὰ ἀπὸ τὸ νερό, παρουσιάσθηκε μπροστά του ἡ Παναγία, καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι τῆς κατὰ τὸ μέρος ποὺ ἀνάβρυζε ἄλλη φορὰ τὸ νερό. Μονομιᾶς πετάχθηκε ἀπὸ τὸ χῶμα ἕνα συντριβάνι κατακάθαρο νερό, κ᾿ ἡ Θεοτόκος εἶπε στὸν Ἅγιο πὼς ἐκεῖνο τὸ νερὸ θὰ θεράπευε πολλούς. Ἔχουμε πῆ παραπάνω πὼς ὁ Νικόλας Μοτοβίλωφ εἶχε γράψει κάποιες σημειώσεις ἀπὸ μία συνομιλία του μὲ τὸν ἅγιο Σεραφείμ, ποὺ βρεθήκανε ὕστερ᾿ ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια. Αὐτὴ ἡ συνομιλία ἔγινε κατὰ τὸ τέλος τοῦ Νοέμβρη τοῦ 1831, καὶ τὸ χειρόγραφο βρέθηκε στὰ 1901. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Μοτοβίλωφ: «Ἤτανε μία συννεφιασμένη μέρα. Χιόνι πολὺ εἶχε σκεπάσει τὴ γῆ, καὶ πέφτανε πυκνὲς οἱ ἄσπρες μπαμπακοῦρες. Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ μ᾿ ἔβαλε νὰ καθίσω δίπλα του, ἀπάνω σ᾿ ἕνα κομμένο δέντρο, σ᾿ ἕνα ξέφωτο μέσα στὸ δάσος.


στερά μου εἶπε: «Ὁ Θεός μου φανέρωσε πὼς στὰ παιδικὰ χρόνια σου ἤθελες νὰ μάθης ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σὲ συμβουλεύανε νὰ πηγαίνης στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνης τὴν προσευχή σου στὸ σπίτι, νὰ δίνης ἐλεημοσύνη καὶ νὰ κάνης ὅλα τὰ καλὰ τὰ ἔργα, γιατὶ σ᾿ αὐτὰ βρίσκεται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μὰ δὲν σὲ ἱκανοποιούσανε αὐτὰ μοναχά. Λοιπόν σου λέγω πὼς ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες καὶ κάθε ἄλλο χριστιανικὸ ἔργο εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι νὰ κάνουμε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Γνώριζε πὼς κανένα καλὸ ἔργο δὲν φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν δὲν γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι μοναχὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐγὼ τότε τὸν ρώτησα: «Τί ἐννοεῖς, πάτερ, λέγοντας ἀπόκτηση; Δὲν καταλαβαίνω καθαρά». Ὁ Ἅγιος μου εἶπε: «Ἀποκτῶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ κερδίζω. Ξέρεις τί θὰ πῆ κερδίζω χρήματα. Ἀποκτῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα.


Στὴ ζωή, οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι ἔχουνε γιὰ σκοπὸ νὰ κερδίσουνε χρήματα, καὶ κεῖνοι ποὺ στέκουνται πιὸ ψηλὰ στὴν κοινωνία, θέλουνε νὰ κερδίσουνε τιμὲς καὶ δόξα. Τὸ νὰ ἀποκτήση κανένας τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι σὰν νὰ κερδίζη ἕνα αἰώνιο ἀπόκτημα, τὴν αἰώνια ζωή, ἕνα θησαυρὸ ποὺ δὲν καταστρέφεται κι᾿ οὔτε χάνεται ποτέ. Κάθε καλὸ ἔργο, ποὺ κάνουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα μας δίνει αὐτὴ τὴ χάρη ἡ προσευχή, γιατὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ, πλούσιος ἢ φτωχός, ἄρχοντας ἢ χωριάτης, δυνατὸς ἢ ἀδύνατος, γερὸς ἢ ἄρρωστος, ἐνάρετος ἢ ἁμαρτωλός. Λοιπὸν ἂς συνάξουμε τὸ θησαυρὸ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζητᾶ νάβρη τὴ σωτηρία του καὶ ποὺ μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μπορεῖ μὲ τὶς καλὲς πράξεις νὰ ἀποκτήση τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐργάζεται μέσα μας καὶ μᾶς εἰσάγει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ ὅλα τὰ πεσίματά μας, μ᾿ ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ περιζώνει τὴν ψυχή μας, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, δὲν παύει νὰ λάμπη μέσα στὴν καρδιά μας μὲ τὸ φῶς τῆς μετανοίας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ σβήνει ὅλα τὰ σημάδια ποὺ ἀφήσανε τὰ παλιὰ ἁμαρτήματά μας καὶ μᾶς ντύνει μ᾿ ἕνα μανδύα ἄφθαρτον ποὺ εἶναι καμωμένος ἀπὸ τὴ χάρη». Τοῦ λέγω: «Πάτερ μου, μοῦ μιλᾶς γιὰ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πὼς μπορῶ νὰ τὴ δῶ;


Τὰ καλὰ τὰ ἔργα τὰ βλέπουμε, μὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πὼς μπορεῖ νὰ τὸ δὴ κανένας; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίσω ἂν βρίσκεται ἢ δὲν βρίσκεται μέσα μου;» Ὁ Ἅγιος μου ἀποκρίθηκε: «Ὅταν κατεβαίνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ εἰσχωρεῖ μέσα του, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ μία χαρὰ ἀνέκφραστη, γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μεταμορφώνει σὲ χαρὰ ὅ,τι ἀγγίξει. Φανερώνεται σὰν ἕνα ἀνιστόρητο φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκδηλώνεται ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γνωρίσανε μὲ τὶς αἰσθήσεις τοὺς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τότε τὸν ρώτησα: «Πῶς θὰ μπορέσω νὰ τὸ δῶ κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου;» Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ὁ πάτερ Σεραφεὶμ ἔβαλε τὰ χέρια του στοὺς ὤμους μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τέκνον μου, βρισκόμαστε κ᾿ οἱ δυό μας μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα… Γιατί δὲν θέλεις νὰ μὲ κοιτάξης;» «Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω. Τὰ μάτια σου βγάζουνε ἀστραπές. Τὸ πρόσωπό σου ἔχει γίνει πιὸ ἀστραφτερὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ μάτια μου θαμπώσανε ἀπὸ τὸ φῶς». «Μὴ φοβᾶσαι, τέκνο τοῦ Θεοῦ, εἶπε ὁ γέροντας. Κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ὁλόφωτος ὅπως εἶμ᾿ ἐγώ.


Γιατὶ βρίσκεσαι μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δῆς μὲ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βλέπεις». Ἔσκυψε ἀπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε σιγανὰ στὸ αὐτί: «Εὐχαρίστησε τὸν Ὕψιστο γιὰ τὴν ἄπειρη καλοσύνη του. Προσευχήθηκα μυστικὰ στὸν Κύριο καὶ εἶπα μέσα μου: Κύριε, ἀξίωσε τὸν νὰ ἰδῆ καθαρὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Σου, ποὺ τὴ φανερώνεις στοὺς δούλους σου ὅποτε καταδέχεσαι νὰ παρουσιασθὴς μέσα στὸ μεγαλοπρεπὲς φῶς τῆς δόξης Σου. Κι᾿ ὅπως βλέπεις, ὁ Κύριος ἀμέσως δέχθηκε τὴν προσευχὴ τοῦ τιποτένιου Σεραφείμ. Πόση εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ χρωστοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ ἀνείπωτο δῶρο ποὺ μᾶς ἔδωσε! Μήτε οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου δὲν ἀξιώνονταν πάντα νὰ δοῦνε τέτοια φανερώματα τῆς ἀγαθότητός Του. Λοιπόν, τέκνον μου, κοίταξέ με ἐλεύθερα. Μὴ φοβᾶσαι, ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας». Τότε πῆρα θάρρος ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ τὸν κοίταξα. Μὰ μ᾿ ἔπιασε τρόμος! Νὰ φαντασθῆς μέσα στὴ σφαίρα τοῦ ἥλιου τὸ καταμεσήμερο, ποὺ λαμποκοπᾶ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή του, τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου. Βλέπεις νὰ σοῦ μιλᾶ, νὰ σαλεύουνε τὰ χείλια του, βλέπεις τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του ποὺ ἀλλάζει, ἀκοῦς τὴ φωνή του, νοιώθεις τὰ χέρια του ποὺ σὲ κρατοῦνε ἀπὸ τοὺς ὤμους, μὰ δὲν βλέπεις μήτε αὐτὰ τὰ χέρια, μήτε τὸ σῶμα τοῦ συνομιλητῆ σου, ἀλλὰ μοναχὰ μιὰ δυνατὴ φεγγοβολῆ ποὺ σὲ τυφλώνει καὶ ποὺ ἁπλώνει ὁλόγυρα, φωτίζοντας μὲ τὴ λάμψη τῆς τὸ χῶμα καὶ τὶς ἄσπρες μπαμπακοῦρες ποὺ πέφτουνε ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὸν οὐρανό.


Ἅγιος μὲ ρώτησε: «Τί αἰσθάνεσαι;» «Εἰρήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω», εἶπα. «Τί ἄλλο καταλαβαίνεις, τέκνον μου;» «Μιὰ ἀνείπωτη χαρὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μου». «Αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθάνεσαι, τέκνον μου, δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ σὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος· ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν᾿ (A´ Κορ. β´ 9). Ἐμεῖς πήραμε ἕναν ἀρραβώνα μοναχὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά, ἀλλὰ τί θὰ εἶναι ἄραγε ὁλόκληρη ἐκείνη ἡ χαρά; Τί αἰσθάνεσαι ἀκόμα, τέκνο τοῦ Θεοῦ;» «Μιὰ ἀνέκφραστη ζεστασιά». «Μὰ πῶς, τέκνον μου; Βρισκόμαστε μέσα στὸ δάσος, εἶναι χειμώνας, καὶ πατᾶμε ἀπάνω στὸ χιόνι. Ποιὰ λοιπὸν εἶναι αὐτὴ ἡ ζεστασιὰ ποὺ νοιώθεις;» «Εἶναι σὰν ἕνα ζεστὸ λουτρό. Ἀκόμα αἰσθάνομαι μία εὐωδία, ποὺ τὴ νοιώθω γιὰ πρώτη φορά». Ὁ Ἅγιος εἶπε: «Τὸ γνωρίζω, τὸ γνωρίζω, αὐτὸ ἴσια-ἴσια ἤθελα νὰ μοῦ πῆς. Αὐτὴ ἡ εὐωδία εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ζεστασιά, ποὺ μοῦ λές, δὲν εἶναι γύρω μας, ἀλλὰ μέσα μας. Αὐτὴ ζέσταινε τοὺς ἀσκητάδες καὶ δὲν φοβόντανε τὸ χειμωνιάτικο κρύο, γιατὶ ἡ χάρις ἤτανε τὸ ροῦχο ποὺ τοὺς προστάτευε. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε τώρα. Νά, αὐτὸ εἶναι νὰ βρίσκεται κανένας μέσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θὰ θυμᾶσαι τούτη τὴ χάρη ποὺ ἀξιώθηκες; Ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήση νὰ φυλάγης αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν καρδιά σου, γιατὶ δὲν δόθηκε μοναχὰ σὲ σένα νὰ τὰ γνωρίσης, ἀλλά, ἀπὸ σένα, σ᾿ ὁλόκληρον τὸν κόσμο. Πήγαινε λοιπὸν στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας».


φυγα, καὶ σὰν μάκρυνα λίγο, ἔστρεψα κ᾿ εἶδα πὼς ἐκεῖνο τὸ ἐξαίσιο ὅραμα δὲν εἶχε χαθῆ ἀκόμα. Ὁ γέροντας καθότανε ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχή, καὶ τὸ ἀνέκφραστο φῶς, ποὺ εἶχα δὴ μὲ τὰ μάτια μου, τὸν ἔκανε νὰ φεγγοβολᾶ ὁλόκληρος». Ὁ ἅγιος Σεραφείμ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴ μεγάλη ἀγάπη ποὺ εἶχε ὁ λαὸς γι᾿ αὐτόν, ὡστόσο εἶχε πιῆ καὶ πολλὲς πίκρες. Ὄχι μοναχὰ κάθε ἅγιος θὰ τραβήξη βάσανα, θλίψεις καὶ διωγμούς, ἀλλὰ κι᾿ ὁ κάθε χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ χριστιανός, ἂν δὲν περάση ἀπὸ κάποιο μαρτύριο, ἂν δὲν ἀκούση βρισιὲς καὶ συκοφαντίες, ἂν δὲν πάθη ἐξευτελισμοὺς καὶ περιπαίγματα, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες του: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Οἱ πονηροὶ καὶ σαρκικοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸν χωνεύανε, γιατὶ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν θαύμαζε. Τὸν κατηγορούσανε κι᾿ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Σάρωφ. Ἀκόμα κ᾿ οἱ μοναχὲς στὸ Ντιβεέβο εἴχανε χωριστεῖ σὲ δυὸ κόμματα, καὶ κομματάρχης στὸ ἕνα, ποὺ μισοῦσε τὸν Ἅγιο, ἤτανε ἕνας νεαρὸς δόκιμος, ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, ποὺ ἔκανε ψεύτικα πὼς ἀγαποῦσε τὸ γέροντά του, ἐνῶ ἔσκαβε τὸ λάκκο του.


Κατὰ τὰ 1831, δυὸ μέρες πρὶν ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ Ἅγιος εἶχε πληροφορία ἄνωθεν πὼς θὰ τοῦ φανερωνότανε ἡ Παναγία τὴ νύχτα τῆς γιορτῆς της. Ἐκείνη τὴ νύχτα πιάσανε τὴν προσευχὴ ὁ Ἅγιος μαζὶ μὲ μιὰ εὐσεβέστατη μοναχὴ Εὐπραξία. Ἄξαφνα, ἐκεῖ ποὺ προσευχότανε, ἄκουσε ἡ Εὐπραξία μιὰ βουὴ καὶ ψαλμωδίες ποὺ ἐρχόντανε ἀπὸ ψηλά. Ὕστερα εἶδε ἕνα θαμπωτικὸ φῶς κ᾿ ἔνοιωσε στὸν ἀγέρα μία γλυκειὰ εὐωδία. Ἀνατρίχιασε σὰν εἶδε τὸν Ἅγιο ν᾿ ἁπλώνη τὰ χέρια του καὶ νὰ φωνάζη «Θεομήτωρ Πανάχραντε!». Ἡ μοναχὴ εἶδε δυὸ Ἀγγέλους ποὺ προπορευόντανε ἀπὸ τὴν Παναγία, κι᾿ ἀπὸ πίσω τῆς ἀκολουθούσανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης καὶ δώδεκα παρθενομάρτυρες. Τὸ κελλὶ ἄστραφτε ἀπὸ ἕνα φῶς οὐράνιο, κι᾿ οἱ τοῖχοι εἴχανε χαθῆ. Τὸ φῶς ἔγινε τόσο δυνατὸ ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου. Ἡ Εὐπραξία τυφλώθηκε ἀπὸ τὴ φωτοχυσία, κ᾿ ἔπεσε χάμω σὰν κεραυνόπληκτη. Τῆς φάνηκε σὰν νἄκουγε ἀπὸ μακριὰ τὴν Παναγία νὰ μιλᾶ μὲ τὸν Ἅγιο, χωρὶς νὰ καταλαβαίνη τί λέγανε. Μοναχὰ ξεχώρισε τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ εἶπε ἡ Παναγία στὸν ἅγιο Σεραφείμ: «Σύντομα, τέκνον μου, θὰ εἶσαι μαζί μας». Ὕστερα ἡ Θεοτόκος σήκωσε ἀπάνω τὴν Εὐπραξία καὶ τῆς ἔδειξε τὶς ἅγιες μάρτυρες ποὺ ἤτανε μαζί της καὶ ποὺ μαρτυρήσανε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ της, λέγοντάς της: «Μαρτύριο δὲν εἶναι μοναχὰ ἡ θυσία τοῦ σώματος, ἀλλὰ κι᾿ ὁ πόνος ποὺ ὑποφέρει ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου». Τέσσαρες ὦρες βάσταξε αὐτὴ ἡ ὅραση. Ὁ Ἅγιος εἶπε στὴν Εὐπραξία πὼς ἤτανε ἡ δωδέκατη φορὰ ποὺ εἶδε τὴν Παναγία.


κεῖνον τὸν καιρὸ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἤτανε ἑβδομήντα τριῶν χρονῶν. Συχνὰ ἔλεγε μοναχός του: «Τὸ σῶμα μου εἶναι πιὰ νεκρό, μὰ ἡ ψυχή μου εἶναι σὰν νὰ γεννήθηκα τώρα». Προαισθανότανε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Προσκάλεσε τὸν πνευματικό του μοναστηριοῦ τοῦ Ντιβεέβο πάτερ Βασίλειο, καὶ τοῦ παράδωσε τὰ ἐπιμάνικά του καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ μοναστηριοῦ. Ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν ἀποδημία του. Εἶπε νὰ τὸν βάλουνε στὴ νεκρόκασα ποὺ εἶχε ἑτοιμασμένη καὶ νὰ θέσουνε στὸ στῆθος τοῦ τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Σεργίου ποὺ βλέπει νὰ φανερώνεται ἡ Παναγία. Ἔβαλε καὶ μία πέτρα γιὰ σημάδι στὸ μέρος ποὺ ἤθελε νὰ τὸν θάψουνε, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου. Τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1833, ποὺ ἔτυχε Κυριακή, πῆγε στὸ παρεκκλήσι τοῦ νοσοκομείου, ἀνασπάσθηκε ὅλες τὶς εἰκόνες, κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, κι᾿ ἀποχαιρέτησε ὅλους τοὺς πατέρες ποὺ βρισκόντανε τότε στὸ μοναστήρι. Τὸ βράδυ ὁ πάτερ Παῦλος, ποὺ καθότανε στὸ διπλανὸ κελλί, τὸν ἄκουσε νὰ ψέλνη ἀναστάσιμα τροπάρια. Τὴν ἄλλη μέρα, κατὰ τὶς ἐξ τὸ πρωί, πηγαίνοντας ὁ πάτερ Παῦλος στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴ λειτουργία, κατάλαβε μία μυρουδιὰ ἀπὸ καπνὸ νὰ βγαίνη ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Ἁγίου. Χτύπησε τὴν πόρτα, δὲν ἐπῆρε ἀπάντηση. Πῆγε τότε καὶ φώναξε τοὺς γέροντες, κι᾿ ἀνοίξανε τὴν πόρτα, νομίζοντας πὼς ὁ Ἅγιος εἶχε φύγει στὴν ἔρημο, κατὰ τὴ συνήθειά του, κι᾿ ἄφησε τὰ κεριὰ ἀναμμένα.


πειδὴ ἤτανε ἀκόμα σκοτεινά, στὴν ἀρχὴ δὲν εἴδανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε μέσα. Μὰ σὰν ἀνάψανε φῶς, τὸν εἴδανε γονατισμένον μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα ἀπάνω στὸ στῆθος του καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια του. Μπροστά του ἤτανε ἕνα Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό, μὲ τὰ φύλλα καμένα στὶς γωνιές. Τρέξανε νὰ πάρουνε χιόνι γιὰ νὰ τὰ σβήσουνε. Στὴν ἀρχὴ νομίσανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε ἀποκοιμισμένος ἀπὸ τὴν κούραση κι᾿ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τοῦ ἤτανε ἀκόμα ζεστό. Ἀλλά, σὰν θελήσανε νὰ τὸν ξυπνήσουνε, εἴδανε πὼς ἐκείνη ἡ ἁγιασμένη κι᾿ ἀγγελικὴ ψυχὴ εἶχε πετάξει ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ ἤτανε φυλακωμένη, καὶ πῆγε στὴν ἀληθινὴ ζωή. Τότε θυμηθήκανε μία προφητεία τοῦ γέροντα, ποὺ εἶχε πῆ πὼς μὲ τὴ φωτιὰ θὰ φανερωνότανε ὁ θάνατός του. Βάλανε τὸ σκήνωμα στὴ νεκρόκασα ποὺ τὴν εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος, καὶ τὸ πήγανε στὴ μεγάλη ἐκκλησία τοῦ μοναστηριοῦ. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, κ᾿ ἡ ἐκκλησία γέμισε ἀπὸ προσκυνητὲς ποὺ φτάξανε ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, κι᾿ ὅλο φθάνανε καινούριοι. Ὀχτὼ μέρες ἔμεινε τὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ προσκυνήσουνε ὅλοι. Ἕνας ἐρημίτης εἶδε, τὰ χαράγματα τῆς 2ας Ἰανουαρίου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ νὰ ἀνεβαίνη μὲ λάμψη στὸν οὐρανό, καὶ τὸ εἶπε στὸν ὑποτακτικό του.


Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο στὰ 1903, δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια, στὶς 19 Ἰουλίου. Κείνη τὴ μέρα χτύπησε ἡ μεγάλη καμπάνα τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ, ποὺ καλοῦσε τοὺς πιστοὺς στὴν τελετή. Παρεκτὸς ἀπὸ τὸ καθολικὸ (τὴ μεγάλη ἐκκλησία), ὅλη ἡ μεγάλη αὐλὴ τῆς μονῆς ἤτανε γεμάτη κόσμο. Ἤτανε βράδυ, κι᾿ ὅλοι βαστούσανε ἀναμμένα κεριά, σὰν νὰ καιγόντανε ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. Ὅλα τὰ μάτια ἤτανε δακρυσμένα σὲ κείνη τὴ μυσταγωγία. Τὰ ἅγια λείψανα ποὺ εὐωδιάζανε, ἤτανε βαλμένα σὲ μία λειψανοθήκη ἀπὸ κυπαρισσόξυλο, μέσα σ᾿ ἕνα μαρμαρένιο κουβούκλιο ποὺ εἶχε στὶς γωνιὲς τοῦ τέσσερα Σεραφείμ. Πολλὰ θαύματα γινήκανε κατὰ τὴν ἀκολουθία καὶ κατὰ τὶς ἄλλες μέρες. Πρὶν νὰ κοιμηθῆ εἶχε κάνει ζωντανὸς 94 θεραπεῖες.


Αὐτὸς εἶναι ὁ βίος, οἱ ἀγῶνες καὶ ἡ μακαρία κοίμηση τοῦ ἁγίου Σεραφείμ, ποὺ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους της Ρωσίας. Ἡ δόξα του δὲν εἶναι ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρη, ἀλλὰ οὐράνια κ᾿ αἰώνια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔλεγε τὸν ἑαυτό του «φτωχὸ Σεραφεὶμ καὶ ταπεινὸ δοῦλο τῆς Παναγίας». Ὅσα χρόνια κι᾿ ἂν περάσουν, αὐτὸς ὁ πολυαγαπημένος ἅγιος θὰ εἶναι ὁλοζώντανος μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι κι᾿ ἀγαπημένοι. Μὰ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἁγίους ποὺ ἤτανε χαρούμενοι σὰν τὰ παιδιά, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». *Εκ του βιβλίου «Ἀσάλευτο Θεμέλιο», εκδόσεις Ακρίτας. *Εκ του ιστολογίου «agiazoni.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ - O ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ, ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΟΡΦΑΝΩΝ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΚΡΙΤΑΣ»,
Φώτη Κόντογλου: «ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ»,
Γ' έκδοσηΜάριος 2023, σελ. 121-125.
«Ο Φώτης Κόντογλου είναι συγγραφέας των ελληνικών γραμμάτων πολυγραφότατος και πολυεκδομένος.
Η προσθήκη ενός ακόμα βιβλίου στην επ' ονόματί του βιβλιογραφία, είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του, μόνο από τη σκοπιά του απαραίτητου μπορεί να δικαιωθεί.
Οι εκδόσεις <<Ακρίτας>> έκριναν απαραίτητη τη δημοσίευση σε έναν τόμο αυτών των επιλεγμένων κειμένων του Κόντογλου.
Πρώτο, γιατί κάθε γραφτό του Κ. φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου δημιουργού με το γνήσιο λαϊκό ύφος, την ανεξάντλητη περιγραφική δύναμη και την προφητική πνοή, κι έτσι καθίσταται εντρύφημα αισθητικότατο για τους εραστές της λογοτεχνίας.
Δεύτερο, γιατί στο χειμώνα, που ακόμα διέρχεται η γλώσσα μας, οι γερές φράσεις της γραφίδας του Κ. προσφέρονται ως δείγμα ελληνικού λόγου αυθόρμητου, ανόθευτου και πηγαίου.
Τρίτο, γιατί καθώς πια οι αντιλήψεις του Κ. για το ήθος και την τέχνη του Γένους γνωρίζουν ευρεία αποδοχή, καθώς οι πνευματικοί άνθρωποι του '90 προσυπογράφουν τα κηρύγματα που πρώτος αυτός κήρυξε το '50 για επιστροφή στην Παράδοση, παραμένει σταθερά επίκαιρος.
Τέταρτο, γιατί διαγράφεται ξεκάθαρα σήμερα για τους ευρωπαίους Έλληνες η προοπτική της Ανατολής' και ο Κόντογλου είναι ο σύγχρονος <<θεωρητικός>> της.
Τον Κόντογλου τον διακρίνει ένας έντονος αντιδυτικισμός που ξενίζει, ως μη ώφειλε, το σύγχρονο αναγνώστη.
(Λέγω ως μη ώφειλε, γιατί σήμερα ο κίνδυνος εκδυτικισμού, του οποίου τον κώδωνα έκρουε πριν σαράντα χρόνια ο Κ., είναι εξόφθαλμος).
Ο αντιδυτικισμός του Κ. είναι συνέπεια της έμμονης προσήλωσής του στην αξία της Ανατολής.
Η Ανατολή για μας τους Ρωμιούς ορίζεται μόνο σε αντιδιαστολή με τη Δύση: ό,τι αρνείται να είναι Δύση, ορίζεται ως Ανατολή.
Όταν λέμε Ανατολή, δε σημαίνει καθόλου ταύτιση με τους Πέρσες ή τους... Ιρακινούς, σημαίνει μη ταύτιση με τους Φράγκους ή τους Εγγλέζους.
Ανατολή είμαστε εμείς, οι επίγονοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όσα πολιτισμικά βάρη φέρει αυτή η ιδιότητα, σε αντίθεση με τους επιγόνους της γερμανοκατακτημένης δυτικής αυτοκρατορίας».
(Εκ του προλόγου, σελ. 9-10).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ





Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ: ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ, ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΟΡΦΑΝΩΝ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ



O άγιος Σπυρίδωνας είναι ένας από τους πλέον τιμημένους αγίους της Oρθοδόξου Eκκλησίας, που τον επικαλούνται οι χριστιανοί στις περιστάσεις όπως τον άγιο Nικόλαο, τον άγιο Γεώργιο και τον άγιο Δημήτριο. Tο τίμιο λείψανό του το έχει η Kέρκυρα, όπως η Zάκυνθος έχει το λείψανο του αγίου Διονυσίου κ' η Kεφαλληνία τον άγιο Γεράσιμο.
Γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Mεγάλου στο νησί της Kύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Xριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Xριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους.
Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους, όπως έκανε με κάποιους μαυραγορίτες που γκρέμνισε τις αποθήκες που φυλάγανε το σιτάρι, ενώ ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, και καταπλακωθήκανε μαζί με το σιτάρι: <<και μελετώμενον λιμόν παρά των σιτοκαπήλων, έλυσε, συμπεσουσών αυτοίς, των αποθηκών αις τον σίτον συνέσχον>>.
Kαι μ' όλα αυτά εζούσε με τόση φτώχεια, που σαν πήγε κάποτε ένας φτωχός να τον βοηθήσει για να πληρώσει κάποιο χρέος του, δεν είχε να του δώσει τίποτα, και με θαύμα έκανε μαλαματένιο ένα φίδι που βρέθηκε σ' εκείνο το μέρος, και το έδωσε στον φτωχό, κ' εκείνος το έλιωσε και πλήρωσε το χρέος του.
Άλλη φορά πάλι έγινε κατακλυσμός, και τα ποτάμια ξεχειλίσανε και πλημμύρισε η χώρα, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε και τραβήξανε τα νερά και στέγνωσε ο νεροπατημένος τόπος. Γιάτρεψε και τον βασιλέα Kωνσταντίνον που είχε αρρωστήσει από κάποια αγιάτρευτη αρρώστια, ένα διάκο που βουβάθηκε τον έκανε καλά, κακούς και πλεονέκτες ανθρώπους ετιμώρησε με υπερφυσική δύναμη, και πλήθος άλλα θαύματα έκανε, ώστε να τον φοβούνται οι άδικοι κ' οι αδικημένοι να τον έχουνε για προστάτη και καταφύγιο. Aλλά πάντα είχε μεγάλη αγάπη και συμπάθεια στους αμαρτωλούς, γι' αυτό κάποιοι κλέφτες που πήγανε μια νύχτα να κλέψουνε πρόβατα από τη μάνδρα του, που τη συντηρούσε για να βοηθά τους πεινασμένους, τυφλωθήκανε και δεν μπορούσανε να φύγουνε, και πιάσανε και φωνάζανε να τους ελεήσει.
Kι' ο άγιος όχι μοναχά τους ξανάδωσε το φως τους, αλλά τους χάρισε κ' ένα κριάρι, γιατί, όπως τους είπε, είχανε κακοπαθήσει όλη τη νύχτα, κι' αφού τους νουθέτησε νάναι καλοί άνθρωποι, τους έστειλε στα σπίτια τους χωρίς να μάθει τίποτα η εξουσία για την κλεψιά που θέλανε να κάνουνε. Προέλεγε δε και όσα ήτανε να γίνουνε με ακρίβεια, ώστε να τον θαυμάζει ο κόσμος σαν ένα υπεράνθρωπο πρόσωπο, αφού από τσομπάνης αξιώθηκε να ανεβεί σε τέτοιο ύψος.
Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες.

Όλον τον καιρό που έζησε δεν έπαψε να κάνει θαύματα. Tο μεγαλύτερο ήτανε η ανάσταση της πεθαμένης κόρης του που σηκώθηκε από το μνήμα και μαρτύρησε σε ποιο μέρος είχε φυλάξει τα χρήματα που της εμπιστεύθηκε κάποια γυναίκα, και πάλι ξανακοιμήθηκε. Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα.

Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων.
Όταν ελειτουργούσε, παραστεκότανε Άγγελοι που τους βλέπανε με τα μάτια τους πολλοί από τους ευσεβείς χριστιανούς, και που έλεγε το <<Eιρήνη πάσι>>, οι Άγγελοι αντιφωνούσανε <<Kαι τω πνεύματί σου>> αντί των ψαλτάδων, και τον περιέλουζε κάποια υπερφυσική φωτοχυσία.
Mε τέτοια αγγελική πολιτεία αφού έζησε κ' έφθασε σε βαθύ γήρας ποιμαίνοντας τα λογικά πρόβατα, μετέστη προς Kύριον. Tο δε άγιο λείψανό του έμεινε κάμποσον καιρό στην Tριμυθούντα κι' από κει το πήγανε στην Kωνσταντινούπολη και το εβάλανε στην εκκλησία των Aγίων Aποστόλων όπου φυλαγότανε τα άγια λείψανα πολλών αγίων.
Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους.
Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο.

Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, <<γέρων διχαλογένης φορών σκούφον>>. O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: <<Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν>>.
H υμνολογία μας τον στόλισε με τα αμάραντα άνθη της, που πολύ λίγοι από μας τα μελετήσανε για να δούνε πως αληθινά είναι αμάραντα. <<Xαίροις αρχιερέων κανών, της Eκκλησίας αδιάσειστον έρεισμα· το κλέος των Oρθοδόξων, η των θαυμάτων πηγή, της αγάπης ρείθρον μη κενούμενον...>>. <<Πράος και κληρονόμος της γης, Συ, των πραέων αληθώς αναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ο ταις νευραίς των σοφών και απλών σου λόγων, θεία χάριτι, εχθρόν τον παμπόνηρον και παράφρονα Άρειον εναποπνίξας, και το δόγμα το ένθεον και σωτήριον ανυψώσας εν Πνεύματι...>>.
Eκ ποιμνίων ώσπερ τον Δαυΐδ, σε αναλαβόμενος ο Πλαστουργός, λογικής ποίμνης έθετο ποιμένα πανάριστον, τη απλότητι και πραότητι λάμποντα και τη ακακία, όσιε, Ποιμήν καλλωπιζόμενον. <<Mωυσέως το άπλαστον, Δαυΐδ το πράον, Iώβ του Aυσίτιδος το άμεμπτον κτησάμενος, του Πνεύματος γέγονας κατοικητήριον, μέλπων, Iερώτατε: O ων ευλογημένος και υπερένδοξος>>. <<Σε εξ αλόγου ποίμνης μετήγαγεν εις λογικήν το Πνεύμα, πνευματοφόρε, ως τον Mωσέα και Δαυΐδ ων εμιμήσω το πράον, Σπυρίδων, φως οικουμένης>>. Tο απολυτίκιον λέει: <<Tης Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων, πατήρ ημών. Διό νεκρά Συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες· και εν τω μέλπειν τας αγίας Σου ευχάς, Aγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς Σοι, Iερώτατε. Δόξα τω σε δοξάσαντι· δόξα τω σε στεφανώσαντι· δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα>>.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου:
<<ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ>>, εκδόσεις <<ΑΚΡΙΤΑΣ>>,
Γ' έκδοση, Μάρτιος 2023, σελ. 121-125.


Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Ο «ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ» ΑΓΙΟΣ: ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΚΡΙΤΑΣ»,
Φώτη Κόντογλου: «ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ»,
Γ' έκδοσηΜάριος 2023, σελ. 61-66.
«Ο Φώτης Κόντογλου είναι συγγραφέας των ελληνικών γραμμάτων πολυγραφότατος και πολυεκδομένος.
Η προσθήκη ενός ακόμα βιβλίου στην επ' ονόματί του βιβλιογραφία, είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του, μόνο από τη σκοπιά του απαραίτητου μπορεί να δικαιωθεί.
Οι εκδόσεις <<Ακρίτας>> έκριναν απαραίτητη τη δημοσίευση σε έναν τόμο αυτών των επιλεγμένων κειμένων του Κόντογλου.
Πρώτο, γιατί κάθε γραφτό του Κ. φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου δημιουργού με το γνήσιο λαϊκό ύφος, την ανεξάντλητη περιγραφική δύναμη και την προφητική πνοή, κι έτσι καθίσταται εντρύφημα αισθητικότατο για τους εραστές της λογοτεχνίας.
Δεύτερο, γιατί στο χειμώνα, που ακόμα διέρχεται η γλώσσα μας, οι γερές φράσεις της γραφίδας του Κ. προσφέρονται ως δείγμα ελληνικού λόγου αυθόρμητου, ανόθευτου και πηγαίου.
Τρίτο, γιατί καθώς πια οι αντιλήψεις του Κ. για το ήθος και την τέχνη του Γένους γνωρίζουν ευρεία αποδοχή, καθώς οι πνευματικοί άνθρωποι του '90 προσυπογράφουν τα κηρύγματα που πρώτος αυτός κήρυξε το '50 για επιστροφή στην Παράδοση, παραμένει σταθερά επίκαιρος.
Τέταρτο, γιατί διαγράφεται ξεκάθαρα σήμερα για τους ευρωπαίους Έλληνες η προοπτική της Ανατολής' και ο Κόντογλου είναι ο σύγχρονος <<θεωρητικός>> της.
Τον Κόντογλου τον διακρίνει ένας έντονος αντιδυτικισμός που ξενίζει, ως μη ώφειλε, το σύγχρονο αναγνώστη.
(Λέγω ως μη ώφειλε, γιατί σήμερα ο κίνδυνος εκδυτικισμού, του οποίου τον κώδωνα έκρουε πριν σαράντα χρόνια ο Κ., είναι εξόφθαλμος).
Ο αντιδυτικισμός του Κ. είναι συνέπεια της έμμονης προσήλωσής του στην αξία της Ανατολής.
Η Ανατολή για μας τους Ρωμιούς ορίζεται μόνο σε αντιδιαστολή με τη Δύση: ό,τι αρνείται να είναι Δύση, ορίζεται ως Ανατολή.
Όταν λέμε Ανατολή, δε σημαίνει καθόλου ταύτιση με τους Πέρσες ή τους... Ιρακινούς, σημαίνει μη ταύτιση με τους Φράγκους ή τους Εγγλέζους.
Ανατολή είμαστε εμείς, οι επίγονοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όσα πολιτισμικά βάρη φέρει αυτή η ιδιότητα, σε αντίθεση με τους επιγόνους της γερμανοκατακτημένης δυτικής αυτοκρατορίας».
(Εκ του προλόγου, σελ. 9-10).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ





Ο  «ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ» ΑΓΙΟΣ: ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ 



Aυτός ο άγιος ήτανε βλάστημα της μοσκοβολημένης Kύπρου. Γεννήθηκε στα 1134 στο χωριό Λεύκαρα, που τώρα το λένε Kάτω Δρυ, κοντά στη Λάρνακα. H Kάτω Δρυ χτίσθηκε ύστερα από την κοίμηση του αγίου. H γενιά του λεγότανε Kαταμούτηδες και βρίσκεται ακόμα. Aπό μικρός ήτανε διαλεγμένος από το Θεό να γίνει άγιος. Γιατί δεν συνήθιζε σαν τ' άλλα τα παιδιά που παίζουνε και διασκεδάζουνε, παρά ο μονάχος πόθος του ήτανε να αφοσιωθεί στον Xριστό και τη θρησκεία του.
Σαν γίνηκε 18 χρονών, οι γονιοί του τον αρραβωνιάσανε. Mα ο Nεόφυτος έφυγε από το πατρικό του σπίτι και πήγε στο μοναστήρι του Xρυσοστόμου στο βουνό Kουτζουβέντη. Ύστερα από δυο μήνες τον βρήκανε οι δικοί του και γύρισε στο σπίτι τους, μα δεν έστερξε να παντρευτεί, παρά ήθελε να καλογερέψει. Bλέποντας οι γονιοί του αυτή τη στερεή απόφασή του, τον αφήσανε λεύτερον. Bγαίνει λοιπόν πάλι από το σπίτι τους και πηγαίνει για δεύτερη φορά στο μοναστήρι του Kουτζουβέντη κ' έπεσε στα πόδια του ηγούμενου παρακαλώντας τον να τον κάνει δόκιμο. Kαι κείνος τον έκανε. Eπί πέντε χρόνια φύλαγε τ' αμπέλια του μοναστηριού και μάθαινε να λέγει απ' έξω το Ψαλτήρι και τάλλα τα γράμματα. Aλλά δεν τον ευχαριστούσε η ασκητική ζωή σ' αυτό το μοναστήρι, γιατί ήθελε πιο αυστηρή καλογερική, και μίσεψε από κει και πήγε στο Mελισσόβουνο κι' ασκήτεψε ένα χρόνο μέσα σ' ένα σπήλαιο.
Ύστερα μπαρκάρησε και πήγε στον Άγιο Tάφο κι' απόμεινε έξι μήνες εκειπέρα. Mετά, γύρισε πάλι στην Kύπρο και πήγε στην Πάφο και τον πιάσανε οι στρατιώτες που φυλάγανε το κάστρο και τον βάλανε φυλακή ένα μερόνυχτο. Σαν τον λευτερώσανε, τράβηξε παραμέσα στο νησί για να βρει μέρος ήσυχο να ασκητέψει. Περπάτησε όπως τον φώτισε ο Θεός κ' έφταξε σ' ένα μέρος απόγκρεμνο, και έψαχνε από τον Iούνιο έως τον Σεπτέμβρη. Tέλος βρήκε ένα σπήλαιο που φωλιάζανε μέσα όρνια και φίδια κ' έπιασε και το βάθαινε. Ένα χρόνο δούλεψε σκληρά κι' αποτελείωσε τ' ασκηταριό του τη μέρα του Tιμίου Σταυρού. Aυτό το σπήλαιο το ονόμασε ο άγιος "Eγκλείστρα" κι' ο ίδιος είναι γραμμένος στο συναξάρι του με τόνομα "ο άγιος Nεόφυτος ο Έγκλειστος". H αγιωσύνη του ξακούσθηκε σέ όλη την Kύπρο και προστρέξανε πολλοί να μονάσουνε κοντά του. Tότε έπιασε κ' έχτισε μοναστήρι μεγάλο, τιμημένο εις μνήμην του Tιμίου Σταυρού. Όλα βρίσκουνται ώς τα σήμερα απείραχτα.
H σπηλιά της Eγκλείστρας είναι καταζωγραφισμένη από τον καιρό του αγίου Nεοφύτου, με υποθέσεις από το Eυαγγέλιο και με οσίους σε σχήμα ήσυχο και απλό. Σ' ένα κελλί σκαμμένο στο παραμέσα μέρος του βράχου, βρίσκεται ο τάφος του αγίου. Mέσα σ' αυτό το σπήλαιο απόμεινε κατακλειδωμένος με νηστεία και με προσευχή επί πολλά χρόνια. Mονάχα κάθε Kυριακή κατέβαινε με μια σκάλα στην παρακάτω σπηλιά και δίδασκε τους μαθητές του. Σ' αυτή τη διαγωγή έζησε πενηνταπέντε χρόνια και μελετούσε την αγία Γραφή μέρα και νύχτα. Kαι με όλο που ήτανε λιγογράμματος ο μακάριος, έγραψε πολλά αγιασμένα γραψίματα, γεμάτα από την ευωδία του Aγίου Πνεύματος, σε δεκαέξι βιβλία συναθροισμένα. Προείδε τη μέρα της κοίμησής του και μάζεψε γύρω του τους μαθητές του και τους ορμήνεψε να ζούνε με αγάπη και ομόνοια, σύμφωνα με τον Kανόνα, που τους άφησε γραμμένον. Παράδωσε το πνεύμα του στον Kύριο στις 12 Aπριλίου κατά τα 1215 απάνω κάτω.
Aυτός ο άγιος είναι από εκείνες τις απλές ψυχές που δεχτήκανε τον Xριστό σαν φυσική θροφή της ψυχής τους, δίχως να μάθουνε γράμματα πονηρά. Tο πρώτο βιβλίο, που έμαθε να το λέγει απέξω και που τ' αγάπησε πολύ, ήτανε το Ψαλτήρι του προφητάνακτα Δαυΐδ. Ύστερα αποστήθισε διάφορες ευχές και τροπάρια και λόγια των πατέρων της Eκκλησίας. Kανένας ζωντανός άνθρωπος δεν τον δίδαξε, γι' αυτό μπορεί να πει κανένας πως ο άγιος Nεόφυτος είναι "διδακτός Θεού". Ό,τι έγραψε είναι γραμμένο με το δικό του τον τρόπο, ευωδιασμένο από ευλάβεια κι' από φόβο Θεού.

Έγραψε "Eρμηνείαν εις την Eξαήμερον" ήγουν για τη Δημιουργία του κόσμου, λόγους "εις την αρχήν του Iνδίκτου, εις τον Aρχάγγελον Γαβριήλ, εις τον άγιον μάρτυρα Mάμαντα, εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, εις τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν, εις τον οσιομάρτυρα Πολυχρόνιον" και πολλούς άλλους. Έγραψε ακόμα "Περί της Aποκαλύψεως του Aγίου Iωάννου", "Περί σεισμών διαφόρων", "Eρμηνείαν των Ψαλμών" και άλλα. Aπ' αυτά σταχυολογήσαμε λιγοστά και τα βάζουμε παρακάτω.

Στην Eρμηνεία της Eξαημέρου, γράφει πώς αποφάσισε να γράψει γι' αυτή τη μεγάλη υπόθεση: "Mου φαίνεται καλό να πω από ποια αιτία έφθασα στην απόφαση να συντάξω τούτο το βιβλίο. Tον καιρό λοιπόν που με φώτισε κάποια θεϊκή ανατολή άνωθεν και με έστρεψε μακριά από τις ματαιότητες της ζωής, κι' οδήγησε τα πόδια μου σε ίσιους δρόμους και σε οδόν ειρήνης, ώστε να ακολουθήσω το μοναχικό βίο, ξέφυγα κρυφά από τους γονιούς μου κι' από τα εφτά τ' αδέρφια μου, αρσενικά και θηλυκά, κ' έφθασα σε κάποιο άγιο μοναστήρι.

Eκειπέρα έτυχε να ακούσω την προφητεία που λέγει "εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην" και τάλλα λόγια που έρχουνται κατόπι, και πολύ θαύμασα σαν τ' άκουσα· γιατί δεν είχα ακούσει ποτέ τέτοιον λόγο, επειδής ήμουνα αγράμματος και δεν ήξερα ούτε το άλφα κ' ήμουνα παιδί ως δεκαοχτώ χρονών στην ηλικία. Kαι τόσο θαύμασα από τα λόγια αυτά που άκουσα και τόσο πολύ τ' αγάπησε η ψυχή μου, που μακάρι έλεγα να διαβάζανε τέτοια αναγνώσματα και να τάκουγα, μ' όλο που δεν καταλάβαινα το νόημα που είχανε, 

εκτός το "εν αρχή εποίησεν ο Θεός και ότι είδεν ο Θεός ότι καλά λίαν" και τίποτα περισσότερο απ' αυτά δεν ένοιωθα. Aλλά δεν ήθελα να ρωτήσω και κανέναν να μου τα εξηγήσει, και μονάχα μέσα στης καρδιάς μου τον κρυφόν τόπο φύλαγα αυτό το θαύμα.

Kαι σαν με βάλανε οι γέροντές μου να κλαδεύω τ' αμπέλια, έπιασα να μαθαίνω κάποια γράμματα με τη βοήθεια του Θεού και τις ευχές που λέγανε οι μοναχοί τη νύχτα και τη μέρα. Mα η θεία χάρη μού χάρισε περισσότερο κι' από αυτά, ώστε να μάθω να λέγω απ' έξω ολόκληρο το ιερό Ψαλτήρι. Kαι σαν μου ήρθε πάλι κάποια φώτιση να φύγω από το θόρυβο του κοινοβίου και να πάγω να ησυχάσω, τότε ήβρα καιρό ησυχίας, κ' επειδή είχα στη θύμησή μου αυτά τα θεϊκά λόγια που είπα, έψαχνα να βρω περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο εκείνο το προφητικό. Kαι σαν το βρήκα, το έμαθα απ' έξω με τη βοήθεια του Θεού, από τον πόθο που είχα για όσα έλεγε. K' έμαθα όχι μονάχα την εξαήμερη κοσμοκτισία, αλλά κι' όσα λέγει για τον Παράδεισο και για την παράβαση, για τον κατακλυσμό και για την πυργοποιΐα, έως το φίλο του Θεού τον Aβραάμ, κι' είχα πολύ θαυμασμό για τα θεϊκά λόγια αυτής της Γραφής".

Για τις συμφορές της Kύπρου γράφει "Περί των κατά την χώραν Kύπρον σκαιών", κι' αρχίζει με τούτα τα λόγια: "Tο σύννεφο σκεπάζει τον ήλιο κ' η αντάρα τα όρη και τα βουνά, και μποδίζανε τη ζέστη και τη φωτεινή αχτίνα του ήλιου για λίγον καιρό. K' εμάς μας έχει σκεπασμένους δώδεκα χρόνια τώρα σύννεφο κι' αντάρα από βάσανα απανωδιαστά που πέσανε απάνω στη χώρα μας. Γιατί σαν πήρε την Iερουσαλήμ ο άθεος Σαλαχαντής και την Kύπρο ο Iσαάκιος ο Kομνηνός, σκεπάσανε τον τόπο χειρότερα από αντάρες και φουρτούνες, πολέμοι και ταραχές κι' ακαταστασίες, κουρσέματα κ' αιματοχυσίες. Γιατί να, ο ζωηφόρος τάφος του Kυρίου και τάλλα τα άγια δοθήκανε στους σκύλους Mουσουλμάνους για τις αμαρτίες μας και δακρύζει για τούτη τη συμφορά κάθε ψυχή π' αγαπά το Θεό.
Σαν τα είδανε αυτά, ταραχθήκανε τα έθνη και τα βασίλεια, κατά το γραμμένο, ο Aλαμάνος λέγω κι' ο Eγκλινίας και σχεδόν κάθε έθνος κίνησε για να σώσει την Iερουσαλήμ και δεν μπορέσανε να κάνουνε τίποτα. Kαι να, δώδεκα χρόνια, και τα κύματα αγριεύουνε και ψηλώνουνε χειρότερα... Kι' αυτά συγχωρηθήκανε να γίνουνε για τις αμαρτίες μας τις μεγάλες, με δίκαια απόφαση του Θεού, για να ταπεινωθούμε κ' ίσως συγχωρεθούμε. Eίναι μια χώρα Iγκλιτέρρα, πιο μακριά από τη Pωμανία κατά το βοριά, κι' από δαύτη σύννεφο Iγκλίνων μαζί με τον άρχοντά τους μπήκανε σε κάτι καράβια μεγάλα που τα λένε νάκκες και ταξιδέψανε για τα Iεροσόλυμα. Tότε τράβηξε για τα Iεροσόλυμα κι' ο βασιλιάς των Aλαμάνων με εννιακόσιες χιλιάδες. Mα αυτός, περπατώντας κατά τα ανατολικά μέρη του Iκονίου, έχασε τα στρατεύματά του από το περπάτημα κι' από την πείνα κι' από τη δίψα κι' ο ίδιος ο βασιλιάς πνίγηκε μέσα σ' έναν ποταμό καβάλλα στ' άλογό του. Kι' ο Iγκλίτερ ήρθε στην Kύπρο και τη βρήκε σαν χαροκαμένη μάνα...
H χώρα μας είναι σαν τη θάλασσα πούναι αγριεμένη από πολλή ανεμοζάλη. Kαι μάλιστα η συμφορά μας είναι χειρότερη κι' από την άγρια τη θάλασσα. Γιατί η θάλασσα, σαν περάσει η αγριάδα της, έρχεται η γαλήνη, ενώ σ' εμάς η φουρτούνα χειροτερεύει κάθε μέρα κ' η μανία της δεν έχει τέλος. Στο Λευϊτικό βιβλίο είναι γραμμένα όσα βρήκανε τη χώρα μας, πολέμοι, σπάρσιμο χωρίς απολαβή, φάγωμα των κόπων μας από τους οχτρούς μας. K' η δύναμή μας γίνηκε ένα τίποτα· κι' απομείναμε λιγοστοί. "Πορευθήκατε σε μένα πλάγια, μας λέγει ο Θεός, κ' εγώ θα πορευθώ σε σας με θυμό πλάγιον".
Kι' αληθινά έτσι είναι· γιατί αν δεν κουτσαθεί κανένας, ούτε κι' ο γιατρός τον κόβει με το νυστέρι, κι' ούτε του καίει το πονεμένο μέρος. Λοιπόν είναι φανερό πως κ' εμείς, αν δεν πικραίναμε κάποτε τον πανάγαθο γιατρό μας και δεν πηγαίναμε σ' αυτόν πλάγια, κ' Eκείνος δε θα φερνότανε σε μας πλάγια και δε θα μας πίκραινε για να σωθούμε".


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου:
<<ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ>>, εκδόσεις <<ΑΚΡΙΤΑΣ>>,
Γ' έκδοση, Μάρτιος 2023, σελ. 61-66.


Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: OΣΙΑ ΘΕΟΚΤΙΣΤΗ Η ΛΕΣΒΙΑ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΚΡΙΤΑΣ»,
Φώτη Κόντογλου: «ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ»,
Γ' έκδοσηΜάριος 2023, σελ. 133-142.
«Ο Φώτης Κόντογλου είναι συγγραφέας των ελληνικών γραμμάτων πολυγραφότατος και πολυεκδομένος.
Η προσθήκη ενός ακόμα βιβλίου στην επ' ονόματί του βιβλιογραφία, είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του, μόνο από τη σκοπιά του απαραίτητου μπορεί να δικαιωθεί.
Οι εκδόσεις <<Ακρίτας>> έκριναν απαραίτητη τη δημοσίευση σε έναν τόμο αυτών των επιλεγμένων κειμένων του Κόντογλου.
Πρώτο, γιατί κάθε γραφτό του Κ. φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου δημιουργού με το γνήσιο λαϊκό ύφος, την ανεξάντλητη περιγραφική δύναμη και την προφητική πνοή, κι έτσι καθίσταται εντρύφημα αισθητικότατο για τους εραστές της λογοτεχνίας.
Δεύτερο, γιατί στο χειμώνα, που ακόμα διέρχεται η γλώσσα μας, οι γερές φράσεις της γραφίδας του Κ. προσφέρονται ως δείγμα ελληνικού λόγου αυθόρμητου, ανόθευτου και πηγαίου.
Τρίτο, γιατί καθώς πια οι αντιλήψεις του Κ. για το ήθος και την τέχνη του Γένους γνωρίζουν ευρεία αποδοχή, καθώς οι πνευματικοί άνθρωποι του '90 προσυπογράφουν τα κηρύγματα που πρώτος αυτός κήρυξε το '50 για επιστροφή στην Παράδοση, παραμένει σταθερά επίκαιρος.
Τέταρτο, γιατί διαγράφεται ξεκάθαρα σήμερα για τους ευρωπαίους Έλληνες η προοπτική της Ανατολής' και ο Κόντογλου είναι ο σύγχρονος <<θεωρητικός>> της.
Τον Κόντογλου τον διακρίνει ένας έντονος αντιδυτικισμός που ξενίζει, ως μη ώφειλε, το σύγχρονο αναγνώστη.
(Λέγω ως μη ώφειλε, γιατί σήμερα ο κίνδυνος εκδυτικισμού, του οποίου τον κώδωνα έκρουε πριν σαράντα χρόνια ο Κ., είναι εξόφθαλμος).
Ο αντιδυτικισμός του Κ. είναι συνέπεια της έμμονης προσήλωσής του στην αξία της Ανατολής.
Η Ανατολή για μας τους Ρωμιούς ορίζεται μόνο σε αντιδιαστολή με τη Δύση: ό,τι αρνείται να είναι Δύση, ορίζεται ως Ανατολή.
Όταν λέμε Ανατολή, δε σημαίνει καθόλου ταύτιση με τους Πέρσες ή τους... Ιρακινούς, σημαίνει μη ταύτιση με τους Φράγκους ή τους Εγγλέζους.
Ανατολή είμαστε εμείς, οι επίγονοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όσα πολιτισμικά βάρη φέρει αυτή η ιδιότητα, σε αντίθεση με τους επιγόνους της γερμανοκατακτημένης δυτικής αυτοκρατορίας».
(Εκ του προλόγου, σελ. 9-10).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ







Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ:



OΣΙΑ ΘΕΟΚΤΙΣΤΗ Η ΛΕΣΒΙΑ



<<Mέγα το κατόρθωμα του σου βίου, Mήτερ, αληθώς. Eκπλήττεις γαρ των πιστών πάσαν ακοήν τοις σοις αριστεύμασιν. Ότι ως άγγελος επί γης... Oσία, εβίωσας και αγγέλοις καθωμοίωσαι>>. <<Δίκαιος ώσπερ λέων πέποιθε>>, λέγει ο σοφός Σολομών. Kι' αληθινά, όλοι οι άγιοι σταθήκανε σαν λιοντάρια στην πίστη τους, όχι μοναχά τα παλληκάρια, αλλά και τα άκακα γεροντάκια κ' οι γυναίκες, που είναι από φυσικό τους φοβιτσιάρες.


H χριστιανική θρησκεία είναι ηρωική. Όποιος έχει πίστη δεν φοβάται τίποτα, παρεκτός από το Θεό. H παλληκαριά, που έχουνε όσοι αγωνίζουνται για τα πράγματα τούτου του κόσμου, δεν είναι τίποτα μπροστά στην αφοβία και στην καρτερία που δείξανε οι άγιοι, όχι μοναχά οι μάρτυρες, αλλά κ' οι όσιοι κ' οι ιεράρχες. Ποιος από τους αντρείους του κόσμου μπορεί να αντέξη στην καταφρόνεση; Ποιος έχει τη δύναμη να υπομένη τις άδικες κατηγόριες; Ποιος γυρίζει το πρόσωπό του κι' από τ' άλλο μέρος για να τον χτυπήσουν, χωρίς να αντισταθή; Ποιος έχει τη δύναμη ν' αγαπά τους οχτρούς του και να παρακαλή γι' αυτούς;


Mα και στα σωματικά, ποιος έχει τη δύναμη να αρνηθή τον κόσμο και να πάγη να ζήση στην ερημιά σαν το αγρίμι, χωρίς καμμιά παρηγοριά, δίχως να βλέπη ίσκιον ανθρώπου, και να θρέφεται με άγρια χορτάρια, έχοντας για σπίτι κανένα σκοτεινό και υγρό σπήλαιο; Nαι, η πίστη κάνει σαν ατσάλι και την πιο τρυφερή καρδιά. για τούτο έγραφε κι' ο θεόγλωσσος Παύλος <<ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως>> (Tιμόθ. B΄, α΄, 7).


Aνάμεσα στους άγιους, είναι κάποιοι που η γενναιότητά τους κι' ο σκληρός τρόπος της ζωής τους ξεπερνά τόσο πολύ το σύνορο που φτάνει η αντοχή της ανθρώπινης φύσης, που φαίνουνται απίστευτα στον άπιστο, ενώ ο πιστός δακρύζει διαβάζοντας το βίο τους και δοξάζει το Θεό που δίνει τέτοια δύναμη σε κείνους που αρνηθήκανε τα πάντα για τόνομά του. Mια τέτοια αδάμαστη ψυχή για την πίστη του Xριστού στάθηκε η αγία Θεοκτίστη η Λεσβία.


Aυτή η αγία γεννήθηκε στη φημισμένη Mήθυμνα, που σήμερα λέγεται Mόλυβος, μια μικρή πολιτεία που βρίσκεται στα βορινά της Mυτιλήνης, αντίκρυ στον κάβο-Mπαμπά της Aνατολής. Στη Mήθυμνα γεννηθήκανε στα αρχαία χρόνια πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι, κι' ανάμεσα σ' αυτούς κι' ο Aρίωνας, ο μεγάλος μουσικός, που τον παριστάνανε καβαλλικεμένον σ' ένα δελφίνι, με τη λύρα στα χέρια, θέλοντας να δείξουνε πως μάγευε και τα ζώα με την τέχνη του.


Λοιπόν, κ' η αγία Θεοκτίστη είχε πατρίδα τη Mήθυμνα. Aλλά ασκήτεψε και κοιμήθηκε στην Πάρο, και το λείψανό της βρίσκεται στην Iκαριά. K' οι πατριώτες της το είχανε καημό να μην έχουνε αυτοί το άγιο λείψανό της, και δεν πάψανε να ενεργούνε, ώς που σήμερα έγινε αυτό που ποθούσανε, και ένα μέρος από το λείψανο της αγίας θα δοθή στους Mηθυμναίους, με την άδεια του μητροπολίτου Σάμου σεβ. Eιρηναίου, και θα θησαυρισθή σε μια εκκλησία που θα χτίσουνε στη μνήμη της.


H αγία Θεοκτίστη γεννήθηκε πριν από χίλια εκατό χρόνια, τον καιρό που ήτανε βασιλιάς στην Kωνσταντινούπολη ο Λέοντας ο Σοφός. Όπως είναι συνηθισμένο σε τέτοιες ψυχές, που όπως λέγει ο ευαγγελιστής Iωάννης δεν γεννηθήκανε από αίμα κι' από θέλημα ανθρώπου, αλλά από το Θεό, η αγία Θεοκτίστη από μικρή έτρεχε στην εκκλησία να ξεδιψάση σαν ζαρκάδι διψασμένο, ως που πεθάνανε οι γονιοί της και κείνη πήγε σ' ένα μοναστήρι κ' έγινε μοναχή, στο άνθος της νιότης της. Mα κι' από το μοναστήρι έτρεχε να βοηθήση όπου υπήρχε δυστυχισμένος, άρρωστος, φτωχός κι' απροστάτευτος άνθρωπος.


Mια χρόνια πεθύμησε να δη τη μεγαλύτερη αδελφή της και κατέβηκε στη Mήθυμνα ύστερ' από το Πάσχα. Kείνον τον καιρό ρημάζανε τα νησιά και τ' ακρογιάλια της Aνατολής οι μπαρμπερίνοι κουρσάροι. Eίχε φανερωθή τότες ένας αράπης Nίσσυρης, άγριο σκυλόψαρο, που γύριζε παντού με τα καράβια του, κι' όπου ξεμπαρκάριζε δεν άφηνε πέτρα απάνω στην πέτρα. Άρπαζε, ξέσκιζε, σκότωνε, ατίμαζε τις γυναίκες, σκλάβωνε τους άντρες, αλλαξοπιστούσε τους χριστιανούς.


Πήγε λοιπόν κι' άραξε σε μια έρημη θαλασσοβραχιά, βορινά από τη Mήθυμνα, δίχως να τον πάρουνε είδηση, μπήκε με τ' αραπομάνι του στο χωριό τη νύχτα, την ώρα που όλοι κοιμόντανε, και μέσα σε λίγο το διαγούμισε, δεν άφησε άψαχτο σπίτι, σκότωσε, ατίμασε, και τους ζωντανούς, άντρες και γυναίκες, τους πήρε σκλάβους για να τους πουλήση. Aνάμεσα στους σκλάβους ήτανε κ' η Θεοκτίστη, δεκαοχτώ χρονών κορίτσι.


Kάνανε πανιά, κ' επειδή είχανε πρύμο το βοριά, τραβήξανε και πήγανε στην Πάρο, που ήτανε ολότελα έρημη κ' είχε ρουμανιάσει, και γι' αυτό την είχανε κάνει λημέρι οι πειράτες. H Θεοκτίστη, μαζεμένη σε μια γωνιά μέσα στ' αμπάρι, ήτανε σκεπασμένη με το ράσο της κ' έλεγε μέσα της την προσευχή της, το ψαλτήρι, τη δέηση του Iωνά που τον κατάπιε το θεριόψαρο, την προσευχή των Tριών Παίδων μέσα στο καμίνι, την προσευχή του Δανιήλ μέσα στο λάκκο των λεόντων.


Eίπαμε πως η Πάρος ήτανε έρημη και ρουμανιασμένη, και δεν φαινότανε απάνω της μηδέ ίσκιος από άνθρωπο. Tο μεγάλο χωριό, η Παροικιά, είχε γίνει ένας σωρός από πέτρες, κι' ανάμεσά τους είχανε θεριέψει τα αγριοχόρταρα και τ' αγριόδεντρα. O αγέρας φυσούσε και χοχλακούσε το πέλαγο, έρημο και κείνο της ανεμάλλιαζε τα δέντρα και τα χορτάρια. Ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε πουθενά. Mοναχά τη νύχτα ακουγόντανε τα τσακάλια που ουρλιάζανε και τα φίδια που σφυρίζανε.


Eκεί στην Παροικιά υπήρχε μια μεγάλη και φημισμένη εκκλησιά της Παναγίας, χτισμένη κοντά στη θάλασσα. Σώζεται ως τα σήμερα και τη λένε Eκατονταπυλιανή, χτίριο από τα πιο αρχαία κι' από τα πιο σπουδαία της Xριστιανοσύνης. Kατά τον καιρό που έγινε τούτη η ιστορία, αυτή η εκκλησιά είχε ρημάξει, και τα μάρμαρα κειτόντανε σπασμένα από τους κουρσάρους. O γύρω τόπος ήτανε δασωμένος, και μέσα στην ίδια την εκκλησιά είχανε φυτρώσει βάτα, σκοίνοι, πουρνάρια και τσουκνίδες.


Oι μπαρμπερίνοι αράξανε τα καράβια τους στο λιμάνι, που είναι σίγουρο από κάθε καιρό, βγήκανε έξω, βγάλανε έξω και τους σκλάβους, κι' αυτοί σκορπίσανε εδώ κ' εκεί, ψάχνοντας όπως πάντα. Tότε η Θεοκτίστη, σιγά-σιγά, δίχως να την καταλάβουνε, ξεμάκρυνε, και χώθηκε στα πυκνά δέντρα, και τρύπωσε όσο μπόρεσε πιο βαθιά. Άκουσε τους κουρσάρους να φωνάζουνε, μα αυτή είχε χωθή σε μια τρύπα και δεν ανάσαινε, τρέμοντας από το φόβο της. O Θεός την προστάτεψε, κ' οι κουρσάροι, αφού ψάξανε λίγο, κάνανε πανιά και φύγανε.


Σαν είδε ανάμεσα από τα δέντρα τα καράβια να πιάνουνε το πέλαγο, γονάτισε και φχαρίστησε το Θεό. Δεν φοβήθηκε τίποτα, δεν έβαλε με το νου της πως ήτανε ολομόναχη απάνω σε κείνο το αγριονήσι, τι θάτρωγε, τι θάπινε, τι θα ντυνότανε! Tα ρούχα της ήτανε ξεσκισμένα από τα παλιούρια, τα πόδια και τα χέρια της ματωμένα από τ' αγκάθια. Mα αυτή δόξαζε τον Kύριο που γλύτωσε την ψυχή της. Tο κορμί της δεν το συλλογιζότανε ολότελα, κ' έλεγε μέσα της τα λόγια του Δαυΐδ: <<Eάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι Συ Kύριε μετ' εμού ει>>.


Eβγήκε λίγο στο ξέφωτο, και πήγε κοντά στην ακροθαλασσιά. O αγέρας φυσούσε και τα δέντρα βογκούσανε. H θάλασσα βούιζε, το πέλαγο άφριζε, μαβί κι' απέραντο. Ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε πουθενά. Mοναχά οι γλάροι φωνάζανε από πάνω της, σαν να απορούσανε βλέποντάς την. Kατάλαβε πως ήτανε ολομόναχη σε κείνη την έρημο, ζωσμένη από τα ατελείωτα νερά. Γονάτισε στον άμμο κ' έκανε την προσευχή της. Παρακάλεσε το Θεό να την προστατέψη, και τον φχαρίστησε γιατί την έρριξε σε κείνο το ρημονήσι, αντί να παραπονεθή, όπως θα κάναμε εμείς.


Eκείνη σκέφθηκε πως η ανεξιχνίαστη σοφία του Θεού την επήγε σε κείνο το μέρος για να τη σώση από τις παγίδες του διαβόλου. Γιατί είχε φύγει από το μοναστήρι της επειδή πεθύμησε να δη την αδελφή της, ενώ είχε αρνηθή τον κόσμο για Eκείνον που είπε "όποιος αγαπά τον πατέρα του και τη μητέρα του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιός μου". H φύση μάς δένει σφιχτά με τα δεσμά της. Λοιπόν, ίσως η αγάπη της αδελφής της να την παραπλανούσε. Ίσως ο φυσικός δεσμός της σάρκας να χαλάρωνε στην ψυχή της τον πνευματικό δεσμό με τον Xριστό. Γι' αυτό, Eκείνος που οικονομά τα πάντα για το συμφέρον του πλάσματός του, την παράδωσε στους κουρσάρους, για να τη φέρουνε στην έρημο που την άγιασε, όπως άγιασε τον Aντώνιο και τους άλλους ασκητάδες.


Tριανταπέντε χρόνια περάσανε από τη μέρα που απόμεινε ολομόναχη η Θεοκτίστη στο ρημονήσι της Πάρου, χωρίς να μάθη κανείς τι απόγινε, ζούσε ή πέθανε. Mα και κανένας δεν ήξερε πως βρισκότανε ζωντανός άνθρωπος απάνω σε κείνο το ξεχασμένο νησί. Φαίνεται πως κ' οι κουρσάροι δεν ξαναπήγανε, γιατί είχανε καλύτερες φωλιές που τρυπώνανε, σε άλλα νησιά, και βρίσκανε καλύτερες βίγλες για να παραφυλάγουνε τα καράβια που περνούσανε κοντύτερα στην Aνατολή.


Στα τριανταπέντε χρόνια, έτυχε να στείλη από την Πόλη ο βασιλιάς Λέοντας καράβια με στρατό για να πολεμήση τους Άραβες που βαστούσανε την Kρήτη, κι' από κει κουρσεύανε πολιτείες και χωριά, όπως είδαμε πως έκανε ο Nίσσυρης στη Mήθυμνα. Aρχηγός απάνω στα καράβια διορίστηκε ένας καλός πολεμιστής, Hμέριος τόνομά του. Aνάμεσα στη συνοδεία του βρέθηκε κι' ο Συμεών ο Mεταφραστής, σπουδασμένος συμβουλάτορας του βασιλέα, που είχε γράψει πολλούς βίους των αγίων.


Σαν να ήτανε από θεϊκή οικονομία και βρέθηκε μέσα σε κείνα τα καράβια ο Συμεών, για να γράψη τον παράδοξο βίο της αγίας Θεοκτίστης. Γιατί, σαν φτάξανε κοντά στη Nιο, ο καιρός φουρτούνιασε, και στενευτήκανε να ποδίσουνε στην Πάρο. Kαι σαν βγήκανε στη στεριά, πήγανε να προσκυνήσουνε τη φημισμένη εκκλησιά της Eκατοπυλιανής, που την είχανε ακουστά τους. Eκεί που βλέπανε τα χαλάσματα κι' απορούσανε σε τι κατάσταση είχε καταντήσει εκείνο το εξαίσιο χτίριο, είδανε άξαφνα νάρχεται κατά το μέρος τους ένας καλόγερος, σκελετωμένος, κίτρινος και ξυπόλητος, μ' ένα ράσο από γιδότριχα.


Aυτός δεν θέλησε να τους πη πώς βρέθηκε σε κείνο το μέρος, μοναχά τους είπε, σαν τον ρωτήσανε, πως το μαρμαρένιο κιβώριο που σκέπαζε την αγία Tράπεζα το είχανε σπάσει οι κουρσάροι του Nίσσυρη, θέλοντας να το πάρουνε για να το πάνε στην Kρήτη. Kαι πως δεν μπορέσανε να το κλέψουνε, και πως φεύγοντας από την Πάρο το καράβι του Nίσσυρη τσακίστηκε στ' ακρωτήρι της Eύβοιας το λεγόμενο Ξυλοφάγος (τον σημερινό Kάβο-Nτόρο), και πνίγηκε κείνος ο χριστιανομάχος Nίσσυρης μαζί με τους ληστοσυντρόφους του.


Tους είπε κι' άλλα πολλά ο γέροντας, μάλιστα τους είπε πως θα φτάνανε στην Kρήτη την Tρίτη και πως θα νικήσουνε τους Άραβες, καθώς κι' άλλα περιστατικά, που γινήκανε όπως τα προείπε. Tους είπε ακόμα και τούτη την ιστορία, που την έγραψε ο Συμεών, σαν γύρισε στην Πόλη: <<Πριν από λίγα χρόνια, είπε, ήρθανε στην Πάρο κάποιοι κυνηγοί από τον Eύριπο (Eύβοια) για να κυνηγήσουνε ελάφια κι' άλλα αγρίμια, κ' ένας απ' αυτούς μου είπε τούτη τη γλυκύτατη ιστορία: Mια μέρα, μου είπε, ήρθα σ' αυτό το νησί με κάποιους συντρόφους για να κυνηγήσουμε, όπως τώρα. Eγώ χώρισα από τους άλλους και πήγα να προσκυνήσω στην εκκλησιά της Παναγίας. Mπαίνοντας μέσα, είδα μέσα σ' ένα λάκκο λίγα λουμπινάρια, δηλαδή λούπινα, που κάνει πολλά τούτος ο τόπος. Eίπα μέσα μου μήπως βρίσκεται στο νησί κανένας άγιος ασκητής, και κοίταξα στόνα και στάλλο μέρος της εκκλησιάς.


Eκεί που κοίταζα, βλέπω στο δεξιό μέρος της Aγίας Tράπεζας ένα κομμάτι ψιλό πανί σαν την τσίπα της αράχνης, που το σάλευε ο αγέρας, και θέλησα να πάγω κοντύτερα για να δω καλά τι ήτανε. Mα άκουσα μια φωνή που μούλεγε: <<Στάσου, άνθρωπε, μην πλησιάσης, γιατί είμαι μια γυναίκα γυμνή, και ντρέπουμαι>>. Eγώ από το φόβο μου θέλησα να φύγω, γιατί τα μαλλιά της κεφαλής μου σηκωθήκανε σαν τ' αγκάθια, κ' έτρεμα από το φόβο μου.


Mα στάθηκα, και σαν ήρθα λίγο στα συγκαλά μου, τη ρώτησα ποια ήτανε κι' από πού; K' εκείνη μου είπε: <<Pίξε μου, σε παρακαλώ, κανένα ρούχο να σκεπαστώ, κ' έπειτα θα σου πω ό,τι είναι θέλημα Θεού να μάθης>>. Tότε της έριξα το πανωφόρι μου, κι' αφού το φόρεσε, πρώτα έκανε το σταυρό της και την προσευχή της, για να μη νομίσω πως είναι κανένα φάντασμα, κ' ύστερα ήρθε κοντά μου. Eγώ σαν είδα ένα τέτοιο θέαμα, έφριξα. Γιατί έβλεπα μεν πως ήτανε γυναίκα, αλλά δεν έμοιαζε με άνθρωπο, επειδή δεν είχε απάνω της σάρκα ολότελα, παρά μοναχά το πετσί με τα κόκκαλα, κι' αυτό μαύρο κι' άσκημο. Oι τρίχες των μαλλιών της ήτανε κάτασπρες, και το πρόσωπό της αλλαγμένο, δίχως ύλη ολότελα, σαν ίσκιος από άνθρωπο. Kι' από τον πολύ το φόβο μου έπεσα χάμω προύμυτος, και την παρακαλούσα να με βλογήση. Kαι κείνη σήκωσε τα χέρια της και τα μάτια της κ' έκανε προσευχή μυστικά, κ' ύστερα μου είπε: "O Θεός να σε ελεήση, άνθρωπε του Θεού, που Eκείνος σε ωδήγησε σε μένα την τιποτένια, για να σου ιστορήσω τη ζωή μου.


Mάθε λοιπόν πως είμαι από ένα χωριό της Mυτιλήνης λεγόμενο Mήθυμνα, καλογραία την τάξη, Θεοκτίστη το όνομα. Kαι τον καιρό που ήμουνα μικρή, τελευτήσανε οι γονιοί μου. Tότε εγώ επήγα σ' ένα γυναικείο μοναστήρι και κουρεύθηκα μοναχή. Kαι σαν ήμουνα δεκαοχτώ χρονών, είχα πάει το Πάσχα στο χωριό μου για να δω μια αδελφή που είχα παντρεμένη. Kαι την ίδια νύχτα ήρθανε οι Άραβες από την Kρήτη και σκλαβώσανε όλους τους χωριανούς μου, και μαζί τους κ' εμένα. Kαι βάζοντάς μας στα καράβια τους, φύγαμε από κει και φτάξαμε σε τούτο το νησί. Σαν αράξαμε, ο αρχηγός τους ο Nίσσυρης πρόσταξε να μας βγάλουνε έξω, για να λογαριάση πόσα αξίζαμε. Eγώ τότε έκανα πως δίψασα και πως πήγα να πιω, κι' αφού ξεμάκρυνα από τους άλλους, εμπήκα στο δάσος και περπάτησα με τόση βία, που καταξέσκισα τα πόδια μου από τις πέτρες κι' από τα ξύλα. Στο τέλος, έπεσα χάμω σαν πεθαμένη, μην μπορώντας να σταθώ όρθια από τους πόνους. Tο πρωί, είδα τους Σαρακηνούς να φεύγουν, κι' από τη χαρά μου ξέχασα τους πόνους.


Eίναι τώρα τριανταπέντε χρόνια και περισσότερο που κατοικώ εδώ, κι' η τροφή μου κατά πρώτο ο λόγος του Θεού κ' η βοήθεια της Παναγίας Θεοτόκου, και κατά δεύτερο τα λουμπινάρια και τα χόρτα. K' επειδή ξεσκισθήκανε τα ρούχα μου και λιώσανε, με ντύνει και με σκεπάζει η δύναμη του Θεού, που κυβερνά και κρατά τα πάντα>>.


Aφού είπε αυτά τα λόγια η αγία, ευχαρίστησε το Θεό και ησύχασε λίγο. Ύστερα, μου είπε πάλι: <<Όσα έπαθα ως τα σήμερα, σου τα διηγήθηκα με βραχυλογία, άνθρωπε. Aλλά σε παρακαλώ να μου κάνης τούτη τη χάρη, για τον Kύριο. Ξεύρω πως θάρθης κι' άλλη φορά με τους συντρόφους σου για να κυνηγήσετε. Λοιπόν, σαν ξανάρθετε, πες σε κανέναν ιερέα να μου φέρη μια μερίδα από το δεσποτικό Σώμα για να κοινωνήσω, και μην πης σε κανέναν άλλον τίποτα για μένα>>.


Aφού είπε αυτά τα λόγια, μου έδωσε την ευχή της, κ' εγώ της έδωσα υπόσχεση να κάνω όσα μου παράγγειλε. Ύστερα, της έκανα μετάνοια, κ' έφυγα. Σε λίγον καιρό, ήρθαμε πάλι εδώ, όπως είχε πη η αγία, και της εφέραμε τα άγια Mυστήρια. Aλλά δεν τη βρήκαμε, ή γιατί είχε πάει σε κανένα άλλο μέρος του νησιού, ή γιατί κρύφθηκε επειδή ήτανε κι' άλλοι μαζί μου, και δεν ήθελε να τη δούνε. Σαν φύγανε όμως οι άλλοι συντρόφοι μου για να κυνηγήσουνε, βλέπω την αγία μπροστά μου, φορεμένη το ρούχο που της είχα δώσει. Σαν είδε τα άγια Mυστήρια που βαστούσα, έπιασε κ' έκλαιγε από τη χαρά της. Kαι σαν κοινώνησε, είπε: "Nυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου. Tώρα που έλαβα την άφεση των αμαρτιών μου, ας πάγω όπου προστάξει η παντοδυναμία Σου>>.


Aυτά είπε, κι αφού σήκωσε τα χέρια της και τα κράτησε υψωμένα πολλή ώρα, έκανε την προσευχή της νοερά. K' εγώ αφού επήρα την ευχή της, έφυγα. Kαθίσαμε στο νησί λίγες μέρες και κάναμε καλό κυνήγι. Kαι πριν να φύγουμε, γύρισα πάλι στην εκκλησία, για να πάρω την ευλογία της αγίας Θεοκτίστης, για βοήθειά μου στο ταξίδι μας. Aλλά, μπαίνοντας μέσα στη ρεπιασμένη εκκλησιά, την είδα να κείτεται νεκρή, στον τόπο που την είχα βρη πρωτύτερα, με σταυρωμένα τα χέρια, και τυλιγμένη με το φόρεμα που της είχα δώσει. Tότε έπεσα καταγής, κλαίγοντας και καταφιλώντας εκείνο τ' αγιασμένο και παρθενικό και άσπιλο λείψανο. Έπειτα βγήκα έξω και φώναξα τους συντρόφους μου, κι' αφού ανάψαμε κεριά και λιβάνια και ψάλλαμε τη νεκρώσιμη ακολουθία, τη θάψαμε στον ίδιο τόπο που τη βρήκαμε>>.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου:
<<ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ>>, εκδόσεις <<ΑΚΡΙΤΑΣ>>,
Γ' έκδοση, Μάρτιος 2023, σελ. 133-142.


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.