«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021
ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ (ΜΕΡΟΣ 14ον)
Δημοσιογράφος
Α.Σ. 28/9/83
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021
ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ (ΜΕΡΟΣ 13ον)
Ο αοίδιμος Αγιορείτης Γέροντας π. Αββακούμ (1894-1978) υπήρξε ένα σκεύος εκλογής της Θείας Χάριτος, που λάμπρυνε την Ορθοδοξία στο <<Περιβόλι της Παναγίας μας>>, χάριν της επίμονης και αδιάλειπτης ασκήσεώς του, αλλά και της ορθοτομημένης πνευματικής του στάσης έναντι των Καινοτόμων του εορτολογικού <<πραξικοπήματος>>. Πράος, πρόσχαρης, ταπεινός, προσευχητικός, ασκητικότατος, με μία γνήσια και ανόθευτη κατά Θεόν ευγένεια προς όλους, πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό αυτοσχέδιο κελλάκι του Αγίου Φανουρίου στη Βίγλα. Εκεί με άλλους ζηλωτές της εποχής του επιδίδετο σε μεγάλες προσευχητικές ασκήσεις, ώστε το αγαπημένο του, χοντρό και μάλλινο κομποσκοίνι του να βρίσκεται συνεχώς επάνω του. Ο π. Αββακούμ είχε αποστηθίσει εντός του εξ' ολοκλήρου την Αγία Γραφή με ένα θαυμαστό και υπερκόσμιο τρόπο, ώστε ν' αναγκάσει κάποτε και αυτόν τον Νικόλαο Λούβαρη (γνωστό Οικουμενιστή θεολόγο) να υποκλιθεί στην ακατάληπτη πνευματική του κατάσταση. Ο π. Αββακούμ είχε εξορισθεί (τρις) από την Μονή της Μεγίστης Λαύρας λόγω του ιερού ζήλου του προς τις ιερές Παραδόσεις, μέχρι να κατασκευάσει το ταπεινό ησυχαστήριό του στη Βίγλα, αλλά και κάποιες φορές είχε παρεξηγηθεί από πολλούς συνασκητές του, επειδή από ευγένεια ανταπέδιδε τους ασπασμούς που του έκαναν Μοναχοί της Καινοτομίας. Ο π. Αββακούμ ανήκε σε αυτήν την κάστα των διακριτικών Μοναχών, που δεν ταύτιζε επ' ουδενί την Αποτείχιση με την Απομόνωση, την αγάπη προς τα Παραδεδομένα με τον Φανατισμό και την Οίηση. Με τα χρόνια έγινε γνωστή η εξαϋλωμένη και αποστεωμένη εμφάνισή του, η άνευ ορίων ταπεινότητά του και η γνήσια αγαπητική του προσέγγιση προς τους πάσχοντες αδελφούς του -λαϊκούς και κληρικούς- τους οποίους θεωρούσε Όλους αμέτρως ανωτέρους απ' αυτόν! Στο θαυμάσιο βιβλίο του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+2007) που αναφερόμαστε, υπό τον τίτλο <<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>, καταγράφουμε ενδεικτικά την κατάθεση ψυχής ενός ανωτέρου δικαστικού, που τον γνώρισε από κοντά, και γεύθηκε σιμά του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος! Σημειώνει: <<Ήτο, (ο π. Αββακούμ) όσα ερχότανε τότε με τόση χάρι, αφέλεια και βαθυτάτη ταπείνωση να μου εμπιστευθή, ανεπιτήδευτα, φυσικά, με τα γλυκά φωτεινά του μάτια, τα εξαϋλωμένα από τη νηστεία, αγρυπνία, αδιάλειπτη ευχή, για να με στηρίξη και μένα, εικοσάχρονο παιδόπουλο τότε, και αφού πάντα μού' βαζε <<μετάνοια>>, μ' αγκάλιαζε με άψογη οικειότητα, μ' αποκαλούσε <<πατέρα του>>. Πράγματι με καθήλωνε! [...] Άκακος, αμόλυντος, παιδικός, αρνησίκοσμος, ακτήμων με συναίσθηση μελλοθανάτου, με δίαιτα συνήθως <<κουκίων βρεγμένων και αγρίου μέλιτος>> μαγνήτευε κόσμο παρά το ψυχρό, πενιχρό ξυλοκρέββατό του, με σανίδια κι ένα σκαμνί κι ένα φτωχό πάγκο για διάβασμα - γράψιμο, γιατί ήτανε σοφός κι είχε μάθει, ότι καταχώνεται σε βάραθρο ή βόθρο η ψυχή που ποθάει υλικά, γήινα, φθαρτά. Ιδού το απαστράπτον ιδανικόν του, η παραδεισιακή του τέρψη, τρυφή, μακαριότητα>>! Μέσα σε λίγα λόγια, μια ενδεικτικά αδρή <<προσωπογραφία>> του αειμνήστου Γέροντος, που μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου θα οσμιστούμε το αυθεντικό άρωμα της Ορθοπραξίας και θα γευθούμε τα κεχαριτωμένα εκχυλίσματα της Αγιοπνευματικής Χάριτος. Δόξω τω Θεώ πάντων ένεκεν!
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
( Ε κ τ ο υ π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
Αγαπητέ αδελφέ και πατέρα,
με πολλή ευχάριστη διάθεση πήρα το ολιγογράμματο, αλλά με την ιδιάζουσα πνοή της αγιασμένης αγιορειτικής ερήμου, πρόσφατο δοκίμιό σου. Βασικά είμαι ο τελευταίος για να μιλήσω για το καταπληκτικό φαινόμενο του απλού, αλλά και μετέωρον διά το Αγιώνυμον, διά την μάθηση, την αρετή και τη σοφία γέροντα Αββακούμ.
Αλήθεια ότι τον θαύμαζα διά την ακάματη αγωνιστικότητά του, το καθαρό μυαλό του, την παιδική ψυχή του, το χαριτωμένο γέλιο του, ιδίως στην νιότη του -τον γνώρισα το 1933-, την πατερική και αγιογραφική του συγκρότηση,
τα πολυχρόνια και πολυώδυνα παλαίσματά του, εκεί ψηλά στον Άγιον Φανούριο, στη βαθειά έρημο, προς τον βύθιο δράκοντα, που δεν τον άφηνε, κύρια στις νύχτες σε χλωρό κλαρί, δέρνοντάς τον πολλάκις,
πετροβολώντάς τον, μετεωριζοντάς τον με πτώσεις και κρότους φοβερούς διαφόρων αντικειμένων κατά του ιδίου, της φτωχής στέγης του, της σαθρωμένης πόρτας του κελλιού του.
Ήτο, όσα ερχότανε τότε με τόση χάρι, αφέλεια και βαθυτάτη ταπείνωση να μου εμπιστευθή, ανεπιτήδευτα, φυσικά, με τα γλυκά φωτεινά του μάτια, τα εξαϋλωμένα από τη νηστεία, αγρυπνία,
αδιάλειπτη προσευχή, για να με στηρίξη και μένα, εικοσάχρονο παιδόπουλο τότε, και αφού πάντα μού' βαζε <<μετάνοια>>, μ' αγκάλιαζε με άψογη οικειότητα, μ' αποκαλούσε <<πατέρα του>>. Πράγματι με καθήλωνε!
Άφησε τώρα την πολυγνωσία του! Τί Καταβασίες απ' έξω όλων των εορτών, τί Κανόνες, τί προφητείες, τί πατερικούς λόγους, τί απίστευτα και πρωτόγνωρα και θαυμαστά! Γι' αυτό και οι Λούβαροι και όμοιοι, καθόντουσαν στα πόδια του ακροώμενοι με νεκρική σιγή τα μυρωμένα ένθεα λόγια του, σαν από το Γαμαλιήλ.
Φτώχυνε πατέρα μου ο ιερός τόπος σας με την εκδημία του. Θαύμα υπερκόσμιας υφής, σαγηνεύοντας πλήθη επί δεκαετηρίδες, προς την ανέσπερο αίγλη των θείων προσταγμάτων!
Έκθαμβοι τον βλέπαμε με απέριττη απλότητα, αγιότητα, ηρωική αυταπάρνηση και πτωχεία, συνεχή κακοπάθεια και ταυτόχρονα αβασίλευτη χαρά και διαχυτικότητα, σαν απαράμιλλο οδηγό και μέτρο
που με την κρυστάλλινη διδαχή του και την υπέροχη κένωσή του, μας έσπρωχνε στα υψηλά, σε τρόπαια, σε ανδραγαθήματα, σε λύτρωση, σε θέωση -χωρίς πόνους, δάκρυα, αίματα, σταυρούς που προσφέρει η κοσμική ματαιοδοξία στο κυνήγημα της ψεύτικης χαράς- στο μυστικό γνόφο, στα ζωογόνα ρείθρα της μοναδικής πηγής.
Ξένος προς νοθείες, μαλθακότητες, συμβιβασμούς, εκτροπές. Λιτότατος κατείχε τα πάντα' ελεύθερος! Πάντα αυστηρός (χαριτωμένα), μετρημένος, φιλάδελφος, συναισθηματικός, με την ευχή πάντα και παντού.
Πηγαίναμε κάποτε από Λαύρα στον Άγ. Φανούριο, Σεπτέμβριο-Οκτώβριο, εγώ σε ζώο κι αυτός πεζός, ξυπόλυτος, και κάθε τόσο βυθιζότανε σε σιωπή για 5-10 λεπτά, με την ευχή, ή χαιρετισμούς, ύστερα ξανάρχιζε τη μελωδική του νησιώτικη κουβέντα.
Φθάσαμε. Με περιποιήθηκε, τρέχοντας παντού, έβαλε φούρνο, έψησε ριζάκι με ντομάτα και λαδάκι, αφού θυμιάτιζε συνεχώς γύρω σ' όλη την αμπελικιά και δένδρα που μίλαγε μαζί τους.
Γλυκύτερο φαγί και νοστιμότερο δεν έφαγα ποτέ άλλοτε. Πάλί μού' κανε μεγάλη εντύπωση, φεύγοντας για την Δάφνη διά θαλάσσης, με πίεζε να πάρω ακόμη ένα καρβέλι ψωμί, απ' τα ωραία της Λαύρας, που μοίραζε ο ίδιος.
Εγώ δεν ήθελα' πήρα του λέγω. Πάρε κι αυτό' θα σου χρειασθεί μου λέγει... Όταν έφτασα με το μοτόρ στον αρσανά κάτω των Καυσοκαλυβίων βλέπω από ψηλά να κατεβαίνη ένας κατάλευκος, υπέργηρος ασκητής, λιπόσαρκος και σκυφτός παρακαλώντας με χειρονομίες να μη σαλπάρουμε.
Πλησίασε και τότε γονυπετής στο έδαφος ικέτευε για παξιμάδι, κάτισχνος, οστεώδης, αειλαμπής, για λίγο ευλογημένο ψωμάκι! Πήρε του π. Αββακούμ, αφού ένδακρους ύψωνε ψηλά ευχαριστήρια βλέμματα.
Τον θυμάμαι έκτοτε έντονα και βαθειά. Συνειδητοποίησα, ότι μόνο η κάθαρση ψυχής ανοίγει τα νοερά μάτια κι αυτιά, επισπώσα φωτιστικές του Πνεύματος ακτίνες, που αποκτάται όμως με ζωή θρηνώδη,
θλιμμένη, βιαστική, σκληρή, τραχεία, πένθιμη μέχρι χύσεως αίματος εξ ορατών, αοράτων συμπλοκών, προσφέρει όμως κάποιο απρόσιτο ιδεατό κάλλος, που περιέχυνε άπληστα και ακένωτα τον υψιπετή και Καρμήλιο αξέχαστο ευωδιασμένο Γέροντα.
Όταν δε την επομένη χρονιά συναντηθήκαμε στη Λαύρα, το πρώτο που μας ρώτησε ήτανε: <<Τί απέγινε το ψωμί, που δεν θέλαμε να πάρουμε>>! Περίεργο! Άκακος, αμόλυντος, παιδικός, αρνησίκοσμος, ακτήμων με συναίσθηση μελλοθανάτου,
με δίαιτα συνήθως <<κουκίων βρεγμένων και αγρίου μέλιτος>> μαγνήτευε κόσμο παρά το ψυχρό, πενιχρό ξυλοκρέβατό του, με σανίδια κι ένα σκαμνί κι ένα φτωχό πάγκο για διάβασμα - γράψιμο, γιατι ήτανε σοφός κι είχε μάθει, ότι καταχώνεται σε βάραθρο ή βόθρο η ψυχή που πονάει υλικά, γήινα, φθαρτά.
Ιδού το απάστραπτον ιδανικόν του, η παραδεισιακή του τέρψη, τρυφή, μακαριότητα! Τολμώ ακόμα να τον πω -πολύ τον αγαπώ και συγκινούμαι- θεόπνευστο, θεοκίνητο, που ταπεινός και ρακοφορώντας εγαλβάνιζε
και ατσάλωνε στην πίστη, αρετή και αγνότητα όλους εμάς τους ντροπιασμένους και πεινασμένους και αλύτρωτους ραγιάδες των ψευτοθελγήτρων του κόσμου, που αποστομωνόμαστε από το μεγαλείο του!
Για μένα, πατέρα μου, φάρος και φωστήρας (και για πάρα πολλούς μικρούς και τρανούς), που πάλαιψε αέναα και σκληρά κατά του φιλαύτου και φιλόζωου είναι του, καταξέρανε τη σάρκα του ώρες, μήνες, χρόνια για ΕΚΕΙΝΟΝ, αφήσας πίσω του σελασφόρα και πολύφθογγα <<ηράκλεια σκάμματα>> και μοναδικά στους πονεμένους καιρούς μας.
Και σωστό, συχνά, τουλάχιστο να σκύβουμε ν' αφουγγραζόμαστε εκεί πέρα που αναπαύεται -άχρι σάλπιγγος- στην ηγιασμενη έρημο με τις μυροβόλες ριπές των αγίων Λειψάνων, δυσεξαριθμήτων αθλησάντων, στις τρώγλες και καλύβια με ψωμί λίγο, ξερό, νερό και τα ακρόδρυα των δένδρων του ιερού Τόπου σας, <<ων ουκ άξιος ο κόσμος>>.
Η αγωγή του σωστική, άφθαρτη, μεγαλειώδης, αδαμαντίνη, παρά την έξω γύμνια, τα γουρνοτσάρουχα, τα ρακίδια, τις καψάλες, το λιτοδίαιτο και την ματωμένη πάλη προς τα εναέρια. Όμως εκτίναξη σε Σινά και Θαβώρ!
Και διδαχή σωτήρια διά πάντα προσιόντα. Πολλούς μαγνήτες διέθετε ψυχικούς καίρια, αλλά και σωματικούς. Ένας τέτοιος συναρπαστικός και συνάμα γοητευτικός ήτανε το ήρεμο βλέμμα του, η λάμψη και πίστη των νεανικών -πάντα- ματιών του, η σεμνότητα της φωνής του, η καρτερία του.
Η δίψα του για διάλογο με πάντα βουλόμενο, που δείχνει ότι σπαράσσοταν από κάθε κίνδυνο και πειρασμό, όχι βέβαια από έπαρση και προβολή του. Ο πόθος του να διαφωτίση κύρια νέους ανθρώπους που πλανήθηκαν με τις αμυδρές ψευτοχαρές κάποιων μακρινών χαμαίζηλων δώρων.
Επιστήμων θαρρώ σ' αυτό, που την πίστη του, την αγάπη του, το εκχείλισμα της καρδιάς του και μετέτρεπε σε αναμόρφωση των αμαρτιών του.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αναρτήσεων εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+ 2007),
<<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>,
εκτύπωση - βιβλιοδεσία ΑΘΗΝΑ Α.Ε., έκδοσις δ', σελ. 63-66,
Αθήναι 2002.
Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021
ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ (ΜΕΡΟΣ 12ον)
Ο αοίδιμος Αγιορείτης Γέροντας π. Αββακούμ (1894-1978) υπήρξε ένα σκεύος εκλογής της Θείας Χάριτος, που λάμπρυνε την Ορθοδοξία στο <<Περιβόλι της Παναγίας μας>>, χάριν της επίμονης και αδιάλειπτης ασκήσεώς του, αλλά και της ορθοτομημένης πνευματικής του στάσης έναντι των Καινοτόμων του εορτολογικού <<πραξικοπήματος>>. Πράος, πρόσχαρης, ταπεινός, προσευχητικός, ασκητικότατος, με μία γνήσια και ανόθευτη κατά Θεόν ευγένεια προς όλους, πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό αυτοσχέδιο κελλάκι του Αγίου Φανουρίου στη Βίγλα. Εκεί με άλλους ζηλωτές της εποχής του επιδίδετο σε μεγάλες προσευχητικές ασκήσεις, ώστε το αγαπημένο του, χοντρό και μάλλινο κομποσκοίνι του να βρίσκεται συνεχώς επάνω του. Ο π. Αββακούμ είχε αποστηθίσει εντός του εξ' ολοκλήρου την Αγία Γραφή με ένα θαυμαστό και υπερκόσμιο τρόπο, ώστε ν' αναγκάσει κάποτε και αυτόν τον Νικόλαο Λούβαρη (γνωστό Οικουμενιστή θεολόγο) να υποκλιθεί στην ακατάληπτη πνευματική του κατάσταση. Ο π. Αββακούμ είχε εξορισθεί (τρις) από την Μονή της Μεγίστης Λαύρας λόγω του ιερού ζήλου του προς τις ιερές Παραδόσεις, μέχρι να κατασκευάσει το ταπεινό ησυχαστήριό του στη Βίγλα, αλλά και κάποιες φορές είχε παρεξηγηθεί από πολλούς συνασκητές του, επειδή από ευγένεια ανταπέδιδε τους ασπασμούς που του έκαναν Μοναχοί της Καινοτομίας. Ο π. Αββακούμ ανήκε σε αυτήν την κάστα των διακριτικών Μοναχών, που δεν ταύτιζε επ' ουδενί την Αποτείχιση με την Απομόνωση, την αγάπη προς τα Παραδεδομένα με τον Φανατισμό και την Οίηση. Με τα χρόνια έγινε γνωστή η εξαϋλωμένη και αποστεωμένη εμφάνισή του, η άνευ ορίων ταπεινότητά του και η γνήσια αγαπητική του προσέγγιση προς τους πάσχοντες αδελφούς του -λαϊκούς και κληρικούς- τους οποίους θεωρούσε Όλους αμέτρως ανωτέρους απ' αυτόν! Στο θαυμάσιο βιβλίο του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+2007) που αναφερόμαστε, υπό τον τίτλο <<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>, καταγράφουμε ενδεικτικά την κατάθεση ψυχής ενός ανωτέρου δικαστικού, που τον γνώρισε από κοντά, και γεύθηκε σιμά του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος! Σημειώνει: <<Ήτο, (ο π. Αββακούμ) όσα ερχότανε τότε με τόση χάρι, αφέλεια και βαθυτάτη ταπείνωση να μου εμπιστευθή, ανεπιτήδευτα, φυσικά, με τα γλυκά φωτεινά του μάτια, τα εξαϋλωμένα από τη νηστεία, αγρυπνία, αδιάλειπτη ευχή, για να με στηρίξη και μένα, εικοσάχρονο παιδόπουλο τότε, και αφού πάντα μού' βαζε <<μετάνοια>>, μ' αγκάλιαζε με άψογη οικειότητα, μ' αποκαλούσε <<πατέρα του>>. Πράγματι με καθήλωνε! [...] Άκακος, αμόλυντος, παιδικός, αρνησίκοσμος, ακτήμων με συναίσθηση μελλοθανάτου, με δίαιτα συνήθως <<κουκίων βρεγμένων και αγρίου μέλιτος>> μαγνήτευε κόσμο παρά το ψυχρό, πενιχρό ξυλοκρέββατό του, με σανίδια κι ένα σκαμνί κι ένα φτωχό πάγκο για διάβασμα - γράψιμο, γιατί ήτανε σοφός κι είχε μάθει, ότι καταχώνεται σε βάραθρο ή βόθρο η ψυχή που ποθάει υλικά, γήινα, φθαρτά. Ιδού το απαστράπτον ιδανικόν του, η παραδεισιακή του τέρψη, τρυφή, μακαριότητα>>! Μέσα σε λίγα λόγια, μια ενδεικτικά αδρή <<προσωπογραφία>> του αειμνήστου Γέροντος, που μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου θα οσμιστούμε το αυθεντικό άρωμα της Ορθοπραξίας και θα γευθούμε τα κεχαριτωμένα εκχυλίσματα της Αγιοπνευματικής Χάριτος. Δόξω τω Θεώ πάντων ένεκεν!
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
( Ε κ τ ο υ π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )
ΙΔ'. Το μακάριον τέλος του
Από τον χειμώνα του 1975 ο ακούραστος και σιδερένιος π. Αββακούμ βάρυνε πολύ. Μόνο μέσα στο κελλάκι της Μονής του κυκλοφορούσε, διότι και το φως του είχε αδυνατήσει πάρα πολύ, μετά από μα πορεία που έκανε πάνω στα χιόνια ανυπόδητος, όπως πάντα, με αποτέλεσμα να πειραχθή το οπτικό του νεύρο.
Τώρα πια μόνον από την φωνήν ανεγνώριζε τους τυχόν γνωστούς συνομιλητάς του. Τρία χρόνια πέρασαν σ' αυτή την κατάστασι. Εννοείται ότι ουδέπε έπαυσε να δέχεται τους προσκυνητάς που ήθελαν να τον δουν, μόνο που τώρα ήταν λιγομίλητος, αποφεύγων τις πολλές συζητησεις.
Σ΄αυτή την κατάστασι του εγκλεσμού, τον βρήκε ο Ιούνιος του 1978. Με τις πρώτες ζέστες άρχισε και πάλι να κηνήται ζωηρά και να επιθυμή το ησυχαστικό του κελλάκι στην έρημο!
Τον Αύγουστο εώρταζε ο πεφιλημένος του Άγιος και αυτό δεν ήταν κάτι μικρό για τον ασκητή της Βίγλας. Αι απαντήσεις των ωραίων ημερών που πέρασε εν πλήρει πενία και τελεία ασκήσει στην ακροτάτη αυτή έρημο του Όρους,
όπου ηγίασαν με τους ασκητικούς των αγώνας ο άγιος Αθανάσιος και κτήτωρ της Λαύρας και ο πολύς Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης, του μεγάλωναν ακόμη περισσότερον τον πόθον να επισκεφθή και πάλιν το ποθεινότατον Κελλίον του, που με τόσους ιδρώτες και στερήσεις είχε εκ βάθρων ανεγείρει.
Και το θαύμα έγινε! Ενώ τρία χρόνια δεν είχε εξέλθει της πύλης της Μονής, τέλει Ιουλίου ανεχώρησε πεζή και γυμνόπους για να ετοιμάση τα της πανηγύρεως του Αγίου Φανουρίου.
Ήταν κάτι το απίστευτο για όσους τον είδαν να τους χαιρετά κατά την αναχώρισίν του. Μετά από τετράωρον πορείαν αντίκρυζε και πάλιν διά τελευταίαν φοράν όλο το πνευματικώτατον και ασκητικώτατον περιβάλλον, όπου ευρίσκετο το ασκητήριόν του.
Κατευθυνόμενος προς αυτό διήλθε προηγουμένως από το Κελλίον των <<Εισοδίων>>, του αγαπητού του μοναχού π. Παύλου, εις το ναύδριον του οποίου εγένετο μεγαλόσχημος, και τον παρεκάλεσε να ειδοποιήση τους ζηλωτάς πατέρας διά την αγρυπνίαν της 26ης Αυγούστου.
Εν συνεχεία έφθασε στο ημιτελές Κελλίον του και ξάπλωσε για λίγο στο σκληρότατον κρεββάτι του για ν' αναλάβη από τον κόπον της πορείας. Το βλέμμα του αγκάλιασε τα πάντα με ανείπωτη στοργή και αγάπη'
του ήσαν όλα τόσο οικεία, τόσο ηγαπημένα' από το πολύμοχθο πεζούλι της αυλής του μέχρι την τελευταία συκιά που μόνος του στα σκληρά χώματα της Βίγλας, είχε φυτέψει κατά την περίοδο 1935 - 1975.
Τα κλήματά του είχαν πια ξεραθή. Τρία χρόνια χωρίς πότισμα και περιποίησι ήσαν αρκετά να τα οδηγήσουν στον μαρασμό... Ένας πόνος μόνο τον κατείχε, διότι δεν πρόλαβε να τελειώση όπως ήθελε το Κελλί του, τον μόχθο μιας ολόκληρης ζωής.
Σε λίγες μέρες θα τον επισκεφθούν δύο προσφιλέστατοι εις αυτόν προσκυνηταί και θα τους εξομολογηθή τον πόνο του αυτόν. Θα προσθέση όμως χαριτολογών: <<Ας είναι' ας έχουν να κάνουν και κάτι αυτοί που θα το πάρουν' εγώ αρκετά τους ετοίμασα>>.
Δεκαοκτώ πατέρες από τα πλέον ερημικά σημεία του Όρους έλαβαν μέρος στην αγρυπνίαν εκείνην, με ιερέα τον παπα-Χρυσόστομον από την Κερασιά. Ικανόν μέρος της αγρυπνίας έγινε υπό τον
κατάστερο ουρανόν της Βίγλας, μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας, ενώ οι μυροβόλες ριπές του Άθωνα συνώδευαν την βυζαντινήν ψαλμωδία προς τιμήν του νεοφανούς μάρτυρος. Μοναδικές στιγμές για όποιον τις έζησε!
Ο π. Αββακούμ αεικίνητος, όπως πάντα. Πρώτη του φροντίδα η περιποίησις των προσκυνητών' η μεταφορά του ύδατος για τα κεράσματα και τους καφέδες' η ετοιμασία του φαγητού διά την τράπεζαν της πρωίας' η συνεχής φροντίς μη τυχόν και λείψει κάτι από την Εκκλησία...
Θεέ μου σ' ευχαριστούμε που ομόρφηνες το ιερό περιβόλι της Μητέρας Σου με τον π. Αββακούμ, το ευώδες αυτό αγριολούλουδο της Βίγλας, που τόσα εδίδαξε εμάς τους νεωτέρους με την σιωπή και τον λόγο του, προπάντων όμως με την πράξι του.
Αυτή ήταν η τελευταία του αγρυπνία. Η τελευταία του δημοσία δοξολογία του Θεού και του Αγίου του. Αμέσως μετά την εορτήν άρχισε να μη θέλη φαγητόν' έτρωγε πολύ ολίγον και ανόρεχτα.
Τέλος Σεπτεμβρίου σταμάτησε τελείως να τρώη, πλην του αντιδώρου και του αγιασμού. Ο π. Παύλος από τα <<Εισόδια>> παρέμενε πλησίον του μέρα και νύχτα, υπηρετώντας τον σε ό,τι είχε ανάγκη.
Τρεις εβδομάδες επέρασε αρκούμενος εις το αντίδωρον, τον αγιασμόν και την Θ. Μετάληψιν. Η ευχή ήτο στα χείλη του ακαταπαύστως. Τότε είπε στους πατέρες να σκάψουν και τον τάφον του, διότι έβλεπε πια ότι αναχωρεί...
Οι γείτονες μοναχοί, οι οποίοι προσπάθησαν να τον ανοίξουν δεν το κατώρθωναν, διότι εύρισκαν συνεχώς βράχο. Τότε τους υπέδειξε σε ποιό σημείο να σκάψουν για να βρουν χώμα.
Πράγματι, κοντά σε μια συκιά λίγα μέτρα πιο πέρα από την νοτιοανατολική πόρτα του Κελλιού του, ανάμεσα σε συκιές και δενδρολίβανα κατάφεραν ν' ανοίξουν το μνήμα που θα εδέχετο το κουρασμένο από την άσκησι σώμα του μεγάλου τέκνου της Σύμης.
Δύο ημέρες ενωρίτερον τον επεσκέφθησαν Λαυριώται πατέρες διά να τον πάρουν στην Μονή, να τον θάψουν κοντά τους, σαν κάτι το πολύτιμον, τίμιον και σεμνύνον την όλην αδελφότητα του Αγίου Αθανασίου.
Τους ηρνήθη ευγενικώς. Όλα τα είχε. Αν τον μετακινούσαν πάνω σε φορείο, ίσως να μην έφθανε ζωντανός στην Μονήν. Με χάρι μόνον και απλότητα άρχισε να απαγγέλη ενώπιόν των την διαθήκην του, λέγοντας πού αφήνει τα ελάχιστα και ευτελέστατα αντικείμενα του κελλιού του.
Τα βιβλία του στην βιβλιοθήκη της Μονής' τον σταυρόν σ' ένα μοναχό που τον περιποιήθηκε (π. Παύλον), τον καφέ, τον χαλβά, την ζάχαρη και τα φασόλια σε κάποιον άλλον. Στο τέλος είπε:
<<Είμαι ειρηνικός' δεν χρωστάω σε κανένα. Τώρα έχω ειρήνη. Δεν αφήκα ποτέ τίποτα από τις μετάνοιες και τα κομποσχοίνια του κανόνα του. Να μην αμελάτε. Δεν αμέλησα εγώ. Τώρα έχω χαρά, ειρήνη...>>.
Παρά την πλήρη σωματική του κατάπτωσι, η θαυμασία του μνήμη συνέχιζε να λειτουργή άριστα. Ο υπηρετήσας αυτόν πιστώς άχρι τελευταίας του πνοής μοναχός, αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά για το τέλος του:
<<Χωρίς να χάση το λογικό του έλεγε την ευχή <<Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με>> καθαρά και χωρίς να έχη ουδένα ρόγχον. Τα δε τελευταία του λόγια ήσαν: <<Χριστέ μου, το μέγα Σου έλεος>> και εκοιμήθη εν ειρήνη. Ο εωρακώς Παύλος Μοναχός>>.
Ήταν τότε μεσημβρία της 19 Οκτωβρίου του 1978 (π. ημερ). Την επομένην, μετά την ανάγνωσιν της νεκρωσίμου ακολουθίας, ετάφη απλά και απέριττα ανάμεσα στα αγαπημένα του δένδρα, τα οποία όταν επότιζε και περιποιείτο τους μιλούσε σαν νά' ταν ζωντανά.
Το Άγιον Όρος <<επτώχυνε>> κυριολεκτικά με την εκδημία του, αλλά <<η εξόδιος χαρά του Γερο - Αββακούμ αποτελούν γι' αυτό και τον κόσμο ολόκληρο την πιο ανεκτίμητη κληρονομιά>>!
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αναρτήσεων εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+ 2007),
<<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>,
εκτύπωση - βιβλιοδεσία ΑΘΗΝΑ Α.Ε., έκδοσις δ', σελ. 58-62,
Αθήναι 2002.
Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021
ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ (ΜΕΡΟΣ 11ον)
Ο αοίδιμος Αγιορείτης Γέροντας π. Αββακούμ (1894-1978) υπήρξε ένα σκεύος εκλογής της Θείας Χάριτος, που λάμπρυνε την Ορθοδοξία στο <<Περιβόλι της Παναγίας μας>>, χάριν της επίμονης και αδιάλειπτης ασκήσεώς του, αλλά και της ορθοτομημένης πνευματικής του στάσης έναντι των Καινοτόμων του εορτολογικού <<πραξικοπήματος>>. Πράος, πρόσχαρης, ταπεινός, προσευχητικός, ασκητικότατος, με μία γνήσια και ανόθευτη κατά Θεόν ευγένεια προς όλους, πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό αυτοσχέδιο κελλάκι του Αγίου Φανουρίου στη Βίγλα. Εκεί με άλλους ζηλωτές της εποχής του επιδίδετο σε μεγάλες προσευχητικές ασκήσεις, ώστε το αγαπημένο του, χοντρό και μάλλινο κομποσκοίνι του να βρίσκεται συνεχώς επάνω του. Ο π. Αββακούμ είχε αποστηθίσει εντός του εξ' ολοκλήρου την Αγία Γραφή με ένα θαυμαστό και υπερκόσμιο τρόπο, ώστε ν' αναγκάσει κάποτε και αυτόν τον Νικόλαο Λούβαρη (γνωστό Οικουμενιστή θεολόγο) να υποκλιθεί στην ακατάληπτη πνευματική του κατάσταση. Ο π. Αββακούμ είχε εξορισθεί (τρις) από την Μονή της Μεγίστης Λαύρας λόγω του ιερού ζήλου του προς τις ιερές Παραδόσεις, μέχρι να κατασκευάσει το ταπεινό ησυχαστήριό του στη Βίγλα, αλλά και κάποιες φορές είχε παρεξηγηθεί από πολλούς συνασκητές του, επειδή από ευγένεια ανταπέδιδε τους ασπασμούς που του έκαναν Μοναχοί της Καινοτομίας. Ο π. Αββακούμ ανήκε σε αυτήν την κάστα των διακριτικών Μοναχών, που δεν ταύτιζε επ' ουδενί την Αποτείχιση με την Απομόνωση, την αγάπη προς τα Παραδεδομένα με τον Φανατισμό και την Οίηση. Με τα χρόνια έγινε γνωστή η εξαϋλωμένη και αποστεωμένη εμφάνισή του, η άνευ ορίων ταπεινότητά του και η γνήσια αγαπητική του προσέγγιση προς τους πάσχοντες αδελφούς του -λαϊκούς και κληρικούς- τους οποίους θεωρούσε Όλους αμέτρως ανωτέρους απ' αυτόν! Στο θαυμάσιο βιβλίο του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+2007) που αναφερόμαστε, υπό τον τίτλο <<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>, καταγράφουμε ενδεικτικά την κατάθεση ψυχής ενός ανωτέρου δικαστικού, που τον γνώρισε από κοντά, και γεύθηκε σιμά του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος! Σημειώνει: <<Ήτο, (ο π. Αββακούμ) όσα ερχότανε τότε με τόση χάρι, αφέλεια και βαθυτάτη ταπείνωση να μου εμπιστευθή, ανεπιτήδευτα, φυσικά, με τα γλυκά φωτεινά του μάτια, τα εξαϋλωμένα από τη νηστεία, αγρυπνία, αδιάλειπτη ευχή, για να με στηρίξη και μένα, εικοσάχρονο παιδόπουλο τότε, και αφού πάντα μού' βαζε <<μετάνοια>>, μ' αγκάλιαζε με άψογη οικειότητα, μ' αποκαλούσε <<πατέρα του>>. Πράγματι με καθήλωνε! [...] Άκακος, αμόλυντος, παιδικός, αρνησίκοσμος, ακτήμων με συναίσθηση μελλοθανάτου, με δίαιτα συνήθως <<κουκίων βρεγμένων και αγρίου μέλιτος>> μαγνήτευε κόσμο παρά το ψυχρό, πενιχρό ξυλοκρέββατό του, με σανίδια κι ένα σκαμνί κι ένα φτωχό πάγκο για διάβασμα - γράψιμο, γιατί ήτανε σοφός κι είχε μάθει, ότι καταχώνεται σε βάραθρο ή βόθρο η ψυχή που ποθάει υλικά, γήινα, φθαρτά. Ιδού το απαστράπτον ιδανικόν του, η παραδεισιακή του τέρψη, τρυφή, μακαριότητα>>! Μέσα σε λίγα λόγια, μια ενδεικτικά αδρή <<προσωπογραφία>> του αειμνήστου Γέροντος, που μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου θα οσμιστούμε το αυθεντικό άρωμα της Ορθοπραξίας και θα γευθούμε τα κεχαριτωμένα εκχυλίσματα της Αγιοπνευματικής Χάριτος. Δόξω τω Θεώ πάντων ένεκεν!
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
( Ε κ τ ο υ π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )
Ο γνωστός καθηγητής κ. Κ. Καβαρνός εις το ωραίον βιβλίον του διά το Άγιον Όρος υπό τον τίτλον: Anchored in God (Αγκυροβολημένοι στον Θεόν), μεταξύ των άλλων που αναφέρει διά την γνωριμίαν και συνομιλίαν του με τον μεγάλον ασκητήν της Βίγλας, γράφει και τα εξής ενδιαφέροντα:
<<Ο π. Αββακούμ έχει τελείαν εμπιστοσύνην εις τον Θεόν. Έχει τελείως παραδοθή εις την θείαν Πρόνοιαν. Ο,τιδήποτε επιχειρής να κάνης, μου είπε, πάντοτε επικαλού τον Θεόν και λέγε: Ας γίνη, αν είναι καλόν.
- Πάτερ Αββακούμ, ποία είναι η θέσις σου απέναντι της φιλοσοφίας; - Αληθής φιλοσοφία τέκνον μου, απήντησε, ευρίσκεται εις τα Ευαγγέλια, εις τας επιστολάς του Απ. Παύλου και αλλαχού της Γραφής, ως επίσης εις τα έργα των Πατέρων και τους βίους των Αγίων.
Ό,τι γενικώς καλείται φιλοσοφία είναι, εν συγκρίσει προς τα ανωτέρω, κάτι το ανάξιον. Άκουσε τί λέει ο Παύλος εις την Α' επιστολήν του προς τον Τιμόθεον: <<Ω τέκνον Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύλαξον, εκτρεπόμενος τας βεβήλους κενοφωνίας και αντιθέσεις της ψευδωνύμου γνώσεως, ην τίνες επαγγελλόμενοι περί την πίστιν ηστόχησαν>> (6, 20-21).
Καίτοι αγράμματος ο π. Αββακούμ, έχει μίαν εκπληκτικήν γνώσιν των Γραφών. Δύναται να απαγγέλη από μνήμης ταχέως και ακριβώς σελίδα κατά σελίδα την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην και να δίνη φωτισμένες ερμηνείες.
- Πώς απέκτησες αυτήν την ικανότητα, ερώτησα τον π. Αββακούμ. - Είναι αποτέλεσμα καθημερινής σπουδής και αγνότητος, και πάνω απ' όλα δώρον του Αγίου Πνεύματος, απήντησε...
- Πάτερ Αββακούμ, πες μου είναι δυνατόν για έναν που ζη στον κόσμο να επιτύχη την αγιότητα; - Είναι πολύ δύσκολον, απεκρίθη, αλλά όχι αδύνατον. Ο Άγιος Χρυσόστομος λέγει ότι: <<δεν είναι ο τόπος, αλλά και ο τρόπος που κάνει αγίους>>.
Εν τούτοις ο Άγιος προέτρεπε τους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν στον κόσμον να πηγαίνουν εις τους πατέρας που ζουν εις την έρημον και να εξομολογούνται εις αυτούς. Η εικόνα του π. Αββακούμ, όπως τον είδα εκείνο το βράδυ, θα παραμένη πάντοτε ζωντανή εις την μνήμη μου:
ένας ανυπόδητος με λαμπερούς οφθαλμούς, αγαθός γέρων μοναχός καθισμένος χάμω στην ήσυχη σκοτεινή αυλή, κρατώντας εις το αριστερό του χέρι το μικρό του φανάρι, απαγγέλλων και ερμηνεύων περικοπάς από την Αγίαν Γραφήν.
Λίγες εβδομάδες προτού κοιμηθή, τον επισκέφθησαν δύο πολύ αγαπητοί του λαϊκοί προσκυνηταί, οι οποίοι του υπέβαλαν ωρισμένα ερωτήματα. Ο Γέροντας όπως πάντα, τους υπεδέχθη με το χαμόγελο στα χείλη: - Σας περίμενα, τους είπε.
Μου είπε ο Θεός <<αύριο άνθρωποι θα σου έλθουν' ετοιμάσου π. Αββακούμ. Να μη μιλήσω απερίσκεπτα, αλλά τα καλά και άγια. Και εχθές, προτού έλθη ο π. Ησαϊας με σταφύλια, μου είπε η φωνή: άνθρωπος θα σού' ρθη. Χάρηκα που σας είδα.
Άμα περιμένω ανθρώπους του Θεού χαίρομαι>>. Αφού τους κέρασε, άκουσε με προσοχή τα ερωτήματά τους: - Γέροντα, οι καλοί άνθρωποι που δεν είναι βαπτισμένοι, πώς θα τους κρίνη ο Θεός;
Και όταν κάνει κανείς το καλό, το βρίσκει: - Το βρίσκει! Ο Θεός είναι δικαιοκρίτης. Δεν χάνει κανένας, αφού κάνει το καλό και είναι αβάπτιστος. Το ίδιο με ρώτησαν πριν πέντε χρόνια ο Άγγλος πρόξενος στην Αθήνα με τον γραμματέα του, που ήλθαν να με βρουν εδώ, στην Βίγλα, και εζήτησαν να τους εξηγήσω τους λόγους του Απ. Παύλου:
<<Δόξα δε και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω το αγαθόν. Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι...>> (Ρωμ. 2, 10). Τους είπα ότι έχει να κριθή και ο πιο βάρβαρος, διότι ο Θεός σε κάθε ανθρώπου καρδιά έχει τον νόμον του γραμμένον.
Ούτε ο βαπτισμένος χάνει που κάνει το καλό, ούτε ο αβάπτιστος. Και τους εξήγησα αυτά που λέει και το Τριώδιον. - Γέροντα, λέτε να επλησίασε ο καιρός για τους Τούρκους; - Αυτά μη τα θεολογείς. Όλά έρχονται σιγά - σιγά.
<<Ουκ ευθέως το τέλος>>, λέει η Γραφή. Διπλά θα πάθουν κακά απ' ό,τι μας έκαναν. Όπου Ορθοδοξία, εκεί ο Διάβολος πολεμά. Όλοι μασώνοι μωρέ οι δικοί μας...>>. Και συνέχισε η συζήτησις μια ακόμη ώρα και πλέον, με απαγγελίες ολοκλήρων κεφαλαίων εκ της Καινής Διαθήκης για τα μεγαλεία της πίστεώς μας, διά την οποίαν ετόνιζε μετά δέους και κατανύξεως:
<<Δεν υπάρχει σαν την πίστι μας άλλη>>. Ένα απόγευμα πάλι, ενώ προσηύχετο στο κελλάκι του της Μονής, τον ειδοποίησαν ότι κάποιος επίσκοπος του Πατριαρχείου θέλει να τον δη στο Συνοδικόν.
Αμέσως ετοιμάστηκε και με απλότητα παιδιού παρουσιάσθηκε ενώπιον του υψηλού ξένου και των Γερόντων ειπών: - Ευλογείτε Πατέρες, ποιός με εζήτησε; - Εγώ π. Αββακούμ, είπε ο επίσκοπος.
Θα ήθελα πολύ να μου εξηγήσης τον μακαρισμόν: <<μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών έστιν η βασιλεία των ουρανών>>. - Σεβασμιώτατε υπάρχουν πολλές εξηγήσεις, εγώ τώρα μία κρατώ, του Μ. Βασιλείου,
όπου λέει, ότι τέτοιοι είναι ωσάν τον Απόστολον Παύλον, ο οποίος έλεγε: <<ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι>>.
Διότι ταπεινώνεται και ο αμαρτωλός, αλλά καμπτόμενος υπό της αμαρτίας. - Βρε, και εμείς τα λέμε ανάποδα, ανεφώνησε ο επίσκοπος και τον αγκάλιασε. Συζητώντας κάποτε με δύο κληρικούς, εκ των οποίων ο ένας ήτο πνευματικός, ετόνιζε την μεγάλην σημασίαν που έχει η ευγένεια και διάκρισις στον πνευματικόν:
- Όσο μπορείς, πνευματικέ, να οικονομής τους νέους με αγάπη. Καλώς το παιδί μου, να λες. Τί κάνεις, πώς πάει ο αγώνας; Για να φεύγη ευχαριστημένος και να δοξάζεται ο Χριστός. Αυτά στα λέω, διότι πληροφορούμαι, ότι είσαι καλός άνθρωπος, πνευματικέ.
- Πώς θα εννοήσωμεν καλώς την Γραφήν Γέροντα, τον ερώτησε εν συνεχεία ο διάκονος. - Μπορείτε να μπήτε στο πνεύμα της Γραφής, όταν παρακαλήτε από την καρδιά σας. Θα σας τα πη ο Χριστός.
Έρχεται το Πνεύμα το Άγιον και κατεβαίνει εις την καρδίαν και σε διδάσκει το τι και τι. Διότι ούτε η πολυμάθεια, ούτε τα γράμματα είναι η σοφία, αλλά όπως λέει η θεία Γραφή: <<Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου. Το δε γνώναι νόμον, διανοίας εστί αγαθής>>.
Να αγαπάτε την αλήθεια. Όλες οι ψυχές θα ζητηθούν από τους αρχιερείς, γιατί δεν μιλούν, από φιλαυτία, από φιλοδοξία, διά τις παρανομίες που βλέπουν. Να προσέξετε την ταπείνωσιν και την σάρκα.
Εγώ όλα τα έχω δοκιμάσει. Τίποτα δεν είναι σαν τον πόλεμον της σαρκός. Πόλεμος μέχρι αποδημίας. Αυτό το βάσανο. Το μαρτυρικόν βάσανο...
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αναρτήσεων εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+ 2007),
<<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>,
εκτύπωση - βιβλιοδεσία ΑΘΗΝΑ Α.Ε., έκδοσις δ', σελ. 54-58,
Αθήναι 2002.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)