ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

«ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ;»




γιαγιὰ Κωνσταντῖνα φροντίζει τὶς «ὀρφανὲς ψυχοῦλες» Κάθε μέρα, ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωΐ, στὰ Κοιμητήρια, μιὰ συμπαθέστατη γιαγιὰ ἔρχεται στὸν ναὸ τὸν Ἁγίων Πάντων καὶ ἀφοῦ περάσει ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι νὰ ἀσπαστεῖ τὴν Εἰκόνα, θὰ ἀνάψει τὰ κεράκια της, θὰ μοῦ δώσει ἐμένα καραμελίτσα, θὰ μοῦ πεῖ «Δόξα τῷ Θεῶ ποὺ ξημέρωσε καὶ σήμερα» καὶ θὰ ἀρχίσει ἕναν σκληρὸ ἀγῶνα προσφορᾶς ἕως καὶ τὸ μεσημέρι, νὰ ἀνάβει τὰ καντηλάκια τῶν κεκοιμημένων μὲ δικό της λάδι καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ αὐτοὺς μὲ τὸν δικό της τρόπο.


Τὴν ἐρώτησα καὶ ἐγὼ μιὰ ἡμέρα μὲ ἀπορία: - Γιαγιά, πόσους συγγενεῖς ἔχεις ἐδῶ;... Μὲ κοίταξε ἡ γιαγιὰ μὲ βλέμμα ἔκπληκτο! - Γιατὶ ρωτᾶς Παππούλη μου; Γιὰ τὰ καντηλάκια ποὺ ἀνάβω; - Ναί, τῆς ἀπαντῶ. - Ὅλοι ἐδῶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι Παππούλη μου, ὅπως καὶ ἐγώ. Συγγενεῖς μου εἶναι ὅλοι! Ἐδῶ ἐγώ, ὅπως καταλάβατε, ἔνιωσα πνευματικὰ πολὺ μικρὸς μπροστά της! Καὶ συνεχίζει ἡ γιαγιά: Ἐγὼ ἀνάβω τὰ καντηλάκια στὶς ψυχοῦλες ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια δὲν ἔρχεται κανεὶς καὶ δὲν ἔχουν κανένα πίσω νὰ τοὺς τὰ ἀνάψει ἢ ποὺ ἀδιαφοροῦν καὶ νὰ τοὺς τὰ ἀνάψουν γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους. Βλέπω χαλασμένους τάφους ποὺ οὔτε κἂν τὰ ὀνόματά τους δὲν ξεχωρίζουν.


Δὲν δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἕνα κεράκι καὶ μιὰ προσευχούλα, καλέ μου παππούλη; Ἐπειδὴ οἱ δικοί τους τοὺς ξέχασαν; Ἐγώ, Παππούλη μου, πέρασα τὰ 90 χρόνια τῆς ζωῆς μου καὶ ὁ Θεὸς μὲ κρατάει ὄρθια γιὰ αὐτὲς τὶς ὀρφανὲς ψυχοῦλες. Μωράκια, Παππούλη μου, μόλις λίγων μηνῶν, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ζωὴ ἀγγελάκια ποὺ χρόνια τώρα δὲν πατάει κανείς! Στρατιῶτες ποὺ πολέμησαν, γιὰ νὰ εἶμαι σήμερα ἐγὼ ἐδῶ καὶ νὰ σοῦ μιλάω, καὶ δὲν τοὺς ἀνάβει ἕνα κεράκι κανείς. Καὶ πολλὲς ἄλλες ψυχοῦλες. Δὲν δικαιοῦνται ἕνα κεράκι ἀπὸ ἐμᾶς;


πειδή, Παππούλη μου, κάποιοι ἔχουν τὴν συνήθεια νὰ λένε: «Γιατί νὰ πάω στὰ μνήματα νὰ ἀνάψω κερί; Ἐκεῖ εἶναι;». Ὄχι, Παππούλη μου, δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ ψυχὲς τὸ νιώθουν τὸ κεράκι καὶ τὴν παρουσία μας, ἐμεῖς ἁπλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ συλλάβουμε! Εἶναι σκληρὸς ὁ κόσμος, Παππούλη μου, τρῶμε, πίνουμε, διασκεδάζουμε γιὰ χρόνια μαζὶ καὶ μετὰ ποὺ θὰ ἔρθει ὁ θάνατος δὲν ἐπισκέπτονται τοὺς δικούς τους, γιὰ νὰ μὴν χαλάσει ἡ καρδούλα τους. Μόνο στὰ καλὰ δηλαδή, καὶ στὰ ἄσχημα ὅλα τελειώνουν γιὰ πάντα. Διαγραφή!


Τὸ μόνο ποὺ λυπᾶμαι, Παππούλη μου, ὅταν φύγω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ζωή, ποιός θὰ τοὺς τὰ ἀνάβει; Γι᾿ αὐτό, Παππούλη μου, ἔχω ἕνα τετράδιο καὶ γράφω καθημερινὰ ὅσα ὀνόματα μπορῶ, γιὰ νὰ τὰ δώσω στὶς ἐκκλησίες νὰ τὰ μνημονεύουνε, ὅταν ἐγὼ πλέον δὲν θὰ μπορῶ...


Αὐτὴ εἶναι ἡ γιαγιὰ Κωνσταντῖνα. Ἡ συντροφιὰ τῶν ψυχῶν, τῶν κοιμητηρίων μας, ἡ εὐλογημένη! Εκ του ιστολογίου «e-MHTERIKO» της Δευτέρας 1 Ιουνίου 2020. Επιμέλεια ημετέρα.


Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ




του Βασίλη Χαραλάμπους


Σ’ ένα ταξί πριν λίγα χρόνια, σε μια όχι και τόσο κοντινή διαδρομή (Λευκωσία - Λάρνακα) έγινε τούτη η απλή συνομιλία. Στην αρχή η διαδρομή ήταν σιωπηλή ώσπου μια απλή ερώτηση έσπασε τούτη τη σιωπή. «Από που είσαι;» «Από το Ριζοκάρπασο» κι αυθόρμητα η ερώτηση μου, «Πήγες καθόλου στο χωριό σου;» «Μια φορά είχα πάει, αλλά όχι με το δικό μου ταξί. Πήγα με άλλον ταξί, με Τούρκο ταξιτζή. Και να σου πω τι μου έτυχε». Εγώ σιωπηλός άκουγα αυτόν τον απλό άνθρωπο, από το κατεχόμενο Ριζοκάρπασο. «Εκεί στο αγίασμα τ’ Άη Θέρισσου (Αγίου Θύρσου ή Θέρισσου) ο ταξιτζής έκαμε τον σταυρό του. Αμέσως ρωτώ τον. Είσαι Χριστιανός; Τον ρώτησα. «Όχι», απαντά μου. Ξαναρωτώ «Είσαι Τουρκοκύπριος;» Και τούτο γιατί πολλοί ήταν οι Τούρκοι, που πριν την βάρβαρη εισβολή ήταν κρυπτοχριστιανοί. Γι’ αυτό και οι Έλληνες της Κύπρου τους αποκαλούσαν «λινοπάμπακους». Από το λινάρι και το βαμβάκι, γιατί εξωτερικά ζούσαν ως μωαμεθανοί και μυστικά ήταν Χριστιανοί. Ο ταξιτζής στην ερώτηση λοιπόν αν είναι Τουρκοκύπριος απάντησε, «Όχι είμαι Τούρκος». «Να, σε ρωτώ, γιατί είδα σε που έκαμες τον σταυρό σου όπως εμάς κι απόρησα». Έμεινε λίγο σιωπηλός ο Τούρκος ταξιτζής κι ύστερα συνέχισε, «Να σου πω», μου λέγει, η γυναίκα μου είναι Τουρκοκύπρια κι έχουμε ένα μικρό κοριτσάκι. Το κοριτσάκι μας είχε μεγάλη αρρώστια. Έλιωνε το κοριτσάκι, κατάλαβες; Έλιωνε. Πήραμε το κοριτσάκι σε γιατρούς εξωτερικό γιατί θα πέθαινε. Πήγαμε Τουρκία, πήγαμε Ισραήλ μα τίποτε, μας είπαν θα πεθάνει. Η γυναίκα μου επέμενε να το πάρουμε στο αγίασμαν τ’ Άη Θέρισσου. Εγώ όμως δέν δεχόμουν. Όταν κατάλαβα πως πλησίαζε το τέλος του παιδιού μου δέχτηκα. Τι να κάμω; Βάλαμε αγίασμα στο κοριτσάκι, από πάνω ως κάτω κι έγινε εντελώς καλά. Έγινε εντελώς καλά. Από τότε χωρίς να γίνω Χριστιανός, κάθε φορά που περνώ που το αγίασμα τ’ Άη Θέρισσου, κάνω τον σταυρό μου όπως τον κάνετε εσείς, για να ευχαριστήσω τον Άγιο». Σιώπησε ύστερα ο ταξιτζής, σιώπησα κι εγώ, με τη ευχή να δώσει ο Θεός αυτοί οι συνάνθρωποί μας που ταλαιπωρούνται από την πλάνη του Μωάμεθ να γνωρίσουν τον Χριστό, το Αληθινό Φως. *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 30.12.2022 πολ. ημ. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗ





Έφυγε ξεχασμένος από τα παιδιά του που έμεναν σε διπλανά σπίτια αγορασμένα με τα λεφτά του




«Είχε δυο γιους ο Κυρ Γιάννης, που ζούσαν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, σε διπλανά ρετιρέ διαμερίσματα, που τους τα είχε αγοράσει με τις οικονομίες, ένα δανειάκι, και το εφάπαξ του.

Αλλά και οι δύο τον άφησαν να ζει μόνος του και ξεχασμένος από όλους»



Η συγκινητική ιστορία του κυρ Γιάννη είναι μία από τις πολλές περιπτώσεις των ηλικιωμένων που περνούν τα Χριστούγεννα μόνοι, καθώς έχουν χάσει τον σύντροφό τους και τα παιδιά τους τους ξεχνούν.


Ο κυρ Γιάννης, όπως έκανε κάθε μέρα, έτσι και σήμερα ξύπνησε νωρίς και πήγε κατευθείαν στο ημερολόγιο, σέρνοντας τις παντόφλες του στο πάτωμα, ξεκόλλησε ένα χαρτάκι, αποκαλύπτοντας εκείνο που έγραφε 25 Δεκέμβρη…


Είναι Χριστούγεννα”. Μονολόγησε. Κατευθύνθηκε στο μπάνιο, σέρνοντας πάλι τις παντόφλες του, έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπο του, χτένισε τα μαλλιά του κι έφτιαξε σαπουνάδα περνώντας την με το πινέλο στα άσπρα γένια του, έπιασε την λεπίδα και ξυρίστηκε κόντρα, βάζοντας στο τέλος μπόλικη κολόνια λεμόνι.


Με τις υγείες σου Γιάννη”. Ξανά μονολόγησε. Μπήκε στην κουζίνα, σέρνοντας τις παντόφλες του, κι έψησε έναν βαρύ γλυκό με καϊμάκι σε χοντρό φλιτζάνι, όπως έκανε πάντα, τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά από τον καφέ κι άναψε το πρώτο τσιγαράκι του.


Σήκω ρε Γιάννη, τι κάθεσαι, Χριστούγεννα είναι, σήμερα πρέπει να φορέσεις τα καλά σου”. Είπε στον εαυτό του και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα, σέρνοντας επιδεικτικά τις παντόφλες του.


Ήταν μια συνήθεια που την είχε αποκτήσει καθώς έχασε την γυναίκα του και μετά, την Κυρά Τασούλα, από εκείνη την παλιό-αρρώστια, όπως έλεγε ο Κυρ Γιάννης τον καρκίνο, και θαρρείς πως το έκανε για να ξορκίσει την νεκρική ησυχία που επικρατούσε πια μέσα στο σπίτι, να σπάσουν οι παντόφλες την ανία.


Φόρεσε λοιπόν το καλό του το κουστούμι, τα ακριβά του τα λουστραρισμένα παπούτσια, έδεσε την φαρδιά κόκκινη γραβάτα και σαν αρχοντάνθρωπος σωστός, κάθισε στην αναπαυτική του πολυθρόνα, ανοίγοντας την τηλεόραση.


Τίποτα δεν έχει πάλι ετούτο το χαζό κουτό, ευτυχώς που σήμερα είναι Χριστούγεννα κι όπου να ΄ναι, θα έρθουν τα παιδιά μου να με πάρουν, για να γιορτάσω μαζί με τα εγγονάκια μου” . Είπε και φωτίστηκε από χαρά το πρόσωπο του.


Είχε δυο γιους λεβέντες και καλοπαντρεμένους ο Κυρ Γιάννης, που ζούσαν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στην ίδια πολυκατοικία κι οι δυο, σε διπλανά ρετιρέ διαμερίσματα, που τους τα είχε αγοράσει με τις οικονομίες, ένα δανειάκι, και το εφάπαξ του.


Κοίταξε το ρόλοι του. “Μωρέ, πότε πήγε μια η ώρα, μεσημέριασε, το πιθανότερο είναι πως τα παλικαριά μου θα έχουν δουλειά, και θα ΄ρθουν να με πάρουν το βραδάκι”. Μουρμούρισε ο Κυρ Γιάννης κι άλλαξε κανάλι, μένοντας ασάλευτος στην πολυθρόνα του.


Ήρθε και το απόγευμα κι άρχισε να σουρουπώνει σιγά σιγά, ο Κυρ Γιάννης κοίταξε έξω από το παράθυρο του ισόγειου του σπιτιού του. “Μπα πανάθεμα το, λες να χάλασε το ρημάδι το τηλέφωνο και να μην μπορούν τα παιδιά να με βρούνε, και να τα ανησύχησα χρονιάρα μέρα τα καμάρια μου;”


Είπε κι έπιασε το ακουστικό και το έβαλε στο αυτί του… “Τουτ, τουτ, τουτ, περίεργο, μια χαρά δουλεύει το τηλέφωνο”. Είπε και άναψε ένα ακόμη τσιγαράκι. Και κάπως έτσι, αργά και βασανιστικά, πήγε δέκα το βράδυ, μα το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ, μήτε κι η πόρτα του Κυρ Γιάννη άνοιξε καθόλου σήμερα.


Κάπου θα μπλέξανε στα σίγουρα οι λεβέντες μου, ας μην τους ενοχλήσω. Άιντε σήκω βρε Γιάννη, να βάλεις τις πιτζάμες και τις παντόφλες, και να πας να ξεραθείς στο κρεβάτι σου, πέρασε η μέρα, του χρόνου όμως, δεν μπορεί, θα είναι καλύτερα τα Χριστούγεννα από τα φετινά”.


Έτσι σκέφτηκε φωναχτά ο Κυρ Γιάννης κι από μέσα του βγήκε ένας αναστεναγμός, κι από τα μάτια του κύλησε ένα δάκρυ. Έκλεισε την τηλεόραση, τα φώτα, και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, έβγαλε το κουστούμι του, έβαλε τις πιτζάμες και σέρνοντας τις παντόφλες του, χώθηκε κάτω από τα κρύα σκεπάσματα του σιωπηλός…


Την άλλη μέρα το πρωί, το τηλέφωνο του Κυρ Γιάννη άρχισε να χτυπάει επίμονα, ήταν ο μεγάλος του ο γιος, που τον καλούσε εδώ και ώρα. Μα, ο Κυρ Γιάννης δεν απαντούσε, έλειπε!


Μόνο το άψυχο του σώμα, το προδομένο από την σπασμένη του καρδιά, ήταν εκεί, σκεπασμένο μέσα στις ζέστες κουβέρτες. Η ψυχή του είχε φύγει αποβραδίς, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, να πάει να ανταμώσει με εκείνη της καλής του της Τασούλας!


Ήρθα κυρά μου! Ήρθα για να μην είσαι άλλο μοναχή σου, ήρθα να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα”. Είπε ο Κυρ Γιάννης, και δίχως να σέρνει πια τις παντόφλες του, πήγε και την αγκάλιασε, φιλώντας την Τασούλα τρυφερά στο μέτωπο της! *Εκ του ιστολογίου <<Famagusta News>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ...




Κάποτε, ένας εργάτης, ενώ έσκαβε μαζί με πολλούς άλλους στην γκαλερί λατομείου, κίνησε έναν μεγάλο βράχο με αποτέλεσμα να καταρρεύσει η γκαλερί, συνθλίβοντας τους πάντες.


Η σύζυγος αυτού του εργάτη, η κα. Αργυρώ, κανόνισε με τον ιερέα του χωριού να κάνει σαράντα Λειτουργίες για την ψυχή του συζύγου της σε ένα παρεκκλήσι, κοντά στο μέρος όπου έγινε το ατύχημα, επειδή πίστευε ότι ο σύζυγός της ήταν νεκρός.


Μάλιστα κάθε μέρα έφερνε ένα μπουκάλι κρασί για τον ιερέα και άναβε ένα κερί και κανόνισε ό, τι είναι απαραίτητο για τη λειτουργία. 


Όταν ο ιερέας έφτασε στις είκοσι Λειτουργίες, ο διάβολος ζήλεψε την ευλάβεια της κυρίας Αργυρώς και αφού μεταμορφώθηκε σε γνωστό χωριάτη, την συνάντησε το πρωί στο δρόμο και της είπε:


''Δεν το ήξερες; Ο ιερέας δεν πήγε σήμερα στην εκκλησία, γιατί είχε επείγουσα δουλειά και γι ' αυτό δεν ενοχλείσαι. Αύριο θα κάνεις την προσφορά σου! Ο διάβολος της το έκανε τρεις φορές μέσα σε σαράντα μέρες.


Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια να ανοίξει η γκαλερί στο ορυχείο, ώστε να αφαιρέσουν τα πτώματα, που τελικά ήταν πάρα πολλά. Ήταν όλοι νεκροί. Πέρασαν ήδη 40 μέρες.


Σκάβοντας ακόμα πιο βαθιά, έφτασαν σε ένα μέρος όπου άκουγαν φωνή! Μια ανθρώπινη φωνή που τους έλεγε: ''Προσέξτε, ζω! Σκάψτε προσεκτικά, γιατί υπάρχουν δύο πέτρες πάνω μου, μην πέσουν και με σκοτώσουν".


Πραγματικά το θαύμασαν και σκάβοντας πολύ προσεκτικά από τα πλάγια, βρήκαν ζωντανό τον άνθρωπο. Ήταν ο σύζυγος της κας Αργυρώς! Όλοι αναρωτιόντουσαν, πως αυτός ο άνθρωπος ζούσε τόσες μέρες χωρίς φαγητό και χωρίς νερό!


Και εκείνος, τότε, απάντησε στην απορία τους λέγοντας: ''Κάθε μέρα κάποιος μου έδινε, αόρατα, δεν ξέρω πως, ένα καρβέλι ψωμί και ένα μικρό δοχείο κρασί, ενώ ένα αναμμένο κερί ήταν μπροστά μου, και έτσι έφαγα και έπινα.


Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτα, δεν είδα φως, και ήμουν πολύ ανήσυχος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμιζα ότι αυτό το αόρατο χέρι του Θεού σταμάτησε να με βοηθάει. Και ήμουν έτοιμος να πεθάνω από πείνα και δίψα.


Τότε είδα ξανά το αναμμένο κερί, και δίπλα του το ψωμί και το κρασί, όπως πριν, και δοξάζω τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους, και έτσι κατάφερα να επιβιώσω! Όλοι δόξασαν τον Θεό και θαύμασαν και την κα Αργυρώ, που έζησε αυτό το υπέροχο γεγονός και μάλιστα με αυτόν τον τρόπο!



Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ




...ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑΣ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥΝΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ...


Η μικρή Zhou Dingshuang ζει στην Κίνα και είναι κυριολεκτικά τα χέρια και τα πόδια του 12χρονου ανάπηρου αδελφού της, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα κίνησης από τη γέννησή του. 

Παρά τα πολλές φορές επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα, την προσωπική της κούραση ή οποιαδήποτε δυσκολία μπορεί να παρουσιαστεί, η εννιάχρονη Zhou δεν αφήνει ποτέ πίσω τον αδερφό της, Dingfu. 

«Δεν θα τον αφήσω ποτέ πίσω. Θα είμαι τα πόδια του για πάντα». 

Κάθε πρωί η γλυκιά Zhou πλένει τα χέρια και το πρόσωπο του αδερφού της, τον βοηθάει να ντυθεί και έπειτα τον ανεβάζει στις πλάτες της και κατευθύνονται προς το σχολείο, από το οποίο να σημειωθεί πως δεν έχουν χάσει ούτε ένα μάθημα. 

Αφού γυρίσουν από το σχολείο, το κοριτσάκι βοηθάει τον μικρό Dingfu με τις εργασίες του και μετά συμβάλει στις δουλειές του σπιτιού, αφού και οι δύο γονείς της είναι ανάπηροι. 

Πλένει τα λαχανικά, ταΐζει τα ζώα που εκτρέφουν και πλένει τα ρούχα της οικογένειας στο χέρι. 

Η δασκάλα των αχώριστων αδερφών, Liu Yan, δήλωσε σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό πως έχει κλείσει έναν ξενώνα για τα δύο παιδιά, αφού πρόσεξε τη δυσκολία που αντιμετωπίζει η οικογένεια. 

Ο ξενώνας αυτός απέχει 500 μέτρα από το σχολείο, οπότε η μικρή κουβαλά τον αδερφό της όπως και να ‘χει, χωρίς να κουράζεται ή να μετανιώνει. 



Εκ του ιστολογίου ''CNN Greece''. 
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

''ΕΞΑΝΑΓΚΑΖΟΝΤΑΣ'' ΤΟΝ ΘΕΟ




Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἄρχισε ὁ γέροντας Πνευ­ματικὸς νὰ διηγεῖται στὸ πνευματικοπαίδι του 

μιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ κάποιον θεοφοβούμενο ἄνθρωπο παλαιὰ στὴ Μυτιλήνη.


Ποὺ λές, Μιχάλη τὸν λέγανε. Τὸν ἤξερα ἐγὼ προσωπικά. 

Στὴ Μυτιλήνη ζοῦ­σε, σ’ ἕνα κεφαλοχώρι. 

Ἄνθρωπος τί­­μιος, ἐργάτης, μὲ φόβο Θεοῦ πάνω του. Οἰκοδόμος ἦταν. 

Μεροδούλι – μεροφάι. 

Ὅλη τὴ μέρα στὴ δουλειά, καὶ τὸ βρά­δυ στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένειά του. 

Εἶ­χε γυναίκα καὶ ὀχτὼ παιδιά. Οὔτε ἕνα, οὔτε δύο. 

Ὀχτὼ τοῦ Θεοῦ τὰ εἶχε. Ἡ γυναίκα του δὲν ἐργαζόταν. 

Καὶ νά ’θελε, ποῦ νὰ εὐκαιρήσει μὲ ὀχτὼ παιδιά; 

Ἕνα ἡμερομίσθιο, καὶ μ’ αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τά ’βγαζαν πέρα. 

Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός.
Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκεῖνοι δὲν Τὸν ἄφηναν. Κατάλαβες; 


ταν θεοσεβούμενη οἰκογένεια 

ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. 

Ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία δὲν ἔλειπαν Κυριακές, γιορτές, 

καὶ στὴ ζωή τους πολὺ προσεκτικοί. 

Καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἐπιπλέον, ὅσο μπο­ροῦ­σαν. 

Τί νὰ μποροῦσαν δηλαδή; 

ἀπ’ τὸ ὑ­στέρημά τους οἱ ἄνθρωποι… 

Κυλοῦσε ἡ ζωή τους ἥσυχα, κι αὐτοὶ δόξαζαν τὸν Θεό.

Κάποτε ὅμως ἦρθαν μέρες δύσκολες. Ἀναδουλειὲς στὸ νησί. Ἄρχισε νὰ στενεύεται ὁ κυρ-Μιχάλης. Πῶς νὰ τὰ καταφέρνει δέκα στόματα νὰ τρέφει καθημερινά; Κι ἡ καημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴν ἄλλη πιὸ πολὺ δυσκολευόταν. Ξέρεις τί ’ναι νὰ ξημερώνει, καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ μάνα ἂν θὰ βρεῖ νὰ ταΐσει τὰ μικρά της; Μαρτύριο σωστὸ γιὰ τὴ μητρικὴ καρδιά.
Καὶ ἔφτασε κι ἡ μέρα ποὺ δὲν εἶχε τίποτε στὸ σπίτι νὰ δώσει στὰ παιδιά. Ἀδειανὰ ὅλα τὰ ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τὸν ἄντρα της:
–Ἂν σήμερα δὲν φέρεις κάτι στὸ σπίτι, τοῦ ’κανε, νὰ ξέρεις, τὰ παιδιὰ θὰ μείνουν νηστικά. Οὔτε ψίχουλο δὲν ὑπάρ­χει.
Ἔφυγε ὁ Μιχάλης γιὰ τὴν πιάτσα, μπὰς καὶ βρεῖ τίποτε. Στὸ δρόμο περ­νοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν κοιμητηριακὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ. Κοντοστάθηκε μιὰ στιγμὴ κι ἀ­μέ­σως τὸ ἀποφάσισε. Ἄλλαξε τὸ πρό­γραμμά του.
–Δὲν θὰ πάω στὴν πλατεία. Θὰ μπῶ ἐδῶ.
 

Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔκανε τὸ σταυ­­ρό του. 

Ἄναψε τὸ κερὶ καὶ κατευθύν­θηκε μπροστὰ στὸ τέμπλο. 

Ἔπεσε στὰ γόνατα, σήκωσε τὰ χέρια του καὶ παρακαλέθηκε:
–Ὀχτὼ τὰ ἔχω, Χριστέ μου. Δικά Σου εἶναι, Ἐσὺ μοῦ τά ’δωσες. 

Ἐσὺ ποὺ μοῦ τά ’δωσες, φρόντισε νὰ τὰ θρέψεις. 

Δὲν ἔχουν τίποτε γιὰ σήμερα νὰ φᾶνε.
Ἔμεινε λίγη ὥρα ἔτσι γονατισμένος καὶ τέλος ξαναμίλησε:
–Ἐγὼ δὲν φεύγω ἀπὸ ᾿δῶ, Χριστέ μου, ἂν δὲν μοῦ φέρεις νὰ ταΐσω τὰ παιδιά μου, 

ποὺ δὲν εἶναι δικά μου· 

δικά Σου εἶναι.


Εἶπε, καὶ κατευθύνθηκε στὸ ἀναλόγιο. Πῆρε τὸ Ψαλτήρι κι ἄρχισε νὰ διαβάζει.
Δὲν θά ’χε περάσει μισὴ ὥρα, κι ἀπ­έ­ξω ἀκούστηκαν συνομιλίες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔδωσε σημασία. Μετὰ διέκρινε τὴ φω­νὴ τοῦ παπᾶ τους. Μιλοῦσε μὲ κά­ποιον ἄγνωστο. Ἔπιασε μιὰ λέξη, ἂν ἄ­κουγε καλά…
–Ἕναν οἰκοδόμο πρέπει νὰ βρεῖς…
Πετάχτηκε ἔξω.
–Παπα-Γιάννη, τὴν εὐχή σου.
–Νά τος! φώναξε ὁ παπάς. Τὸν ξέρεις τὸν Μιχάλη;
Κι ἀμέσως πρὸς τὸν Μιχάλη:
–Μιχάλη, τὸν γνωρίζεις τὸν κύριο;
–Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
–Εἶναι τοῦ Γρηγόρη τοῦ…, μακαρίτης τώρα, ἀπ’ τὸν ἀπάνω μαχαλά. Μᾶς ἦρθε χθὲς ἀπ’ τὴν Ἀμερική, χρόνια τώρα ἐκεῖ, δυὸ δεκαετίες κοντά. Τὸν θυμᾶσαι;
–Ἅμα λές, παπά μου, δυὸ δεκαετίες, ἐγὼ ἀκόμα δὲν ἤμουν ἐδῶ. Μετὰ ἐγκα­ταστάθηκα στὸ χωριό. Τὸν πατέρα του τὸν μακαρίτη τὸν ἔχω ἀκουστά.
–Κύριε Μιχάλη, εἶστε οἰκοδόμος;
–Ναί, παιδί μου.


νδιαφέρομαι νὰ φτιάξω τὸν τάφο τῶν γονέων μου. 

Θέλω νὰ χτίσω κάτι ὡ­ραῖο, ἐπίσημο, σὰν τύμβο. Σὰν εἰκο­νο­στάσι. 

Νὰ χωράει κανεὶς νὰ μπεῖ μέσα, ν’ ἀνάψει τὸ κερί, τὸ καντήλι. 

Κατάλαβες; Ξέ­ρεις ἀπὸ τέτοια;

–Πῶς δὲν ξέρω, παλληκάρι μου. Ἔχω φτιάξει κι ἄλλοτε.

–Πόσα θέλεις νὰ μοῦ τὸ φτιάξεις;
Κοντοστάθηκε ὁ κυρ-Μιχάλης. 

«Νὰ πῶ ἑκατὸ χιλιάδες δραχμές», πῆρε νὰ σκέ­­φτεται, «μὴν τοῦ φανοῦν πολλά. 

Νὰ πῶ ἑβδομήντα;».
–Διακόσιες χιλιάδες σοῦ φτάνουν;
–…
–Ἔ, δὲν διαθέτω περισσότερα. Δέχεσαι;
–Δέχομαι.
–Πάρ᾿ τα.
Καὶ τοῦ ἔδωσε στὸ χέρι φάκελλο φουσκωμένο.


Μὲ τρεμάμενα χέρια ὁ κυρ-Μιχάλης ὁ οἰκοδόμος ξαναμπῆκε στὴν ἐκκλησιά. Ἔ­πεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔκλαψε. Ὥρα πολλή. Κάποτε σηκώ­θηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ σπίτι του. Στὴ γυ­ναίκα του καὶ τὰ ὀχτὼ παιδιά του. Τοῦ Θεοῦ ὅλα.

–Κατάλαβες, παιδί μου; κατέληξε ὁ γέ­­ροντας Πνευματικός. Αὐτὸς ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴν πίστη του, τὴν προσευ­χή του, ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔκανε, πῶς νὰ ποῦ­με… τὸν ἐξανάγκασε τὸν Θεό. Ἔτσι δὲν εἶναι; Για­τὶ ἡ πίστη, ἡ ἀληθινή, ἡ ἀκράδαντη, αὐτὸ κάνει. Ἐξαναγκάζει τὸν Θεό. Συμ­φωνεῖς;



Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου ''Βηθεσδά''. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΕ ΤΑ ΤΡΕΝΑ




Η μικρή κόρη της Briana Hefley Shepard ανακάλυψε 

ότι η νέα έδρα της επιχείρησης της μητέρας της είχε θέα τις γραμμές του τρένου 

και ήταν πολύ ενθουσιασμένη γι’ αυτό. 

Κάθε μέρα για τέσσερα χρόνια, 

το κοριτσάκι στεκόταν σε ένα μεγάλο παράθυρο και χαιρετούσε τα τρένα 

κάθε φορά που περνούσαν. 

Όμως μια μέρα, 

το μικρό κορίτσι έπαψε να στέκεται στο παράθυρο. 

Σε μια δημοσίευση που μοιράστηκε στη σελίδα Love What Matters στο Facebook, 

η Shepard έγραψε το λόγο για τον οποίο το μικρό κορίτσι της 

δεν μπορούσε πια να χαιρετάει τα τρένα. 


Η Briana γράφει ότι οι εισπράκτορες είχαν μάθει το μικρό κορίτσι και κάθε φορά την χαιρετούσαν κι εκείνοι από μακριά. Όταν η μικρή δεν ήταν στο παράθυρο, εκείνοι της σφύριζαν για να βγει και να τους χαιρετήσει. “Σφύριζαν με τη σφυρίχτρα τους κι εκείνη έτρεχε στο παράθυρο,” έγραψε η μητέρα. “Αυτό γινόταν κάθε φορά.” Όμως ήρθε η ώρα για την κόρη της Shepard να πάει στο σχολείο, πράγμα που σήμαινε ότι δεν μπορούσε πλέον να χαιρετά τους εισπράκτορες. 


Η Shepard παραδέχεται ότι αυτό που τη συγκλόνησε ήταν όταν άνοιξε το παράθυρο και είδε τους εισπράκτορες να σφυρίζουν και να χαιρετάνε προς το μέρος της, χωρίς όμως να παίρνουν ανταπόκριση, αφού το μικρό κορίτσι δεν ήταν εκεί. Την επόμενη μέρα, η Shepard άφησε ένα μεγάλο σημείωμα στο παράθυρο. “Άρχισε το σχολείο”, έγραψε, μη γνωρίζοντας αν μπορούσε κανείς να το δει. Πέρασαν εβδομάδες και ξαφνικά χτύπησε η πόρτα της οικογενειακής επιχείρησης. 


Ήταν ένας από τους εισπράκτορες. “Στην αρχή δεν κατάλαβα ποιος ήταν αλλά μετά μου είπε ότι ήταν ένας από τους εισπράκτορες και ήρθε να ρωτήσει πού ήταν το ξανθό κοριτσάκι που τους χαιρετούσε.” Σύμφωνα με την Shepard, οι εισπράκτορες είχαν δει το σημείωμα, αλλά δεν μπορούσαν να το διαβάσουν. Υπέθεσαν ότι το κοριτσάκι ήταν στο σχολείο, αλλά ήθελαν να ρωτήσουν για να σιγουρευτούν. 


Ο εισπράκτορας που πλησίασε την Shepard δήλωσε ότι η μικρή τους έφτιαχνε πάντα την ημέρα κάθε φορά περνούσαν και την έβλεπαν να τους χαιρετάει και από τότε που άρχισε το σχολείο την έχασαν. Όλοι οι εισπράκτορες ήθελαν να κάνουν κάτι ιδιαίτερο για το κοριτσάκι όταν η Shepard τους είπε ότι πλησίαζαν τα γενέθλια της μικρής. 


Η ξεχωριστή σχέση τους μας επηρέασε και μας γέμισε με αγάπη και ελπίδα,” είπε η Shepard. “Η σημερινή επίσκεψη αποκατέστησε την πίστη μου στην καλοσύνη και την ανθρωπιά. Αυτές είναι στιγμές που θα θυμόμαστε πάντα.”



Πηγή: diaforetiko.
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΚΑΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ




Όλη νύχτα ,η Νίκη η νεαρή μάνα με τα δύο μικρά παιδιά γύριζε στο στρώμα της. Πώς θα το κρατούσε μυστικό το ότι μεγάλωνε μέσα της ένα νέο παιδί που δεν ήταν του άνδρα της ο οποίος έλειπε στην ξενιτιά; Είχε σχεδόν αποφασίσει να πάει και να τελειώσει τη ζωή της πέφτοντας στο ποτάμι παρακάτω από το χωριό με τη μεγάλη ρουφήχτρα. Τα παιδιά θα τα άφηνε στην πεθερά της που έμενε μαζί τους και ήταν χρυσός άνθρωπος. Το πρωί αποφάσισε να της πει την τρομερή της απόφαση. Το κακό δεν θεραπεύεται με κακό αλλά μόνο με καλό, θα το λύσουμε το θέμα. 


Η Αρετή, η εφευρετική πεθερά είχε ένα αγροτόσπιτο στην άκρη του χωριού και μέσα σε 20 μέρες αφού το άσπρισε και ετοίμασε μετακόμισαν εκεί μάνα, δύο παιδιά και η πεθερά. Στο χωριό είπαν ότι πήγαν νωρίτερα για να είναι έτοιμοι και θα παρακολουθούν το σιτάρι για τη συγκομιδή. Πέρασαν 5 μήνες. Η Νίκη γέννησε και η πεθερά σαν μαμή την ξεγέννησε και άρχισε να περιποιείται το νεογέννητο. Μετά από 25 μέρες η πεθερά έβαλε σε ένα καλαθάκι το μωρό και πήγε στο έμπα του χωριού και το άφησε στην άκρη του δρόμου κρυμμένη κοντά για να δει τι θα γίνει. Το μωρό ξύπνησε άρχισε να κλαίει και δύο περαστικοί άκουσαν το κλάμα του και έκπληκτοι πλησίασαν το καλάθι. 


Η Αρετή που παραφύλαγε προσευχόμενη πετάχτηκε πάνω , άρπαξε το μωρό και άρχισε να το χορεύει λέγοντας: "Το είχα τάμα να μεγαλώσω ένα ορφανό και να που μου το έστειλε ο Θεός. Ας έρθουν να το αναζητήσουν οι δικοί του". Και απομακρύνθηκε με το μωράκι στην αγκαλιά. Το χωριό έμαθε ότι η καλόψυχη Αρετή μάζεψε ένα ορφανό και έτσι μεγάλωνε μαζί με τα άλλα ώσπου ήρθε ο πατέρας.’’ Τίνος είναι το παιδί μάνα; ρώτησε. - Είναι δικό μου και θα το μεγαλώσω απάντησε η Αρετή, γιατί το βρήκα πεντάρφανο στο δρόμο. Η Νίκη πρόλαβε και σκούπισε δύο δάκρυα, πριν τη δει ο άνδρας της ο οποίος δέχθηκε την ευεργεσία της μάνας του. 


Ο άνδρας δεν έφυγε πια για την ξενιτιά και η οικογένεια απέκτησε άλλα δύο παιδιά και μεγάλωναν όλα μαζί. Μετά από 12 χρόνια πέθανε η Αρετή και όταν την έθαψαν ήταν ζεστή και σε 40 μέρες φύτρωσε στον τάφο της ένας βασιλικός, που στο χρόνο είχε γίνει θάμνος που κατασκήνωναν τα πουλιά. 


Η Νίκη που ήξερε τι μεγάλο καλό είχε κάνει η πεθερά της για χρόνια σιωπούσε, μα κάποτε αποκάλυψε το μυστικό στο σύζυγό της. - Αφού η μάνα μου δεν σε κατέκρινε ούτε και εγώ απάντησε ο άνδρας της , σε συγχωρώ. Ήταν ο ‘’γιος’’ της μάνας του! Πώς θα μπορούσε να φερθεί αλλιώς;


Εκ του περιοδικού ''Η Δράση μας'', Οκτώβριος 2017. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ!




Θα ‘θελα να σας μεταφέρω μια ιστορία 

κάπως διαφορετική, ίσως ουτοπική 

μα δυνατή και με νόημα μεγάλο. 

Κάτι που έχουμε ανάγκη πια, σε ότι συμβαίνει δίπλα μας τούτες τις μέρες… 

Πριν από χρόνια ένας σπουδαίος γιατρός 

ταξίδευε με την οικογένειά του στην έρημο με ένα τροχόσπιτο. 

Ξαφνικά, 

μετά από ένα απότομο τράνταγμα, 

το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά στο πλάι του δρόμου. 

Λάστιχο στον μπροστινό δεξί τροχό. 

Τα δίδυμα έχουν τρομάξει, η γυναίκα του προσπαθεί να τα ηρεμήσει. 

«Μην ανησυχείτε», τους λέει, «θα βάλω τη ρεζέρβα και θα συνεχίσουμε». 

Πράγματι, αλλάζει το λάστιχο με μεγάλο κόπο. 

Είχε 40 βαθμούς θερμοκρασία. 

Μπαίνει στο αυτοκίνητο και διαπιστώνει πως τα δίδυμα συνεχίζουν να κλαίνε. 

Η γυναίκα του έχει απελπιστεί.


Ο γιατρός της λέει: «Κάνε υπομονή, σε 50 χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο και θα σταματήσουμε». Ξαναβγαίνει στο δρόμο, δεν προλαβαίνει όμως να κάνει πάνω από 50 μέτρα και ένας θόρυβος, ίδιος με πριν, τον αναγκάζει να φρενάρει απότομα. Βγαίνει και τι να δει; Και το άλλο λάστιχο σκασμένο. Τα δίδυμα έχουν τρομάξει πολύ και κλαίνε πια με λυγμούς. Ο γιατρός είναι απελπισμένος και η γυναίκα του από τον πανικό της βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και ούτε ένα αυτοκίνητο δε φαίνεται στον ορίζοντα. 


Ο γιατρός όσο περνά η ώρα καταλαμβάνεται από έναν απίστευτο φόβο, όχι τόσο για τον ίδιο όσο για την οικογένειά του.  Έχουν περάσει δύο ώρες, όταν στο βάθος φαίνονται τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Ο γιατρός σαν τρελός με τα χέρια ψηλά τρέχει στη μέση του δρόμου να σταματήσει τον περαστικό για να ζητήσει βοήθεια. Το αυτοκίνητο πλησιάζει και φρενάρει. Είναι ένα μεγάλο αγροτικό που στην καρότσα του έχει ένα λυκόσκυλο. Φαίνεται καλό σκυλί. Ο γιατρός πάει στο τζάμι του οδηγού και αντικρίζει ένα μεγαλόσωμο άνδρα με απεριποίητο μούσι. 


Στο δεξί κάθισμα βλέπει ένα ζευγάρι δεκανίκια. «Σε παρακαλώ, έχω δύο μικρά παιδιά, έπαθα δύο φορές λάστιχο, βοήθησέ μας», λέει στον άγνωστο οδηγό. «Και τι θες να κάνω;», του απαντάει εκείνος. «Είδα στο χάρτη ότι σε 50 χιλιόμετρα έχει ένα βενζινάδικο. Θα με πας να φτιάξω το λάστιχο;», του λέει ο γιατρός. «Θες να σου δώσω το αυτοκίνητο να πας εσύ, να μείνω εγώ με την οικογένειά σου, να μη μείνουν μόνοι τους στην ερημιά;», ψιθυρίζει ήρεμα ο άγνωστος. Ο γιατρός κοιτάζει άφωνος τον ξένο για τη διάθεσή του να του δώσει το αυτοκίνητο, αλλά και ανήσυχος να τον αφήσει μόνο με την οικογένειά του. 


Ο ξένος καταλαβαίνει τον προβληματισμό του και του λέει: «Μην ανησυχείς, είμαι καλή παρέα για τα παιδιά. Εσύ να προσέξεις το σκύλο μου που είναι στην καρότσα. Είναι καλό σκυλί αλλά άγριο και έχει μάθει να με προστατεύει.» Ο γιατρός από το φόβο του, μήπως ο άγνωστος αλλάξει γνώμη, του λέει: «Σύμφωνοι». Εξηγεί την κατάσταση στη γυναίκα του, ενώ ο άγνωστος πηγαίνει στο τροχόσπιτο με τις πατερίτσες. Έχει δύο ξύλινα πόδια. Ο γιατρός δεν περιμένει την αντίδραση της γυναίκας του. Είναι φοβισμένος και απελπισμένος. Φεύγει με το αγροτικό γεμάτος αγωνία και ενοχές. Πηγαίνει στο βενζινάδικο, φτιάχνει το λάστιχο και παίρνει το δρόμο της επιστροφής με τον ιδρώτα να στάζει από την αγωνία για την οικογένειά του. 


Μετά από μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έφυγε, φρενάρει απότομα δίπλα στο τροχόσπιτο. Πλησιάζει και αντί για κλάματα, ακούει γέλια. Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μπροστά στο εξής θέαμα. Ο άγνωστος κάνει γκριμάτσες στα δίδυμα, τα οποία έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι να φάνε σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει: «Γεια σου αγάπη μου» Ο γιατρός τους κοιτάζει άφωνος. 


Ο άλλος δεν περιμένει την απάντησή του, πιάνει τις πατερίτσες του και σηκώνεται μονολογώντας: «Να πηγαίνω κι εγώ.» Ο γιατρός τον συνοδεύει έξω και φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, λέει: «Σε ευχαριστώ πολύ, με έσωσες. Πώς μπορώ να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες;» Ο άγνωστος με τα ξύλινα πόδια τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Θα σου πω μια μικρή ιστορία. 


Ήμουν στρατιώτης στο Βιετνάμ, 

όταν έπεσε δίπλα μου μια χειροβομβίδα.

Ένας άνδρας, με κουβάλησε στην πλάτη του 5 χιλιόμετρα. 

Νιώθω πολύ ευτυχισμένος 

που μου λείπουν μόνο δύο πόδια. 

Μόνο μια χάρη θέλω να μου κάνεις. 

Συνέχισέ το.» 

«Ποιο;», τον ρωτάει ο γιατρός. 

«Το καλό που σου έκανα», του απαντά εκείνος. 

Ο γιατρός είναι σήμερα διάσημος για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι οι μοναδικές ικανότητές του ως χειρουργού 

και ο δεύτερος η φράση «Συνέχισέ το», 

που έλεγε κάθε φορά που κάποιος χωρίς οικονομική δυνατότητα τον ρωτούσε: 

«Γιατρέ, τι σου χρωστάω;» 

Να ‘ναι άραγε τόσο δύσκολο ή βαρύ για τον καθένα μας 

να συνεχίσουμε αυτό που μόλις διαβάσαμε; 

Ναι έχει σίγουρα κάποιο κόστος, μα εκεί δεν είναι και το δυνατό του σημείο; 

Να μπορεί ο κάτοχος ενός τέτοιου φρονήματος να υποτάξει το Εγώ του...!



Φωτογραφία Πολυχρόνης Νικηφοράκης

Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ΟΥΚ ΕΠ ΑΡΤΩ ΜΟΝΩ ΖΗΣΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ




Έριξε μια γρήγορη, τελευταία ματιά στο χάρτη πριν ξεκινήσει. 

Ασυναίσθητα κοίταξε το αγιορείτικο κομποσχοίνι 

που κρεμόταν στον καθρέφτη του παρμπρίζ κι έκανε τον σταυρό του. 

Μόλις είχε ξεκινήσει για μία ακόμα εξόρμηση, 

από αυτές που ονόμαζε «χαρούμενη εργασία». 

Ήταν φωτογράφος και, 

μετά από αρκετές αναβολές, 

αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγάλα του όνειρα: 

Να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια 

του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής του, 

την Πελοπόννησο. 

Έτσι λοιπόν, εδώ και λίγες εβδομάδες 

είχε δώσει σάρκα και οστά στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο. 

Οι δυσκολίες μεγάλες: 

Πολλά έξοδα, δύσκολη αναζήτηση πληροφοριών για ξεχασμένες Ιερές Μονές, 

ακόμα δυσκολότερη επικοινωνία με τους μοναχούς 

και πρόσβαση σε αυτά τα Προσκυνήματα που, 

παρότι ξεχασμένα από τους ανθρώπους, 

έστεκαν ακλόνητα εκεί, για να δοξολογούν τον Θεό. 


Ήταν, με λίγα λόγια, μια «τρέλα» το όλο εγχείρημα. «Ποιος θ' ασχοληθεί με Μοναστήρια στην εποχή μας;», του έλεγαν διάφοροι «λογικοί». «Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις μ' αυτή την κρίση, παρά να τρέχεις να βρεις τους καλόγερους;», συμπλήρωναν άλλοι. Όμως αυτός, εκεί. Είχε μια παλαβή επιμονή πως τελικά θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες. Έτσι σκεφτόταν και τώρα, ενώ διέσχιζε την Εθνική Οδό στο ύψος των Μεγάρων, με κατεύθυνση την Ορεινή Κορινθία. Όλες τις δυσκολίες που αναφέρθηκαν, τις είχε υπόψη του. Έλα όμως που παρουσιάστηκε και μία ακόμα, που δεν είχε υπολογίσει! 


Η Νηστεία της Σαρακοστής, που αποφάσισε να τηρήσει φέτος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, «δοκιμαστικά» όπως έλεγε δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του, μην πιστεύοντας πως τελικά θα φτάσει μέχρι το Πάσχα νηστεύοντας. Άλλο όμως είναι να νηστεύει κανείς στο σπίτι του κι άλλο όταν ταξιδεύει. Στη δεύτερη περίπτωση, οι δυσκολίες και οι πειρασμοί είναι απείρως περισσότεροι και παραμονεύουν σε κάθε...χιλιόμετρο. Έτσι και τώρα, «οδοιπόρος» καθώς ήταν - έστω και μέσα στην άνεση του αυτοκινήτου - δεν πίστευε πως θα καταφέρει να νηστέψει και σήμερα. 


Το είχε δεδομένο πως, όλο και σε κάποια ταβέρνα στα χωριουδάκια της Ορεινής Κορινθίας θα γευόταν τα φρέσκα κρεατικά, τις τοπικές νοστιμιές και άλλες λιχουδιές που είχε στερηθεί - αλλοίμονο! - για 5-6 μέρες... Άλλωστε, είχε ήδη έτοιμη την δικαιολογία: Δεν μπορείς να δουλεύεις, να κάνεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα σε μία μόνο ημέρα και να μένεις νηστικός! Δεν το χωράει ούτε η νοοτροπία της σύγχρονης εποχής αυτό, ούτε το αντέχει το στομάχι! Καλά ήταν όσο νήστεψε μέχρι τώρα, του χρόνου πάλι και βλέπουμε... Με αυτές τις σκέψεις, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε τον Ισθμό κι άρχισε σιγά - σιγά να ανηφορίζει προς τα ορεινά του Νομού Κορινθίας. 


Η φύση δεν ήταν ακόμα ανοιξιάτικη, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές Απριλίου. Ο καιρός, του προκαλούσε ιδιαίτερο εκνευρισμό, καθώς δεν επιβεβαίωνε τις μετεωρολογικές προβλέψεις για ηλιοφάνεια και πυκνά, μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος, εκεί στην οροσειρά που βρισκόταν το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Μετά από αλεπάλληλες στροφές και οδήγηση σε στενούς επαρχιακούς δρόμους, έφτασε στον προορισμό του. Ήταν εκνευρισμένος, γιατί η ώρα ήταν μία παρά και στις 1 η Μονή έκλεινε. Πότε θα προλάβαινε να βγάλει φωτογραφίες; Στα γρήγορα έτρεξε και μπήκε μέσα. Στο Καθολικό με τις παλιές τοιχογραφίες, άρχισε να φωτογραφίζει βιαστικά. Ένας μοναχός τον καλωσόρισε. 


Ήξερε τον σκοπό της επίσκεψής του και τον εξυπηρέτησε σε ό,τι του ζήτησε: Ιστορικά στοιχεία, αδιάκριτες ερωτήσεις και συνεχείς φωτογραφίες, δεν πείραζαν το καλοκάθαγο γεροντάκι, το αντίθετο μάλιστα. «Ελάτε να σας πάω στον Ηγούμενο», πρότεινε στο τέλος της περιήγησης. Ο φωτογράφος δέχτηκε. Τον ανέβασαν μέσω μιας ξύλινης σκάλας - που ένιωθες πως θα σπάσει από τα πολλά τριξίματα - στον Γέροντα της Μονής, έναν πρόσχαρο και σεβάσμιο Ιερομόναχο. Έναν λεβεντόπαπα, από αυτούς που κρατάνε ακόμα ζωντανά τα Ιερά Προσκυνήματα αυτού του τόπου, παρά την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους, ακόμα και τους «πιστούς Χριστιανούς». 


Εκείνος τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει για τα βιβλία του και του έδειξε μερικές εκδόσεις της Μονής. Αμέσως προσφέρθηκε λουκουμάκι και κρύο νερό, παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα. Η ώρα περνούσε και το στομάχι...διαμαρτυρόταν. Με αφέλεια αλλά και θράσος, ρώτησε έναν καλόγερο «αν ξέρει καμιά ταβέρνα εδώ γύρω». «Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος γελώντας. «Θα την βρείτε ευθεία στα 20 μέτρα και δεξιά, στη δεύτερη πόρτα». Μέχρι ο φίλος μας να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε αρπάξει από το μπράτσο ο Ηγούμενος, λέγοντάς του «ελάτε να φάτε μαζί μας, είναι καλύτερα από την ταβέρνα!» Διστακτικά ακολούθησε. «Δεν είναι κακό να τσιμπήσω κάτι για ορεκτικό πριν τα κοψίδια», σκέφτηκε ο...κολλημένος με τα παϊδάκια και τα άλλα κρεατικά «οδοιπόρος». 


Θα έτρωγε λοιπόν κάτι «ψιλό» εδώ και μετά...γραμμή για την ταβέρνα! Ο Γέροντας τον οδήγησε σ' ένα μικρό δωματιάκι με ένα τραπεζάκι και 4-5 καθίσματα γύρω. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις ωραίες τράπεζες που έβλεπε στο Άγιον Όρος. Εδώ όλα ήταν τελείως λιτά, φτωχικά θά' λεγε κανείς. Έκαναν προσευχή και κάθησαν στο τραπέζι. Παρατήρησε πως συνολικά 5 άτομα έπρεπε να φάνε, αλλά τι; Από μια μικρή κατσαρόλα ένας Δόκιμος έβαζε κάτι λαδερό στα πιάτα, σε μικρές μερίδες. Ήταν αρακάς με λάδι - «είστε τυχερός, γιατί ήρθατε Σάββατο που γίνεται κατάλυση ελαίου», τόνισε ο Ηγούμενος - σε ποσότητες που πιθανόν να έφταναν για κάποιο παιδάκι 5 ετών, αλλά όχι για πεινασμένους ενήλικες! 


Το τραπέζι είχε στρωθεί. Με έκπληξη παρατήρησε πως η δική του μερίδα ήταν τουλάχιστον η διπλάσια, μπορεί και τριπλάσια, από αυτές των μοναχών! Πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Γέροντας Γεννάδιος διαβάζοντας τη σκέψη του, τον έκοψε: «Έχετε δρόμο μπροστά σας, πρέπει να φάτε». Το «μενού» περιελάμβανε, εκτός του αρακά, μαύρο ψωμί, άγρια χόρτα με απίστευτη πικράδα που δεν έφευγε με κανέναν τρόπο και υπολείμματα ταραμοσαλάτας που είχαν μείνει σ' ένα μικρό μπολ. Μάταια αναζήτησε ο επισκέπτης λίγο τυρί ή έστω κανονικό, άσπρο ψωμάκι, μιας και αυτό της ολικής άλεσης ήταν πικρό, περίπου όπως τα χόρτα. Ξεκινώντας ανόρεχτα να φάει, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε μισή ώρα στο τραπέζι. 


Ο Γέροντας ελάχιστα είχε ακουμπήσει το φαγητό του, αφού έλεγε ιστορίες της Μονής από τα παλιά, τις οποίες διάνθιζε με συμβουλές για τη νηστεία, την εγκράτεια και την ταπείνωση. Έτσι, όταν το γεύμα αυτό τελείωσε, οι σκέψεις της ταβέρνας και των κρεατικών είχαν απομακρυνθεί ολότελα από τον κακομαθημένο προσκυνητή. Τόση ώρα, είχε χορτάσει όχι βέβαια με τον παραβρασμένο αρακά και τις άγριες βρούβες, αλλά με τα λόγια του Γέροντα που δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ακόμα και την ώρα του φαγητού! Ολόκληρη η διάθεσή του είχε αλλάξει. Σκέφτηκε πόσο γελοία ήταν όσα υπολόγιζε πριν για ταβέρνες και...κοψίδια. 


Ο παπα - Γεννάδιος, βλέποντάς τον σκεφτικό, τον προσκάλεσε για καφεδάκι στον εξώστη της Μονής, που έβλεπε στην όμορφη λιμνούλα που βρισκόταν από κάτω. Η ώρα περνούσε και ο επισκέπτης δεν χόρταινε να ακούει τα πνευματικά θησαυρίσματα της σοφίας του Γέροντα. Έπρεπε όμως να βγάλει ακόμα μερικές φωτογραφίες και να κατέβει και στη λίμνη, όπου βρισκόταν το «Παλαιομονάστηρο», δηλαδή ένα εκκλησάκι που εγκαταλείφθηκε παλιά από τους μοναχούς προκειμένου να αναζητήσουν ασφαλέστερο καταφύγιο ψηλότερα. Ζήτησε επιπλέον πληροφορίες, ασπάστηκε το αγιασμένο χέρι του Γέροντα και αποχαιρέτησε τους μοναχούς που τον είχαν φιλοξενήσει εγκάρδια και αβραμιαία, με την υπόσχεση κάποια στιγμή να επιστρέψει και να τους ξαναδεί. 


Η διάθεσή του ήταν ευχάριστη και ούτε ο θόρυβος των δεκάδων προσκυνητών που ήρθαν εκείνη την ώρα με πούλμαν την μετέβαλε. Κατηφόρησε προς τη λίμνη, όπου διάφοροι ντόπιοι πουλούσαν τα προϊόντα τους. «Κύριε, θέλετε να δοκιμάστε την γραβιέρα μας; Ορίστε, πάρτε και το παξιμάδι μαζί, δικά μας είναι όλα!», του είπε ένας νεαρός. Εκείνος, πήρε μόνο το παξιμάδι που όντως ήταν πεντανόστιμο. Η φωτογραφική εργασία και στο παλιό εκκλησάκι είχε ολοκληρωθεί. Ήταν αργά το μεσημέρι, όταν ο ιδιότροπος προσκυνητής - φωτογράφος αποφάσισε πως έφτασε η ώρα του γυρισμού στην Αθήνα. Μάλιστα, θα ακολουθούσε άλλη διαδρομή, λίγο πιο μακρινή, για να θαυμάσει από κοντά και μια εκκλησιά με 17 τρούλους, όπως του είχαν πει οι καλόγεροι του Αγίου Γεωργίου. Ξεκίνησε πάλι να οδηγεί. 


Περνώντας από τα διάφορα ορεινά χωριουδάκια, οι μυρωδιές των φρεσκοψημένων κρεατικών του προκαλούσαν όχι πείνα, όπως θα περίμενε, αλλά ένα μειδίαμα αυτοσαρκασμού, ίσως και απογοήτευσης, για την αξία που είχε δώσει πρωτύτερα σε αυτά. Ευτυχώς, τέλειωσε τις φωτογραφικές του περιπέτειες πριν ξεκινήσει να ψιλοβρέχει. Βρισκόταν τώρα στον δρόμο του γυρισμού, με χίλιες σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό του. 


Θυμήθηκε τη γκρίνια του, την απροθυμία να νηστεύσει, την έτοιμη δικαιολογία του «οδοιπόρου» που είχε για να κάνει κατάλυση κρέατος. Με νοσταλγία ξανάζησε, έστω νοερά, την ζεστή φιλοξενία στον Άγιο Γεώργιο και - αν είναι δυνατόν! - χάρηκε με τη σκέψη πως από το πρωί ως τώρα το βράδυ, είχε φάει μονάχα ένα πιάτο αρακά και άγρια χόρτα.



Ένιωσε μια περίεργη γαλήνη 

και αισθάνθηκε πληρότητα μέσα του. 

Όχι στο στομάχι, 

που ακολουθεί πάντα τους δικούς του...ρυθμούς, 

αλλά στην ψυχή του. 

Μάλλον ήταν αυτό το «Ουκ επ' άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος», 

που του είχε πει ο παπα - Γεννάδιος αποχαιρετώντας τον. 

Σοφές κουβέντες, από το στόμα του ίδιου του Χριστού... 

Τόσο ευχαριστημένος ήταν, 

που αποφάσισε να κρατήσει τη νηστεία μέχρι το Πάσχα. 

Και τα κατάφερε με ευκολία! 

Περισσότερο δύσκολη υπόθεση ήταν η έκδοση του βιβλίου του, 

που όμως κι αυτή - συν Θεώ - πραγματοποιήθηκε. 

Έτσι, 

ένα χρόνο μετά, τέτοιες ημέρες στην αρχή της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, 

θυμήθηκε αυτό το περιστατικό στο παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, 

στο Φενεό Κορινθίας. 

Κι αποφάσισε να γράψει δυο λόγια για το μεγάλο μάθημα που πήρε τότε...



Εκ του Ιστολογίου ''Άγια Μετέωρα''. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

ΕΚΑΙΓΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ




Ροδοκόκκινος από χαρά άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του ο κυρ-Γιώργης 

και ξέσπασε με ενθουσιασμό: 

— Δεν ξανάνιωσα ποτέ μου τέτοια χαρά, Αγλαΐα! 

Αυτό το Πάσχα θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή!… 

—Μα τι έπαθες, παιδάκι μου; ρώτησε η γυναίκα του. 

Ηρέμησε! Κάτσε. Τι συνέβη; Έφερες τα λεφτά; 

Σε περιμένω για να πάμε το δώρο που είπαμε. Πρέπει να βγούμε σύντομα στην αγορά. 

Μέγα Σάββατο σήμερα. Δεν μπορώ να γυρίζω στους δρόμους. 

—Καλά, καλά! Όλα θα γίνουν. Μη βιάζεσαι! —Δηλαδή, τι μη βιάζεσαι; 

Άλλαξες πάλι; Δεν θα πάμε για το δώρο; 

Έτσι θ’ αφήσουμε τα παιδιά τέτοια μέρα; —Το ‘κανα το δώρο μου! 


Το έκανες; Δεν σε καταλαβαίνω! Μόνος σου; Χωρίς εμένα; Και τι πήρες; Και που το πήγες; Δεν συμφωνήσαμε να πάμε να το διαλέξουμε μαζί; —Νόμισα ότι δεν θα είχες αντίρρηση και διαφορετική γνώμη. —Μοιάζεις με αίνιγμα! Τι έγινε λοιπόν; Για μίλα καθαρότερα, Χριστιανέ μου, για να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας πασχαλιάτικα! —Καλά. Έλα. Κάτσε εδώ στον καναπέ και θα σου τα πω με τη σειρά. Φέρε μου ένα νερό. 


Και αφού τακτοποιήθηκαν, άρχισε ο κυρ-Γιώργης: —Όπως είπαμε το πρωί, ξεκίνησα για το συνοικισμό, για να πάρω το νοίκι από τους Ρωσοπόντιους, που βάλαμε στο σπίτι μας εδώ και δυο χρόνια, όταν έφτασαν σαν κυνηγημένα πουλιά στην Ελλάδα. Πήγα λοιπόν, χτύπησα το κουδούνι και βγήκε η ψηλόλιγνη χαροκαμένη μάνα και μου ‘πε κλαμένη: — Συγγνώμη, κύριε! Μας συγχωρείτε που αργήσαμε να σας δώσουμε τα λεφτά. Μας βρήκε συμφορά τους έρμους! Που να σας τα λέω! Αχ! Αχ! Αρρώστησε το μικρό μου κοριτσάκι. Έχει λευχαιμία, λένε οι γιατροί. Μέρες τώρα τρέχουμε στα Νοσοκομεία. Οι γιατροί της Κατερίνης μας συμβούλεψαν να πάμε στη Θεσσαλονίκη για καλύτερα, και το πήγαμε. 


Είχαμε τρεξίματα, γι’ αυτό καθυστερήσαμε να σας δώσουμε τα λεφτά. Περιμένετε μια στιγμή να σας τα φέρω. Και πήγε που λες, Αγλαΐα μου, στο διπλανό δωμάτιο και μου ‘φερε το μηνιάτικο. Το πήρα, είπα «ευχαριστώ», ευχήθηκα «περαστικά» για την κόρη τους και «καλό Πάσχα» και βγήκα στο δρόμο. Καθώς όμως προχωρούσα, θέλω να με πιστέψεις, Αγλαΐα, ένιωθα σαν να έκαιγε το χέρι μου! Δεν μπορούσα να ησυχάσω. Μια δυνατή φωνή αντηχούσε μέσα μου: «Έχουν άρρωστο μικρό παιδί, και μάλιστα με λευχαιμία. Τρέχουν σε γιατρούς. Δεν έχουν δικό τους σπίτι. Εσύ έχεις δύο. Γυρίζουν στα πεζοδρόμια και στις λαϊκές αγορές, για να βγάλουν κανένα μεροκάματο. Τι Πάσχα θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Εσύ τα έχεις όλα άφθονα και σκέφτεσαι να πάρεις κι άλλα δώρα για τα παιδιά σου, που τα ‘χεις μάλιστα καλοπαντρεμένα. 


Ρωτάς αν ψώνισαν τίποτε ιδιαίτερο για αύριο αυτοί; Η μήπως θα περάσουν όπως-όπως κι αυτή τη μέρα;…». Ήταν τόσο δυνατή αυτή η φωνή μέσα μου, Αγλαΐα, που δεν άντεξα. Ενώ είχα φτάσει στη στάση του αστικού, έκανα μεταβολή και ξαναγύρισα στο σπίτι. Χτύπησα πάλι το κουδούνι και ξαναβγήκε στην εξώπορτα η Πόντια. — Ορίστε, κυρ-Γιώργη! Μήπως έγινε κανένα λάθος στο μέτρημα; με ρώτησε. —Όχι! Όχι! “Ήταν πολύ σωστά! της είπα. Μα, μια και είναι βαριά άρρωστο το παιδάκι σας, να σας δώσω πίσω το νοίκι. Δεν πειράζει. Είναι πληρωμένος ο μήνας. Εσείς έχετε ανάγκες τώρα. Πηγαινοέρχεσθε στη Θεσσαλονίκη. 


Ναύλα, φάρμακα, έξοδα. Κρατήστε τα! Καλή Ανάσταση! Τα πήρε, που λες, γυναίκα, κι έσκυψε να φιλήσει το χέρι μου. Με χιλιοευχαρίστησε και με γέμισε ευχές για το σπίτι μας. Και, πίστεψέ με, το χέρι μου, που έκαιγε πρωτύτερα, τώρα ήταν δροσερό. Το είχε δροσίσει με τα καυτά της δάκρυα… Μα τι έχεις, Αγλαΐα; Γιατί κλαις; Δεν χάθηκε ο κόσμος που δεν θα κάνουμε δώρο στα παιδιά! Μήπως τους λείπει τίποτε; Θα τους κάνουμε δώρο στη γιορτή τους. Στο υπόσχομαι! —Δεν κλαίω γι’ αυτό, άντρα μου. Καλά έκανες, αλίμονο! Τι αξία έχει ένα νοίκι. Μακάρι να ‘δίνες και πιο πολλά. Κλαίω, γιατί, καθώς τα ‘λεγες, θυμήθηκα τη μακαρίτισσα τη μάνα μου. Σου τα ‘χω ειπωμένα άλλωστε.



Τι τράβηξαν κι εκείνοι, όταν είχαν έρθει πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική καταστροφή! 

Μου τα ‘λεγε πότε-πότε, όταν ήμουν παιδούλα, και κλαίγαμε μαζί. 

Αχ! Καταραμένη προσφυγιά! Καλά έκανες! 

Χαλάλι τους! Εγώ μάλιστα λέω να βρούμε κι άλλον τρόπο να τους βοηθήσουμε. 

Να, ας τους αφήσουμε, λέω, δυο-τρεις μήνες ακόμη στο σπίτι μας 

χωρίς να πληρώνουν και βλέπουμε… 

Η Παναγία σε φώτισε! 

—Δεν σου το ‘πα πως δεν θα είχες αντίρρηση για το δώρο μου, γυναίκα; 

Δεν ξέρω μήπως εγώ την καρδιά σου;…



Εκ του βιβλίου: ''Ήταν θαύμα της Παναγίας· 50 αληθινές ιστορίες'' του Γεωργίου Ψαλτάκη. 
Έκδοση Αδελφότητας Θεολόγων «Ο  Σωτήρ», σελ. 182-184, Αθήναι 2013. 
Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Print Friendly and PDF