ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΩΦΕΛΕΙΩΝ ΑΣ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΣΙΝ ΟΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΕΣ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957, β' έκδοση, σελ. 79-81.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




(Α) ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΩΦΕΛΕΙΩΝ ΑΣ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΣΙΝ ΟΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΕΣ



Αφού εξητάσαμεν το θέμα «Περί της Θείας Κοινωνίας» από πάσης πλευράς, ώστε οι βουλόμενοι, είτε λαϊκοί είναι ούτοι είτε Κληρικοί, να δύνανται να αναθεωρήσουν, αν θέλουν, την στάσιν των έναντι της «Συνεχούς Θείας Κοινωνίας», δηλαδή, οι μεν να προχωρήσουν, οι δε να επιτρέψουν και να μεταδώσουν την Θ. Κοινωνίαν, θεωρούμεν σκόπιμον να υπενθυμίσωμεν και τας ωφελείας που προκύπτουν εις τους συνεχώς κοινωνούντες, μήπως δελεασθούν αμφότεροι, λαϊκοί και Κληρικοί, και κάμουν χρήσιν του «Κεκρυμμένου τούτου Θησαυρού».


Ο Άγιος, φερ' ειπείν, Πενταπόλεως Νεκτάριος, λέγει: «Ω, πόσον ευδαίμων και μακάριος δέον να λογίζηται ο επαξίως των Θείων μεταλαμβάνων Μυστηρίων! Ούτος εξέρχεται του Ναού όλος ανακαινισθείς, διότι το πυρ της Θεότητος, το διά της Θείας Μεταλήψεως κοινωνήσαν μετά της ψυχής' του ανθρώπου, τας μεν αμαρτίας αυτής κατέφλεξεν, αυτήν δε Θείας ενέπλησε Χάριτος, τας φρένας ηγίασε, τον νουν διεφώτισε, και την καρδίαν τω φόβω του Θεού καθήλωσε, και τέλος ανέδειξε σκήνωμα Πνεύματος».


Και αλλού λέγει: «Ο επαξίως κοινωνήσας έλαβεν ως αρραβώνα την Ουράνιον Βασιλείαν' ευρίσκεται δε ενδεδυμένος την Θείαν πανοπλίαν, ήτις προφυλάττει αυτόν από παντός κακού και πάσης του πονηρού επιβουλής και καθιστά επίφοβον αυτόν και αυτοίς τοις δαίμοσιν. Η καρδία του επαξίως κοινωνούντος πληρούται χαράς αφάτου και θυμηδίας αρρήτου. Ούτος μόνον αισθάνεται την απελθούσαν αλλοίωσιν επί δε τω αναινισμώ αυτού ευφραίνεται. Αι αρεταί πάσαι περικοσμούσι την καρδίαν αυτού, πόθος δε αυτού είναι η μετά του Κυρίου ένωσις.


Η ψυχική γαλήνη, ην δίδωσιν η συναίσθησις της μετά του Θεού διαλλαγής και κοινωνίας και η βασιλεύουσα εν αυτώ ουρανία ειρήνη, κατοπτρίζονται επί του ιλαρού προσώπου του επαξίως κοινωνήσαντος' πάσα δε αυτού η εξωτερική όψις μαρτυρεί αυτού την εσωτερικήν ηθικήν κατάστασιν' αγνότης και αθωότης δύο περιστρέφουσαι αυτόν χάριτες εισίν, αι προς πάντας περί αυτού ομιλούσι». Και συνεχίζων προσθέτει:


«Ιδού ο χαρακτήρ του αληθώς και επαξίως κοινωνήσαντος και συνεχώς μεταλαμβάνοντος. Τοιαύτα τα αποτελέσματα της Θείας Χάριτος». Ο δε άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης εις την ερμηνείαν του τροπαρίου της Γ' Ωδής του κανόνος του Σταυρού που λέγει:


«Πλευράς αχράντου λόγχη τρωθείσης, ύδωρ συν αίματι εξεβλήθη εγκαινίζων Διαθήκην, και μυστικόν αμαρτίας' των πιστών γαρ Σταυρός καύχημα, και Βασιλέων κράτος και στερέωμα» γράφει τα εξής: «...ποίον δε ωφέλιμον νόημα ημπορείς να συνάξης συ, αγαπητέ, από το τροπάριον τούτο; Ότι, εάν το Αίμα του Δεσπότου μας Ιησού Χριστού, είναι ρυπτικόν αμαρτίας, ήτοι καθαρίζει τον άνθρωπον από την αμαρτίαν, διατί συ, αδελφέ, δεν επιμελείσαι το να μεταλαμβάνης συνεχώς, ίνα λάβης άφεσιν των συγγνωστών αμαρτιών σου;


Δεν ηξεύρεις ότι, όσον συχνότερα μεταλαμβάνεις αυτό το άγιον Αίμα, τόσον συχνότερα μεταλαμβάνεις αυτήν ταύτην την ζωήν; «Ο τρώγων μου» γαρ, φησίν ο γλυκύς Ιησούς,  «την σάρκα, και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. στ' 54). Και εκ του εναντίου, δεν ηξεύρεις ότι όσον μακρύνεις και δεν μεταλαμβάνεις αυτό το ζωοποιόν αίμα, τόσον μακρύνεις και από την ζωήν»; «Εάν» γαρ, φησίν αυτός ο Κύριος, «μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου, και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς» (Ιωάν. στ' 53). 


Και αν, κατά τον Ιώβ, οι γύπες επιθυμούν τόσον πολύ το αίμα, ώστε δεν χορταίνουν πίνοντες αυτό, διότι από το αίμα λαμβάνουν ζωήν και οι οφθαλμοί των καθαρίζονται και βλέπουν μακρύτερα, κατά την γνώμην των φυσικών' «Πόρρωθεν οι οφθαλμοί αυτού (του γυπός) σκοπεύουσι, νεοσσοί δε αυτού φύρονται έν αίματι» (Ιώβ ιθ' 29). Αν, λέγομεν, οι γύπες επιθυμούν τόσον πολύ ένα θνητόν, και φθαρτόν αίμα, διά να ζωοποιηθούν, διατί συ, αδελφέ, δεν επιθυμείς να πίνης το αθάνατον και άφθαρτον Αίμα του Κυρίου, ίνα ζωοποιηθή η καρδία σου, ίνα φωτισθή ο νους σου, και ίνα λάβης, καθαρισμόν των συγγνωστών αμαρτιών σου;


«Το αίμα» γαρ, φησίν ο ηγαπημένος Ιωάννης, «Ιησού Χριστού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α' Ιωάν. α' 7). Εάν θέλης να δικαιωθής, αδελφέ, εν τω Αίματι Τούτω, το απολαμβάνεις, κατά τον Παύλον: «Δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού» (του Χριστού) (Ρω. ε' 9). Εάν θέλης να αγιασθής, διά του Αίματος του Χριστού το αποκτάς, κατά τον αυτόν Παύλον: «Διό και Ιησούς, ίνα αγιάση διά του ιδίου αίματος τον λαόν, έξω της πύλης έπαθε» (Εβρ. ιγ' 12). Εάν αγαπάς να νικήσης τον Διάβολον, με το Αίμα, αυτό τον νικάς, καθώς είναι γεηραμμένον εν τη Αποκαλύψει: «Και ενίκησεν (οι άγιοι δηλαδή) αυτόν (τον Διάβολον) διά το αίμα του αρνίου (Αποκ. ιβ' 11)».


( Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957, β' έκδοση, σελ. 79-81.


Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΥ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957, β' έκδοση, σελ. 66-70.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΥ ΝΗΣΤΕΙΑΣ



Την συνήθειαν ως φαίνεται, του μεταλαμβάνειν μόνον τας Τεσσαρακοστάς και ποιείν προ της Μεταλήψεως υποχρεωτικήν νηστείαν εισήγαγεν εις την Εκκλησίαν η ηθική μας κατάπτωσις, η λήθη των θεσμών της Εκκλησίας μας και η αμαρτία. Διότι ο Θ' Αποστολικός Κανών, και ο Β' της εν τη Αντιοχεία Συνόδου, επί ποινή αφορισμού, διατάσσουν την Μετάληψιν εις πάντα πιστόν χριστιανόν, οσάκις αν επιτελήται η Θεία Λειτουργία. Ήτο ποτέ δυνατόν η καθ' εκάστην νηστεία, αφού τετράκις της εβδομάδος ετελείτο η ιερουργία; Ασφαλώς όχι.


Ο Θ. Ιερώνυμος λέγει, ότι οι χριστιανοί της Ρώμης εκοινώνουν καθ' εκάστην και ερωτάται; Αφού εκοινώνουν καθ' εκάστην ενήστευον και καθ' εκάστην; Ο Μέγας Βασίλειος λέγει, ότι οι χριστιανοί της επαρχίας του, της Καππαδοκίας εκοινώνουν τετράκις της εβδομάδος, οι δε Μοναχοί καθ' εκάστην, έχοντες παρ' εαυτοίς άγιον Άρτον. Ερωτάται: Εφ' όσον εκοινώνουν καθ' εκάστην, ενήστευον και καθ' εκάστην; Ασφαλώς όχι.


Ο Θ. Χρυσόστομος λέγει, ότι η Θεία Κοινωνία γίνεται τρις της εβδομάδος, ενίοτε και τετράκις, ενήστευον καθ' εκάστην; Ασφαλώς όχι. Ο Άγιος Τιμόθεος επιτρέπει εις τους δαιμονιζομένους να κοινωνώσι κατά Κυριακήν, ει δε τους μη δαιμονιζόμενους καθ' εκάστην. Πότε ενήστευον; Οι δε της Θεσσαλονίκης Άγιοι Πατέρες, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Συμεών, λέγουν, ότι οι χριστιανοί οφείλουν κατά πάσαν Κυριακήν και εορτήν να κοινωνώσι του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Εορταί δε συμπίπτουσιν ενίοτε τρεις και τετράκις της εβδομάδος κατά σειράν. Πού η τριήμερος και οκταήμερος νηστεία;


Εάν λοιπόν οι συνεχώς κοινωνούντες ενήστευον προ της Θείας Κοινωνίας, τότε ουδέποτε θα έτρωγον κρέας ή ιχθύν καθ' όλην την ζωήν των. Ουδείς λοιπόν Κανών εμποδίζει τον χριστιανόν από της Θείας Κοινωνίας, αν μη προηγουμένως ενήστευσεν εν καιρώ μη καθιερωμένης νηστείας. Νόμοι δε εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία είναι οι λόγοι του Χριστού, οι Κανόνες των Αγίων Αποστόλων και αι αποφάσεις των επτά Οικουμ. Συνόδων και των ένδεκα Τοπικών, τας οποίας επικύρωσαν αι επτά Οικουμενικαί, ων το κύρος είναι αδιαφιλονίκητον. Ας ερωτήσωμεν όμως τους Ιερωμένους' Νηστεύετε Πατέρες το Σάββατον, ίνα κοινωνήσητε την Κυριακήν; Όχι βέβαια. 


Και διατί τούτο; Διότι δεν υπάρχει Νόμος που να σας επιβάλλει νηστείαν. Και ερωτώμεν' Μήπως όμως υπάρχει Νόμος που λέγει, ότι οι ιερωμένοι δύνανται να κοινωνώσιν, οι δε λαϊκοί να νηστεύωσιν ίνα κοινωνώσιν; Ούτε και αυτό υπάρχει. Συμπέρασμα: Εάν, λοιπόν, ήτο αμάρτημα το τρώγειν αρτήσιμον προ της Θείας Κοινωνίας, έπρεπε πρώτοι οι Κληρικοί να ετήρουν τον Νόμον τούτον και να μη τρώγωσι. Διότι, εάν υποθέσωμεν ότι οι Κληρικοί μεν δεν αμαρτάνουσι, τρώγοντας κρέας προ της Θείας Κοινωνίας, οι δε λαϊκοί αμαρτάνουσι τρώγοντες, τότε, κατ' αυτήν την λογικήν, δεν αμαρτάνουσι οι ιερωμένοι και να κλέπτουν ή να πορνεύουν, διότι είναι ιερωμένοι, οι δε λαϊκοί αμαρτάνουν κλέπτοντες ή πορνεύοντες!! Χρειάζεται λοιπόν τόση λογική και δεν υπάρχει, ίνα εννοήσωμεν, ότι κάτι που δεν είναι αμάρτημα και διά τους λαϊκούς; Ποίος νόμος ή ποίος Κανών Εκκλησιαστικός λέγει οι ιερείς να τρώγουν και να κοινωνώσιν κι οι λαϊκοί όχι; 


Το νηστεύειν άρα προ της Θείας Κοινωνίας, εν καιρώ μη νηστείας (διότι αι κεκανονισμέναι νηστείαι των τεσσαρακοστών, της Τετάρτης και της Παρασκευής, υπάρχουν και πρέπει να τηρώνται απαραβάτως, εκτός των ασθενούντων) είναι έξω των κανόνων της Εκκλησίας και κατά συνέπειαν δεν είναι ανόθευτος διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και της Εκκλησίας, καθ' ότι ουδείς Νόμος διατάσσει τούτο. 


Ουδέποτε, οι θείοι Απόστολοι, ή η Εκκλησία ή οι Πατέρες αυτής διελογίσθηκαν να κάμουν τους χριστιανούς των πόλεων και των χωρίων ασκητάς των ορέων, αλλά σώφρονας, νηφαλίους, εγκρατείς, λογικούς, φύλακας των θείων εντολών, όπως πάντοτε προσέρχωνται συνεχώς, εν καιρώ μεν νηστείας νηστεύοντες, εν καιρώ δε μη νηστείας τρώγοντες, και να κοινωνώσι μετέχοντες του Άρτου της Ζωής και της Αθανασίας, εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν θάνατον.


Ώστε η σχέσις της Νηστείας προς την Θείαν Κοινωνίαν με βάσιν τα ανωτέρω τίθεται ως εξής: Ο Χριστιανός, είτε κοινωνεί, είτε διότι είναι υπό κανόνα και δεν κοινωνεί, οφείλει να νηστεύη, εφ' όσον είναι υγιής, άνευ βλάβης της υγείας του. Επίσης ο Χριστιανός, είτε νηστεύει είτε δεν νηστεύει, διότι δεν του το επιτρέπει η υγεία του, δικαιούται και υποχρεούται να κοινωνή, εφ' όσον παρευρίσκεται εν τη Θεία Λειτουργία, αρκεί να είναι μετανοημένος και εξομοληγημένος εις ιερέα.



( Σ υ ν ε χί ζ ε τ α ι )



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957, β' έκδοση, σελ. 66-70.


Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

ΕΝΣΤΑΣΙΣ Η': ΑΓΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣ ΤΑΚΤΙΚΑ;

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 58-61.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ


ΕΝΣΤΑΣΙΣ Η'.


Άγιος είσαι και θέλεις να κοινωνείς τακτικά;


Απάντησις: Όχι, δεν είμαι άγιος' απόδειξις δε είναι ότι λέγω' «Εις Άγιος εις Κύριος Ιησούς Χριστός», αλλά προσέρχομαι,  «Θαρρών τη αφάτω Του αγαθότητι, και, ίνα, μη επί πολύ αφιστάμενος της κοινωνίας Του, θηριάλωτος υπό του νοητού λύκου γένωμαι» (Γ' Ευχή Μεαταλήψεως). Προσέρχομαι ως αμαρτωλός και από ανάγκην, και όχι ως δίκαιος και με δικαίωμα. Προσέρχομαι ως ασθενής και ζητώ φάρμακον διά την υγείαν της ψυχής μου, και όχι ως δίκαιος, ως υγιής, ως αναμάρτητος, ζητών βραβείον. Διότι, ως λέγομεν και αλλού, η Θεία Κοινωνία δεν δίδεται ως βραβείον εις τον αναμάρτητον, αλλ' ως φάρμακον εις τον ασθενή. Τίς δύναται να είπη, ότι είναι υγιής και εν τάξει; Πώς λοιπόν λέγετε, ότι πρέπει να γίνη άγιος και να προσέλθη; Αλλά πως θα γίνη άνευ του αγιαστικού μέσου, δηλαδή του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου; Θα προσερχώμεθα λοιπόν, ίνα, συν τω χρόνω, γίνωμεν άγιοι.



ΕΝΣΤΑΣΙΣ Θ'.


Σούπα εκάματε την Θ. Κοινωνίαν ή φαγητόν;


Απάντησις: Μάλιστα, σούπαν και φαγητόν της ψυχής μας εκάμαμεν τη Θείαν Κοινωνίαν και θρεπτικωτάτην τροφήν αυτής θεωρούμεν ταύτην. Και εφ' όσον ο Κύριος μας έδωσεν τον «άρτον τούτον» ως καθημερινήν τροφήν της ψυχής μας, δεν πρέπει να ποιήσωμεν ημείς αυτόν ενιαύσιον, ως μας λέγει ο Άγιος Αμβρόσιος. Διότι, όπως κάθε σώμα μη τρεφόμενον κανονικώς, καθημερινώς και συνεχώς δι' ολικής τροφής, μένει ατροφικόν και έτοιμον εις προσβολήν κάθε θλικού μικροβίου, ούτω και κάθε ψυχή, η επαρκώς τρεφομένη διά της ιδικής της τροφής, της πνευματικής, ατροφική ούσα υποκύπτει ευκόλως εις τα... μικρόβια του Πονηρού. Δι' αυτό τρεφόμεθα συνεχώς πνευματικά, ίνα είμεθα εις θέσιν να αντιστάμεθα εις τον πνευματικόν εχθρόν μας.


ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ι'


Σήμερον που είναι των Φώτων δεν κοινωνούν!!


Δυστυχώς και αυτό ηκούσθη εις Ναόν των Αθηνών. Ο ιερεύς του εν λόγω Ναού παρετήρησε και απέπεμψε τους προσερχομένους. Ευτυχώς όμως η επιμονή των πιστών, και η επέμβασις του ιερουργούντος Επισκόπου, απεκατέστησε την άγνοιαν του ιερέως και εκοινώνησαν οι πιστοί. Δι' αυτό καλόν είναι, νομίζομεν, να υπενθυμίσωμεν, ότι άλλο Μέγας Αγιασμός και άλλο Σώμα και Αίμα Κυρίου. Απορούμεν δε πως συγχέουν το ζήτημα. Διότι αυτοί οι ίδιοι οι Πνευματικοί Πατέρες, προκειμένου να ετοιμάσουν κάποιον διά την Θείαν Κοινωνίαν, όπου τυχόν έχει αμάρτημα σοβαρόν ή έχει πολλά χρόνια να κοινωνήση, του επιβάλλουν, ίνα λάβη πρώτον, Μ. Αγιασμόν και κατόπιν να κοινωνήση. Πώς, λοιπόν, εις το ένα μέρος ο αγιασμός παίζει τον ρόλον του αγιάζω (καθαρίζω) και εις το άλλο (των Φώτων) παίζει τον ρόλον του σώζω και αντικαθιστά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου; Είναι λάθος σοβαρόν, και ας προσέξωμεν. Διότι είναι σαν να λέγωμεν, ότι θα λάβωμεν αντί-δωρον  και δι' αυτό απαγορεύεται η Θ. Κοινωνία. Όχι' τον αγιασμόν τον δίδει η Εκκλησία εις καθαρισμόν, το αντί-δωρον ως μικράν ευλογίαν εις τους αναξίους προς Θ. Κοινωνίαν και το Σώμα του Κυρίου εις σωτηρίαν. Ας μάθωμεν λοιπόν ότι' άλλο αγιάζω, άλλο ευλογώ και άλλο σώζω.



ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΑ'.


Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ


Δεν εφάγατε το Πάσχα; Πώς θα κοινωνήσετε λοιπόν;


Και εις αυτήν την περίπτωσιν υπάρχει παχυλή άγνοια. Η διακαινήσιμος εβδομάς θεωρείται ως μία ημέρα (Πάσχα δηλαδή). Και η έκτη Οικ. Σύνοδος έχει τον ΞΣΤ' Κανόνα προς τούτο και επιτρέπει την Θείαν Κοινωνίαν, ανεξαρτήτως νηστείας. Μερικοί όμως ευρίσκουν διαφόρους δικαιολογίας, ίνα καταστρατηγήσουν και αυτόν τον Κανόνα, και λέγουν επί παραδείγματι: Ναι μεν λέγει ο Κανών αυτά, αλλ' εάν δεν ενήστευσες όλην την Τεσσαρακοστήν δεν δικαιούσι να κοινωνήσης. Αυτό βεβαίως δεν είναι, ούτε των Αγ. Γραφών ούτε της Ιεράς Παραδόσεως, και δι' αυτό ούτε οι λαϊκοί να το ακούσουν, αλλ' ούτε και οι Κληρικοί να το υποστηρίζουν, διότι πολλοί έχουν λόγους να μη νηστεύουν την Αγ. Τεσσαρακοστήν. Άλλοι πάλιν λέγουν: Ναι μεν λέγε η Σύνοδος αυτά, αλλά χρειάζεται νηστεία, διότι οι Πατέρες το απαγορεύουν. Αυτοί ασφαλώς είναι που δεν γνωρίζουν, ούτε τας Συνόδους, ούτε και τους Πατέρας. Πάντως η αλήθεια είναι μία, ότι η Διακαινήσιμος Εβδομάς είναι ελευθέρα και οι πιστοί δύνανται να προσέρχωνται και να κοινωνούν τον αναστάντα Κύριόν των, καθώς και οι Κληρικοί μας μετ' ευχαριστήσεως να μεταδίδωσιν εις αυτούς, όσοι βεβαίως τη αδεία του Πνευματικού, εκοινώνησαν την Μ. Εβδομάδα ή το Πάσχα.


ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΒ'.


Εφάγατε χθες (το Σάββατον) και σήμερα ήλθατε να μεταλάβητε;

Πω! Πω! Δεν σας κοινωνώ, φύγετε.

Οκτώ ημέρας το κρέας και τρεις το λάδι θα νηστεύσετε και τότε θα κοινωνήσετε.

Είναι αλήθεια, ότι πολλές φορές ακούομεν και τοιαύτα, ότι δηλαδή προκειμένου να κοινωνήσωμεν θα πρέπη να έχωμεν νηστεύση. Πάντως, αυτής της ενστάσεως η απάντησις υπάρχει εις το κεφάλαιον περί  «ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ» και δι' αυτό θα εύρωμεν εκεί την απάντησιν.


ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΙΓ'.


40 ημέραι δεν πέρασαν και θέλεις να κοινωνήσης;...


Πράγματι, ομολογούμεν ότι είναι φοβερός ο Διάβολος. Διότι πολλοί από αυτούς που υποστηρίζουν αυτό, μας φέρουν ως παράδειγμα τον Θ. Χρυσόστομον, ότι δήθεν αυτός είπε να μη κοινωνή ο άνθρωπος προ των τεσσαράκοντα ημερών. Πάντως από άλλα χωρία του Χρυσοστόμου, που βρίσκονται στο ανά χείρας βιβλίον, έχομεν την απάντησιν, ότι ο ιερός Χρυσόστομος δεν είπε τοιούτον τι. Αυτό απλώς είναι δόλωμα εις το αγκίστρι του Σατανά, ως ο ίδιος, λέγει: «Το ψεύδος όταν θέλη πιστευθήναι, εάν μη πήξη θεμέλιον δοκούσης αληθείας ου πιστεύεται». Λαμβάνουν δυστυχώς ένα μέρος από τον 28ον Λόγον του, Τόμ. 6, και το ερμηνεύουν οι Διαμαρτυρόμενοι και λοιποί αιρετικοί, αδιαφορούντες διά το το υπόλοιπον της ομιλίας του ή των ομιλιών του. Διότι ο Θ. Χρυσόστομος είναι ο μόνος όστις δίδει μάχην, όχι διά την συχνήν, αλλά διά την καθημερινήν Θείαν Κοινωνίαν, λέγων'  «Το Πάσχα ημών, υπέρ ημών ετύθη Χριστός' ώστε, οσάκις αν προσίης μετά καθαρού συνειδότος, Πάσχα επιτελείς, ουχ' όταν νηστεύης, αλλ' όταν της θυσίας ταύτης μετέχης» κ.λ.π. Δεν έχομεν λοιπόν, τοιαύτην περίπτωσιν... σαραντίσματος της Θείας Κοινωνίας, ούτε από τον Θ. Χρυσόστομον ούτε από κανέναν άλλον Πατέρα υιοθετουμένην, αλλά μόνον από την αμαρτίαν μας και από την άγνοιά μας.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 58-61.


Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ζ': ΠΕΙΘΕΣΘΕ ΤΟΙΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΙΣ... (Β')

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 56-58.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ




ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ζ'.



Πείθεσθε τοις Ηγουμένοις... (Β')



Ο δε Θεοφόρος Ιγνάτιος ως προείπομεν, λέγει' «Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, καν αξιόπιστος η, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν σημεία ποιή, καν προφητεύη, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος» (Ιγν. προς Ήρωνα 11). Δηλαδή' Πας ο λέγων εναντίον των διατεταγμένων και αν είναι αξιόπιστος, και αν παθενεύη και αν κάμνη θαύματα, και αν προφητεύη, να τον βλέπης ως λύκον με δέρμα προβάτου, που καταστρέφει τα πρόβατα. Πώς λοιπόν ν' ακούσωμεν συμβουλάς, μη συμφωνούσας με τας Ιεράς Γραφάς; Επιπροσθέτως δε αναφέρομεν και όσα σχετικώς μας συμβουλεύει να έχωμεν υπ' όψιν ο ιερός ομολογητής Μελέτιος, όστις λέγει: «Μη πείθεσθε μονάζουσι μηδέ τοις πρεσβυτέροις, εφ' οις ανόμως λέγουσι, κακίστως εισηγούνται. Και τι φημί μονάζουσι, και τι τοις πρεσβυτέροις; Μηδ' επισκόποις είκετε τα μη λυσιτελούντα πράττειν και λέγειν και φρονείν δολίως παραινούσιν». Δηλαδή: Μη πείθεσθε εις Μοναχούς μηδέ εις Πρεσβυτέροις (ιερείς) δι' όσα παρά νόμον λέγουσιν και υποβάλλουσιν ημίν. Και διατί λέγω εις Μοναχούς και διατί εις Ιερείς; Μηδέ εις τους Επισκόπους να υποχωρήτε. όταν δολίως συμβουλεύωσιν υμάς να πράττητε, μα λέγητε και να φρονήτε εκείνα, τα οποία δεν ωφελούσι την ψυχήν σας. Από αυτό του Μελετίου σαφέστερον δεν νομίζομεν να υπάρχη. Αυτά πρέπει να έχη υπ' όψιν του ο ορθόδοξος χριστιανός διά πάσαν τυχόν καινοτομίαν εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία του Χριστού. Αλλ' εάν και πάλιν, κατόπιν τούτων, ερωτήση τις ημάς; Τί θα κάμωμεν, εάν εξομολογηθέντες διαταχθώμεν υπό του Πνευματικού να πράξωμεν παρά τα εγγράφως και επισήμως υπό της Εκκλησίας θεσπισθέντα; Απαντώμεν: Απλούστατα, όσα μεν είναι σύμφωνα με τα γεγραμμένα ή δεν αντιτίθενται προς αυτά (δηλαδή τα επίσημα και ουχί τα ανεπίσημα και αυθαίρετα) θα εκτελέσωμεν πάντα πιστώς, χωρίς να παραλείψωμεν, ει δυνατόν, ουδέ κεραίαν. Όσα όμως αντιστρατεύονται προς τα εγγράφως νομοθετημένα, όχι μόνον δεν έχομεν υποχρέωσιν ουδεμίαν να εκτελέσωμεν αυτά, αλλά και επιβάλλεται εις ημάς, ίνα μη συμμορφωθώμεν καθόλου προς τα τοιαύτα αποκυήματα της φαντασίας και προλήψεις εν γένει. Ερώτησις: Ναι, αλλά μήπως η τακτική αύτη θεωρηθή ως εγωϊσμός ή ανυποταξία ή ασέβεια; Απάντησις: Πώς θα θεωρηθή εγωϊσμός, καθ' ην στιγμήν δεν εκτελούμεν ιδικόν μας θέλημα, ειμή το του Παναγίου Πνεύματος, το διά των Γραφών και των Ιερών Παραδόσεων δεδηλωμένον; Και πως να θεωρηθή ανυποταξία, εφ' όσον ημείς δεν κάμνομεν άλλο τι από του να υποτασσώμεθα και να συμμορφούμεθα προς όσα είπον ημίν, ανωτέρω, οι Άγ. Πατέρες, Βασίλειος, Χρυσόστομος, Ιγνάτιος, Μελέτιος κ.λ.π.; Διατί η λογική και το συμφέρον επιβάλλουσιν εις ημάς να συμφωνώμεν με τους Πνευματοφόρους εκείνους Πατέρας, οι οποίοι έγιναν «πετσί και κόκκαλο», από τας νηστείας, τας αγρυπνίας και τους κόπους εν γένει, ους κατέβαλλον διά να ασκώσι την αρετήν και ευαρεστώσιν το Θεόν, διά το θέλημα του Οποίου τα πάντα εθυσίαζον, ως και αυτήν την ζωήν των, σκεπτόμενοι και ημείς και ενεργούντες, καθώς εσκέπτοντο και ενήργουν και αυτοί, εάν, εννοείται, θέλωμεν να απολαύσωμεν και ημείς, εκείνα τα οποία απήλαυσαν καοι εκείνοι. Και ακόμη, πως θα θεωρηθή ασέβεια, εν όσω ημείς σεβόμεθα τους Κληρικούς και εκτιμώμεν, αναγνωρίζοντες εις αυτούς ό,τι αληθές και δίκαιον έχουσιν και μεταδίδουσιν εις ημάς; Διότι, επιτρέπεται να παραδεχθώμεν τας πλάνας και τας προλήψεις αυτών ως αληθείας; Δεν πιστεύομεν να υπάρχη άνθρωπος, σώας έχων τας φρένας, να λέγη ότι πρέπει να ακολουθώμεν αυτούς, έστω και οδηγούντας ημάς κατά των κρημνών, ή όταν επιβάλλωσιν εις ημάς πράγματα αντίθετα προς όσα αι Αγίαι Γραφαί και οι Θεοκίνητοι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας παραγγέλουσιν. Αν τους ακολουθήσωμεν θα είμεθα εν πλάνει' και όπου υπάρχει πλάνη, και μάλιστα εν γνώσει, όπως την ζητούμεν; Τούτο είναι αδύνατον. Δι' αυτό, δεν είναι εις ημάς ο εγωϊσμός. η ανυποταξία ή η ασέβεια, αλλ' εις αυτούς, που παρά το Άγιον Πνεύμα διατάσσουν.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 56-58.


Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024

ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ζ': ΠΕΙΘΕΣΘΕ ΤΟΙΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΙΣ... (Α')

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 53-56.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ




ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ζ'.



Πείθεσθε τοις Ηγουμένοις...


Συνεχίζοντες τας απαντήσεις εις τας ενστάσεις ίσως να σκαναλίζωμέν τινας, ότι δηλαδή ημείς δεν πειθόμεθα εις όσα οι ιερείς μας προστάσσουν, και κατ' εξοχήν εις την απαγόρευσιν και αποτροπήν από της συνεχούς μεταλήψεως, προβάλλοντες υμίν, πρώτον, ότι οι κανόνες και αι εντολαί του Κυρίου είναι υπό την εξουσίαν των διοικούντων την Εκκλησίαν, και δεύτερον, ότι ημείς πρέπει με απλότητα να υπακούωμεν εις τους ποιμένας ημών και να μη εξετάζωμεν αυτούς προβάλλοντες εις ημάς το Παύλου' «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις ημών και ηπείκετε». Εις τους ισχυρισμούς αυτούς, απαντώμεν, ότι ναι μεν η εξουσία ευρίσκεται εις τας χήρας του Κλήρου, αλλά και ο Κλήρος είναι υπό την εξουσίαν του Νόμου του Θεού, καθότι απέναντι του Νόμου του Θεού είμεθα όλοι ίσοι. Διότι δεν υπάρχει Νόμος ιδιαίτερος διά τους ιερείς. Οι ιερείς διαφέρουσι των λαϊκών κατά το αξίωμα και το είδος της εργασίας των. Και Εκκλησία δεν είναι μόνον ο Κλήρος, αλλά το άθροισμα πιστού Κλήρου και λαού. Ο Κλήρος δε, είναι η κατά Νόμον διοικούσα Εκκλησία. Καθώς, λοιπόν, εν τη κοσμική πολιτεία διοικεί ο ανώτατος αυτής άρχων (ο Βασιλεύς ή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας), πάντα κατά νόμον, ούτω και εν τη πνευματική πολιτεία των χριστιανών, μελλούσης ν' αντικαταστήση μίαν ημέραν πάσαν κοσμικήν εξουσίαν επί της γης, διοικεί κατά Νόμον ο Επίσκοπος μετά των υφισταμένων του, διαφόρων βαθμών ιερέων και διακόνων. Αλλοίμονον δε, εάν ο εκάστοτε Ποιμήν της Εκκλησίας είχε το δικαίωμα να ενεργή κατ' απόλυτον ιδίαν γνώμην! Πόσοι εκ των χριστιανών δεν θα είχον απομακρυνθή εκ της ορθής πίστεως κατ' αυτόν τον τρόπον. Τώρα, κατά πόσον έχομεν δικαίωμα να εξετάζωμεν ή μη τους ιερείς και τους διδασκάλους σ' αυτά που μας λέγουν, ερωτώμεν τον Μ. Βασίλειον, όστις και μας απαντά: «Δει των ακροατών τους πεπαιδευμένους τας Γραφάς, δοκιμάζειν παρά των διδασκάλων λεγόμενα' και τα μεν σύμφωνα ταις Γραφαίς δέχεσθαι. τα δε αλλότρια αποβάλλειν και τους τοιούτοις διδάγμασιν επιμένοντες αποστρέφεσθαι σφοδρότερον». Δηλαδή: Πρέπει οι πεπαιδευμένοι να εξετάζωσι τα παρά των διδασκάλων λεγόμενα, και να δέχωνται μεν όσα είναι σύμφωνα με τας Γραφάς, τα αντίθετα δε προς αυτάς να απορρίπτουν και τους επιμένοντας εις τοιαύτα διδάγματα να αποστρέφωνται. Αλλ' ίσως είπωσιν τινές: Καλά δι' αυτούς που γνωρίζουν γράμματα και τας Γραφάς, αλλ' οι αγράμματοι, πως θα γνωρίσουν τους καλούς ιερείς και τους καλούς διδασκάλους; Και πάλιν ο Μ. Βασίλειος απαντά: «Δει τους μη πολλήν έχοντας την των Γραφών γνώσιν, εν τοις καρποίς του πνεύματος γνωρίζει ν τον χαρακτήρα των αγίων. Και τους μεν τοιούτους δέχεσθαι, τους άλλως έχοντας αποστρέφεσθαι». Δηλαδή: Όσοι δεν έχουν πολλήν γνώσιν των Γραφών πρέπει να γνωρίζωσι τον χαρακτήρα των αγίων εκ των καρπών του Πνεύματος, δηλ., των έργων της πίστεως. Και τους μεν τοιούτους να δέχωνται, τους δε στερουμένους  αυτών να αποστρέφωνται. Και πάλιν: «Ου δει απλώς ουδέ ανεξετάστως υπό των υποκρινομένων την αλήθειαν συναρπάζεσθαι' από δε του δεδομένου ημίν παρά της Γραφής χαρακτήρος γνωρίζειν έκαστον». Δηλαδή: Δεν πρέπει απλώς και ενεξετάστως να συναρπαζώμεθα υπό των υποκριτικώς διδασκόντων την αλήθειαν, αλλά να προσέχωμεν τους κήρυκας, εκ των έργων της πίστεως, το εάν εκτελούν όσα λέγουν. Και ακόμη ο Μ. Βασίλειος λέγει: «Δει παν ρήμα ή πράγμα πιστούσθαι τη μαρτυρία της Θεοπνεύστου Γραφής εις πληροφορίαν μεν των αγαθών, εντροπήν δε των πονηρών». Δηλαδή: Πρέπει πας λόγος ή πράγμα να επιβεβαιούται και να επικυρούται διά της Θεοπνεύστου Γραφής προς ικανοποίησιν μεν των αγαθών, εντολήν δε των πονηρών. Εις δε τον ισχυρισμόν, ότι πρέπει κατά πάντα να υποτασσώμεθα εις τους ποιμένας ημών, είτε καλώς λέγουν είτε κακώς, ιδού τι απαντά ο θείος Χρυσόστομος: «Κακόν μεν η αναρχία πανταχού, και πολλών υπόθεσις συμφορών και αρχή αταξίας και συγχύσεως' κακόν δε ουχ' ήττον και η απάθεια των αρχομένων. Αλλ' ίσως ερεί τις ημίν, ότι έστιν και τρίτον κακόν, όταν ο άρχων η κακός' οίδα καγώ' και ου μικρόν τούτο κακόν, αλλά και της αναρχίας πολλώ κάκιον. Κρείττον γαρ υπό μηδενός άρχεσθαι, ή υπό κακού άγεσθαι' ο μεν γαρ εσώθη, πολλάκις δε εκινδύνευσεν, ούτος δε πάντων κινδυνεύσει εις βάραθρα αγόμενος». Δηλαδή: Κακόν μεν είναι η αναρχία (άνευ άρχοντος) παντού, και μάλιστα αιτία πολλών συμφορών και αρχή αταξίας και συγχύσεως' κακόν δε εξ ίσου και η απείθεια των αρχομένων. Αλλ' ίσως θα είπη τις ημίν, ότι υπάρχει και τρίτον κακόν, όταν δε ο άρχων είναι κακός' το γνωρίζω κι εγώ' και τούτο δε είναι μικρόν κακόν, αλλά και από την αναρχίαν χειρότερον. Διότι είναι προτιμώτερον να μη έχη τις εντελώς άρχοντα, παρά να οδηγήται υπό κακού άρχοντος. Διότι ο μεν άρχοντος πολλάς φοράς μεν κινδυνεύει πολλάς φοράς δε σώζεται' ο δε υπό κακού άρχοντος οδηγούμενος, ασφαλώς θα πέση εις τον βάραθρον.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 53-56.


Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 52-53.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ




ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΣΤ'.



Οσία Μαρία η Αιγυπτία και Θεία Κοινωνία



Μερικοί, διά να μας εμποδίσουν από την Θείαν Κοινωνίαν, συν τοις άλλοις μας λέγουν, ότι η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, και πολλοί άλλοι ερημίται και ασκηταί, παρ' ότι μίαν φοράν εκοινώνησαν εις όλην των την ζωήν, δεν ημποδίσθησαν εν τούτοις να αγιάσουν. Διατί, λοιπόν, σεις θέλετε να κοινωνήτε συχνά; Εις αυτούς απαντώμεν: ότι οι ερημίται δεν κυβερνούν την Εκκλησίαν, ούτε η Εκκλησία έκαμε τους κανόνας διά τους ερημίτας, καθώς ο Απόστολος λέγει: «Δικαίω νόμος ου κείται». (Α' Τιμ. α' 9). Δηλαδή: Νόμος και εντολή εις τον δίκαιον δεν έχει θέσιν, διότι αφ' ευατού ποιεί το αγαθόν. Και ο θείος Χρυσόστομος προσθέτει: «Και πάντες, όσοι τη εν τη Καινή φιλοσοφίαν εζήλωσαν, ου φόβω και κολάσει ουδέ απειλή και τιμωρία, αλλά αγάπη θεία  και φίλτρω ζέοντι τω περί Θεώ εγένοντο ου γαρ εδεήθησαν προσταγμάτων ουδέ εντολών και νόμων, ώστε αρετήν ελέσθαι και φεύγειν κακίαν, αλλ' ώσπερ ευγενείς παίδες και ελεύθεροι, την οικείαν επιγνόντες αξίαν, χωρίς φόβον τινός και κολάσεως ηυτομόλησαν προς την αρετήν». (Λόγ. 56, Τόμ. 5). Δηλαδή: «Εάν δε, εις το μέρος που ήσαν, δεν είχον πλησίον Θείαν Κοινωνίαν, όπως η Οσία Μαρία, που επί 47 χρόνια δεν είδε καν άνθρωπον, τότε δεν κατακρίνονται, διότι δεν το έκαμνον αυτό από εγωϊσμόν και αυτοπεποίθησιν εις τας ιδικάς των δυνάμεις, αλλ' επειδή δεν είχον, ως και ο ιερός Καβάσιλας λέγει: «Ει τοίνυν αι μεν ψυχαί προς το Μυστήριον έτοιμος έχουσι και παρασκευασμένως, ο δε αγιάσαι και τελέσαι Κύριος αγιάζειν αεί βούλεται και εαυτόν εκάστοτε μεταδιδόναι επιθυμεί, τι το κωλύον την μετουσίαν; Πάντως ουδέν. Είπει τις ουν αν' ει τις και των ζώντων, τα μεν εν τη ψυχή αγαθά έχει τα ειρημένα, μη προσέλθοι της μυστηρίοις, έξει τον αγιασμόν εκείθεν ουχ ήττον; Ου πας, αλλ' ει τις ου δύναται προσιέναι σωματικώς, ώσπερ εκ των τεθνηκότων ψυχαί και οίοι γεγόνασιν εν τοις οπαίς της γης, οις Θυσιαστήριον και Ιερέα ιδείν αμήχανον ην. Ει δε τις δυνάμενος ου προσέλθη τη Τραπέζη, τούτον του παρ' αυτοίς αγιασμού τυχείν παντελώς αδύνατον' ουχ ότι δεν προσήλθεν απλώς, αλλ' ότι δυνάμενος ου προσήλθε. Και διά τούτο δήλόν έστιν, ότι των οφειλομένων αγαθών τοις μυστηρίοις έρημον έχει την ψυχήν». Δηλαδή: «Αν και οι ψυχαί των κεκοιμημένων δέχωνται τον αγιασμόν, ο δε Κύριος θέλει να αγιάζη και να μεταδίδη τον εαυτόν του εις τον κάθε ένα, τι ημπορεί τότε να μας χωρίση από την Θ. Κοινωνίαν του Χριστού; Αλλ' ίσως είπει τις' εάν ένας χριστιανός έτοιμος εις την ψυχήν δεν υπάγη να μεταλάβη δεν απολαμβάνει αυτός τον αγιασμόν ως οι κοιμηθέντες; Όχι' δεν ημπορεί ο καθείς να απολαύση τον αγιασμόν ως οι κοιμηθέντες; Όχι' δεν ημπορεί ο καθείς να απολαύση τον αγιασμόν, παρά μόνον ο μη δυνάμενος να υπάγη σωματικώς να μεταλάβη, ως λ.χ. αι ψυχαί των κεκοιμημένων και όσοι κατοικούν εις την έρημον, εις βουνόν, εις σπήλαια, εις οπάς της γης, οι οποίοι πλησίον δεν έχουν Θυσιαστήριον και Εκκλησίαν. Εάν όμως δυνάμενος τις να υπάγη να μεταλάβη και δεν υπάγει, και όχι διότι δεν υπάγει απλώς, αλλά διότι δυνάμενος να υπάγη αμελεί και δεν υπάγει, κολάζεται. Δι' αυτό, αγαπητοί, ας προσέξωμεν, διότι ο βίος της Οσίας Μαρίας και των ερημιτών δεν μας ενθαρρύνει εις το να κοινωνώμεν όταν θέλωμεν ημείς εις την ζωήν μας, άλλωστε ποίος μας εξασφαλίζει το ευτυχές τέλος της Οσίας, ότι θα είναι και ιδικό μας;»



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 52-53.


Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024

Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΙΝΑΙ... ΠΡΑΓΜΑ ΜΕΓΑ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 49-51.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ




ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ε'.



Η Θεία Κοινωνία είναι... πράγμα μέγα.



Ο Θεοδώρητος λέγει: «Οι των Θείων Μυστηρίων μεταλαμβάνοντες, οι μεν ως πρόβατον μεταλαμβάνουσιν, άτε δη τελείαν την αρετήν κεκτημένοι, οι δε ως ερίφου, διά μετανοίας εξαλείφοντας τα των αμαρτημάτων κηλίδας». Δηλαδή: Μερικοί μεταλαμβάνουν ως πρόβατα, όσοι δηλαδή είναι τέλειοι εις την αρετήν, άλλοι δε ως ερίφου, διά μετανοίας εξαλείφουν τους μολυσμούς των αμαρτιών των. Πως λοιπόν, άγιοι του Θεού Πνευματικοί, επιτρέπετε το συνεχώς κοινωνείν, αν βέβαια το επιτρέπετε, μόνον εις τους τελείους, που... δεν υπάρχουν; Δεν βλέπετε, ότι οι θείοι Πατέρες δεν ζητούν τελειότητα από τους μεταλαμβάνοντας, αλλά διόρθωσιν ζωής διά μετανοίας; Εάν το ερίφιον δεν το μεταλαμβάνετε, τότε πως θα γίνη πρόβατον; Ας έχωμεν λοιπόν υπ' όψιν, ότι καθώς εις το φαινόμενον τούτον κόσμον δεν είναι όλοι οι άνθρωποι μιας και της αυτής ηλικίας, ούτω και εις τον πνευματικόν κόσμον της Εκκλησίας είναι διάφοροι, κατά την παραβολήν του σπορέως. Διότι ο μεν τέλειος προσφέρει εκατόν, ο μέσος εξήκοντα και ο αρχάριος τριάκοντα, κατά την δύναμίν του ο καθείς, και ουδείς είναι απόβλητος παρά τω Θεώ, επειδή δεν προσφέρει το εκατόν. Πως λοιπόν εμείς ζητούμεν την τελειότητα από τους προσερχόμενους να λάβουν το μέσον της τελειότητος; Και πως θα γίνουν τέλειοι άνευ του μέσου της τελειότητος, που είναι ο Χριστός, τον Οποίον δεν χορηγείτε εις τους προσερχομένους. Ας σκεφθώμεν λοιπόν μαζί, λαϊκοί και Κληρικοί: Είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάση εις την τελειότητα άνευ της συνεχούς Θείας Κοινωνίας; Χωρίς αυτήν η αγάπη κατορθούται; Άνευ της αγάπης η προς τας Δεσποτικάς εντολάς υπακοή επιτυγχάνεται; Άνευ δε της υπακοής τελειότητος υπάρχει; Δυστυχώς όχι. Διά τούτο και ο εν αγίοις Αββάς Απολλώ, γνωρίζων ότι η Θεία Κοινωνία είναι τελειωτική της Θεϊκής αγάπης, την συναριθμεί με την εντολήν της αγάπης και λέγει: «Εις τας δύο αυτάς εντολάς» δηλαδή «εις την συχνήν μετάληψιν, και εις την του πλησίον αγάπην, όλος ο Νόμος και οι Προφήται κρέμανται». Αλλά τις η χρεία να πολυλογώμεν; Ερωτώμεν, λαϊκούς και Κληρικούς που τυχόν αντιτάσσονται εις την συνεχή Θείαν Κοινωνίαν και συμβουλεύουν ημάς κάθε τεσσαράκοντα ημέρας, ή 3-4 φοράς το έτος να κοινωνώμεν, να μας είπουν: Ως τέλειοι μεταλάμβάνουν εις τας τεσσαράκοντα ημέρας, ή ως αμαρτωλοί και ατελείς; Και αν μεν μας είπουν, ότι κοινωνούν ως τέλειοι, απαντώμεν: Διατί τέλειοι όντες, δεν δύνανται να κοινωνώσι και συχνότερον; Εάν δε μας είπουν, ότι κοινωνώσι ως ατελείς, απαντώμεν και πάλιν, διατί να μη κοινωνώσι συχνότερον, ίνα γίνουν τέλειοι, καθώς προείπομεν ανωτέρω; Διότι, αν το βρέφος δεν αυξάνη εις ηλικίαν ανδρός χωρίς σωματικήν τροφήν, πως η ψυχή θα έλθη εις τελειότητα άνευ πνευματικής τοιαύτης; Εάν δε πάλιν, ως αμαρτωλοί, οι τα τοιαύτα προβάλλοντες μεταλαμβάνουν, δεν πρέπει ούτε κάθε τεσσαράκοντα ημέρας, ούτε και μίαν φοράν το έτος να κοινωνούν, «Καθάπερ τον ουδέν εαυτώ συνειδότα φαύλον καθ' εκάστην δει προσιέναι την ημέραν, ούτω τον εν εορτή προσιέναι ασφαλές' ου γαρ δη το άπαξ του ενιαυτού προσελθείν απαλλάτει των εγκλημάτων ημάς, αν αναξίως προσίωμεν' αλλ' αυτό δει τούτο μειζόνως καταδικάζει, διότι άπαξ προσιόντες, ουδέ τότε καθαρώς προσίομεν. Διά τούτο παρακαλώ πάντας υμάς, μη απλώς διά την της εορτής ανάγκην των θείων άπτεσθαι Μυστηρίων» (Τόμ. 5, Λόγ. 71). Δηλαδή' Καθώς ο έχων συνείδησιν καθαράν πρέπει κάθε ημέραν να μεταλαμβάνη, ούτω και ο ευρισκόμενος εις αμαρτίας και μη μετανοών, δεν πρέπει ούτε εν εορτή, να μεταλάβη' διότι ανίσως και αναξίως μεταλάβωμεν, έστω και μίαν φοράν αν μεταλάβωμεν τον χρόνον, δεν ελευθερωνόμεθα από τα αμαρτήματα, αλλ' αυτό περισσότερον μας καταδικάζει, διότι, αν και μίαν φοράν τον χρόνον μεταλάβωμεν, και πάλιν ουδέ τότε καθαροί μεταλαμβάνομεν. Διά τούτο σας παρακαλώ όλους να μη κοινωνήτε απλώς και ως έτυχε, επειδή είναι εορτή. Όχι' διότι, «Ουκ έστι τόλμη το πολλάκις προσιέναι, αλλά το αναξίως, καν άπαξ τις του παντός χρόνου προσέλθη». Δηλαδή: δεν είναι τόλμη και αυθάδεια το να προσέρχεταί τις συχνά, αλλά το να μεταλαμβάνη αναξίως, έστω και μίαν φοράν αν μεταλάβη τον χρόνον, προσθέτει αλλού. (Τιμ. Α' 1, Λόγ. 6). Δεν ηξεύρομεν λοιπόν, διατί ωρισμένοι εκ των ευλογημένων Κληρικών μας δεν ακούουσι ταύτα τα λόγια των θεοφόρων Πατέρων, παρά ζητούσι από τους μεταλαμβάνοντας αγγελικήν ζωήν. Και ερωτώμεν: Πως ζητάτε αγιότητα από έναν που ποτέ σας ίσως δεν τον προτρέψατε προς αυτήν; Πως ζητείτε αγίους διά να μεταδώσητε τα Άγια, αφού αρνείσθε την μετάδοσιν των Αγίων, διά των οποίων αγιάζονται; Πως λοιπόν θα καθαρισθούν και θα αγιασθούν οι ενορίται σας, αφού το μέσον του καθαρισμού και του αγιασμού το αρνείσθε εις αυτούς; Αλλ' ακούομεν διαμαρτυρίας; Όχι... δεν μεταδίδομεν τα άγια εις τους αναξίους... Ναι, και ημείς συμφωνούμεν, αλλ' ειπέτε μας, ποίοι είναι οι άξιοι, διότι νομίζομεν ουδείς, και ας γνωρίζωμεν, λαϊκοί και κληρικοί, ότι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, δεν χορηγείται ως βραβείον εις τους «αξίους», που δεν υπάρχουν (ένεκα της νηστείας των ή των αγαθών των πράξεων κ.λ.π.), αλλ' ως «ΦΑΡΜΑΚΟΝ» διά την ζωοποίησιν της νεκρωμένης των ψυχής, ως ο Θεοφόρος Ιγνάτιος σαφώς λέγει, ότι ο Άρτος της Θείας Κοινωνίας είναι «Φάρμακον αθανασίας και αντίδοτον του θανάτου» Εφεσ. Χ.Χ., 15). Ζητούμεν λοιπόν να κοινωνήσωμεν όχι ως άξιοι, αλλ' ως άρρωστοι. Και ως άρρωστοι αισθανόμεθα την ανάγκην του Ζωοποιού Αίματος του Κυρίου μας, και αλλοίμονον εις εκείνους που μας το αρνούνται.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 49-51.


Τετάρτη 10 Ιουλίου 2024

ΕΝΣΤΑΣΙΣ Δ': «ΤΟ ΣΥΝΕΧΩΣ ΚΟΙΝΩΝΕΙΝ... ΑΙΡΕΣΙΣ»

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 46-48 .
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ


ΕΝΣΤΑΣΙΣ Δ':



Το συνεχώς κοινωνείν... αίρεσις!




Μερικοί από θεοφοβίαν κινούμενοι ονομάζουσιν... αίρεσιν το να μεταλαμβάνη τις συνεχώς.
Εις τα τολμηρά, δυστυχώς, αυτά λόγια τι να είπωμεν;
Ένα μόνο λέγομεν, ότι αν οι συνεχώς κοινωνούντες είναι αιρετικοί, τότε όλοι οι άγιοι, όχι μόνον όσοι παρακινούσι τους πιστούς εις την Θείαν Μετάληψιν, αλλά και όσοι δέχονται τα λόγια των είναι αιρετικοί.
Και ακόμη λέγομεν ότι και όλοι οι ιερείς οι καθ' εκάστην ιερουργούντες και μεταλαμβάνοντες θα πρέπη ναι είναι αιρετικοί.



Και μάλιστα ο άγιος Απολλώς, όστις ήτο περιβόητος εις την αγιότητα, που είχε πέντε χιλιάδες μαθητάς εις την υποταγήν του διά τον οποίον γράφει ο Θείος Ιερώνυμος, όστις επήγε και τον συνήντησε τα εξής: 
«Αφ' ου εκάμαμεν (λέγει) προσευχήν, πλύναντες τους πόδας μας και στήσαντες τράπεζαν, μας εφίλευσαν ψυχικά και σωματικά, δηλαδή, εκοινωνήσαμεν μετ' αυτών τα Θεία Μυστήρια, καθώς κάμνουσι αυτοί καθ' ημέραν. Έπειτα μετά την τράπεζαν, ημείς μεν ανεπαύθημεν, εκείνοι δε πηγαίνοντες εις την έρημον, προσηύχοντο γονυκλινούντες έως αύριον, έως ότου έλθη η ώρα της συνάξεως. Και μετά την ενάτην και τον εσπερινόν εκοινωνούσαν' και μετά την κοινωνίαν, τινές μεν καθήμενοι έτρωγαν, άλλοι δε θερμότεροι επήγαινον εις την ησυχίαν, ζώντες μόνον με την δύναμιν της ιεράς Μεταλήψεως. Έλεγε δε ακόμη προς ημάς ο αείμνηστος πολλά ψυχωφελή διηγήματα, κατ' εξοχήν δε διά να κοινωνώμεν καθ' εκάστην τα Θεία Μυστήρια και να υποδεχώμεθα τους ξένους ως Αγγέλους Θεού, ως ο Αβραάμ, ο Λωτ και έτεροι όμοιοι». Άρα κι αυτός είναι αιρετικός κατά την νομοθεσίαν των, αφού ονομάζουν αιρετικούς τους συνεχώς κοινωνούντας. Ας προσέξωμεν, λαικοί και Κληρικοί, οποιασδήποτε θέσεως, γνώσεως ή βαθμού και αν είμεθα, διότι όλοι αυτοί που υποστηρίζουν την συνεχή Θείαν Κοινωνίαν είναι Άγιοι, Πατέρες και Μάρτυρες. Είναι γνήσιοι δούλοι του Χριστού, και ο καθείς από ημάς, που αυθαιρέτως λέγομεν αντίθετα τούτων, και των Αγίων Αποστόλων, και των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, αντιλέγομεν και κατ' αυτού του ειπόντος: «Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα, έχει ζωήν αιώνιον» και, «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Αλλά και ο Άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας λέγει, ότι και οι δαιμονιζόμενοι αν δεν βλασφημούν τα Θεία Δώρα, δύνανται να μεταλαμβάνουν κάθε Κυριακήν.




Ερώτησις Γ'.
«Εάν πιστός τις ων δαιμονίζηται, οφείλει
μεταλαμβάνειν των αγίων Μυστηρίων ή ου»



Απόκρισις:
«Εάν μη εξαγορεύη το Μυστήριον, μήτε άλλως πως βλασφημή,
μεταλαμβανέτω'
μη μεν τοι καθ' εκάστην, αρκεί γαρ αυτώ κατά Κυριακήν μόνον».



Ας ανοίξωμεν λοιπόν το ιερόν Πηδάλιον, Άγιοι, Πνευματικοί, και ας μελετήσωμεν τι λέγει, και ας μη νομοθετώμεν ιδικά μας, διότι το Άγιον Πνεύμα δεν θέλει συμβουλάς, ούτε συμπληρώσεις. Έχει φωτίσει αγίους ανθρώπους διά να φωτίσουν ημάς. Και ημείς καλούμεθα να εφαρμόσωμεν και όχι να καινοτομήσωμεν. Διότι, αν οι δαιμονιζόμενοι δύνανται να κοινωνούν κάθε Κυριακήν, οι έχοντες σώας τας φρένας, ευλογημένοι μου, διατί δεν δύνανται; Ας μη θέλωμεν λοιπόν να φαινώμεθα του Νόμου νομιμώτεροι, διότι αποταμιεύομεν οργήν εις κόλασιν αιώνιον.



ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ε'.

Η Θεία Κοινωνία είναι... πράγμα μέγα.



Πολλοί λαικοί, κατ' εξοχήν Κληρικοί, μη έχοντες μελετήσει δεόντως τας Γραφάς και τα των Θεοφόρων Πατέρων συγγράμματα, διά να εμποδίσουν τους πιστούς από την συνεχή Θείαν Κοινωνίαν, διά τούτο χρειάζεται και ζωήν αγίαν, τελείαν και αγγελικήν διά να κοινωνή κανείς συχνά. Και ημείς απαντώμεν, ότι όντως είναι μέγα και φοβερόν το Μυστήριον της Θείας Κοινωνίας και χρειάζεται ζωήν αγίαν και καθαράν, και νομίζομεν περί αυτού ουδείς αμφισβητεί. Πλην όμως το «άγιος» σημαίνει πολλά. Άγιος είναι μόνον ο Θεός, όστις έχει φυσικήν την αγιότητα. Οι δε άνθρωποι, όσοι ηξιώθησαν του αγίου Βαπτίσματος, έλαβον την αγιότητα και λέγονται άγιοι, διότι έλαβον τον αγιασμόν διά της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, εκ της άνωθεν αναγεννήσεως. Ακόμη δε λέγονται άγιοι, επειδή κοινωνούσι το Άγιον Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας, διατηρούντες ούτω τον αγιασμόν. Ώστε, όσοι εβαπτίσθησαν και ηξιώθησαν της αναγεννήσεως διά του Αγίου Πνεύματος, δεν εμπιδίζεται ποσώς να λέγωνται άγιοι, ως και ο Παύλος τους Φιλιππησίους αγίους αποκαλεί, ως εξής: «Παύλος και Τιμόθεος δούλοι Ιησού Χριστού, πάσι τοις αγίοις εν Χριστώ Ιησού τοις ούσιν εν Φιλίπποις κ.λ.π.» (Φιλιπ. α' 1), ως και τους Κορινθίους (Α' Κορινθ. α' 2). Κατά συνέπειαν δεν εμποδίζονται από του να μεταλαμβάνουν συχνά τα Θεία Δώρα, ως κατά χάριν τέκνα άγια του Αγίου Θεού. Διά τούτο και ο θείος Χρυσόστομος εις την Λειτουργίαν λέγει, ότι τα Άγια εις τους αγίους πρέπει να δίδωνται και όχι εις τους ακαθάρτους, μολυσμένους και αβαπτίστους. Θέλων δε να δείξη την διαφοράν των αγίων λέγει: «Μηδείς τοίνυν αμαρτωλός προσίτω' μάλλον δε, ου λέγω μηδείς αμαρτωλός, επεί πρότερον εμαυτόν απείγω της Θείας Τραπέζης αλλά μηδείς μένων αμαρτωλός προσίτω' οίδα γαρ, ότι πάντες εσμέν εν επιτιμίοις, και, ότι ουδείς καυχήσεται αγνήν έχειν καρδίαν' αλλ' ου τούτο εστί το δεινόν, ότι αγνήν καρδίαν ουκ έχομεν, αλλ' ότι μη έχοντες καρδίαν αγνήν, ουδέ τω δυναμένω ποιήσαι ταύτην αγνήν προσερχόμεθα». (Λόγ. 27, τόμ. 5).  Δηλαδή: Μηδείς αμαρτωλός, ας μη πλησιάση να μεταλάβη' όμως δεν λέγω μηδείς αμαρτωλός, διότι πρώτον πρέπει να εμποδίζω τον εαυτόν μου από την Θείαν Τράπεζαν. «Όχι, δεν λέγω μηδείς αμαρτωλός, αλλ' ουδείς ας μη πλησιάση εις τα Μυστήρια μένων αμαρτωλός, δηλαδή, ουδείς ανεξομολόγητος και αμετανόητος. Διότι γνωρίζω, ότι όλοι είμεθα υποκείμενοι εις αμαρτήματα και εις κανόνα, και ότι ουδείς δύναται να καυχηθή ότι έχει καθαράν από αμαρτίας την καρδίαν του. Όμως δεν είναι τούτο το κακόν, ότι δεν έχομεν καρδίαν καθαράν, αλλ' αμαρτία είναι, ότι δεν πλησιάζομεν εις τον Κύριον. Όστις δύναται διά των Μυστηρίων Του να μας καθαρίση.»


( Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 46-48.


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.