«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΠΩΣ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ «ΣΙΝΔΟΝΙ ΚΑΘΑΡΑ» ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ» (2024)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής
ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
«Έραναν τον τάφον, αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι» Ήδη από την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Κυρίου και τον πολύ λαοφιλή Επιτάφιο Θρήνο, οι λεπτές χορδές της ψυχής των πιστών πάλλονται, καθώς στα αυτιά τους ηχούν οι ωραιότατοι ύμνοι με τους γλυκύτατους ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής. Η Εκκλησία μας έχει αφιερώσει τη Β΄ Κυριακή από το Πάσχα στις Μυροφόρες, για να τις τιμήσει και, συγχρόνως, να ξαναζωντανέψει όσα συνέβησαν το πρωινό της Αναστάσεως στο Κενό Μνημείο.
Από τις διηγήσεις των ευαγγελίων πληροφορούμαστε ότι, πριν καλά-καλά ξημερώσει, διάφορες ομάδες γυναικών πήγαν στον Τάφο του Χριστού, σε διαφορετικές στιγμές. Αυτές οι γυναίκες, σμίγοντας τα μύρα με τα δάκρυα, έτρεξαν να τον τιμήσουν στον Τάφο. Όμως, πόση απογοήτευση! «Το σώμα ουχ ευρέθη το ποθούμενον αυταίς».
Αλλά, και πόση τιμή! Αξιώθηκαν να πληροφορηθούν από τον άγγελο ότι ανέστη ο Κύριος, να πουν δε στους μαθητές ότι θα τον συναντήσουν στη Γαλιλαία, όπως τους είχε πει. Κατά άλλη εκδοχή, αξιώθηκαν, με πρώτη την Παναγία, να πρωτοδούν τον Αναστημένο Κύριο!
Είναι εντυπωσιακό ότι το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως έλαβαν πρώτες οι απλές, εν πολλοίς άγνωστες, γυναίκες: η Μητέρα Του, η Μαρία η καλούμενη Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός είχε διώξει τα δαιμόνια, η Ιωάννα γυναίκα του Χουζά, η Σουσάννα και πολλές άλλες. Αυτές, από τη στιγμή που γνώρισαν τον Κύριο, έγιναν πιστές μαθήτριές Του, τον ακολουθούσαν παντού και βοηθούσαν στο έργο Του.
Στις ώρες του μαρτυρικού Του θανάτου δεν τον άφησαν, όπως έκαμαν σχεδόν όλοι οι μαθητές. Ήταν εκεί, στο φρικτό Γολγοθά, συμπάσχοντας με το Διδάσκαλό τους. Αλλά, και πεθαμένο δεν τον εγκατέλειψαν. Τον θρήνησαν και βρέθηκαν στον ενταφιασμό Του. Αυτές οι γυναίκες, που ήταν τόσο αφοσιωμένες στο Χριστό, δικαιολογημένα αξιώθηκαν να τον πρωτοδούν Αναστημένο!
Να γίνουν, έτσι, οι «ευαγγελίστριες των ευαγγελιστών» και «απόστολοι των Αποστόλων»! Όμως, πού βρήκαν το θάρρος, να πάνε αξημέρωτα στον Τάφο; Ο υμνογράφος θα μας πει: «Τά μύρα τῆς ταφῆς σου, αἱ γυναῖκες κομίσασαι, λαθραίως πρός τό μνῆμα παρεγένοντο ὄρθριαι τῶν Ἰουδαίων δειλιῶσαι τήν αὐθάδειαν, καί στρατιωτῶν προορῶσαι τήν ἀσφάλειαν· ἀλλά φύσις ἀσθενής τήν ἀνδρείαν ἐνίκησεν, ὅτι γνώμη συμπαθής, τῷ Θεῷ εὐηρέστησε» (Κάθισμα Κυριακής).
Είναι προφανές ότι τις είχε ελκύσει βαθύτατα ο «θείος έρως». Η άδολη αγάπη τους προς το Διδάσκαλο τις οδήγησε στην ηρωική απόφασή τους. Και, ως φαίνεται, ήταν βούληση του Θεού να τις ανταμείψει μ’ αυτό τον τρόπο, για τη μεγάλη αφοσίωσή τους προς Αυτόν, στη σύντομη παρουσία Του στη γη.
Άραγε, πόσοι από μας δε θα ζήλευαν τις Μυροφόρες; Και, να σκεφτεί κανείς ότι, ωθούμενες από μια απροσδιόριστη δύναμη, αγνοώντας τι είχε συμβεί, νίκησαν όλους τους φόβους, ξεπέρασαν όλα τα εμπόδια, για να πάνε να εκπληρώσουν ένα καθήκον: να αλείψουν με αρώματα το σώμα του Ιησού! Οι αιώνες που πέρασαν από τότε, είναι γεμάτοι από παραδείγματα ανδρών και γυναικών, που έδωσαν τα πάντα στην αγάπη του Χριστού, ακόμα και τη ζωή τους.
Αμέτρητα παραδείγματα δείχνουν πως, και γυναίκες με θέληση και αποφασιστικότητα, πίστη και ιδανικά, μπορούν να γελοιοποιήσουν άδικους δυνάστες και ισχυρούς της γης! Αν, λοιπόν, και μείς συγκινούμαστε από το μεγαλείο της Λατρείας, ας μην μένουμε σ’ αυτό. Ο Χριστός περιμένει από τους φίλους Του πολύ περισσότερα.
Και, ας μην ξεχνούμε ότι ο δρόμος προς τη δική Του συνάντηση περνάει από το δρόμο της αγάπης μας προς το συνάνθρωπο, άσχετα από καταγωγή, φύλο, εθνότητα, θρησκεία, επάγγελμα, κοινωνική τάξη, ηλικία. Πολλά μηνύματα μάς δίνει η Κυριακή των Μυροφόρων, για την προσωπικότητα, το δυναμισμό, την μέγιστη προσφορά της γυναίκας στην κοινωνία. Αλλά, και προβληματισμούς για το ρόλο της στην Εκκλησία.
Ας προσέξουμε τα παρακάτω λόγια του Αγίου Λουκά, Αρχιεπισκόπου Κριμαίας -σοφά και επίκαιρα- από την Ομιλία του στην Κυριακή των Μυροφόρων: «Η αγάπη που προσφέρει η μητέρα στο παιδί της δεν μπορεί να του την προσφέρει καμία άλλη γυναίκα.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Οι Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης. Το ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων αναφέρεται στη φροντίδα που έδειξαν για το θάνατο του Αθάνατου οι γυναίκες εκείνες που η διδασκαλία του Χριστού τους έδωσε ζωή. Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ.
Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού.
Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).
Ο από Αριμαθαίας Ιωσήφ μπήκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αποφάσισε να πάρει το σώμα του Κυρίου, την ώρα που οι στενοί μαθητές Του είχαν διασκορπιστεί, γιατί οι Ιουδαίοι λύκοι που δολοφόνησαν τον ποιμένα, ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιπέσουν και στο ποίμνιο. Το ότι αυτό που έκανε ο Ιωσήφ ήταν επικίνδυνο, το επισημαίνει ο ευαγγελιστής με τη λέξη «τολμήσας». Ήθελε τότε κάτι παραπάνω από θάρρος. Ήθελε τόλμη το να παρουσιαστεί στον αντιπρόσωπο του Καίσαρα και να ζητήσει το σώμα του σταυρωμένου «κακούργου». Ο Ιωσήφ όμως, με τη μεγαλοσύνη της ψυχής του, απέβαλε το φόβο του κι απόδειξε πως ήταν πραγματικός μαθητής του Ιησού Χριστού.
«Ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πάλαι απέθανε· και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ» (Μάρκ. ιε’ 44-45). Ο Πιλάτος ήταν καχύποπτος και επιφυλακτικός. Ήταν από τους κυβερνήτες που ασκούν την εξουσία τους με βία, όπως με βία την είχε αποσπάσει από άλλους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε λέξη ακόμα κι από ευγενείς ανθρώπους, όπως ο Ιωσήφ. Ίσως δυσκολευόταν πραγματικά να πιστέψει πως Εκείνος, που μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε καταδικάσει σε σταυρικό θάνατο, είχε ήδη παραδώσει την τελευταία του πνοή στο σταυρό.
Ο Πιλάτος αποδείχτηκε πως ήταν ένας γνήσιος αντιπρόσωπος της ρωμαϊκής τυπολατρείας. Ήταν πολύ πιο πρόθυμος να πιστέψει τον κεντυρίωνα, που τον είχε επιφορτίσει με το καθήκον να φρουρήσει το Γολγοθά, παρά έναν εξέχοντα πρεσβύτερο του λαού. Μόνο όταν ο κεντυρίων επιβεβαίωσε «επίσημα» την αναφορά του Ιωσήφ, θέλησε ο Πιλάτος να ικανοποιήσει το αίτημά του.
«Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου» (Μάρκ. ιε’ 46-47). Άλλος ευαγγελιστής λέει πως αυτός ο τάφος ήταν του Ιωσήφ· «και εθηκεν αυτόν εν τω καινώ αυτού μνημείω» (Ματθ. κζ’ 60) – «εν ω ουδείς ανθρώπων ετέθη» (Ιωάν. ιθ’ 41). Όταν σταυρώνουμε το νου μας για τον κόσμο και τον ενταφιάζουμε σε μια αναγεννημένη καρδιά, σαν σε τάφο, τότε ο νους μας θα αναζωογονηθεί και θ’ αναγεννηθεί ολόκληρος ο εσωτερικός μας άνθρωπος.
Ένας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του τάφου κι ένας φύλακας να φρουρεί μπροστά στον τάφο. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Όλα τους ήταν προληπτικά μέτρα, παρμένα με τη σοφία της πρόνοιας του Θεού. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, θα σφραγίζονταν κι όλα τα στόματα εκείνων που θα τολμούσαν να ισχυριστούν πως ο Χριστός είτε δεν πέθανε είτε δεν αναστήθηκε είτε ότι έκλεψαν το σώμα Του.
Αν ο Ιωσήφ δεν είχε ζητήσει το σώμα Του από τον Πιλάτο· αν ο κεντυρίων δεν είχε δώσει επίσημη διαβεβαίωση για το θάνατο του Χριστού· αν το σώμα δεν είχε ενταφιαστεί και σφραγιστεί με την παρουσία φίλων και εχθρών του Χριστού, ίσως να ισχυρίζονταν πολλοί πως ο Χριστός δεν είχε πεθάνει πραγματικά, αλλά είχε πέσει σε κώμα και μετά ανέκτησε τις αισθήσεις του. Κάτι τέτοιο υποστήριξαν τελευταία ο Σλαϊερμάχερ και κάποιοι προτεστάντες. Αν ο τάφος δεν είχε σφραγιστεί μ’ έναν ογκόλιθο κι αν δεν τον φύλαγαν φρουροί, ίσως παραδέχονταν πως ο Χριστός πέθανε κι ενταφιάστηκε, αλλά οι μαθητές του έκλεψαν το σώμα του από τον τάφο.
Αν δεν ήταν καινούργιος ο τάφος, ίσως να υποστήριζαν πως δεν ήταν ο Χριστός αυτός που αναστήθηκε αλλά κάποιος άλλος νεκρός, που είχε ταφεί εκεί παλιότερα. Έτσι όλα τα προληπτικά μέτρα που πήραν οι Ιουδαίοι για να πνίξουν την αλήθεια, με την πρόνοια του Θεού βοήθησαν για να την καταδείξουν. Ο Ιωσήφ πήρε το σώμα του Ιησού, «ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά» (Ματθ. κζ’ 59) και το απόθεσε στον τάφο. Αν θέλουμε ν’ αναστηθεί μέσα μας ο Κύριος, πρέπει να τον διατηρούμε μέσα στο καθαρό και αγνό σώμα μας. Το καθαρό σεντόνι υποδηλώνει το καθαρό σώμα. Το σώμα που έχουν μολύνει οι κακίες και τα πάθη δεν είναι κατάλληλος τόπος για ν’ αναστηθεί εκ νεκρών και να ζήσει ο Κύριος.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης συμπληρώνει την εικόνα που δίνουν οι άλλοι ευαγγελιστές, λέγοντας πως στην ταφή του Χριστού ήρθε και ο Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης ως λίτρας εκατόν, έλαβον ουν το σώμα του Ιησού και έδησαν αυτό εν οθονίοις μετά των αρωμάτων, καθώς έθος εστί τοις Ιουδαίοις ενταφιάζειν» (Ιωάν. ιθ’ 39-40). Ευλογημένοι άνθρωποι! Πήραν το πανάγιο σώμα του Ιησού με τόλμη, στοργή και αγάπη και το απέθεσαν στο μνημείο. Τί υπέροχο παράδειγμα είναι αυτό σε όλους εκείνους που αγαπούν τον Κύριο!
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ: «ΤΙΣ ΑΠΟΚΥΛΗΣΕΙ ΤΟΝ ΛΙΘΟΝ ΕΚ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ»;
«Τις αποκυλήσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»
(Μάρκ. 16, 3).
Στα γεγονότα της Μ. Παρασκευής και «τη μια των Σαββάτων», της πρώτης ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου, μάς μεταφέρει το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, μόνος από όλους τους μαθητές, «τολμήσας» πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το νεκρό σώμα του Ιησού. Το πήρε και το ενταφίασε σε «καινόν μνημείον εν ω ουδείς ουδέποτε ετέθη», ενώ οι μυροφόρες γυναίκες ξημερώματα ξεκίνησαν για τον τάφο προκειμένου να επιτελέσουν τα νεκρικά έθιμα, αλείφοντας το σώμα του Ιησού με τα προβλεπόμενα αρώματα.
Δεν φοβήθηκαν το σκοτάδι αλλ’ ούτε και τους ρωμαίους στρατιώτες. Η μόνη σκέψη που τις απασχολούσε, το «βαρίδι» κυριολεκτικά στην καρδιά τους, ήταν το βάρος του μεγάλου λίθου, με το οποίο είχε σφραγιστεί ο τάφος. Παρ’ όλα αυτά όμως προχωρούν. Και βρίσκονται μπροστά στην απίθανη έκπληξη: ο λίθος είχε αποκυλιστεί από άγγελο Κυρίου, ο οποίος τις ανήγγειλε ότι «ηγέρθη ο Κύριος. Ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν». Γίνονται έτσι οι πρώτοι άνθρωποι στους οποίους αναγγέλλεται το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Οι μυροφόρες γυναίκες γίνονται οι πρώτοι που είδαν το «καινόν μνημείον».
1. Δεν ήταν μόνον ο Θωμάς που αμφισβήτησε την Ανάσταση του Χριστού. Και οι άλλοι μαθητές στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν, κάτι που το έδειξαν με τη φοβισμένη στάση τους στα γεγονότα του Πάθους. Ενώ ο Κύριος τους είχε προαναγγείλει τι θα συμβεί, εκείνοι το αμφισβήτησαν, δεν το κατάλαβαν, δεν το πίστεψαν. Κλειδώθηκαν γι’ αυτό στο οίκημά τους «διά τον φόβον των Ιουδαίων». Γιατί δεν πίστεψαν στα λόγια του Κυρίου τους; Διότι πείσθηκαν περισσότερο στις αισθήσεις τους, σε ό,τι έβλεπαν και άκουγαν. Δηλαδή τον Δάσκαλό τους να «χάνει» και να «χάνεται». Η προτεραιότητα των αισθήσεών τους, η προτεραιότητα δηλαδή της λογικής τους, ήταν το κυρίαρχο στοιχείο σ’ αυτούς.
2. Στην προτεραιότητα αυτή αντιπαραβάλλεται μία άλλη προτεραιότητα: της καρδιάς, της τόλμης, της αγάπης. Ο Ιωσήφ, κυρίως όμως οι μυροφόρες γυναίκες, υπερβαίνουν τα δεδομένα των αισθήσεων συνεπώς και τον φόβο τους. Διότι ο μεν Ιωσήφ βρίσκεται μπροστά στον «ογκόλιθο» του ρωμαίου επάρχου: πώς θα ζητήσει το νεκρό σώμα του Ιησού; Δεν θα θεωρείτο συμμέτοχός Του και συνεπώς υποκείμενος σε σύλληψη και ίσως σε θάνατο; Οι δε μυροφόρες βρίσκονται μπροστά στον πραγματικό «ογκόλιθο» του λίθου του μνημείου: ασήκωτος για τις δικές τους δυνάμεις γίνεται ασήκωτο βάρος και μέσα στην ψυχή τους: «τις αποκυλήσει ημίν…;»
Και ο Ιωσήφ όμως και οι μυροφόρες γυναίκες παρ’ όλη τη λογική αδυνατότητα επιμένουν και προχωρούν. Διότι ακριβώς προσεγγίζουν τα γεγονότα κυρίως με την καρδιά τους. Η σκέψη τους είναι προσανατολισμένη στον Κύριο, η καρδιά τους «ακουμπάει» σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και τολμούν έστω και με κίνδυνο της ζωής τους. Κι η τόλμη τους επιβραβεύεται: ο μεν Ιωσήφ παραλαμβάνει το σώμα του Ιωσήφ, οι δε μυροφόρες πρώτες γεύονται την εμπειρία της Αναστάσεως.
3. Ίσως να υπάρξει η απορία: η πίστη στον Χριστό ως θέμα της καρδιάς καταργεί τη λογική; Ασφαλώς και όχι. Η λογική είναι δύναμη του νου την οποία ο Θεός έθεσε στον άνθρωπο. Εκείνο που αρνείται ο χριστιανός είναι η προτεραιότητα του ανθρώπου έναντι του Θεού. Προκειμένου δηλαδή να πιστέψω, πρώτα χρειάζεται να πεισθώ λογικά και να επιβεβαιωθούν τα πράγματα από τις αισθήσεις μου. Αν δεν γίνει αυτό, δεν πρόκειται τελικά ποτέ να πιστέψω. Όσοι όμως έθεσαν τη λογική ως απαίτηση για την ύπαρξη της πίστεως δυστυχώς απέτυχαν. Το είδαμε και με τον «άπιστο» μαθητή Θωμά.
Η αμφισβήτησή του απέναντι στη μαρτυρία των άλλων μαθητών ότι «εωράκαμεν τον Κύριον» στηριζόταν σ’ αυτήν την απαίτηση: «εάν μη ίδω ου μη πιστεύσω». Και ναι μεν ο Κύριος μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του συγκατανεύει στην αδυναμία αυτή του μαθητή Του, (και όλων των παρομοίων με αυτόν μαθητών), όταν όμως κι εκείνος προβαίνει σε μία κίνηση ταπείνωσης και ρήξης προς την εγωιστική εμπλοκή του: έρχεται στην κοινότητα των μαθητών, φεύγει από τη μοναξιά του. Για να ακούσει βεβαίως κι αυτός τον αξιωματικό μακαρισμό του Κυρίου: «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
4. Αν όμως η καρδιά σκιρτήσει στο κάλεσμα του Χριστού, που θα πει να αγαπήσει τον Χριστό, τότε πράγματι και η πίστη γίνεται δωρεά βιούμενη από τον πιστό. Η πίστη έτσι είναι κυρίως θέμα της καρδιάς και έπεται και η λογική. Ο Κύριος δεν είπε «αν με καταλαβαίνετε, τηρήστε τις εντολές μου», αλλά «ει αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», και «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει». Όλα τα της πίστεως είναι δεμένα με την αγάπη στο πρόσωπο Εκείνου. Κι η αγάπη αυτή βεβαίως δεν είναι μία κίνηση αυτόνομη του ανθρώπου.
Δεν αγαπάμε τον Χριστό από μόνοι μας. Η αγάπη μας είναι ανταπόκριση στη δική Του αγάπη. «Ημείς αγαπώμεν, ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς». Αν, με απλά λόγια, δεν πιστεύουμε στον Χριστό, είναι γιατί δεν έχουμε γνωρίσει το πόσο Εκείνος μας αγάπησε και μας αγαπά. Αλλά η αγάπη του Χριστού είναι το μόνο απόλυτο και πραγματικό δεδομένο που έχουμε: ο Χριστός είναι ο Πατέρας μας, είναι ο αδελφός μας, είναι ο φίλος και ο νυμφίος της ψυχής μας, γίνεται το ίδιο το παιδί μας.
Η προσέγγιση της πίστεως στον Χριστό διά της λογικής (η περίπτωση των μαθητών) τελικώς απορρίπτεται: οδηγεί στον φόβο και στην απομόνωση.
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΗ ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ
[υπομνηματισμός των χωρίων: Ματθ. 27, 57-66 και Ματθ. 28, 1-10]
«Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ· οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶμα. καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ, καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν(: όταν προχώρησε το δειλινό, ήλθε κάποιος άνθρωπος πλούσιος που καταγόταν από την Αριμαθαία και ονομαζόταν Ιωσήφ, που κι αυτός υπήρξε μαθητής του Ιησού. Αυτός πήγε στον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθεί το σώμα. Κι αφού ο Ιωσήφ πήρε το σώμα, το τύλιξε σε καθαρό και αμεταχείριστο σεντόνι και το έβαλε στο δικό του καινούριο μνημείο, το οποίο είχε σκαλίσει στον βράχο. Κι αφού κύλισε ένα μεγάλο λίθο στη θύρα του μνημείου, την έκλεισε με τον λίθο αυτόν κι έφυγε)»[Ματθ. 27, 57-60].
Αυτός είναι ο Ιωσήφ, ο οποίος προηγουμένως κρυβόταν. Τώρα όμως, μετά τον θάνατο του Χριστού, έδειξε μεγάλη τόλμη. Διότι ούτε ασήμαντος ήταν, ούτε από εκείνους που μένουν απαρατήρητοι, αλλά ένας από τα μέλη του Συνεδρίου[πρβλ. Λουκ.23,51: «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος·οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν- ἀπὸ Ἀριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:και ιδού, παρουσιάζεται τότε ένας άνθρωπος που λεγόταν Ιωσήφ και ήταν βουλευτής, δηλαδή μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου,άνθρωπος καλοκάγαθος και ενάρετος. Αυτός δεν είχε συμφωνήσει με την απόφαση που πήραν τα μέλη του συνεδρίου εναντίον του Ιησού, ούτε με τα μέτρα και τις πράξεις που έκαναν για να εξασφαλίσουν την επικύρωση και την εκτέλεση της αποφάσεως. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν ήταν από την πόλη των Ιουδαίων Αριμαθαία. Είχε πιστέψει στο κήρυγμα του Ιησού για τη βασιλεία του Θεού και περίμενε κι αυτός μαζί με τόσους άλλους μαθητές τη βασιλεία αυτή)»], και πολύ επιφανής.
Από αυτό μάλιστα φαίνεται καθαρά η ανδρεία του. Διότι ουσιαστικά καταδίκασε σε θάνατο τον εαυτό του, τη στιγμή που διακήρυξε την απέχθειά του προς όλους, με την έκφραση-ομολογία της συμπάθειάς του προς τον Ιησού, και τόλμησε να ζητήσει το σώμα Του, και δεν απομακρύνθηκε παρά μόνο αφού πέτυχε αυτό που ήθελε. Την αγάπη μάλιστα και την ανδρεία του την δείχνει όχι μόνο με το ότι παρέλαβε το σώμα του Χριστού και το έθαψε με πολυτέλεια, αλλά και με το ότι Τον έθαψε στο δικό του καινούριο μνημείο. Και αυτό δεν έγινε έτσι στην τύχη, αλλά για να μην υπάρξει ούτε η παραμικρή υποψία ότι αναστήθηκε άλλος αντί άλλου.
«Ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, καθήμεναι ἀπέναντι τοῦ τάφου(:ήταν μάλιστα εκεί η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, οι οποίες κάθονταν απέναντι από τον τάφο)»[Ματθ.27,61]. Γιατί αυτές κάθονται πλησίον του τάφου; Τίποτε ακόμη μεγάλο και υψηλό δεν γνώριζαν, όπως έπρεπε, περί Αυτού· γι’ αυτόν τον λόγο και μύρα έφεραν και παρέμεναν με καρτερία κοντά στον τάφο, ώστε, εάν κατασίγαζε η μανία των Ιουδαίων, να προσέρχονταν και να αλείψουν το Σώμα του Ιησού με αυτά.
Είδες την ανδρεία των γυναικών; Είδες την αγάπη; Είδες τη μεγαλοψυχία την έμπρακτη, η οποία φτάνει μέχρι θανάτου; Ας μιμηθούμε τις γυναίκες αυτές όλοι μας· ας μην εγκαταλείψουμε τον Ιησού στις δοκιμασίες Του· διότι εκείνες μεν, και όταν Εκείνος πέθανε, ξόδεψαν τόσα πολλά και έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Ενώ εμείς( πάλι τα ίδια θα επαναλάβω), ούτε όταν πεινά Τον τρέφουμε, ούτε όταν είναι γυμνός Τον ντύνουμε, αλλά αντιθέτως και όταν Τον βλέπουμε να ζητιανεύει, Τον προσπερνούμε. Είμαι βέβαιος ότι εάν βλέπατε τον ίδιο τον Κύριο, θα έδινε ο καθένας σας όλα τα υπάρχοντά Του. Αλλά και τώρα ο ίδιος είναι. Άλλωστε και Αυτός είπε ότι «Εγώ είμαι».
«Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλᾶτον λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι. κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης(:Την άλλη τώρα ημέρα, η οποία είναι μετά την Παρασκευή, δηλαδή το Σάββατο, μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και πήγαν όλοι μαζί στον Πιλάτο και του είπαν: ‘’Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο λαοπλάνος είχε πει όταν ακόμη ζούσε: «Τρεις ημέρες μετά τον θάνατό μου θα αναστηθώ». Γι’ αυτό δώσε διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως έλθουν οι μαθητές του μέσα στη νύχτα και τον κλέψουν, και πουν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και θα είναι η τελευταία αυτή πλάνη του λαού χειρότερη από την πρώτη, που τον πίστεψαν ως Μεσσία’’. Ο Πιλάτος τότε τους είπε: ‘’Πάρτε φρουρά. Πηγαίνετε και ασφαλίστε μόνοι σας τον τάφο, όπως εσείς ξέρετε’’. Κι αυτοί πήγαν και ασφάλισαν τον τάφο. Έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στον λίθο που σκέπαζε το μνημείο. Και τοποθέτησαν εκεί τη φρουρά)»[Ματθ.27,62-66].
Παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και άθελά της συνηγορεί υπέρ της αλήθειας. Πρόσεξε όμως. Έπρεπε να πιστευτεί ότι πέθανε, ότι ενταφιάστηκε και ότι αναστήθηκε. Και όλα αυτά γίνονται από τους εχθρούς. Κοίταξε λοιπόν ότι τα λόγια αυτά βεβαιώνουν όλα αυτά. «Θυμηθήκαμε», λέγει, «ότι εκείνος ο λαοπλάνος είχε πει όταν ακόμη ζούσε»· άρα πέθανε· «’’Τρεις ημέρες μετά τον θάνατό μου, θα αναστηθώ’’. Γι’ αυτό δώσε διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα»· άρα ενταφιάστηκε· «μήπως έλθουν οι μαθητές του μέσα στη νύχτα και τον κλέψουν, και πουν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς». Άρα, εάν ο τάφος σφραγιστεί, δεν θα γίνει καμία απάτη. Δεν έγινε λοιπόν. Επομένως η απόδειξη της αναστάσεως, με όσα προτείνατε εσείς, έγινε αναντίρρητη. Διότι αφού σφραγίστηκε, δεν συνέβη καμία απάτη. Εάν επίσης δεν έγινε καμία απάτη, βρέθηκε όμως κενός ο τάφος, είναι φανερό ότι αναστήθηκε σαφώς και αναντίρρητα.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΩΝ
«Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν (: τις ημέρες αυτές, ενώ αυξανόταν ο αριθμός των πιστών, οι Εβραίοι Χριστιανοί που ήταν από ξένα μέρη και γι’ αυτό μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, άρχισαν να γογγύζουν εναντίον των ντόπιων Εβραίων Χριστιανών, που μιλούσαν την αραμαϊκή γλώσσα. Τα παράπονα αυτά προέκυψαν, διότι οι χήρες των ελληνόφωνων Ιουδαίων Χριστιανών που δεν ήταν ντόπιοι, παραμελούνταν στην καθημερινή περίθαλψη και υπηρεσία της διανομής τροφών και ελεημοσυνών)» [Πράξ.6,1].
«Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις(:κατά τις ημέρες αυτές)» [Πράξ.6,1]. Ποιες ημέρες εννοεί; Όταν συνέβαιναν αυτά, όταν μαστιγώνονταν, όταν απειλούνταν, όταν αυξανόταν ο αριθμός των μαθητών, τότε «άρχισαν να γογγύζουν». Ίσως μάλιστα να συνέβηκε αυτό από το πλήθος, διότι δεν είναι δυνατό στο πλήθος να υπάρχει ακρίβεια και τελειότητα. Δεν εννοεί οπωσδήποτε τις ημέρες εκείνες, αλλά συνηθίζει η Γραφή, και τα μέλλοντα να συμβούν να τα αναφέρει σαν να συνέβησαν, και γι' αυτό μίλησε έτσι. «῾Ελληνιστές» νομίζω ότι ονομάζει εκείνους που ομιλούν την ελληνική γλώσσα· διότι αυτοί μιλούσαν ελληνικά, αν και ήταν εβραίοι. Να και άλλη δοκιμασία· πόσο μάλλον και εσύ, αν θέλεις να εξετάσεις, θα διαπιστώσεις ότι από την αρχή οι πόλεμοι γίνονται και από μέσα και από έξω.
«Ἐγένετο (: άρχισαν), λέει, «γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν(:οι Εβραίοι Χριστιανοί που ήταν από ξένα μέρη και γι’ αυτό μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, να γογγύζουν εναντίον των ντόπιων Εβραίων Χριστιανών, που μιλούσαν την αραμαϊκή γλώσσα. Τα παράπονα αυτά προέκυψαν, διότι οι χήρες των ελληνόφωνων Ιουδαίων Χριστιανών που δεν ήταν ντόπιοι, παραμελούνταν στην καθημερινή περίθαλψη και υπηρεσία της διανομής τροφών και ελεημοσυνών)». Άρα η καθημερινή ήταν η φροντίδα για τις χήρες.
Και πρόσεχε ότι και αυτός την ονομάζει διακονία, και όχι αμέσως ελεημοσύνη, εξυψώνοντας ταυτόχρονα και εκείνους που προσέφεραν και εκείνους που λάμβαναν. Αυτή η διάκριση σε βάρος εκείνων των χηρών δεν ήταν αποτέλεσμα κακίας, αλλά ίσως αμέλειας του πλήθους. Γι’ αυτό ανέφερε και αυτό (διότι δεν ήταν μικρό κακό), για να διορθωθεί σύντομα. Βλέπεις πως τα κακά και απ’ αρχής δεν προέρχονταν μόνο από έξω, αλλά και από μέσα; Εσύ όμως μην παρατηρήσεις αυτό μόνο, ότι διορθώθηκε, αλλά ότι ήταν μεγάλο κακό.
«Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις (:Μετά λοιπόν απ’ αυτό οι δώδεκα απόστολοι συγκάλεσαν το πλήθος των μαθητών που πίστευαν στον Χριστό και είπαν: ‘’Δεν μας φαίνεται σωστό να αφήσουμε εμείς το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να υπηρετούμε σε τραπέζια φαγητού)» [Πράξ.6,2]. Πρώτα παρουσιάζουν το άτοπο δείχνοντας ότι δεν είναι δυνατόν να γίνουν και τα δύο με μεγάλη προσοχή· διότι και όταν επρόκειτο να χειροτονήσουν τον Ματθία στη θέση του Ιούδα του Ισκαριώτη, πρώτα από όλα δείχνουν την ανάγκη του πράγματος και ότι τους έλειπε ένας και ότι έπρεπε να γίνουν δώδεκα. Και εδώ την ανάγκη έδειξαν και δεν ενέργησαν προηγουμένως, αλλά ανέμεναν να εκδηλωθεί ο γογγυσμός, ούτε όμως ανέχθηκαν για πολύ να συμβεί αυτό.
Και πρόσεχε ότι αναθέτουν την εκλογή στον λαό και αναδεικνύουν εκείνους που ήταν από όλους αρεστοί και από όλους διατυπώνονταν καλές μαρτυρίες. Όταν λοιπόν επρόκειτο να εκλέξουν τον Ματθία έλεγαν: «Δεῖ οὖν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἀνδρῶν ἐν παντὶ χρόνῳ ἐν ᾧ εἰσῆλθε καὶ ἐξῆλθε ἐφ᾿ ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος Ἰωάννου ἕως τῆς ἡμέρας ἧς ἀνελήφθη ἀφ᾿ ἡμῶν, μάρτυρα τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ γενέσθαι σὺν ἡμῖν ἕνα τούτων (:Από τους άνδρες που ήταν μαζί μας και παρακολούθησαν σε όλη τους τη διάρκεια τα γεγονότα και τη δράση του Κυρίου μας Ιησού, ο οποίος μας συναναστρεφόταν και μπαινόβγαινε ανάμεσά μας, από τον καιρό δηλαδή που ξεκίνησε τη δημόσια δράση Του, όταν βαπτίστηκε από τον Ιωάννη, μέχρι την ημέρα που αναλήφθηκε κι έφυγε από κοντά μας˙ από τους ανθρώπους αυτούς λοιπόν πρέπει να εκλεγεί ένας και να γίνει μαζί με μας μάρτυρας της Αναστάσεώς Του)» [Πράξ.1,20-21].
Εδώ όμως δεν έγινε έτσι η επιλογή των επτά διακόνων· διότι δεν ήταν παρόμοια η περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν έθεσαν αυτήν σε κλήρο. Ούτε πάλι αν και βέβαια μπορούσαν οι ίδιοι να εκλέξουν, εμπνεόμενοι από το Άγιο Πνεύμα, κάνουν αυτό, αλλά μάλλον ενισχύουν τη γνώμη τους με την μαρτυρία των πολλών. Άλλωστε το να ορίσουν μεν τον αριθμό και να χειροτονήσουν για την κάλυψη αυτής της ανάγκης ήταν δικό τους έργο, την εκλογή όμως των ανδρών αναθέτουν σε εκείνους, για να μην φανούν ότι αυτοί χαρίζονται σε κάποιους και τους προωθούν· διότι και ο Θεός επιτρέπει στον Μωυσή να επιλέξει πρεσβύτερους, εκείνους που γνωρίζει. Καθόσον χρειάζεται πολλή σύνεση για την ρύθμιση παρόμοιων υποθέσεων· διότι μην νομίζετε βέβαια ότι επειδή του κάθε διακόνου δεν του ανατίθεται το κήρυγμα του λόγου, αυτός δεν έχει ανάγκη και από σύνεση· διότι φυσικά και χρειάζεται και μάλιστα πολλή σύνεση.
Σωστά εκτίμησαν οι Απόστολοι· διότι από τα αναγκαία τα αναγκαιότερα είναι προτιμότερα. Και πρόσεχε πώς λαμβάνουν πρόνοια για αυτά αμέσως, και δεν παραμελούν το κήρυγμα. Και εφόσον εκείνοι που εξέλεξαν ήταν και εκείνοι που έχαιραν του μεγαλυτέρου σεβασμού από τους άλλους, γι' αυτό και προτιμούνται: «Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ῾Αγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης, ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν (:εξετάστε λοιπόν προσεκτικά, αδελφοί, και εκλέξτε από σας τους ίδιους επτά άνδρες, που να έχουν καλή μαρτυρία απ’ όλους και να είναι γεμάτοι από Άγιο Πνεύμα και σύνεση. Αυτούς θα εγκαταστήσουμε για να διεξάγουν την αναγκαία αυτή διακονία και εμείς θα αφοσιωθούμε και θα αφιερωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στη διακονία του κηρύγματος’’)» [Πράξ.6,3-4].
«Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά (:Εξετάστε λοιπόν προσεκτικά, αδελφοί, και εκλέξτε από σας τους ίδιους επτά άνδρες)». Δεν το κάνουν αυτό μόνοι τους, αλλά προηγουμένως απολογούνται στο πλήθος. Έτσι και σήμερα έπρεπε να γίνεται.«Ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν (:και εμείς θα αφοσιωθούμε και θα αφιερωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στη διακονία του κηρύγματος)» [Πράξ.6,4]. Και στην αρχή και στο τέλος απολογούνται. «Θα αφοσιωθούμε» έλεγαν, και όχι απλώς ως έτυχε, αλλά «θα αφοσιωθούμε αποκλειστικά στο κήρυγμα».
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΩΜΗΝ ΤΑΦΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΗΜΕΡΟΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον: Ιε.43 – ιστ.8.
"Τω καιρώ εκείνω, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ός και αυτός ήν προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον, και ητήσατο το σώμα του Ιησού. Ο δέ Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε” και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν, ει πάλαι απέθανε. Και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών Αυτόν, ενείλησε τη σινδόνι, και κατέθηκεν Αυτόν εν μνημείω, ο ήν λελατομημένον εκ πέτρας. Και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η δέ Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν πού τίθεται.
Και διαγενομένου του σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν Αυτόν. Και λίαν πρωϊ της μιάς σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου. Και έλεγον προς εαυτάς: «τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου?» Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος’ ήν γάρ μέγας σφόδρα. Και εισελθούσαι εις το μνημείον, είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. Ο δέ λέγει αυταίς: «μή εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. Αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν.» Και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου, είχε δέ αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον’ εφοβούντο γάρ".
Απόδοση:
Ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε να πάει στον Πιλάτο και να του ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει από ώρα. Όταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ’ αυτό και τον τοποθέτησε σ’ ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο• μετά κύλησε ένα λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν που τον έβαλαν.
Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν’ αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;» Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα ’κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της.
Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τους είπε: «Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να και το μέρος όπου τον είχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει• εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε’’». Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος• δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες. (Επιμέλεια: Νικολέτα Γεωργία Παπαρδάκη).
Λόγος του Γρηγορίου, Πατριάρχου Αντιοχείας, εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Είναι επαινετός και αυτός ο νόμος της Εκκλησίας, που μας προετοιμάζει να πανηγυρίζωμε την ανάμνηση του αποθησαυρισμού του Χριστού στους νεκρούς. Διότι ποίος, αναλογιζόμενος τον ζωοποιόν θάνατο του Σωτήρος, δεν θα θεωρήση ότι οι νεκροί μέσα στις θήκες τους είναι εξαπλωμένοι σαν σε σκηνές, περιμένοντας την ουράνιο σάλπιγγα, η οποία θα καλή όλους μας προς την φοβεράν ημέρα της κρίσεως;
Ποίος δε, αποβλέποντας προς εκείνον τον σωτήριο τάφο, δεν πλησιάζει στους τάφους σαν σε θαλάμους ζωής; Ποίος, πιστεύοντας ότι ο Κύριος εχει εγερθή από τους νεκρούς, δεν συμπεριφέρεται με τρόπο που φανερώνει ότι πρόκειται να αναστηθή και ο ίδιος, επιτυγχάνοντας την ανάσταση διά μέσου Εκείνου; Επειδή λοιπόν, υπακούοντας στον καλό νόμο της Εκκλησίας, σεις που ευρίσκεσθε σε εγρήγορση, ετρέξατε προς αυτούς που κοιμούνται στους τάφους, και ο τόπος σας στενοχωρεί, ο πόθος όμως σας χαροποιεί, επειδή είσθε τόσοι πολλοί και έχετε συμπτυχθή σαν το σταφύλι, γι’ αυτό ακούστε, όπως ποθείτε, για το μυστήριον του θανάτου, το οποίον ημπορεί κάποιος να το μάθη, κανείς όμως δεν ημπορεί να το κατέχη.
Ο Δεσπότης Χριστός, ο Υιός του Θεού ο μονογενής, από ιδικήν του πρωτοβουλία, χωρίς να αναγκασθή από κάποιον, αφού ανέβη στον Σταυρό, και απλώνοντας τα χέρια, απεκατέστησε την δικαιοσύνη υπέρ όλης της κτίσεως, κατετρόπωσε δε όλες τις αόρατες και πονηρές δυνάμεις με το Πάθος στο οποίον υπέβαλε το σώμα του, ηθέλησε να γευθή η αγία του σάρκα την τριήμερο νέκρωση προς χάριν όλης της φύσεως, για να χαρίση δια μέσου αυτής στο νεκρωμένο γένος την αθανασία. Και μάλιστα, αφού έγειρε την αγία κεφαλή του, διέταξε σαν δούλο τον θάνατο να προσέλθη στη σάρκα.
Έφθασε αμέσως ως δούλος ο θάνατος, υπηρετώντας το δεσποτικόν πρόσταγμα, ως και επερχόμενος εκράτησε το σώμα που του επετράπη να λάβη. Όταν δε εκρατήθη από τον θάνατο το σώμα εκείνο, το φοβερό για τα Χερουβίμ και φρικτό για τα Σεραφίμ, όπως ηθέλησε ο Κύριος του σώματος, έτρεξε η ψυχή του Σωτήρος να ευαγγελισθή στις ψυχές την απολύτρωσή τους. Η δε Θεότης του έμενε και στο σώμα και στην ψυχή, διότι δεν εχωρίσθη κατ’ ουδένα τόπο και τρόπον η θεότης από την ανθρωπότητα μετά την ένωσή τους. Αλλά και στους ουρανούς ήταν και στον τάφο παρευρίσκετο, χωρίς να επηρεασθή καθόλου, διατηρώντας άφθαρτο την περιβολήν της.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2026
Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ - ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2026
Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Τη Κυριακή του Αγίου Αποστόλου Θωμά
Κεκλεισμέναι ήσαν αι θύραι του οικήματος, ένθα ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι κατά την εσπέραν της παρελθούσης του Πάσχα Κυριακής, ότε ελθών παραδόξως ο Ιησούς, έστη εν τω μέσω και ασπασάμενος αυτού διά του συνήθους' Ειρήνη υμίν, υπέδειξεν αυτοίς τας χείρας και τους πόδας και την πλευράν' και προσέτι, λαβών παρ' αυτών μέρος ιχθύος οπτού και κηρομέλι, έφαγεν ενώπιον αυτών, και ούτως επιστοποίησεν αυτοίς την Εαυτού Ανάστασιν. Ο δε Θωμάς, μη ευρεθείς τότε μετά των λοιπών, ουκ επίστευσεν εις την περί της Αναστάσεως του Χριστού μαρτυρίαν εκείνων, αλλ' είπεν αποφασιστικώς' <<Εάν μη ίδω και ψηλαφήσω τας τρυπηθείσας Αυτού χείρας και την λογχευθείσαν πλευράν, ου μη πιστεύσω>>. Όθεν μεθ' ημέρας οκτώ, τουτέστι κατά την σήμερον, και στας εις το μέσον και ειπών το' Ειρήνη υμίν, λέγει έπειτα προς τον Θωμάν' Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε, και ίδε τας χείρας Μου, και φέρε την χείραν σου, και βάλε εις την πλευράν Μου' και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός. Ο δε Θωμάς ιδών και ψηλαφήσας ακριβώς τας χείρας και την πλευράν του Δεσπότου, ανεβόησε μετά πίστεως' ο Κύριός μου και ο Θεός μου' και ούτως εκήρυξε τρανώς του Θεανθρώπου τας δύο φύσεις, την ανθρωπίνην και την θείαν. (Πράξ. των Αποστόλων, ε' 12-20' Ιωάννου κ' 19-31).
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ''ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ''
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (2023)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (2023)
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΠΙΣΤΙΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑ
ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ 2005 - ΨΑΛΛΕΙ Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Ω, ΚΑΛΗ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ!
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: «ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΥΠΩΝ ΤΩΝ ΗΛΩΝ»
ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (2022)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΘΩΜΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ: «ΔΩΡΕΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥ» (ΜΕΡΟΣ Α')
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (2022)
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
π. ΠΑΛΙΔΑ DESEILLE: ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΜΗ ΕΙΔΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΥΣΑΝΤΕΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ: YΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Α. ΚΑΝΤΙΩΤΗ: «ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ»
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΠΩΣ ΝΑ ΨΗΛΑΦΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΤΙΣ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ;
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΩΣ ΝΑ ΜΑΛΑΚΩΣΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΚΑΛΗ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ, ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΒΑΘΕΙΑ ΣΧΕΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΑΣ» 2023
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής
Ετικέτες:
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄
Τρίτη 21 Απριλίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ ΤΟ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!»
'Eνας Διευθυντὴς Δημοτικοῦ Σχολείου (Γεώργιος Παπαδόπουλος, † 17.4.2019), προσερχόμενος ἐπὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὸ Πάσχα στὸ Σχολεῖο, χαιρετοῦσε τοὺς συναδέλφους του μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν ἡμερῶν «Χριστὸς Ἀνέστη!». Κάποια μέρα τοῦ λέει ὁ Ὑποδιευθυντής του: «Καλά, βρὲ Γιῶργο, δὲν βαρέθηκες ἐπὶ σαράντα ἡμέρες νὰ μᾶς λὲς ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ καὶ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’!...»; Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Διευθυντοῦ: «Πὲς πὼς ἐγὼ βαρέθηκα – ποὺ δὲ βαρέθηκα μὲ τίποτα... Ἐσεῖς δὲν βαρεθήκατε ἐπὶ 365 μέρες τὸ χρόνο νὰ λέτε ‘‘καλημέρα’’ καὶ ‘‘καλημέρα’’, ποὺ δὲν εἶναι καὶ σίγουρο ὅτι θὰ εἶναι καὶ καλή, ἐνῶ τὸ ‘‘Χριστὸς Ἀνέστη’’ ἔχει τὴν σιγουριὰ τῆς αἰωνιότητας…».
Ὁ Ἐρανιστὴς
† ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς
5.4.2026 ἐκ. ἡμ.,
† Σάββατον Διακαινησίμου † Ἁγίου Μάρτυρος Κλαυδίου
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΩΣ ΝΑ ΜΑΛΑΚΩΣΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ)
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Ετικέτες:
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΗΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

.jpg)


.jpg)



.jpg)
