ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

 




Τη Αγία και Μεγάλη Δευτέρα


Απὸ τῆς σήμερον ἄρχονται τὰ ἅγια πάθη τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν· καὶ πρῶτον πάντων λαμβάνεται εἰς τύπον αὐτοῦ ᾿Ιωσὴφ ὁ πάγκαλος. ῏Ην δὲ οὗτος υἱὸς τοῦ ᾿Ιακὼβ ἑνδέκατος· ὅστις φθονηθεὶς ὑπὸ τῶν ἰδίων ἀδελφῶν καὶ εἰς λάκκον βληθείς, εἶτα πωληθεὶς εἰς ἀλλοφύλους, καὶ ὑπ᾿ ἐκείνων πάλιν εἰς Αἴγυπτον, καὶ διὰ τὴν σωφροσύνην αὐτοῦ συκοφαντηθεὶς καὶ εἰς φυλακὴν καταδικασθείς, καὶ τελευταῖον ἐξαχθεὶς ἐκεῖθεν μετὰ δόξης πολλῆς καὶ τιμηθεὶς ὡς βασιλεύς, καὶ γενόμενος κύριος πάσης γῆς Αἰγύπτου καὶ σιτοδότης παντὸς τοῦ λαοῦ· διὰ τούτων πάντων ἐτύπωσεν εἰς ἑαυτὸν τὰ πάθη καὶ τὴν μετὰ ταῦτα δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Εἰς τὴν μνήμην ταύτην τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἐπισυνάπτεται καὶ ἡ ἱστορία τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου, κατὰ τὴν σήμερον τὸ πρωΐ, ιθʹ Μαρτίου, καταραθείσης καὶ ξηρανθείσης συκῆς διὰ τὴν ἑαυτῆς ἀκαρπίαν. Εἰκόνιζε δὲ αὕτη τῶν ᾿Ιουδαίων τὴν συναγωγήν, ἥτις, μὴ ἔχουσα τὸν ἀπαιτούμενον καρπὸν τῆς ἀρετῆς καὶ εὐσεβείας, ἐγυμνώθη πάσης χάριτος πνευματικῆς διὰ τῆς κατάρας.




ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΕΙΣ ΤΥΠΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ: ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ - ΑΠΟΣΤΟΜΩΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ 


ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥΣ


ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΑΣΧΟΥ: Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΤΕΛΥΘΗ ΤΥΡΑΝΝΙΣ


ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ: ΜΝΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΤΑΡΑΣΘΕΙΣΗΣ ΚΑΙ ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΗΣ ΣΥΚΗΣ


ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ (2024)


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΜΠΕΛΩΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΑΝ ΣΥΚΗΝ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: Η ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΑ ΣΥΚΙΑ


ΟΡΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ: Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ - Ο ΟΡΘΡΟΣ ΤΗΣ Μ. ΔΕΥΤΕΡΑΣ


ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ


ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ - ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ: O IEΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΑΡΠΗ ΣΥΚΙΑ ΠΟΥ ΞΕΡΑΘΗΚΕ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ: ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ - Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΓΙΟΥΣ


ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ: Η ΣΥΚΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ


ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ: ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ - Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΓΙΟΥΣ




[Μέρος τρίτο: υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ.21,28-32:


Στη συνέχεια λέει: «Τί δὲ ὑμῖν δοκεῖ; Ἄνθρωπός τις εἶχε τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ, εἶπε· Τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀμπελῶνί μου(:Πώς σας φαίνεται αυτό που θα σας πω; Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους. Κι αφού πλησίασε τον πρώτο, του είπε: ‘’Παιδί μου, πήγαινε σήμερα και δούλεψε στο αμπέλι μου’’).Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς, εἶπεν· Οὐ θέλω· ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς, ἀπῆλθε(:Εκείνος του αποκρίθηκε: ‘’Δεν θέλω να πάω’’. Ύστερα όμως μετάνιωσε και πήγε).Καὶ προσελθὼν τῷ δευτέρῳ, εἶπεν ὡσαύτως. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς, εἶπεν· Ἐγώ, κύριε· καὶ οὐκ ἀπῆλθε(:Πλησίασε τότε και τον δεύτερο γιο και του είπε τα ίδια. Κι αυτός του αποκρίθηκε: ‘’Μάλιστα, κύριε, πηγαίνω’’. Και δεν πήγε). Τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πατρός; Λέγουσιν αὐτῷ· Ὁ πρῶτος. (:Ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα του; Του λένε: ‘’Ο πρώτος’’)»[Ματθ.21,28-31].


Πάλι τους ελέγχει με παραβολές υπαινισσόμενος και την αγνωμοσύνη των Ιουδαίων και την ευπείθεια των ειδωλολατρών που τους περιφρονούσαν πάρα πολύ· διότι οι δύο αυτοί υιοί αυτό δηλώνουν, πράγμα που συνέβη και επί των εθνικών και επί των Ιουδαίων. Καθόσον οι εθνικοί αν και δεν υποσχέθηκαν να υπακούσουν και δεν υπήρξαν ακροατές του νόμου, απέδειξαν τελικά την υπακοή τους με τα έργα τους. Ενώ οι Ιουδαίοι αν και είπαν «πάντα, ὅσα εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσομεν καὶ ἀκουσόμεθα. ἀνήνεγκε δὲ Μωυσῆς τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὸν Θεόν(:όλα όσα διέταξε ο Θεός θα εφαρμόσουμε και θα υπακούσουμε)»[Έξ. 19,8], όμως στην πράξη παράκουσαν.


Για τον λόγο λοιπόν αυτόν, για να μη νομίσουν ότι ο νόμος τούς ωφελεί, τους αποδεικνύει ότι αυτός ο ίδιος ο νόμος τούς καταδικάζει, πράγμα που και ο Παύλος το λέγει ως εξής: «Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται(: διότι δίκαιοι ενώπιον του Θεού είναι όχι όσοι ακούνε απλώς την ανάγνωση του θείου νόμου, αλλά όσοι τηρούν και εφαρμόζουν τον νόμο· αυτοί θα αναγνωριστούν δίκαιοι)»[Ρωμ. 2,13]. Για τον λόγο αυτόν, θέλοντας να τους κάνει να κατακρίνουν μόνοι τους τους εαυτούς τους, προετοιμάζει τα πράγματα ώστε μόνοι να βγάλουν την απόφαση, πράγμα που κάνει και στην παρούσα παραβολή του αμπελώνα.


Και για να συμβεί αυτό επιρρίπτει την κατηγορία σε άλλο πρόσωπο, αυτό του δεύτερου γιου της παραβολής· διότι επειδή δεν θα ήταν δυνατό να αποσπάσει απευθείας την ομολογία τους, τους οδηγεί στη συνέχεια με την παραβολή εκεί όπου ήθελε. Όταν λοιπόν, επειδή δεν αντιλήφτηκαν το νόημα των λόγων Του, έβγαλαν την απόφαση, τότε αποκαλύπτει πλέον αυτό που υπονοούσε και λέγει: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(: αληθινά σας λέω ότι οι τελώνες και οι πόρνες, οι οποίες στην αρχή έδειξαν απείθεια στον νόμο του Θεού, πηγαίνουν πριν από σας, τους Φαρισαίους και γραμματείς, στη βασιλεία του Θεού· διότι εσείς με λόγια μόνο δείξατε υπακοή στον Θεό, στην πραγματικότητα όμως υπήρξατε απειθείς και άπιστοι).


λθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς ᾿Ιωάννης ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑμεῖς δὲ ἰδόντες, οὐ μετεμελήθητε ὕστερον, τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ(:διότι ήλθε σε σας ο Ιωάννης κηρύττοντας την οδό της αρετής, τον ενάρετο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, κι όμως δεν πιστέψατε σε Αυτόν. Οι τελώνες όμως και οι πόρνες πίστεψαν σε Αυτόν. Κι εσείς, ενώ τους είδατε να πιστεύουν, ούτε καν ύστερα μεταμεληθήκατε, ώστε να πιστέψετε σε Αυτόν’’)»[Ματθ.21,32]· διότι εάν έλεγε απλώς ότι «οι πόρνες εισέρχονται πριν από εσάς», θα τους φαινόταν ο λόγος ενοχλητικός, ενώ τώρα που διατυπώνει τη σκέψη Του μετά τη δική τους γνώμη, φαίνεται ο λόγος Του υποφερτός. Για τον λόγο αυτόν προσθέτει και την αιτία.


Ποια λοιπόν ήταν αυτή; «Ἦλθε γὰρ(:διότι ήλθε)», λέγει, «πρὸς ὑμᾶς ᾿Ιωάννης(:σε σας ο Ιωάννης)», όχι προς εκείνους· και όχι μόνο αυτό, αλλά και «ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης (:κηρύττοντας την οδό της αρετής, τον ενάρετο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς)». Ούτε βέβαια μπορείτε να τον κατηγορήσετε ότι ήταν κάποιος αδιάφορος και ότι δεν ωφελούσαν σε τίποτε, αλλά και ο τρόπος της ζωής του ήταν ανεπίληπτος και η φροντίδα του μεγάλη, παρ’ όλ’ αυτά όμως δεν τον προσέξατε.


Και μαζί με αυτό τους κατηγορεί και για άλλο πράγμα, ότι δηλαδή οι τελώνες τον πρόσεξαν· και μετά από αυτήν την κατηγορία τούς κατηγορεί και για άλλο, ότι δηλαδή δεν τον πρόσεξαν ούτε και μετά από αυτούς. Φυσικά έπρεπε πριν από αυτούς να πιστέψουν, το ότι όμως δεν πίστεψαν ούτε και μετά από αυτούς, αυτό δεν έχει καμία συγχώρηση· και είναι μεν απερίγραπτος ο έπαινος εκείνων, ενώ αυτών η κατηγορία. «Προς εσάς ήλθε και δεν τον δεχθήκατε, δεν πήγε προς εκείνους και τον δεχθήκανε και ούτε καν εκείνους δεχθήκατε ως διδασκάλους σας».


Πρόσεχε με πόσους τρόπους αποδεικνύεται το εγκώμιο εκείνων και η κατηγορία αυτών. «Προς εσάς ήλθε, όχι προς εκείνους. Εσείς δεν πιστέψατε· αυτό δεν τους σκανδάλισε εκείνους. Αυτοί πίστεψαν· αυτό δεν σας ωφέλησε». Επίσης τη φράση «προάγουσιν ὑμᾶς (:εισέρχονται πριν από εσάς)» δεν την είπε με τη σημασία ότι θα ακολουθήσουν και αυτοί,αλλά με σκοπό να δείξει ότι υπάρχει ελπίδα για κάτι παρόμοιο, εάν το θελήσουν. Διότι τίποτε δεν διεγείρει τόσο πολύ αυτούς που είναι πνευματικά ατελείς, όσο η ζήλεια. Για τούτο πάντοτε λέγει: «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι(:πολλοί μάλιστα που είναι στον κόσμο αυτό πρώτοι, θα είναι στον άλλο κόσμο τελευταίοι, και πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι)»[Ματθ.19,30].

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: Η ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΑ ΣΥΚΙΑ

 



1. Μέ ὠθεῖ νά μιλήσω ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τούς πατρικούς κόλπους καί κυοφορήθηκε ἀπερίγραπτα στά σπλάχνα τῆς Παρθένου. Αὐτός πού ἔγινε γιά μένα ὅ,τι ἐγώ εἶμαι, Αὐτός πού εἶναι ἀπαθής ὡς πρός τήν θεότητά Του καί περιβλήθηκε ὡστόσο ὁμοιοπαθές μέ ἐμένα σῶμα. Αὐτός πού στόν οὐρανό ἐποχεῖται πάνω στά χερουβικά ἅρματα καί πάνω στή γῆ καβαλικεύει σέ γαϊδουράκι (πρβλ. Ματθ. 11, 7-9).


βασιλιάς τῆς δόξας, Αὐτός πού μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα εὐφημεῖται ἀπό τά Σεραφίμ ὡς ἅγιος καί δέχεται τά ψελλίσματα τῶν παιδιῶν ἀπό τήν ἄκακη γλώσσα τους. Αὐτός πού εἶναι Θεός καί ἔχει τή μορφή δούλου καί πού ἔλαβε τή μορφή τοῦ δούλου. Αὐτός πού εἶναι ἄυλος καί ἀόρατος Θεός καί δέχτηκε νά λάβει ὁρατό καί ψηλαφητό σῶμα.


Αὐτός πού βάδισε ἀκούσια στό πάθος, γιά νά μοῦ χαρίσει τήν ἀπάθεια. Αὐτός ὁ Ὁποῖος βλέποντας τόν ἄνθρωπο, πού ἔπλασε σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα Του καί τήν ὁμοίωσή Του, τό πλάσμα τῶν χεριῶν Του, νά ἔχει δελεαστεῖ ἀπό τήν ἀπάτη τοῦ φιδιοῦ, ἐκεῖνον νά ἔχει πέσει στήν παράβαση τῆς ἐντολῆς Του καί νά ἔχει γίνει ὑποχείριος τῆς φθορᾶς καί ὑπόλογος θανάτου, δέν ἄντεξε.


γεμάτος συμπάθεια δέν μπόρεσε νά ὑπομείνει τή στέρηση ἐκείνου πού ποθοῦσε, ἀλλά τόν κάλεσε μέ πολλούς τρόπους σέ ἐπιστροφή καί μετάνοια, ἀφοῦ τόν παίδεψε σάν ἀχάριστο δοῦλο, σάν ἄμυαλο καί νήπιο γιό “πολυμερῶς καί πολυτρόπως” καί ἀφοῦ μηχανεύτηκε κάθε μέσο, γιά ν᾽ ἀποτινάξει τή δουλεία πού τόν τυραννοῦσε καί ἔτσι νά ἐπανέλθει στόν Πλάστη του.


μως ἦταν ἀδύνατη ἡ ἐπιστροφή του, ἀφοῦ μιά γιά πάντα εἶχε καταδουλωθεῖ στήν ἁμαρτία καί εἶχε συζευχθεῖ θεληματικά μέ τήν ἐπιθυμία τῶν γήινων. Γι᾽ αὐτό ὁ ὑπεράγαθος Κύριος ἀναλαμβάνει τή φύση μας, ἐπειδή εἶδε ὅτι αὐτή εἶχε ἐξασθενήσει. Βλέποντας δηλαδή τόν ἄνθρωπο νά μή ὑπακούει στό λόγο καί τίς ἐντολές καί τά προστάγματα τῆς σωτηρίας, τί λέει; «Πρέπει νά παιδαγωγήσω μέ ἔργα αὐτόν πού ἔχει ἄγνοια.


Πρέπει νά τόν κατευθύνω στίς ἀρετές, γιά νά τίς συνηθίσει καί νά τίς ἐπιτελέσει ὁ ἴδιος. Πρέπει νά μέ δοῦν μέ τά μάτια τους ἀνάμεσά τους, καί ἔτσι νά θεραπεύσω τόν ἄρρωστο. Πρέπει νά κάνω νά ξαναγυρίσει τό πλανημένο πρόβατο καί νά τό ὁδηγήσω στήν ἀρχική του διαμονή, στόν παράδεισο. Πῶς ὅμως θά τό ἐπιστρέψω χωρίς νά μέ βλέπει; Πῶς θά ὁδηγήσω αὐτόν πού δέν βλέπει τά ἴχνη μου;»


Γι᾽ αὐτό ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε, μέ ὅσα ἔπραξε καί ἔπαθε, νά διδάξει ἔμπρακτα αὐτόν πού ἀγνοοῦσε, πῶς νά πράξει τήν ἀρετή. Ἔτσι βλέποντάς Τον νά κατεβαίνει κατ᾽ οἰκονομίαν γιά χάρη μας στή γῆ ἀπό τούς πατρικούς κόλπους, ν᾽ ἀνεβοῦμε καί ἐμεῖς μέ τή θέλησή μας πρός Αὐτόν ἀπό τή μητέρα μας γῆ. Σαρκώθηκε ἐπίσης γιά νά δείξει τόν ἀνυπέρβλητο πλοῦτο τῆς ἀγάπης Του πρός ἐμᾶς.


Γιατί μεγαλύτερη ἀγάπη δέν μπορεῖ νά δείξει κανένας, παρά μόνο ἄν θυσιάσει τήν ψυχή του γιά χάρη τῶν φίλων του (Ἰω. 15, 13). Καί πῶς ὅποιος δέν ἔχει ἔνσαρκη ζωή θά δείξει τήν ἀγάπη του;


2. Γι᾽ αὐτό ἀναλαμβάνει τή σάρκα, γιά νά Τόν δοῦμε στή γῆ καί νά ζήσει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους (Βαρούχ 3, 38). Γι᾽ αὐτό ἀναλαμβάνει ψυχή, γιά νά θυσιάσει τήν ψυχή Του γιά χάρη τῶν φίλων Του. Καί φίλους δέν ἐννοῶ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἀλλά αὐτούς πού ποθεῖ Ἐκεῖνος. Γιατί ἐμεῖς Τόν μισήσαμε καί Τοῦ στρέψαμε τήν πλάτη καί γίναμε δοῦλοι σέ ἄλλον, ἐνῶ Αὐτός δέν μετέβαλε τήν ἀγάπη Του σ᾽ ἐμᾶς.


Γιά τοῦτο ἔτρεξε πίσω μας. Ἦρθε σ᾽ ἐμᾶς πού Τόν μισήσαμε, προσπάθησε νά προλάβει ἐμᾶς πού φεύγαμε κι ὅταν μᾶς ἔφτασε, δέ μᾶς ἔλεγξε μέ σκληρότητα, δέ μᾶς γύρισε κοντά Του μέ τό μαστίγιο, ἀλλά σάν ἄριστος γιατρός πού τόν ὑβρίζει κάποιος μανιακός, πού τόν φτύνει καί τοῦ δίνει ραπίσματα, Αὐτός πρόσφερε τή θεραπευτική Του ὑπηρεσία. Σέ ἔνδειξη τοῦ μεγέθους τῆς θεραπείας πρόσφερε στήν ἀνθρώπινη φύση τήν ἴδια Του τήν θεότητα ὡς φάρμακο.


Φάρμακο πολύ δραστικό, φάρμακο παντοδύναμο. Αὐτή ἀπέδειξε τό ἀσθενικό μας σαρκίο πιό ἰσχυρό ἀπό τίς ἀόρατες δυνάμεις. Ὅπως δηλαδή ὁ σίδηρος ὅταν ἑνωθεῖ μέ τή φωτιά εἶναι ἀδύνατο ν᾽ ἀγγιχτεῖ, ἔτσι καί τό χόρτο τῆς δικῆς μας φύσης, ἀφοῦ ἑνώθηκε μέ τή φωτιά τῆς θεότητας, ἔγινε ἀπλησίαστο ἀπό τό διάβολο. Κι ἐπειδή ἕνα πάθος θεραπεύεται μέ τά ἀντίθετά του -ὅπως λένε κι οἱ μαθητές τῶν γιατρῶν- καταβάλλει κι Αὐτός τά πάθη μας μέ τά ἀντίθετά τους, δηλαδή τήν ἡδονή μέ τούς μόχθους, τήν ὑπερηφάνεια μέ τήν ταπείνωση.

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ





Μ. Δευτέρα [Κυριακὴ Βαΐων βράδυ] (Μθ 21,33-46)


Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὄψει τοῦ σταυρικοῦ θανάτου του ἐλέγχει τὴν κακότητα τῆς ἄρχουσας θρησκευτικῆς τάξεως τῶν Ἰουδαίων (ἀρχιερέων καὶ γραμματέων) μὲ τὴν καυστικὴ παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν.


νας νοικοκύρης (= ὁ Θεός), λέει στὴν παραβολή, φύτεψε ἀμπέλι (= τὸν Ἰσραὴλ) καὶ ἔβαλε γύρω περίφραξη (= τὸ Νόμο) καὶ ἄνοιξε στὸ βράχο πατητῆρι (= θυσιαστήριο) καὶ ἔκτισε πύργο (= τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος) καὶ τὸ ἐμπιστεύθηκε σὲ γεωργοὺς (στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς ἄρχοντας, γιὰ νὰ κυβερνοῦν τὸ λαό του καὶ νὰ τὸν καθοδηγοῦν κατὰ τὸ θέλημά του) καὶ ἔφυγε (= τοὺς ἄφησε ἐλεύθερους).


ταν πλησίασε ὁ καιρὸς τῆς καρποφορίας, ὁ Θεὸς ἔστειλε τοὺς δούλους του (= τοὺς προφῆτες) πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς νὰ πάρει τοὺς καρπούς του (= τὰ καλὰ ἔργα τους). Ἀλλ’ ἐκεῖνοι τοὺς ἔπιασαν καὶ ἄλλον μὲν ἔδειραν, ἄλλον σκότωσαν, ἄλλον λιθοβόλησαν.


Οἱ ἄξιοι τιμωρίας τιμωροῦν τοὺς ἀθῴους. Οἱ ἄξιοι καταδίκης γίνονται δικασταί. Ἀνατροπὴ τῆς τάξεως. Ἐπανάσταση. Ἀνταρσία. Τὸν προφήτη ᾿Ιερεμία τὸν ἔρριξαν σὲ λάκκο γεμάτο ἀκαθαρσία. Τὸν Μιχαΐα τὸν χτύπησε στὴ σιαγόνα ὁ Σεδεκίας.


Τὸν Ζαχαρία, γιὸ τοῦ Βαραχίου, τὸν φόνευσαν μὲ λιθοβολισμὸ ἀνάμεσα στὸ ναὸ καὶ στὸ θυσιαστήριο. Τὸν Ἰωάννη τὸν βαπτιστὴ τὸν ἀποκεφάλισαν μὲ μαχαῖρι. Καὶ ὁ μὲν Θεὸς μακροθυμοῦσε καὶ ἔστελνε καὶ ἄλλους προφῆτες περισσότερους ἀπὸ πρίν, οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀποθρασύνθηκαν καὶ τοὺς ἔκαναν κι ἐκείνους τὰ ἴδια.


τσι φάνηκε ἡ μεγαλοψυχία του, φάνηκε καὶ ἡ κακουργία τους. Τελευταῖον στέλνει ὁ Θεὸς τὸ Γιό του, σκεπτόμενος ὅτι ἴσως θὰ τὸν ντραποῦν. Ὄχι ὅτι δὲν ἤξερε τί θὰ τὸν κάνουν, ἀλλὰ λέει «ἴσως», γιὰ νὰ φανεῖ τί θὰ κάνουν. Ὁ Θεὸς ὡς παντογνώστης πρόβλεψε τὴ διαγωγὴ τῶν κακῶν γεωργῶν, ἀλλὰ δὲν δέσμευσε τὴν ἐλευθερία τους νὰ ἐνεργήσουν ὅπως ἐνήργησαν, ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν ἤξεραν τὶς βουλές του.


Λέγεται ὅτι, ὅταν ὁ λύκος δοκιμάσει αἷμα ζώου, γίνεται ἀσυγκράτητος. Καὶ αὐτοὶ λοιπὸν ἔγιναν λύκοι βαρεῖς ποὺ διψοῦσαν αἷμα ἀνθρώπινο, αἷμα δικαίων, καὶ ἔφτασαν νὰ ὁρμήσουν καὶ ἐναντίον τοῦ Γιοῦ τοῦ Θεοῦ. «Ἐμπρός, εἶπαν, ἂς τὸν σκοτώσουμε, καὶ ἂς τοῦ πάρουμε τὴν κληρονομία».


Ἰησοῦς ἐδῶ ζωγραφίζει τὸ μέγεθος τῆς κακότητος καὶ τῆς ζηλοτυπίας τῶν ἀρχιερέων τῶν ἡμερῶν του. Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς δὲν τὸν ἄντεξαν ἄλλο· ἔβλεπαν κάθε μέρα νὰ κερδίζει ἔδαφος, νὰ τὸν ὑποδέχεται ὁ λαὸς μὲ ἐνθουσιασμό, νὰ παίρνει μαστίγιο καὶ νὰ διώχνει τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναό, πλήττοντας τὰ οἰκονομικά τους συμφέροντα. Ἕως πότε, εἶπαν, θὰ τὸν ἀνεχόμαστε;


Τὸν ἔπιασαν λοιπόν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τὸν σκότωσαν, τὸν σταύρωσαν. Ὁ Ἰωάννης χρυσόστομος τοὺς ἐρωτᾶ· Μὰ γιατί; τί μικρὸ ἢ μεγάλο ἔχετε νὰ τὸν κατηγορήσετε; Ἐπειδὴ σᾶς τίμησε, καὶ ἐνῷ ἦταν Θεός, ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἔκανε γιὰ σᾶς τὰ μύρια ἐκεῖνα θαύματα; Μήπως ἐπειδὴ συγχωροῦσε τ’ ἁμαρτήματα ἢ ἐπειδὴ προσκαλοῦσε στὴ βασιλεία του;


Ρωμαῖος αὐτοκράτορας Τίτος μπῆκε μὲ τὶς λεγεῶνες του στὰ ᾿Ιεροσόλυμα σὰν θεία δίκη καὶ ἔκανε μία καταστροφή, ποὺ ἄλλη τέτοια δὲν μαρτυρεῖται στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ὁ  Ἰώσηπος ἀναφέρει ὅτι ὁ ναὸς κάηκε καὶ καταστράφηκε ἐκ θεμελίων. Ἡ πόλη ὀργώθηκε ὅπως τὸ χωράφι, μὲ τὸ ἀλέτρι. Πάνω ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο Ἰουδαῖοι φονεύτηκαν ἢ πουλήθηκαν σὰν δοῦλοι στὴ Ρώμη καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια.


Καὶ ὅσοι γλίτωσαν τὸ μαχαῖρι, ἔφυγαν στὰ πέρατα τοῦ κόσμου, μακριὰ ἀπὸ τὸ ναό τους, τὴν πατρίδα τους, τοὺς τάφους τῶν συγγενῶν τους. Εἶχαν πεῖ· «Τὸ αἷμα αὐτοῦ νὰ πέσει πάνω μας καὶ στὰ παιδιά μας». Καὶ ἔπεσε. Καὶ δὲν ἔμεινε τίποτε ὄρθιο. Οὔτε λίθος ἐπὶ λίθου. Καὶ αὐτὰ στὴν ἐδῶ ζωή. Στὴ μετὰ θάνατον ἀναμένονται τὰ χειρότερα.


«Καὶ τὸν ἀμπελῶνα, λέει στὴν παραβολὴ ὁ Κύριος, ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς». Καὶ αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια τῆς παραβολῆς ἐπαληθεύτηκε. Ὁ ἀμπελῶνας τοῦ Θεοῦ δὲν χάθηκε μὲ τὴν ἔκπτωση τοῦ ἰσραηλιτικοῦ ἱερατείου· δόθηκε στὴν Ἐκκλησία. Καὶ πρέπει ἡ ἡγεσία της καὶ τὰ μέλη της ν’ ἀποδώσουν καρποὺς ἀγαθούς. Ἂν δὲν ἀποδώσουν, θὰ δώσουν λόγο κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία, καὶ ἡ τιμωρία θὰ εἶναι σκληρότερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῶν ᾿Ιεροσολύμων.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΠΑΓΚΑΛΟΣ ΕΙΣ ΤΥΠΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥ




Ένα από τα πρόσωπα, που προβάλλει η Μεγάλη Εβδομάδα μπροστά μας είναι ο Ιωσήφ,

ο γυιος του Ιακώβ.

Η Εκκλησία μας τον είπε Πάγκαλο, που σημαίνει τόσο πολύ καλό, που η λέξη είναι λίγη για το εκφράσει.

Έζησε 1800 περίπου χρόνια προ Χριστού.

Και ποιά σχέση λοιπόν μπορεί να έχει ένα πρόσωπο,

που έζησε τόσους αιώνες προ Χριστού, μ’ εμάς;Έχει σχέση με το Χριστό και μ’ εμάς, γιατί είναι Τύπος Του Χριστού.

Το πρόσωπο,δηλαδή αυτό της Παλαιάς Διαθήκης, προτυπώνει, προεικονίζει, συμβολίζει το Χριστό.




Είναι Ο Ιωσήφ Ο Πάγκαλος. Πολλά πρόσωπα στη Παλαιά Διαθήκη είναι εις τύπον Χριστού,όπως ο Αδάμ, ο Ισαάκ, ο Δαβίδ και άλλοι. Εκείνο όμως το πρόσωπο, που προτυπώνει και προεικονίζει στα περισσότερα σημεία της ζωής του το Χριστό, είναι ο Ιωσήφ,ένα από τα δώδεκα παιδιά του πατριάρχου Ιακώβ.Ήταν το πιο αγαπημένο παιδί του Ιακώβ. Αγαπητός Υιός και ο Χριστός. Τον φθόνησαν τον Ιωσήφ τα αδέλφια του.


Δεν μπορούσαν να υποφέρουν την υπεροχή του. Και με το Χριστό το ίδιο έγινε. Τον μίσησαν και τον φθόνησαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι. Αποφάσισαν τ’ αδέλφια να σκοτώσουν τον αθώο Ιωσήφ. Το ίδιο και στη περίπτωση του Ιησού. Άρχοντες του Ισραήλ, αρχιερείς, γραμματείς, φαρισαίοι, συσκέπτονται, πώς θα συλλάβουν και θα θανατώσουν τον Ιησού,τον πιο εκλεκτό αδελφό τους. Εκείνο το ¨Δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν¨ των αδελφών του Ιωσήφ, ακούγεται το ίδιο και στην παραβολή των κακών γεωργών,όπου σαφώς συμβολίζεται η απόφαση των Ιουδαίων για τη θανάτωση του Υιού του Βασιλέως, Ιησού.


Πούλησαν τον Ιωσήφ τα αδέλφια του για 20 χρυσά νομίσματα. Εκείνος απ τους 12 αδελφούς,που έκανε τη σχετική πρόταση ήταν ο Ιούδας. Ιούδας (από τους 12 Μαθητές) και στη περίπτωση του εικονιζόμενου και προτυπούμενου Χριστού,το όργανο της αγοροπωλησίας. ¨Πούλησε¨ το Χριστό για 30 αργύρια. Έπαθε και υπέφερε ο Ιωσήφ και στα χέρια των αδελφών του και στα χέρια των ξένων,των Αιγυπτίων.


Τα αδέλφια του τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, για να τον κατασπαράξουν τα θηρία. Και οι Αιγύπτιοι τον έριξαν μέσα στη φυλακή σαν να ήταν ένοχος, ενώ ήταν αθώος. Θύμα συκοφαντίας ο αθώος και αγνός Ιωσήφ. Έπαθε και υπέφερε και ο Χριστός. Έπαθε ως άνθρωπος. Οι αδελφοί του οι Ιουδαίοι τον οδήγησαν σε πολλά παθήματα, τον βασάνισαν.


Αλλά και οι ξένοι, οι Ρωμαίοι,στους οποίους τον παρέδωσαν οι Ιουδαίοι, και εκείνοι τον βασάνισαν. Ρίχτηκε στη φυλακή,σύρθηκε σαν κακούργος στο κριτήριο, καταδικάστηκε σαν κοινός εγκληματίας και τελικά θανατώθηκε πάνω στο Σταυρό.


Δεν έμεινε για πάντα ταπεινωμένος ο Ιωσήφ. Από την ταπείνωση του λάκκου και της φυλακής οδηγήθηκε στη δόξα. Ο Φαραώ τον ανέστησε από τα βάθη της φυλακής και τον κατέστησε άρχοντα. Προτύπωση της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού. Ρίχτηκε στο λάκκο του θανάτου και του τάφου. Δεν παρέμεινε πολύ. Ανέστη τριήμερος. Μετά το πάθος η δόξα. Μετά το Σταυρό η Ανάσταση.


Ο Ιωσήφ σαν άρχοντας της Αιγύπτου σε καιρό πείνας άνοιξε τις αποθήκες του και έγινε σιτοδότης και έθρεψε τους πεινασμένους αδελφούς του. Σιτοδότης και ο Χριστός. Ανεξάντλητες οι αποθήκες του. Πάντοτε προσφέρει και προσφέρεται. Τρέφει με το θειο Άρτο του, ποτίζει με το τίμιο Αίμα του. Τρέφει με τη θεία Κοινωνία.


Από όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του Ιωσήφ, σε μία δίνει ιδιαίτερη έμφαση η αποψινή ακολουθία. Στο επεισόδιο με την αμαρτωλή γυναίκα, τη σύζυγο του Πετεφρή. Μια γυναίκα βρέθηκε μπροστά στον Ιωσήφ. Κάποια γυναίκα βρίσκεται μπροστά στη ζωή κάθε νέου.


Η γυναίκα όργανο κακού στο πρόσωπο της Εύας, και της δευτέρας Εύας, όπως ονομάζεται η γυναίκα του Πετεφρή. Δεν υποτάχθηκε ο Ιωσήφ. Φυλακίσθηκε σωματικά. Αλλά δούλος στη ψυχή δεν έγινε. Έμεινε αδούλωτος. Αδούλωτους μας θέλει ο Χριστός. Ελεύθερους από τους πειρασμούς. Τί Κάνει Ο Ιωσήφ.


Μια σκέψη αστραπιαία και μια κίνηση αστραπιαία.Η σκέψη: Με βλέπει ο Θεός.Πώς να κάνω τέτοια πράξη.Η κίνηση: Τόβαλε στα πόδια.Έφυγε.¨ Και αφήνοντας τα ρούχα του στα χέρια της,έφυγε και βγήκε έξω¨(Γεν, 39,12).Τίποτα τυχαίο..Ηπατήθη η Εύα στον Παράδεισο..Και...ενεδύθη τον χιτώνα της φθοράς και του θανάτου...Διαφορική προτύπωση ο Ιωσήφ.

Η ΣΥΚΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ


 


ΕΡΩΤΗΣΗ:


Ποιὰ εἶναι ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου πού, φαινομενικὰ, ξεράθηκε παράλογα; Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀκρότατη πείνα πού ζητοῦσε καρπὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα; Καὶ τί σημαίνει, γιὰ ἕνα ἀναίσθητο πράγμα, ἡ κατάρα; (Μάρκ. 11, 12-14, Ματθ. 21, 18)


ΑΠΟΚΡΙΣΗ:


Θεὸς Λόγος ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παιδαγώγησε πρῶτα τὴ φύση μας μὲ τὸ νόμο ποὺ περιέχει σωματικότερη λατρεία. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν μποροῦσε νὰ δεχτεῖ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἀπὸ τυπικὰ προκαλύμματα, ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης ποὺ τῆς εἶχε προκληθεῖ σέ σχέση μέ τὰ ἀρχέτυπα Θεία πράγματα.


ταν λοιπόν, γεννήθηκε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος καί προσέλαβε ἑκούσια σάρκα ‒ἡ ὁποία εἶχε νοερή καὶ λογικὴ ψυχή‒ καί ὡς Λόγος μετέφερε τὴ φύση μας στὴν ἄυλη, γνωστική, πνευματικὴ λατρεία, δὲν ἤθελε ‒ἐφόσον πλέον φάνηκε στὴ ζωὴ ἡ ἀλήθεια‒ νὰ ἐξουσιάζει τόν κόσμο τό σκοτάδι, ποὺ τύπος του ἦταν ἡ συκιά.


Γι’ αὐτὸ, λέει, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Βηθανία στὰ Ἱεροσόλυμα, (Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11, 11ἑ.) δηλαδὴ, μετὰ τὴν τυπικὴ καὶ σκιώδη καὶ ποὺ ἦταν κρυμμένη μέσα στὸ νόμο παρουσία Του, ἐρχόμενος ξανὰ στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ σάρκα ‒γιατί ἔτσι πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ τὸ ἐπιστρέφοντας‒


εἶδε στὸ δρόμο μία συκιὰ ποὺ εἶχε μόνο φύλλα, (Ματθ. 21,18· Μὰρκ 11,13) ποὺ ὑπῆρχε στὴ σκιὰ καὶ στοὺς τύπους, δηλαδὴ τὴ σωματικὴ λατρεία τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἄστατη καὶ παροδικὴ παράδοση ‒ἐπειδὴ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο‒ τὴ λατρεία τῶν τύπων μόνο καὶ τῶν θεσμῶν ποὺ περνοῦν.


ταν ὁ Λόγος τὴν εἶδε σὰν συκιὰ ὡραία καὶ μεγαλοπρεπὴ καὶ στολισμένη, ὡσὰν μὲ φύλλα, μὲ τὰ ἐξωτερικὰ περιβλήματα τῶν σωματικῶν παραγγελμάτων τοῦ νόμου καὶ μὴ βρίσκοντας καρπό, δηλαδὴ δικαιοσύνη, τὴν καταράστηκε ἐπειδὴ δὲν ἔδινε τροφὴ στὸ Λόγο,


καλύτερα, πρόσταξε νὰ μὴ καλύπτει πιὰ δυναστεύοντας τὴν ἀλήθεια μὲ τοὺς νομικοὺς τύπους, πράγμα ποὺ ἀποδείχτηκε στὴ συνέχεια μὲ τὰ ἔργα, ἀφοῦ καταξεράθηκε ἐντελῶς ἡ νομικὴ ὡραιότητα ποὺ εἶχε τὴν ὕπαρξή της, στὰ σχήματα μόνο καὶ ἔσβησε ἡ ἔπαρση τῶν Ἰουδαίων γι’ αὐτή.


Γιατί δὲν ἦταν εὔλογο ἀλλὰ οὔτε κι ἐπίκαιρο, ἀφοῦ πιὰ εἶχε φανεῖ λαμπρὴ ἡ ἀλήθεια τῶν καρπῶν τῆς δικαιοσύνης νὰ παρασύρεται καὶ νὰ ξεγελιέται ἀπὸ τὰ φύλλα ἡ ὄρεξη, ὅσων παράτρεχαν σὰν δρόμο τὴν παροῦσα ζωὴ, καὶ νὰ ἀφήνουν τοὺς πλούσιους φαγώσιμους καρποὺς τοῦ Λόγου.


Γι’ αὐτὸ λέει δὲν ἦταν ὁ καιρὸς τῶν σύκων· (Μάρκ. 11,13) ὁ χρόνος δηλαδὴ κατὰ τὸν ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ νόμος, δὲν ἦταν καιρὸς καρπῶν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ εἰκόνιζε τοὺς καρποὺς τῆς δικαιοσύνης καὶ μυοῦσε κατὰ κάποιο τρόπο τὴ μέλλουσα Θεία κι ἀπόρρητη καὶ σωτήρια ὅλων Χάρη, στὴν ὁποία δὲν εἶχε φτάσει ἀπὸ τὴν ἀπιστία του ὁ παλαιὸς λαὸς καὶ γι’ αὐτὸ χάθηκε.


Γιατί ὁ Ἰσραήλ, λέει ὁ θεῖος ἀπόστολος, μὲ τὸ νὰ ἐπιδιώκει τὸ νόμο τῆς δικαιοσύνης, δηλαδὴ τὸ νόμο τῆς σκιᾶς καὶ τῶν τύπων, δὲν ἔφτασε στὸ νόμο τῆς δικαιοσύνης, (Ρωμ. 9, 31), δηλαδὴ τὸ νόμο ποὺ ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ.


πάλι: ἐπειδὴ τὸ πλῆθος τῶν ἱερέων καὶ γραμματέων καὶ νομικῶν καὶ Φαρισαίων, ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν κενὴ δόξα μὲ τὴν ἐπίδειξη τῆς πλαστῆς εὐλάβειας τῶν ἠθῶν, φαινόμενοι ὅτι ἀσκοῦσαν δικαιοσύνη, ἔτρεφαν τὴν ἔπαρση τῆς οἴησης, ὁ Λόγος λέει ὅτι ἡ οἴηση αὐτῶν ποὺ ἀναφέρθηκαν εἶναι συκιὰ ἄκαρπη πλούσια μόνο σὲ φύλλα,

ΟΡΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ




[Μέρος τέταρτο: υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 21, 33-42]


«λλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησεν(:ακούστε και άλλη παραβολή: ένας άνθρωπος οικοδεσπότης φύτεψε αμπέλι και ύψωσε γύρω από αυτό ένα φράκτη και έσκαψε μέσα σε αυτό ένα πατητήρι και μία δεξαμενή και έκτισε πύργο, για να μένουν οι εργάτες και οι φύλακες· εμπιστεύτηκε αυτό σε κάποιους γεωργούς και αναχώρησε σε άλλη χώρα).


τε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ(:όταν λοιπόν πλησίασε ο καιρός του τρυγητού, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς, για να πάρουν τους καρπούς που αυτός δικαιούνταν). καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν(:οι γεωργοί, όμως, όντας μοχθηροί και άπληστοι, συνέλαβαν τους δούλους και άλλον έδειραν, άλλον φόνευσαν, άλλον λιθοβόλησαν). πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως


(:Πάλι ο οικοδεσπότης έστειλε άλλους δούλους, περισσοτέρους από τους πρώτους και έκαμαν και σε αυτούς τα ίδια). ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου(:ύστερα επίσης έστειλε προς αυτούς τον υιό του λέγοντας: ‘’Οι άνθρωποι αυτοί θα ντραπούν τουλάχιστον το παιδί μου’’). οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ(:οι γεωργοί όμως, όταν είδαν τον υιό, είπαν μεταξύ τους: ‘’Αυτός είναι ο κληρονόμος· ελάτε, ας τον φονεύσουμε και ας καταλάβουμε οριστικά πλέον εμείς την κληρονομία του). καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, καὶ ἀπέκτειναν(:και αφού τον συνέλαβαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και εκεί τον φόνευσαν).


ταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις;(: Μετά από τη διήγηση της παραβολής ρώτησε ο Χριστός τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του λαού: “όταν λοιπόν έλθει ο κύριος του αμπελώνα, τι θα κάμει στους γεωργούς εκείνους;”). λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν(:Και αυτοί του απάντησαν: “τόσο κακοί που υπήρξαν, με τον χειρότερο θάνατο θα τους εξολοθρεύσει και θα εμπιστευτεί σε άλλους γεωργούς τον αμπελώνα, οι οποίοι θα δώσουν σε αυτόν τους οφειλόμενους καρπούς στην κατάλληλη εποχή”). λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;(:Λέγει σε αυτούς ο Ιησούς:


ουδέποτε λοιπόν διαβάσατε στις Γραφές: «λίθο, [δηλαδή Εμένα], τον οποίο απέρριψαν ως ακατάλληλο οι χτίστες, [εσείς, δηλαδή, οι οικοδόμοι του λαού], έγινε ακρογωνιαίος λίθος στην πνευματική οικοδομή του Θεού, [δηλαδή στην Εκκλησία] η οποία έγινε παρά του Θεού και είναι αξιοθαύμαστη στους οφθαλμούς μας;»).διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς(:Για τούτο σας λέγω ότι θα αφαιρεθεί από σας η βασιλεία [και η ιδιαίτερη προστασία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος, που θα παράγει καρπούς [δηλαδή έργα αγαθά, που είναι οι καρποί της βασιλείας αυτής])· καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν(:και εκείνος, ο οποίος θα πέσει με εχθρικές διαθέσεις εναντίον του ακρογωνιαίου αυτού λίθου, θα κατατσακιστεί. Και σε όποιον πέσει επάνω ο βαρύς αυτός λίθος, θα τον κάμει συντρίμμια και σκόνη[Όποιος δηλαδή πολεμήσει τον Χριστό, θα αντικρίσει την οργή Του και θα καταλήξει στον όλεθρο και τον αφανισμό {ερμηνεία Παναγιώτου Τρεμπέλα}]).


καὶ ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ ἔγνωσαν ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει· καὶ ζητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον(:και όταν άκουσαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές Του, εννόησαν πλέον ότι γι' αυτούς ομιλεί και σε αυτούς αναφέρεται. Και παρόλο που ζητούσαν να Τον συλλάβουν, δεν τόλμησαν, επειδή φοβήθηκαν τον λαό, ο οποίος Τον θεωρούσε προφήτη και Τον τιμούσε)»[Ματθ.21,33-42].


Πολλά υπαινίσσεται με την παραπάνω παραβολή ο Κύριος· την πρόνοια του Θεού που έδειξε προς τους Ιουδαίους από ψηλά, τη φονική διάθεση που είχαν από την αρχή οι Ιουδαίοι, το ότι δεν παραλείφθηκε τίποτε από όσα έπρεπε για τη φροντίδα τους, το ότι όχι μόνο δεν τους αποστράφηκε ο Θεός και όταν ακόμη φόνευσαν τους προφήτες, αλλά απέστειλε ακόμη και τον Υιό του για να τους βοηθήσει να σωθούν· το ότι ένας και ο αυτός είναι ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, το ότι θα επιτύχει με τον θάνατό Του πολλά, το ότι οι Ιουδαίοι υφίστανται τη βαριά τιμωρία για τη σταύρωση και το τόλμημά τους εκείνο· την πρόσκληση των εθνών και την έκπτωση των Ιουδαίων. Γι' αυτό και τοποθετεί την παραβολή αυτή στη σειρά αμέσως μετά από αυτήν που είχε προηγηθεί(: η παραβολή των δύο γιων, που ο ένας αρχικά είπε ότι θα έκανε το θέλημα του πατέρα του και δεν το έκανε, ενώ ο δεύτερος ήταν αυτός που μολονότι αρχικά αρνήθηκε, έπειτα μετανόησε και το έκανε: Ματθ.21,28-32), για να δείξει ότι το έγκλημα των Ιουδαίων είναι πολύ μεγάλο και δύσκολα συγχωρείται.


Πώς και με ποιο τρόπο επιτυγχάνει να το δείξει αυτό; Διότι, ενώ τόσο πολύ τους φρόντισε ο Θεός, εντούτοις τους υποσκέλισαν οι πόρνες και οι τελώνες και μάλιστα τους υποσκέλισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Πρόσεχε όμως και του Θεού τη μεγάλη πρόνοια γι΄αυτούς και την απερίγραπτη αδράνειά τους. Πραγματικά, αυτά που ήσαν έργο και αποστολή των γεωργών, τα ανέλαβε και τα έκανε ο Ίδιος· τοποθέτησε δηλαδή τον φράκτη, φύτεψε την άμπελο και όλα τα άλλα που έκανε· σε αυτούς άφησε ένα μικρό έργο, το να φροντίζουν για την άμπελο και να διαφυλάξουν αυτά που τους εμπιστεύτηκε· διότι τίποτε δεν παραλείφθηκε, αλλά τα πάντα έγιναν στην εντέλεια. Και όμως ούτε και έτσι κέρδισαν τίποτε, και όλα αυτά παρά τις τόσες ευεργεσίες και την τόση φροντίδα και επιμέλεια εκ μέρους του Θεού γι’ αυτούς.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ: ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ

 



Εκεῖνος ποὺ ἔχει θρόνο τὸν οὐρανὸ καὶ ὑποπόδιο τὴ γῆ, ὁ Γυιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Λόγος του ὁ συναΐδιος, σήμερα ταπεινώθηκε καὶ ἦρθε στὴ Βηθανία ἀπάνω σ᾿ ἕνα πουλάρι. Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν Ἑβραίων τὸν ὑποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ». Οἱ πολέμαρχοι τοῦ κόσμου, σὰν τελειώνανε τὸν πόλεμο καὶ βάζανε κάτω τοὺς ὀχτρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι καὶ καθίζανε ἀπάνω σὲ χρυσὰ ἁμάξια γιὰ νὰ μποῦνε στὴν πολιτεία τους. Μπροστὰ πηγαίνανε οἱ σάλπιγγες κι᾿ οἱ σημαῖες κ᾿ οἱ ἀντρειωμένοι στρατηγοὶ καὶ πλῆθος στρατιῶτες, σκεπασμένοι μὲ σίδερα ἄγρια καὶ βαστώντας φονικὰ ἅρματα γύρω σ᾿ ἕνα ἁμάξι φορτωμένο μὲ λογῆς λογῆς ἀρματωσιὲς καὶ σπαθιὰ καὶ κοντάρια παρμένα ἀπὸ τὸ νικημένο ἔθνος. Ὅλοι οἱ πολεμιστὲς ἤτανε σὰν ἄγρια θηρία σιδεροντυμένα, τὰ κεφάλια τους ἤτανε κλειδωμένα μέσα σὲ φοβερὲς περικεφαλαῖες, τὰ χοντρὰ καὶ μαλλιαρὰ χέρια τους ἤτανε ματωμένα ἀπὸ τὸν πόλεμο, τὰ γερὰ ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα καὶ τεντωμένα, σὰν τοῦ λιονταριοῦ ποὺ ξέσκισε μὲ τὰ νύχια του τὸ ζαρκάδι καὶ τανύζεται μὲ μουγκρητὰ καὶ φοβερίζει τὸν κόσμο. Ὕστερα ἐρχότανε τὸ χρυσὸ τ᾿ ἁμάξι τοῦ πολεμάρχου, ποὺ καθότανε σ᾿ ἕνα θρονὶ πλουμισμένο μ᾿ ἀκριβὰ πετράδια, περήφανος, ἀκατάδεχτος, φοβερός, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀντικρύσει μάτι δίχως νὰ χαμηλώσει καὶ βαστοῦσε τὸ τρομερὸ σκῆπτρο του, ποὺ κάθε σάλεμά του ἤτανε προσταγή, δίχως ν᾿ ἀνοίξει τὰ στόμα του αὐτὸς ποὺ τὸ κρατοῦσε. Ἄλογα ἀνήμερα, ἤτανε ζεμένα σ’ αὐτὰ τ᾿ ἁμάξι, μὲ λουριὰ χρυσοκεντημένα μὲ γαϊτάνια καὶ περπατούσανε κι αὐτὰ καμαρωτὰ καὶ περήφανα σὰν τοὺς ἀνθρώπους. Ἕνα κορίτσι ἔμορφο σὰν νεράϊδα, μεταξοντυμένο, βαστοῦσε ἕνα χρυσὸ στεφάνι ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ νικητῆ, κι ἄλλα κορίτσια κι ἀγόρια ρίχνανε λιβάνια κι ἄλλα μυρουδικὰ σὲ κάποια μεγάλα θυμιατήρια ὅμοια μὲ μανουάλια. Ἀπὸ πίσω ἐρχόντανε οἱ σκλάβοι ἄντρες καὶ γυναῖκες κι ὅποιοι ἤτανε ἄρρωστοι καὶ λαβωμένοι, τοὺς σέρνανε καὶ τοὺς χτυπούσανε οἱ στρατιῶτες. Ὅση δόξα εἴχανε αὐτοὶ ποὺ πηγαίνανε μπροστά, ἄλλη τόση καταφρόνεση καὶ δυστυχία εἴχανε ὅσοι ἀκολουθούσανε ἀπὸ πίσω. Αὐτοὶ ἤτανε δεμένοι μὲ σκοινιὰ καὶ μ᾿ ἁλυσίδες, πολλοὶ πιστάγκωνα, κουρελιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σὰν πεθαμένοι ἀπὸ τὰ μαρτύρια κι ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια. Πολλοὶ ἤτανε μισόγυμνοι κ᾿ οἱ πλάτες τους ἤτανε μελανιασμένες ἀπὸ τὸ βούνευρο. Ἀνάμεσά τους ἤτανε γυναῖκες, παρθένες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες μὲ ἀθῷα μωρὰ στὴν ἀγκαλιά τους, γρηὲς ποὺ βαστούσανε τὰ ἐγγόνια τους ἀπὸ τὸ χέρι, ὅλες κατατρομαγμένες σὰν τὰ ἀρνιὰ ποὺ τὰ πάνε στὸν μακελάρη. Γύρω ὁ κόσμος ἔκανε σὰν τρελλὸς καὶ φώναζε καὶ δόξαζε τὸν νικητὴ κι ἀπὸ πολλὰ στόματα τρέχανε ἀφροί. Ἀλαλαγμὸς ἔβγαινε σὰν καπνὸς ἀπ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία. Αὐτὴ τὴν παράταξη τὴ λέγανε «θρίαμβο». Ἕναν τέτοιον θρίαμβο ἔκανε κι ὁ Χριστὸς σήμερα, ὁ Ἄρχοντας τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης. Μά, ὅπως τὰ ἄλλαξε ὅλα καὶ τὰ ἔκανε ἀνάποδα ἀπ᾿ ὅ,τι συνηθίζανε οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι κι ὁ θρίαμβος ποὺ ἔκανε, ἤτανε θρίαμβος τῆς φτώχειας καὶ τῆς ταπείνωσης. Ὁ Ρωμαῖος ὕπατος ἤτανε καθισμένος ἀπάνω σὲ θρόνο καὶ σὲ χρυσὸ ἁμάξι, μὰ ὁ Χριστὸς ἤτανε καβαλικεμένος ἀπάνω σ᾿ ἕνα πουλάρι, σ᾿ ἕνα γαϊδουρόπουλο, ποὖνε τὸ πιὸ ταπεινὸ καὶ καταφρονεμένο ἀνάμεσα στὰ ζῶα. Κι᾿ ὁ ἴδιος ἤτανε ταπεινός, πρᾶος, ἥσυχος, φτωχοντυμένος, κατὰ τὴν προφητεία ποὺ ἔλεγε: «Εἴπατε τῇ θυγατρὶ Σιών· Ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πρᾶος καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον, υἱὸν ὑποζυγίου». Τὸ χέρι Του δὲν βαστοῦσε σκῆπτρο, ἀλλὰ βλογοῦσε τὸν κόσμο. Ἀπὸ πόλεμο ἐρχότανε καὶ Κεῖνος, μὰ ἕναν πόλεμο πολὺ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στὴν κακία καὶ στὴν ψευτιὰ καὶ στὴν ὑποκρισία καὶ στὴ φιλαργυρία. Καὶ δὲν πήγαινε νὰ ξεκουραστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο, ἀλλὰ πήγαινε ν᾿ ἀρχίσει ἄλλον, πιὸ σκληρόν, καὶ νὰ στεφανωθεῖ μ᾿ ἀγκαθένιο στεφάνι καὶ νὰ δαρθεῖ καὶ νὰ περιπαιχθεῖ καὶ στὸ τέλος νὰ καρφωθεῖ ἀπάνω σ᾿ ἕνα ξύλο σὰν κακοῦργος. (Απόσπασμα) (*) «Κιβωτός», Μηνιαῖον Φυλλάδιον Ὀρθοδόξου διδαχῆς, ἀριθμ. φύλλου 15, ἔτος Β΄, Μάρτιος 1953. Ἐπιμέλ. ἡμετ. Αναδημοσίευση εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.




ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΕΥΛΟΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΩΛΟΝ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ


ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (2023)


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ (2021)


ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΒΑΪΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ''ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ''


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (2023)


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΚΑΙ ΕΝΤΟΣ ΜΑΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ: Η ΨΥΧΟΛΟΓΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΩΝ


ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ - ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ


ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ - ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ


ΟΜΙΛΙΑ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α'ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΒΡΑΔΥ (1988)


ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (2023)


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (2023)


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ''ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ''



Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ’ ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».


Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ’ οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ’ ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.


Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ’ αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ’ ένα θρονί πλου­μισμένο μ’ ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν’ ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.


Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ’ αυτά τ’ αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.


Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ’ αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ’ οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο.


Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ’ όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».


Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ’ ένα πουλάρι, σ’ ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.


Κι’ ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν’ αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ’ αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ’ ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.


Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει.

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ






Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Ένας φτωχός, ρακένδυτος και ενδεής Θεός θωράται ταπεινά πάνω σ΄ένα ξεσαμάρωτο, γυμνό γαιδούρι να βαδίζει διακριτικά ανυπέρβλητα ανάμεσα στο εγερμένο και αλαφιαμένο πλήθος, σε μια σταυρωτική πορεία θριάμβου, σε μια σωστικά μετέωρη βουτιά θανάτου, σ' έναν εκούσια ατιμωτικό εναγκαλισμό με την άφρονη καταδίκη των ανθρώπων.


Μια Κυριακή, η αποκαλούμενη των Βαίων του 21ου αιώνα. Σημερινοί, επίγονοι και αποστολικά... διάδοχοι, ομοφρονούντες μαθητές Του επιβιβάζονται σε μαύρες θωρακισμένες μερσεντές των 3.000 χιλιάδων κυβικών, έχουν μαύρα φιμέ και αλεξίσφαιρα τζάμια για να μην αναγνωρίζονται στην θέα των πολλών και διακριτικά, αναγνωρίσιμες, υπουργικές πινακίδες με τα αρχικά των Μητροπόλεων, για να φανεί επιβλητικά κι ανέξοδα ο υπερφίαλα, πομπώδης και διαβαθμισμένος τίτλος τους.


Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Όπως και οι παλιοί εκείνοι Γραμματείς έχουν συνταυτισθεί και ομογενοποιηθεί με το ονόρε μιας χειραγωγημένης και φαύλης εξουσίας, όπου οι επιθετικοί και υπερθετικοί προσδιορισμοί τους δηλώνουν την υπηρεσιακή τους στάθμη και ο επισκοπικός κι ανίερος αυτοσκοπός τους εξελίχθηκε σε έναν ιδεοληπτικό, κρημνώδη και κατήφορο Δεσποτισμό, που μπροστά τους ένας πτωχός, ρακένδυτος και ενδεής Χριστός, φαντάζει με τον ατιμωτικά απαξιωμένο Πακιστανό, που πλένει με το μπουκάλι τα παμπρίζ των αυτοκινήτων της γωνίας.


Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Κάποιοι αναλώνονται αφιδώς σε ξύλινα, βαρετά και βερμπαλιστικά κηρύγματα περί Υπομονής, Αγάπης και Πτωχείας, όταν οι ίδιοι εξαργυρώνουν τους ευαγγελικούς τους λόγους με πλούσια και ευαγή, καλωπισμένα διαμερίσματα, εξαψήφιες, καταθετημένες εισφορές σε Τράπεζες και αγαστές συνεργασίες με τον κρετίνο Καίσαρα της διαπλοκής και της εξουσίας.


Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Κάποιοι αποκαλούνται πατέρες, όταν εκ του μακρόθεν παρακολουθούν σαν ταινία επιστημονικού ενδιαφέροντος 6.500 χιλιάδες Έλληνες να έχουν αυτοχειρίσει, 3.000.000 συνανθρώπους μας να ζουν κάτω από το όριο των φτώχειας κι ένα 3 ο/ο των Ελληνίδων να έχει αυτομολήσει στις πιάτσες και στα πεζοδρόμια του αγοραίου έρωτα, προκειμένου να ζήσει υποτυποδώς τα ''κατώτερα'' παιδιά της.


Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Ακόμη και ο γράφων, ως ένας επηρμένος και μικρός δικτατορίσκος δείχνει εγνωσμένα με τεντωμένο δάκτυλο την υποκριτικά, διαμελισμένη αβλεψία των άλλων, γιατι και ο ίδιος δεν δύναται να αποστασιοποιηθεί από αυτόν τον εγγενή και φαρισαικό τομαρισμό του.


Μια Κυριακή, η αποκαλούμενη των Βαίων. Η υποκρισία του Σήμερα θωπεύει τον φαρισαισμό του Χτες.




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.