ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΑΚΛΟΝΗΤΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ





Το Ευαγγέλιο της Κυριακής Δ' Ματθ. η΄, 5-13.


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ, προσῆλθεν αὐτῷ Ἑκατόνταρχος, παρακαλῶν αὐτὸν, καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, Πορεύθητι, καὶ πορεύεται· καὶ ἄλλῳ, Ἔρχου, καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ μου, Ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐθαύμασε, καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Ἑκατοντάρχῳ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ».



Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ 


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΠΙΣΤΙΣ, ΑΓΑΠΗ, ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ» (1993)


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ


ΕΓΩ ΕΛΘΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΣΩ ΑΥΤΟΝ


«ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ»: ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α' 1935-2013 (ΟΜΙΛΙΑ 5η)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ»


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΕΣΤΙ (2012)


Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ


ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ''Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΚΑΛΟΥ ΠΟΙΜΕΝΟΣ, ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΟΥ'' (1996)


Η ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΟΜΙΛΙΑ Δ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2023)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2023)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΠΙΣΤΙΣ, ΑΓΑΠΗ, ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ» (1993)




Κυριακή Δ' Ματθαίου 1993


Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ




του Χριστάκη Ευσταθίου, θεολόγου


Η συναίσθηση της αναξιότητας του εκατόνταρχου και που εκφράζεται με το πνεύμα της ταπείνωσης, είναι στοιχείο από το οποίο θα μπορούσαμε ν’ αντλήσουμε ένα ισχυρό μήνυμα για την πορεία που ακολουθούμε στη ζωή μας. “Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχθώ στο σπίτι μου, πες όμως μόνο ένα λόγο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου.” Συγκλονίζουν πράγματι τα λόγια αυτά, γιατί σηματοδοτούν μια στάση, την οποία δύσκολα ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο σημερινός υιοθετεί.


Είναι η περίπτωση που αποτολμά να γκρεμίσει τα οχυρά που συνήθως ανεγείρει για να αφήνει τον εαυτό του σε μια παγερή απόσταση από το Θεό και το συνάνθρωπο. Είναι η περίπτωση που έχει συναίσθηση της δικής του αδυναμίας και αποτολμά τη μεγάλη υπέρβαση: να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού, τον οποίο πλησιάζει με πίστη και ελπίδα.


Μια τραγικότητα που βιώνει ο σημερινός άνθρωπος είναι ότι πολλές φορές ακολουθεί μια πορεία αυτοθεοποίησης. Απομακρύνεται από την αγάπη του Θεού, τρέφοντας την ψευδαίσθηση ότι με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να επιτύχει στη ζωή του. Επιχειρεί με τις δικές του και μόνο δυνάμεις να κάνει ακόμα και “θαύματα” αλλά εκείνο που συνεχώς δοκιμάζει είναι την διάψευση, την απογοήτευση και την αγωνία. Και αυτό γιατί αρνείται την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του, ο Οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να μας προσφέρει θεραπεία σε κάθε μας ασθένεια και να μας παράσχει πραγματική βοήθεια σε κάθε μας περίσταση.


Ο εκατόνταρχος. Όταν ο Χριστός μπήκε στην Καπερναούμ, ο εκατόνταρχος τον πλησίασε και τον παρακάλεσε για ένα δούλο του. Τον παρακάλεσε συγκεκριμένα να θεραπεύσει τον παράλυτο δούλο του. Η καρδιά του ρωμαίου στρατιωτικού δεν αντέχει να το βλέπει να υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου. Σε μια εποχή που οι Ρωμαίοι, θεωρούσαν τους δούλους περίπου σαν αντικείμενα, ο εκατόνταρχος παρά τη θέση και το αξίωμα του, θεωρεί το δούλο του σπιτιού του σαν δικό του παιδί. Ταπεινώνεται μπροστά στο Χριστό και ζητά το έλεος του. Παρακαλεί να τον θεραπεύσει και ο Κύριος ανταποκρίνεται αμέσως.


Ο εκατόνταρχος, μπροστά στην προθυμία του Χριστού να έλθει στο σπίτι του για να θεραπεύσει τον άρρωστο δούλο του, αισθάνεται τη δική του αναξιότητα και ομολογεί: “Κύριε, ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης”. Συνεχίζοντας, εκφράζει δημόσια την πίστη του στην Θεότητα του Χριστού, λέγοντας: “Μόνον ειπέ λόγον και ιαθήσεται ο παις μου”. Σαν Θεός που είσαι πες ένα λόγο. Αυτός και μόνον αρκεί για να θεραπευθεί ο δούλος μου.


Είναι πράγματι αξιοθαύμαστη και η ταπείνωση του εκατόνταρχου, αλλά και η μεγάλη πίστη που επέδειξε. Πρόκειται για ένα πολύ αρμονικό συνδυασμό αρετών που ανεβάζει τον άνθρωπο πολύ ψηλά και τον καταξιώνει σαν εικόνα του Θεού στην πιο αυθεντική της μορφή.


Αγαπητοί αδελφοί, ιδιαίτερα στην εποχή μας σήμερα που μαστίζεται από τόσα πάθη και ο εγωϊσμός και η υπερηφάνεια, αλλά πολλές φορές και η απιστία εμφωλεύουν στις καρδιές των ανθρώπων, ο εκατόνταρχος της διήγησής μας έρχεται να φωτίσει ένα άλλο δρόμο ζωής. Εκείνο που περνά μέσα από τη συναίσθηση της αναξιότητάς μας και οδηγεί στην ταπείνωση για να επιζητούμε το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΕΣΤΙ (2012)




Κυριακή Δ' Ματθαίου 2012


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ»

 




(Ματθ. η’ 5-13)


Όταν ο άνθρωπος δεν έχει μεγάλη ταπείνωση, πραότητα, υποταγή και υπακοή στο Θεό, πώς μπορεί να σωθεί; Πώς θα μπορούσε να σωθεί ένας άπιστος κι αμαρτωλός άνθρωπος, όταν κι ο δί­καιος «μόλις σώζεται» (Α’ Πέτρ. δ’ 18); Το νερό δε μαζεύεται στα ψηλά κι απόκρημνα βουνά, αλλά σε χαμηλά, επίπεδα και βαθιά μέρη. Το έλεος του Θεού δεν κατοικεί στους υπερήφανους, που κομπάζουν και αντιτίθενται στο Θεό, αλλά στους ταπεινούς και τους πράους, που η καρδιά τους είναι ταπεινωμένη κι ειρη­νική, που είναι υποταγμένοι στο μεγαλείο του Θεού κι υπάκουοι στο θέλημά Του.


Όταν κάποια αρρώστια προσβάλλει ένα κλήμα που έχει φυτέψει ο οικοδεσπότης και το φροντίζει προσεκτικά για χρόνο πολύ, το κόβει και το καίει και στη θέση του φυτεύει ένα αγριόκλημα. Όταν οι γιοι ξεχνούν την αγάπη του πατέρα τους κι επαναστατούν εναντίον του, τί θα τους κάνει; Θ’ απομακρύνει τα παιδιά από το σπίτι του και στη θέση τους θα προσλάβει μισθωτούς. Όπως συμβαίνει στη φύση, έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους. Λένε οι άπιστοι: Έτσι γίνεται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης και τους νόμους των ανθρώπων. Οι πιστοί όμως δε μιλάνε έτσι. Εκείνοι τραβούν το παραπέτασμα των φυσικών και των ανθρώπινων νόμων, ατενίζουν με φλογερά μάτια το μυστήριο της αιώνιας ελευθερίας και μιλούν διαφορετικά.


Λένε: Έτσι γίνεται με το θέλημα του Θεού και για το καλό μας. Ο Θεός τα γράφει αυτά με το χέρι Του. Εκείνοι που μπορούν να διαβάζουν αυτά που χαράζει ο Θεός με φωτιά και πνεύμα τόσο στη φύση όσο και στους ανθρώπους, μόνο αυτοί θα καταλάβουν τη σημασία τους. Εκείνοι που μπροστά στα μάτια τους η φύση κι η ανθρώπινη ζωή ανακατεύονται όπως ένας μεγάλος σωρός από γράμματα, χωρίς πνεύμα και νόημα, λένε πως όλα είναι «τυχαία». «Όλα όσα βλέπουμε γύρω μας, λένε, έγιναν τυχαία». Με αυτό εννοούν πως όλος αυτός ο σωρός με τα γράμματα κινείται κι ανακατεύ­εται από μόνος του, κι απ’ αυτή την ανόητη μίξη προ­κύπτει το ένα γεγονός ή το άλλο. Αν ο Θεός δεν ήταν ελεήμων και εύσπλαχνος, θα γελούσε μ’ αυτούς τους ερμηνευτές του κόσμου και της ζωής.


Υπάρχει όμως και κάποιος που γελάει και χαίρεται με την ανοησία αυτού του συλλογισμού: το πονηρό πνεύμα, ο εχθρός της ανθρώπινης φύσης, που δεν έχει ούτε έλεος ούτε συμπάθεια προς τον άνθρωπο. Όταν μια χήνα περιπλανιέται σ’ έναν πολύχρωμο τάπητα που είναι απλωμένος σε λιβάδι, ίσως σκεφτεί πως όλ’ αυτά τα σχέδια και τα χρώματα του τάπητα βρέθηκαν εκεί τυχαία, πως ο τάπητας ξεπήδησε ξαφ­νικά από τη γη, όπως το γρασίδι – κατά το σκεπτικό της χήνας. Η υφάντρα όμως, που ύφανε και έβαψε τον τάπητα, γνωρίζει πως δε βρέθηκε τυχαία εκεί. Ξέρει τι σημαίνει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου και των χρωμάτων, γιατί τα σχέδια και τα χρώματα παρου­σιάζονται με τον τρόπο που έχουν συνδυαστεί. Μόνο η υφάντρα μπορεί να διαβάσει και να εξηγήσει τον τάπητα, εκείνη που τον ύφανε με το χέρι της, καθώς κι εκείνοι στους οποίους το διηγείται. Το ίδιο κάνουν κι οι άπιστοι.


Περιφέρονται γύρω από τον πανέμορφο τάπητα του κόσμου και λένε πως όλα έγιναν «τυχαία». Ο Θεός μόνο, που ύφανε αυτόν τον κόσμο, γνωρίζει τη σημασία που έχει κάθε κλωστή στο στημόνι και στο υφάδι, καθώς και κείνοι στους οποίους Εκείνος το αποκαλύπτει. Ο Ησαΐας είδε και έγραψε: «Κύριος Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος και ολιγοψύχοις διδούς μακροθυμίαν και διδούς ζωήν τοις συντετριμμένοις την καρδίαν» (Ησ. νζ’ 15). Ο Θεός βρίσκεται στη γη ανάμεσα σε κείνους που έχουν καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην. Ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστήρια του κόσμου και της ζωής σ’ εκείνους στους οποίους «ενοικεί». Σ’ αυτούς εξηγεί τα πνευματικά βάθη όλων εκείνων που ο ίδιος έγραψε μέσα από τα πράγματα και τα γεγονότα. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιω­σήφ, ο Μωϋσής κι ο Δαβίδ είχαν συντετριμμένη καρδιά, ταπεινό πνεύμα.


Γι’ αυτό κι ο Θεός κατοικούσε μέσα τους και υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί τους και με τους απογόνους τους, εφόσον εκείνοι εξακολουθούν να έχουν συντετριμμένη καρδιά και ταπεινό πνεύμα. Όταν όμως η συχνή επαφή με το Θεό κάνει κάποιον άνθρωπο υπερήφανο, τότε εκείνος βλάπτεται περισ­σότερο απ’ αυτούς που δε γνώρισαν τον αληθινό Θεό και δεν είχαν επαφή μαζί Του. Το καλλίτερο και σαφέστερο παράδειγμα σ’ αυτό το θέμα μας το δίνουν οι Ισραηλίτες. Ήταν απόγονοι των μεγάλων και θεαρέστων προπατόρων που προαναφέραμε. Η επαφή τους όμως με τον αληθινό Θεό τους δημιούργησε οίηση. Έτσι το έθνος αυτό άρχισε να βλέπει όλα τ’ άλλα έθνη με περιφρόνηση, σα νά ‘ταν σκύβαλα πεταμένα. Με τη συμπεριφορά τους αυτή όμως προκάλεσαν τη δική τους καταστροφή.


Η υπερηφάνεια τους τύφλωσε τόσο πολύ, ώστε το μόνο που κράτησαν απ’ όλα όσα τους αποκάλυψε ο Θεός με τους προφήτες και τους άλλους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν πως αυτοί αποτελούσαν τον εκλεκτό λαό του Θεού, τον περιούσιο. Το πνεύμα και το νόημα της αρχαίας αποκάλυψης του Θεού γι’ αυτούς είχε ολότελα χαθεί. Η Αγία Γραφή χόρευε μπροστά στα μάτια τους σαν ένα συνοθύλευμα με ακατανόητα γράμματα. Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφα­νίστηκε στον κόσμο με μια νέα αποκάλυψη, εκείνοι με την τυφλότητά τους αγνοούσαν το θέλημα του Θεού, είχαν φτάσει στο επίπεδο των ειδωλολατρών. Με τη σκοτισμένη πνευματική τους όραση και την τραχύτητα της καρδιάς τους, είχαν καταντήσει πολύ χειρότεροι κι από τους ειδωλολάτρες.

ΕΓΩ ΕΛΘΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΣΩ ΑΥΤΟΝ




Μία υπόσχεση δίνει ο Χριστός, αγαπητοί μου αδελφοί, στον εκατόνταρχο του ρωμαϊκού στρατού, όταν εκείνος Τον πλησιάζει, καθώς ο Κύριος εισέρχεται στην Καπερναούμ. Στην ικεσία του εκατοντάρχου να θεραπεύσει τον παράλυτο δούλο του, ο Χριστός του λέει: «Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. 8, 7). Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω. Η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε, μολονότι ο εκατόνταρχος, με μεγάλη πίστη, παρακάλεσε τον Κύριο να κάνει το θαύμα χωρίς να πάει στο σπίτι του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο μιας τέτοιας τιμής.


Ο Χριστός θαυμάζει την πίστη του ειδωλολάτρη στρατιωτικού, την ταπείνωσή του, αλλά και την αγάπη του προς τον δούλο του, σε μία εποχή στην οποία οι δούλοι θεωρούνταν res, ούτε καν άνθρωποι. Η υπόσχεση του Χριστού δεν απευθύνεται μόνο στον εκατόνταρχο, αλλά και σε κάθε άνθρωπο, κάθε εποχής, όταν η καρδιά μας έχει αυτά τα χαρακτηριστικά: την πίστη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και είναι μεγάλη η παρηγοριά την οποία λαμβάνουμε από τον Κύριό μας. Ο λόγος Του αποτυπώνει την βεβαιότητα η οποία πηγάζει από την αγάπη του Θεού. Από το λυτρωτικό Του έργο. Από την δίψα Του για κοινωνία με τον άνθρωπο.


Είναι μία απόδειξη ότι στον κόσμο δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι ένας λόγος ελπίδας, σε εποχές απόγνωσης και μεγάλων δυσκολιών, είτε αυτές προέρχονται από τα δικά μας λάθη είτε από την σκληρότητα των άλλων. «Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν». «Εγώ ελθών θεραπεύσω υμάς». Και είναι συνολική η θεραπεία. Δεν είναι μόνο η σωματική ασθένεια. Είναι η αίσθηση της μοναξιάς. Η βεβαιότητα της φθοράς και του θανάτου. Η απόγνωση του να μη σε βλέπουν οι άλλοι ως άνθρωπο, αλλά ως αντικείμενο. Όλα αυτά θεραπεύονται χάρις στην παρουσία του Χριστού.


Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα, όλες οι πολιτικές και ιδεολογικές διακηρύξεις, όλοι όσοι διοικούν τον κόσμο και τη ζωή μας δεν μπορούν να δώσουν μια τέτοια υπόσχεση. Μπορούν να υποσχεθούν ότι θα βελτιώσουν τη ζωή μας. Ότι θα διορθώσουν τα κακώς κείμενα. Ότι θα δώσουν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του κόσμου. Όμως δεν μπορούν να υποσχεθούν ότι θα μας θεραπεύσουν προσωπικά. Εμάς. Τον καθέναν μας. Γι’ αυτό και τα πάντα λειτουργούν στην ματαιότητα του παρόντος. Στην ματαιότητα της κατάκρισης για το παρελθόν. Στην απόρριψη άλλων προτάσεων και άλλων προσώπων. Στην παγίδευση σε ένα μέλλον, το οποίο χωρίς Θεό δεν έχει νόημα.


Είναι αναπόφευκτο, αλλά χωρίς ποιότητα αιωνιότητας. Χωρίς αληθινή χαρά. Χωρίς διάρκεια. Με την προσωπική μας αρρώστια να παραμένει αθεράπευτη. Διότι τα ιδεολογικά, φιλοσοφικά και πολιτικά συστήματα και οι εκφραστές τους δεν μπορούν να δούνε τον θάνατο τον οποίο αγωνίζονται να αναστείλουν, αλλά θεωρούν ότι μπορούν να τον υποκαταστήσουν με ψευδαισθήσεις υλικών αγαθών, ικανοποίησης της φίλαυτης λογικής μας, της φιληδονίας μας, της φιλοδοξίας μας να είμαστε εμείς οι ισχυροί. Και μας ρίχνουν πιο πολύ στο βάραθρο.


Όπως ο δούλος του εκατοντάρχου, είμαστε κι εμείς άρρωστοι. Μόνο που δεν είναι εύκολο να έχουμε ανθρώπους που μας αγαπούνε και οι οποίοι να απευθύνονται στον Χριστό για μας. Διότι δεν είναι ο Χριστός και ο ερχομός του στις καρδιές και τη ζωή μας το πρωτεύον για τον κόσμο. Δεν αναζητούμε τον Χριστό, ούτε προστρέχουμε σ’ Αυτόν για να βρούμε την ίασή μας. Δεν είναι εύκολο να γίνουμε κι εμείς όπως ο εκατόνταρχος. Να μπορούμε να αγαπούμε τους οικείους μας, τους άλλους ανθρώπου τόσο, ώστε να συνειδητοποιούμε την ανεπάρκεια των προσωπικών μας δυνάμεων να τους στηρίξουμε πνευματικά, ψυχολογικά, ηθικά.


Να κατανοήσουμε ότι δεν γιατρεύουμε εμείς, διότι δεν έχουμε καταφέρει ούτε το μπορούμε να γιατρέψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Θέλει πολλή ταπείνωση να είναι κάποιος ισχυρός αναφορικά με τον κόσμο και τους άλλους, όπως ο εκατόνταρχος, και να τολμά να παραδεχτεί ότι «ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης» (Ματθ. 8, 8). Κάτι τέτοιο προϋποθέτει αυτογνωσία και κυρίως αίσθηση της αδυναμίας όχι μόνο μπροστά στον Θεό, αλλά και στην πορεία του κόσμου και του ανθρώπου μέσα στον χρόνο. Και μόνο οι αληθινά ταπεινοί άνθρωποι μπορούν να εμπιστευθούν αυτούς που αγαπούνε στα χέρια του Θεού.


«Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν». Πίστη στον Χριστό σημαίνει να προστρέχουμε σ’ Εκείνον για κάθε τι στη ζωή μας. Με την προσευχή και την ικεσία. Με την ταπείνωση και την επίγνωση της αδυναμίας μας. Και με με την αποφυγή της καύχησης ότι ο Χριστός βλέπει το δήθεν πόσο σπουδαίοι είμαστε και μας ανταμείβει με την παρουσία Του, ότι επειδή είμαστε «υιοί της βασιλείας», έχουμε εξασφαλισμένη θέση κοντά Του. Ο εκατόνταρχος ήταν έτοιμος μέσα του. Πίστευε, είχε ταπείνωση, αγαπούσε τον δούλο του. Και ο Χριστός εκπληρώνει την υπόσχεσή Του. Δεν χρειάστηκε να έλθει στο σπίτι του.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΘΑ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΙΔΟΔΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΑ ΜΑΣ; (2026)




Μητροπολίτης Λαρίσης και Πλαταμώνος κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ




«Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος(:και όταν ο Ιησούς μπήκε στην Καπερναούμ, ήλθε κοντά Του ένας εκατόνταρχος, ο οποίος Τον παρακαλούσε και Του έλεγε: “Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους”)»[Ματθ.8,5-6].


Όταν λοιπόν ο Ιησούς κατέβηκε από το όρος[:αμέσως μετά την επί του Όρους ομιλία Του], τότε προσήλθε σ΄Αυτόν ο λεπρός για να Τον παρακαλέσει να τον θεραπεύσει[βλ. Ματθ.8,1-4: «Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(: όταν κατέβηκε ο Ιησούς από το βουνό, Τον ακολούθησαν πολλά πλήθη λαού. Και να, ένας λεπρός ήλθε και Τον προσκυνούσε γονατιστός λέγοντας: “Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου”.


Ο Ιησούς τότε άπλωσε το χέρι Του και τον άγγιξε λέγοντας: “Θέλω. Καθαρίσου”. Και αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του, και έγινε τελείως υγιής. Τότε ο Ιησούς τού λέει: “Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο”)»], ενώ ο εκατόνταρχος πήγε στον Ιησού έπειτα από λίγο, μόλις ο Κύριος εισήλθε στην Καπερναούμ.


Για ποιον λόγο λοιπόν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν ανέβηκαν στο όρος; Όχι από οκνηρία, διότι και των δύο η πίστη ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν λοιπόν προσήλθε στον Ιησού ο εκατόνταρχος, λέγει: «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι για να δικαιολογηθεί ανέφερε και την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. «Διότι δεν ήταν δυνατόν», λέγουν, «να τον μεταφέρει σηκωτό, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στο τέλος της ζωής του».


Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, το λέγει ο Λουκάς ότι επρόκειτο να πεθάνει[βλ. Λουκ.7,2: «Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιμος(: στο μεταξύ ο δούλος κάποιου εκατόνταρχου ήταν πολύ άρρωστος και κινδύνευε να πεθάνει. Και ο δούλος αυτός ήταν αγαπητός στον εκατόνταρχο για την πίστη και την υπακοή που του έδειχνε)»]. Εγώ όμως λέω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη χαλασμένη σκεπή[πρβ.Μάρκ.2,1-12]· διότι επειδή γνώρισε πολύ καλά ότι και μόνη η προσταγή Του αρκεί για να σηκωθεί ο κατάκοιτος, θεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.


Τι έκανε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που δεν έκανε σε καμία προηγούμενη περίπτωση, το κάνει εδώ· διότι πάντοτε ακολουθούσε την παράκληση αυτών που Τον ικέτευαν, εδώ όμως και προχωρεί βιαστικά και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία του. Το πράττει λοιπόν αυτό για να γνωρίσουμε την αρετή του εκατόνταρχου· διότι εάν δεν υποσχόταν αυτό, αλλά έλεγε: «Πήγαινε, θα θεραπευτεί ο δούλος σου», δεν θα γνωρίζαμε τίποτε από αυτά. Αυτό βεβαίως έπραξε και στην περίπτωση της συροφοινίκισσας γυναίκας[:της Χαναναίας] που ενήργησε όλως αντιθέτως· διότι εδώ μεν, αν και δεν προσκαλείται στην οικία, λέγει μόνος Του ότι θα μεταβεί, για να πληροφορηθείς την πίστη του εκατοντάρχου και τη μεγάλη του ταπεινοφροσύνη· στην περίπτωση όμως της Φοινίκισσας[:που ζητούσε να θεραπεύσει την κόρη της από ένα πονηρό πνεύμα που την ταλαιπωρούσε] και αρνείται τη θεραπεία και απορεί που επιμένει[Μάρκ.7,25-30]. Διότι σαν σοφός και επινοητικός ιατρός που είναι, γνωρίζει να πράττει τα αντίθετα από τα αντίθετα. Και εδώ μεν, στην περίπτωση του εκατοντάρχου, με την αυτοπροαίρετη παρουσία του, εκεί δε, στην περίπτωση της Χαναναίας, αποκαλύπτει την πίστη της γυναικός με την παρατεταμένη επιμονή και ένθερμη παράκληση.


Έτσι ενεργεί και στην περίπτωση του Αβραάμ λέγοντας: «Οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ(:δεν θα κρύψω εγώ από τον ευλαβή δούλο μου τον Αβραάμ εκείνα τα οποία πρόκειται να κάμω)» [Γέν. 18,17], για να πληροφορηθείς τη φιλοστοργία του Αβραάμ και την πρόνοιά του υπέρ των Σοδόμων [πρβ. Γέν. 18, 23-25 κ.έ.: « Καὶ ἐγγίσας Ἁβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής; ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ; μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν; (:και ο Αβραάμ, αφού πλησίασε τον Κύριο, είπε: «Είναι δυνατόν να καταστρέψεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή και θα είναι λοιπόν ο δίκαιος στην ίδια μοίρα με τον ασεβή; Εάν βρίσκονται στην πόλη αυτή[των Σοδόμων] πενήντα δίκαιοι, θα τους καταστρέψεις μαζί με τους ασεβείς; Δεν θα αφήσεις ατιμώρητη όλη την πόλη εξαιτίας των πενήντα δίκαιων, εάν αυτοί ζουν στην πόλη αυτή; Ουδέποτε Εσύ ο Θεός δεν θα κάνεις κάτι τέτοιο· ποτέ δηλαδή δεν θα φονεύσεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή· είναι αδύνατον εσύ ο δίκαιος να εξισώσεις δίκαιο και ασεβή και να συμπεριφερθείς προς αυτούς με τον ίδιο τρόπο· ουδέποτε θα κάνεις κάτι τέτοιο. Εσύ, ο Οποίος είσαι ο δίκαιος κριτής όλου του κόσμου, δεν θα εφαρμόσεις και εδώ δικαιοσύνη;)»].

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ





15 (28) Ιουνίου εκκλ. ημ.


῾Ο ἐν Ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Γλυκέριος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Μητροπολίτης καὶ πεφωτισμένος Ἡγέτης τῶν εὐσεβῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ρουμανίας, ἐγεννήθη ἐν ἔτη σωτηρίῳ 1890ῳ. Νεώτατος ἐχειροτονήθη Διάκονος τοῦ μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἰασίου, φλεγόμενος δὲ ὑπὸ τοῦ ἔρωτος τῆς ἡσυχίας, κατόπιν ἀδείας, ἠρνήθη τὸν μάταιον κόσμον καὶ συνηριθμήθη εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀδελφότητος τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Νεὰμτς τῆς Μολδαβίας, ἔνθα ἐχειροτονήθη Ἱερομόναχος καὶ διωρίσθη Προϊστάμενος τῆς Ἱερᾶς Σκήτεως Ποκρὼβ (Ἁγίας Σκέπης), πλησίον τῆς Μονῆς Νεάμτς. Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1924, ἐπεβλήθη ἡ Καινοτομία τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ὁ Ἱερομόναχος Γλυκέριος καὶ ἡ Συνοδία αὐτοῦ ἦσαν οἱ μόνοι, οἵτινες ἀρνήθησαν νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν Καινοτομίαν ταύτην, διὸ διωχθέντες, ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγουν εἰς τὰ γειτονικὰ δάση. Πολλοὶ εὐλαβεῖς πιστοὶ τῆς Μολδαβίας, διακατεχόμενοι ὑπὸ θείου ζήλου διὰ τὴν διατήρησιν ἀλωβήτου τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, προσέδραμον εἰς τὸν Ἱερομόναχον Γλυκέριον καὶ παρεκάλεσαν αὐτόν, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν διαποίμανσιν αὐτῶν. Ὁ ζηλωτὴς Ἱερομόναχος, κατανοῶν τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, ὑπεχώρησε καὶ ἐδέχθη τὴν παράκλησιν. Τοιουτρόπως, ἡγήθη τοῦ Ρουμανικοῦ Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος, καὶ ἀνέπτυξε τοιαύτην θαυμαστὴν δραστηριότητα, ὥστε ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἀνηγέρθησαν τεσσαράκοντα περίπου ἱεροὶ Ναοί. Ὁ φιλόθεος Ἱερομόναχος Γλυκέριος κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἦλθεν εἰς Ἑλλάδα, εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος, ὅπου ἔλαβε τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν σχῆμα τῶν Μοναχῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Ρουμανικῇ Σκήτῃ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἐπιστρέψας εἰς Ρουμανίαν, ἔλαβε μεθ᾿ ἑαυτοῦ τρεῖς Ρουμάνους Ἁγιορείτας Ἱερομονάχους, ἵνα βοηθήσουν αὐτὸν εἰς τὸ ἐπίμοχθον ἔργον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐνστάσεως. Ἐν τῷ μεταξύ, πολλοὶ Ρουμᾶνοι ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑορτολογικὴν Παράδοσιν, ἰδίως μάλιστα μετὰ τὸ σκανδαλῶδες γεγονὸς τοῦ συνεορτασμοῦ τοῦ Ἁγίου Πάσχα ὑπὸ τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῶν Παπικῶν καὶ ὄχι μετὰ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον συνέβη δύο φοράς, κατὰ τὰ ἔτη 1926 καὶ 1929. Τὸ ἔτος 1935 ἐπληροφορήθη τὴν Ὁμολογίαν τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, Ἁγίου Χρυσοστόμου τοῦ Νέου Ὁμομλογήτου, πρώην Φλωρίνης, τοῦ Δημητριάδος καὶ τοῦ Ζακύνθου, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος ἐν Ἑλλάδι καὶ ἦλθε δευτέραν φορὰν εἰς Ἑλλάδα πρὸς συνάντησιν αὐτῶν. Ἀπεφασίσθη τότε ἡ χειροτονία τοῦ Ἱερομονάχου Γλυκερίου εἰς Ἐπίσκοπον, ἀλλὰ οὐκ ἐπραγματοποιήθη τοῦτο, διότι συνελήφθη καὶ ἀπελάθη ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸ ἔτος 1936, ὅταν ἤρχησαν οἱ φοβεροὶ διωγμοὶ ἐναντίον τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων τῆς Ρουμανίας ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Μύρωνος (πρώην Οὐνίτου), ὁ ζηλωτὴς Ἱερομόναχος Γλυκέριος συνελήφθη εἰς Πιάτρα Νεάμτς, κατὰ συμπλοκήν τινα, ὅτε ἐφονεύθησαν πολλοὶ εὐσεβεῖς τοῦ Πατρίου, ὡδηγήθη δὲ δέσμιος εἰς Βουκουρέστιον καὶ κατεδικάσθη εἰς θάνατον. Κατόπιν ὅμως θαυματουργικῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μετετράπη ἡ ποινὴ αὐτοῦ εἰς ἰσόβιον κάθειρξιν. Ἐκ δὲ τῶν φρικτῶν ξυλοδαρμῶν ἐτραυματίσθη δεινῶς εἷς τῶν ποδῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς πληγῆς ἔτρεχε συνεχῶς ὑγρόν, ἕως τῆς ὁσίας Κοιμήσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα 1936-40 διετέλεσε φυλακισμένος ὑπὸ φοβερὰς συνθήκας. Διετάχθη αὐτῷ, ὅπως παραμένῃ καθ᾿ ὅλην σχεδὸν τὴν ἡμέραν ἐντὸς τῶν ὑδάτων ἑνὸς ποταμοῦ καὶ ἀνασύρῃ ἔξω κορμοὺς δένδρων. Παρὰ ταῦτα, ἐπέζησε καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1940, εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, κατώρθωσε νὰ δραπετεύσῃ καὶ κρυφθῇ εἰς τὰ δάση τοῦ Νεάμτς, ὅπου παρέμεινε, μετὰ τοῦ συνασκητοῦ αὐτοῦ Διακόνου Δαβίδ, τελείως ἄγνωστος ἕως τοῦ ἔτους 1946, ἐντὸς μιᾶς ὀπῆς τῆς γῆς. Μόνος ὁ διακονητής, ὅστις προσεκόμιζεν αὐτοῖς τὴν τροφὴν αὐτῶν, καιροῦ ἐπιτρέποντος, ἐγνώριζε τὴν κρύπτην αὐτῶν. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ Πολέμου, ὁ εὐλογημένος Ἱερομόναχος Γλυκέριος ἤρχισε πάλιν τὰς ποιμαντικὰς αὐτοῦ δραστηριότητας καὶ ἀνέλαβε τὸ βαρύτατον ἔργον τῆς ἐπανοικοδομήσεως τῶν κατηδαφισμένων Ναῶν καὶ τῶν ἐρειπωμένων Μονῶν, καθὼς ἅπαντα ἦσαν κατεστραμμένα ἀπὸ τὸν διωγμὸν τοῦ ἔτους 1936. Ὁ μονώτατος ἐπιζῶν τῶν Ἱερέων τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας ἔπρεπε ἐπίσης νὰ βαπτίσῃ, στεφανώσῃ καὶ ἐξομολογήσῃ χιλιάδας πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο Ἱερέως ἐπὶ δέκα ἔτη! Οἱ ἱεροὶ ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου ἐν τέλει ἐκαρποφόρησαν. Τὸ ποίμνιον ηὔξανε καὶ ἀνεγνώριζεν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἱεροῦ Γλυκερίου τὸν Ἅγιον καὶ Ὁμολογητήν. Αἱ ἐργασίαι τῆς ἀναστηλώσεως ὡλοκληρώθησαν. Καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ηὐδόκησε (1955) νὰ ἐνταχθῆ εἰς τὴν Ἀκαινοτόμητον Ἐκκλησίαν καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς Γαλακτίων, ὅστις μετὰ τῶν Ἀρχιερέων Εὐλογίου καὶ Μεθοδίου ἐχειροτόνησαν τὸν π. Γλυκέριον Ἀρχιερέα. Εὐθὺς ἀμέσως ὅμως ὁ νέος Ἀρχιερεὺς συνελήφθη καὶ ἐτέθη ὑπὸ περιορισμόν, ὁ ὁποῖος ἔληξε τὸ ἔτος 1963. Ἔκτοτε, διέμενεν ἐν τῇ μεγάλῃ ἀνδρικῇ Μονῇ τῆς Μεταμορφώσεως εἰς Σλατιοάραν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξῆλθε δέκα περίπου μόνον φορὰς πρὸς Ἐγκαινιασμὸν Ἱερῶν Ναῶν. Ἡ ζωὴ τοῦ Μητροπολίτου Γλυκερίου ἦτο ἀγγελική. Τὸ κελλίον αὐτοῦ ἦτο ὅμοιον τῶν ἄλλων Μοναχῶν, πτωχικὸν καὶ ἀπέριττον, ἡ δὲ κλίνη αὐτοῦ ξύλινη ἄνευ στρώματος. Παρηκολούθει ἀνελλιπῶς ὅλας τὰς ἱερὰς Ἀκολουθίας, μέχρις ὅτου ἐβάρυνεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ καὶ ἠναγκάσθη, ὅπως διαβάζῃ αὐτὰς κατ᾿ ἰδίαν. Ἠγρύπνει καθ᾿ ἑκάστην νύκτα, προσήρχετο εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν καὶ καθ᾿ ὅλην τὴν ὑπόλοιπον ἡμέραν προσηύχετο ἀδιαλείπτως. Οἱ λόγοι αὐτοῦ ἦσαν ὀλίγοι, ἀλλὰ σοφοὶ καὶ γλυκεῖς. Ἡ δίαιτα αὐτοῦ λιτωτάτη. Τὸ πρόσωπόν αὐτοῦ ἔλαμπεν, ὥστε οὐδεὶς ἠδύνατο ἀτενίζειν εἰς αὐτό. Συνεδύαζε τὴν ἄκραν ἀσκητικότητα μετὰ τοῦ διοικητικοῦ χαρίσματος. Ἡ ἱκανότης αὐτὴ τοῦ Ἁγίου προσείλκυσε περίπου ἕνα ἑκατομμύριον πιστῶν εἰς τὴν Παράδοσιν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου. Ἔτρεφον ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀκόμη καὶ οἱ Κομμουνισταὶ ἄρχοντες, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶχον φυλακισθῆ ὁμοῦ μετὰ τοῦ ὁσίου Ὁμολογητοῦ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Μοναρχίας. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ τοῦ σωτηρίου ἔτους χιλιοστοῦ ἐνακοσιοστοῦ ὀγδοηκοστοῦ πέμπτου (1985ου) ἠσθένησαν πλήρως αἱ δυνάμεις αὐτοῦ. Κατὰ δὲ τὴν περίοδον τῆς Νηστείας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐκάμφθη πλέον καὶ ἔμενε συνεχῶς κλινήρης. Τὴν δὲ 15ην τοῦ Ἰουνίου μηνός, καὶ ὀλίγας ὥρας πρὸ τῆς ὁσίας αὐτοῦ Κοιμήσεως, εἶδε θαυμασίαν τινα ὀπτασίαν: ἦλθον Ἱερεῖς καὶ ἐλειτούργησαν ἐν τῷ ταπεινῷ αὐτοῦ κελλίῳ καὶ ἐκοινώνησαν αὐτὸν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἐνεφανίσθησαν δὲ οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος καὶ προσεκάλεσαν αὐτόν, ὅπως ἔλθῃ καὶ λύσῃ τὴν νηστείαν μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ θείῳ Παραδείσῳ! Μετ᾿ ὀλίγον παρέδωσεν ἐν εἰρήνῃ τὴν ὁσιωτάτην Αὐτοῦ ψυχὴν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος... Ἐκηδεύθη τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὴν μακαρίαν αὐτοῦ Κοίμησιν. Ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία διήρκεσε ὀκτὼ (8) ὥρας, ἔγινε δὲ ὑπαιθρίως, ἐν τῇ αὐλῇ τῆς Μονῆς, διότι ὁ Ναός, ἂν καὶ παμμεγέθης, δὲν ἐχώρει τὸ ἄπειρον πλῆθος τῶν εὐσεβῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον συρρεύσει ἐκ διαφόρων περιοχῶν τῆς Ρουμανίας, ἵνα προσκυνήσωσι τὸ ὄντως ἅγιον καὶ μαρτυρικὸν Σκήνωμα τοῦ ὁσίου Ἱεράρχου καὶ Ὁμολογητοῦ. Ἐνταφιάσθη τῇ ὑπ᾿ Αὐτοῦ ἀνεγερθείσῃ Ἱερᾷ Μονῇ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος εἰς Σλατιοάραν τῆς Μολδαβίας, καὶ τὸ ἱερὸν αὐτου Μνῆμα ἐγένετο πηγὴ θαυμάτων διὰ τοὺς εὐσεβεῖς, οἵτινες ἐτίμουν αὐτὸν ἔτι ζῶντα ὡς ἅγιον καὶ προστάτην αὐτῶν. Τὴν 15ην Ἰουνίου 1997, ἐγένετο ἡ Ἀνακομιδὴ τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ Λειψάνου, ὅπερ εὑρέθη κιτρινωπὸν καὶ ἀποπνέον ἄρρητον εὐωδίαν. Τὴν δὲ 14ην Ἰουνίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1999, ὁ ἐν Ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Γλυκέριος ὁ Ὁμολογητὴς προσετέθη ἐπισήμως εἰς τὸ Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.




Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ


ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


ΟΙ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΙΕΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ


ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΛΥΚΕΡΙΟ


Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ


Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΓΛΥΚΕΡΙΟΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ


ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ


ΟΙ ΘΛΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ


Ο ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΓΛΥΚΕΡΙΟΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ, Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ


ΟΙ ΒΑΣΑΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ


ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ




Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας ανήκει στον χορό των Αγίων,

που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία,

φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας,

συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας.

Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου

 ''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985) 

από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμη της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,

προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο.

Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης,

που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα,''

 κατέστησε σ' εμάς εμφανές,

πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.'' 

Και,

όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου:

 ''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα μιας εκπληκτικής μαρτυρίας,

η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών,

αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.'' 

Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου του εκ Ρουμανίας του Ομολογητή είη μετά πάντων ημών! 


Γ. Δ. Δ.



Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1946-1950, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου στὴν Ρουμανία ἠδύνατο,

Χάριτι θείᾳ,

νὰ «ἀναπνεύση» κατόπιν μιᾶς περιόδου δέκα περίπου ἐτῶν ἀπεριγράπτων διωγμῶν,

βασάνων καὶ ταλαιπωριῶν.

Τὰ προβλήματα τῆς χώρας, μετὰ τὸν πόλεμο καὶ τὴν ἐπικρατοῦσα ἀσταθῆ πολιτικὴ κατάστασι,

ἦταν μεγάλα καὶ δὲν ὑπῆρχε περιθώριο γιὰ νέες διώξεις τῶν «Παλαιοημερολογιτῶν».

Ἡ προκομμουνιστικὴ κυβέρνησις τῆς χώρας ἐπέδειξε σχετικὴ ἀνοχὴ καὶ παρασχέθηκαν

 κάποιες διευκολύνσεις στὴν ὀργάνωσι, ἀκόμη καὶ τὴν νομικὴ κάλυψι, τοῦ Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος.

Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἐργώδη προσπάθεια ἀνακτήσεως τοῦ χαμένου ἐδάφους.

Ὑπὸ τὴν ἐνθουσιώδη καθοδήγησι τοῦ Καλοῦ Ποιμένος π. Γλυκερίου, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε 

μεταξὺ τοῦ ἀγαπητοῦ Ποιμνίου του, παρατηρήθηκε θαυμαστὴ προσπάθεια ἀνακάμψεως καὶ ἀνασυγκροτήσεως.

Οἱ πιστοί, μὲ περίσσειο ζῆλο, ἀποδύθηκαν στὴν ἐκ νέου ἀνέγερσι ὅλων τῶν καταστραφέντων Ναῶν 

τῆς περιόδου τοῦ προπολεμικοῦ διωγμοῦ, ὡς καὶ τῶν Μονῶν, καὶ μάλιστα ἀνεγέρθηκαν καὶ νέες Ἐκκλησίες.


ἀκατάβλητος π. Γλυκέριος, ὡς ὁ μόνος ἐναπομείνας Κληρικὸς τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου σὲ ὁλόκληρη τὴν Ρουμανία (!),τουλάχιστον τὸν πρῶτο καιρὸ μέχρι προσχωρήσεως δύο ἑτέρων Κληρικῶν ἐκ τῆς Καινοτομίας, ἔπρεπε νὰ σηκώση τὸ ἀπίστευτο βάρος καλύψεως τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν χιλιάδων Ὀρθοδόξων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στὴν «ἐκλεκτὴν Ποίμνην» καὶ ἀνέμεναν μὲ ἀνυπομονησία τὴν ποθητὴ εὐλογία του!


οἰκοδόμησις τῶν ἀχειροποιήτων ναῶν, δηλαδὴ τῶν πολυτίμων ψυχῶν τοῦ λείμματος τῆς Χάριτος καὶ Ὁμολογίας, ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ καὶ θεάρεστο ἔργο,τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε θεία ἐνίσχυσι καὶ ἔμπνευσι. Ὁ ἀκούραστος π. Γλυκέριος ἤλπιζε ἐπὶ τὸν Ζῶντα Θεὸν καὶ ἐθυσιάζετο στὴν διακονία τῶν κατὰ Χριστὸν ἀδελφῶν του, ἐμφορούμενος ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ὑπόδειγμα: «καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι» (Α’ Κορ. ι’ 33).


Ο Ομολογητής Ποιμένας τῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ εὐλογημένος Γλυκέριος ἦταν πρωτίστως Μοναχὸς καὶ παρέμεινε αὐστηρὸς Μοναχὸς μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ καὶ πολυπαθοῦς βίου του. Ἡ φροντίδα γιὰ τὴν ἐξασφάλισι τόπου Μετανοίας καὶ διαβιώσεως ἀσφαλοῦς τόσο γιὰ τὸν ἴδιο, ὅσο καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ὅσων ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Κύριο, τὸν ὡδήγησε στὴν σκέψι γιὰ τὴν ἵδρυσι Μοναστικοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖο ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ ἀποτελοῦσε καὶ τὸ Διοικητικὸ Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου τῆς χώρας.


φ’ ὅσον ἐκείνη τὴν περίοδο ἡ πολιτικὴ κατάστασις τὸ εὐνοοῦσε καὶ τὸ μέλλον ἦταν ἄδηλον, ἔπρεπε τὸ ἱερὸ αὐτὸ ἐγχείρημα νὰ τεθῆ σὲ ἄμεση ἐφαρμογή. Ἔτσι, μὲ προσευχὴ καὶ ἐπαινετὴ σπουδὴ καὶ ἀποφασιστικότητα, ὁ π. Γλυκέριος μὲ τοὺς συνεργοὺς καὶ τὰ ἐν Κυρίῳ τέκνα του, ἄρχισαν τὴν ἀνοικοδόμησι Μονῆς στὴν Σλατιοάρα τῆς Μολδαβίας τὸ ἔτος 1947.


Μονὴ ἀφιερώθηκε στὴν Μεταμόρφωσι τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δεῖγμα τῆς φωταυγοῦς ψυχῆς τοῦ εὐλογημένου Γλυκερίου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἐντρύφησι στὴν Δόξα τοῦ Θεοῦ, παρὰ στὴν ἄδοξη δόξα τῶν ἀνθρώπων, καὶ προσδοκοῦσε διακαῶς τὴν ἐσχατολογικὴ Δόξα ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, στὴν ἀτελεύτητη Βασιλεία τῆς Ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ ἡμῶν.


Μονὴ ἀνηγέρθη ἀρχικῶς ἁπλὰ καὶ ταπεινά,μὲ πενιχρὰ μέσα καὶ πολλὲς θυσίες τῶν ὑπομονετικῶν ἐργατῶν της· ὁ δὲ Μεταμορφωθεὶς Κύριος ἐδείκνυε τὴν θεία εὐαρέσκεια καὶ προστασία Του μὲ σημεῖα τῆς θείας Παντοδυνάμου Φιλανθρωπίας Του.

Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ





Άγιος Γλυκέριος ο νέος Ομολογητής της Ρουμανίας

 (1891 - 1985)




Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας 

ανήκει στον χορό των Αγίων,

που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία, φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια 

από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας, συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας.

Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου

 ''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985)''

 από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,

προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο.

 Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης,

που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα,'' 

κατέστησε σ' εμάς εμφανές,

πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.''

 Και, όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου: 

''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα 

μιας εκπληκτικής μαρτυρίας,

η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών,αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.'' 

Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου εκ Ρουμανίας του Ομολογητή 

είη μετά πάντων ημών!


 Γ. Δ. Δ.

 

 

''Ενώπον αυτής της δυσάρεστου και συνάμα τραγικής καταστάσεως, ο ευλαβής και ζηλωτής Ιερομόναχος π. Γλυκέριος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει αδρανής. Ο Άγιος, ως Δικαίος και Πνευματικός στην Σκήτη της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου, μαζί με την αδελφότητα των δώδεκα μοναχών του, δεν εφήρμοσαν την ημερολογιακή Καινοτομία και άρχισαν να ερευνούν το θέμα για την καλύτερη ενημερωσή τους.


Τότε ανέγνωσαν σχετική επιστολή κατά της Καινοτομίας του Αγιορείτου Μοναχού Αρσενίου Κοττέα, ο οποίος μάλιστα είχε επισκεφθεί την Σκήτη της Αγίας Σκέπης μαζί με τον αντιδράσαντα στις αποφάσεις του λεγόμενου ''Πανορθοδόξου Συνεδρίου'' της Κων/πολεως του 1923, τότε Επίσκοπο Μπουκοβίνας Βησσαρίωνα.


Όταν μάλιστα, περί τα τέλη του 1925, οι Πατέρες της Σκήτης έμαθαν για τον επικείμενο εορτασμό του Πάσχα του 1926 μαζί με τους Λατίνους, σύμφωνα με το Δυτικό Πασχάλιο, κατά προφανή παράβασιν της όλης Συνοδικής και Κανονικής Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, εξανέστησαν και αποφάσισαν να εκφράσουν ανοικτά πλέον την αντίθεσή τους στις Μοναστηριακές αρχές.


Για τον λόγο τούτο, μετέβησαν στον Ηγούμενο της Μονής Νεάμτς Νικόδημο, μετέπειτα Πατριάρχη Ρουμανίας, ο οποίος όμως επρότεινε στον π. Γλυκέριο να αποδεχθεί την Καινοτομία και να τοποθετηθεί  Ηγούμενος σε μια μεγαλύτερη Σκήτη της Μονής.


Ο Άγιος με τους συμμοναστάς του αρνήθηκαν αποφασιστικά την πρόταση και αντιλήφθηκαν,μαζί και με ορισμένους άλλους μοναχούς των Μονών Νεάμτς και Συχάστρια, ότι θα έπρεπε αναπόφευκτα να καταφύγουν και αυτοί στα όρη,για να διαφυλλάξουν την συνειδησή τους αμόλυντη.


Έτσι, αυτός και ο συνασκητής του π. Δαυίδ,έφθασαν σε ορεινή περιοχή πλησίον της Σκήτης της Σίχλα στις 18.11.1925, έκτισαν μία κρυπτή Καλύβη και έμειναν τον χειμώνα σε αυτήν, διάγοντες βίον ερημητικόν, τρεφόμενοι με μανιτάρια και λαχανικά, επιδεικνύοντες υπομονή στις στερήσεις,αλλά και δεχόμενοι αισθητή την Θεία Ευλογία.


Την Άνοιξη του 1926 έκτισαν άλλη Καλύβη μεγαλύτερη. Είχε τρία δωμάτια, ένα από τα οποία χρησιμοποιούσαν ως Παρεκκλήσιο για τις Ακολουθίες τους.


Λίγο καιρό αργότερα, συνενώθηκαν μαζί τους και τρεις έτεροι Μοναχοί, αδελφοί κατά σάρκα από την Σκήτη της Συνχάστρια, οι οποίοι έκτισαν επίσης Καλύβες. Ο π. Γλυκέριος μάζευε μανιτάρια και τα αντάλλασσε με ψωμί για τις ανάγκες του ασκητικού τους σαρκίου,

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ




''Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας ανήκει στον χορό των Αγίων,
που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία,
φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας, συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας.
Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου ''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985)
από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,
προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο.
Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης,
που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα, ''
κατέστησε σ' εμάς εμφανές, πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.''
Και, όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου:
''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα μιας εκπληκτικής μαρτυρίας,
η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών, αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.''
Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου του εκ Ρουμανίας του Ομολογητή είη μετά πάντων ημών''!



Γ. Δ. Δ.




Η αποστολική διακήρυξις «Εἷς Κύριος, μία Πίστις, ἕν Βάπτισμα» (Ἐφεσ. δ’ 5) 

εἶναι καθοδηγητική γιά τήν ἀναγνώρισι καί σύστασι τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας Πίστεως καί Ἀγάπης 

μεταξύ τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, 

ἐφ’ ὅσον εἴμαστε «ἀλλήλων μέλη» καί ὀφείλουμε νά διατελοῦμε σέ εὐχαριστιακό σύνδεσμο Ἑνότητος ἐν Ἀληθείᾳ. 

Αὐτό ἰσχύει εἴπέρ ποτε καί ἄλλοτε εἰδικῶς γιά τούς ἀπομονωμένους καί διωκομένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου ὅπου γῆς, 

οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται στήν ἐκκλησιολογική αἵρεσι τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ 

καί στήν Ἡμερολογιακή Καινοτομία, 

διασώζοντες τήν ἀπ’ αἰώνων ἀντιαιρετική συνείδησι μοναδικότητος τῆς Ἀληθείας 

καί ἀποκλειστικότητος τῆς Σωτηρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. 

Ἡ μαρτυρική Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου Ρουμανίας, 

λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης καταστάσεως στήν χώρα, 

ἀλλά καί λόγῳ τῶν δυσχερειῶν στήν ἀνάπτυξι καί ὀργάνωσί της, 

δέν ἦταν γνωστή στό ἐξωτερικό μέχρι τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ παρελθόντος Κ’ αἰῶνος. 

Μόλις ἐντός τοῦ ἔτους 1977, 

ἕνας ἀξιοσέβαστος νέος τότε Κληρικός Αὐτῆς, 

ὁ Αἰδεσιμ. π. Βασίλειος Πετρασέσκου, ἦλθε στήν Ἑλλάδα 

μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου Γλυκερίου 

καί φιλοξενήθηκε στήν Ἱερά Μονή μας τῶν Ἁγίων Κυπριανοῦ καί Ἰουστίνης στήν Φυλή Ἀττικῆς, 

ἀποκαλύπτοντας τά σχετικά μέ τήν ὕπαρξι τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων στήν Ρουμανία. 


Καθηγούμενος τῆς Μονῆς, τότε Ἀρχιμανδρίτης Κυπριανός, συνεκινήθη βαθύτατα ἀπὸ τὴν θεία αὐτὴ ἀποκάλυψι καὶ ὀλίγους μόλις μῆνες ἀργότερα, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἐκείνου ἔτους 1977, ἔσπευσε εἰς ἀναζήτησιν καὶ συνάντησιν τῶν ἀγνώστων ἡρωϊκῶν Ρουμάνων Ὁμολογητῶν καὶ Ἀγωνιστῶν Ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν πράγματι ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’30 τὸν ἀσπασμὸ Πίστεως «ἐν φιλήματι ἁγίῳ» τῶν Ἑλλήνων συναγωνιστῶν!


Καὶ αὐτὸ συνέβη σὲ μία δύσκολη ἐποχή, ὅταν στὴν Ρουμανία μεσουρανοῦσε ἀκόμη τὸ στυγνὸ ὁλοκληρωτικὸ καθεστὼς τοῦ Τσαουσέσκου... Ἡ ἐπιλογὴ τῆς Θείας Προνοίας νὰ φέρη σὲ σχέσι Ρουμάνους καὶ Ἕλληνες Ἀκαινοτομήτους στὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου καὶ Πατρὸς ἡμῶν Μητροπολίτου κυροῦ Κυπριανοῦ († 2013) πιστεύουμε ὅτι δὲν ἔγινε χωρὶς ἰδιαίτερο λόγο.


Τὸ πρόσωπό του ἦταν γνωστὸ ἤδη εὐρέως γιὰ τὴν «καθολικότητα» τῆς ἐκκλησιαστικῆς του θεωρήσεως καὶ δράσεως καὶ γιὰ τὸ πλάτος τῆς ἀγαπητικῆς ἀγκάλης του.


ἐπίσκεψις τοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτου Κυπριανοῦ στὴν Ρουμανία, μετὰ τοῦ ρουμανομαθοῦς ὑποτακτικοῦ του Ἱεροδιακόνου τότε Ἀμβροσίου, παρέσχε τὴν δυνατότητα νὰ πιστοποιηθοῦν ἰδίοις ὄμμασι καὶ νὰ ψηλαφηθοῦν ἰδίαις χερσὶ τὰ στίγματα τοῦ μαρτυρίου καὶ τὰ ἄνθη τῶν ἀρετῶν πρωτίστως στὴν ἁγιασμένη μορφὴ τοῦ Ἱεράρχου Γλυκερίου καὶ κατ’ ἐπέκτασιν στὸν πειθαρχημένο Κλῆρο, στὰ ἀσκητικὰ Μοναχικὰ τάγματα καὶ στὸν στερημένο καὶ βασανισμένο λαὸ τοῦ Θεοῦ στὴν εὐλογημένη γῆ τῆς Ρουμανίας!...


ξίζει νὰ σημειωθῆ, ὅτι ἡ θετικὴ ἐντύπωσις ἦταν ἀμοιβαία. Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος μετὰ τὴν γνωριμία του μὲ τὸν τότε Ἀρχιμανδρίτη Κυπριανό, εἶπε σὲ κάποιους ἐκ τοῦ περιβάλλοντός του: «Αὐτὸς εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ γρήγορα θὰ χειροτονηθῆ Ἐπίσκοπος»!... 



Οἱ ἄριστες ἐντυπώσεις μετεφέρθησαν στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο, ἡ ὁποία ὅμως διήρχετο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη σοβαρὴ διοικητικὴ καὶ πνευματικὴ κρίσι καὶ δὲν ἦταν σὲ θέσι νὰ ἐπιληφθῆ δεόντως τοῦ τόσο σημαντικοῦ θέματος διεκκλησιαστικῆς συνάψεως σχέσεων, τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε μία ἄλλη στάσι, νοοτροπία καὶ δρᾶσι.

Print Friendly and PDF