ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ



 

Ιωάν. Θ' 1-38

Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.



ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (2008)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΟΙΚΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ;


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ»


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (2024)


ΜΗΝΥΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (2022)


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ: Ο ΤΥΦΛΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΙΓΟΙ ΣΩΖΟΜΕΝΟΙ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΜΗ ΚΑΤ' ΟΨΙΝ ΚΡΙΝΩΜΕ...» (2014)


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ: Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: «ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ»


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (2005)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΤΟ ΣΦΑΛΜΑ ΩΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ



Ένα διαμάντι ἀπό τά ἀναρίθμητα τοῦ πατερικοῦ πλούτου εἶναι καί τό ἑξῆς ᾿Απόφθεγμα τοῦ Μεγάλου ᾿Αντωνίου: «᾿Εκ τοῦ πλησίον ἐστίν ἡ ζωή καί ὁ θάνατος». ᾿Ανιμετωπίζεις τόν ἀδελφό σου μέ ἀγάπη, ταπείνωσι καί σεβασμό; Θά σοῦ ἀνοιχθοῦν ἀπό τόν θεῖο Παράκλητο οἱ κρουνοί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Πλήττεις τήν συνείδησι, σκανδαλίζεις, κατακρίνεις, ὑποτιμᾶς τόν πλησίον σου; Κλείνει γιά σένα ἡ πύλη τῆς Βασιλείας. Μία ἰδιαίτερη ἀδυναμία πού διακρίνει τούς εὐσεβεῖς εἶναι ἡ κατάκρισις καί μάλιστα ἐκείνη, ἡ ὁποία βασίζεται σέ μία ἐπιπόλαιη κρίσι, βάσει κυρίως ὑπονοιῶν. ῎Εχουμε πολλές φορές ἀναφερθῆ στό θέμα αὐτό, ἀλλά τώρα θά προσεγγίσουμε μία ἄλλη ὄψι τοῦ θέματος.


῾Η κατάκρισις προέρχεται βεβαίως ἀπό ἔλλειψι ἀγάπης καί φιλαδελφίας· περαιτέρω ὅμως, ὅπως οἱ ῞Αγιοι Πατέρες διδάσκουν, ἡ ἐπιπολαιότης τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ὑπερήφανος ἐμπιστοσύνη στήν κριτική του ἱκανότητα ὁδηγοῦν αὐτόν στό νά κρίνη, ὑποτιμᾶ καί ἐξουδενώνη τόν ἀδελφό του. ᾿Αλλά, ποιός εἶσαι σύ, ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος προλαμβάνεις τήν κρίσι τοῦ Θεοῦ;... Λησμονεῖς, ὅτι μόνο ὁ καρδιογνώστης Κύριός μας βλέπει τά ἄδηλα καί τά κρύφια τοῦ ἀνθρώπου καί ὅτι μόνο ἡ κρίσις Του εἶναι ἀλάνθαστος;


῍Ας μεταφέρουμε ἐδῶ τίς ἅγιες σκέψεις τοῦ ᾿Αββᾶ Δωροθέου, προκειμένου νά συνειδητοποιήσουμε βαθειά τό ὅλο θέμα καί νά φοβηθοῦμε ἐπί τέλους τό μεγάλο ἁμάρτημα τῆς κατακρίσεως. «Συμβαίνει νά κάνη κάποιος ἀδελφός μερικά πράγματα μέ ἁπλότητα... Αὐτή ὅμως ἡ ἁπλότητα εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό περισσότερο ἀπό ὁλόκληρη τήν ἰδική σου ζωή... ᾿Εσύ ὅμως κάθεσαι καί τόν κατακρίνεις καί κολάζεις τήν ψυχή σου... Καί ἂν κάποτε συμβῆ νά πέση ὁ ἀδελφός στήν ἁμαρτία, ποῦ γνωρίζεις πόσο ἀγωνίσθηκε καί πόσο αἷμα ἔσταξε, προτοῦ νά κάνη τό κακό, ὥστε ''σχεδόν εὑρίσκεται τό σφάλμα αὐτοῦ ὡς δικαιοσύνη παρά τῷ Θεῷ'';...


Διότι βλέπει ὁ Θεός τόν κόπο καί τήν θλῖψι πού δοκίμασε ὁ ἀδελφός πρό τοῦ νά πέση καί τόν ἐλεεῖ καί τόν συγχωρεῖ... Καί ὁ μέν Θεός τόν ἐλεεῖ, σύ δέ τόν κατακρίνεις καί χάνεις τήν ψυχή σου... Ποῦ γνωρίζεις καί πόσα δάκρυα ἔχυσε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτό;... Καί σύ τήν μέν ἁμαρτία εἶδες, τήν δέ μετάνοια ἀγνοεῖς...». ῍Ας ἀποφεύγουμε λοιπόν τήν ψυχοφθόρο κατάκρισι καί ἂς μή γινώμεθα βιαστικοί κριταί, μάλιστα αὐστηροί, τῶν ἄλλων. 


῍Ας κάνουμε ὅ,τι καί ἐκεῖνος ὁ ἅγιος Γέρων, ὅταν εἶδε τόν ἀδελφό νά ἁμαρτάνη: «᾿Αλλοίμονό μου, διότι σήμερα ἔπεσε αὐτός, αὔριο ὁπωσδήποτε ἐγώ... Καί αὐτός μέν θά μετανοήση γιά τήν ἁμαρτία του, ἐγώ ὅμως ὄχι...». ῍Ας μήν εἴμεθα ἐπιπόλαιοι καί εὔκολοι στό νά κρίνουμε· ὅπως εἴδαμε, μία πτῶσις τοῦ συνανθρώπου μας δυνατόν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νά εἶναι σχεδόν ὡς δικαιοσύνη. Δέν γνωρίζει κανείς τήν προαίρεσι τοῦ ἄλλου, παρά μόνο ὁ Κύριός μας· καί ἡ προαίρεσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει βαρύτητα στίς πράξεις μας. 



† Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ, 23.5/5.6.2005



Εκ της ιστοσελίδας της ''Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής'' 
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΜΗ ΚΑΤ' ΟΨΙΝ ΚΡΙΝΩΜΕ...» (2014)




Κυριακή του Τυφλού της 12ης Μαΐου εκκλ. ημ. του 2014


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ





«Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;(: καθώς ο Ιησούς περνούσε από το κέντρο της πόλεως, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τότε οι μαθητές Του Τον ρώτησαν: ‘’Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί ο άνθρωπος αυτός τυφλός; Αμάρτησε ο ίδιος, όταν ήταν ακόμη μέσα στην κοιλιά της μητέρας του, ή αμάρτησαν οι γονείς του και τιμωρείται αυτός για τις αμαρτίες τους;’’)»[Ιω.9,1].


Επειδή ο Κύριος είναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος και φροντίζει για τη σωτηρία μας και επειδή θέλει να κλείσει τα στόματα των αχαρίστων, δεν παραλείπει να κάνει τίποτε από αυτά που έπρεπε να κάνει, και αν ακόμη κανένας δεν έδινε προσοχή. Αυτά λοιπόν γνωρίζοντας καλά και ο προφήτης Δαβίδ έλεγε: «ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε (:για να φανεί έτσι πόσο δίκιο είχες στις καταδικαστικές Σου αποφάσεις σε βάρος μου και να εξέλθεις έτσι νικητής, όταν ασεβείς και μωροί θελήσουν να Σε επικρίνουν)»[Ψαλμ.50,6].


Για τον λόγο λοιπόν αυτόν, επειδή δεν δέχθηκαν το υψηλό νόημα των λόγων Του, αλλά Τον αποκάλεσαν ακόμη και δαιμονισμένο και επιχειρούσαν να Τον φονεύσουν, αφού εξήλθε από τον ναό, θεραπεύει τον τυφλό, επιτυγχάνοντας έτσι και να καταπραΰνει την οργή τους με την απουσία Του, και με την πραγματοποίηση του θαύματος να μετριάσει τη σκληρότητα και την ασπλαχνία τους και ταυτόχρονα επίσης να κάνει πιστευτούς τους λόγους Του· και το θαύμα που επιτελεί δεν είναι τυχαίο, αλλά τότε συμβαίνει για πρώτη φορά: «ἐκ τοῦ αἰῶνος(:από τότε που έγινε ο κόσμος)»,λέγει,«οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου (:δεν ακούστηκε ποτέ να έχει θεραπεύσει κανείς μάτια ανθρώπου που να έχει γεννηθεί τυφλός· πρώτη φορά έγινε τέτοιο θαύμα, και Αυτός που το έκανε πρέπει να έχει θεϊκή αποστολή)»[:Ιω.9,32]· διότι τυφλού ίσως άνοιξε κάποιος ως τότε τους οφθαλμούς, αλλά τυφλού εκ γενετής, όχι ακόμη.


Και ότι βγαίνοντας από το ιερό, ήλθε επίτηδες για αυτό το έργο, να κάνει δηλαδή το θαύμα, είναι φανερό από το εξής: δηλαδή ο Ίδιος είδε τον τυφλό, δεν προσήλθε σε Αυτόν ο τυφλός· και με τόσο μεγάλη επιμέλεια ανέβλεψε ο άνθρωπος αυτός, ώστε και στους μαθητές να προκαλέσει βαθιά αίσθηση. Για τον λόγο αυτό, δηλαδή βλέποντας τον Διδάσκαλό τους να λαμβάνει φροντίδα για τον τυφλό με μεγάλη προσοχή, οι μαθητές Του προέβησαν και στην επόμενη ερώτηση: «ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;(:Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί ο άνθρωπος αυτός τυφλός; Αμάρτησε ο ίδιος, όταν ήταν ακόμη μέσα στην κοιλιά της μητέρας του, ή αμάρτησαν οι γονείς του και τιμωρείται αυτός για τις αμαρτίες τους;)». Εσφαλμένη είναι η ερώτηση· διότι πώς θα διέπραττε αμαρτίες, πριν γεννηθεί; Πώς λοιπόν, εάν οι γονείς του αμάρταναν, ήταν δυνατόν εκείνος να τιμωρηθεί;


Από ποια αιτία λοιπόν οι μαθητές προέβησαν σε αυτήν την ερώτηση; Πριν από αυτό το περιστατικό, όταν θεράπευσε τον παράλυτο, έλεγε: «ἴδε ὑγιὴς γέγονας·μηκέτι ἁμάρτανε(:Βλέπεις, τώρα έχεις γίνει υγιής. Πρόσεξε λοιπόν από δω και πέρα να μην αμαρτάνεις πια, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο από την ασθένεια που είχες και η οποία σου συνέβη από τις αμαρτίες σου. Πρόσεξε μην πάθεις χειρότερη συμφορά στο σώμα σου, και χάσεις μαζί με την υγεία του σώματος σου και την ψυχή σου)»[Ιω.5,14].Αυτοί λοιπόν, όταν εννόησαν ότι εκείνος εξ κάποιας αμαρτίας είχε καταστεί παράλυτος, λέγουν: «Έστω· εκείνος κατέστη παράλυτος λόγω αμαρτημάτων· αλλά γι’ αυτόν εδώ τον εκ γενετής τυφλό, τι λες; Αυτός αμάρτησε; Όμως δεν μπορείς να πεις κάτι τέτοιο, διότι είναι τυφλός από τη γέννησή του. Μήπως λοιπόν αμάρτησαν οι γονείς του; Ούτε και αυτό δύναται να προβληθεί ως αιτιολογία· διότι το τέκνο δεν τιμωρείται για τα παραπτώματα του πατρός».


Όπως λοιπόν, όταν βλέπουμε παιδί να βρίσκεται σε κακή κατάσταση, λέμε: «Τι θα μπορούσε να πει κανείς σχετικά με αυτό το παιδί; Τι έκανε το παιδί;», δεν διατυπώνουμε ερώτηση, αλλά απορία, έτσι ακριβώς και οι μαθητές έλεγαν αυτό όχι διατυπώνοντας απλώς ερώτηση, αλλά εκφράζοντας απορία.


Τι απαντά λοιπόν ο Χριστός; «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ(:ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του. Αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν με την υπερφυσική θεραπεία των ματιών του τα έργα που επιτελεί η δύναμη και η αγαθότητα του Θεού)»[Ιω.9,3]. Και αυτό το λέγει όχι θέλοντας να απαλλάξει αυτούς από τις αμαρτίες(διότι δεν είπε απλώς:


«Ούτε αυτός αμάρτησε, ούτε οι γονείς του», αλλά πρόσθεσε: «ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ(:για να γεννηθεί τυφλός)»,αλλά για να δοξασθεί ο Υιός του Θεού· διότι «και αυτός μεν αμάρτησε και οι γονείς του αλλά», λέγει, «δεν προέρχεται εκ τούτου η τύφλωση».


Αυτά λοιπόν τα έλεγε όχι για να δείξει αυτό, ότι δηλαδή αυτός μεν δεν τυφλώθηκε για την αιτία, την οποία νόμιζαν οι μαθητές, άλλοι όμως τυφλώθηκαν από την αιτία αυτή, δηλαδή από τις αμαρτίες των γονέων τους· διότι δεν είναι δυνατόν να αμαρτάνει κάποιος και να τιμωρείται κάποιος άλλος. Διότι, εάν το παραδεχτούμε αυτό, θα παραδεχτούμε και εκείνο, ότι δηλαδή αμάρτησε πριν από τη γέννησή του.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (2008)




Ομιλία την Κυριακή του Τυφλού (2008)


ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΠΗΛΟΝ ΕΠΟΙΗΣΕ ΚΑΙ ΕΠΕΧΡΙΣΕ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΕΒΛΕΨΑ



Βουλγάρικη εικόνα του 19ου αιώνα



της Ηλιάνας Κάουρα, θεολόγου


Τω καιρώ εκείνω παράγων είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες; Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος η οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Απεκρίθη ο Ιησούς∙ Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Εμέ δε εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ήμέρα εστίν έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι.


Όταν εν τω κόσμω, φως ειμί του κόσμου. Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ∙ ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. 


Απήλθεν ουν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ουν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον∙ Ουχ ούτος εστίν ο καθήμενος και προσαιτών; Άλλοι έλεγον ότι ούτος εστίν άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστίν. Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμί. Έλεγον ουν αυτώ∙ Πως ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί;


Απεκρίθη εκείνος και είπεν∙ Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισέ μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι∙ ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι∙ απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα. Είπον ουν αυτώ∙ Που εστίν εκείνος; Λέγει∙ Ουκ οίδα. Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτέ τυφλόν.


Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αύτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ουν ήρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν. Ο δε είπεν αυτοίς∙ Πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ουν εκ των Φαρισαίων τινές∙ Ούτος ο άνθρωπος ουκ εστί παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. Άλλοι έλεγον πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; Και σχίσμα ην εν αυτοίς. 


Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν∙ Συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. Ουκ επίστευσαν ουν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες∙ Ούτος εστίν ο υιός υμών, ον υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; Πως ουν άρτι βλέπει; Απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον∙


Οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη∙ πως δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους∙ ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. 


Εφώνησαν ουν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ος ην τυφλός, και είπον αυτώ∙ Δος δόξαν τω Θεώ∙ ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν. Απεκρίθη ουν εκείνος και είπεν∙ Ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα∙ εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν∙ Τι εποίησέ σου; Πως ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Άπεκρίθη αυτοίς∙ Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε∙ Τι πάλιν θέλετε ακούειν;


Μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; Ελοιδόρησαν αυτόν και είπον∙ Συ ει μαθητής εκείνου∙ ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωυσή λελάληκεν ο Θεός∙ τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν. Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς∙ Εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστίν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. 

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΝΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ





«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)



Αγαπητοί αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι.


Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).


Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41). Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον.


Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε και τους στερεί τη θεία αποκάλυψη και τη μακάρια κοινωνία με τον Θεό, κοινωνία που προ­ϋποθέτει την αποδοχή αυτής της αποκαλύψεως.


Οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στους ανθρώπους «που βλέπουν», ότι δηλαδή είχαν φτάσει στην αλη­θινή και τέλεια θεογνωσία, δεν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο και, επομένως, δεν είχαν ανάγκη από καμιά σπουδή ή διδαχή. Γι’ αυτό απέρριπταν τη διδασκαλία για τον Θεό, που τους την παρέδιδε άμεσα ο Ίδιος.


Η αρετή της ταπεινώσεως εναντιώνεται στο πάθος της υπερηφάνειας, το οποίο εκδηλώνεται με ξεχωριστό τρό­πο στο πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Όπως η υπερηφάνεια είναι κατεξοχήν ασθένεια του πνεύματος, έτσι και η ταπείνωση είναι κατεξοχήν κατάσταση ευρωστίας του πνεύματος, μια αγαθή και μακάρια κατάσταση.


Στην Αγία Γραφή και στα έργα των αγίων πατέρων ονομάζεται συ­χνά και ταπεινοφροσύνη. Τι είναι η ταπεινοφροσύνη; Είναι η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση και, επομένως, η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.


Το άμεσο αποτέλεσμα της ταπεινώσεως ή ταπεινο­φροσύνης ως ορθής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύ­ση και για τον ίδιο μας τον εαυτό είναι η ειρήνευση της καρδιάς. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι ειρηνικός και απέναντι στους συνανθρώπους του και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στις κάθε λογής περιστάσεις και απέναντι στον Θεό, είναι ειρηνικός και με τη γη και με τον ουρανό.


Η ταπείνωση έχει πάρει το όνομά της από την ειρήνη που γεννά στην καρδιά μας. Την κατάσταση της ηρεμίας, της χαράς και της μακαριότητας, που προκαλείται μέσα μας από την αρετή, την ονομάζουμε τα­πείνωση. Όταν θέλουμε μαζί με την κατάσταση να δεί­ξουμε και την πηγή της, τότε κάνουμε λόγο για ταπεινοφροσύνη.

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ»





Το φως του Χριστού, που λάμπει στον κόσμο και φωτίζει τους ανθρώπους, αποκαλύπτεται στα μάτια μας στην πραγματική του λαμπρότητα μόνο όταν το βλέπουμε απέναντι στο σκοτάδι του ανθρώπου. Όσα ακολούθησαν τη θαυματουργική θεραπεία του τυφλού φανερώνουν, στην πραγματική τους διάσταση, το παγωμένο σκοτάδι που κυριαρχεί στην καρδιά και το νου του ανθρώπου. Ένα σκοτάδι που, στο σημερινό ευαγγέλιο, απλώνεται σαν μιά βαριά σκιά κάτω από το αστραφτερό φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού. Αυτό είναι το φοβερό σκοτάδι που καλύπτει την τυφλή καρδιά και τον τυφλό νου του Φαρισαίου. 


Εκείνοι (οι Φαρισαίοι) όχι μόνο δε χάρηκαν που ο τυφλός επαίτης που έστεκε μπροστά στο ναό τώρα έβλεπε, αλλά και πικράθηκαν, ένιωσαν προσβολή. Ο δικός τους ναός είχε ήδη μεταβληθεί σ’ ένα κήπο του Σαββάτου, με τον ίδιο τρόπο που όλη τους η πίστη είχε μετατραπεί σε λατρεία του Σαββάτου, σα να ήταν η μέρα εκείνη κάποια θεά. Δε ρώτησαν με συμπάθεια τον τυφλό πως ζούσε τόσα χρόνια δίχως όραση, αλλά του επιτέθηκαν με το σκόπιμο ερώτημα: Πώς τόλμησε να δεχτείς την όρασή σου ημέρα Σάββατο; «Ούτος ο άνθρωπος, έλεγαν, ούκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ού τηρεί» (Ιωάν. θ΄16).


Γι’ αυτους άνθρωπος «τού Θεού» ήταν όποιος κοιμόταν το Σάββατο, όποιος δεν έβγαινε από το σπίτι του να περπατήσει, για να μη χαλάσει την αργία του Σαββάτου. Δεν μπορούσε να ήταν «τού Θεού» ο άνθρωπος αυτός που, ενώ είναι Σάββατο, δίνει την όραση σε τυφλό άνθρωπο! Σύμφωνα με τη διεφθαρμένη λογική τους οι πρώτοι τηρούσαν το Σάββατο, ο δεύτερος όχι!


Όταν όμως άνοιξε η συζήτηση ανάμεσα στους Φαρισαίους και τον τυφλό για το Χριστό, εκείνοι τον ρώτησαν τι γνώμη είχε γι’ Αυτόν. «Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν» (Ιωάν. θ΄17). Είναι φανερό πως δεν τον ρώτησαν για να μάθουν απ’ αυτόν την αλήθεια, αλλά μάλλον να τον ακούσουν να τον καταδικάζει επειδή δεν τήρησε το Σάββατο. Ο τυφλός όμως ομολόγησε με παρρησία το Χριστό, με όρους που ο ίδιος αντιλαμβανόταν πως ήταν οι καλλίτεροι και πιο δυνατοί στον κόσμο. Οι πιο καλοί και πιο δυνατοί άνθρωποι ήταν οι προφήτες, για τους οποίους θα είχε ακούσει και θα είχε μάθει. Γι’ αυτό σκέφτηκε έτσι και απάντησε ότι προφήτης εστίν.


Όταν έλαβαν αυτήν την αναπάντεχη και ανέλπιστη απάντηση, οι Ιουδαίοι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά ν’ αρνηθούν το θαύμα και να υποστηρίξουν πως δεν πίστευαν ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν κάποτε τυφλός και τώρα βρήκε το φώς του. «Ούκ επίστεψαν ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ήν και ανέβλεψεν»(Ιωάν. θ΄18). Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούσαν να πιστέψουν ένα γεγονός που έγινε δημόσια, έκαναν πως δε το αναγνώριζαν, ήθελαν να το υποβαθμίσουν και να περιορίσουν τη διάδοση της φήμης του Χριστού ως θαυματουργού. Το ότι ενεργούσαν υποκριτικά όταν έκαναν πως δε το πίστευαν, φαίνεται από το γεγονός ότι κάλεσαν τους γονείς του, για να τους ρωτήσουν.


Κι αυτό όμως δεν το έκαναν για να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση και να μάθουν την πραγματική αλήθεια, αλλά με την ελπίδα πως οι γονείς του θ’ αρνούνταν το θαύμα ή θα το αμφισβητουσαν ή κατά κάποιο τρόπο θα το αποδυνάμωναν. Οι γονείς όμως, που ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί επειδή φοβούνταν τους πρεσβυτέρους, διαβεβαίωσαν πως αυτός ήταν ο γιός τους κι ότι είχε γεννηθεί τυφλός, «πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν, ή τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ούκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει» (Ιωάν. θ΄21).


Αυτή ήταν μια ακόμα απογοήτευση για τους θεομάχους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων! Τι μπορούσαν να κάνουν τώρα; Όταν ο άνθρωπος επιμένει να βαδίζει στο υποχθόνιοι σκοτάδι, χωρίς να θέλει να βγει στο φως της ημέρας, τι άλλο μπορεί να κάνει; παρά να περνάει από το ένα ζοφερό μονοπάτι στο άλλο. Οι πανούργοι Φαρισαίοι έλαβαν κι από τους γονείς του τυφλού μια ολότελα απρόσμενη, ανεπιθύμητη και δυσάρεστη απάντηση. Τώρα δεν τους έμεινε τίποτ’ άλλο να κάνουν παρά να πάρουν εκδίκηση με τον πιο απάνθρωπο και ταπεινό τρόπο: τον εκμαυλισμό της ανθρώπινης συνείδησης. Κάλεσαν πάλι τον τυφλό και του έκαναν μια πανούργα και συνάμα άτιμη πρόταση: «Δος δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμε ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός έστιν» (Ιωαν. θ΄24).


Δηλαδή ήταν σα να του λέγανε ότι «εμείς έχουμε ερευνήσει σε βάθος τα πράγματα και βεβαιωθήκαμε πως όλοι έχουμε δίκιο, τόσο εσύ όσο κι εμείς. Είπες την αλήθεια όταν είπες πως ήσουν τυφλός κι έπειτα βρήκες την όρασή σου. Έχουμε κι εμείς δίκιο όμως που αμφιβάλλουμε πως ο άνθρωπος αυτός ο αμαρτωλός άνοιξε τα μάτια σου. Είμαστε σίγουροι πως είναι αμαρτωλός κι ότι δε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Όσο για το πώς έγιναν τα πράγματα, έχουμε την πεποίθηση πως μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό. Γι’ αυτό δος δόξαν τω Θεώ και αποκήρυξε αυτόν τον αμαρτωλό κι από τώρα και πέρα να μην έχεις καμιά επαφή μαζί του.


Τι ανόητοι που ήταν οι Ιουδαίοι! Με το πάθος που τους τύφλωνε δεν μπορούσαν να δουν ότι, με το ν’ αρνηθούν το Χριστό, στην πραγματικότητα τον ομολογούσαν ως Θεό. Δος δόξαν τω Θεώ! Μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό. Μα ο Κύριος Ιησούς το έκανε, κι αυτό σημαίνει πως ο Κύριος Ιησούς είναι Θεός! «Πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί….»(Ψαλμ. ρμ΄10). Ο τυφλός τότε έδωσε μιά πολύ σοφή απάντηση στους υποκριτές Φαρισαίους: «Εί αμαρτωλός εστί ούκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ώ άρτι βλέπω» (Ιωάν. θ΄25).

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ: Ο ΤΥΦΛΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΙΓΟΙ ΣΩΖΟΜΕΝΟΙ





Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: ΙΗ' 35 – 43


Τώρα το θαύμα πιστεύω ότι οι περισσότεροι το ακούσατε. Το θαύμα, ποιό θαύμα, αυτό που μας περιέγραψε το Ευαγγέλιο, αυτό το θαύμα. Ένας τυφλός καθότανε σε μια γωνιά εκεί του δρόμου, και είχε απλωμένο το χέρι του και ζητούσε ελεημοσύνη. Ζητούσε καμιά δεκάρα ή κάνα κομμάτι ψωμί, για να φάει ο καημένος. Αφού ήταν τυφλός, για κείνη την εποχή ήταν δραματικές οι καταστάσεις των τυφλών. Άκουσε όμως να γίνεται θόρυβος. Ρωτάει τι γίνεται, και του λένε ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος.


Μόλις άκουσε αυτός ότι περνάει ο Ναζωραίος, ο Ιησούς, άρχισε λοιπόν να φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Οι παρευρισκόμενοι και ο όχλος βέβαια ο πολύς που Τον ακολουθούσε τον Χριστό, τον επέπληττε, τον μάλωνε, του έλεγε «πάψε, μη φωνάζεις τόσο δυνατά. Δε σ’ ακούει. Τώρα Αυτός κάνει τη δουλειά Του». Ο τυφλός όμως, όσο του έλεγαν οι άλλοι να μη φωνάζει, αυτός τόσο πιο πολύ φώναζε, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες λέξεις, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».


Κάποτε τον άκουσε ο Χριστός, και ζήτησε βέβαια να τον φέρουν κοντά Του. Δεν κραύγαζε ο φουκαράς για να πάρει χρήματα. Δεν κραύγαζε για να του δώσει ο Χριστός και η συνοδεία που Τον ακολουθούσε δηλαδή οι μαθηταί Του και ο όχλος, ένα κομμάτι ψωμί. Αλλά καθώς είχε ακούσει, μερικά πράγματα όπως και την Ανάσταση της κόρης της θυγατρός του Ιαείρου, και της άλλης εκείνης, του νεανία απ’ τη Ναϊν, και την Ανάσταση του Λαζάρου, διότι αμέσως μετά εγένετο αυτό το θαύμα, με τη δύναμη λοιπόν αυτής της πίστεως, άρχισε να φωνάζει «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».


Για να πει όμως «Υιέ Δαβίδ», αυτό σημαίνει ότι είχε θρησκευτικές γνώσεις. Και ήξερε πολύ καλά από τις προφητείες, ότι ο Μεσσίας θα προήρχετο από την γενεά του Δαβίδ. Εμείς, σαν ορθόδοξοι χριστιανοί, αυτό το πράγμα το γνωρίζουμε; Ότι δηλαδή ο Κύριός μας ως άνθρωπος προέρχεται απ’ το γένος του Δαβίδ; Γι’ αυτό και επομένως ονομάζει τον Κύριον «Υιό Δαβίδ». Πιστεύει ότι είναι ο Μεσσίας, ο Βασιλεύς του κόσμου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ.


Το «ελέησόν με» εκφράζει και κάτι άλλο. Ότι πίστευε ότι ο Χριστός είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είχαν όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι εκείνης της εποχής, Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι άρχοντες και Αρχιερείς του λαού. Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Είχε γνωρίσματα, αλλά τα γνωρίσματα αυτά ήταν θεϊκά. Γι’ αυτό και φώναζε με πολύ δυνατή πίστη προς τον Θεάνθρωπον Χριστόν, «Υιέ Δαβίδ, Ιησού Υιέ Δαβίδ». Με τέτοια πίστη μας διδάσκει ο τυφλός, εμείς την έχουμε;


Εμείς έχουμε μια τέτοια πίστη που πρέπει να βλέπομε μόνον τα αόρατα και όχι τα ορατά, να βλέπομε τα πνευματικά και όχι τα υλικά, να βλέπουμε τα ουράνια και όχι τα επίγεια, τα θεία και τα απρόσιτα και όχι τα φθαρτά, που στο κάτω – κάτω θα τα αφήσομε όλα εδώ, και γυμνοί θα απέλθομε από τούτο τον κόσμον. Αν ακούσουμε τον σκληρό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, πιθανόν να απογοητευτούμε αλλά αυτή είναι η αλήθεια, θα την πούμε λίγο πιο κάτω.


«Τι θέλεις να σου κάμω», του λέει ο Κύριος. «Να αναβλέψω, θέλω το φώς μου, τι να θέλω, τι να θέλει ένας τυφλός;» Τι να θέλει, να θέλει ψωμί, πρώτα το ψωμί, να θέλει την ανάπαυση του κορμιού του, να θέλει πέντε δραχμές στη χούφτα του; Το κυριότερο πράγμα που ζητά είναι το φώς του. Ο Κύριος ερώτησε τον τυφλόν τι θέλει, αγνοούσε δηλαδή, δεν ήξερε τι θέλει ο τυφλός; Ασφαλώς ο Κύριος γνώριζε τα πάντα. Αλλά έκαμε την ερώτηση αυτή, όχι γιατί δεν εγνώριζε τι θέλει ο τυφλός του Ευαγγελίου, αλλά διά να το καταλάβουν αυτό το πράγμα και τα πλήθη.


Για να μην πιστέψουν ότι ο τυφλός εκείνη τη στιγμή ζητούσε χρηματική βοήθεια, και υλική συμπαράσταση, αλλά ότι ζητούσε το φώς του. Ήθελε ο Κύριος λοιπόν να το κάμει αυτό γνωστό. Ότι ο τυφλός ζητούσε κάτι το υπερφυσικό. Κάτι το ανυπέρβλητο: Τυφλός να δει το φώς! Υπάρχει όμως και κάτι άλλο για το οποίον ο Κύριος εγνώριζε τι ζητάει ο τυφλός. Το εγνώριζε, όπως γνωρίζει και τις καρδιές όλων μας. Εδώ, εδώ, ολονών τις καρδιές, τώρα τι έχετε μέσα σας, και τι έχω μέσα μου τα γνωρίζει. Εάν αυτά που έχουμε μέσα μας, είναι αιτήματα ευλογημένα, το γνωρίζει. Αλλά θέλει να Του το φωνάζουμε! Γι’ αυτό του είπε, «τι θέλεις, τι θέλεις να σου κάμω;»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ: Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ




[Λουκ. 18,35-43]

«Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με (:Ιησού, υιέ του Δαβίδ, ελέησέ με)» [Λουκ.18,38].


Προσήλθε λοιπόν αυτός ο τυφλός με την πεποίθηση ότι προσερχόταν στον Θεό που είναι σε όλα ισχυρός· και αποκαλεί τον Ιησού «υἱόν Δαυΐδ», διότι έχοντας ανατραφεί μέσα στον ιουδαϊσμό και έχοντας γεννηθεί εκεί ως εντόπιος, δεν αγνόησε όσα είχαν ειπωθεί εκ των προτέρων γι’ Αυτόν μέσω του νόμου βέβαια και των αγίων προφητών και ότι κατά σάρκα προερχόταν από τη γενιά του Δαβίδ.


Επομένως, επειδή ήδη είχε πιστέψει ότι, όντας Θεός ο Λόγος, υπέμεινε με τη θέλησή Του την κατά σάρκα γέννησή Του, εννοώ από την αγία Παρθένο, πλησιάζει τον Ιησού ως Θεό, λέγοντάς Του: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Πράγματι, μια πρόσθετη μαρτυρία ότι απηύθυνε αυτήν την ικεσία στον Κύριο, έχοντας αυτήν την πεποίθηση, αποτελούν τα ίδια τα λόγια του Χριστού: «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(:Η πίστη σου σε έχει σώσει)».


Ας τον μιμηθούν, λοιπόν, αυτόν που ήταν ασθενής στους οφθαλμούς, όσοι διαιρούν στα δύο τον ένα Κύριο Ιησού Χριστό, καθώς ο τυφλός πλησιάζει τον Σωτήρα των πάντων Χριστό ως Θεό και Τον ονομάζει και Κύριο και υιό του Δαβίδ. Μαρτυρεί επίσης τη δόξα Του, με το να επιζητεί από Αυτόν μια ενέργεια που ταιριάζει απόλυτα στον Θεό.


Ας θαυμάζουν επίσης το σθένος της ομολογίας του˙ μερικοί πράγματι τον επιτιμούσαν, επειδή ομολογούσε την πίστη του, αυτός όμως δεν υποχωρούσε, ούτε και μειωνόταν η παρρησία του από όσους τον εμπόδιζαν. Ήξερε ότι η πίστη μάχεται με τα πάντα και τα πάντα νικάει˙ για τον λόγο αυτό τον επιτιμούσαν, αλλά αυτός, πιστός, δεν υποχωρούσε, αλλά ακολουθούσε τον Δεσπότη, γνωρίζοντας ότι είναι καλή η υπέρ της ευσεβείας «αναίδεια»˙ γιατί αν για τα χρήματα υπάρχουν πολλοί αναιδείς, για τη σωτηρία της ψυχής δεν χρειάζεται να ενδύεται κανείς την καλή αναίδεια;


Σταματάει τον Κύριο η φωνή εκείνου που Τον επικαλείται με πίστη˙ και έχει δίκαια τιμηθεί από τον Χριστό ο τυφλός˙ διότι έχει κληθεί από Αυτόν και έχει δεχθεί εντολή να έρθει κοντά, με σκοπό αυτός που Τον προσέγγισε προηγουμένως με την πίστη του, να Τον πλησιάσει και με το σώμα του˙ και εμάς λοιπόν η πίστη μάς παρουσιάζει και μας φέρνει κοντά στον Χριστό, ώστε να αξιωθούμε και λόγια που να προέρχονται από Αυτόν.


Διότι αφού έφεραν κοντά Του τον τυφλό, τον ρωτούσε λέγοντας: «Τί σοι θέλεις ποιήσω; (:Τι θέλεις να κάνω για σένα;)». Άραγε λοιπόν αγνοούσε ο Κύριος το αίτημα που θα υπέβαλε ο τυφλός; Και πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί αυτό; Ρωτούσε λοιπόν κατ’ οικονομίαν, για να μάθαιναν ιδιαίτερα οι παριστάμενοι, δηλαδή όσοι βάδιζαν μαζί του, ότι όχι για χρήματα μάλλον Τον παρακαλεί, αλλά για μια ενέργεια θεϊκή που μπορεί να προέλθει από τον Θεό. Άρα λοιπόν απαλλασσόταν βέβαια από το να νοσεί ο τυφλός, παραμελούσε όμως εντελώς το να είναι φίλος του Χριστού;


Με κανέναν τρόπο· αλλά αποδείκνυε την ευγνωμοσύνη του με τα έργα του. Και απελευθερώθηκε από μια διπλή τυφλότητα, και τη σωματική, και την τυφλότητα του νου και της καρδιάς· διότι δεν θα Τον δόξαζε ως Θεό, εάν όντως δεν είχε αποκτήσει την όρασή του. Και επίσης έχει γίνει και για άλλους λογική αιτία για να Τον δοξάζουν.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': Η ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ




Θεμελιώδεις Ἀρχὲς τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς. Eὐαγγελικὸς Δεκάλογος Μέρος Θ´.
Ἡ Θυσιαστικὴ Ἀγάπη 



† Κυριακὴ Θ´ Λουκᾶ, 17η Νοεμβρίου 2025 ἐκ. ἡμ.

† Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανοῦ



Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· 


῾ Ο Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!... 


Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι!... Καλὴ Σαρακοστή! Ἡ πορεία μας πρὸς τὸ ταπεινὸ Σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ ἔχει ἤδη ἀρχίσει... Εὐχόμεθα νὰ εἶναι τὸ ἀσκητικὸ ταξίδι μας αὐτὸ εἰρηνικὸ καὶ καρποφόρο ἐν Χριστῷ, ὥστε ἡ καρδιά μας νὰ φιλοξενήση τὸν Κύριο καὶ Θεὸ καὶ Σωτῆρα μας! Ἀμήν!... Μὲ τὴν βοήθεια καὶ προστασία τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου, ἡ ἀνάβασίς μας στὴν Οὐρανοδρόμο Κλίμακα συνεχίζεται... Ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐλογία τοῦ Ἀειμνήστου Πατρός, Γέροντος καὶ Μητροπολίτου μας † Κυπριανοῦ, ὡς καὶ τὶς πολύτιμες προσευχές Σας, προκειμένου νὰ ἀνέβουμε ἀπόψε στὴν ἐνάτη βαθμίδα: τὴν Θυσιαστικὴ Ἀγάπη.


«Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου» (Ψαλμ. ν΄ 17). α. Νῆψις-Ἐγρήγορσις Ὑπενθυμίζω εἰσαγωγικῶς, προκειμένου νὰ συνδεθοῦμε μὲ τὴν προηγουμένη Εἰσήγησί μας, ὅτι ὁ Κύριός μας μᾶς ἔδωσε μία καίρια Ἐντολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κινητήρια δύναμι ὅλων τῶν προσπαθειῶν μας, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν Κάθαρσι τῆς Καρδιᾶς μας. Ἡ Ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι ἡ Νῆψις · νὰ προσέχουμε δηλαδὴ ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό μας, νὰ μὴ χαλαρώνουμε, νὰ μὴν ἀφήνουμε τὰ Λυχνάρια μας νὰ σβήσουν... Ὁ ζωντανὸς Χριστιανὸς εὑρίσκεται σὲ συνεχῆ Ἐγρήγορσι... Ἀναμένει τὸν Νυμφίο Χριστό μας, γιὰ νὰ ἑνωθῆ μαζί Του στοὺς Αἰωνίους Γάμους... Ἡ Ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, λησμονημένη, ἐνῶ εἶναι τόσο καίριας σημασίας καὶ σπουδαιότητος.


ς θυμηθοῦμε καὶ πάλι τὰ θεϊκὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε, καὶ προσεύχεσθε...» ( Μάρκ. ιγ΄ 33). «Γρηγορεῖτε... Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἔρχεται» ( Ματθ. κδ΄ 42, 44). «Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι...» ( Λουκ. κα΄ 34). «Ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι» (Λουκ. ιβ΄ 35). «Ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω · Γρηγορεῖτε» (Μάρκ. ιγ΄ 37). «Ἰδού, ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» ( Ἀποκαλ. γ΄ 20). «Ἰδού, ἔρχομαι ὡς κλέπτης. Μακάριος ὁ γρηγορῶν καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ» ( Ἀποκαλ. ιϚ΄ 15). β. Ἡ Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πολύτιμος Ἐγρήγορσις, αὐτὴ ἡ νηπτικὴ ἐργασία, ἀπαιτεῖται ὁπωσδήποτε στὴν ἄσκησι τῆς θεοποιοῦ Ἀγάπης, τῆς χριστοφόρου αὐτῆς Ἐντολῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλὴ καὶ ἀγαθὴ γῆ τῆς καρδιᾶς τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἄκουσε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου μας καὶ κατέχει καὶ φυλάσσει αὐτὸν καὶ καρποφορεῖ ἐν ὑπομονῇ (πρβλ. Λουκ. η΄ 15).


φείλω βεβαίως νὰ προλάβω καὶ νὰ ὑπογραμμίσω ἐδῶ, ὅτι ὅταν γίνεται λόγος περὶ Ἀγάπης, δὲν ἐννοοῦμε αὐτὴν ὡς ἕνα ἐπιπόλαιο ἀνθρωποκεντρικὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖο θραύεται καὶ διαλύεται εὔκολα καὶ γρήγορα μὲ τὴν πρώτη δοκιμασία. Ἡ ἐν Χριστῷ Ἀγάπη δὲν εἶναι εὔκολη, διότι ἀπαιτεῖ Αὐταπάρνησι. Τί εἶναι ἡ Αὐταπάρνησις;... Εἶναι μία θυσιαστικὴ ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἄρρωστο ἑαυτό μας, εἶναι μία γενναία καὶ ἡρωϊκὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ Ὑπομονή. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». (Λουκ. κα΄ 19) Γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ σώσουμε τὶς ψυχές μας καὶ νὰ τὶς ὁδηγήσουμε στὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἕνωσί μας μὲ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό, ὀφείλουμε –μὲ ἡρωϊκὴ ὄντως διάθεσι– νὰ φυλάξουμε αὐτὴν ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ ταραχὴ καὶ ἀρνητικὴ διάθεσι. Τὰ πάθη εἶναι γιὰ ὅλους μας πηγὴ θλίψεως... Ἀλλ᾿ ὅμως, μεγαλύτερη θλῖψι αἰσθανόμεθα, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ἀποτινάξουμε τὸν βαρὺ ζυγὸν καὶ τὸ βαρὺ φορτίον τῶν παθῶν μας (πρβλ. Ματθ. ια΄ 30). Παρὰ ταῦτα, ἡ μεγάλη αὐτὴ θλῖψις μᾶς πλήττει συνήθως στὴν ἀρχὴ τῆς ἐν Χριστῷ προσπαθείας μας... Σὺν τῷ χρόνῳ ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου μας θὰ μᾶς πλημμυρίζη, θὰ μᾶς ἐνισχύη καὶ θὰ μᾶς παρηγορῆ.


Οἱ Ἐντολὲς τοῦ Σωτῆρος μας, ἰδιαιτέρως μάλιστα ἡ Ἀγάπη, ὅταν ἐφαρμόζωνται ἐν ὑπομονῇ, ἐλευθερώνουν καὶ ζωογονοῦν τὴν ψυχή μας, τὴν γεμίζουν μὲ ἀνέκφραστη γαλήνη, εἰρήνη, εὐωδία καὶ γλυκύτητα... Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν οἱ Ἐντολὲς χαρακτηρίζονται ὡς «ζυγὸς χρηστὸς (ἀπαλός)» καὶ «φορτίον ἐλαφρόν» (Ματθ. ια΄ 30). Εἶναι δὲ τόσο σπουδαία ἡ Ἀγάπη, ἡ Ἐντολὴ τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον μας, τὸν Ἀδελφό μας, ὥστε τίθεται παραλλήλως καὶ μαζὶ μὲ τὴν Ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό μας καὶ Θεό μας. Στὴν τήρησι τῆς διπλῆς αὐτῆς Ἐντολῆς στηρίζεται τὸ πᾶν, «ὅλος ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆται» (Ματθ. κβ΄ 40), δηλαδὴ ἡ σωτηρία μας. Ἔτσι ἐξηγεῖται, γιατὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα μισοῦν τὴν κορυφαία αὐτὴν Ἐντολὴ καὶ μᾶς ὑποδουλώνουν στὴν Φιλαυτία καὶ μᾶς καταδυναστεύουν, ὥστε νὰ μὴν ἔχουμε διάθεσι γιὰ τὶς θυσίες, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦνται γιὰ τὴν ἔξοδό μας ἀπὸ τὴν φρικτὴ φυλακὴ τοῦ ἀρρώστου καὶ ἐμπαθοῦς ἑαυτοῦ μας. Ἀλλ᾿ ἐμεῖς ἔχουμε μία ἀνεξάντλητη πηγὴ θάρρους... Εἶναι οἱ προτροπὲς τῶν Ἁγίων μας... Ἂς μὴ ραθυμοῦμε, ἂς μὴ λιποψυχοῦμε!... «Ἂς πολεμᾶμε», μᾶς συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, «τὴν πεσμένη μας φύση, ὅταν αὐτὴ ἐναντιώνεται στὶς εὐαγγελικὲς Ἐντολές, μὴ θέλοντας νὰ ὑποταχθῆ στὸν Θεό.

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΛΕΟΝΤΟΣ ΙΔ'




...αναφέρθηκε στην πορεία προσεγγίσεως μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, χαρακτηρίζοντάς την ως «αμετάκλητη οδό», η οποία εγκαινιάσθηκε το 1964 με τη συνάντηση του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα...





Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, το απόγευμα του Σαββάτου, 9 Μαΐου 2026, μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, μετέβη στον ΡΚαθολικό Ναό του Αγίου Πνεύματος στο Harbiye, όπου παρέστη στη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε για την πρώτη επέτειο από την εκλογή της Α.Α. του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄, κατά την οποία μίλησε επικαίρως στην αγγλική, κατόπιν παρακλήσεως του Νουντσίου του Βατικανού στην Τουρκία Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Marek Solczynski.





Με τον Παναγιώτατο παρακολούθησαν την Θεία Λιτουργία και οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ, Κρήνης κ. Κύριλλος, και Προύσης κ. Ιωακείμ, καθώς και ο Ιερολ. Πατριαρχικός Διάκονος κ. Φώτιος Πουλόπουλος.




Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.