«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β' ΛΟΥΚΑ (2025)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
Φυλή Αττικής
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΛΟΥΚΑ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ
Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Λουκ. στ’ 31-36)
Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Λουκ. στ’ 31-36)
Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;
Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.
Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.Η φιλανθρωπία είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε’ 7).
Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει. Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολών. Η συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.
Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμου. Το νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτε. Όταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνική.
ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β' ΛΟΥΚΑ
Σήμερα ο Κύριος μάς ομιλεί, μέσα από την περικοπή του Ευαγγελίου του Λουκά, για την εντολή της αγάπης. Και ξεκινά προτέποντάς μας να συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας όπως ακριβώς επιθυμούμε και οι άλλοι να συμπεριφέρονται προς εμάς, δηλαδή μας λέει ότι αν θέλουμε οι άνθρωποι να μάς αγαπάνε, να μάς σέβονται, να μάς συγχωρούν, τότε κι εμείς πρώτοι θα πρέπει να είμαστε άνθρωποι της αγάπης. Γιατί, συνεχίζει, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί, και κάνετε καλό μόνο σε εκείνους που σας φέρονται καλά, τότε μέσα σας δεν υπάρχει η χάρις του Θεού.
Αν δανείζετε σ’ εκείνους από τους οποίους περιμένετε να έχετε απολαβές, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί, τότε η αγάπη γίνεται αντικείμενο δοσοληψίας, τότε η φιλανθρωπία είναι ιδιοτελής, τότε δεν υπάρχει αγάπη, αλλά συμφέρον και εγωισμός. Γι αυτό, πάλι μας προτρέπει, να αγαπάτε τους εχθρούς σας, και να πράττετε το αγαθό και να δανείζετε χωρίς να περιμένετε σε καμία ανταπόδοση, και τότε ο μισθός σας θα είναι πολύς, και θα είστε γνήσια παιδιά του Υψίστου, μιας που ο ίδιος ο Θεός ευεργετεί ακόμα και τους αχάριστους και πονηρούς ανθρώπους. Να είστε ελεήμονες, καταλήγει στο λόγο Του ο Χριστός, όπως ελεήμων είναι και ο Πατέρας σας.
Με τους λόγους αυτούς ο Κύριος αναλύει πρακτικά τι σημαίνει η αγάπη προς τον πλησίον, και την διαστέλλει από κάθε ενέργεια που αποβλέπει στο συμφέρον μας. Η αγάπη δεν είναι για το Χριστό μια κίνηση που εξαρτάται από τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας, αλλά αντλεί την καταγωγή της και τη δύναμή της από τον ίδιο το Θεό. Γι αυτό και η νέα εντολή, η μοναδική εντολή της Καινής Διαθήκης, είναι το «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους»[1], καθώς σ’ αυτή στηρίζονται και ο Νόμος και οι Προφήτες[2], και κάθε έκφραση της εν Χριστώ ζωής. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος[3] θα μάς πει ότι η αγάπη, η ευσπλαγχνία και η φιλανθρωπία προς τους αδελφούς μας, είναι θεώνυμες και θεομίμητες πράξεις, και πραγματώνουν το καθ’ ομοίωσιν μέσα μας.
Και ο Μέγας Βασίλειος[4], σημειώνει ότι ο άνθρωπος, δεν είναι ούτε άγριο ζώο, ούτε πλασμένος για να ζει μόνος του, αλλά ως κοινωνικό όν έχει ανάγκη να επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους, να αγαπά και να εισπράττει αγάπη. Γι αυτό και ο Κύριος δίνει την σαφή εντολή της προς αλλήλους αγάπης, και θέλοντας να διεγείρει την ψυχή μας προς την πραγμάτωση της αληθινής κοινωνίας με τον πλησίον, μάς λέει ότι σημάδι ότι είμαστε γνήσιοι μαθητές Του είναι όχι η θαυματουργία, αλλά η αγάπη.
Δεν ζήτησε ο Χριστός από τους Αποστόλους να κάνουν σημεία και θαύματα, παρόλο που ο ίδιος τούς έδωσε αυτή την δωρεά και χάρη, αλλά ταυτίζει την αγάπη προς τον πλησίον μα την αγάπη προς τον ίδιο το Θεό. Επείνασα, μας λέει, και μου δώσατε να φάω, και τα λοιπά. Και τούτο, επειδή η αγάπη προς τον πλησίον και η αγάπη προς τον Θεό είναι αλληλένδετες, και η μία τροφοδοτεί και ενισχύει την άλλη.
Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, μέσα στην ανθρώπινη ατέλεια και αδυναμία μας, και έχοντας ανάγκη να εισπράξουμε την αγάπη των συνανθρώπων μας, την αποδοχή τους, την κατανόησή τους, να αντιλαμβανόμαστε την αγάπη ως μια κίνηση συναισθηματική, που περιορίζεται σε ένα στενό κύκλο ανθρώπων γύρω μας, και συχνά μεταβάλλεται, ανάλογα με τη συμπεριφορά τους. Όμως για τον Χριστό η αγάπη είναι κοινωνία προσώπων, και επειδή ως κοινωνία προσώπων και ως σχέση ενότητας με τον συνάνθρωπο και με τον Θεό δεν μπορεί να υπάρξει με όρους ιδιοτελείς, το χαρακτηριστικό της γνώρισμα δεν είναι η αντιπροσφορά, αλλά η προσφορά δίχως ανταλλάγματα, χωρίς κατ’ ανάγκη να περιμένουμε την ανταπόδοση των άλλων.
Πιο απλά, αν περιμένουμε όλοι μας πρώτα οι άλλοι να μάς φερθούν με αγάπη, ώστε κι εμείς να πράξουμε ανάλογα, τότε μοιραία οι άνθρωποι αποξενωνόμαστε μεταξύ μας, κλεινόμαστε στο Εγώ μας και ζούμε από τώρα την απομόνωση, την προσωπική μας Κόλαση. Οι κοινωνίες μας συχνά χαρακτηρίζονται ως απρόσωπες, οι άνθρωποι κυκλοφορούμε στους δρόμους ως μονάδες μέσα στο πλήθος, απομονωμένοι, σκυθρωποί, δίχως ενδιαφέρον για τον πλησίον, δίχως πραγματική αγάπη μέσα μας.
Γι' αυτό και ο Χριστός μάς προτρέπει σήμερα να περάσουμε από την παθητική εγωιστική στάση στην ενεργητική και πραγματική έκφραση της αγάπης, που πρώτη προσφέρει και προσφέρεται και θυσιάζεται για τον κάθε άνθρωπο, ακόμα και γι αυτόν που μάς έχει βλάψει ή μάς μισεί.
Παράδειγμα, οδηγός και βοηθός στην προσπάθειά μας αυτή είναι ο ίδιος, που ως ο Θεός αγαπά και τους δικαίους και τους αδίκους, και έγινε άνθρωπος και έπαθε για τις δικές μας αμαρτίες,
ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΛΟΥΚΑ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. στ΄, χωρία 31 έως 36).
Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΙΗ΄
του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
σχετικά με την ευαγγελική περικοπή για την αγάπη προς τον πλησίον. Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. 5, 38-42.
«Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος· Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπί τήν δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καί τήν ἄλλην· καί τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καί τόν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καί τό ἱμάτιον (:Ακούσατε ότι ελέχθη: ''οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος’'' (δηλαδή να ανταποδίδεις ίσο κακό προς το κακό, που σου έκανε ο άλλος). Εγώ όμως σας λέγω να μην καταληφτείτε από οργή και εχθρότητα και να μην αντισταθείτε στον πονηρό άνθρωπο αποδίδοντας κακό αντί κακού, αλλά αν κανείς σε ραπίσει στο δεξιό μέρος του προσώπου σου, γύρισε με πραότητα και υποχωρητικότητα και το άλλο μέρος του προσώπου (πρόθυμος να δεχθείς και δεύτερο ράπισμα). Και σε εκείνον που θέλει να σε οδηγήσει στα δικαστήρια, για να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το επανωφόρι σου)».
Βλέπεις, ότι δεν εννοούσε τον ίδιο τον οφθαλμό μας προηγουμένως, όταν νομοθετούσε να βγάζουμε τον οφθαλμό που μας σκανδαλίζει [Ματθ. 5, 29: «εἰ δέ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιός σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καί μή ὅλον τό σῶμα σου βληθῇ εἰς γέενναν (:Εάν όμως ο δεξιός σου οφθαλμός νοσεί και σε ενοχλεί και υπάρχει φόβος να βλάψει όλο το σώμα, βγάλε τον και πέταξέ τον μακριά από εσένα. Διότι σε συμφέρει να χαθεί ένα μέλος του σώματος, παρά να ριφθείς μαζί με όλο το σώμα στη γέεννα του πυρός (δηλαδή εάν ένα πρόσωπο πολύτιμο και αγαπητό, όπως ο δεξιός οφθαλμός, σε εξερεθίζει προς αμαρτία, χωρίσου οριστικώς απ’ αυτό και κόψε την επικοινωνία μαζί του, διότι σε συμφέρει να το στερηθείς το πρόσωπο αυτό, παρά να ριφθείς μαζί του στο άσβεστο πυρ της κολάσεως)»], αλλά έκανε λόγο για εκείνους που μας βλάπτουν με τη φιλία τους και μας ρίπτουν στο βάραθρο της απώλειας.
Πραγματικά, Αυτός που τονίζει εδώ με τόση έμφαση και δεν επιτρέπει να αφαιρεί ως ανταπόδοση κάποιος τον οφθαλμό ακόμα και εκείνου που του βγάζει τον δικό του, πώς είναι δυνατόν να νομοθέτησε να βγάζουμε το δικό μας οφθαλμό; Εάν, τώρα, κάποιος κατηγορεί τον παλαιό νόμο [τον μωσαϊκό], επειδή διέτασσε να αμυνόμαστε με αυτόν τον τρόπο, μου φαίνεται ότι είναι πολύ άπειρος από τη σοφία που ταιριάζει σε έναν νομοθέτη και ότι αγνοεί τη δύναμη των περιστάσεων κάθε εποχής και το κέρδος της συγκαταβάσεως. Διότι, εάν σκεφτεί ποιοι ήσαν τότε οι ακροατές των εντολών αυτών του μωσαϊκού νόμου, σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκονταν και πότε δέχτηκαν τη νομοθεσία αυτή, τότε θα παραδεχτεί απολύτως τη σοφία του νομοθέτη, και θα αντιληφτεί ότι ο ίδιος Νομοθέτης έθεσε και εκείνους και τους παρόντες νόμους και ακόμη, ότι κάθε μία νομοθεσία υπήρξε πολύ ωφέλιμη και δόθηκε στον κατάλληλο καιρό.
Πραγματικά, εάν έδινε από την αρχή τις υψηλές και δύσκολες αυτές εντολές, ασφαλώς, ούτε αυτές θα δέχονταν οι Ιουδαίοι εκείνη την εποχή, ούτε βέβαια εκείνες τις παλαιές. Τώρα όμως αφού έδωσε την κάθε νομοθεσία στην κατάλληλη στιγμή, διόρθωσε την οικουμένη ολόκληρη διαμέσου των δύο διαθηκών [της Παλαιάς και της Καινής]. Εξάλλου, έδωσε την εντολή αυτήν τότε όχι για να βγάζουμε ο ένας τα μάτια του άλλου, αλλά για να μην απλώνουμε τα χέρια μας ο ένας εναντίον του άλλου και να τα συγκρατούμε· διότι η απειλή να πάθουμε κάτι, εμποδίζει την ορμή που οδηγεί στη βιαιοπραγία εκ μέρους μας.
Και έτσι, όμως, ρίπτει σιγά-σιγά άφθονα τα σπέρματα της φιλοσοφίας, με το να ορίζει αρχικά ότι ο παθών μπορεί να αμύνεται, ανταποδίδοντας το ίδιο πάθημα· μολονότι, βέβαια, εκείνος που αρχίζει την παρανομία αυτήν είναι άξιος μεγαλύτερης τιμωρίας, πράγμα το οποίο απαιτεί και η δικαιοσύνη. Αλλά, επειδή ήθελε να αποδίδεται το δίκαιο επί τη βάσει της φιλανθρωπίας, καταδικάζει σε μικρότερη τιμωρία εκείνον που έφταιξε περισσότερο, για να μας διδάξει ότι, ακόμη και όταν πάσχουμε, πρέπει να είμαστε πολύ επιεικείς. Αφού ανέφερε, λοιπόν, τον παλαιό νόμο και τον ανέγνωσε ολόκληρο, δείχνει και πάλι ότι δεν είναι ο αδελφός που κάνει αυτές τις ενέργειες, αλλά ο πονηρός.
Γι’ αυτό και πρόσθεσε: «Εγώ όμως σας λέω να μην προβάλετε αντίσταση στον πονηρό». Δεν είπε: «Να μην προβάλλετε αντίσταση στον αδελφό», αλλά «στον πονηρό», αποδεικνύοντας ότι με την υποκίνηση αυτού αποτολμώνται αυτές οι πράξεις. Έτσι, μετριάζει και παύει την υπερβολική οργή εναντίον αυτού που διέπραξε το αδίκημα, με το να μεταθέτει την αιτία του κακού σε άλλον. «Τι λοιπόν; Δεν πρέπει να αντιστεκόμαστε στον πονηρό;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Πρέπει, βέβαια, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο, αλλά όπως ο ίδιος ο Ιησούς υπέδειξε με την εντολή αυτή, δηλαδή, με το να προσφέρουμε τον εαυτό μας στο πάθος, στο να κακοποιηθεί, διότι μόνο έτσι θα υπερνικήσουμε το κακό. Πραγματικά, η φωτιά δεν σβήνει με τη φωτιά, αλλά η φωτιά σβήνει με το νερό.
Για να αντιληφθείς, όμως, ότι και στον παλαιό νόμο νικητής ήταν αυτός που έπαθε από τον άλλο και ότι αυτός στεφανώνεται, εξέτασε το γεγονός καθ’ εαυτό και θα δεις ότι μεγάλη είναι η δική του υπεροχή· διότι αυτός που άρχισε την αδικία, αυτός θα είναι και η αιτία της τυφλώσεως και των δύο οφθαλμών, δηλαδή και του πλησίον του και του δικού του. Γι’ αυτό και μισείται δίκαια από όλους και αναρίθμητες κατηγορίες διατυπώνονται σε βάρος του· ενώ ο αδικημένος και μετά την άμυνα δια της ανταποδόσεως των ίσων, δε θα έχει διαπράξει τίποτε το φοβερό. Γι’ αυτό και πολλοί συμπάσχουν μαζί του, επειδή είναι καθαρός και μετά τη διάπραξη του πλημμελήματος αυτού.
Και η μεν συμφορά είναι ίση και στους δύο, ενώ η δόξα δεν είναι η ίδια, ούτε ενώπιον του Θεού, ούτε ενώπιον των ανθρώπων. Γι’ αυτό, λοιπόν, και η συμφορά δεν είναι η αδικία. Πραγματικά, έλεγε λοιπόν στην αρχή : «ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός (:εκείνος που θα υβρίσει τον αδελφό του και θα του πει με περιφρόνηση “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρύτερου, από εκείνα που δικάζει το μεγάλο συνέδριο, το ανώτατο δηλαδή δικαστήριο των Εβραίων. Εκείνος δε που θα πει με μίσος στον αδελφό του “άμυαλε, τρελέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθεί με την στον Άδη γέεννα του πυρός.
Όποιος οργίζεται χωρίς λόγο εναντίον του αδελφού του και όποιος ονομάζει αυτόν ‘’μωρό’’, θα καταδικαστεί στη γέεννα του πυρός» [Ματθ. 5, 22], στην προκειμένη περίπτωση, όμως, απαιτεί μεγαλύτερη πνευματικότητα, διότι δεν προστάζει τον πάσχοντα, απλώς και μόνο να μην αντιδρά και να παραμένει ατάραχος χωρίς καμία ανταπόδοση, αλλά να αντιπαραθέτει μεγαλύτερη φιλοτιμία, με το να προσφέρει και την άλλη σιαγόνα. Και δεν τα λέγει αυτά μόνο αναφορικά με το πάθημα αυτό, αλλά για να μας διδάξει την ανεξικακία για όλες εν γένει τις σε βάρος μας αδικίες. Όπως δηλαδή, όταν λέγει ότι «όποιος ονομάζει τον αδελφό του μωρό είναι ένοχος στη γέενα», δεν ομιλεί μόνο για τη λέξη «μωρός», αλλά αναφέρεται σε κάθε είδους ύβρη, κατά όμοιο τρόπο και εδώ δεν θέτει νόμο μόνο για να φερόμαστε με γενναιότητα, όταν μας ραπίζουν, αλλά και για να μην ταρασσόμαστε, οτιδήποτε και αν παθαίνουμε.
Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026
ΤΗ 3η ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ
Ο Άγιος Ιερώνυμος της Αίγινας, που η μαρτυρική Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών του Πατρίου Ημερολογίου αγιοκατάταξε είναι ο τελευταίος ομολογητής Άγιος του αιώνα, που παρήλθε. Και τούτο, όχι, γιατι αποτειχίσθηκε λόγω της ημερολογιακής καινοτομίας - εν μέσω Γερμανικής Κατοχής - και προσχώρησε στο Ακαινοτόμητο Πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά, γιατι εν μέσω πολιτικοεκκλησιαστικών διωγμών, ανέξοδων λοιδωριών και προκάτ προπηλακισμών, δεν έπαψε ποτέ, ν' αγαπάει ανεκτίμητα τον οιονδήποτε πλησίον του, ως πιστό και ευγενές αντίγραφο Χριστού. Ακόμα και η επιστολή παραίτησής του προς τον οικείο Μητροπολίτη Αιγίνης κ. Προκόπιο, έτει 1942, πέραν του ομολογιακού της χαραχτήρα, ήταν λιτή, σεμνή και λίαν - εν Χριστώ - αγαπητική. ''Σεβασμιώτατε, Παρακαλώ υμάς ίνα δεχθείτε την εκ του νοσοκομείου παραίτησίν μου, διότι από του 1924 και εντεύθεν, ήτο ο πόθος μου καθώς και ο ζήλος μου προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την πίστιν. Παιδιόθεν την εσεβάσθην, αφιερώσας όλην μου την ζωήν, υπακούσας εις τας παραδόσεις των Θεοφόρων Πατέρων. Ομολογώ και κυρήττω το πάτριον ημερολόγιον δια το σωστόν, ως και Σεις ο ίδιος ομολογείτε. Δια τούτο παρακαλώ υμάς, ευχηθείτε δε και εσείς, ίνα μέχρι τέλους εμμένω γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.'' Έτσι απλά και αθόρυβα, χωρίς διθυραμβικές τυμπανοκρουσίες, ανεπίγνωστους αφορισμούς και φανατικές δοξασίες, ακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή του το παλαιό ημερολόγιο, ανήκων στην Ιερά Σύνοδο, την, υπό τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο κ. Αυξέντιο, συνετεξαμένη. Η αποτείχιση όμως του Αγίου Γέροντος αποκτάει ιδιαίτερη σημασία, αν συνδιαστεί με τον χρόνο και την συνέπεια, που αυτή πραγματώθηκε. Διορισμένη Γερμανοκατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου και Αρχιεπίσκοπος, ο εκ Κορίνθου Δαμασκηνός, που με την βοήθεια της Γερμανικής επιστασίας, κατέλαβε την αρχιεπισκοπική θέση εκδιώχνοντας τον Χρύσανθο και γενόμενος ο ίδιος Πρωθυπουργός και Αντιβασιλέας της χώρας... Μέσα σ' αυτές τις ανείπωτες - κοινωνικά - συνθήκες, ο Γέρων Ιερώνυμος συνέχισε απρόσκοπτα το ποιμαντικό του έργο, έχοντας ν' αντιμετωπίσει μια υπόδουλη, διαχειριστική κυβέρνηση και μια νόμω κρατούσα εκκλησία, που συνεργάστηκε δυστηχώς - σε επίπεδο κορυφής - με τους Βαυαρούς δεσμώτες της. Δεν είχε την σημερινή πολυτέλεια των ατέρμονων, δημοσιευμένων, διθυραμβικών κοινοποιήσεων κατά του εωσφορικού Οικουμενισμού, ούτε την πλαστή, ψευδοειδή ''ασφάλεια'' του επιχορηγούμενου, κρατικού μισθού, αλλά και, ούτε την ''σιγουριά'' της κοινωνικής νομιμοφροσύνης... Αντίθετα, η Χριστολογική του ομολογία πιστοποιήθηκε και - πνευματικά- σαρκώθηκε με την αυτονόητη, αγία βιοτή του, μέσα από την Εκκλησία των Πατέρων, των Αγίων και των Δικαίων. Η ζωή του αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους σημερινούς apriori λεκτικούς και μεγαλόστομους '''εξεγερθέντες'', τους ''επαναστάτες χωρίς αιτία'' και τους, εκ του ασφαλούς, επικρίνοντες την οικουμενιστική αποστασία... Ο Θεός, τον δοκίμασε παιδαγωγικά, με την στέρηση του ενός χεριού του και την ισόβια, Ιώβια υπομονή που έδειξε στην αναβαίνουσα, αγόγγυστη και προσευχητική ζωή του. Μέσα από το ταπεινό Ησυχαστήριο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Κυψέλη της Αίγινας, πέρασαν χιλιάδες, ενός κουρασμένου λαού, ανώνυμοι και επώνυμοι της κατά Θεόν, αγιοπνευματικής ομολογίας του. Δούλευε την μισή ημέρα επιδιορθώνοντας κουρδιστά ρολόγια για τα προς το ζην, κάνοντας συνεχή, αδιάκοπα κι ακάματα πνευματικά διαλείμματα, θερμής και δακρυρροούσας προσευχής. Αγαπούσε - όλως ιδιαιτέρως - τον Άγιο αββά, Ισαάκ τον Σύρο, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του γέροντα και τον συνιστούσε διαρκώς στα πνευματικά παιδιά του. Ο Άγιός μας είχε - κατά Χάριν - πλούσια τα ελέη του Χριστού μας, από τα οποία ξεχώριζαν η συνεχής, αδιάλλειπτη προσευχή, η επαιτική ελεημοσύνη και το διορατικό, προορατικό χάρισμα, το οποίο χρησιμοποιούσε όμως, προς δόξα του Θεού και όχι των ανθρώπων. Ο Γέροντας δημιούργησε πιστούς και όχι οπαδούς. Δεν εκμεταλλεύτηκε στο ακέραιο ποτέ, τα θεοδώρητα, πνευματικά του χαρίσματα, αλλά αντιθέτως, τα χρησιμοποιούσε πάντα εν κρυπτώ και κατά μόνας. Μια αγιοπνευματική στάση και Χαροποϊό συμπεριφορά, εντελώς αντίθετη με σημερινούς, αυτοαναγορευμένους, αυτοκοινοποιηθέντες ''γέροντες'', που μέσα από την ''εκκλησιαστική ασφάλεια'' του πνευματικού τους εφησυχασμού και της '''ποιμενικής τους νομιμότητας'' εκποιούν Ορθοδοξία και ποιούν την Πλάνη. Ο Άγιος Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας ήταν άγγελος παρηγοριάς για όλους. Όλη μέρα ανακούφιζε τον ανθρώπινο πόνο, και την νύχτα, την περνούσε προσευχόμενος μετά δακρύων και βαθυτάτων αναστεναγμών και οδύνη ψυχής για τους ανθρώπους. Μόνος, μόνω Θεώ, ησυχάζοντας και εντρυφώντας στο γλυκύ μέλι της κοινωνίας με τον Ουράνιο Πατέρα μας!
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕΙ ΔΙΑ ΔΙΚΟΝ ΤΟΥ!
ΜΙΚΡΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΑΓΑΠΗΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ 3/16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Π.Η.
ΠΕΦΤΩ ΧΑΜΩ ΙΗΣΟΥ ΟΤΙ ΠΥΡ ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ
ΝΕΚΡΩΣΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΚΟΙΜΗΣΕΙ ΕΝΟΣ ΟΣΙΟΥ
ΚΑΛΗΝ ΑΝΤΑΜΩΣΙΝ ΑΝΩ ΘΑ ΦΥΓΩ ΣΤΙΣ 3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΕΥΙΤΗ ΚΑΠΠΑΔΟΚΗ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ
ΜΥΡΩΜΕΝΑ ΑΝΘΗ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ
ΟΥΔΕΙΣ ΜΕ ΑΓΑΠΑΕΙ ΩΣ Ο ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΝ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ (2022)
ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ
ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ
ΕΙΔΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΑΣ
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΟΤΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ''ΒΓΑΛΟΥΝ'' ΤΑ ΡΑΣΣΑ!
ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑΝ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ
ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΟΣΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗ
Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΕΥΠΡΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ
Ο ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΜΑΣ ΩΣ ΒΡΕΦΟΣ
ΤΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ, ΟΠΟΥ ΑΣΚΗΤΕΨΕ Ο ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟ ΛΟΓΧΙΣΕΙ...
ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ, ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
ΟΤΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ''ΒΓΑΛΟΥΝ'' ΤΑ ΡΑΣΣΑ!
Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ (1883-1966)
Ακούγεται η φωνή του Οσίου καθώς και της αείμνηστης Γεροντίσσης Ευπραξίας Γαλανοπούλου
ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
![]() |
Επί τη εορτή του Οσίου Ιερωνύμου του εν Αιγίνη διαλάμψαντος (1883-1966) |
Παλαιότερο άρθρο μας, άμα τη αγιοκατατάξει του Γέροντος Ιερωνύμου της Αίγινας, την μνήμη του οποίου εορτάζουμε σήμερα 3/16 Οκτωβρίου με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο.
Η Αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιερωνύμου
ήλθε κυριολεκτικά,
ως Θείο Δώρο στην καθ' όλα - άνυδρη και απνευμάτιστη, ιλαρή ζωή μας και,
ως πνευματική ενίσχυση στον Χριστοκεντρικό αγώνα των ορθοπραττούντων εν πίστει και ευλαβία,
βιωματικά Ορθοδόξων.
Αποτελεί σημείο αναφοράς, για όλους εκείνους,
που διψούν για εμπειρικά ορθόδοξο λόγο, νηπτικές, κεχαριτωμένες καταθέσεις ζωής
και ορθότητα Πατερικής Ορθοδοξίας.
Γιατι ο Άγιος Ιερώνυμος,
ως γνήσιο τέκνο της ''Θηβαϊδας της Ανατολής, '' αυτής,
της Καππαδοκίας,
εντρύφησε εκ βαθέων στον απτό, Πατερικό Λόγο
και προσευχητικά έφθασε σε ανεκμηστύρευτα σημεία αγιοπνευματικής Χάριτος
και θεόπνευστης πανδαισίας.
Η ζωή του ήταν ένας αναβαίνων, αγόγγυστος και λίαν καταπονημένος δρόμος,
που μέσα από την στάχτη και τα αποκαίδια της Γερμανικής κατοχής αναδείχθηκε,
η αγία μορφή ενός φιλόθεου ανθρώπου
που έκανε Ομολογία Πίστεως στις γνήσιες,
πατερικές και πατρογονικές καταβολές του.
Ο Άγιος Ιερώνυμος της Αίγινας, που η μαρτυρική Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών του Πατρίου Ημερολογίου αγιοκατάταξε είναι ο τελευταίος ομολογητής Άγιος του αιώνα, που παρήλθε. Και τούτο, όχι, γιατι αποτειχίσθηκε λόγω της ημερολογιακής καινοτομίας - εν μέσω Γερμανικής Κατοχής - και προσχώρησε στο Ακαινοτόμητο Πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά, γιατι εν μέσω πολιτικοεκκλησιαστικών διωγμών, ανέξοδων λοιδωριών και προκάτ προπηλακισμών, δεν έπαψε ποτέ, ν' αγαπάει ανεκτίμητα τον οιονδήποτε πλησίον του, ως πιστό και ευγενές αντίγραφο Χριστού.
Ακόμα και η επιστολή παραίτησής του προς τον οικείο Μητροπολίτη Αιγίνης κ. Προκόπιο, έτει 1942, πέραν του ομολογιακού της χαραχτήρα, ήταν λιτή, σεμνή και λίαν - εν Χριστώ - αγαπητική.
''Σεβασμιώτατε, Παρακαλώ υμάς ίνα δεχθείτε την εκ του νοσοκομείου παραίτησίν μου, διότι από του 1924 και εντεύθεν, ήτο ο πόθος μου καθώς και ο ζήλος μου προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την πίστιν. Παιδιόθεν την εσεβάσθην, αφιερώσας όλην μου την ζωήν, υπακούσας εις τας παραδόσεις των Θεοφόρων Πατέρων. Ομολογώ και κυρήττω το πάτριον ημερολόγιον δια το σωστόν, ως και Σεις ο ίδιος ομολογείτε. Δια τούτο παρακαλώ υμάς, ευχηθείτε δε και εσείς, ίνα μέχρι τέλους εμμένω γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.''
Έτσι απλά και αθόρυβα, χωρίς διθυραμβικές τυμπανοκρουσίες, ανεπίγνωστους αφορισμούς και φανατικές δοξασίες, ακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή του το παλαιό ημερολόγιο, ανήκων στην Ιερά Σύνοδο, την, υπό τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο κ. Αυξέντιο, συνετεξαμένη. Δεν του άρεσε η περικοπή των εκκλησιαστικών ακολουθιών, η εκκοσμίκευση του ιερού κλήρου, οι δυτικοευρωπαϊκές, αιρετικές ερωτοτροπίες και οι πρώτες έκδηλες εμφανίσεις του πανάρετου και εωσφορικού Οικουμενισμού. Η αποτείχιση όμως του Αγίου Γέροντος αποκτάει ιδιαίτερη σημασία, αν συνδιαστεί με τον χρόνο και την συνέπεια, που αυτή πραγματώθηκε.
Διορισμένη Γερμανοκατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου και Αρχιεπίσκοπος, ο εκ Κορίνθου Δαμασκηνός, που με την βοήθεια της Γερμανικής επιστασίας, κατέλαβε την αρχιεπισκοπική θέση εκδιώχνοντας τον Χρύσανθο και γενόμενος ο ίδιος Πρωθυπουργός και Αντιβασιλέας της χώρας... Μέσα σ' αυτές τις ανείπωτες - κοινωνικά - συνθήκες, ο Γέρων Ιερώνυμος συνέχισε απρόσκοπτα το ποιμαντικό του έργο, έχοντας ν' αντιμετωπίσει μια υπόδουλη, διαχειριστική κυβέρνηση και μια νόμω κρατούσα εκκλησία, που συνεργάστηκε δυστηχώς - σε επίπεδο κορυφής - με τους Βαυαρούς δεσμώτες της. Δεν είχε την σημερινή πολυτέλεια των ατέρμονων, δημοσιευμένων, διθυραμβικών κοινοποιήσεων κατά του εωσφορικού Οικουμενισμού, ούτε την πλαστή, ψευδοειδή ''ασφάλεια'' του επιχορηγούμενου, κρατικού μισθού, αλλά και, ούτε την ''σιγουριά'' της κοινωνικής νομιμοφροσύνης...
Αντίθετα, η Χριστολογική του ομολογία πιστοποιήθηκε και - πνευματικά-σαρκώθηκε με την αυτονόητη, αγία βιοτή του, μέσα από την Εκκλησία των Πατέρων, των Αγίων και των Δικαίων. Η ζωή του αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους σημερινούς apriori λεκτικούς και μεγαλόστομους '''εξεγερθέντες'', τους ''επαναστάτες χωρίς αιτία'' και τους, εκ του ασφαλούς, επικρίνοντες την οικουμενιστική αποστασία... Ο Θεός, τον δοκίμασε παιδαγωγικά, με την στέρηση του ενός χεριού του και την ισόβια, Ιώβια υπομονή που έδειξε στην αναβαίνουσα, αγόγγυστη και προσευχητική ζωή του.
Μέσα από το ταπεινό Ησυχαστήριο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Κυψέλη της Αίγινας, πέρασαν χιλιάδες, ενός κουρασμένου λαού, ανώνυμοι και επώνυμοι της κατά Θεόν, αγιοπνευματικής ομολογίας του. ''-Καλογραία, εμείς λεπτά δεν έχουμε διά να δώσουμε ελεημοσύνην, δι' αυτό και αυτά τα ολίγα λόγια που λέγομεν, ελεημοσύνη είναι. Ο Γέροντας Ιερώνυμος είχε μοναχική συνείδηση. Πίστευε, πως η προσευχή, η ένωση του νου με τον Θεό, ήταν το κύριο έργο του. Κι η προσευχή γι' αυτόν, ακόμα κι οι καθημερινές ακολουθίες δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά ολοκληρωτικό δόσιμο. Επέμενε πως οι καθημερινές εκκλησιαστικές ακολουθίες είναι απαραίτητες στον άνθρωπο. Ο ίδιος δεν τις παρέλειπε ποτέ έστω κι αν σπανιότατα βρισκόταν μακριά από το κελλί του.
Υποστήριζε όμως, πως εξίσσου απαραίτητο είναι κατά την ώρα της προσευχής ν' αφήνει κανείς τον εαυτόν του ελεύθερο για να εξομολογείται μπροστά στον Θεό. Συνήθιζε να μας λέει... Όταν πεθάνει η μάννα σου ή κάποιος συγγενής σου θα πάρεις βιβλίον δια να τον κλάψεις; Όχι βέβαια. Τα λόγια θα έλθουν μόνα τους εις τον νουν σου από την λύπη. Έτσι και στην προσευχή. Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτόν μας να εξομολογείται εις τον Θεόν, ό,τι μας απασχολεί. Αυτή η αμεσότητα και η παρρησία ήταν το κύριο χαραχτηριστικό της προσευχής του. Είχε την αίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού πολύ έντονη και γι' αυτό πάντα όταν προσευχόταν, δάκρυζε, σημείο κι αυτό της Χάριτος του Θεού. Ο Γέρων Ιερώνυμος ζούσε την ουσία της Ορθοδοξίας, την παράδοση σ' όλη της την έκταση.
ΚΑΛΗΝ ΑΝΤΑΜΩΣΙΝ ΑΝΩ ΘΑ ΦΥΓΩ ΣΤΙΣ 3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Στις 9 Απριλίου του έτους 1965 έφευγα για πρώτη φορά για τους Αγίους Τόπους.
Στις 7 Απριλίου, δηλαδή δυο ημέρες ενωρίτερα, επισκεπτόμουν έναν άλλο ιερό τόπο την Αίγινα,
για να γνωρίσω και να πάρω την ευχή ενός αγίου Γέροντα,
για τον οποίον πολλά από καιρό είχα ακούσει.
Είχα μέσα μου δυο δυνατές χαρές.
Αφού πέρασα και προσκύνησα στον τάφο του Αγίου Νεκταρίου,
κατόπιν έτρεξα για το Ησυχαστήριο του π. Ιερωνύμου.
Kτύπησα την πόρτα, φάνηκε μια Γερόντισσα - Μοναχή.
Με αγωνία την ρωτώ: - Μέσα είναι ο Γέροντας;
- Ναι, μέσα είναι, μου απαντά.
Αμέσως ανέπνευσα και την ξαναρωτώ:
Σας παρακαλώ πολύ πείτε του, μπορώ να τον ιδώ;
Πήγε, το είπε, έρχεται και μου απαντά:
- Ναι κόρη, να περάσεις.
Η Νίκη δεν είσαι από την Λάρισα;
Έκπληκτη και σαστισμένη, της απαντώ: ''Ναι Γερόντισσα''.
Και συνεχίζει: - Σε γνωρίζει ο Γέροντας;
- Όχι Γερόντισσα, ούτε τον γνωρίζω, ούτε με γνωρίζει!
Έκανε τον σταυρό της. Κόρη, έχει πολύ διορατικό και προορατικό χάρισμα.
Εδώ η Αίγινα απορεί με πολλά τέτοια που διηγούνται.
Και μου είπε να περάσω στο κελλί του Γέροντος.
Αμέσως έκανα μετάνοια, ασπάσθηκα το χέρι του και ακούω τις πρώτες λέξεις: - Σε περίμενα Νίκη, να έλθεις. Και αφού μου έριξε μια εξεταστική ματιά, μου είπε να καθίσω. Αμέσως, χωρίς να μιλήσω καθόλου, συνεχίζει με ένα ύφος σαν να με έβλεπε κάθε μέρα: Νίκη, σε βλέπω πολύ χαρούμενη. Βλέπω την ψυχή σου σαν να θέλει να πετάξει. Μεθαύριο πηγαίνεις στους Αγίους Τόπους να προσκυνήσεις τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού μας, τον Γολγοθά, το Σπήλαιο! Σκέφθηκα, ας του πω όχι, όπως είχα πει και σ' έναν άλλο πνευματικό, έτσι για να δοκιμάσω το χάρισμά του, αν είναι δηλαδή αλήθεια τα όσα άκουγα.
Πράγματι, του απαντώ: - Όχι Γέροντα, δεν πηγαίνω. - Νίκη, μου λέγει με κάποια λύπη, με πειράζεις. Πως σου αρέσει να δοκιμάζεις τους πνευματικούς; Το γνωρίζω, πως το είπες έτσι, για να με δοκιμάσεις. - Συγχωρήσατέ με Γέροντα, δεν σας είπα την αλήθεια, αλλά το έκαμα απλώς για να δω αν θα το καταλάβετε. Συγχωρήσατέ με. - Καλά, άφησέ τα αυτά και άκου να σε πω για τους Αγίους Τόπους. Μου διηγήθηκε αρκετά, έκλαιγε καθώς τα ανέφερε, έκλαιγα κι εγώ από χαρά και συγκίνηση. Επίσης μου είπε μερικά για την ζωή του, τα οποία διάβασα και στο βιβλίο, και συνεχίζει: - Μήπως θέλεις να εξομολογηθείς; Καλόν είναι, πριν πας εις τα Ιεροσόλυμα. Φυσικά πολύ χάρηκα και τον παρακάλεσα γι' αυτό. Σηκώθηκε, έβαλε το πετραχήλι του και περίμενε.
Ενθυμούμαι, είπα ό,τι είχα μέσα μου, ό,τι θεωρούσα αμαρτία, πτώση, αδυναμία. Επίσης είχα και ένα πρόβλημα, το οποίον με απασχολούσε σοβαρά. Είχα πάρει από μικρή την απόφαση ν' αφιερωθώ εις τον Θεόν, δηλαδή να γίνω Μοναχή. Ήθελα όμως να είμαι απολύτως σίγουρη, ότι αυτό είναι και το θέλημα του Θεού, όχι μόνο το δικό μου, για να' μαι χαρούμενη και αναπαυμένη. Πριν του μιλήσω γι' αυτό, μου λέγει με ένα κάπως σοβαρό και που δεν χωρούσε αμφιβολία, ύφος. - Κόρη διαλογίζεσαι, τι σε έχει προορίσει ο Θεός; Σου απαντώ: Σπίτι δεν έχεις ν' ανοίξεις. Θ' ακολουθήσεις την ζωή που τράβηξα εγώ. Αυτό θα σε αναπαύσει. Μόνον να γνωρίζεις: Στον δρόμο σου θα τραβήξεις πολλές θλίψεις και πειρασμούς. Εσύ μη φοβάσαι.
Ο Θεός θα' ναι μαζί σου! - Γέροντα, τον ρωτώ λυπημένα, όταν η ψυχή θα τραβήξει τον δρόμο αυτό, πρέπει να περάσει πολλούς πειρασμούς και θλίψεις; - Κόρη, αδοκίμαστος στη Βασιλεία του Θεού δεν μπαίνει κανείς. Ο Θεός επιτρέπει την δοκιμασία δια το καλό μας. Επιτρέπει όμως όσο αντέχει η ψυχή. Σε άλλους δίδει βαρύ φορτίον, σε άλλους ελαφρύ. Άλλα Νίκη, έχεις να με πεις; - Όχι Γέροντα, όλα σας τα είπα, δεν έκρυψα τίποτε. - Ναι Κόρη, όλα τα είπες, πλην ένα δεν το εφανέρωσες. Όχι, ότι το έκρυψες, αλλά δεν το γνωρίζεις, ότι είναι αμαρτία. Βλέπω τώρα τον διάβολον δίπλα σου, να έχει το χαρτί που γράφει το αμάρτημά σου στο χέρι και το δείχνει με καμάρι. Στο μάτι του Θεού είναι αμαρτία αυτό που λησμόνησες. - Γέροντα, αλήθεια σας είπα, δεν έκρυψα, δεν θυμάμαι άλλο τίποτα. Παρακαλώ πολύ την αγιότητά σας, πείτε το να σβηστεί και αυτό, να μη δείχνει τίποτα ο διάβολος. - Αχ Κόρη, την βλέπω γραμμένη την αμαρτία, αλλά εσύ πρέπει να την ομολογήσεις.
Μη φοβάσαι όμως. Θα κάμω ευχή να την δεις και εσύ, σαν ταινία κινηματογράφου και μετά να την ομολογήσεις. Παρακάλεσε και εσύ. Μεσολάβησαν λίγες στιγμές σιωπής. Ο Γέροντας είχε ρίξει το βλέμμα του σε μια κατεύθυνση και σίγουρα προσευχόταν. Παρακαλούσα και εγώ νοερώς. Έλεγα, Θεέ μου, φανέρωσέ μου, ώστε να ομολογήσω τι είναι. Πράγματι, χωρίς να το καταλάβω μετά από λίγα λεπτά της ώρας, για μια στιγμή βλέπω σαν μια ταινία κινηματογράφου, μια σκηνή, μια εικόνα, με τον ίδιο τον εαυτό μου, δηλαδή ένα ολόκληρο σκηνικό, που φανέρωνε καθαρά, τι ήταν εκείνο που ήτο μεν αμαρτία, αλλά που εγώ δεν θεωρούσα σπουδαίο ή κακό. Και σχεδόν αμέσως, όπως ο καπνός αραίωσε, διελύθη και εχάθη η εικόνα από εμπρός μου. Του λέγω αμέσως, απλά και σαν να ήταν φυσικό αυτό που έγινε: Ναι Γέροντα, αυτό και αυτό είναι, αλλά δεν σκέφθηκα ότι είναι αμαρτία. - Ναι Κόρη, αυτό είναι.
Βλέπω τον διάβολο ακόμη, αλλά δεν έχει καμάρι, δεν έχει τίποτα γραμμένο. Πολλές ψυχές και αυτό και άλλα παρόμοια, δεν γνωρίζουν ότι είναι αμαρτία, αλλά είναι. Φεύγει ο φύλαξ άγγελος, λυπάται ο Θεός. Είναι λεπτό πράγμα και θέλει μεγάλη προσοχή η πνευματική μας ζωή. Για κάποιο θέμα, μου είχε βάλει ''κανόνα'' ο πνευματικός μου, να μη κοινωνήσω δυο χρόνια και για να τιμωρήσω πιο πολύ τον εαυτό μου, δεν είχα κοινωνήσει δυόμιση χρόνια. Το κατάλαβε και αυτό και μου λέγει, με λίγο χαμόγελο: - Κόρη, ελυπήθης που σου έβαλε δυο χρόνια κανόνα ο πνευματικός σου; Γέλασα λίγο και εγώ και του απαντώ: Ναι Γέροντα, είχα λύπη, ιδίως όταν έβλεπα τους άλλους να κοινωνούν, αλλά δεν πειράζει, μου άξιζε πιο πολύ, πέρασαν διόμιση χρόνια και ακόμη δεν κοινώνησα. Είχα έλεγχο και λύπη. - Ο έλεγχος αυτός κόρη, ήταν καλός.
Αλλά τώρα το Πάσχα να κοινωνήσεις. Και προσπάθησε να κονωνήσεις τελευταία. Θέλω, όταν επιστρέψεις από τους Αγίους Τόπους, να έλθεις να με δεις. Θέλω να μου πεις, τι θα δεις, αλλά και τι θα τραβήξεις. Μου έδωσε την ευχή του. Μου ευχήθηκε καλό ταξίδι και έφυγα. 'Οταν επέστρεψα από τα Ιεροσόλυμα, ξαναπήγα στην Αίγινα. Χάρηκε, όταν με είδε. Με ρώτησε αμέσως να του πω τις εντυπώσεις μου και έκλαιγε σαν τα άκουγε. Ζωρίς να το θέλω, έκλαιγα κι εγώ. Του είπα όμως και τις πολλές δυσκολίες και πειρασμούς που είχα. - Μη φοβάσαι κόρη. Ο διάβολος φθονεί το καλόν και τα δημιουργεί αυτά, αλλά δεν έχει δύναμιν. Σου ομολογώ, ότι θα ξαναπάς και του χρόνου και ξανά και πάλι (όπως και πράγματι), δόξα τω Θεώ πήγα άλλες δυο φορές. Μεταξύ των άλλων ανέφερα και για την Αίγυπτο, που πήγαμε, το Κάιρο κ.λ.π.
ΜΙΚΡΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΑΓΑΠΗΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ 3/16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Π.Η.
{...} Εις το Νοσοκομείον της Αιγίνης, επί δέκα οκτώ ολόκληρα έτη ειργάσθη μετά του ιδίου πάντοτε ζήλου και της ιδίας αγάπης και αυταπαρνήσεως. Πάντοτε, όμως είχεν έλεγχον και επεθύμει να παρεκάλει τον Θεόν να τον ''οδηγήση'' και να τον βοηθήση, δια να επανέλθη εις το παλαιόν και να τα ''οικονομήση'' η Θεία Πρόνοια''. Πράγματι, η ''οικονομία'', η ευκαιρία ήλθε. Εκείνον τον καιρόν κληρικοί της Αιγίνης, επειδή εγνώριζον ότι ο π. Ιερώνυμος συνεπάθει το παλαιόν εορτολόγιον, τον κατήγγειλαν εις τον Μητροπολίτην Προκόπιον (+1965), ότι ο π. Ιερώνυμος ''δεν λειτουργεί, διότι βαδίζει με το παλαιόν εορτολόγιον''.
Ο Μητροπολίτης Προκόπιος, ο οποίος δεν εγνώριζε τα περί οπτασίας εις τας πρώτας τεσσαράκοντα ημέρας της Ιεροσύνης του Γέροντος και τους αληθείς λόγους, δια τους οποίους ούτος είχε παύσει να λειτουργή, επείσθη εις ό,τι ήκουσεν από τους καταγγέλλοντας κληρικούς. Καλεί λοιπό, τον Γέροντα και του λέγει: ''Αύριον, που εορτάζει ο Άγιος Διονύσιος, η Εκκλησία δηλαδή του Νοσοκομείου, θα έλθω και θα έλθης και συ και θα λειτουργήσωμε μαζί''.
Αυτήν την ευκαιρίαν ο Γέροντας Ιερώνυμος, εθεώρησεν ότι ήτο Θεία Οικονομία. Κατέφυγεν, ως συνήθως, και πάλιν εις συνεχή και δυνατήν προσευχήν και τελικώς απεφάσισε να μη λειτουργήσει με τον Μητροπολίτην Προκόπιον. Έφυγε δε από το Νοσοκομείον και μετέβη εις το ησυχαστήριον, ευρισκόμενον εις το άκρον της πόλεως της Αιγίνης, το οποίον είχεν ήδη δημιουργήσει ο ίδιος, προ οκταετίας μετά τίνων ευσεβών, αφοσιωμένων ψυχών.
Εις το ως άνω ησυχαστήριον προσήλθε η Γερόντισσα Ευπραξία με μίαν άλλην ευσεβή χριστιανήν. Με την βοήθειαν δε του Γέροντος, της αδελφής του και των ευλαβών Αιγινητών ανηγέρθη και μικρός Ναός, αφιερωμένος εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου. Μετά, λοιπόν, την πρόσκλησιν του Μητροπολίτου και την απόφασιν του Γέροντος μα μη δεχθή να συλλειτουργήση μετ΄αυτού, κατηυθύνθη εις το ''Ησυχαστήριόν του, όπου και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της επιγείου ζωής του. Εις το Ησυχαστήριον, κατόπιν προσευχής, συνέταξε και απέστειλεν εις τον Μητροπολίτην την κατωτέρω παραίτησιν.
23 Αυγούστου 1942
Σεβασμιώτατε,
Παρακαλώ υμάς ίνα δεχθείτε την εκ του νοσοκομείου παραίτησίν μου, διότι από του 1924 και εντεύθεν, ήτο ο πόθος μου καθώς και ο ζήλος μου προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την πίστιν. Παιδιόθεν την εσεβάσθην, αφιερώσας όλην μου την ζωήν, υπακούσας εις τας παραδόσεις των Θεοφόρων Πατέρων. Ομολογώ και κηρύττω το πάτριον ημερολόγιον δια το σωστόν, ως και Σεις ο ίδιος ομολογείτε. Δια τούτο παρακαλώ υμάς, ευχηθείτε δε και εσείς, ίνα μέχρι τέλους εμμένω γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ασπαζόμενος την δεξιάν της Υμετέρας Σεβασμιότητος
Διατελώ ταπεινός δούλος του Εσταυρωμένου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Ιερώνυμος Αποστολίδης
ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕΙ ΔΙΑ ΔΙΚΟΝ ΤΟΥ!
Διηγείτο ο Γέρων, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
''... Με εύρισκεν ο δάσκαλος μόνον μου μέσα εις την τάξιν και συχνά να κλαίω''.
- Τί έχεις; με έλεγεν. Διατί δεν πηγαίνεις και συ να παίξεις;
Τί σε πονά;
- Το κεφάλι μου πονά, του έλεγα.
Άλλην ημέραν, με έβλεπεν πάλιν που έκλαιγα.
- Τί έχεις; με έλεγεν.
- Η κοιλιά μου πονά.
Αυτό όμως εγένετο συχνά. Μίαν ημέραν, επήγεν ο δάσκαλος εις την μητέραν μου και της είπε: Διατί, της λέγει, δεν πηγαίνετε τον μικρόν εις τον ιατρόν; Συχνά κλαίει, τον ερωτώ διατί, και άλλοτε μου λέει πονά το κεφάλι μου, άλλοτε η κοιλιά του...
Την άλλην ημέραν η μητέρα μου με επήρε εις ένα εξωκκλήσιον και εκεί με ηρώτησε:
- Τί έχεις παιδί μου, και συχνά εις το σχολείον κλαις;
Τί σε πονά;
- Δεν με πονά τίποτα, μητέρα της απαντώ, αλλά όταν θυμάμαι εσένα που όλο κλαις, δεν ημπορώ να κρατήσω τα δάκρυά μου! Θυμάμαι που κλαίγεις εις το δωμάτιον. Μήπως κλαίγεις δια την πτώχειαν μας;
Θα μου πεις;
- Εγώ, παιδί μου - με απαντά- δεν κλαίγω δι΄αυτά, αλλά κλαίγω και παρακαλώ τον Θεόν δι΄όλον τον κόσμον΄και περισσότερον κλαίγω δι΄εσένα. Βλέπω σημάδια σε σένα, που δείχνουν ότι ο Θεός σε προορίζει για δικόν Του και να ακολουθήσεις τον δρόμον Του. σύ, βλέπω, δεν μοιάζεις με τα άλλα παιδιά. Παρακαλώ, λοιπόν, τον Θεόν, να σε αξιώσει να γίνεις αυτό που σε έχει προορίσει και να μη σε εγκαταλείψει
ποτέ!
Εγώ, όπως βλέπεις, ηπανδρεύθην και ηκολούθησα τον κοσμικόν βίον. Δεν είναι τίποτα, παιδί μου. Εσύ μη μπλέξεις με τον κόσμον και θέλω να μου υποσχεθείς, εδώ μπροστά εις τας Εικόνες: Εάν θέλεις να γίνεις Καλόγηρος ή Παπάς, να αφιερωθείς ολόκληρος εις τον Θεόν, και να έχεις την ευχήν μου από τώρα. Έχω αυτήν την απαίτησιν από εσένα.
Μου δίδεις τον λόγον σου;
Την κοίταξα. Όλο δάκρυα εις το πρόσωπόν της. Εσιώπησα.
Σκέφθηκα ολίγον και της λέγω:
- Ναι, μητέρα, της απάντησα.
- Σήμερα, τα λέγουν αυτά οι μητέρες; ερωτά ο Γέρων Ιερώνυμος, απευθυνόμενος εις ημάς...
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου της Σωτηρίας Νούση ''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ 1883-1966'',
Ζ' Έκδοση, Φεβρουάριος 2010.
Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας
ΑΝ ΠΙΣΤΕΥΕΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΘΑ ΤΟ ΕΙΧΕΣ ΚΛΕΙΣΤΟ
Ο Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας
Ζωγραφική εκ του εξωφύλλου του βιβλίου της Σωτηρίας Νούση:
''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ 1883 - 1966''
Ο Μακαριστός Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης ήτο μεγάλη μορφή. Είχε το προορατικόν χάρισμα και δίδασκε κατά τρόπον παιδαγωγικόν τα πνευματικά του παιδιά και όσους πήγαιναν να ωφεληθούν κοντά του. Προσωπικά δεν τον γνώριζα. Σας μεταφέρω ένα θαυμαστό δίδαγμα εφ' ενός και αφ' ετέρου δια να γνωρίσητε την ακρίβεια και το μεγαλείο της Πίστεως του Γέροντος. Κάποτε τον επεσκέφθη ένας γνωστός μου αρχιμανδρίτης. Σαν να ήξερε ότι θα πήγαινε. Το περίμενε στην πόρτα.
Έγινε ο χαιρετισμός της αγάπης, του φίλησε το χέρι ο γνωστός μου και ο Γέροντας τον ερωτά: - ''Πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός''; Ο αρχιμανδρίτης έγινε μπαρούτι. Τον έπιασε το κρητικό του. - ''Εμένα το λες αυτό Γέροντα; Εγώ είμαι προιστάμενος σε ιερό Ναό με πέντε ιερείς και δύο διακόνους. Κάνω ομιλίες, κάνω κατηχητικά, έχω τόσα πνευματικοπαίδια''. Ο Γέρων Ιερώνυμος δεν απήντησε. Τον πήρε μέσα. Προσκύνησε και άρχισε η συζήτησις. -'''Δεν μου λες'', του λέγει ο Μακαριστός π. Ιερώνυμος. ''Από το ''τα Σα εκ των Σων'' μέχρι το ''δι' ευχών'' είσαι μόνος στο ιερό ή έχεις και παρέα'';
Ο αρχιμανδρίτης απαντά: - ''Πολλές φορές έχω και πνευματικά μου τέκνα''. - ''Τους μιλάς καθόλου''; - ''Βέβαια! Όταν βρω χρόνον τους λέγω καμμία κουβέντα προς ωφέλειαν''. - ''Να παιδί μου, διατι δεν πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός. Διότι εάν πίστευες, μπροστά στα Τίμια Δώρα και μετά την μετουσίωση, το στόμα θα το είχες κλειστό''! Ο αρχιμανδρίτης έμεινε άναυδος. Πήρε ένα δυνατό δίδαγμα και ωφελημένος αναχώρησε δια μια νέα πορεία πνευματικής ζωής.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου της κας Σωτηρίας Νούση
''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ 1883 - 1966'',
Ζ' έκδοσις, Φεβρουάριος 2010, σελ. 440.
Εμμανουήλ Καπετανάκης
Διδάσκαλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








