ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ





Τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή


φοῦ ἀνέτειλεν ἡ κγʹ τοῦ Μαρτίου, ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος Παρασκευή, ἀποστέλλεται ὁ ᾿Ιησοῦς δέσμιος ἀπὸ τοῦ Καϊάφα πρὸς τὸν τότε ἡγεμόνα τῆς ᾿Ιουδαίας Πόντιον Πιλάτον τὸ ὄνομα· ὅστις πολυτρόπως ἀνακρίνας αὐτόν, καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ὁμολογήσας ἀθῷον, πρὸς εὐχαρίστησιν ἔπειτα τῶν ᾿Ιουδαίων, ψηφίζει θάνατον κατ᾿ αὐτοῦ· καὶ φραγγελώσας ὡς δοῦλον φυγάδα τὸν Δεσπότην τοῦ παντὸς παρέδωκεν εἰς τὸ σταυρωθῆναι. ᾿Εντεῦθεν ὁ ᾿Ιησοῦς, παραδοθεὶς εἰς τοὺς στρατιώτας, γυμνοῦται τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἐνδύεται χλαμύδα κοκκίνην, στεφανοῦται ἀκάνθας, σκηπτροφορεῖ κάλαμον, προσκυνεῖται χλευαστικῶς, ἐμπτύεται, κρούεται κατὰ τοῦ προσώπου καὶ τῆς κεφαλῆς. Εἶτα ἐνδυθεὶς πάλιν τὰ ἑαυτοῦ ἱμάτια καὶ βαστάζων τὸν Σταυρόν, ἔρχεται εἰς τὸν Γολγοθᾶ, τόπον τῆς καταδίκης, καὶ ἐκεῖ περὶ ὥραν γʹ τῆς ἡμέρας σταυροῦται μεταξὺ δύο λῃστῶν, βλασφημεῖται ὑπὸ τῶν παραπορευομένων, μυκτηρίζεται ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων, ποτίζεται ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ὄξος μεμιγμένον μετὰ χολῆς. Περὶ δὲ τὴν θʹ ὥραν, κράξας φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἰπών, Τετέλεσται, ἐκπνεέι «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἵρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», καθ᾿ ἧν ὥραν πανσελήνου οὔσης τῆς ἡμέρας, ἐσφάζετο κατὰ τὸν νόμον ὁ πασχάλιος ἀμνός, ὁ εἰς τύπον αὐτοῦ διταχθεὶς τοῖς ᾿Ιουδαίοις πρὸ 1043 ἐτῶν. Τὸν δεσποτικὸν τοῦτον θάνατον καὶ ἡ ἄψυχος κτίσις πενθοῦσα τρέμει καὶ ἀλλοιοῦται ὑπὸ τοῦ φόβου· ἀλλ᾿ ὁ Δημιουργὸς τῆς κτίσεως, καὶ νεκρὸς ἤδη ὤν, λογχίζεται προσέτι καὶ τὴν ἀκήρατον πλευράν, καὶ ῥέει ἐξ αὐτῆς αἷμα καὶ ὕδωρ. Τέλος, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἔρχεται ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθείας καὶ Νικόδημος μετ᾿ αὐτοῦ, ἀμφότεροι μαθηταὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ κεκρυμμένοι, ἀποκαθηλοῦσιν ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ τὸ πανάγιον τοῦ διδασκάλου σῶμα, ἀρωματίζουσιν αὐτό, ἐντυλίσσουσιν εἰς σινδόνα καθαράν, καὶ θάψαντες αὐτὸ ἐν μνημείῳ καινῷ, προσκυλίουσιν ἐπὶ τὸ στόμιον αὐτοῦ λίθον μέγαν. Ταῦτα τὰ φρικτὰ καὶ σωτήρια πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν σήμερον καὶ εἰς ἀνάμνησιν αὐτῶν παρελάβομεν, ἐξ ἀποστολικῆς διαταγῆς, τὴν τῆς Παρασκευῆς νηστείαν.




ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ: ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ, ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΩΝΟΥΝ 


ΕΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΠΟΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΝ ΚΡΑΝΙΟΝ


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ ΣΤΗ ΣΟΥΜΕΛΑ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ 14/4/2023


ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ


ΣΙΜΩΝ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ


ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ


ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ: ΠΩΣ ΔΕΙ ΤΙΜΑΝ ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΑΘΗ


ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΣΧΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ 5ο ΜΕΡΟΣ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΠΛΗΓΕΣ


ΕΙΚΟΝΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


ΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΣΧΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ 6ο ΜΕΡΟΣ


ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΚΡΥΨΑΝΤΑ


ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΑ


ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (2024)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (2024)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ




Εξέτασε με δέος, άνθρωπε, πόσο πολύ υπερέχουν τα έργα του Χριστού πάνω στο Σταυρό από την ανθρώπινη μικρότητά μας! Και μη μείνης στο μέγεθος του πάθους Του τόσο, όσο αναλογίσου την μεγαλειότητα του αξιώματός Του. Εκεί προσήλωσε τη σκέψη σου.


Προσπάθησε να κατανόησης πόσο φοβερό είναι να βλέπης καρφωμένο στο Σταυρό τον ίδιο το Θεό και μάλιστα ανάμεσα σε ληστές. Φαντάσου, αν μπορής, έναν άνθρωπο απλό, αν θάθελε από μόνος του να υποφέρη τόσα, όσα ο Χριστός με τη θέλησή Του ήλθε εδώ στη γη να πάθη. 


Και όλα αυτά πότε; Μετά από τη φανέρωση της θεότητός του μετά από τις γιατρευτικές του ενέργειες, μετά την απομάκρυνση από τους άρρωστους τόσων ασθενειών, μετά την παράδοση των Αγίων Μυστηρίων, μετά τις τόσες ευεργεσίες! Ποια είναι όλα αυτά που έπαθε;


Ποια είναι τα σημάδια του Σταυρικού πάθους; τα καρφιά, τα δεσμά, η Σταύρωση, το ξύδι, η χολή, η λόγχη, ο κλήρος για τα ενδύματα, η μοιρασιά τους, οι ειρωνίες όταν ήταν πάνω στο Σταυρό. 


Και όλα αυτά ο Χριστός τα έπασχε με υπομονή και σιωπούσε. Και όλα αυτά για τη δική σου Λύτρωση και Σωτηρία.



Άγιος Ανδρέας Κρήτης



"Πατερικά Σχόλια στα Ευαγγελικά και Αποστολικά Αναγνώσματα''
Εκδόσεις: «Ορθόδοξος Κυψέλη»


ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΗ ΜΕΡΑ





Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

 

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι


για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα. Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

 

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού απ' Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι' οι μετάνοιες, το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε. -Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

 

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του. Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

 

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της, ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

 

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες. Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.

 

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,

 

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου. Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

 

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου, μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

 

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω, δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι; Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ





«Και ελθόντες εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, ο έστι Κρανίου τόπος λεγόμενος, έδωκαν 

αυτώ οίνον ποιείν μετά χολής μεμιγμένον. Και γευσάμενος, ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, 

διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Προφήτου˙ 

διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. Και καθήμενοι ετήρουν αυτόν εκεί». 




Και εις τα εξής. Το μεν αναγνωσθέν ρητόν ευαγγελικόν εστί: σαφηνείας δε τούτου χάριν καλόν προς τους αγίους καταφυγείν και παρ’ αυτών την τούτου διάνοιαν εκλαβείν. Εκείνους γαρ μάλλον ή ημάς τοις Ευαγγελίοις συνίστασθαι προσήκει.


Και ίνα μη περιερχόμενοι τους πάντας επιβραδύνωμεν τω λόγω, αρκεί και μόνος ο Απόστολος προς την ημών πληροφορίαν γενέσθαι διδάσκαλος. Γράφει γαρ τοις Εβραίοις αυτός ο μακάριος Παύλος, ότι αδύνατόν εστί ψεύσασθαι τον Θεόν και αληθεύει μάλιστα λέγων και ου ψεύδεται.


Των μεν γαρ γενητών η φύσις ίδιον έχει το τρέπεσθαι και κινείσθαι ποικίλαις μεταβολαίς: επειδήπερ και μη όντα ποτέ, μεταβολήν έσχεν εις το είναι, τη του πεποιηκότος χάριτι και φιλανθρωπία˙ καθώς και πάλιν ο Παύλός φησίν˙


«Ο καλών τα μη όντα ως όντα». Θεός δε ο πάντων δια του Λόγου ποιητής τυγχάνων, όντως ων, αμετάβλητον έχει συν τω Λόγω την φύσιν˙ και τούτο δια του προφήτου διδάσκει, λέγων˙ 


Ίδετε, ίδετε, ότι εγώ ειμί και ουκ ηλλοίωμαι». Διο περί μεν των ανθρώπων εν Ψαλμοίς άδεται˙ «Εγώ είπα εν τη εκστάσει μου˙ Πας άνθρωπος ψεύστης»˙ περί δε του Θεού Μωσής εν τω νόμω μαρτυρεί, ότι «ο Θεός πιστός εστί και αληθινός». Ο γουν χριστοφόρος ανήρ, ως εξ αμφοτέρων τούτων παιδευθθείς, και αυτός την του Θεού προς τα γενητά διαφοράν εξηγούμενος, γράφει.


«Γινέσθω δε ο Θεός αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης». Αληθής δε εστίν ο Θεός, ουχ ως μη ψευδόμενος, ουδέν γαρ εστίν εναντίον αυτώ, ουδέ ως άνθρωπος ετέρω μαρτυρών το αληθές, ουδενί γαρ υπεύθυνός εστίν, άλλ’ ως αυτήν την αλήθειαν γεννών και Πατήρ υπάρχων του Κυρίου λέγοντος˙ 


«Εγώ ειμί η αλήθεια»˙ αληθείας δε φίλον το ψεύδος ουκ αν ποτέ γένοιτο… «Και όταν ήλθαν εις ένα τόπον, που ωνομάζετο Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Κρανίου, του έδωκαν να πίη ξύδι ανακατεμένον με χολήν. Άλλ όταν το εγεύθη δεν ήθελε να πίη. 


Όταν δε τον εσταύρωσαν εμοίρασαν με κλήρον τα ενδύματά του, δια να εκπληρωθή αυτό που είπεν ο Προφήτης˙«Εμοίρασαν μεταξύ των τα ενδύματά μου, δια τα οποία έβαλλαν κλήρον. Και εκάθησαν και τον εφύλασσαν εκεί». Το μεν ρητόν που ανεγνώσθη είναι από το Ευαγγέλιον, δια να το διασαφήσωμεν όμως είναι καλόν να καταφύγωμεν και να ζητήσωμεν την βοήθειαν των αγίων, και να πάρωμεν από αυτούς την αληθινήν σημασίαν του.


Διότι αυτοί αρμόζει, περισσότερον από ημάς, να οδηγούν κοντά εις τα Ευαγγέλια. Και δια να μη περιφερώμεθα από τον έναν εις τον άλλον, και έτσι να επιβραδύνωμεν τον λόγον, αρκεί και μόνος ο Απόστολος να γίνη διδάσκαλος, δια να μας δώση την αναγκαίαν πληροφορίαν. Διότι ο ίδιος ο μακάριος Παύλος γράφει προς τους Εβραίους, ότι είναι αδύνατον να αποδειχθή ψεύστης ο Θεός, αλλά όταν ομιλή, λέγει κατ’ εξοχήν την αλήθειαν, και δεν ψεύδεται. 


Διότι εις μεν την φύσιν των δημιουργημάτων προσιδιάζει το να μετατρέπωνται και να μετακινούναι δε διαφόρους μεταβολάς, επειδή βέβαια, ενώ κάποτε δεν υπήρχαν, υπέστησαν μεταβολήν και ήλθαν εις την ύπαρξιν, με την χάριν και την φιλανθρωπίαν του δημιουργού, καθώς και πάλιν λέγει ο Παύλος˙


«Αυτός που καλεί ό,τι δεν υπάρχει ωσάν να υπήρχεν». ο Θεός δε, ο οποίος είναι δημιουργός των όλων δια του Λόγου, και ο οποίος έχει πραγματικήν ύπαρξιν, έχει μαζί με τον Λόγον αμετάβλητον φύσιν˙ και τούτο διδάσκει δια του προφήτου, όταν λέγη˙ «Ίδετε, ίδετε ότι εγώ είμαι και δεν έχω μεταβληθή». 

ΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ




Αυτό που χρειαζόταν ο άνθρωπος για να θεραπευθεί, το προσέφερε η αγάπη του Θεού: έδωσε τον μονογενή Του Υιό στον νεκρωμένο κόσμο για να έλθει εκ νέου η ζωή. «Όχι πως δεν μπορούσε να μας λυτρώσει με άλλο τρόπο, αλλά έτσι μας δίδαξε την υπερβολική αγάπη Του.


Μας τράβηξε κοντά Του με τον θάνατο του μονογενούς Υιού Του. Και αν είχε κάτι πολυτιμότερο από Αυτόν, θα το έδινε για χάρη μας, για να επιστρέψει το γένος μας κοντά Του!».[1]


Τα Πάθη του Κυρίου και η σταύρωση είναι η φανέρωση της αγάπης Του για μας. Η πληγή της αμαρτίας του ανθρώπου ήταν ολοσώματη, και για την θεραπεία χρειάσθηκε να γίνει άνθρωπος ο Χριστός και να σταυρωθεί: «Χρειασθήκαμε να σαρκωθεί ο Θεός και να αποθάνει».[2]


Η άκρα αγάπη του Κυρίου για μας, Τον οδήγησε στην άκρα ταπείνωση και υπακοή στο θείο θέλημα, που είναι η σωτηρία του ανθρώπου: Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Ολόκληρο το άγιο Σώμα Του υπέμεινε για μας:


Η κεφαλή, τον ακάνθινο στέφανο· το άγιό Του πρόσωπο τους εμπτυσμούς· οι σιαγόνες τα ραπίσματα· το στόμα το ξίδι· τα αυτιά τις ύβρεις και βλασφημίες· η πλάτη το φραγγέλιο· η πλευρά την λόγχη· τα χέρια και τα πόδια τα καρφιά. [3] Τέλος ο Κύριος εκουσίως υπέμεινε τον οδυνηρό θάνατο και την Ταφή.


Υπομένοντας όλα αυτά, ο Χριστός χάρισε στον άνθρωπο την αιώνια ζωή. Εξ’ αιτίας της αμαρτίας «ο Αδάμ χρωστούσε και κατεχόταν από τον Διάβολο, αλλά δεν είχε να πληρώσει το χρέος. Ο Χριστός δεν όφειλε,… αλλά μπορούσε να καταθέσει το χρέος. Ήλθε λοιπόν ο Χριστός, και με τον θάνατο Του πλήρωσε αντί γι’ αυτόν που ήταν αιχμάλωτος του Διαβόλου, για να τον ελευθερώσει».[4]


Ο Χριστός, η Ανάσταση και η Ζωή, ενταφιάζεται: Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῷ κατετέθης, Χριστέ, ψάλλουμε την Μεγάλη Παρασκευή. Ο Άδης δέχθηκε μέσα του τον χορηγό της ζωής και η δύναμή του παρέλυσε και οι νεκροί ελευθερώθηκαν.


Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη διότι «έπρεπε να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και σε όσους βρίσκονταν ήδη εκεί. Έπρεπε να φανερωθεί και σ’ αυτούς η θεία Οικονομία , να τους δοθεί η ελευθερία από την δουλεία των δαιμόνων, και οι επαγγελίες για τα μελλοντικά αγαθά».[5]

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ





Και λέει ο Ναζωραίος στους μαθητάδες:


«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες
Φως από φως, στα σκότη,
εσείς πιστοί οδηγοί και οι πρώτοι
καταλυτές των γήινων θρήνων,
που θείο μήνυμα θα φέρετε παντού,
κι ακόμα κι ως τη χώρα των Ελλήνων.
με το ψωμί και το κρασί,
που αίμα και σώμα είναι δικό μου,
μην αποστάσετε χλωμοί
μες την ανηφοριά του δρόμου».
Και λέει στον Ισκαριώτη: «Εσύ,
τούτο το ξέχωρο ολοκόκκινο κρασί
θα πάρης,
τα φλογισμένα χείλη να δροσίσης,
πριν στο Ραββί ένα φίλημα χαρίσης.
Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια!...»
Ο Ιούδας σκύβει,
πως τάχα το ψωμί θέλει να κόψη.
Τα φρύδια κατεβάζει, έτσι που κρύβει
με στενοχώρια
το φόβο, ως καθρεφτίζεται στην όψη.
Και λέγει του ξανά ο Χριστός: «Ας γίνη,
ό,τι γραμμένο υπάρχει να γενή.
Νύχτα είν' ακόμη σκοτεινή
και -μη φοβάσαι- είναι γεμάτοι καλωσύνη
της Ιουδαίας οι κρίκοι.
Κι ειν' όλο αγάπη το τριφύλλι,
κι ανθεί κατάσπρο στην πλαγιά του Γολγοθά
το χαμομήλι.
Σύρε πιο γρήγορα, ακουμπώντας στο ραβδί,
πριν βγη και το φεγγάρι και σε ιδή.»
Κατάχλωμος ο Ιούδας σαν σουδάρι,
απλώνει το ποτήρι του να πάρη.
Μα το ποτήρι πέφτει από τη φούχτα του
και πλέρια
βάφει με τ' άλικο πιοτό,
το δυνατό,
του Ναζωραίου τα θεία χέρια.
Χαμογελά ο Χριστός. Μα του Ισκαριώτη
πόσο δονείται ακόμα το κορμί!
Της προδοσίας βαρύ το κρίμα... Και με ορμή
τον σπρώχνει να χαθή σκυφτός στα σκότη.

 


Ωραίος, καθώς του ήλιου ανατολή,
ανάμεσα ο Χριστός στους μαθητάδες,
ορθώνεται και πάλι αργομιλεί:
«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες...
Με ανόμους θα περάση και ο Ραββί.
Την πρώτη πέτρα ο αναμάρτητος σηκώνει.
Αγάπη κόσμου ο νικητής. Κι εγώ η πηγή
για όποιον διψά στοργή δικαιοσύνη.
Ειρήνη... Αν αψηλώσω από τη γη,
ένα με τ' άστρα κι η ψυχή σας θέλει γίνει»
Είπε κι ανάβλεψε τα μάτια του ο Χριστός.
«Πατέρα μου, κι η αγάπη Σου ας πληθαίνη.
Σε με έθνη και λαοί και η οικουμένη.
Το έργο μου ετελείωσε. Και να,
τώρα ο δικός μου ο διαλεχτός
στα σκοτεινά
του ξεροπόταμου των Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τα νέφη ως σκίζει το φεγγάρι,
απ' τον ψηλό καγκελλωτό φεγγίτη,
θεία χάρη,
μια δέσμη κατεβαίνει μες στο σπίτι.
Δέσμη από φως, σαν φίλημα ελαφρό,
στα θεία μαλλιά του Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μα κι ένας ήσκιος απ' τα κάγκελα, που κάνει
πίσω απ' τους ώμους Του, στον τοίχο, ένα σταυρό.
Με πόνο οι μαθητάδες του Κυρίου,
που τρέμει στων ματιών τους το ακροκλώνι,
το σύμβολο κοιτούν του μαρτυρίου,
Κι εκείνος με χαμόγελο γλυκό
στο δείπνο το στερνό, το μυστικό,
σκορπάει το θάρρος κι εμψυχώνει.
Κι έξω, στα σκότη της νυχτιάς, τρεμάμενος,
καταραμένος,
την ώρα αυτή την ίδια,
τρικλίζει ακόμα ο Ιούδας παγωμένος.
Κι αγκομαχώντας, ζώνεται τα φίδια,
ξεσκίζοντας τ' αυτιά του, γιατί ο λόγος,
ο λόγος του Άκακου
στριφογυρίζει ακόμα μέσα σαν ξερόφυλλο
που το σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια...».


Του δείπνου μας χαρήτε απόψε τη χαρά.

Και την καρδιά στυλώσετε γερά

Σύρε και μην αργείς.

Χτυπάει επίμονα η καρδιά της γης.



Στα χείλη η προσευχή πριν ανεβή,

την πόρνη, ας συχωρέσουν, τον τελώνη.



Στέλιος Σπεράντζας


Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ





Τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη



Δύο γυναῖκες, λέγουσιν οἱ κριτικώτεροι τῶν Εὐαγγελίων ἑρμηνευταί, ἤλειψαν τὸν Κύριον μύρῳ, ἡ μὲν πολὺν καιρὸν πρὸ τοῦ πάθους Αὐτοῦ, ἡ δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· καὶ ἡ μὲν ὑπῆρχε πόρνη καὶ ἁμαρτωλή, ἡ δὲ σώφρων καὶ ἐνάρετος. Τοῦ εὐλαβοῦς τούτου ἔργου τὴν μνήμην ἐπιτελοῦσα σήμερον ἡ ᾿Εκκλησία, καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς πόρνης αὐτὸ ἀναφέρουσα, συναναφέρει ἐνταυτῷ καὶ τὴν προδοσίαν τοῦ ᾿Ιούδα, ἅπερ ἀμφότερα ἐπράχθησαν, κατὰ τὴν ἱστορικὴν τοῦ Ματθαίου σειράν, δύο ἡμέρας πρὸ τοῦ νομικοῦ Πάσχα, Μαρτίου καʹ, ἡμέρᾳ Τετράδι τῆς ἑβδομάδος. Ἡ γυνὴ λοιπὸν ἐκείνη ἤλειψε διὰ τοῦ μύρου τὴν κεφαλὴν καὶ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ διὰ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἀπεσπόγγισεν αὐτούς. Τὸ πολύτιμον ἐκεῖνον μύρον ἐξετιμήθη 300 δηνάρια, ἢ περίπου 15 φλωρία βενετικά. ᾿Εκ τῶν μαθητῶν ἐξόχως ὁ φιλάργυρος ᾿Ιούδας σκανδαλίζεται, τάχα διὰ τὴν ἀπώλειαν τοιούτου μύρου. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἐπιπλήττει αὐτόν, ἵνα μὴ ἐνοχλῇ τὴν γυναῖκα· καὶ ὁ ᾿Ιούδας ἀγανακτῶν πορεύεται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, συνηγμένους εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα καὶ συμβουλευομένους ἤδη κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ· καὶ συμφωνήσας μετ᾿ αὐτῶν τὴν προδοσίαν τοῦ διδασκάλου διὰ τριάκοντα ἀργύρια, ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαρίαν ἵνα Αὐτὸν παραδῷ. ῞Ενεκα τούτου ἔλαβεν ἀρχὴν ἀπ᾿ αὐτῶν τῶν ἀποστολικῶν χρόνων ἡ νηστεία τῆς Τετράδος.




ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Ο ΗΓΕΜΩΝ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ


ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ 1983


ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΛΕΙΨΑΣΗΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΥΡΩ


ΜΙΑ ΠΟΡΝΗ ΑΛΕΙΨΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΜΥΡΟ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ, ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ  (2023)


ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ (2024)


Η ΓΥΝΗ ΗΤΙΣ ΗΛΕΙΨΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΔΑΣ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΟΡΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΑΧΑΡΝΩΝ


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ


ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ - ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΔΕΙΝΟΝ Η ΡΑΘΥΜΙΑ, ΜΕΓΑΛΗ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ


ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ (2024)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


Ο ΗΓΕΜΩΝ




Ο Χριστός είναι το πλέον αμφιλεγόμενο πρόσωπο στην ανθρώπινη ιστορία. Στο διάβα των αιώνων πολλοί υπέστησαν μαρτύρια και θυσιάστηκαν, για να μη τον αρνηθούν και πολλοί περισσότεροι πολέμησαν με πάθος τόσο τη διδασκαλία του, όσο και τους μαθητές του και όχι τους οπαδούς του, όπως τους χαρακτηρίζουν οι εχθροί του.


Ο Χριστός δεν υπήρξε κήρυκας ιδεολογίας, αλλά κήρυκας τρόπου βιοτής. Πού οφείλεται η τόσο διαφορετική αυτή αντιμετώπισή του, που δεν έχει παρόμοιο; Από το προσκήνιο της ιστορίας παρέλασαν ηγεμόνες αδίστακτοι, που αιματοκύλισαν κοινωνίες με εκατομμύρια θύματα της φιλοδοξίας και απληστίας τους. Μετά τον θάνατό τους λησμονήθηκαν τάχιστα και μόνο οι ιστορικοί ασχολούνται με τον βίο και τα έργα τους.


Ο Χριστός παραμένει στο προσκήνιο και μετά παρέλευση δύο χιλιάδων ετών υμνούμενος και βλασφημούμενος. Μάλιστα κατ’ έτος στις παραμονές της γιορτής του Πάσχα «βαθυστόχαστοι ερευνητές» φέρνουν στο φως νέα «ευρήματα» για να πολεμήσουν τον μεγάλο «μύθο» της ανθρώπινης ιστορίας, φιλοδοξώντας να κλείσουν τον φάκελο «Υπόθεση Ιησούς» στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.


Κάποιοι στο πρόσφατο παρελθόν, Διοκλητιανοί του 20ου αιώνα, κήρυξαν άγριο διωγμό κατά των «ψυχιατρικά ασθενών», που εξακολουθούσαν να πιστεύουν σε Θεό κατά τον αιώνα της επιστήμης! Κάποιοι «συνεισέφεραν» στην ιστορική γνώση «αποδείξαντες» ότι ο Χριστός δεν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο! Κάποιοι άλλοι «συνεισφέρουν» ακόμη στην αποκατάσταση της «ιστορικής αλήθειας»!


Στον δυτικό κόσμο, που καυχάται για τον ορθολογισμό της σκέψης του, το θεμέλιο της νεωτερικότητας, θα ανέμενε κάποιος να έχει διαποτίσει η λογική τις κοινωνίες, ώστε οι άνθρωποι να αντιμετωπίζουν με συγκατάβαση τον Χριστό. Αυτός, αν μη τι άλλο, υπήρξε θύμα τρομερής κακοδικείας, στάθηκε με γενναιοψυχία ενώπιον των κατηγόρων του, δεν επιδίωξε την απαλλαγή του, διαπομπεύθηκε και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Έχει λοιπόν όλες τις προϋποθέσεις, για να ελκύσει τη συμπάθειά μας, αν όχι τον οίκτο.


Γιατί οι ορθολογικά σκεπτόμενοι εκδηλώθηκαν με τρομερό πάθος εναντίον του. Η εξήγηση είναι απλή. Ο Ιησούς Χριστός μας προκαλεί με το ερώτημα: Τις ελέγχει με περί αμαρτίας; Τι έχετε να καταθέσετε σε βάρος μου εσείς οι νέοι κατήγοροι, οι διαχρονικοί Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι και Πιλάτοι; Στο ερώτημα δεν απαντούν οι κατήγοροι με επιχειρήματα, αλλά με την κραυγή «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν»!


Και αν τότε ο Πιλάτος γνώριζε λίγα σχετικά με το πρόσωπο του υποδίκου Ιησού, οι ανά τους αιώνες ζηλώσαντες την δόξα του ευθυνόφοβου δικαστή, που ένιψε τα χέρια του, δεν έχουν ελαφρυντικό για την εμπαθή στάση τους. Η διδασκαλία του Χριστού έχει καταγραφεί στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που γνώρισε τις περισσότερες εκδόσεις σε όλες τις γλώσσες του πλανήτη και ερμηνεύτηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας σε πληθώρα συγγραμμάτων. 


Ο Χριστός δεν είναι ο άγνωστος, ο φτωχός συγγενής. Ο Χριστός είναι παρών και η παρουσία του είναι άκρως ενοχλητική. Ενοχλητική σ’ όλους εκείνους που αναζητούν καταφύγιο στον ιδεαλισμό, ώστε να είναι απαλλαγμένοι από το βαρύ χρέος, με το οποίο δεσμεύονται, όσοι αποδέχονται τον Ιησού ως σωτήρα. Ο Χριστός είναι άκρως ενοχλητικός στους ανθρώπους τους δουλωμένους στα πάθη και ιδιαίτερα στα κυρίαρχα. Πρώτο μεταξύ αυτών το πάθος της φιλοδοξίας.


Οι αρχομανείς ενοχλούνται αφάνταστα από τη διδασκαλία και τη στάση του Χριστού. Αν περιοριζόταν αυτός να διατυπώσει κάποιες ιδέες, θα γινόταν ανεκτός, αν όχι αποδεκτός. Διέπραξε όμως ασυγχώρητο «σφάλμα»! Υπήρξε αξιοθαύμαστη η ταύτιση λόγων και έργων του. Όταν ο χορτάτος λαός θέλησε να τον στέψει βασιλιά, εκείνος απομακρύνθηκε από ανάμεσά τους. Λίγο προ του πάθους του πρόσφερε στους μαθητές του απαράμιλλη διδασκαλία για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας:


Ο ηγεμών πρέπει να είναι δούλος των υπηκόων του. Ανέτρεπε επαναστατικά την επικρατούσα άποψη μεταξύ αρχόντων και αρχομένων, ότι ο ηγεμών είναι φίλαυτος, αλαζών, σκληρός, πρόθυμος να θυσιάσει τον λαό του και όχι να θυσιαστεί γι’ αυτόν! Εισήλθε ο Χριστός στα Ιεροσόλυμα επάνω σε γαϊδουράκι. Και εκείνοι που τον ανέμεναν ως απελευθερωτή τους από ζυγό δουλείας σκανδαλίστηκαν. Σκανδαλίστηκαν αργότερα και οι διαστρευλώσαντες στη Δύση τη διδασκαλία του, με συνέπεια να υποκαταστήσουν το «ει τις θέλει» με τις πυρές της «ιερής εξέτασης» και να δώσουν αφορμές στους μετέπειτα διώκτες του.

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ




 [Υπομνηματισμός στα εδάφια Ματθ.26,17-25]


«Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου(:την πρώτη λοιπόν από τις επτά ημέρες που διαρκούσε η εορτή των αζύμων, δηλαδή του Πάσχα, ήλθαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν: “Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;” Κι ο Ιησούς τους απάντησε: “Πηγαίνετε στην πόλη στον τάδε και να του πείτε: “Ο διδάσκαλος λέει: Ο καιρός του Πάθους μου πλησιάζει. Σκέφτομαι να κάνω με τους μαθητές μου στο σπίτι σου το καινούργιο Πάσχα και όχι εκείνο που από αύριο το βράδυ θα αρχίσουν να εορτάζουν οι Ιουδαίοι”)» [Ματθ.26,17-18]


«Πρώτη τῶν ἀζύμων» ονομάζει την προηγούμενη των αζύμων· διότι συνήθιζαν πάντοτε να υπολογίζουν την ημέρα από την εσπέρα· και αναφέρει την ημέρα εκείνη, κατά την εσπέρα της οποίας επρόκειτο να θυσιάσουν τον πασχάλιο αμνό· διότι είχαν έλθει την πέμπτη ημέρα της εβδομάδος. Αυτήν την ημέρα λοιπόν, ο μεν ένας ευαγγελιστής την ονομάζει «πρώτη τῶν ἀζύμων», εννοώντας τον χρόνο κατά τον οποίο προσήλθαν· ο δε άλλος ευαγγελιστής λέγει ως εξής: «Ἤγγιζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα(:πλησίαζε τότε η εορτή των Αζύμων, που ονομαζόταν Πάσχα. Στη γιορτή αυτή οι Ιουδαίοι επτά ημέρες έτρωγαν άζυμο ψωμί)»[Λουκά 22,1]. Με το «ἢγγιζεν» αυτό, εννοεί ότι πλησίαζε, ήταν επί θύραις, αναφέρεται δηλαδή στην εσπέρα εκείνη, διότι από την εσπέρα άρχιζαν. Για τον λόγο αυτόν και ο καθένας προσθέτει «όταν θυσιαζόταν το Πάσχα».


Και Του λένε: «Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα;». Ώστε και από αυτό είναι φανερό ότι δεν είχε οικία, δεν είχε κατάλυμα. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι ούτε αυτοί είχαν· διότι οπωσδήποτε θα Τον παρακαλούσαν να μεταβεί εκεί. Αλλά δεν είχαν ούτε αυτοί, διότι όλα τα είχαν απαρνηθεί. Για ποιον όμως λόγο, αναρωτιούνται κάποιοι, τελούσε το Πάσχα; Για να δείξει με όλα μέχρι την τελευταία ημέρα ότι δεν είναι αντίθετος με τον μωσαϊκό νόμο. Και γιατί τους στέλνει προς έναν άγνωστο άνθρωπο; Για να αποδείξει με αυτό ότι μπορούσε να μην υποστεί το πάθος· διότι αυτός που έπεισε τον νου εκείνου ώστε να τους δεχτεί, και αυτό μόνο με τα λόγια, τι δεν θα μπορούσε να κάνει εναντίον των σταυρωτών Του, εάν βεβαίως δεν ήθελε να πάθει;


Και έκαμε και εδώ ό,τι έκαμε και με τον όνο· διότι και εκεί λέγει: «Πορεύθητε εἰς τὴν κώμην τὴν ἀπέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ᾿ αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι.καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει· εὐθέως δὲ ἀποστέλλει αὐτούς(:πηγαίνετε στο χωριό που βλέπετε απέναντί σας κι αμέσως θα βρείτε ένα θηλυκό γαϊδούρι δεμένο κι ένα πουλάρι μαζί του. Λύστε το και φέρτε μου και τα δύο εδώ·και αν σας πει κανείς τίποτε, θα πείτε ότι ο Κύριος τα χρειάζεται κι αμέσως θα σας τα στείλει πίσω)» [Ματθ.21,3]. Έτσι και εδώ: «ὁ διδάσκαλος λέγει,πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα». Εγώ όμως δεν θαυμάζω μόνο αυτό, ότι ο άνθρωπος εκείνος Τον υποδέχτηκε ενώ ήταν άγνωστος, αλλά το ότι ενώ περίμενε να προκαλέσει τόση έχθρα και άσπονδο πόλεμο, περιφρόνησε το μίσος των πολλών.


Έπειτα, επειδή αγνοούσαν, τους έδωσε και σημάδι, όμοιο με εκείνο που έδωσε ο προφήτης Σαμουήλ στον Σαούλ, λέγοντας: «καὶ ἀπελεύσῃ ἐκεῖθεν καὶ ἐπέκεινα ἥξεις ἕως τῆς δρυὸς Θαβὼρ καὶ εὑρήσεις ἐκεῖ τρεῖς ἄνδρας ἀναβαίνοντας πρὸς τὸν Θεὸν εἰς Βαιθήλ, ἕνα αἴροντα τρία αἰγίδια καὶ ἕνα αἴροντα τρία ἀγγεῖα ἄρτων καὶ ἕνα αἴροντα ἀσκὸν οἴνου(: θα φύγεις από εκεί, θα προχωρήσεις και θα φτάσεις μέχρι την τοποθεσία, η οποία λέγεται «Δρυς Θαβώρ». Εκεί θα συναντήσεις τρεις άντρες, οι οποίοι ανέρχονται προς τη Σκηνή του Μαρτυρίου, στη Βαιθήλ. Ο ένας από αυτούς θα οδηγεί τρία ερίφια, ο δεύτερος θα φέρει τρία αγγεία, μέσα στα οποία θα υπάρχουν άρτοι, και ο τρίτος θα φέρει ένα ασκί με κρασί)» [Α΄Βασιλ. 10,3]. Και εδώ: «ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται, καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω;(:ο Κύριος τους απάντησε: “Κοιτάξτε, μόλις μπείτε στην πόλη, θα σας συναντήσει κάποιος άνθρωπος που θα κουβαλάει μια στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον στο σπίτι που θα μπει, και πείτε στον οικοδεσπότη του σπιτιού εκείνου: Ο Διδάσκαλος ρωτάει: “Πού είναι η αίθουσα του φαγητού, όπου θα φάω με τους μαθητές μου το νέο Πάσχα της Καινής Διαθήκης;”)» [Λουκά 22,10-11].


Και κοίταξε πάλι την επίδειξη της δυνάμεως· διότι δεν είπε μόνο «τό Πάσχα ποιῶ» αλλά προσθέτει και άλλο: «ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι (:ο καιρός του Πάθους μου πλησιάζει)»[Ματθ. 26,18]. Και αυτό το έκανε, αφενός μεν για να υπενθυμίζει συνεχώς στους μαθητές το Πάθος, ώστε με τη συχνή επανάληψη να ασκηθούν και να συνηθίσουν σε αυτό που θα συμβεί· αφετέρου δε για να δείξει και σε εκείνους και σε αυτόν που τους υποδεχόταν και σε όλους τους Ιουδαίους, αυτό που πολλές φορές είπα, ότι δεν έρχεται στο Πάθος άθελά Του. Προσθέτει δε: «μετὰ τῶν μαθητῶν μου», ώστε και η προετοιμασία να είναι αρκετή και να μη νομίσει ο οικοδεσπότης ότι πηγαίνει εκεί για να κρυφτεί. «᾿Οψίας δὲ γενομένης ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα(: όταν λοιπόν βράδιασε, ο Ιησούς καθόταν στο τραπέζι με τους δώδεκα μαθητές)»[Ματθ.26,20]. Πωπω, αναίδεια του Ιούδα! Διότι και αυτός ήταν παρών εκεί και είχε έλθει για να λάβει μέρος και στα μυστήρια και στην τράπεζα, και κατά τη διάρκεια της τραπέζης ελέγχεται, οπότε και θηρίο εάν ήταν θα μπορούσε να γίνει ημερότερος. Γι΄αυτό και ο ευαγγελιστής τονίζει, ότι καθώς έτρωγαν μιλούσε ο Χριστός περί της προδοσίας, για να καταδείξει την πονηρία του προδότη και από την ώρα και από την τράπεζα. Διότι, αφού οι μαθητές έκαναν, όπως τους διέταξε ο Κύριος, «όταν βράδιασε ήταν στο τραπέζι με τους δώδεκα. «καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν(:και εκεί που έτρωγαν» λέει ο ευαγγελιστής «εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με(: τους είπε: Αληθινά σας διαβεβαιώνω ότι ένας από σας θα με παραδώσει στους εχθρούς μου με προδοσία)»[Ματθ.26,20-21].Πριν από το δείπνο μάλιστα ένιψε και τα πόδια του.

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ - Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ




[Υπομνηματισμός στα εδάφια Ματθ.26,17-25]


«Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου(:την πρώτη λοιπόν από τις επτά ημέρες που διαρκούσε η εορτή των αζύμων, δηλαδή του Πάσχα, ήλθαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν:


Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;” Κι ο Ιησούς τους απάντησε: “Πηγαίνετε στην πόλη στον τάδε και να του πείτε: “Ο διδάσκαλος λέει: Ο καιρός του Πάθους μου πλησιάζει. Σκέφτομαι να κάνω με τους μαθητές μου στο σπίτι σου το καινούργιο Πάσχα και όχι εκείνο που από αύριο το βράδυ θα αρχίσουν να εορτάζουν οι Ιουδαίοι”)» [Ματθ.26,17-18]


«Πρώτη τῶν ἀζύμων» ονομάζει την προηγούμενη των αζύμων· διότι συνήθιζαν πάντοτε να υπολογίζουν την ημέρα από την εσπέρα· και αναφέρει την ημέρα εκείνη, κατά την εσπέρα της οποίας επρόκειτο να θυσιάσουν τον πασχάλιο αμνό· διότι είχαν έλθει την πέμπτη ημέρα της εβδομάδος. Αυτήν την ημέρα λοιπόν, ο μεν ένας ευαγγελιστής την ονομάζει «πρώτη τῶν ἀζύμων», εννοώντας τον χρόνο κατά τον οποίο προσήλθαν· ο δε άλλος ευαγγελιστής λέγει ως εξής:


«γγιζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα(:πλησίαζε τότε η εορτή των Αζύμων, που ονομαζόταν Πάσχα. Στη γιορτή αυτή οι Ιουδαίοι επτά ημέρες έτρωγαν άζυμο ψωμί)»[Λουκά 22,1]. Με το «ἢγγιζεν» αυτό, εννοεί ότι πλησίαζε, ήταν επί θύραις, αναφέρεται δηλαδή στην εσπέρα εκείνη, διότι από την εσπέρα άρχιζαν. Για τον λόγο αυτόν και ο καθένας προσθέτει «όταν θυσιαζόταν το Πάσχα».


Και Του λένε: «Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα;». Ώστε και από αυτό είναι φανερό ότι δεν είχε οικία, δεν είχε κατάλυμα. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι ούτε αυτοί είχαν· διότι οπωσδήποτε θα Τον παρακαλούσαν να μεταβεί εκεί. Αλλά δεν είχαν ούτε αυτοί, διότι όλα τα είχαν απαρνηθεί. Για ποιον όμως λόγο, αναρωτιούνται κάποιοι, τελούσε το Πάσχα; Για να δείξει με όλα μέχρι την τελευταία ημέρα ότι δεν είναι αντίθετος με τον μωσαϊκό νόμο. Και γιατί τους στέλνει προς έναν άγνωστο άνθρωπο;


Για να αποδείξει με αυτό ότι μπορούσε να μην υποστεί το πάθος· διότι αυτός που έπεισε τον νου εκείνου ώστε να τους δεχτεί, και αυτό μόνο με τα λόγια, τι δεν θα μπορούσε να κάνει εναντίον των σταυρωτών Του, εάν βεβαίως δεν ήθελε να πάθει; Και έκαμε και εδώ ό,τι έκαμε και με τον όνο· διότι και εκεί λέγει:


«Πορεύθητε εἰς τὴν κώμην τὴν ἀπέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ᾿ αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι.καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει· εὐθέως δὲ ἀποστέλλει αὐτούς(:πηγαίνετε στο χωριό που βλέπετε απέναντί σας κι αμέσως θα βρείτε ένα θηλυκό γαϊδούρι δεμένο κι ένα πουλάρι μαζί του. Λύστε το και φέρτε μου και τα δύο εδώ·και αν σας πει κανείς τίποτε, θα πείτε ότι ο Κύριος τα χρειάζεται κι αμέσως θα σας τα στείλει πίσω)» [Ματθ.21,3]. 


Έτσι και εδώ: «ὁ διδάσκαλος λέγει,πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα». Εγώ όμως δεν θαυμάζω μόνο αυτό, ότι ο άνθρωπος εκείνος Τον υποδέχτηκε ενώ ήταν άγνωστος, αλλά το ότι ενώ περίμενε να προκαλέσει τόση έχθρα και άσπονδο πόλεμο, περιφρόνησε το μίσος των πολλών.Έπειτα, επειδή αγνοούσαν, τους έδωσε και σημάδι, όμοιο με εκείνο που έδωσε ο προφήτης Σαμουήλ στον Σαούλ, λέγοντας: «καὶ ἀπελεύσῃ ἐκεῖθεν καὶ ἐπέκεινα ἥξεις ἕως τῆς δρυὸς Θαβὼρ καὶ εὑρήσεις ἐκεῖ τρεῖς ἄνδρας ἀναβαίνοντας πρὸς τὸν Θεὸν εἰς Βαιθήλ, ἕνα αἴροντα τρία αἰγίδια καὶ ἕνα αἴροντα τρία ἀγγεῖα ἄρτων καὶ ἕνα αἴροντα ἀσκὸν οἴνου(: θα φύγεις από εκεί, θα προχωρήσεις και θα φτάσεις μέχρι την τοποθεσία, η οποία λέγεται «Δρυς Θαβώρ».


Εκεί θα συναντήσεις τρεις άντρες, οι οποίοι ανέρχονται προς τη Σκηνή του Μαρτυρίου, στη Βαιθήλ. Ο ένας από αυτούς θα οδηγεί τρία ερίφια, ο δεύτερος θα φέρει τρία αγγεία, μέσα στα οποία θα υπάρχουν άρτοι, και ο τρίτος θα φέρει ένα ασκί με κρασί)» [Α΄Βασιλ. 10,3].

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.