ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ




Κατά Λουκά (Λουκ. ιε 11-32).


Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις εἶχεν δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί, Πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ᾽ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους·καὶ ἐπεθύμει χορτασθῆναι ἐκ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν ἔφη, Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύονται ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι. Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου,οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπεν δὲ ὁ υἱὸς αὐτῷ, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Εἶπεν δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ, Ταχὺ ἐξενέγκατε στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας,καὶ φέρετε τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, θύσατε καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, ἦν ἀπολωλὼς καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσεν συμφωνίας καὶ χορῶν,καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί ἂν εἴη ταῦτα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ῾Ο ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ πατρὶ αὐτοῦ, ᾽Ιδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν σιτευτὸν μόσχον. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ, Τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν·εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἔζησεν, καὶ ἀπολωλὼς καὶ εὑρέθη.




ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ 


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Ο ΕΥΣΠΛΑΧΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ


ΠΑΤΕΡ ΗΜΑΡΤΟΝ ΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΝ ΚΑΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΟΥ


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ (2025)


ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ: Η ΑΠΟΔΗΜΙΑ ΣΕ ΜΑΚΡΙΝΗ ΧΩΡΑ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''ΑΝΑΣΤΑΣ ΠΟΡΕΥΣΟΜΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ''


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΤΥΧΩΝΟΣ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ Ή ΤΟΥ ΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2023)


ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2023)


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΣΤΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2023)


ΠΑΤΕΡ ΑΓΑΘΕ, ΕΜΑΚΡΥΝΘΗΝ ΑΠΟ ΣΟΥ ΜΗ ΕΓΚΑΤΑΛΙΠΗΣ ΜΕ...


ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ»


Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ ΕΠΑΝΕΥΡΕΘΕΙΣ (1900)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''Ο ΑΣΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΩΤΟΙ'' (1994)


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2021)


π. ΠΛΑΚΙΔΑ DESEILLE: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2021)


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Ο ΑΣΩΤΟΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ (2021)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΕΝΑ ΙΣΧΥΡΟ ΜΗΝΥΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2022)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «Ο ΑΣΩΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΩΤΟΙ» (1994)



Ηχητική Ομιλία εκ του ιστοτόπου 

της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής 
εδώ.


ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ»





Πάντοτε μεν, αδελφοί, οφείλουμε να διακηρύττουμε τη φιλανθρωπία του Θεού (διότι μέσω αυτής «ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν(:ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε)» [Πράξ.17,28])· και μάλιστα σε τούτον τον καιρό έχουμε χρέος να το κάνουμε αυτό, για να υπάρξει κοινή ωφέλεια και για να ευεργετηθούν οι αστέρες που πρόκειται να ανατείλουν από την κολυμβήθρα[: όσοι κατηχούμενοι επρόκειτο σε λίγο να βαπτιστούν]. Καθώς και αυτοί μέσω αυτής θα λάμψουν και εμείς μέσω αυτής σωθήκαμε και σωζόμαστε· αυτή δόθηκε από τον Δημιουργό Θεό και Πατέρα μας σε μας αντί κληρονομίας.


Ας πούμε, λοιπόν, περί της μετανοίας, αυτά ακριβώς που είπε ο Χριστός, ο Δεσπότης και φιλάνθρωπος Υιός του φιλάνθρωπου Πατρός, ο μόνος γνήσιος ερμηνευτής της πατρικής Ουσίας. Ας αναπτύξουμε όλη την παραβολή για τον Άσωτο, για να μάθουμε από αυτήν πώς πρέπει να προσεγγίζουμε τον Απροσπέλαστο και πώς να ζητούμε συγχώρηση των αμαρτιών μας.


«νθρωπός τις(:ένας άνθρωπος)», λέγει , «εἶχε δύο υἱούς(:είχε δύο γιους)». Ο Σωτήρας εδώ ομιλεί όχι με τρόπο που να παρουσιάζει ευδιάκριτα τα δόγματα της χριστιανικής πίστης, αλλά με παραβολές. Γι’ αυτό και για τον Πατέρα Του ομιλεί σαν για κάποιον άνθρωπο, όπως και για τους δούλους, ομιλεί σαν να είναι τέκνα, για να δείξει την στοργή του Θεού προς τους ανθρώπους. «Κάποιος άνθρωπος», λέγει, «είχε δύο υιούς». Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Είναι ο Πατήρ των οικτιρμών και Θεός κάθε παρηγοριάς. Ποιοι γνωρίσματα είχαν αυτοί οι δύο υιοί; Αντιπροσωπεύουν ο ένας τους δικαίους και ο άλλος τους αμαρτωλούς. Ο ένας γιος αντιπροσωπεύει αυτούς που τηρούσαν τα θεία προστάγματα και ο άλλος γιος, ο άσωτος, αυτούς που παρέβαιναν τις δεσποτικές εντολές.


«Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί(:Και είπε ο νεότερος από αυτούς στον πατέρα του)». Και ποιος είναι αυτός ο νεότερος υιός; Αυτός που έχει αστάθεια γνώμης και παρασύρεται εδώ και εκεί από τους φρέσκους πρωινούς ανέμους της νεότητας. Και εκ φύσεως μεν αναγνώρισε Αυτόν που τον έπλασε ως Πατέρα, αλλά από την κακή του προαίρεση δεν απέδωσε την πρέπουσα τιμή σε Αυτόν που τον δημιούργησε.


Και λέγει: «Πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας(:Πατέρα, δώσε μου το ανάλογο μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει)». Καλώς ζήτησε από τον Θεό τον θεϊκό πλούτο, αλλά κακώς δαπάνησε όσα έλαβε. «Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον(:και ο πατέρας μοίρασε και στους δύο του γιους την περιουσία)». Και έδωσε σε αυτούς, ως Κτίστης, όλη την κτίση. Παρείχε σε αυτούς σώματα και λογικές ψυχές, ώστε από τον ορθό λόγο καθοδηγούμενοι να μη διαπράττουν τίποτε παράλογο. Όρισε σε αυτούς τον νόμο Του, τον φυσικό και τον γραπτό, σαν ένα θείο παιδαγωγό, ώστε από τον νόμο παιδαγωγούμενοι, να εφαρμόσουν τη βούληση του Νομοθέτου.


«Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν(:ύστερα από λίγες μέρες ο νεότερος γιος μάζεψε όλα όσα του έδωσε ο πατέρας του και ταξίδεψε σε χώρα μακρινή)»· ο νεότερος λοιπόν υιός, ωσάν νεότερος ενήργησε, και έφυγε σε χώρα μακρινή. Απομακρύνθηκε από τον Θεό και στάθηκε σε απόσταση και ο Θεός απ’ αυτόν· ο Θεός δεν εξαναγκάζει με τη βία εκείνον που δεν θέλει να υποταχθεί σε Αυτόν. Γιατί όλες οι αρετές είναι καρπός ελεύθερης προαίρεσης και όχι εξαναγκασμού. «Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως(:εκεί διασκόρπισε την περιουσία του κάνοντας μια ζωή άσωτη και ακόλαστη)». Εκεί όλο τον πλούτο της ψυχής του τον έχασε. Εκεί με σαρκικές τέρψεις ναυάγησε. Εκεί παίζοντας και εμπαιζόμενος κατάντησε πένης. Εκεί αγοράζοντας ψυχοφθόρες ηδονές και παζαρευόμενος γέλωτες, κέρδισε αιτίες δακρύων. Και τις μεν αρετές που είχε, τις έχασε. Τις δε κακίες, που δεν είχε, τις απέκτησε.


«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην(:όταν ο νεότερος γιος ξόδεψε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, κι αυτός άρχισε να στερείται)». Αφού δαπάνησε λοιπόν όλο τον πλούτο του (γιατί είναι εκ φύσεως αδύνατον να παραμείνει ο πλούτος της χάριτος σ’ αυτούς που περνούν τον βίο τους με αισχρό τρόπο), έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη.


Γιατί όπου δεν καλλιεργείται το σιτάρι της σωφροσύνης, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου δεν έχει φυτευτεί η άμπελος της εγκρατείας, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου το σταφύλι της αγνότητας δεν ληνοπατείται, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου ο ουράνιος μούστος δεν ξεχειλίζει, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου υπάρχει ευφορία κακών, εκεί σε κάθε περίπτωση υπάρχει και ακαρπία αγαθών. Όπου υπάρχει αφθονία πράξεων πονηρών, εκεί σε κάθε περίπτωση θα υπάρχει έλλειψη των αρετών. Όπου δεν πηγάζει το έλαιο της φιλανθρωπίας, εκεί «λιμός ἰσχυρός».


«Καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι(:τότε, λοιπόν, αυτός άρχισε να στερείται τροφής και να πεινάει)». Γιατί δεν απέμειναν σε αυτόν, παρά μόνο τα κακά της ακράτειάς του, επειδή έπραξε τα κακά της ηθικής έκλυσης. «Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης (:και ο άσωτος γιος εξαιτίας των στερήσεων και της πείνας του πήγε και προσκολλήθηκε ως δούλος σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας)». Και πολίτες εκείνης της χώρας όπου είχε μεταναστεύσει ήσαν οι δαίμονες. «Καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους(:και τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους, ζώα δηλαδή ακάθαρτα, που προκαλούσαν την αηδία και την αποστροφή σ’ έναν Ιουδαίο, όπως ήταν ο νεότερος γιος)». Γιατί με τέτοιον τρόπο τιμούν οι δαίμονες αυτούς που τους τιμούν. Με τέτοιον τρόπο αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν· τέτοιες δωρεές χαρίζουν σε αυτούς που τους υπακούουν.


«Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι(:και επιθυμούσε ο νεότερος γιος να γεμίσει την κοιλιά του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι)». Με τα ξυλοκέρατα; Η γεύση των ξυλοκεράτων είναι γλυκιά, αλλά συγχρόνως και σκληρή και τραχιά. Γιατί τέτοια είναι και η γεύση της αμαρτίας. Ευφραίνει μεν για λίγο καιρό, κολάζει όμως για πολύ. Τέρπει πρόσκαιρα και μαστίζει αιώνια.


«εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν (:σε κάποια όμως στιγμή αυτός ήλθε στον εαυτό του από τη μέθη και την τρέλα της αμαρτίας)» και αφού συλλογίστηκε την προηγούμενη μακαριότητά του στο πατρικό σπίτι και την τωρινή του αθλιότητα και αφού έβαλε καλά στον νου του αφενός ποιος ήταν όταν ήταν υποτασσόμενος στον Θεό και Πατέρα και αφετέρου τι έχει γίνει όταν υποτάχθηκε στους δαίμονες, «εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! (:είπε: “Πόσοι μισθωτοί εργάτες του πατέρα μου έχουν άφθονο και περίσσιο ψωμί, ενώ εγώ κινδυνεύω να πεθάνω από την πείνα…”)».


«Πόσοι τώρα κατηχούμενοι ευφραίνονται από τις Άγιες Γραφές, ενώ εγώ συνθλίβομαι λιμοκτονώντας για τα θεία λόγια; Ω, από πόσα αγαθά στέρησα τον εαυτό μου! Ω, με πόσα κακά περιέβαλα τον εαυτό μου! Γιατί απομακρύνθηκα από τον μακάριο εκείνο τρόπο ζωής; Γιατί να εισέλθω στον χώρο αυτής, της θανατηφόρου ζωής; Τώρα έμαθα από αυτά που έπαθα, ότι δεν πρέπει να εγκαταλείπει κανείς τον Θεό. Τώρα έμαθα ότι πρέπει να παραμένω κοντά σε Αυτόν που πάντοτε προστατεύει αυτούς που είναι πλησίον Του και δεν απομακρύνονται από Αυτόν. Τώρα έμαθα ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τους ακάθαρτους δαίμονες, που διδάσκουν κάθε ακαθαρσία και φθορά».

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2021)




Μητροπολίτης Αττικής και Βοιωτίας κ. Χρυσόστομος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ




Ὁ Μυστικὸς Γάμος του Θεοῦ*



Τὸ νόημα τῆς Μετάνοιας


Μὲ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. ιε΄11-32) συνεχίζεται ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποὺ ἄρχισε τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα μὲ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου.


Eὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ εἶναι πολὺ σημαντική, ἐπειδὴ μᾶς ἀποκαλύπτει ὅλο τὸ νόημα τῆς προσπάθειας ποὺ θὰ καταβάλουμε τὴν Σαρακοστή, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι καὶ ἐμεῖς εἴμαστε ἄσωτοι υἱοί, ποὺ ἔχουν φύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ ὁ Πατέρας προσδοκᾶ τὴν ἐπιστροφή μας μὲ ὅλη Του τὴν ἀγάπη.


Τὸ Eὐαγγέλιο αὐτὸ μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς μετάνοιας, ἡ ὁποία μᾶς κάνει νὰ μιμούμαστε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀσώτου. Κυρίως ὅμως, μᾶς φανερώνει τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Πατέρα μας. Μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατέρα, ποὺ περιμένει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἄσωτου παιδιοῦ Του μὲ πολλὴ στοργή.


δη, τὴν περασμένη Κυριακὴ τὸ Eὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου μᾶς παρουσίαζε καὶ πάλι ἕνα, θὰ ἔλεγα, ὁδοιπορικό· ὁδοιπορικὸ ποὺ ἀποκαλύφθηκε μὲ ἕνα Τροπάριο τῆς δ΄ ᾠδῆς τοῦ Κανόνα τοῦ Ὄρθρου καὶ ἔλεγε: «Ἀρίστην ἔδειξεν ὁδὸν ὑψώσεως τὴν ταπείνωσιν Λόγος, ταπεινωθεὶς μέχρι καὶ μορφῆς δουλικῆς, ἣν ἐκμιμούμενος ἅπας, ἀνυψοῦται ταπεινούμενος».


Μὲ ἄλλα λόγια, μὲ τὴν στάση τοῦ Τελώνη μᾶς ἀποκαλύφθηκε ἡ σημασία τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς μόνης ὁδοῦ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν δικαίωση. Τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ὅμως παράδειγμα αὐτῆς τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ μᾶς τὸ ἔδωσε μὲ τὴν Ἐνσάρκωσή Του, ὅταν ἦλθε νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους Του τὴν ἁμαρτωλὴ φύση στὴν ἁμαρτωλή της κατάσταση, τὴν γεμάτη πόνο καὶ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει ἔτσι, μὲ τὴν δική Του ταπείνωση καὶ ὑπακοή, στὸν Πατέρα.


πως ἔγραφε στὶς Ἐπιστολές του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «διὸ καὶ ὁ Θεὸς Αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο Αὐτῷ Ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν Ὄνομα» (Φιλιπ. β΄ 8)· «καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Ἐφ. β΄ 5-6)· «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν.


Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄17-18). Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁδοιπορικὸ ποὺ πρέπει νὰ διατρέξουμε καὶ αὐτὴ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλὰ καὶ στὴν διάρκεια τῆς ζωῆς μας, τὴν ὁποίαν ἀπεικονίζει ἡ Τεσσαρακοστή: νὰ ταπεινωθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, νὰ σηκώσουμε μαζί Του τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ φθάσουμε μαζί Του στὴν ἄληκτη χαρὰ τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεώς Του. Καὶ σήμερα, ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου μᾶς ἀποκάλυψε ὁρισμένες καινούργιες, συμπληρωματικὲς πτυχὲς τοῦ ἴδιου αὐτοῦ ὁδοιπορικοῦ.


Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ προσεγγίσω τὴν παραβολὴ αὐτὴ μέσα ἀπὸ ἕνα ἄλλο Βιβλικὸ κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ δὲν τὸ γνωρίζουμε ἀρκετά, ἐπειδὴ δὲν χρησιμοποιεῖται στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν διάρκεια τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ ἔτους ἔχουμε μερικὰ λίγα Παλαιοδιαθηκικὰ ἀναγνώσματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων Ἑορτῶν καὶ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή.


Πρέπει ὅμως νὰ τὸ διαβάσετε μόνοι σας. Τὸ Βιβλίο αὐτὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε, εἶναι τὸ Βιβλίο τοῦ Τωβίτ. Ὑπέροχο Βιβλίο! Δὲν ἀνήκει στὸν ἀρχικὸ Ἑβραϊκὸ Κανόνα, πιθανὸν νὰ γράφτηκε πρῶτα στὰ ἑβραϊκά, τὸ ἑβραϊκὸ ὅμως κείμενο δὲν σώθηκε, καὶ εἰσήχθη, μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικά, στὸν Βιβλικὸ Κανόνα τῆς Ἀλεξάνδρειας.


Στὴν Ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας πραγματοποιήθηκε, ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε, τὸ τελευταῖο στάδιο διαμόρφωσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὰ τελευταῖα βιβλία της δὲν γράφθηκαν στὰ ἑβραϊκὰ καὶ στὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ ἰουδαϊκὴ αὐτὴ κοινότητα τῆς διασπορᾶς ἦταν τόσο σημαντική, ὥστε θεωρεῖται ὡς πολυαριθμότερη ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἑβραϊκὸ πληθυσμὸ ποὺ εἶχε μείνει στὴν Παλαιστίνη. 


Καὶ σ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν Ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἡ ὁποία βρισκόταν στὴν καρδιὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ συναναστρεφόταν μὲ τὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο καὶ τὴν Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ποὺ συμβόλιζε κατὰ κάποιο τρόπο ὁλόκληρο τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ἡ Παλαιὰ Διαθήκη γνώρισε τὰ τελευταῖα στάδιά της.


Ξεκίνησε ἔτσι νὰ πραγματώνει τὴν συνάντηση τοῦ Βιβλικοῦ Λαοῦ μὲ τοὺς ἐθνικούς, ὅπως εἶχαν προαναγγείλει οἱ Προφῆτες, καὶ νὰ προετοιμάσει τὴν εἴσοδο τῶν πρώτων στὴν Ἐκκλησία χάρη στὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Τὸ Βιβλίο τοῦ Τωβὶτ μᾶς διηγεῖται, ὅτι ἕνας Ἰουδαῖος ἀπὸ τὴν Φυλὴ τοῦ Νεφθαλεὶμ εἶχε ἐξορισθεῖ στὴν χώρα τῶν Ἀσσυρίων (τὸ σημερινὸ βόρειο Ἰράκ), τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλιᾶ Σαχερδόνα (Σαργὼν Β΄, 734 π. Χ.).


Αὐτὸς ὁ Ἰουδαῖος ὀνομαζόταν Τωβίτ, ἦταν πολὺ εὐσεβὴς καὶ εἶχε ἕναν υἱό, τὸν Τωβία. Εἶχε ἐμπιστευθεῖ ἕνα χρηματικὸ ποσὸν σὲ ἕναν γονέα ποὺ κατοικοῦσε σὲ τόπο πολὺ μακρινό. Θέλοντας νὰ πάρει πίσω τὰ χρήματά του προτοῦ πεθάνει, ζήτησε ἀπὸ τὸν υἱό του νὰ φύγει καὶ ἐκεῖνος γιὰ τὸν μακρινὸ αὐτὸ τόπο, ὄχι γιὰ νὰ ζήσει ἄσωτη ζωή, ὅπως ὁ νέος τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ ἀντιθέτως γιὰ νὰ ἀναζητήσει αὐτὰ τὰ χρήματα.


συνέχεια τοῦ Βιβλίου μᾶς διηγεῖται ὅλη τὴν ἱστορία τοῦ ταξιδιοῦ. Βλέπουμε τὸν νεαρὸ Τωβία νὰ φεύγει, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἀρχαγγέλου Ραφαὴλ ποὺ εἶχε πάρει τὴν μορφὴ συνταξιδιώτη. Σὲ μιά τους στάση, ὁ Τωβίας πιάνει ἕνα μεγάλο ψάρι, καὶ ὁ συνοδοιπόρος του, ὁ Ραφαήλ, τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ καρδιὰ καὶ τὸ συκώτι τοῦ ψαριοῦ αὐτού, ὅταν ψηθεῖ, μπορεῖ νὰ ἐκδιώξει τοὺς δαίμονες, ἡ δὲ χολή του ἦταν ἰσχυρὸ κολλύριο γιὰ τὰ μάτια. 


Διαβάζοντας τὴν διήγηση αὐτή, οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἔπρεπε νὰ δοῦν στὸ ψάρι τὸν συμβολισμὸ τοῦ Χριστοῦ, διότι γι᾿ αὐτούς, ἡ λέξι ΙΧΘΥΣ ἀντιστοιχοῦσε στὸ ἀρκτικόλεξο Ἰησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Υἱὸς Σωτήρ. Ὅταν ἔφθασε στὰ Ἐκβάτανα, στὸ Ἰράν, ὁ Τωβίας σταμάτησε σὲ μία συγγενικὴ οἰκογένεια ἐξορίστων.


Αὐτοὶ εἶχαν μία κόρη, τὴν Σάρα, τὴν ὁποία ζητᾶ σὲ γάμο. Ὁ πατέρας της ὅμως τοῦ ἀποκαλύπτει, ὅτι μέσα της κατοικεῖ ἕνα δαιμόνιο και σκοτώνει στοὺς μνηστῆρες τὴν ἴδια τὴν ἡμέρα τοῦ γάμου. Ὁ Τωβίας τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ δαιμόνιο καίγοντας τὴν καρδιὰ καὶ τὸ συκώτι τοῦ ψαριοῦ ποὺ τὰ εἶχε φυλάξει, καὶ μετὰ τὴν παντρεύεται.


φοῦ πῆρε πίσω τὸ χρηματικὸ ποσὸν ποὺ ὁ πατέρας του εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὴν φύλαξη τοῦ πεθεροῦ του, ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του μὲ τὴν σύζυγό του τὴν Σάρα. Καὶ τὸ Κείμενο μᾶς δείχνει τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του ποὺ τὸν περιμένουν μὲ ὅλη τὴν ἀγάπη καὶ τὴν στοργή τους, μὲ πολλὴ ἀνησυχία μάλιστα, καθὼς ἔβλεπαν ὅτι εἶχε ἀργήσει νὰ ἐπιστρέψει –βλέπετε τὸν εἶχε καθυστερήσει ὁ ἑορτασμὸς τῶν γάμων του στὰ μακρινὰ Ἐκβάτανα.


λη αὐτὴ ἡ χαριτωμένη διήγηση, ποὺ ἀποπνέει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς τῶν Πατριαρχῶν, ἔχει τυπολογικὴ καὶ πνευματικὴ σημασία, διότι μόνο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει νὰ ἀνακαλύψουμε καὶ να γευθοῦμε βαθιὰ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα στὶς γραμμὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Ο ΕΥΣΠΛΑΧΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ (2025)




Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2023)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


Η ΑΠΟΔΗΜΙΑ ΣΕ ΜΑΚΡΙΝΗ ΧΩΡΑ




Η παραβολή του Ασώτου παρουσιάζει το Θεό σαν άνθρωπο, τον αληθινά φιλάνθρωπο και τους δύο γιούς, καθώς και τις δύο κατηγορίες των ανθρώπων, τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς. Ο μικρός είπε· δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας. Η δικαιοσύνη είναι αρχική κατάσταση του ανθρώπου, γι’ αυτό κι ο μεγάλος δεν παρεκκλίνει· υστερογέννητο κακό η αμαρτία, γι’ αυτό και παρεκκλίνει ο μικρός, αυτός, δηλαδή που συναυξήθηκε με την αμαρτία που μπήκε στον κόσμο έπειτα. Και με άλλο νόημα λέγεται ο αμαρτωλός άνθρωπος «νεώτερος γιός», σαν νεωτεριστής κι αποστάτης στο πατρικό θέλημα.


«Πατέρα, δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας». Περιουσία του ανθρώπου είναι το λογικό, με επακολούθημα την αυτεξουσιότητα γιατί κάθε λογικό είναι αυτεξούσιο. Μας παραχωρεί ο Κύριος το λόγο, για να τον χρησιμοποιούμε κατά το θέλημά μας, σαν δικό μας κτήμα. Και τον παραχωρεί σ’ όλους εξίσου, γιατί όλοι είμαστε εξίσου λογικοί, εξίσου αυτεξούσιοι. Άλλοι όμως κάνουμε λογική χρήση της τιμητικής παραχώρησης κι άλλοι εξευτελίζουμε το θείο δώρο.


Και όλα γενικά όσα μας έχει δώσει Θεός, ας τα θεωρήσουμε περιουσία μας, τον ουρανό, τη γη, την πλάση όλη, το νόμο, τους προφήτες. Αλλά ο μικρός γιός ενώ είδε τον ουρανό, και τον θεοποίησε, τη γη και την προσκύνησε, δεν θέλησε να πορευτεί στις γραμμές του νόμου, δολιεύτηκε τους λόγους των προφητών. Ο μεγαλύτερος όμως γιός τα χρησιμοποίησε όλα για τη δόξα του Θεού.


Στο ίδιο μέτρο τους τα παραχώρησε και τους άφησε να πορευτούν κατά το θέλημά τους· δεν υποχρεώνει κανένα που δεν θέλει να τον υπηρετεί. Αν ήθελε να μας υποχρεώσει, ούτε λογικούς θα μας δημιουργούσε ούτε αυτεξούσιους. Όλα αυτά ο μικρός τα σπατάλησε αμέσως. Και ο λόγος, η αποδημία του στα μακρινά. Όταν, δηλαδή, ο άνθρωπος απομακρυνθεί από το Θεό και θέσει τον εαυτό του πέρα από το θείο φόβο εξαντλεί όλα τα θεία δώρα. Όταν μένουμε κοντά στο Θεό, τίποτα τέτοιο δεν κάνουμε που οδηγεί στην απώλεια κατά το λόγο «απ’ την αρχή έβλεπα τον Κύριο δίπλα μου, στα δεξιά μου παντοτινά για να μην ταραχτώ».


Όταν όμως απομακρυνθούμε απ’ αυτόν κι αποστρατήσουμε από το θέλημά του, πράττουμε και πάσχουμε τα χειρότερα, πάλι κατά το λόγο «όσοι απομακρύνονται από σένα θα χαθούν». «Σκόρπισε» λοιπόν την περιουσία του κι ήταν φυσικό. Γιατί η αρετή έχει ένα όνομα και είναι κάτι απλό. Η κακία όμως είναι ποικίλη και προκαλεί πολλές πλάνες.


Και αρχίζει να στερείται, γιατί δεν φοβόταν τον Κύριο παρά ήταν μακριά του -επειδή για όσους φοβούνται τον Κύριο δεν υπάρχει στέρηση. Και πώς δεν υπάρχει στέρηση για όσους φοβούνται; Γιατί όποιος φοβάται τον Κύριο θα θέσει την ικανοποίησή του μέσα στον κύκλο των εντολών του. Γι’ αυτό και βασιλεύει στο σπίτι του τιμή και πλούτος και αντίθετα, σκορπίζει αυτός και μοιράζει στους φτωχούς· τόσο πολύ απέχει ο ίδιος από τη στέρηση.


Αυτός λοιπόν που αποδήμησε μακριά από το Θεό και δεν έχει μπροστά στα μάτια του το φοβερό του πρόσωπο, στερείται κατά φυσικό λόγο, αφού καμιά θεϊκή καταβολή δεν ενεργεί μέσα του. Και αφού πήγε, δηλαδή αφού προόδευσε και πρόκοψε στην κακία, έγινε, μισθωτός, σ’ ένα πολίτη της χώρας εκείνης. Ο μισθωτός του Κυρίου γίνεται ένα πνεύμα μαζί του· ο μισθωτός της πορνικής φύσεως των δαιμόνων γίνεται ένα σώμα μ’ αυτούς, όλος σάρκα, χωρίς να γίνεται μέσα του καμιά εισχώρηση του πνεύματος, όπως στους ανθρώπους πριν από τον κατακλυσμό.


«Κι αφού ήρθε στον εαυτό του· είπε· πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου πετούν τα τρόφιμά τους κι εγώ πεθαίνω της πείνας…» Ήρθε στον εαυτό του ο ως τότε άσωτος. Ώσπου έπραττε τις αισχρότητες ήταν έξω από τον εαυτό του, λέγεται ότι κατασπατάλησε την περιουσία του, και είναι φυσικό. Γι’ αυτό είναι έξω από τον εαυτό του. Γιατί αυτός που δεν καθοδηγείται από το λόγο αλλά ζει σαν άλογος και γίνεται οδηγός της αλογίας των άλλων, είναι έξω από τον εαυτό του και δεν μένει πάνω στην ουσία του, το λόγο.


Και όταν αναλογιστεί ποιός ήταν και σε ποιά αθλιότητα κατάντησε, τότε έρχεται στον εαυτό του με τον αναλογισμό και τη μετάνοια από την περιπλάνησή του. Μισθωτούς πάλι εννοεί τους κατηχουμένους που δεν έφτασαν ακόμα να γίνουνε γιοί, επειδή ακόμα δεν φωτίστηκαν. Όμως οι κατηχούμενοι έχουν περισσεύματα από λογικές τροφές, ακούοντας τα αναγνώσματα καθημερινά. Άκουσε τα εξής για να μάθεις τη διαφορά γιου και μισθωτού.


Αλλά θα σηκωθώ, από την πτώση δηλαδή της αμαρτίας, και θα πάω στον Πατέρα μου και θα του πω Πατέρα, αμάρτησα μπροστά στον ουρανό, επειδή τον εγκατέλειψα και προτίμησα τη σιχαμερή ηδονή κι από την πατρίδα μου τον ουρανό πρόκρινα τη χώρα του λιμού. Αμαρτάνει απέναντι του χρυσού κατά κάποιο τρόπο όποιος προτιμά το μολύβι κι αμαρτάνει στον ουρανό, όποιος προτιμήσει τη γη. Αστοχεί πάντως από το δρόμο που οδηγεί στον ουρανό. Σημείωσε ότι όταν έκανε την αμαρτία, δεν ένιωθε ότι βρισκόταν μπροστά στο Θεό, όταν όμως κάνει την εξομολόγησή του, αισθάνεται ότι έχει αμαρτήσει μπροστά του.


Σηκώθηκε και ήρθε στον Πατέρα του. Δεν πρέπει μόνο να επιθυμούμε, ό,τι αρέσει στο Θεό αλλά και να το πράττουμε. Και καθώς είδες τη θερμή μετάνοια, κοίταξε και την ευσπλαχνία του Πατέρα του. Δεν περίμενε το γιό να έρθει κοντά του. Τρέχει και τον αγκαλιάζει. Έχοντας το πατρικό φίλτρο, αν και Θεός, με όλο του το είναι, ολόκληρο τον αγκαλιάζει, για να τον σφιχτοπεριπλέξει από παντού με τον εαυτό του, όπως έχει λεχθεί· 


«Και θα σε περιντύσει, η δόξα του Θεού». Και πρώτα, όταν ο γιός απομακρύνθηκε, ήταν καιρός ν’ απομακρυνθεί κι ο Πατέρας από το σφιχταγκάλιασμα. Όταν τον πλησίασε με την προσευχή και την επιστροφή του, ήρθε η ώρα να τον αγκαλιάσει. Πέφτει λοιπόν στον τράχηλό του, δείχνοντας στον παλαιό αποστάτη να γίνει υπάκουος. Και για να επιβεβαιώσει τη συμφιλίωση τον καταφιλεί, εξαγνίζοντας πρώτα το στόμα του ακάθαρτου, καθώς το πρόθυρο του σπιτιού κι έπειτα προχωρεί τον εξαγνισμό και στον εσωτερικό του κόσμο. «Και είπε στους δούλους του ο Πατέρας.


Φέρτε την πρώτη στολή του και ντύστε τον και βάλτε του δαχτυλίδι στο χέρι και στα πόδια του παπούτσια. Φέρτε και το μοσχάρι το σιτευτό και θυσιάστε το κι ας φάμε κι ας ευχαριστηθούμε, γιατί αυτός ο γιός μου ήταν νεκρός και ξαναέζησε και είχε χαθεί και βρέθηκε. Κι άρχισαν να διασκεδάζουν». Δούλους μπορείς να θεωρήσεις τους αγγέλους, τα λειτουργικά πνεύματα που αποστέλλονται στη διακονία της σωτηρίας των άξιων. Γιατί αυτοί στολίζουν όποιον επιστρέφει από την κακία με την πρώτη στολή, που φορούσαμε πριν αμαρτήσουμε, το ρούχο της αφθαρσίας ή την πολυτιμότερη απ’ όλες τις άλλες, που είναι η στολή του βαπτίσματος.


Δεν είναι άγνωστο ποιό είναι το μοσχάρι το σιτευτό, που θυσιάζεται και τρώγεται. Χωρίς αμφιβολία είναι ο αληθινός γιός του Θεού, αφού έγινε άνθρωπος κι έλαβε σάρκα που είναι άλογη και κτηνώδης, μ’ όλο που την έχει γεμίσει με τις δικές τους ιδιότητες. Απ’ αυτή την άποψη θεωρείται μοσχάρι, άπειρος από το ζυγό της αμαρτίας και σιτευτό, επειδή είχε από την αρχή του κόσμου οριστεί γι’ αυτό το μυστήριο. Και θα φανεί ίσως ακόμα πιο παράδοξο αυτό που θα πω αλλά θα το πω. Ο άρτος της κοινωνίας, επειδή κατά το φαινόμενο αποτελείται από σιτάρι, μπορεί να λεχθεί σιτευτός. Κατ’ άλλο νόημά του όμως επειδή είναι σάρκα θα μπορούσε να λεχθεί μοσχάρι.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ» (1993)




24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εκ του βιβλίου του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α'
«Η Οσία Ξένη η Ρωσίδα, η διά Χριστόν Σαλή»,
έκδοση Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής,
Αθήνα 1993.




«Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω»



Πάνω στην μαρμάρινη πλάκα του τάφου της οσίας Ξένης, στο Κοιμητήριο του Σμολένσκ, στην Αγία Πετρούπολι, υπήρχε η εξής επιγραφή:




«ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΞΕΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΕΒΝΑΣ, ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΒΙΤΣ ΠΕΤΡΩΦ.
ΕΧΗΡΕΥΣΕΝ 26 ΕΤΩΝ, ΜΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΡΙΑ ΕΠΙ 45 ΕΤΗ, ΕΖΗΣΕ ΣΥΝΟΛΙΚΩΣ 71 ΕΤΗ.
ΗΤΟ ΓΝΩΣΤΗ ΥΠΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΒΙΤΣ.
ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΜΕ ΕΓΝΩΡΙΣΕ ΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΩΘΗ Η ΙΔΙΚΗ ΤΟΥ.
ΑΜΗΝ»


Αυτό το απλό κείμενο αποτελεί το λιτό Συναξάρι της πλούσιας σε χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος ζωής της οσίας Ξένης της Ρωσίδος. Δυστυχώς είναι πολύ ολίγες οι πληροφορίες για την ένθεη ζωή της μεγάλης αυτής δούλης του Θεού, η οποία έζησε στην Πετρούπολι τον δέκατο όγδοο αιώνα, στην εποχή της Αυτοκρατορίσσης Ελισάβετ Πετρόβνα και της Αικατερίνης Β'. Είχε υπανδρευθή τον ψάλτη της αυλής, Συνταγματάρχη Ανδρέα Θεοδώροβιτς Πετρώφ και ζούσε μαζί του ευτυχισμένα. Εκείνο το γεγονός, το οποίο αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας υψηλής πνευματικής ζωής για την Ξένη, ήταν ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της. Ο νεαρός Συνταγματάρχης Ανδρέας ξαφνικά άφησε τον κόσμο αυτό μια βραδυά ενώ ευρισκόταν σε μια διασέδασι οινοποσίας, ανέτοιμος πνευματικά και χωρίς να προλάβη να μεταλάβη τα άγια Μυστήρια. Η νεαρή χήρα συγκλονίστηκε. Σε ηλικία εικοσιέξι (26) χρόνων, χάνοντας τον σύντροφό της που υπεραγαπούσε και μένοντας χωρίς παιδιά, έχασε και τον προσανατολισμό της, όσον αφορά τον κόσμο τούτο. Ένοιωσε βαθειά την ματαιότητα της πρόσκαιρης αυτής ζωής, με την οποία συνδεόταν μέχρι τότε διά μέσου του συζύγου της. Τα δεσμά όμως τώρα ελύθησαν και το πέρασμα του αγαπητού της Ανδρέα στην αιωνιότητα την συνέδεσε άρρηκτα με την όντως ζωή, την ζωή που απολαμβάνουν οι δίκαιοι, οι οποίοι είναι ενωμένοι με την πηγή της ζωής, τον Μακάριο και μόνο Δυνάστη Κύριο και Θεό μας. Η έναρξις της νέας ζωής της έγινε με μία πράξι που γέμισε έκπληξι τους φίλους και συγγενείς της. Η Ξένη άρχισε να μοιράζη όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ελεημοσύνη στους φτωχούς. Έδωσε ακόμη και το σπίτι της στην αγαπητή φίλη της Παρασκευή Αντώνοβα. Οι συγγενείς της ενόμισαν ότι η νεαρή χήρα είχε χάσει τα λογικά της και απευθύνθηκαν στους Επιτρόπους επί της κληρονομίας του συζύγου της, για να την εμποδίσουν από την διάθεσι του πλούτου. Οι Επίτροποι, μετά από μακρά και προσεκτική εξέτασι, απεφάνθησαν ότι η Ξένη ήταν διανοητικώς εξαιρετικά υγιής και συνεπώς είχε το δικαίωμα να διαθέτη την περιουσία της όπως της άρεσε. Θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή παρέκβασι, για να εννοήσουμε κάπως πληρέστερα το πνευματικό κλίμα της εποχής της οσίας Ξένης.




ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ) 


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ))


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟΝ)


Η ΟΣΙΑ ΓΚΡΙΓΚΟΡΙΕΒΝΑ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ



Α
υτόν τον πρώτο Μακαρισμό της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου μας (“Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών”) μπορούμε να τον αποδώσουμε πλήρως στην ευλογημένη δούλη του Θεού Ξένη, την κατά Χριστόν σαλή. 


Ανήκε σ’ αυτούς που είναι “πτωχοί τω πνεύματι” και τα σαράντα πέντε χρόνια της ασκητικής της ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και μία καθίδρυση της Βασιλείας των ουρανών στην καρδιά της.


Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικός του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς”.


Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο. Καμμιά λαϊκή διήγηση, καμμιά ανάμνηση ανθρώπων, ούτε γραπτές πηγές δεν μας προμηθεύουν πληροφορίες σχετικά με τους γονείς της, την ανατροφή της, την παιδεία της ή άλλη κοινωνική δραστηριότητα.


Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ξένη Γκριγκόριεβνα δεν ήταν από χαμηλή οικογένεια. Ο σύζυγός της Ανδρέας Φεοντόροβιτς είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.


Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δύο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους, καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια.


Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν “καλή τύχη” και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένη, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένη Γκριγκόριεβνα.


Τόσο πολύ καταβλήθηκε αυτή από θλίψη για τον θάνατο του συζύγου της, ώστε στους πολλούς φαινόταν ότι έχασε τα λογικά της. Έτσι νόμισαν οι συγγενείς της, οι φίλοι της και οι γνωστοί της.


Πραγματικά η συμπεριφορά της Ξένης μετά το θάνατο του συζύγου της ήταν πολύ περίεργη. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνη όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζη τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς.


Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα , όταν αυτή άρχισε να μοιράζη την περιουσία της στους φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκεύα Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. 


Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνη ό,τι ήθελε την περιουσία της.


Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, πού, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!...


Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν , κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την πιο δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως “κατά Χριστόν τρελλή”.

Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ (18ος ΑΙΩΝΑΣ)



Γ
εννήθηκε στὴν Ἁγία Πετρούπολη τῆς Ρωσίας, τὸ ἔτος 1730, καὶ ὡς νεαρὴ ὄμορφη κοπέλα παντρεύτηκε τὸν Ἀντρέα Φεοντόροβιτς Πετρὼφ ποὺ εἶχε τὸν βαθμὸ τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἦταν πρωτοψάλτης στὴν βασιλικὴ αὐλή. Ἡ θέση αὐτὴ ἦταν μιὰ πολὺ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ ἔδινε δόξα καὶ ὑλικὴ ἀπολαβῆ.


ταν νέοι. Εἶχαν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὑπηρέτησαν καὶ οἱ δυὸ στὴν βασιλικὴ αὐλή, ἔκαναν τὸ γάμο τους. Ζοῦσαν πολὺ εὐτυχισμένοι μαζί. Λόγω τῆς νεότητάς τους, τοὺς ἄρεσε πολὺ νὰ πηγαίνουν σὲ χοροεσπερίδες καὶ σὲ συμπόσια.


Καλοῦσαν φιλοξενουμένους στὸ σπίτι τους καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι πήγαιναν ὡς φιλοξενούμενοι σὲ ἄλλα σπίτια. Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι τὰ ὀνομάζουν “καλὴ τύχη” καὶ φαινόταν ὅτι τίποτε στὸ ἀνδρόγυνο αὐτό, τὸν Ἀνδρέα καὶ τὴν Ξένια, δὲν θὰ ἔδινε τέλος σ’ αὐτή τους τὴ χαρά.


λλὰ ξαφνικὰ ἕνα φοβερὸ χτύπημα, σὰν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, ὁ ἀναπάντεχος θάνατος τοῦ ἀγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε τὴν Ξένια Γκριγκόριεβνα. Στὰ εἴκοσι ἕξι τῆς χρόνια, ἕνα βράδυ σὲ ἕνα χορὸ ὁ ἄντρας τῆς ἐνῶ ἔπινε μὲ τοὺς φίλους τους, ξαφνικὰ ἔπεσε κάτω νεκρός. Αὐτὸ φυσικὰ ἦταν πολὺ ὀδυνηρὸ γιὰ τὴν Ξένια.


Ἀντρέας, δὲν εἶχε ποτὲ ἐξομολογηθεῖ καὶ λάβει Θεία Κοινωνία ἕως πρὶν πεθάνει, καὶ ἐκείνη ἀνησυχοῦσε τρομερὰ γιὰ τὴν ψυχή του. Σύντομα μετὰ τὴν ταφῆ του, ἡ Ὁσία Ξένια ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν Ἁγία Πετρούπολη γιὰ ὀκτῶ χρόνια


πιστεύεται ὅτι αὐτὸ τὸ χρονικὸ διάστημα τὸ πέρασε σὲ ἕνα ἐρημητήριο ἢ σὲ ἕνα μοναστήρι, μαθαίνοντας τὸ δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας εἶχε ἀξιόπιστη πληροφορία ὅτι ἡ μακαρία Ξένια γιὰ τὴν πνευματικὴ τῆς τελείωση ἐδαπάνησε αὐτὰ τὰ χρόνια μεταξὺ τῶν Στάρετς προετοιμάζοντας τὸν ἑαυτό της γιὰ τὸν δύσκολο ἀγῶνα των διὰ Χριστὸν σαλῶν καὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τοὺς καθοδήγηση.


Ποῦ ἦταν οἱ Στάρετς; Ἴσως ἦταν στὸ Hermitage ἢ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ αὐτὸν τὸν καιρὸ εἶχαν Στάρετς, μαθητὲς τοῦ Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ὕστερα ἀπὸ ὀχτῶ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στὴν πατρίδα της, τὴν ἁγία Πετρούπολη, καὶ δὲν τὴν ξανάφησε στὰ ἄλλα τριάντα ἑπτὰ χρόνια τῆς ζωῆς τῆς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.


ταν ἐπέστρεψε στὴν Ἁγία Πετρούπολη, χάρισε τὰ ὑπάρχοντά της -τὸ σπίτι της, τὰ χρήματά της, τὰ ὄμορφα ροῦχα της -. Κατὰ πρῶτον ἄρχισε νὰ βεβαιώνει σὲ ὅλους ὅσους τὴν περιτριγύριζαν ὅτι ὁ σύζυγός της δὲν πέθανε, ἀλλὰ ὅτι πέθανε αὐτή. Φόρεσε τὰ ροῦχα τοῦ νεκροῦ συζύγου της καὶ ἄρχισε νὰ ὀνομάζη τὸν ἑαυτὸ τῆς Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς.


Οἱ συγγενεῖς της τὴν θεώρησαν περισσότερο γιὰ παράφρονα , ὅταν αὐτὴ ἄρχισε νὰ μοιράζει τὴν περιουσία τῆς στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅταν ἔδωσε τὸ σπίτι τῆς στὴν Παρασκεύα Ἀτόνοβα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιὰ τὴν περιουσία τῆς συγγενεῖς τῆς στράφηκαν στὶς ἀρχὲς καὶ ζήτησαν ἀπὸ αὐτὲς νὰ λάβουν μέτρα ἐναντίον μιᾶς τέτοιας διάθεσης τῆς κληρονομιάς της ἀπὸ αὐτήν. 


Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ τῶν συγγενῶν οἱ ἀρχὲς τὴν κάλεσαν καὶ ἀφοῦ συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ὅτι ἦταν πολὺ καλὰ στὰ λογικά της καὶ εἶχε ἑπομένως κάθε δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι ἤθελε τὴν περιουσία της. (σημειώνεται τὸ συμβὰν : οἱ συγγενεῖς τῆς Ξένιας τὴν πῆγαν στὸ δικαστήριο ἀλλὰ ὁ δικαστὴς βρῆκε ὅτι ἔχει καλὸ καὶ γερὸ νοῦ ὅσο αὐτὴ συνέχιζε νὰ βοηθᾶ τοὺς φτωχούς.)


λλὰ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχουμε ἕνα ὄνομα γιὰ τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους ποὺ οἱ ἄλλοι πιθανὸν νὰ νομίζουν ὅτι εἶναι τρελοί. Ἐμεῖς τοὺς ὀνομάζουμε «Διᾶ Χριστοῦ σαλούς». Αὐτοὶ συχνὰ δὲν εἶναι τρελοί, ἀλλὰ προσποιοῦνται ὅτι εἶναι, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κρύψουν τὰ πνευματικὰ τοὺς χαρίσματα.


Τί συνέβηκε πράγματι μὲ τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ἀσφαλῶς συνέβηκε μέσα τῆς μιὰ πλήρης πνευματικὴ ἀντιστροφή, πού, κατὰ τὰ ἴδια της τὰ λόγια, ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα εἶχε πεθάνει!...Βάζοντας τὰ ροῦχα τοῦ συζύγου της καὶ παίρνοντας τὸ ὄνομά του ἦταν, κατὰ τὴ γνώμη της, σὰν νὰ παρατεινόταν ἡ δική του ζωὴ στὸ πρόσωπό της γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες του μὲ τὴ δική της ἀφιερωμένη στὸ Θεὸ ζωή. Τώρα αὐτὴ παρουσίαζε τὸν ἑαυτὸ τῆς στὸν κόσμο μὲ τὴν πιὸ δύσκολη ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ ὡς “κατὰ Χριστὸν τρελλή”.


ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης λέγει: “Υπάρχει μιὰ ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μιὰ φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζεῖς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνεις, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζεῖς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μιὰ φαντασία.


Τὸ νὰ ζεῖς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή! Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυστος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυστη ζωὴ τοῦ πνεύματος.”(Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, Περὶ τῆς ἐγκοσμίου ζωῆς) .


πὸ αὐτὸ βλέπουμε ὅτι τὸ “χτύπημα” ποὺ “χτύπησε” τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένια ἦταν μιὰ ὤθηση ἀπὸ τὴν μὴ πραγματικὴ ζωὴ στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Ἡ μακαρία Ξένια, ποὺ ἦταν πλούσια πρῶτα ἔζησε τώρα μιὰ φτωχική, πολὺ φτωχικὴ ζωή.


Ζοῦσε χωρὶς σπίτι, περιπλανώμενη στοὺς δρόμους τῆς πόλης ἐμπαιζόμενη καὶ κακομεταχειριζόμενη ἀπὸ πολλούς.

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ)






(Σ υ ν έ χ ε ι α  α π ό   τ ο  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο)


Έτσι λοιπόν και η αγία Ξένη, μετά από οκτώ χρόνια μαθητείας στο σχολείο της ερήμου, γεμάτη από τα χαρίσματα του Θείου Παρακλήτου, επιστρέφει στην αγία Πετρούπολι, για να συνεχίση τον αγώνα της εναντίον του σατανά ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους βοηθήση να αναγεννηθούν εν Χριστώ. Φόρεσε μια από τις παλιές στολές του συζύγου της και ισχυριζόταν ότι ο άνδρας της δεν απέθανε, αλλά ζη και είναι αυτή η ίδια!...


Ποτέ δεν απαντούσε σε κανέναν όταν την εφώναζαν Ξένη Γρηγορίεβνα, αλλά αντιθέτως με ευχαρίστησι αποκρινόταν σε όποιον την ωνόμαζε με το όνομα του συζύγου της Ανδρέα Θεοδώροβιτς. Πρέπει να σημειωθή ότι η σαλότητα της Ξένης είχε κάτι το εντελώς ιδιαίτερο και βαθύτερο από τις γνωστές μας περιπτώσεις. Η όλη της προσπάθεια διαποτιζόταν από την βαθειά πνευματική αγάπη προς τον σύζυγό της. Είχε την ελπίδα, κατά κάποιον τρόπο, ότι σηκώνει επάνω της το βάρος των αμετανοήτων αμαρτημάτων του νεαρού Ανδρέα, ο οποίος απέθανε χωρίς να έχη μεταλάβη τα Άχραντα Μυστήρια.


Η Ξένη, πενθώντας για τις ιδικές της αμαρτίες και του συζύγου της, εγκατέλειψε το σπιτικό της και άρχισε να περιπλανιέται στους δρόμους της Αγίας Πετρουπόλεως, ιδιαιτέρως δε στην φτωχότερη συνοικία της πόλεως που λεγόταν Στορονά. Πολύ συχνά την εύρισκαν στην περιοχή της ενορίας του αγίου Ματθαίου, όπου ζούσαν οι πιο φτωχοί μέσα σε πενιχρές καλύβες. Στην αρχή, οι κάτοικοι της Στορονά νόμιζαν ότι αυτή η παράξενη γυναίκα ήταν μια αγαθούλα ζητιάνα και οι πονηροί άνθρωποι, ιδίως τα αλητόπαιδα, συχνά την κυνηγούσαν και την περιγελούσαν. Με πλήρη πραότητα η Ξένη είχε πάντοτε προ των οφθαλμών της την μορφή του πολυπαθούς Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Οποίος αγόγγυστα άκουσε όλες τις κατηγορίες, υπέφερε όλους τους διωγμούς, βασανίστηκε τρομερά και τελικά σταυρώθηκε για την αγάπη και σωτηρία των ανθρώπων.


Έχοντας ως παράδειγμα το μαρτύριο του Σωτήρος μας Χριστού, η ευλογημένη Ξένη αντιμετώπιζε με πραότητα, ανεξικακία και σιωπή τις κακουχίες, τις κατηγορίες και τους κατατρεγμούς των ανθρώπων. Η προσευχή της ήταν εκείνη του Κυρίου μας: ''Πάτερ, άφες αυτοίς' ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν!''. Μόνο μια φορά ωργίσθηκε, όταν τα αλητόπαιδα δεν αρκέσθηκαν να την κοροιδεύουν και υβρίζουν, αλλά άρχισαν να τις ρίχνουν λάσπες, πέτρες και χώματα. Τότε η  Ευλογημένη σήκωσε το μπαστουνάκι της, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, και τα πήρε στο κυνήγι. Μετά από αυτό το γεγονός, οι κάτοικοι της Στορονά άρχισαν να σέβωνται την Ξένη... 



''Ουδέν έστι κρυπτόν, ο ου γνωσθήσεται'' 


Προοδευτικά ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν είχε μπροστά του μια απλή ζητιάνα, αλλά κάτι περισσότερο΄ ότι δεν επρόκειτο για μια αγαθούλα άξια περιφρονήσεως, αλλά για μια φωτισμένη ύπαρξι, για ένα δοχείο της θείας Χάριτος, για ένα φως Χριστού. Σιγά - σιγά άρχισαν όλοι να της φέρωνται με ευσπλαχνία και προσπαθούσαν να την βοηθήσουν. Την προσκαλούσαν στα σπίτια τους και της έδιναν χρήματα και ζεστά ρούχα, για ν' αντιμετωπίση τον φοβερό χειμώνα της Πετρουπόλεως. Το καφτάνι (ποδήρης χιτώνας με μακρυά μανίκια) και η καμιζόλα της (φαρδύς γυναικείος χιτώνας) είχαν γίνει πλέον κουρέλια και έπεφταν από πάνω της.


Μετά άρχισε να φορή διάφορα άλλα ράκη, χειμώνα - καλοκαίρι. Τα πόδια της ήταν πρησμένα από το κρύο, διότι τα κατατρυπιασμένα παπούτσια της στην πραγματικότητα δεν της εχρησίμευαν σε τίποτε. Παρ' όλα αυτά δεν δέχτηκε να ντυθή με τα ρούχα που της πρόσφεραν. Προτίμησε να φορή ράκη και, εξακολουθώντας την σαλότητά της, χρησιμοποιούσε μια κόκκινη ζακέτα και μια πράσινη φούστα ή τελείως το αντίθετο, διότι αυτά ήταν τα χρώματα της στολής του συζύγου της. Επίσης η Μακαρία δεν δεχόταν χρήματα, εκτός από ωρισμένες ειδικές περιπτώσεις, όταν εγνώριζε ότι αυτοί που της πρόσφεραν την ελεημοσύνη είχαν καθαρή καρδιά.


Συνήθως δεχόταν μόνο τα μικρά χάλκινα νομίσματα (pennies), τα λεγόμενα ''Ο Βασιλεύς έφιππος'', διότι απεικονιζόταν στην μία όψι τους ένας ιππέας. Δεν τα κρατούσε όμως για τον εαυτό της, αλλά τα μοίραζε στους φτωχούς, λέγοντας ταυτοχρόνως κάποια προφητεία με την μυστηριώδη γλώσσα και το κάλυμμα της σαλότητας, για να κρύψη το χάρισμα του Θεού. Κάποτε η Ξένη συνάντησε μια θεοσεβή γυναίκα στον δρόμο. Της έδωσε ένα νόμισμα και της είπε: ''Πάρε αυτό το ''πεντάδραχμο''. Σ' αυτό είναι ο Βασιλεύς ιππέας... Θα σβησθή!...''.

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.