«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Σάββατο 22 Αυγούστου 2026
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΑΝΙΑΣ''
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής
ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ ΑΓΑΘΕ, ΤΙ ΑΓΑΘΟ ΠΟΗΣΩ ΙΝΑ ΕΧΩ ΖΩΗ ΑΙΩΝΙΟΝ;
«Ἀγαθέ Διδάσκαλε», ρώτησε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό κάποιος νεαρός πού ἦταν πολύ πλούσιος, «τί καλό νά κάνω γιά ν' ἀποκτήσω τήν αἰώνια ζωή;». Δηλαδή: «Τί νά κάνω γιά νά σωθῶ;». Ἐρώτημα πολύ σοβαρό. Ἐρώτημα γιά ἕνα ζήτημα πού πρέπει ν' ἀπασχολεῖ κάθε ἄνθρωπο σ' ὅλη τή διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ὅπως ὁ ταξιδιώτης πού διαπλέει μιά μεγάλη καί φουρτουνιασμένη θάλασσα, δέν συλλογίζεται παρά ἕνα ἥσυχο λιμάνι, ἔτσι κι ἐμεῖς, πού ταλαιπωρούμαστε μέσα στά κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, πρέπει ἀκατάπαυστα νά ἔχουμε μπροστά στά μάτια τοῦ νοῦ μας τήν αἰωνιότητα καί, ὅσο βρισκόμαστε στήν πρόσκαιρη τούτη ζωή, νά φροντίζουμε γιά τή μεταθανάτια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Τί εἶναι αὐτό πού μποροῦμε νά τό ἀποκτήσουμε στή γῆ καί νά τό διατηρήσουμε παντοτινά ὡς ἀναφαίρετο κτῆμα μας; Πηγή: https://imkythiron.gr
Μόνο ἡ σωτηρία μας! Δυστυχῶς ὁ πλούσιος νεανίσκος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δέν ἤθελε νά μοιράσει τήν περιουσία του γιά νά γίνει κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Τότε ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές του ὅτι εἶναι πιό εὔκολο νά περάσει μιά καμήλα ἀπό βελονότρυπα παρά νά μπεῖ ἕνας πλούσιος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἄς ἀκούσουμε ὅμως τί λέει ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στήν Καθολική του Ἐπιστολή γιά τούς πλουσίους: "Ἐλᾶτε τώρα, σεῖς οἱ πλούσιοι, κλαύσατε καί θρηνήσατε διά τάς συμφοράς πού σᾶς ἔρχονται. Ὁ πλοῦτος σας ἔχει σαπίσει καί τά ἐνδύματά σας εἶναι φαγωμένα ἀπό τόν σκόρον, τό χρυσάφι σας καί τό ἀσήμι σας ἔχουν σκουριάσει καί ἡ σκουριά τους θά εἶναι μία μαρτυρία ἐναντίον σας, καί θά φάγῃ τίς σάρκες σας σάν φωτιά. Ἐθησαυρίσατε διά τάς ἐσχάτας ἡμέρας. Τά ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν πού ἐθέρισαν τά χωράφια σας, καί σεῖς τούς τά ἐστερήσατε, φωνάζουν, καί αἱ βοαί τῶν θεριστῶν ἔχουν φτάσει εἰς τά αὐτιά τοῦ Κυρίου Σαβαώθ.
Ἐζήσατε εἰς τήν γῆν μέ πολυτέλειαν καί ἀπολαύσεις, ἐπαχύνατε σάν τά ζῶα διά τήν ἡμέραν πού θά τά σφάξουν. Κατεδικάσατε, ἐσκοτώσατε τόν ἀθῶον· δέ σᾶς φέρει ἀντίστασιν» (Ἰακ. 5, 1-6). Βλέπετε τί φοβερά λόγια εἶπε ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος γιά τούς πλούσιους καί πόσο βαριά τούς κατηγόρησε; Καί τί μπορεῖ νά εἶναι πιό φοβερό ἀπό τά λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πού λέει ὅτι δύσκολο εἶναι γιά ἕναν πλούσιο νά εἰσέλθει στήν Βασιλεία του Θεοῦ; Γιατί ὅμως εἶναι δύσκολο; Διότι ἄν εἴμαστε προσκολλημένοι στόν πλοῦτο καί στά ἀγαθά μας τότε παραμένουμε σκληρόκαρδοι καί μισάνθρωποι ἐγωιστές. Καί τέτοιοι ἄνθρωποι δέν ἔχουν θέση στή Βασιλεία του Θεοῦ.
Ποιά σχέση ὅμως ἔχουν ὅλα αὐτά μέ μᾶς, τούς ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν πλοῦτο; Ἔχουν ἄμεση σχέση. Σκεφθεῖτε, τί εἶναι αὐτό πού βλάπτει τήν ψυχή ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν πλοῦτο; Τήν βλάπτει τό ὅτι τά γήινα ἀγαθά, τίς διάφορες ἀπολαύσεις, τήν πολυτέλεια, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι τά βάζουν πάνω ἀπ' ὅλα. Τά θεωροῦν πιό σημαντικά καί ἀπό τά πνευματικά ἀγαθά, τά ὁποῖα ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι πού μπορεῖ νά μήν ἔχουν ὑλικά ἀγαθά, ἔχουν ὅμως τόν μεγάλο πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον. Ἄν ἐμεῖς, παρ' ὅλο πού δέν εἴμαστε πλούσιοι, ζητᾶμε τίς ἀπολαύσεις καί τίς χαρές τῆς ζωῆς. Ἄν ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ εὐημερία. Ἄν ὅλες οἱ σκέψεις μας εἶναι πώς νά περάσουμε καλύτερα σέ αὐτή τήν ζωή, καί μόνο αὐτό ἐπιδιώκουμε, τότε σίγουρα εἴμαστε μακριά ἀπ' αὐτό πού ζητάει ὁ Κύριος.
Διότι οἱ ἄνθρωποι πού ἐπιζητοῦν τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἄνθρωποι ἐλεήμονες, αὐτοί ἐπιδιώκουν μόνο τό νά εἶναι κοντά στόν Θεό, νά ἔχουν κοινωνία μαζί του, θέλουν νά εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ καί ζητοῦν διαρκῶς τήν χάρη Του καί τήν ἀγάπη Του. Αὐτός πού εἶναι προσκολλημένος στά γήινα, πού ζητά ἀπολαύσεις, αὐτός πάσχει ἀκριβῶς ἀπ' ἐκεῖνο τό πάθος πού δέν ἀφήνει τούς πλούσιους νά εἰσέλθουν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Γιά τόν Θεό ὅμως τά πάντα εἶναι δυνατά. Ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς σώσει ὅλους. Μπορεῖ νά σώσει καί τόν πλούσιο, ἄν ἐκεῖνος μετανοήσει, ἄν μισήσει τόν πλοῦτο του καί κάνει πράξη τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὕπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί δός πτωχοῖς, καί… δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Αὐτό τό ἔκανε ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἁγίους ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας. Ὅταν ἦταν εἴκοσι χρονῶν οἱ γονεῖς του πέθαναν καί ἐκεῖνος ἔγινε κληρονόμος μιᾶς μεγάλης περιουσίας.
Μιά μέρα ἄκουσε στήν ἐκκλησία αὐτά τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί δός πτωχοῖς, καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Τά λόγια αὐτά τοῦ ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση, μπῆκαν βαθιά μέσα στήν καρδιά του καί κυρίεψαν ἐξ ὁλοκλήρου τό νοῦ του. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος πῆγε, πούλησε τήν περιουσία του, μοίρασε τά χρήματα στούς φτωχούς καί ὁ ἴδιος ἔφυγε στήν ἔρημο, ὅπου ἔζησε μέχρι τό βαθύ γῆρας. Εἶχε ἀρνηθεῖ ὅλα τά γήινα ἀγαθά ἀλλά ἔλαβε ἀπό τόν Θεό πλοῦτο ἀσύγκριτα μεγαλύτερο. Ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τό χάρισμα τῆς προφητείας καί τῆς θαυματουργίας καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔγινε ἀδελφός καί φίλος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι πρέπει καί ἐμεῖς νά δεχθοῦμε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ περί τοῦ γήινου πλούτου. Νά διώξουμε ἀπό τήν καρδιά μας τήν προσκόλληση στά γήινα ἀγαθά. Καί μόνο ἕνα πράγμα νά ἐπιδιώκουμε: τό νά εἴμαστε φίλοι καί ἀδελφοί τοῦ Θεοῦ, φίλοι καί ἀδελφοί τοῦ πλησίον μας. Ἀμήν.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2025)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
Φυλή Αττικής
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΙΒ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ
«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;»
(Ματθ. 19, 16)
«Αγαθέ Διδάσκαλε», ρώτησε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό κάποιος νεαρός, «τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω την αιώνια ζωή;». Δηλαδή: “Τι να κάνω για να σωθώ;”. Ερώτημα πολύ σοβαρό. Ερώτημα για ένα ζήτημα που πρέπει ν’ απασχολεί κάθε άνθρωπο σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της επίγειας ζωής του. Όπως ο ταξιδιώτης που διαπλέει μια μεγάλη και φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν συλλογίζεται παρά ένα ήσυχο λιμάνι, έτσι κι εμείς, που ταλαιπωρούμαστε μέσα στα κύματα της θάλασσας του βίου, πρέπει ακατάπαυστα να έχουμε μπροστά στα μάτια του νου μας την αιωνιότητα και, όσο βρισκόμαστε στην πρόσκαιρη τούτη ζωή, να φροντίζουμε για τη μεταθανάτια κατάσταση της ψυχής μας. Τι είναι αυτό που μπορούμε να το αποκτήσουμε στη γη και να το διατηρήσουμε παντοτινά ως αναφαίρετο κτήμα μας; Μόνο η σωτηρία μας!
(Ματθ. 19, 16)
Όποιος χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για να συγκεντρώσει πλούτη, αυτός θ’ αφήσει εδώ τα πλούτη κατά το πέρασμά του στην αιωνιότητα. Όποιος χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για ν’ αποκτήσει τιμές και δόξα, αυτός θα χάσει και τις τιμές και τη δόξα από τον πικρό θάνατο. Όποιος, όμως, χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για ν’ αποκτήσει τη σωτηρία, αυτός θα πάρει τη σωτηρία μαζί του στην αιωνιότητα και θα ευφραίνεται παντοτινά στον ουρανό με το υπέρτατο αγαθό που κέρδισε στη γη. Αγαπητοί αδελφοί! Τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε; Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, την πιο ικανοποιητική απάντηση, τη βρίσκουμε στο Ευαγγέλιο. Ο Κύριος δήλωσε ότι για να σωθούν όσοι δεν πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να πιστέψουν σ’ Αυτόν· και για να σωθούν όσοι πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να ζουν σύμφωνα με τις εντολές Του. Αιώνια θα χαθεί όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό.
Αιώνια θα χαθεί και όποιος λέει με τα χείλη του ότι πιστεύει στον Χριστό, αλλά με τα έργα του Τον αρνείται, δηλαδή δεν τηρεί τις αγίες εντολές Του. Μ’ άλλα λόγια: Για τη σωτηρία χρειάζεται ζωντανή πίστη στον Χριστό. Όταν οι Ιουδαίοι ρώτησαν τον Κύριο, «Τι πρέπει να κάνουμε, για να εκτελούμε τα έργα του Θεού;», Εκείνος τους απάντησε: «Το έργο του Θεού είναι να πιστέψετε στον Απεσταλμένο Του» (Ιω. 6, 28-29). Η ζωντανή πίστη στον Χριστό είναι έργο, έργο θείο και μεγάλο τόσο, που μ’ αυτό εκπληρώνεται η σωτηρία. Η ζωντανή πίστη εκφράζεται με την όλη ζωή, με την όλη ύπαρξη του ανθρώπου. Περιλαμβάνει τις σκέψεις του, τα αισθήματά του, τη διαγωγή του. «Όποιος πιστεύει» με τέτοια πίστη, «έχει την αιώνια ζωή». «Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι Εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι Εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιω. 17, 3). Η ζωντανή πίστη είναι θέαση και γνώση του Θεού (Βλ. Εβρ. 11,27). Η ζωντανή πίστη είναι ζωή αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην ευσέβεια και νεκρωμένη για τον κόσμο.
Η ζωντανή πίστη είναι δωρεά του Θεού. Αυτή τη μεγάλη δωρεά ζητούσαν από τον Κύριο οι απόστολοί Του, όταν Του έλεγαν: «Αύξησε την πίστη μας». Μόνο μέσω της ζωντανής πίστεως μπορεί ο άνθρωπος ν’ απαρνηθεί τα δήθεν καλά της πεσμένης φύσεώς του και να γίνει μαθητής και ακόλουθος του Κυρίου με σκέψη, καρδιά και διαγωγή ταιριαστές στην ανακαινισμένη απ’ Αυτόν φύση. Το πνευματικό θησαυροφυλάκιο στο οποίο φυλάσσεται και από το οποίο αφειδώλευτα προσφέρεται ο θησαυρός της αληθινής πίστεως, είναι η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία και μόνο αυτή. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο, προκειμένου να σωθούμε, να ανήκουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όποιος δεν υπακούει στην Εκκλησία, «ας είναι για σένα όπως ο ειδωλολάτρης ή ο τελώνης» (Ματθ. 18,17), είπε ο Κύριος. Μάταια κάποιοι θεωρούν την αμαρτία που διαπράττεται με τον νου, με το πνεύμα, ελαφριά ή και μηδαμινή. Όσο ανώτερο είναι το πνεύμα από το σώμα, τόσο ανώτερη είναι η αρετή που επιτελείται με το πνεύμα, από την αρετή που επιτελείται με το σώμα, αλλά και τόσο βαρύτερη είναι η αμαρτία που διαπράττεται με το πνεύμα, από την αμαρτία που διαπράττεται με το σώμα.
Η αμαρτία που διαπράττεται με το σώμα είναι φανερή. Η αμαρτία που διαπράττεται με το πνεύμα συνήθως είναι ελάχιστα αντιληπτή, κάποτε μάλιστα και τελείως απαρατήρητη από τους βυθισμένους στις βιοτικές μέριμνες ανθρώπους. Αλλά, όσο λιγότερο αισθητή είναι, τόσο μεγαλύτερο κακό κάνει, τόσο πιο καίρια χτυπήματα καταφέρει, τόσο πιο βαθιές πληγές προξενεί. Μολυσμένος από μιαν αμαρτωλή σκέψη, ένας φωτεινός άγγελος έγινε σκοτεινός δαίμονας, διώχθηκε από τα ουράνια σκηνώματα και γκρεμίστηκε στην άβυσσο. Εκεί έσυρε όχι μόνο πλήθος αγγέλων, αλλά και πλήθος ανθρώπων, που άφησαν τον νου τους να μολυνθεί με αμαρτωλές σκέψεις, με απατηλές ιδέες. Ο Κύριος ονόμασε τον πεσμένο άγγελο πατέρα του ψεύδους και συνάμα ανθρωποκτόνο, γιατί δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια. Το ψεύδος είναι η πηγή και η αιτία του αιώνιου θανάτου. Απεναντίας, η αλήθεια είναι η πηγή και η αιτία της σωτηρίας, σύμφωνα με τον ίδιο τον Κύριο. Την ανόθευτη θεία αλήθεια τη διαφυλάσσει η αγία Εκκλησία μας. Όποιος ανήκει και υπακούει σ’ αυτήν, μπορεί να σκέφτεται σωστά για τον Θεό, τον άνθρωπο, το καλό, το κακό και, επομένως, τη σωτηρία.
Είναι προφανές ότι, όποιος δεν διαθέτει τη σωστή σκέψη για τη σωτηρία, δεν μπορεί να έχει και την ίδια τη σωτηρία. Αρχή της σωτηρίας είναι η αλήθεια! Αρχή της σωτηρίας είναι η ορθή σκέψη! Αρχή της απώλειας είναι η αποστασία από την αλήθεια με κάποια λανθασμένη σκέψη. Κάθε παρέκκλιση από τη διδασκαλία της θείας αλήθειας, κάθε αποδοχή σκέψεως αντίθετη σ’ αύτή τη διδασκαλία, συνεπάγεται την πτώση στη φοβερή αμαρτία της βλασφημίας και της αρνήσεως του Θεού. Έμπρακτη απόδειξη αποτελεί η πτώση των πρωτοπλάστων, που οφείλεται στην αποδοχή μιας εσφαλμένης σκέψεως. Έμπρακτες αποδείξεις αποτελούν όλες οι αιρέσεις, με τις οποίες βλασφημείται ο Θεός. Κάποιοι αιρετικοί βλασφήμησαν τον Θεό με την άρνηση της θεότητας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, άλλοι με την απόδοση θεϊκών ιδιοτήτων στον άνθρωπο [Αυτό έκαναν οι παπικοί που απέδωσαν θεϊκές ιδιότητες, όπως το αλάθητο, στον πάπα], άλλοι με το να θεωρήσουν το Άγιο Πνεύμα κτίσμα, άλλοι με την άρνηση της παρουσίας και ενέργειας της θείας χάριτος στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία θεωρούν ανθρώπινες επινοήσεις [Αυτό πιστεύουν και διδάσκουν οι προτεστάντες].
Τέλος, κάποιοι βλασφήμησαν τον Θεό όχι με την άρνηση δογμάτων της πίστεως, αλλά με την απαίτηση της αθετήσεως ορισμένων εντολών του Χριστού. Γιατί η πίστη διατηρείται ζωντανή όχι μόνο με την ομολογία των ορθών δογμάτων, αλλά και με τη συνεπή ευαγγελική ζωή. Μ’ άλλα λόγια, για να ζήσει η πίστη, χρειάζεται τα έργα της πίστεως. «Η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή», λέει ο απόστολος Ιάκωβος. Πριν από το τέλος του κόσμου, η πιο μεγάλη δυστυχία θα βρει τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι, όπως διδάσκει ο απόστολος, «δεν αγάπησαν την αλήθεια για να σωθούν». Γι’ αυτό «ο Θεός θα επιτρέψει να ενεργήσει σ’ αυτούς η πλάνη», να τους παρασύρει, δηλαδή, ο μεγάλος άνομος, ο Αντίχριστος, «για να πιστέψουν στο ψέμα. Έτσι, θα τιμωρηθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια και δέχτηκαν ολόψυχα την αδικία». Με την αποδοχή όλων αυτών των παραχαράξεων της αλήθειας του Θεού, τις οποίες αποτολμούν οι εχθροί Του, οι άνθρωποι αποκαλύπτουν και ομολογούν την αξία της κρίσεώς τους, την αξία της καρδιακής τους διαθέσεως.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα κάποιος νέος πλησιάζει μὲ σεβασμὸ τὸν Κύριό μας κάνοντας τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί καλὸ νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Καὶ ὁ Χριστός, ἀρχικά, τὸν ρωτᾶ: «Γιατί μὲ λὲς ἀγαθό; Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθός, παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός», δείχνοντάς του μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Θεός. Καὶ συνεχίζει λέγοντας: «Ἂν θέλεις νὰ εἰσέλθεις στὴν ζωή, νὰ τηρεῖς τὶς ἐντολὲς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. […] Μὴν φονεύσεις, μὴν μοιχεύσεις, μὴν κλέψεις, μὴν ψευδομαρτυρήσεις, νὰ δείχνεις τιμὴ καὶ σεβασμὸ στοὺς γονεῖς σου καὶ νὰ ἀγαπᾶς τὸν συνάνθρωπό σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου». Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ, πολὺ ἁπλὴ καὶ περιεκτική.
Οὐσιαστικά, μᾶς διδάσκει ὅτι ἂν τηροῦμε μὲ ἀγάπη τὶς ἐντολές, θὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο. Τί πιὸ εὐχάριστο; Καὶ ὅμως, ὁ νέος δὲν μένει ἱκανοποιημένος, διότι αὐτὰ τὰ θεωρεῖ δεδομένα. Βεβαιώνει ὅτι τηρεῖ τὶς ἐντολὲς ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία καὶ ρωτᾶ ξανά: «τί ἐπιπλέον μοῦ λείπει;». Καταλαβαίνετε τί σημαίνει αὐτό; Ὁ νέος μπορεῖ νὰ τηροῦσε ὅλες τὶς ἐντολές, ἀλλὰ ἀκόμη αἰσθανόταν κενὸ στὴν ψυχή του, γιὰ αὐτὸ καὶ ἤθελε νὰ πάει ἕνα βῆμα πιὸ μπροστά.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ἔδειξε αὐτὴ τὴν καλὴ πρόθεση, τότε ὁ Δεσπότης Χριστὸς τοῦ εἶπε: «ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δῶσ΄ τὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ἀποκτήσεις μισθὸ στὸν οὐρανό, καὶ ἕλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις». Λυπήθηκε ὁ νέος. Εἶχε, βλέπετε, κτήματα καὶ πλούτη πολλὰ καὶ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ κάνει αὐτὸ τὸ τόσο μεγάλο βῆμα νὰ δώσει τὰ πάντα στοὺς φτωχούς. Ἔτσι, λοιπόν, ἔφυγε στενοχωρημένος ἀπὸ τὸν Κύριό μας καὶ πῆρε τὸν δρόμο του.
Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ τοῦ πλουσίου νέου μᾶς θυμίζει ἔντονα ἕνα διαχρονικό, δυσάρεστο φαινόμενο. Ἄνθρωποι χριστιανοί, λαϊκοὶ καὶ Κληρικοί, συμβουλεύονται τὸν πνευματικό, ἀλλὰ μόλις ὁ πνευματικὸς τοὺς δώσει ἀπάντηση ποὺ δὲν ἱκανοποιεῖ τὰ «θέλω» τους, στρέφουν τὴν πλάτη καὶ παίρνουν τὸν δικό τους δρόμο, ἀναζητῶντας ἕνα περιβάλλον ὅπου τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι «κομμένο καὶ ραμμένο» στὰ μέτρα τοῦ καθενός. Ἀγνοοῦν, δυστυχῶς, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἰατρεῖο ψυχῶν. Καὶ ὡς ἰατρεῖο ψυχῶν καλεῖται νὰ θεραπεύει τὶς ψυχὲς μὲ τὸν δικό της τρόπο καὶ ὄχι νὰ προσαρμόζεται στὶς ἀσθένειες, ἀφήνοντάς τες ἀθεράπευτες νὰ μολύνουν τὸ ἅγιο περιβάλλον της.
Βλέποντας, λοιπόν, ὁ Κύριος τὸν πλούσιο νὰ φεύγει, δίδαξε τοὺς Μαθητὲς ὅτι πιὸ εὔκολα τὸ χοντρὸ καραβόσκοινο θὰ περάσει ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας, παρὰ ὁ πλούσιος θὰ εἰσέλθει στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Δηλαδή; Κάποιος ποὺ μὲ σκληρὴ καὶ τίμια ἐργασία κατάφερε νὰ συγκεντρώσει τὴν περιουσία του, εἶναι γιὰ τὴν Κόλαση μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος; Ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ὅπως τὸ νὰ εἶναι κανεὶς φτωχός, δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα ὅτι θὰ εἰσέλθει στὸν Παράδεισο, ἔτσι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς πλούσιος δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καταδικασμένος γιὰ τὴν Κόλαση.Ἑπομένως, τί ἐννοεῖ ἐδὼ ὁ Κύριος;
Ὁ Χριστὸς ἀναφέρεται κατὰ κύριο λόγο στὴν προσκόλληση στὰ χρήματα, καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν κακὴ διαχείριση τοῦ πλούτου, στὴν πλεονεξία καὶ στοὺς πολλοὺς πειρασμοὺς ποὺ συνοδεύουν τὸν πλοῦτο, στοὺς ὁποίους ἂν κάποιος πέσει, ἀποδυναμώνονται οἱ ἠθικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του.
Ὡστόσο, ἡ προσκόλληση, ἡ πλεονεξία καὶ ἡ κακὴ διαχείριση δὲν εἶναι πάθη μόνο πλουσίων, ἀλλὰ καὶ πολλῶν πτωχῶν. Σκοπός, ἑπομένως, τοῦ Κυρίου μας δὲν εἶναι νὰ κάνει διαχωρισμὸ ἀνάμεσα σὲ φτωχοὺς καὶ πλουσίους. Ἄλλωστε, ὁ πλούσιος ποὺ διαχειρίζεται τὰ χρήματά του μὲ χριστιανικὴ διάκριση, μπορεῖ πολλὰ ἀγαθὰ νὰ προσφέρει στὴν κοινωνία καὶ νὰ ἀποταμιεύσει θησαυρὸ στὴν «τράπεζα» τοῦ οὐρανοῦ. Βεβαίως, ἡ ἐντολὴ τῆς ἐλεημοσύνης δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ποσότητα τῶν χρημάτων. Οὔτε ὁ πλούσιος, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ φτωχὸς ἐξαιρεῖται ἀπὸ αὐτῆν. Σκοπὸς τοῦ Κυρίου στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα εἶναι νὰ τονίσει τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐλευθερία.
Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε ἐξ ἀρχῆς στὸν πλούσιο νὰ ἀφήσει ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, παρὰ μόνο ὅταν ὁ νέος θέλησε κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Τότε, ὅμως, ὅταν ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ κάνει ἕνα βήμα πιὸ μπροστά, ἀποδείχθηκε δοῦλος τῶν χρημάτων, φάνηκε, δηλαδή, ὅτι τοῦ ἔλειπε ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία δίνει τὴν δυνατότητα στὸν καθένα μας νὰ γίνει τέλειος, νὰ ἀφήσει τὰ πάντα πίσω του καὶ νὰ ἀκολουθήσει ἀνιδιοτελῶς τὸν Χριστὸ ὡς μαθητής Του.
''ΑΚΟΥΣΑΣ ΔΕ Ο ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΑΠΗΛΘΕ ΛΥΠΟΥΜΕΝΟΣ΄ ΗΝ ΓΑΡ ΕΧΩΝ ΚΤΗΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ''...
Μία πολύ αξιοσυμπάθητη περίπτωση ανθρώπου καταγράφει το σημερινό ευαγγέλιο. Έναν νεαρό, ο οποίος πλησιάζει τον Κύριο, προκειμένου Αυτός ως διδάσκαλος να τον καθοδηγήσει στην είσοδό του στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος τον παραπέμπει στις εντολές της Μωσαϊκής νομοθεσίας, και όταν αυτός επιμένει, λέγοντας ότι αυτές τις τηρεί εκ νεότητός του, ο Κύριος τον προσανατολίζει στην τελειότητα: να ακολουθεί Εκείνον, κάνοντας πέρα όλα τα υλικά αγαθά του. Η αντίδραση του νεαρού είναι απογοητευτική: «ακούσας τον λόγον απήλθε λυπούμενος». Γιατί είχε πολλά κτήματα, είχε πολλά υλικά αγαθά.
1. Ο νεαρός δεν φαινόταν να κοροϊδεύει τον Κύριο, όπως σε μία παρόμοια περίπτωση ενός νομοδιδασκάλου, ο οποίος Τον πλησίασε «πειράζων Αυτόν». Μολονότι το ερώτημα και των δύο είναι το ίδιο: η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού, εδώ έχουμε μία εκ πρώτης όψεως γνήσια αναζήτηση.
Διότι ο νεανίσκος και πιστεύει στον Θεό και κάνει έναν «πνευματικό» αγώνα, με την τήρηση του Νόμου, πυρήνας του οποίου ήταν οι Δέκα Εντολές. «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Παρ’ όλον όμως τον αγώνα του αυτόν, διεπίστωνε στο βάθος της ψυχής του ότι η καρδιά του δεν γέμιζε. Ένιωθε ότι υπολείπεται σε κάτι, το οποίο θα του έδινε την ώθηση να ζήσει σε πληρότητα τη χάρη του Θεού. Για τα δεδομένα βεβαίως της πίστεώς μας, η έλλειψη αυτή είναι δικαιολογημένη: η πλήρωση της καρδιάς, αυτό που ολοκληρώνει τον άνθρωπο έρχεται μόνον εν Χριστώ.
Ο Χριστός είναι Εκείνος που επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική πορεία του, αυτήν για την οποία είχε δημιουργηθεί από τον Θεό. Ο Μωσαϊκός Νόμος, οι Προφήτες, η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή, αποτελούσαν το προκαταρκτικό στάδιο ετοιμασίας προς αποδοχή του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην οποία βρισκόταν και ο νεαρός αυτός, είχε το νόημα της διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. «Ώστε ο Νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν».
2. Η αναζήτηση όμως του νεαρού για τη Βασιλεία του Θεού, μετά την επισήμανση του Κυρίου, τελικώς φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο γνήσια. Και τούτο γιατί στον προσανατολισμό που του δίνει ο Κύριος, εκείνος αντιδρά: υπάρχει κάτι που τον δένει στη γη, υπάρχει ένα «βαρίδι» στη ζωή του. Κι αυτό, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, ήταν τα πολλά υλικά αγαθά του, τα πλούτη του. Αν ο νεαρός είχε ως προτεραιότητα τη σχέση του με τον Θεό, την ένταξή του στη Βασιλεία Εκείνου, θα ανέτρεπε τα πάντα στη ζωή του, προκειμένου να το επιτύχει. Με άλλα λόγια, η διαπαιδαγώγηση του Νόμου σ’ αυτόν δεν κατέληξε στον σκοπό της: την εύρεση του Χριστού.
Στην πρόσκληση του Ίδιου να Τον ακολουθήσει, εκεί που παρέπεμπε ο Νόμος, τον οποίο φαινόταν ότι ο νεαρός τηρεί, αυτός έστρεψε τα νώτα και έφυγε. Ο λόγος του Χριστού λειτούργησε προκλητικά και αφυπνιστικά, για να φανερωθεί ο βαθύτερος και αληθινός εαυτός του. Μία αντίδραση εντελώς διαφορετική από εκείνην που συναντάμε στους γνήσιους αναζητητές, όπως το είδαμε στους μαθητές του Κυρίου: «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ».
3. Έτσι με την περίπτωση του νεανίσκου σήμερα έρχεται ανάγλυφα ενώπιόν μας το φαινόμενο του ψευδούς και αληθινού εαυτού. Ο νεαρός πιστεύει ότι ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ίσως να έχει τη βεβαιότητα ότι θα κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού – τι άλλο να σημαίνει η ερώτησή του: «τι άλλο υστερώ;» - ζει επομένως σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο, το οποίο συναντάμε στους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, όπως και στους Φαρισαίους της κάθε εποχής. Ο ψευδής εαυτός του έχει κατακλύσει τη συνείδησή του και αυτόν βιώνει ως πραγματικότητα.
Η αλήθεια όμως τελικώς πόρρω απέχει από αυτόν. Όπως είπαμε, έρχεται ο λόγος του Χριστού, για να τον βγάλει από την πλάνη: Θεός του αληθινός ήταν τα πολλά κτήματά του, αυτά συνιστούσαν την προτεραιότητά του, μπροστά στα οποία όλα τα υπόλοιπα έρχονταν δεύτερα. Ο αληθινός του εαυτός δηλαδή δούλευε με συνέπεια στην ειδωλολατρία. Η επισήμανση του Κυρίου, «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών έσται», βρίσκει στον νεαρό την πλήρη εκπλήρωσή της.
4. Η κατάσταση αυτή συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος «πετάει» κυριολεκτικά στα σύννεφα. Νιώθει ότι έχει τον Θεό, και ο Θεός απέχει εντελώς από αυτόν. Νιώθει βέβαιος και παραπαίει. Το ακόμη τραγικότερο όμως για τον νεαρό του Ευαγγελίου είναι το γεγονός ότι του δίνεται η ευκαιρία να «προσγειωθεί», να βρει τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό να βρει και τον Θεό, αλλά αυτός απορρίπτει την ευκαιρία.
Σάββατο 15 Αυγούστου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΣΥΜΠΟΛΙΤΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΕΙΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
Ἄνοιξε ἡ Περίοδος τῆς Νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου...
1η μέχρι καὶ 14ης Αὐγούστου
Οἱ ἐλεηθέντες νὰ εἴμεθα Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, φερόμενοι πρὸς τὴν Ἁγιότητα, ἔχουμε κληθῆ νὰ χαιρώμεθα μὲ ὅ,τι χαίρεται ὁ Σωτήρας μας Χριστός... Καὶ νὰ ἀγωνιοῦμε γιὰ ὅ,τι καὶ γιὰ ὅσα ἀγωνιᾶ ὁ Κύριός μας στοὺς ἀναρίθμητους σύγχρονους Κήπους τῆς Γεθσημανῆ... Ὁ συγκεχυμένος γύρω μας κόσμος ἀναζητεῖ μυστικὰ τὴν ἐνσάρκωσι τῆς ἀπολεσθείσης γνησιότητος τῆς Χριστιανικῆς Ζωῆς... Ἂς ξεπεράσουμε τὴν ἁπλῆ ἠθικὴ βελτίωσι... Ἂς προβάλλουμε τὰ ὁρατὰ σημεῖα τῶν Ἀκτίστων Ἐνεργειῶν τῆς Θεότητος, μέσα στὸ Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος μας καὶ τῆς Πανσέπτου Κοιμήσεως καὶ τῆς Ὑπερφυοῦς Μεταστάσεως τῆς Παναγίας Μητέρας μας Θεοτόκου... Ἂς γίνουμε ζωντανοὶ Μάρτυρες τῆς Μεγάλης Ἀλήθειας, ὅτι εἴμεθα, διὰ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ τῆς Ἀναστάσεως καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, «Συμπολῖται τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ»... «Γίνεσθέ μοι Μάρτυρες... Καὶ Ἐγὼ Μάρτυς Κύριος ὁ Θεός...» (Ἡσ. μγ΄ 10 )
1η Αὐγούστου 2017 ἐκ. ἡμ.,
†Ἁγίων Ἑπτὰ Μακκαβαίων Παίδων
Ἐλάχιστος Διάκονος τῶν τοῦ Χριστοῦ Προβάτων,
Λεντίῳ Ζωννύμενος
† ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸς
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Ετικέτες:
Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ,
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ «ΦΙΛΕΝΑΔΑ» ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ; (2025)
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ
Όταν ο Κύριος Ιησούς άφηνε την τελευταία Του πνοή στο σταυρό, ακόμα και τη στιγμή αυτή της επιθανάτιας αγωνίας Του, προσπαθούσε να κάνει καλό στους ανθρώπους. Δε σκεφτόταν τον εαυτό Του. Στους ανθρώπους ήταν ο νους Του, γι’ αυτό και παράδωσε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που έδωσε ποτέ στο ανθρώπινο γένος. Κι αυτό είναι η διδασκαλία Του για τη συγχώρηση. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’ 34). Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακουστεί τέτοια λόγια στους τόπους εκτέλεσης. Αντίθετα μάλιστα, εκείνοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με τον ίδιο τρόπο, είτε αθώοι ήταν είτε ένοχοι, συνήθως επικαλούνταν θεούς και ανθρώπους για εκδίκηση. «Εκδικηθείτε», ήταν ο λόγος που ακουγόταν συχνά μπροστά στο ικρίωμα και δυστυχώς ακούγεται ως τις μέρες μας από τους μελλοθάνατους, ακόμα κι από εκείνους που προτού θανατωθούν κάνουν το σταυρό τους.
Ο Χριστός, προτού παραδώσει την τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε όλους εκείνους που τον βασάνισαν, τον μυκτήρισαν και τον θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα Του να τους συγχωρέσει, αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα. Τους δικαιολόγησε, βρήκε ελαφρυντικό γι’ αυτούς. Είπε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι. Γιατί επανέλαβε ιδιαίτερα o Κύριος τη διδαχή Του για τη συχώρεση, την ώρα που βρισκόταν πάνω στο σταυρό; Από το τεράστιο πλήθος των διδαχών που έκανε ενόσω ζούσε, γιατί διάλεξε αυτήν κι όχι κάποια άλλη να προφέρουν τα άγια χείλη Του, στο τέλος ακριβώς της επίγειας ζωής Του; Αναμφίβολα επειδή ήθελε η διδασκαλία Του αυτή να παραμείνει στη μνήμη όλων, να λειτουργήσει σαν παράδειγμα προς μίμηση. Στο πάθος Του πάνω στό σταυρό, σ’ αυτό το μεγαλειώδες πάθος που ξεπερνά κάθε μεγαλείο, που υψώνεται πάνω από τους βασιλιάδες και τους κριτές της γης, πάνω από σοφούς και διδασκάλους, από πλούσιους και φτωχούς, από κοινωνικούς αναμορφωτές κι επαναστάτες, ο Κύριος Ιησούς με το παράδειγμα της συχώρεσης έβαλε τη σφραγίδα στο ευαγγέλιό Του.
Έδειξε μ’ αυτόν τον τρόπο πως χωρίς συχώρεση ούτε οι βασιλιάδες μπορούν να κυβερνούν, ούτε οι δικαστές να κρίνουν, οι σοφοί δεν μπορούν να είναι σοφοί, ούτε οι διδάσκαλοι να διδάσκουν. Δεν μπορούν οι πλούσιοι κι οι φτωχοί να ζουν ως άνθρωποι κι όχι σαν άλογα ζώα, δε γίνεται ο πυρετός των επανασταστών κι αναμορφωτών να είναι χρήσιμος. Πάνω απ’ όλα ο Χριστός ήθελε με τη διδαχή Του αυτή να δείξει πως, χωρίς συγχωρητικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν το ευαγγέλιό Του, ούτε πολύ περισσότερο να το εφαρμόσουν. Ο Κύριος ξεκίνησε τη διδασκαλία Του με λόγια για τη μετάνοια και την τέλειωσε με λόγια για τη συχώρεση. Η μετάνοια είναι ο σπόρος, η συχώρεση είναι ο καρπός. Ο σπόρος δεν έχει καμιά αξία αν δεν καρποφορήσει. Καμιά μετάνοια δεν έχει αξία χωρίς συχώρεση. Τι θα ήταν η κοινωνία των ανθρώπων χωρίς συχώρεση; Ένα θηριοτροφείο, τοποθετημένο στη μέση του θηριοτροφείου της φύσης.
Τι άλλο θα ήταν όλοι οι νόμοι των ανθρώπων στη γη παρά αλυσίδες αφόρητες, αν δεν υπήρχε η συχώρεση να τις μαλακώσει; Θα μπορούσε μια γυναίκα ν’ αποκαλείται μητέρα αν δεν είχε συχώρεση, ή ένας αδερφός να ονομάζεται αδερφός, ο φίλος φίλος, ή ο χριστιανός χριστιανός; Όχι! Η συχώρεση είναι η καρδιά κι η ρίζα όλων αυτών των τίτλων. Αν δεν υπήρχαν οι λέξεις «συχώρεσέ με» και «νά ‘σαι συχωρεμένος», η ζωή των ανθρώπων θα ήταν αβάσταχτη, ανυπόφορη. Δεν υπάρχει σοφία στον κόσμο ικανή να δημιουργήσει τάξη και να επιβάλει την ειρήνη, χωρίς την εφαρμογή της συχώρεσης. Ούτε υπάρχουν σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα ικανά να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη μεγαλοψυχία και την ευγένεια, χωρίς να εφαρμόσουν την πρακτική της συχώρεσης. Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο η κοσμική γνώση αν δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγχωρέσει τον πλησίον του, να του πει ένα καλό λόγο ή να του ρίξει μια γλυκιά ματιά; Τίποτα απολύτως. Τι θα χρησιμεύσουν στον άνθρωπο εκατοντάδες μπουκάλια λάδι μπροστά στο καντήλι, αν κανένα απ’ αυτά δεν έχει να μαρτυρήσει τη συχώρεση μιας τουλάχιστο ταπεινωτικής προσβολής; Τίποτα απολύτως.
Αν γνωρίζαμε πόσα μας συγχωρούνται σιωπηρά κάθε μέρα και κάθε ώρα, όχι μόνο από το Θεό αλλά κι από ανθρώπους, θα τρέχαμε με ντροπή να συγχωρέσουμε τους άλλους. Πόσα απρόσεχτα αλλά και προσβλητικά λόγια βγαίνουν από το στόμα μας, στα οποία η απάντηση που δεχτήκαμε είναι η σιωπή; Πόσα άγρια βλέμματα ρίχνουμε από δω κι από κει; Πόσες ανάρμοστες πράξεις κάνουμε, σε πόσες απαράδεκτες ενέργειες προβαίνουμε; Κι οι άνθρωποι τα προσπερνούν όλ’ αυτά, δεν εφαρμόζουν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Και τι να πούμε για τη συχώρεση του Θεού; Δεν υπάρχουν επαρκή λόγια να την εκφράσουν. Για να περιγράψει κανείς τα αμέτρητα βάθη της αγάπης και της συγχωρητικότητας του Θεού, χρειάζεται λόγος θεϊκός. Και τέτοιος είναι ο λόγος που μας δίνει το σημερινό ευαγγέλιο. Ποιος θα μπορούσε στον ουρανό ή στη γη να μας εξηγήσει καλύτερα και να μας περιγράψει τα πράγματα του Θεού, αν όχι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο προαιώνιος Υιός του Θεού; «Ουδείς επιγινώσκει… τον πατέρα ει μη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια’ 27).
Ο Κύριος Ιησούς φανέρωσε την αμέτρητη συγχωρητικότητα του Θεού στην παραβολή του δούλου εκείνου που είχε μεγάλο χρέος. Πήρε αφορμή γι’ αυτό από τον απόστολο Πέτρο, όταν τον ρώτησε πόσες φορές θά ‘πρεπε να συγχωρεί τις προσβολές του αδελφού του: «έως επτάκις;» Στην ερώτηση αυτή ο Κύριος απάντησε μ’ αυτά τα πολύ σημαντικά λόγια: «ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. ιη’ 22). Προσπάθησε να συγκρίνεις τις δυο αυτές προτάσεις και θα διαπιστώσεις τη διαφορά ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Ο Πέτρος, όταν ρώτησε το Διδάσκαλό Του «έως επτάκις;», νόμιζε πως είχε φτάσει στα ανώτατα όρια της συγχωρητικότητας. Η απάντηση του Κυρίου όμως ήταν: έως εβδομηκοντάκις επτά! Και σα να μη του φάνηκε αρκετό ακόμα κι αυτό το μέτρο, πρόσθεσε μετά και την ακόλουθη παραβολή, για να ξεκαθαρίσει καλύτερα τα πράγματα.
«Διά τούτο ωμοιώθη η βασίλεια των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού» (Ματθ. ιη’ 23). Η βασιλεία των ουρανών δεν προσφέρεται για περιγραφή, ούτε με λόγια ούτε με χρώματα. Η ομοιότητά της μπορεί ν’ απεικονιστεί μόνο μέσα σε περιορισμένη έκταση, με όρους αυτού του κόσμου. Ο Κύριος χρησιμοποιεί παραβολές, επειδή είναι ουσιαστικά αδύνατο να εκφράσει με άλλα μέσα πράγματα που δεν ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Τον κόσμο αυτόν τον έχει παραμορφώσει και αμαυρώσει η αμαρτία. Δεν έχασε εντελώς όμως την ομοιότητά του με τον άλλο κόσμο, τον αληθινό. Ο κόσμος αυτός δεν είναι αντίγραφο του άλλου, σε καμιά περίπτωση. Είναι απλά μια χλωμή εικόνα και σκιά του. Επομένως ανάμεσα στους δυο κόσμους μπορούμε να κάνουμε σύγκριση όπως ανάμεσα σε κάτι αληθινό και στη σκιά του.
«ΚΥΡΙΕ, ΠΟΣΑΚΙΣ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ΕΙΣ ΕΜΕ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΙ ΑΦΗΣΩ ΑΥΤΩ; ΕΩΣ ΕΠΤΑΚΙΣ;»
(Ματθ. 18, 23- 35).
Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πράγματι ἡ «καινή διδαχή» καί ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ «καινή ἐντολή» καί αὐτό διαπιστώνεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὅπως θά διαπιστώσουμε καί ἀπό τό σημερινό εὐαγγελικό κείμενο.
Ἡ παραβολή τοῦ κακοῦ καί ἄσπλαχνου δούλου ἀποτελεῖ τό εὐαγγελικό κείμενο τῆς σημερινῆς Κυριακῆς. Ἀφορμή γιά νά διδαχθεῖ ἀπό τόν Χριστό ἀποτέλεσε ἡ ἐρώτηση τοῦ Πέτρου· «Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμέ ὁ ἀδελφός καί ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις;» Τό ἐρώτημα τοῦ Πέτρου ἀσφαλῶς προϋποθέτει τήν ὕπαρξη κάποιου σχετικοῦ προβλήματος στόν Ἰουδαϊσμό τήν ἐποχή ἐκείνη.
Μάλιστα ὑπῆρχαν κάποιοι νομοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι περιόριζαν σέ 3 μέ 4 περιπτώσεις τή δυνατότητα συγγνώμης. Ὁ Πέτρος στό «ἑπτάκις» πού ἀνέφερε, ἴσως νά ἐκπροσωποῦσε μιά πιό ἐπιεικέστερη θέση. Παρά ταῦτα καί ἡ ἐπιεικής αὐτή θέση βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης, πού διδάσκει καί ἐνσαρκώνει στόν κόσμο ἡ παρουσία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἀπαντώντας στό ἐρώτημα τοῦ Πέτρου, ὁ Χριστός τοῦ λέει· «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλά ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», καί γιά νά δώσει ἔμφαση σ’ αὐτό τό «ἑβομηκοντάκις ἑπτά», διδάσκει τήν παραβολή τοῦ ἄσπλαχνου δούλου. Ὁ Πέτρος λέγοντας τό «ἕως ἑπτάκις» θέτει ἕνα ὅριο μέσα στό ὁποῖο περικλείει τό χρέος τῆς ἀφέσεως καί τῆς συγγνώμης. Ὁ Χριστός ὅμως μέ τό «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά“» δέν κάνει ἁπλά ἕνα πολλαπλασιασμό, οὔτε καί παραποιεῖ, ἤ ἀπαξιοῖ τήν πνευματική καί ποιοτική οὐσία τῆς συγγνώμης. Θέλει νά τονίσει ἰδιαίτερα τήν ἀξία τῆς ἐπιείκιας, γιατί χρειάζεται ὅλοι μας νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς καί μέσα ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἐπιείκιας νά δίνουμε τή συγγνώμη μας πρός τό «πταίσαντα» συνάν-θρωπό μας.
Διαβάζοντας προσεκτικά τό ἱερό κείμενο εὔκολα διαπιστώνουμε, ἀπό τό ἕνα μέρος τή μεγαλοψυχία τοῦ κυρίου ἐκείνου, πού μ’ ἕνα «μακροθύμησον» τοῦ δούλου του, χάρισε τό τεράστιο χρέος «τῶν μυρίων ταλάντων». Ἀπό τό ἄλλο ὅμως μέρος τήν διαφαίνεται ἡ ἀχαρακτήριστη συμπεριφορά τοῦ δούλου ἐκείνου, πού ἐνῶ τόσο πολύ εὐεργετήθηκε ἀπό τόν κύριό του ἔδειξε τόση φρικτή ἀπανθρωπία πρός τό σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ χρωστοῦσε μερικά δηνάρια. Τόσο ὁ ἕνας, ὅσο καί ὁ ἄλλος ἦταν χρεῶστες. Καί οἱ δυό μεταχειρίστηκαν τήν ἴδια λέξη «μακροθύμησον“».
Ἡ λέξη αὐτή στήν καρδιά τοῦ «κυρίου τοῦ δούλου ἐκείνου» λειτούργησε πολύ ἀνθρώπινα, μέ ἐπιείκια, καί χάρισε χωρίς περιστροφές τή μεγάλη ὀφειλή, καί «πᾶσαν τήν ὀφειλήν αὐτῷ ἀφῆκεν». Φαίνεται ὅμως ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εἶχε ἀπάνθρωπη καρδιά, γιατί ὅταν σέ λίγο συνάντησε ἕνα σύνδουλό του μέ τρόπο ἐπιτακτικό ζητᾶ τήν ἐξόφληση τοῦ μικροῦ χρέους.
Τά δανεισμένα χρήματα ἀσφαλῶς προέρχονταν ὄχι ἀπό δικά του ἀλλά ἀπό τό ποσό τῶν μυρίων ταλάντων πού εἶχε δανεισθεῖ ἀπό τόν Κύριό του. Καί ἐνῶ ὁ σύνδουλος μεταχειρίστηκε τήν ἴδια ἀκριβῶς φράση «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί», γιά τή μηδαμινή ὀφειλή, αὐτός ὄχι μόνο δέν φέρθηκε ἀνάλογα μέ τόν κύριό του, πού τοῦ χάρισε τό ὑπερβολικό ὑψηλό χρέος του, ἀλλά καί σέ μιά ἐπίδειξη ἀπάνθρωπης συμπεριφορᾶς ἀπαιτεῖ ἐδῶ καί τώρα τά ὀφειλόμενα.
Καί οἱ δυό δοῦλοι ἦταν στόν ἴδιο χῶρο, καί ζοῦσαν τή φρίκη τῆς δουλείας. Καί ἐνῶ θά περίμενε κανείς κάποια συμπεριφορά καλωσύνης ἀπό τόν ἄνθρωπο, πού ἐνῶ τοῦ χαρίστηκε ἕνα μεγάλο χρέος, ὁ ἴδιος ἐμφανίζεται μετά ἀπό λίγο μέ ἀφάνταστη σκληρότητα. Στόν ἀχάριστο δοῦλο δέν λειτούργησε ἡ καρδιά, ἀλλά ὁ ψυχρός ὑπολογισμός. Ξέχασε γρήγορα τήν συμπάθεια πού τοῦ ἔδειξε ὁ κύριός του, καί φέρνεται ἐξουσιαστικά στόν συνάνθρωπό του.
Πολλές φορές ὅλοι μας κλείνουμε τήν καρδιά μας καί ἐμφανίζουμε τήν ψυχρότητα τῆς λογικῆς καί τοῦ ὑπολογισμοῦ καί φερόμαστε ἐξουθενωτικά πρός τόν συνάνθρωπο, τόν σύνδουλό, μας. Ἄν μπορέσουμε νά δοῦμε τούς διπλανούς μας, ὄχι σάν ξένους, ἀλλά σάν σύνδουλους ὅμοιους μ’ ἐμᾶς, μέ ὀφειλή πρός τό ὑπερούσιο πρόσωπο τῆς Ἀγάπης καί τῆς Ἀλήθειας, πρός τό ὁποῖο ὅλοι εἴμαστε ὀφειλέτες μυρίων ταλάντων, θά λειτουργοῦσαν πιό ἀνθρώπινα οἱ σχέσεις μας.
Ὁ Κύριος δίδαξε μέ τό παράδειγμά του, ὅτι ἄν λειτουργήσει ἡ καρδιά μας, ἄν στή σκέψη μας ὑπάρχει ἡ δική μας ὀφειλή πρός τόν Θεό, τότε καταλύεται κάθε διάθεση γιά ἐκμετάλλευση καί καταδυνάστευση τοῦ συνανθρώπου μας. Ὁ ἄνθρωπος πού στέκεται δίπλα μας ξεδιπλώνει κάθε στιγμή τό χρέος τῆς κοινῆς μας πορείας, ἀλλά καί τό δέος πού πρέπει νά ἔχουμε σάν ὀφειλέτες στήν ἀναφορά μας πρός τόν δεσπόζοντα τῶν ὅλων, πού εἶναι ὁ κοινός Λυτρωτής, ἀλλά καί κοινός Κύριος.
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ
Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ακούσαμε την παραβολή των μυρίων ταλάντων[1]. Η παραβολή αναφέρει ότι ένας δούλος χρωστούσε στο βασιλιά του μύρια τάλαντα. Ο δούλος παρακάλεσε τον βασιλιά όπως του χαρίσει το χρέος. Έτσι, ο βασιλιάς τον λυπήθηκε και του το χάρισε. Παρόλα αυτά που γνώρισε ο δούλος τι θα πει ευσπλαχνία από τον βασιλιά, ο ίδιος ο δούλος δεν σπλαχνίσθηκε τον σύνδουλό του που του χρωστούσε 100 δηνάρια, με αποτέλεσμα να τον κλείσει στη φυλακή[2]. Ακούγοντας ο βασιλιάς την πράξη του πρώτου δούλου, οργίσθηκε και άλλαξε την απόφαση του να του χαρίσει το δάνειο. Τον έδωσε στο βασανιστές μέχρι να ξεπληρωθεί το χρέος του[3].
Ο ιερός Χρυσόστομος μας προτρέπει να εισέλθουμε στη συνείδησή μας και να αναλογισθούμε όσα έχουμε πράξει σε όλη μας τη ζωή. «Πάντας γαρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»[4]. Να αναλογισθούμε πως θα είναι το δικαστήριο της ψυχής μας. Αν λησμονήσαμε όσα πράξαμε, ο Θεός δεν θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θα τα στήσει όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβουμε να τα εξαλείψουμε τώρα με την Μετάνοια και την Εξομολόγηση και με το να μην μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας[5].
Όλοι μας καθημερινά διαπράττουμε αμαρτίες, ασχέτως εάν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι δεν αμαρτάνουμε και νομίζουμε ότι είμαστε αναμάρτητοι. Όλο και κάτι κάνουμε, διαρκώς αμαρτάνουμε. Ακόμη και μια μέρα να ζούσε κάποιος πάνω στη γη, σίγουρα θα αμαρτούσε και αυτό μας το διαβεβαιώνει ο δίκαιος Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης[6]. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει ότι κάνουμε πολλές αμαρτίες, και τις περισσότερες ούτε που καταλαβαίνουμε ότι τις διαπράττουμε[7].
Πρέπει να ασχολούμαστε με τις δικές μας αμαρτίες, τα δικά μας λάθη και να προσπαθούμε να τα διορθώνουμε. Δεν έχουμε δικαίωμα ούτε να σχολιάζουμε, ούτε να ασχολούμαστε με τις αμαρτίες των άλλων. Όταν βλέπουμε την αμαρτωλότητα των άλλων πρέπει να δούμε την δική μας καρδιά και να αναρωτηθούμε: «Εγώ είμαι καθαρός από αμαρτία, δεν υπάρχει μέσα μου το ίδιο πάθος που βλέπω στον αδελφό μου;» πρέπει εμείς να παρακολουθούμε ακούραστα τις κινήσεις της δικής μας καρδιάς και να διώχνουμε από μέσα της κάθε ακαθαρσία. Να προσέχουμε τις σκέψεις μας, τις επιθυμίες, τα κίνητρα και τις πράξεις. Να τα αναλύουμε με προσοχή εξετάζοντας μήπως υπάρχει σ’ αυτά κάτι αμαρτωλό[8].
Στο πάθος Του πάνω στο σταυρό, σ’ αυτό το μεγαλειώδες πάθος που ξεπερνά κάθε μεγαλείο, που υψώνεται πάνω από τους βασιλιάδες και τους κριτές της γης, πάνω από σοφούς και διδασκάλους, από πλούσιους και φτωχούς, από κοινωνικούς αναμορφωτές κι επαναστάτες, ο Κύριος Ιησούς με το παράδειγμα της συχώρεσης έβαλε τη σφραγίδα στο ευαγγέλιό Του. Έδειξε μ’ αυτόν τον τρόπο πως χωρίς συχώρεση ούτε οι βασιλιάδες μπορούν να κυβερνούν, ούτε οι δικαστές να κρίνουν, οι σοφοί δεν μπορούν να είναι σοφοί, ούτε οι διδάσκαλοι να διδάσκουν.
Χωρίς συγχωρητικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν το Ευαγγέλιό Του, ούτε πολύ περισσότερο να το εφαρμόσουν, μας τονίζει ο Άγιος Νικόλαος επίσκοπος Αχρίδος. Ο Κύριος ξεκίνησε τη διδασκαλία Του με λόγια για τη μετάνοια και την τέλειωσε με λόγια για τη συχώρεση. Η μετάνοια είναι ο σπόρος, η συχώρεση είναι ο καρπός. Ο σπόρος δεν έχει καμιά αξία αν δεν καρποφορήσει. Καμιά μετάνοια δεν έχει αξία χωρίς συχώρεση[9].
Δυστυχώς, πολλές φορές δεν δείχνουμε έλεος στους οφειλέτες μας. Άρα δεν τηρούμε την εντολή του Κυρίου μας «γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ υμών οικτίρμων εστίν»[10]. Αλλά μην ξεχνάμε τον λόγο του Αποστόλου Ιακώβου «η γαρ κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος»[11]. Πρέπει να μας συγκλονίζουν αυτά τα λόγια ώστε να μας ξυπνήσουν από τον λίθαργο που κοιμόμαστε διότι ούτε έλεος δείχνουμε ούτε συγχώρεση και να ευχόμαστε να μην έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα όπως τον άσπλαχνο δούλο, τον οποίο ο Κύριος τον παρέδωσε εις τους βασανιστές.
Γι΄αυτό πρέπει να συγχωρούμε τους πάντες και τα πάντα με όλη την καρδία, όπως τονίζει ο Κύριος στο τέλος της παραβολής. «Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν»[12]. Όταν βλέπουμε τις κακίες που κάνουν οι άλλοι, πρέπει να θυμόμαστε τον λόγο «πρόσεχε σεαυτόν».
Το δίδαγμα που εξάγεται από την σημερινή Ευαγγελική περικοπή είναι ότι πρέπει να είμαστε ανεξίκακοι. Είναι μεγάλη αρετή η ανεξικακία, είναι η αιτία όλων των αγαθών, καθώς οδηγεί την ψυχή σε γαλήνιο λιμάνι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιερός Χρυσόστομος[13]. Ένα άλλο δίδαγμα που εξάγεται είναι η απεριόριστη συγχώρηση και αγάπη που πρέπει να δείχνουμε προς τον πλησίον μας για οποιοδήποτε λόγο μας έχει φταίξει και για όσες φορές μας έχει στεναχωρήσει.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ
''Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα ἔχει, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων, Μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ πάντα ἀποδώσω σοι. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων, ᾽Απόδος εἴ τι ὀφείλεις. Πηγή: https://www.askitikon.eu
Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων, Μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. Ἰδόντες οὖν οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ, Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με·οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς κἀγὼ σὲ ἠλέησα;καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον. Οὕτως καὶ ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. «Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;»
Ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τὴν Παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων. Ἕνας δοῦλος, δηλαδὴ ὁ κάθε ἄνθρωπος, χρωστοῦσε στὸ βασιλιά του, δηλαδὴ στὸ Θεό, «μύρια τάλαντα», 10.000 τάλαντα, ἀμύθητο ποσό, ποὺ δηλώνει τὶς πολλές του ἁμαρτίες. Ὁ δοῦλος παρακάλεσε τὸν βασιλιὰ νὰ τοῦ χαρίσει τὸ χρέος· πράγματι ὁ βασιλιὰς τὸν σπλαχνίσθηκε καὶ τοῦ τὸ χάρισε. Ὅμως ὁ δοῦλος ἐκεῖνος δὲν ἔδειξε ἀνάλογη συμπάθεια σὲ σύνδουλό του ποὺ τοῦ χρωστοῦσε 100 δηνάρια, ποσὸ συγκριτικὰ ἀσήμαντο, ἀλλὰ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακή. Τότε ὁ βασιλιὰς ὀργίστηκε, ἄλλαξε τὴν ἀπόφασή του καὶ παρέδωσε τὸν ἄσπλαχνο δοῦλο στοὺς βασανιστὲς μέχρι νὰ ξεπληρώσει τὸ χρέος του. Τὸ δίδαγμα τῆς Παραβολῆς εἶναι ἡ ἀπεριόριστη συγχώρηση, δηλαδὴ τὸ νὰ συγχωροῦμε πάντοτε ὅποιον μᾶς ἔχει φταίξει, ὅσες φορὲς κι ἂν μᾶς ἔχει φταίξει.
Γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅμως καλύτερα τὴν Παραβολή, ἂς δοῦμε γιατί οἱ ἁμαρτίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου παρομοιάζονται μὲ ὑπέρογκο χρέος καὶ πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους.
1. Ὅλοι εἴμαστε πολὺ ἁμαρτωλοὶ. Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι δὲν ἔχουν ἁμαρτίες. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως ἄλλα μᾶς διδάσκει. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος τονίζει ὅτι «πολλὰ πταίομεν ἅπαντες» (Ἰακ. γ´ 2). Ὅλοι – συμπεριλαμβάνει καὶ τὸν ἑαυτό του ὁ Ἅγιος – ὅλοι ἀνεξαιρέτως φταῖμε σὲ πολλά. «Πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», διδάσκει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. γ´ 23). Ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἁμάρτησαν καὶ στεροῦνται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ· καὶ ἑπομένως ἔχουν ἀνάγκη ἐλέους. Ἀλλὰ καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Ἰὼβ διερωτᾶται: «Τίς καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου;» Ποιὸς θὰ βρεθεῖ καθαρὸς ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας; Καὶ ἀπαντᾶ: Κανείς, ἀκόμη κι ἂν ζοῦσε μόνο μιὰ μέρα πάνω στὴ γῆ (Ἰὼβ ιδ´ 4-5).
Ἀκόμη στὴ Γένεση διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς μετὰ τὸν Κατακλυσμὸ ἀποφάσισε: Δὲν θὰ ἐπιφέρω ξανὰ τέτοια ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ στὸ ἀνθρώπινο γένος, «ὅτι ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ»· διότι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ρέπει μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια στὸ κακὸ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία (Γεν. η´ 21)· καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε συχνὰ νὰ τιμωρεῖ τὴν ἀνθρωπότητα γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ἐπίσης ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει στὰ «Ἀσκητικά» του ὅτι «πολλὰ ἁμαρτάνοντες, τὰ πλεῖστα οὔτε συνίεμεν»· κάνουμε πολλὲς ἁμαρτίες, καὶ τὶς περισσότερες οὔτε ποὺ καταλαβαίνουμε ὅτι τὶς διαπράττουμε (ΕΠΕ 9, 404). Ὅλοι λοιπὸν εἴμαστε πολὺ ἁμαρτωλοί· Ἐπιπλέον τὴν ἐνοχή μας αὐξάνει ἀσύλληπτα τὸ ὅτι δὲν ἁμαρτάνουμε σ᾿ ἕναν ἴσο μὲ ἐμᾶς ἀλλὰ στὸν ἄπειρο Θεό.
2. Ἂν δὲν συγχωροῦμε, δὲν θὰ σωθοῦμε. Λοιπὸν τί θὰ κάνουμε; Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ τεράστιο αὐτὸ χρέος καὶ τὶς φοβερὲς συνέπειές του, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση; Ὑπάρχει λύση στὸ πρόβλημα, ἀνέλπιστη λύση. Τὴν ἀκούσαμε στὴν Παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων. Μᾶς τὴν προτείνει ὁ εὐσπλαχνικότατος Κύριός μας: «Ἂν συγχωρεῖς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου ὅσους σοῦ φταῖνε, ἐγὼ θὰ σοῦ συγχωρήσω ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, ὅσο πολλὰ κι ἂν εἶναι αὐτά». Μὲ ἄλλα λόγια εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέει ὁ Κύριος: «Μοῦ χρωστᾶς 100.000.000 εὐρώ. Θὰ σοῦ τὰ χαρίσω ὅλα· ὑπὸ μία ὅμως προϋπόθεση: νὰ χαρίσεις κι ἐσὺ τὰ χρέη τῶν ἄλλων πρὸς ἐσένα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότερα, 10, 20, 100 εὐρώ!» Τί συμφέρουσα πρόταση! Τί ἐπιείκεια, τί ἔλεος ἐφαρμόζει ὁ Κύριος ἀπέναντί μας! Ἂν συνέβαινε αὐτὸ μὲ οἰκονομικὸ χρέος, θὰ τὸ θεωρούσαμε καταπληκτικὴ εὐκαιρία.
Καὶ ὅμως ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα μας συνήθως δυσκολευόμαστε οἱ ἄνθρωποι νὰ συγχωρήσουμε, καὶ μάλιστα μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας, νὰ ξεχάσουμε τελείως τὸ κακὸ ποὺ μᾶς ἔκαναν! Ἂν ὅμως εἶναι τόσο σημαντικὸ νὰ συγχωροῦμε, πῶς θὰ τὸ κατορθώσουμε; Νὰ θυμόμαστε πάντοτε τὴν Παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)




