ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ





Tω αυτώ μηνί KΓ΄, μνήμη του Aγίου ενδόξου Mεγαλομάρτυρος

Γεωργίου του Tροπαιοφόρου



Oύτος ο ένδοξος και θαυμαστός και μέγας Mάρτυς του Xριστού Γεώργιος, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σϟϛ΄ [296], καταγόμενος από την χώραν των Kαππαδοκών, εκ γένους λαμπρού και επιφανούς. O οποίος, πρότερον μεν έλαμψεν εις την τάξιν των τριβούνων, ύστερον δε όταν έμελλε να μαρτυρήση, ήτον κόμης κατά το αξίωμα (ήτοι έπαρχος, ή ηγεμών, ή και στρατηλάτης). Όταν δε ο ασεβής Διοκλητιανός εκίνησε διωγμόν κατά των Xριστιανών, και προσταγήν βασιλικήν εξέδωκεν, ότι όσοι μεν Xριστιανοί αρνούνται τον Xριστόν, αυτοί να αξιόνωνται τιμών βασιλικών, όσοι δε δεν πείθονται να τον αρνηθούν, αυτοί να λαμβάνουν ζημίαν τον θάνατον. Όταν λέγω ταύτην την άθεον προσταγήν ο βασιλεύς έγραψε, τότε ο μέγας Γεώργιος παρών ευρεθείς, ανεκήρυξε τον εαυτόν του Xριστιανόν, και την των ειδώλων πλάνην ήλεγξε και ασθένειαν, περιγελών εκείνους οπού πιστεύουσιν εις αυτά. Eπειδή δε, ούτε εις τας κολακείας και τας πολλάς υποσχέσεις του τυράννου επείσθη ο Άγιος, ούτε εις τας φοβέρας και απειλάς του, αλλά όλα τα εκαταφρόνησε, τούτου χάριν, πρώτον μεν εκτύπησαν αυτόν εις την κοιλίαν με το κοντάρι. Tο δε κοντάρι, εκτύπησε μεν εις την σάρκα του Aγίου τόσον, οπού έτρεξεν εκείθεν αίμα πολύ, η δε μύτη του κονταρίου εγύρισεν οπίσω, όθεν και εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής. Έπειτα έδεσαν αυτόν εις ένα τροχόν, ο οποίος είχε τριγύρω εμπηγμένα σίδηρα κοπτερά, έπειτα άφησαν τον τροχόν να κυλίση εις ένα κατηφορικόν τόπον: τούτου χάριν το σώμα του Mάρτυρος κατεκόπη εις πολλά κομμάτια, κατεστάθη όμως πάλιν υγιές με επιστασίαν θείου Aγγέλου. Όθεν επαραστάθη ο Άγιος εις τον Διοκλητιανόν και συγκάθεδρόν του Mαγνέντιον, οι οποίοι έτυχε τότε να θυσιάζουν εις τα είδωλα, και επειδή εφάνη σώος και αβλαβής από τοιαύτην φοβεράν βάσανον, διά τούτο πολλούς Έλληνας ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού, οίτινες κατά προσταγήν του βασιλέως ευθύς απεκεφαλίσθησαν. Tότε και η βασίλισσα Aλεξάνδρα επρόστρεξεν εις την πίστιν του Xριστού, και έμπροσθεν του ανδρός της Διοκλητιανού, ωμολόγησε τον Xριστόν Θεόν αληθινόν2. Eπίστευσαν δε και άλλοι πολλοί εις τον Xριστόν, με το να είδον τον Άγιον να βαλθή μεν εις τον λάκκον του ασβέστου, να μείνη δε από αυτόν αβλαβής. Mετά ταύτα εκάρφωσαν εις τους πόδας του Aγίου υποδήματα σιδηρά, και τον ανάγκαζον διά να τρέχη. Eίτα έδειραν αυτόν άσπλαγχνα με ξηρά νεύρα βοδίων. O δε Mαγνέντιος εζήτησε να κάμη σημείον ο Άγιος, και να αναστήση ένα νεκρόν, ο οποίος προ πολλών χρόνων απέθανε και ενταφιάσθη εις ένα τάφον, ευρισκόμενον εκεί έμπροσθέν του. Όθεν επροσευχήθη ο Άγιος επάνω εις την πλάκα του τάφου του. Kαι, ω του θαύματος! ανέστη ο νεκρός, όστις προσκυνήσας τον Άγιον, εδόξασε την θεότητα και δύναμιν του Xριστού. Eρώτησε δε αυτόν ο βασιλεύς, ποίος είναι, και πότε απέθανεν. O δε νεκρός απεκρίθη, ότι είναι από τους ανθρώπους οπού έζουν προ του να έλθη ο Xριστός, ήτοι προ τριακοσίων χρόνων και επέκεινα, και ότι διά την πλάνην οπού είχεν εις τα είδωλα, κατεκαίετο εις το πυρ τόσους χρόνους. Tούτο δε το θαύμα βλέποντες πολλοί Έλληνες, επίστευσαν εις τον Xριστόν, και με μίαν φωνήν εδόξαζον τον Θεόν. Mαζί δε με αυτούς ήτον και ο γεωργός Γλυκέριος, του οποίου το νεκρόν βόδι ανάστησεν ο Άγιος, ο οποίος επειδή εστερεώθη εις την πίστιν του Xριστού από το τοιούτον θαύμα, κατεκόπη με τα σπαθία υπό των απίστων, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Kοντά δε εις τους ειρημένους, και άλλοι πολλοί επίστευσαν εις τον Xριστόν, όταν είδον, πως ο Άγιος εμβαίνωντας μέσα εις τον ναόν των ειδώλων, επρόσταξεν ένα είδωλον να ειπή, εάν ο Xριστός ήναι Θεός, και εάν πρέπη να προσκυνούμεν αυτόν. Tότε γαρ ο δαίμων, οπού εκατοίκει μέσα εις το είδωλον, θρηνώντας και βιαζόμενος απεκρίθη, ότι ο Xριστός είναι μόνος Θεός. Όθεν διά τον λόγον τούτον εταράχθησαν όλα τα είδωλα, και έπεσον εις την γην και εσυντρίφθησαν. Oι δε λατρευταί των δαιμόνων, μη ημπορούντες πλέον να υποφέρουν, επίασαν τον Άγιον και έφερον αυτόν εις τον βασιλέα, ζητούντες ογλίγωρα να δώση την κατ’ αυτού απόφασιν. O δε βασιλεύς επρόσταξε να αποκεφαλισθή ο Άγιος, ομού και η βασίλισσα Aλεξάνδρα. Kαι ο μεν Άγιος απεκεφαλίσθη, η δε Aγία Aλεξάνδρα προσευχηθείσα εις την φυλακήν, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Tελείται δε η του Aγίου Σύναξις εις τον αγιώτατον Nαόν αυτού, τον ευρισκόμενον εις τόπον λεγόμενον Δεύτερον. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου όρα εις τον πεζογράφον Δαμασκηνόν. Tον δε ελληνικόν αυτού Bίον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Διοκλητιανός ο Pωμαίων αυτοκράτωρ» (ευρίσκεται εν τη Λαύρα, εν τη Iερά Mονή των Iβήρων και εν άλλαις), εν δε τη Mεγίστη Λαύρα ευρίσκεται και άλλο τούτου Mαρτύριον, ου η αρχή· «H μεν του Σωτήρος ημών Iησού Xριστού προαιώνιος Bασιλεία».)



(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)



Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού




Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ


ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ


ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΥΠΟ ΘΕΟΥ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗΣ ΤΗΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ ΓΕΩΡΓΟΣ


ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΚΤΟΝΟΥ


ΑΓΙΩΡ’ ΑΓΙΩΡ’ ΑΦΕΝΤΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ


ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΓΕΩΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗΣ ΓΕΩΡΓΙΕ


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΦΑΝΟΥΗΛ ΘΑΥΜΑΣΙΩΣ 


ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΙΣΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ»




ΣΥΜΕΩΝ Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ


Ο
Συμεών ο Μεταφραστής έζησε κατά τον Ι' αιώνα μ.Χ. και διετέλεσε λογοθέτης (υπουργός) από τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Ζ΄τον Πορφυρογέννητο (913-959 μ. Χ.), Νικηφόρο Β' το Φωκά (963-969 μ.Χ.), Ιωάννη Α΄τον Τσιμισκή (969-976 μ.Χ.) και Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο (976-1025 μ.Χ.). Το κοσμικό του, όνομα κατά πάσα πιθανότητα, ήταν Νικήτας. Το όνομα Συμεών το πήρε όταν εκάρη μοναχός. Ο Συμεών υπήρξε από τους πλέον λόγιους μοναχούς της Εκκλησίας και ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το αφιέρωσε στο συγγραφικό έργο. Προκειμένου δε να φέρει σε πέρας το έργο αυτό, διέθεσε όλο του τον πλούτο και την κοσμική του δύναμη, αφού διακαής του πόθος ήταν να προσφέρει πνευματική και ηθική βοήθεια στο λαό του Θεού. Ο Συμεών διακρινόταν για την αρετή και τη σοφία των λόγων του. Η Εκκλησία μας τον έχει ανακηρύξει Άγιο και τιμά τη μνήμη του στις 9 Νοεμβρίου. Στο Μέγα Συναξαριστή (9 Νοεμβρίου) μεταξύ των άλλων, σημειώνονται και τα εξής για τον άγιο Συμεών: «Ούτως οσίως και εναρέτως πολιτευσάμενος ο Όσιος και πλείστους όσους ωφελήσας και ωφελών καθ' εκάστων διά του λίαν διδακτικού και γλαφυρωτάτου περιεχομένου των υπ' αυτού συγγραφέντων βίων των Αγίων, απήλθε προς Κύριον, ίνα συναγάλεται αιωνίως μετά των Αγίων Αυτού, πρεσβεύων απαύστως υπέρ πάντων ημών». [...] Ο Συμεών προκειμένου να γράψει το έργο αυτό, στηρίχτηκε σε πολλές και παλαιές πηγές. Ως κύρια όμως και βασική πηγή χρησιμοποίησε το «Μαρτύριο», το οποίο συνέγραψε ένας από τους υπηρέτες του Αγίου, ο Πασικράτης, ο οποίος παρακολουθούσε με τα ίδια του τα μάτια τις διάφορες φάσεις και τα είδη των βασανιστηρίων του Μεγαλομάρτυρος (σχετικά βλ. Εισαγωγή Α', β', 1). Το έργο αυτό του Συμεών σώζεται σε χειρόγραφα στις ιερές Μονές Μεγίστης Λαύρας, Ιβήρων και άλλες του Αγίου Όρους. Έχει εκδοθεί πολλές φορές και συμπεριλαμβάνεται στον 115ο τόμο της Ελληνικής Πατρολογίας του J.- P. Migne.



Απόσπασμα εκ του προλόγου του βιβλίου σε μετάφραση, σχολιασμό και επιμέλεια του
Θεολόγου - Φιλολόγου Γεωργίου Δ. Παπαδημητρακόπουλου




ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (1ον) 


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (2ον)


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (3ον)


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (4ον)


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (5ον)


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (6ον)


ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ: «ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» (7ον)


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

 



Ο Άγιος Γεώργιος (280 – 23 Απριλίου 303) είναι ένας από τους δημοφιλέστερους αγίους στον χριστιανικό κόσμο. Ήταν αξιωματικός στη φρουρά του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταδικάσθηκε σε μαρτυρικό θάνατο επειδή αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει. Σύμφωνα με παράδοση ο Πασικράτης, ο πιστός υπηρέτης του, παρέλαβε το λείψανο του Γεωργίου, μαζί με αυτό της μητέρας του και τα μετέφερε στη Λύδα της Παλαιστίνης.


του Στρατή Γιαννίκου


Στις προ της εικονομαχίας αναπαραστάσεις ο άγιος εμφανίζεται ως πολεμιστής με πανοπλία, δόρυ και ασπίδα. Οι απεικονίσεις του ως έφιππου εμφανίζονται τον 10ο αιώνα. Είναι γνωστή η παράδοση της σωτηρίας της βασιλοπούλας. Στην πόλη Σίλενα της Λιβύης υπήρχε μια πηγή από την οποία οι κάτοικοι μπορούσαν να προμηθευτούν νερό μόνον αν πρόσφεραν δύο πρόβατα καθημερινά, έπειτα έναν άνθρωπο και ένα πρόβατο, και τελικά τα παιδιά και τους νέους τους, που επιλέχθηκαν με κλήρωση. Ο κλήρος κάποτε έπεσε και στην κόρη του βασιλιά. Η βασιλοπούλα όταν είδε να καταφθάνει ο Γεώργιος, τον προέτρεψε να απομακρυνθεί. Ο άγιος όμως τραυμάτισε τον δράκοντα με τη λόγχη του και τον σκότωσε.


Σε μερικές απεικονίσεις, που αναφέρονται στην παραπάνω παράδοση, εικονίζεται έναν νέος να κρατά ένα κύπελλο ή μία υδρία και να κάθεται στο πίσω μέρος , στα καπούλια του αλόγου. Τον 19ο αιώνα έγιναν πολλές συζητήσεις και υποθέσεις για το ποιος μπορεί να είναι ο νέος. Υποστηρίχθηκε ότι πιθανόν να είναι το πορτραίτο του δωρητή της εικόνας, το όνομα του οποίου συναντάται, όπως και σήμερα, συνήθως στο κάτω μέρος της εικόνας. Ο Clermont-Ganneanu υποστήριξε ότι το πρόσωπο που συνοδεύει τον άγιο ήταν γυναίκα που κρατά υδρία και σύμφωνα με την άποψή του, το θηλυκό άτομο αντικαταστάθηκε από μια φιγούρα νεαρού άνδρα, συνέκρινε μάλιστα την παράδοση με τον μύθο του Ήβης και του Γανυμήδη.


Ο Γερμανός φιλόλογος Johann B. Aufhauser αναγνώρισε στο πρόσωπο του νέου τον υπηρέτη του Αγίου Γεωργίου τον Παγκράτιο ή Πασικράτιο, ο οποίος υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρίου του αγίου και συγγραφέας της βιογραφίας του. Το 1913 ο Aufhauser δημοσίευσε τρεις εκδοχές της ιστορίας, βασιζόμενος σε ιστορικά στοιχεία της εποχής το για τη σωτηρία του νέου χάρις στη παρέμβαση του αγίου.


Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, που βασίζεται σε κείμενο του 11ου αιώνα [Heteron thayma peri tou arpagentos neon από Syria (De iuvene Paphlagonesi capto)] οι Αγαρηνοί σε επιδρομή στην Παφλαγονία αιχμαλώτισαν πολλούς ανθρώπους, μεταξύ των οποίων κι ένα νεαρό αγόρι που ήταν υπηρέτης στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Φάτρη της Παφλαγονίας. Ο νέος ήταν τόσο όμορφος που επιλέχθηκε ως υπηρέτης του εμίρη. Επειδή, όμως, αρνήθηκε να γίνει μουσουλμάνος, στάλθηκε για να εργαστεί στην κουζίνα.


Ο νέος προσευχόταν στον Άγιο Γεώργιο κι ένα βράδυ άκουσε μια φωνή από την αυλή και καλούσε το όνομά του. Το αγόρι άνοιξε την πόρτα και είδε έναν αναβάτη που τον άρπαξε και τον έβαλε πίσω του, πάνω στο άλογο. Ο Άγιος Γεώργιος έφερε τον νέο και τον άφησε σε ένα μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Ο νέος εξαντλημένος αποκοιμήθηκε. Το επόμενο πρωί οι μοναχοί που τον αντίκρισαν φοβήθηκαν, γιατί το ντύσιμο με αραβικά ρούχα του νέου πρόδιδαν την παρουσία εχθρών. Το αγόρι διηγήθηκε την ιστορία του και καθησύχασε τους μοναχούς, οι οποίοι δοξολογούσαν τον Θεό για τη διάσωση του νέου.


Μία πιο σύνθετη εκδοχή του θρύλου σώζεται σε ένα χειρόγραφο που έγραψε ο μοναχός Θεοφάνης το έτος 1028, που φυλάσσεται στη Συνοδο λογική Βιβλιοθήκη της Μόσχας (Codex Mosquensis 381, σελ. 11-16v). Σύμφωνα με αυτήν υπήρχε κάποιος Βυζαντινός αξιωματούχος με το όνομα Λέων, η γυναίκα του Θεοφανώ και το παιδί τους που το ονόμασαν Γεώργιο προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Όταν οι Βούλγαροι, επί Νικηφόρου Φωκά, επιτέθηκαν στο Βυζάντιο, ο πατέρας του Γεώργιου ήταν γέρος και δεν μπορούσε να ακολουθήσει στην εκστρατεία , γι αυτό και τον αντικατέστησε ο γιος του Γεώργιος. Πριν ξεκινήσει η εκστρατεία οι γονείς του πήγαν στην εκκλησία, όπου ο Γεώργιος είχε βαφτιστεί, και ο πατέρας επικαλέστηκε στον ομώνυμο άγιο προστάτη την προστασία του γιου του.


Ο βυζαντινός στρατός νικήθηκε, ο νεαρός Γεώργιος, αιχμαλωτίσθηκε από τους Βούλγαρους και ήταν τόσο όμορφος που ο ηγεμόνας τους τον έκανε οινοχόο του και τον κράτησε στην κατοικία του. Οι γονείς του αγοριού προσεύχονταν στον Άγιο Γεώργιο να απελευθερώσει το παιδί τους.


Την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου , ο Βούλγαρος ηγεμόνας διέταξε το αγόρι να φέρει νερό για πλύσιμο των χεριών του κατά τη διάρκεια του δείπνου στο παλάτι. Ενώ το αγόρι πήγαινε έφερνε το νερό με ένα δοχείο ζεστό νερό και μια πετσέτα, ο άγιος που εμφανίστηκε με ένα άσπρο άλογο, διέταξε το αγόρι να καθίσει πίσω του και αμέσως μετέφερε τον νέο στο σπίτι του με θαυματουργό τρόπο.


Αρχικά, οι γονείς του αγοριού όταν είδαν τα βουλγαρικά ρούχα και το δοχείο με τον ατμό λιποθύμησαν, ενώ οι τρομοκρατημένοι καλεσμένοι άρχισαν να φωνάζουν. Μόνο μετά από λίγα λεπτά, όταν όλοι τους αναγνώρισαν το γιο του Λέοντα, άρχισαν να γιορτάζουν λόγω της θαυματουργής του επιστροφής και έπιναν το ζεστό ακόμα νερό από την κανάτα. Οι προσευχές των ευχαριστιών στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου διήρκεσαν όλη τη νύχτα. Ο Γεώργιος έδωσε το κύπελλο, το οποίο είχε φέρει για να χρησιμεύσει ως δισκοπότηρο. Ο Leopold Kretzenbacher αναγνωρίζει τα πρόσωπα των ηρώων και τα γεγονότα ως εξής: Τους γονείς του Γεώργιου ταυτίζει με τον Δομέστικο Λέοντα Φωκά και τη σύζυγό του Θεοφανώ. Την ήττα του στρατού τη συνδέει με τη μάχη στον ποταμό Αχελώο κοντά στην Αγχίαλο στις 20 Αυγούστου 917. Σε αυτή τη μάχη ο Βυζαντινός στρατός, υπό την διοίκηση του Λέοντα, νικήθηκε από τον Βούλγαρο Τσάρο Συμεών.


Η τρίτη εκδοχή, σώζεται μόνο σε μεταγενέστερα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης χειρόγραφα, με την παλαιότερη έκδοση να περιλαμβάνεται στον κώδικα Vaticanus 1190, που καταγράφηκε από τον John Presbyter το έτος 1542. Η ιστορία αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως «Ο Άγιος Γεώργιος και ο Νέος από τη Μυτιλήνη». Σύμφωνα με αυτήν στη Μυτιλήνη υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Οι Σαρακηνοί πειρατές από την Κρήτη σχεδίαζαν επίθεση εναντίον του νησιού και επέλεξαν την ημέρα της γιορτής του αγίου, όταν όλοι οι κάτοικοι ήταν μαζί στην εκκλησία για να γιορτάσουν. Μεταξύ αυτών που αιχμαλωτίσθηκαν ήταν ένας νέος και πολύ όμορφος γιος μιας χήρας. Ο Εμίρης της Κρήτης τον έκανε προσωπικό του υπηρέτη. Για μια ολόκληρη χρονιά η απελπισμένη μητέρα προσευχόταν στον Άγιο Γεώργιο με την ελπίδα να πάρει τον γιο της πίσω. Την ημέρα του πανηγυριού του Αγίου, δηλαδή την επέτειο της απαγωγής του γιου της από τους Σαρακηνούς, ζήτησε με ιδιαίτερη θέρμη από τον Άγιο Γεώργιο να ελευθερωθεί ο γιος τη.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ




Ο  άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας μέσα σε μια πλούσια αλλά χριστιανική οικογένεια, ήταν δε και ο ίδιος ευσεβής χριστιανός. Σε ηλικία δέκα ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του τον πήρε και πήγαν στην ιδιαίτερη πατρίδα της την Παλαιστίνη, όπου είχε πολλά κτήματα.


Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών ο Γεώργιος εκλήθη στο στρατό και έγινε σημαιοφόρος. Σε λίγον καιρό πέθανε και η μητέρα του. Τότε ο Γεώργιος επώλησε την περιουσία που κληρονόμησε και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς, ελευθέρωσε τους δούλους και πήγε και παρουσιάστηκε μπροστά στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό (285-305 μ.Χ.),


που μαζί με τους συνάρχοντές του συνεδρίαζαν για να οργανώσουν καλύτερα τον διωγμό των Χριστιανών. Έλεγξε με θάρρος τον Διοκλητιανό για τη μανία του κατά των χριστιανών και από τη στιγμή εκείνη άρχισε το μαρτύριό του.


Ένας άρχοντας, ο Μαγνέντιος, που του ανέθεσε ο Διοκλητιανός να απαντήσει στον έλεγχο του Γεωργίου, προσπάθησε να μεταπείσει τον Γεώργιο με υποσχέσεις και απειλές· οι απαντήσεις όμως του Γεωργίου ήταν σαφείς: – Είμαι δούλος του Χριστού μου· γι’ αυτό εμπιστεύτηκα στη δύναμή Του και ήρθα να σας ελέγξω.


Τότε επεμβαίνει ο βασιλεύς και διατάζει τους στρατιώτες του να κεντήσουν με τα όπλα τους τον Γεώργιο και να τον κλείσουν στη φυλακή. Μέσα στη φυλακή έβαλαν τα πόδια του στη φάλαγγα και πάνω στο στήθος του τοποθέτησαν μια βαριά πέτρα.


Την άλλη ημέρα τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού. Ο τροχός γύριζε το σώμα του μάρτυρος και το περνούσε από αιχμηρά πηρούνια και λάμες και το κατέκοπτε.


Ο βασιλεύς με χαιρεκακία παρακολουθούσε το μαρτύριο του αγίου και τον ρωτούσε: – Γεώργιε, που είναι ο Θεός σου να σε σώσει; Τότε σκοτείνιασε ο ουρανός και μέσα σε βροντές και αστραπές ακούστηκε φωνή απ’ τον ουρανό να λέει: – Μη φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου.


Και τότε παρουσιάστηκε ο Γεώργιος μπροστά στο βασιλέα λυμένος και υγιέστατος. Τότε δυό χιλίαρχοι, ο Ανατόλιος και ο Πρωτολέων, πίστεψαν στο Χριστό και ομολόγησαν μπροστά σε όλους ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Θεός των Χριστιανών. Και ο βασιλεύς διέταξε αμέσως να αποκεφαλιστούν. Ύστερα διέταξε ο Διοκλητιανός να ρίξουν το μάρτυρα μέσα σε λάκκο με ασβέστη.


Σε τρεις μέρες, που πήγαν να μαζέψουν τα κόκκαλά του, όπως πίστευαν, τον βρήκαν ζωντανόν και υγιή να προσεύχεται. Ο Διοκλητιανός έλεγε ότι τα θαύματα, που γίνονται στον άγιο, ήταν αποτέλεσμα μαγείας. Ο άγιος του απάντησε ότι είναι μωρός και γι’ αυτό θεωρεί μαγείες τις ευεργεσίες του Θεού. 


Ο βασιλεύς τότε διέταξε να δείρουν το μάρτυρα στο στόμα και σ’ όλο του το σώμα. Ο άγιος μέσα στα αίματα ευχαριστούσε το Θεό και το πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο. Ο Διοκλητιανός όμως που επέμενε ότι όλα αυτά είναι μαγείες εκάλεσε ένα γνωστό μάγο, για να διαλύσει τις μαγείες του Γεωργίου και να τον νικήσει.


Ο Αθανάσιος έφερε εκεί δυο πήλινα αγγεία με ισχυρά δηλητήρια. Το ένα προκαλούσε σ’ αυτόν, που θα το έπινε, τρέλλα, ενώ το άλλο ήταν θανατηφόρο. Ο Γεώργιος μετά από προσευχή ήπιε και από τα δύο και δεν έπαθε τίποτα. 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΦΑΝΟΥΗΛ ΘΑΥΜΑΣΙΩΣ ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΙΣΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ





Περί των θαυματουργών εικόνων του Αγίου Γεωργίου εν τη Ιερά Μονή του Ζωγράφου εν Αγίω Όρει ευρισκομένων



Περί της εκ της Μονής Φανουήλ θαυμασίως μεταφερθείσης


Επί της βασιλείας του Λέοντος Σοφού (886-912) ήσαν τρεις γνήσιοι αδελφοί, Μωϋσής, Ααρών και Βασίλειος και η καταγωγή τους ήταν από την μεγαλούπολι Λιγχίδα η οποία μετωνομάσθηκε αργότερα σε Όχριδα.


Αυτοί λοιπόν απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τον κόσμον, τον πλούτον, την δόξαν και να πάρουν το Αγγελικό Σχήμα. Έφθασαν στο Άγιον Όρος και αφού βρήκαν ήσυχον τόπον κατεσκεύασαν τρεις σκηνές όπου έμειναν γι' αρκετό διάστημα και συνηντώντο μόνο την Κυριακήν. Διεδόθη λοιπόν η φήμη της αρετής τους και γι' αυτό πολλοί προσήρχοντο κοντά τους και δεν έφευγαν.


Βρήκαν και ένα χώρο όπου έκτισαν Μοναστήρι. Αφού έκτισαν και τον Ναόν εσκέπτοντο πώς να τον ονομάσουν. Άλλοι έλεγαν να τον αφιερώσουν στον Άγιο Νικόλαο, άλλοι στον Άγιο Κλήμεντα Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος που ήταν και συμπατριώτης τους και ο καθένας λοιπόν ήθελε να δώση στο ναό το όνομα του Αγίου που έτρεφε μεγαλυτέραν ευλάβειαν. 


Επειδή λοιπόν δεν συμφωνούσαν απεφάσισαν να προσφύγουν δια της προσευχής στο Θεό και να δεηθούν ώστε Αυτός να αποφασίση και διατάξη σε ποιόν από τους Αγίους Του θα αφιερώσουν τον Ναόν και ποια εικόνα θα ζωγραφίσουν στην σανίδα που ετοίμασαν. Προσευχήθηκαν λοιπόν και οι τρεις ο καθένας στο ησυχαστήριό του.


Κατά την διάρκεια που προσηύχοντο διεχύθη από τον νεόκτιστον Ναόν ένα ασυνήθιστον φως λαμπρότερον από τις ακτίνες του ηλίου γύρω από τα κελλιά των μοναχών. Οι μοναχοί κατελήφθησαν από φόβον και απορία και έμειναν προσευχόμενοι ολόκληρη την νύκτα.


Την επομένη το πρωί όταν κατέβηκαν οι μοναχοί στην Εκκλησίαν είδαν με θαυμασμό ότι στη σανίδα που ετοίμασαν να ζωγραφίσουν, εζωγραφήθη η εικόνα του Αγ. Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Απ' αυτήν μάλιστα έβγαινε η λάμψις που εφώτιζε τα ταπεινά ησυχαστήρια. Έτσι λοιπόν αφιερώθη η εκκλησία στον Άγιο Γεώργιον και η Μονή ωνομάσθη του Ζωγράφου.


Η θαυματουργική εικόνα υπήρχε στην Μονή του Φανουήλ που βρίσκεται στη Συρία κοντά στη Λύδδα. Κατά την μαρτυρία του Καθηγουμένου της Μονής Φανουήλ, Ευστρατίου, όταν κάποτε ο Θεός ηθέλησε και δικαίως, να τιμωρήση την Συρία και να την παραδώση στους Σαρακηνούς, η ζωγραφιά της εικόνος ξαφνικά απεχωρίσθη από την σανίδα και αφού ανυψώθη κρύφτηκε σε άγνωστον μέρος.


Οι μοναχοί τότε επειδή εφοβήθηκαν και ελυπήθηκαν από το θαύμα, αφού εγονάτισαν προσηύχοντο στο Θεό θερμά και με δάκρυα και τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψη που εκρύβη το πρόσωπον του Αγ. Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. 


Ο Πανάγαθος Θεός άκουσε την δέησιν των Μοναχών γι΄αυτό και παρουσιάσθηκε στον Καθηγούμενον Ευστράτιον ο Άγ. Γεώργιος, ο οποίος του είπε: «Μη λυπείσθε για μένα. Εγώ βρήκα για τον εαυτόν μου Μονήν της Παναγίας στον Άθω.


Εάν θέλετε σπεύσετε και σεις προς τα εκεί γιατί η οργή του Κυρίου είναι έτοιμη να πέση στην διεφθαρμένη Παλαιστίνη και σχεδόν σ' όλη την οικουμένη εξ αιτίας των αμαρτιών των Χριστιανών».


Αφού συνεκέντρωσε όλους τους Μοναχούς ο Καθηγούμενος τους ανακοίνωσε τα συμβάντα. Έπειτα εκάλεσε και τους εγκρίτους της πόλεως Λύδδης, τους ανήγγειλε τα όσα συνέβησαν περί της αγίας εικόνος και τους παρήγγειλε τα εξής:


«Εμείς φεύγουμε για την αγία Πόλιν της Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουμε τον Άγιον Τάφον του Κυρίου και ας γίνη το θέλημά Του. Εσείς εγκατασταθήτε στη Μονή για να την προφυλάξετε.


Με δάκρυα και με λύπη έπειτα ξεκίνησαν. Αφού έφθασαν στην Ιόππη βρήκαν πλοίον και ανεχώρησαν για το Όρος Άθω. Ύστερα από αρκετές ημέρες έφθασαν και επήγαν στην Μονή Ζωγράφου. Όταν μπήκαν στο Ναό, προς θαυμασμόν και έκπληξίν τους, είδαν την ζωγραφιά του Αγ. Γεωργίου, που είχαν στη Μονή Φανουήλ, νάναι προσκολλημένη χωρίς καμμιά αλλοίωσιν σε μια νέα σανίδα. 

ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΓΕΩΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗΣ ΓΕΩΡΓΙΕ





ΤΗ ΚΓ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ   

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ

ΠΑΤΡΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ



ς γενναῖον ἐν Μάρτυσιν, ἀθλοφόρε Γεώργιε, συνελθόντες σήμερον, εὐφημοῦμέν σε, ὅτι τόν δρόμον τετέλεκας, τήν πίστιν τετήρηκας, καί ἐδέξω ἐκ Θεοῦ, τόν τῆς νίκης σου στέφανον, ὃν ἱκέτευε, ἐκ φθορᾶς καί κινδύνων λυτρωθῆναι, τούς ἐν πίστει ἐκτελοῦντας, τήν ἀεισέβαστον μνήμην σου. 


ωμαλέῳ φρονήματι, πεποιθώς ηὐτομόλησας, ὥσπερ λέων ἔνδοξε, πρός τήν ἄθλησιν, ὑπερορῶν μέν τοῦ σώματος, ὡς φθείρεσθαι μέλλοντος, τῆς ἀφθάρτου δέ ψυχῆς, σοφῶς ἐπιμελούμενος, καί κολάσεων, πολυτρόποις ἰδέαις ἐπυρώθης, ὡς χρυσός κεκαθαρμένος, ἑπταπλασίως Γεώργιε. 


Τῷ Σωτῆρι συνέπαθες, καί θανάτῳ τόν θάνατον, ἑκουσίως ἔνδοξε μιμησάμενος, συμβασιλεύεις λαμπρότατα, πορφύραν ἐξ αἵματος, ἐνδυσάμενος φαιδράν, καί τῷ σκήπτρῳ τῶν ἄθλων σου, ἐγκοσμούμενος, καί στεφάνῳ τῆς νίκης διαπρέπων, ἀπεράντους εἰς αἰῶνας, Μεγαλομάρτυς Γεώργιε


Τῷ τῆς πίστεως θώρακι, καί ἀσπίδι τῆς χάριτος, καὶ Σταυροῦ τῷ δόρατι, συμφραξάμενος, τοῖς ἐναντίοις ἀνάλωτος, ἐγένου Γεώργιε, καί ὡς θεῖος ἀριστεύς, τῶν δαιμόνων τάς φάλαγγας, τροπωσάμενος, σύν Ἀγγέλοις χορεύεις, τούς πιστούς δέ, περιέπων ἁγιάζεις, καί διασῴζεις καλούμενος. 


ς ἀστέρα πολύφωτον, ὥσπερ ἥλιον λάμποντα, ἐν τῷ στερεώματι, σέ γινώσκομεν. Ὡς μαργαρίτην πολύτιμον, ὡς λίθον αὐγάζοντα, ὡς ἡμέρας σε υἱόν, ὡς γενναῖον ἐν Μάρτυσιν, ὡς ὑπέρμαχον, τῶν πιστῶν ἐν κινδύνοις εὐφημοῦμεν, ἐκτελοῦντές σου τήν μνήμην, τροπαιοφόρε Γεώργιε. 


ν θαλάσσῃ με πλέοντα, ἐν ὁδῷ με βαδίζοντα, ἐν νυκτί καθεύδοντα, περιφρούρησον, ἐπαγρυπνοῦντα διάσωσον, παμμάκαρ Γεώργιε, καί ἀξίωσον ποιεῖν, τοῦ Κυρίου τό θέλημα, ὅπως εὕροιμι, ἐν ἡμέρᾳ τῆς δίκης τῶν ἐν βίῳ, πεπραγμένων μοι τήν λύσιν, ὁ προσδραμών ἐν τῇ σκέπῃ σου. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ




Στην Ανατολική επαρχία της Ατταλείας και στην πόλι Αλαγία εβασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ χριστιανομάχος. 

Είχε βασανίσει πολλούς χριστιανούς για ν' αρνηθούν την πίστι τους και έπειτα τους εφόνευε.

Κοντά στην πόλι υ

πήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατέτρωγε. 

Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθή και απέφευγαν να περνούν απ' εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συνεκέντρωσε τον στρατό του και πήγαν για να σκοτώσουν το άγριο θηρίο. 

Όμως τίποτα δεν επέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι.

Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώση τον δράκοντα, πήγαν να τον ερωτήσουν 

γιατί δεν μπόρεσε να βρη τρόπους να εξοντώση το φοβερό θηρίον. 

Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλήν που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε προς το πλήθος:

 «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να φονεύσωμε το θηρίον και δεν το κατορθώσαμε, 

γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών.

 Τώρα λοιπόν κατά την εντολή τους θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνη το παιδί του για να το τρώγη ο δράκοντας.




Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν θα έλθη η σειρά της». Έτσι λοιπόν ο λαός υπήκουσε στη διαταγή του βασιλιά γιατί δεν ημπορούσε να κάνη και διαφορετικά. Έστελναν λοιπόν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους για να καταβροχθίζωνται από το θηρίον.Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του, το πρόσωπόν του, τραβούσε τα γένεια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλλοίμονον σε μένα τον ταλαίπωρον! 


Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατόν μου παιδί; Τον χωρισμόν μας ή τον ξαφνικόν σου θάνατον που πρόκειται να ίδω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμον που σε λίγο θα νοιώσης καθώς θα σε κατασπαράζη το άγριο θηρίο; Αλλοίμονον, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και επερίμενα την ώραν που θα εώρταζα τους χαρούμενους γάμους σου.


Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακρυά σου; Τι τη θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. 


Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε, και ακόμη την βασιλείαν μου, αλλά να μου κάνετε μίαν χάρι. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλοιώς αφήστε με κι εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τέτοιο οικτρό τέλος.


Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθή και στο παιδί του η διαταγή του. Μη μπορώντας να κάνη διαφορετικά ο βασιλιάς την συνώδευσε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την κατεφίλησε κλαίοντας την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στην λίμνη.


Πράματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από  τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στη λίμνη και επερίμενε να έλθη το θηρίον για να την κατασπαράξη. Εκείνον τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανικήν του πίστιν, ήτο κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδος στο στράτευμα του Διοκλητιανού. 


Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από ένα πόλεμον που συνεξεστράτευσε με τον Διοκλητιανόν. Κατ' οικονομίαν Θεού επέρασε και από την λίμνην και όταν είδε το νερό θέλησε να ποτίση τον ίππον του και να ξεκουρασθή και ο ίδιος. 


Όταν είδε την κόρη να κλαίη ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμον την επλησίασε και την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθή τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρεκάλεσε να ιππεύση τον ίππον του και να φύγη όσον πιο σύντομα ημπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάση την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος».


Ο Άγιος επέμενε να μάθη τι της συνέβη. Και αυτή του είπε: «Είναι μακρά η αφήγησις, κύριέ μου, και δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνον σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγης τώρα αμέσως για να μην θανατωθής μαζί μου άδικα». 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΚΤΟΝΟΥ




Το Τραγούδι τ' Άι - Γιώργη


Από το Καταλαγάρι και τα Πεζά Πεδιάδος την δεκαετία του 1940.



Άϊ μου Γιώργη, αφέντη μου και ψαροκαβαλλάρη,
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη·
παρακαλώ βοήθα με, άγιε στρατιώτη,
να λυτρωθώ απ’ το θεριό και Δράκοντα μεγάλο,
’π’ ά δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωΐ και άλλο,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβή στη Χώρα,
σα δε ντού ’πηαίναν άθρωπο πάντα την ίδιαν ώρα!
Τα μπουλλεθιά ερρίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέση,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
Τα μπουλλεθιά επέσανε κι εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
- «Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε».
Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
- «Γή δώσ’ μας το παιδάκι σου, γή παίρνομε κι εσένα».
- «Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήση».
Πιάνουν και τη στολίζουνε ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα κι όλο μαργαριτάρι·
και παίρνου ντην οι βάγιες τση να πά’ να σεργιανίση
και πάνε και τη δένουνε στού Δράκοντα τη βρύση·
στα μάρμαρα τού πηγαϊδιού ρίξα ν-την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!
Κι ο Άι-Γιώργης τό ’μαθε και τρέχει να τη σώση
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λετευρώση·
καβαλλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο τού πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.
- «Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω·
σίμωσε, κορασίδα μου, κοντά να με ψειρίσης
κι όντεν ακούσης το θεριό να μ’ αλαφροξυπνήσης».
Στα γόνατά τζη ακούμπησε, για νά τονε ψειρίση
κ’ ετρέχανε τα μάθια τζη σα θολωμένη βρύση·
σε λίγην ώραν ήκουσε μιαν ταραχή μεγάλη
κι ήτον ο Δράκος κι ήβγαινε μέσ’ από το πηγάϊ.
- «Ξύπνησ’ αφέντη, ξύπνησε και μη βαροκοιμάσαι
να το σκοτώσης το θεριό, που λες πως δε φοβάσαι·
σήκω, σήκω αφέντη μου και το νερό αφρίζει
κι ο Δράκοντας τ’ αντόδια ντου για μένα τ’ ακονίζει!»
Ο Άϊ-Γιώργης ’ξύπνησε σα μ-παραλοϊσμένος
και τ’ άρματά ντου ήρπαξε, ως ήτο μαθημένος·
γυρίζει στ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό ντου
και το κοντάρι ’σήκωσε και μπήγει στο λαιμό ντου·
μια κονταριά τού έδωκε, την τρώει μές το στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στσή γής το χώμα.
Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τσή κορασίδας τό ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
- «Νά, βασιλιά, το τέκνο σου· ορίστε το παιδί σου
κι απού τα φύλλα τσή καρδιάς δώσε του την ευκή σου».
- «Να ζήσης, καβαλλάρη μου· πώς λένε τ’ όνομά σου,
ένα μεγάλο χάρισμα να κάμω τσ’ αφεδιάς σου;»
- «Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία·
σα θες να κάμης τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία·
στη δεξιά Ντου τη μ-πλευρά βάλ’ ένα γ-καβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι». 

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι·


Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος


ΑΓΙΩΡ’ ΑΓΙΩΡ’ ΑΦΕΝΤΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ





Αγιώρ’ Αγιώρ’ αφέντη μου κι αφέντη καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
 

Άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη,
παρακαλώ σε βόηθα μας Άγιε Στρατιώτη.

Από το άγριο θεριό τον δράκοντα μεγάλο,
που δεν αφήνει άνθρωπο κάθε πρωί και άλλο.
 

Ερίξανε τα μπουλετιά σε μια βασιλοπούλα,
όπου την είχε η μάνα της μία και ακριβούλα.



 -Σήκω Αγιώρ’ αφέντη μου και το νερό αφρίζει,
και δράκος τα δοντάκια του για ‘μένα τ’ ακονίζει.
 

Σηκώθηκεν κι Αγιώργιος σαν παραλογισμένος,
μια κονταριά το χτύπησεν σαν που ήταν μαθημένος.

Μια κονταριά το χτύπησεν το πήρε μέσ’ το στόμα,
και παρευτύς το ξάπλωσε χάμω στη γης στο χώμα.


-Γεώργιο με λέγουνε κι απ’ την Καππαδοκία,
κι αν θες να κάνεις χάρισμα χτίσε μιαν εκκλησία.

Βάλε δεξιά την Παναγιά ζερβά έναν καβαλάρη,

αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.





Δημοτικό τραγούδι επιτραπέζιο, το οποίο τραγουδιόταν την ημέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου, με προέλευση από την Σινασό της Καππαδοκίας.


Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος


Σάββατο 2 Μαΐου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ





Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ὑπομένει ὅλα τὰ λυπηρὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς μὲ καρτερία κι ἐλπίδα στό Θεό. Γι αὐτὸν ἡ κάθε μέρα θὰ εἶναι μῆνας στόν οὐρανό, ἐνῶ στόν ἄπιστο θὰ μοιάζει μὲ χρόνο ὁλόκληρο. Γιατὶ ὁ ἄπιστος χαίρεται μόνο ὅταν δέν ὑποφέρει· κι ὅταν ὑποφέρει, τὸ κάνει χωρὶς ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στό Θεὸ καὶ δυσανασχετεῖ… Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ν’ ἀναζητήσει τίς αἰτίες πού τὸν βασανίζουν μέσα του, ἐνῶ ὁ ἀνόητος κατηγορεῖ πάντα τοὺς ἄλλους. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος θυμᾶται ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε ἀπὸ παιδί. Τὶς θυμᾶται μὲ φόβο Θεοῦ καὶ περιμένει νά πληρώσει γι’ αὐτές...


Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐπωφελεῖται ἀπ’ ὅλα τὰ βάσανα του, γνωρίζοντας πώς ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του γιά τὸν ἄνθρωπο, γιά τή δική του ὠφέλεια. Μὲ τὸ ἔλεός του ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νά ἐπισκεφτοῦν τὸν ἄνθρωπο βάσανα γιά τὶς ἁμαρτίες του. Μὲ τὸ ἔλεός Του τὸ κάνει αὐτό, ὄχι μὲ τή δικαιοσύνη Του. Ἂν ἐνεργοῦσε μὲ τή δικαιοσύνη Του, τότε κάθε ἁμαρτία ἀναπόφευκτα θὰ ‘φερνε θάνατο, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκυεῖ θάνατον» (Ἰάκ. Α΄ 15). Κι ὁ Θεὸς ἀντὶ γιά θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ ἀπὸ τὰ βάσανα. Τὰ βάσανα εἶναι ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιά νά θεραπεύσει τή λέπρα τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.


Μόνο ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος σκέφτεται πώς τὰ βάσανα εἶναι κακό. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος γνωρίζει πώς τὰ βάσανα δέν εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ ἡ φανέρωση τοῦ κακοῦ, ἡ θεραπεία του. Πραγματικὸ κακὸ γιά τὸν ἄνθρωπο εἶναι μόνο ἡ ἁμαρτία. Ἐκτὸς ἁμαρτίας δέν ὑπάρχει τίποτα κακό. Ὅλα τ’ ἄλλα πού οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦν κακὰ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ τὸ πικρὸ φάρμακο πού θεραπεύει τὸ κακό. Ὄσο πιὸ ἄρρωστος πνευματικὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πικρότερο εἶναι τὸ φάρμακο πού τοῦ δίνει ὁ γιατρός.


Μερικὲς φορὲς ὁ ἄρρωστος νομίζει πώς τὸ φάρμακο εἶναι χειρότερο καὶ πιὸ πικρὸ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρρώστια. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλό. Τὰ βάσανα εἶναι βαρυτέρα καὶ πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πού ἔκανε. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀπάτη, μία πολὺ μεγάλη αὐταπάτη. Δέν ὑπάρχει στόν κόσμο βάσανο τόσο σκληρὸ καὶ τόσο ὀλέθριο ὅσο ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τὰ βάσανα πού ὑποφέρουν ἄνθρωποι καὶ λαοὶ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ ἡ πλούσια θεραπεία πού παρέχει σὲ ἀνθρώπους καὶ ἔθνη τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά τοὺς σώσει ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο. Κάθε ἁμαρτία, ἑπομένως, ὅσο μικρὴ κι ἂν εἶναι, ἀναπόφευκτα τὴν ἀκολουθεῖ θάνατος, ἂν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέψει τὴν ἐπίσκεψη τῆς ἀρρώστιας, γιά νά συνεφέρει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τή μέθη τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ θεραπεία πού ἀκολουθεῖ τὸν πειρασμό, προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου καὶ Ζωοποιοῦ Πνεύματος.


Ισως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὰ βάσανα ἐπειδὴ φοβᾶται τὸ θάνατο. Μποροῦν τὰ βάσανα ν’ ἀπομακρύνουν τὸ θάνατο;» Τὶ εἶναι αὐτὸ πού ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στό θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἢ τὸ φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τὸ φάρμακο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπὸν δέν εἶναι τὰ βάσανα πού ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στό θάνατο ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ φέρνει τὴν ἀρρώστια στόν ἄνθρωπο καὶ τὸ θάνατο στήν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φριχτὸς σπόρος, ποὺ ἂν δέν ξερριζωθεῖ ἔγκαιρα μὲ τὰ βάσανα καὶ δέν καεῖ μὲ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ καλύψει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.


Εἶναι σαφὲς λοιπόν πώς τὸν πόνο πρέπει νά τὸν ἀντιμετωπίσεις μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στόν Θεό, μὲ εὐχαριστία, μὲ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς», λέει ὁ προφήτης Δαβὶδ στό Θεό, «καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἥν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο΄ 20-23). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τοὺς πιστούς: «ἀλλὰ καθ’ ὃ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 13 ). Αὐτὸ σημαίνει πώς πρέπει νά χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Κι αὐτὸ γιά τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά καινὴ ζωή, γιά νά κατοικήσει μέσα καὶ γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πέθαινε στήν ἐξορία, βασανισμένος καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τελευταῖα λόγια πού ψέλλισε, ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ



Η Προβατική Κολυμβήθρα ή Βηθεσδά, πήρε τ’ όνομά της από τη γειτονική Προβατική Πύλη (βλ. Νεεμ. α’ 1, 32), απ’ όπου περνούσαν τα πρόβατα που προορίζονταν για θυσία, για να τα πλύνουν πρώτα στην κολυμβήθρα. Η κολυμβήθρα αυτή υπάρχει ακόμα στην Ιερουσαλήμ, αν και ερειπωμένη και δε χρησιμοποιείται πια. Την εποχή τού ευαγγελιστή όμως η κολυμβήθρα ήταν σε χρήση, γι’ αυτό και χρησιμοποιεί ενεστώτα χρόνο: έστι δε εν τοις Ιεροσολύμοις επί τη προβατική κολυμβήθρα.


Γύρω από την κολυμβήθρα υπήρχαν πέντε στεγασμένοι χώροι, για να φιλοξενούν τους πολλούς αρρώστους ανθρώπους που κατέφευγαν εκεί για να θεραπευτούν. «Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν. άγγελος γαρ κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα, και εταράσσετο το ύδωρ·


ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν τού ύδατος υγιής εγίνετο ω δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ιωάν. ε’ 3-4). Σ’ αυτόν τον περίεργο τόπο μαζεύονταν απ’ όλα τα μέρη άνθρωποι που υπόφεραν από διάφορες αρρώστιες, για να βρουν τη θεραπεία που μάταια είχαν αναζητήσει από ανθρώπους σε άλλους τόπους. 


Το νερό αυτό δεν είχε από μόνο του θεραπευτικές ιδιότητες. Ήταν απλό φυσικό νερό με μίγματα μεταλλικά. Η θεραπευτική ιδιότητά του ήταν θεϊκή, προερχόταν από ουράνιες δυνάμεις. Κι αυτό είναι σαφές από το γεγονός ότι τις θεραπευτικές αυτές ιδιότητες τις αποκτούσε από καιρό σε καιρό, μόνο όταν με τη θεία πρόνοια άγγελος του Θεού κατέβαινε και τάραζε το νερό.


Τί περίεργη, τί δραματική σκηνή! Φανταστείτε τους χώρους στις πέντε στοές να κατακλύζονται από τους πιο απελπισμένους και πονεμένους ανθρώπους που έρχονταν από παντού! Φανταστείτε πέντε χώρους γεμάτους πόνο, θλίψη, δάκρυα και διαγκωνισμούς.


Γύρω τους υπήρχε μια πόλη γεμάτη κόσμο που αναζητούσε την άνεση, κυνηγούσε τον πλούτο κι αγωνιζόταν ν’ αποκτήσει δόξα, τιμές κι εξουσία, υπήρχαν άνθρωποι που τόσο με το σώμα όσο και με την ψυχή τους ήταν σα νά ’παιζαν κωμωδία. Εδώ όμως υπήρχε η αγωνία τού θανάτου που ήταν κοντά κι ο μοναδικός τόπος όπου ήταν όλα τα μάτια γυρισμένα: το νερό. Κι ο μοναδικός που περίμεναν: ο άγγελος. Μία και μοναδική η επιθυμία τους: να θεραπευτούν.


Τί αξία έχει η υγεία για σάς; θα τους ρωτούσε κανείς. Μήπως για χάρη τής παγκόσμιας αυτής κωμωδίας, ψυχικής και σωματικής, που παίζεται γύρω σας; Δεν είναι αρκετή αυτή που παίζεται παντού, χωρίς τη δική σας συμμετοχή; Ή μήπως για να υπηρετήσετε το Θεό; Μα δεν υπηρετούν το Θεό εκείνοι που υπομένουν τα πάντα για χάρη Του με υπομονή κι ελπίδα;


Ή μήπως αναζητείτε την υγεία μόνο για την υγεία και τη ζωή μόνο για τη ζωή; Μα ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Όταν ο Θεός σάς έστειλε στον κόσμο αυτόν, τό ’κα­νε για κάποιο σκοπό. Όταν σας έδωσε την υγεία, είχε κάποιο σκοπό. Λέει ο Ιώβ: «Ουχί πειρατήριόν εστιν ο βίος ανθρώπου επί της γης και ώσπερ μισθίου αυθημερινού η ζωή αυτού;» (Ιώβ ζ’ 1). 


Ο άνθρωπος που υπηρετεί στο στρατό πρέπει να εκπαιδεύεται για να μάχεται και να νικά. Αν είναι μισθοφόρος, περιμένει την αμοιβή του όταν τελειώσει η υπηρεσία του. Ζωή όμως για χάρη τής ζωής, επίγεια ζωή για χάρη τής επίγειας ζωής και υγεία για χάρη τής υγείας, σημαίνουν ζωή άσκοπη και υγεία άσκοπη. Στην ουσία μιλάμε για ζωή και υγεία για χάρη τής κωμωδίας τής αμαρτίας. Κι αυτό είναι σαν δίκοπο μαχαίρι που μπήγεται στο στομάχι.


Πέντε στοές γεμάτες με ανάπηρους· τί περίεργος χώρος για την άσκηση της υπομονής και της ελπίδας στο Θεό! Τί περίεργη, τί ζωντανή εικόνα! Τί παράδοξη και ψηλαφητή απεικόνιση της κατάστασης όπου δαπανούν τη ζωή και την υγεία τους όλοι οι κάτοικοι τής πόλης! Και για ποιό σκοπό; Για ν’ αγοράσουν αμαρτία, να μαζέψουν αμαρτία.


Οι πέντε στοές στην Προβατική Κολυμβήθρα έχουν καταρρεύσει εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Μη νομίζετε όμως πως η ιστορία τής ανθρώπινης θλίψης και της φτώχειας που κείτεται θαμμένη στα ερείπιά της έχει τελειώσει. Μη νομίζετε πως αυτή είναι μια μεμονωμένη ιστορία, πως βρίσκεται μακριά από σας και πως δεν έχει τίποτα κοινό με τη δική σας ζωή. 

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.