ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΗ

 



Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περίπου το 280 μ.χ ή 284 μ.Χ. και πέθανε μαρτυρικά επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. άλλοι λένε και το 306 μ.χ. Ο Άγιος Δημήτριος κατάγετω από αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Διάλεξε το έπάγγελμα του στρατιωτικού στον Ρωμαϊκού στρατού και σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ενώ ήταν χιλίαρχος κάτω από τις διαταγές του Γαλερίου Μαξιμιανού,αυτός που έγινε αυτοκράτορας αργότερα και όσο ήταν όταν αυτοκράτορας ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ. Αγνοώντας το διάταγμα περί διώξεως των Χριστιανών απο τον Διοκλητιανό ο Άγιος Δημήτριος συνελήφθει και φυλακίστηκε. Στη φυλακή μαζί του ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας ο οποίος θαμονωμαχούσε με τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία ζήτησε βοήθεια και συμβουλή από τον Δημήτριο. Ο Άγιος Δημήτριος του είπε, θα τον νικήσεις και να μην φοβάσαι και ο Νέστορας νίκησε το Λυαίο. Αυτό προκαλέσε την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, και ο Νέστορας και ο Δημήτριος. Οι συγγραφείς που έγραψαν για αυτόν μετά, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου έμεινε στον τόπο του μαρτυρίου, ο τάφος δε μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και ονομάστηκε του Μυροβλήτου. Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη αγιογραφία μας ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται καβαλάρης με κόκκινο άλογο να πατά τον άπιστο Λυαίο ενώ ο Άγιος Γεώργιος είναι καβαλάρης σε άσπρο άλογο να σκοτώνει το δράκο. Ο Άγιος Δημήτριος είναι πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.



Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΔΥΝΑΜΙΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ


ΕΞΑΠΟΣΤΕΙΛΑΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: «ΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΕ,...»


Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΚΑΤΗΧΗΤΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥ


ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ - Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ


ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ - Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ




Ο άγιος Δημήτριος έζησε στην Θεσσαλονίκη επί Γαλερίου Μαξιμιανού (περί το 306). Ήταν γόνος μιας των επιφανεστέρων οικογενειών της Μακεδονίας και όλοι τον θαύμαζαν όχι μόνο για την ευγενική του καταγωγή και για την χάρη του προσώπου του, αλλά επίσης και για την αρετή, την σοφία και την καλοσύνη, που υπερέβαιναν κατά πολύ εκείνες των μεγαλυτέρων του.


Επειδή ήταν έμπειρος στην στρατιωτική τέχνη, παρά το νεαρό της ηλικίας του, διορίσθηκε από τον Γαλέριο -που ήταν τότε καίσαρας του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας- στρατηγός των ρωμαϊκών στρατευμάτων της Θεσσαλίας και ανθύπατος της επαρχίας της Ελλάδος. Οι τιμές όμως αυτές δεν στάθηκαν ικανές να τον αποσπάσουν από την μοναδική θεία αλήθεια. Η πίστη του στον Χριστό είχε καταλάβει την καρδιά του και, μη έχοντας σε καμιά υπόληψη τα εγκόσμια μεγαλεία, περνούσε τον περισσότερο καιρό του διδάσκοντας και ερμηνεύοντας δημόσια τον λόγο του Θεού.


Γενικώς η διαγωγή του -πλήρης δικαιοσύνης, ειρήνης και φιλαδελφίας- μαρτυρούσε την έμπρακτη εφαρμογή των λόγων του, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός ειδωλολατρών να ασπασθούν την πίστη του Χριστού, παρά τον διωγμό που είχε εξαπολύσει τότε ο αυτοκράτορας κατά των χριστιανών.


Όταν ο Γαλέριος κατήγαγε λαμπρή νίκη στον πόλεμο κατά των Σκυθών, στον δρόμο της επιστροφής του σταμάτησε στην Θεσσαλονίκη για να οργανώσει εκεί την θριαμβευτική του πομπή και να προσφέρει ευχαριστήριες θυσίες στα είδωλα. Κάποιοι ειδωλολάτρες της πόλεως, που φθονούσαν την καλή φήμη του Δημητρίου, εκμεταλλεύθηκαν την παρουσία του αυτοκράτορα για να καταγγείλουν τον Δημήτριο ως χριστιανό. Η κατάπληξη του τυράννου μόλις το έμαθε, μεταβλήθηκε σε απερίγραπτο θυμό, όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δημήτριος δεν αρκούνταν στο να συμμερίζεται απλώς την πίστη των μαθητών του Χριστού, αλλά την διέδιδε με επιτυχία και στους άλλους, εκμεταλλευόμενος την επίσημη θέση του. 


Διέταξε τότε να τον φέρουν μπροστά του και ο άγιος χωρίς δισταγμό ομολόγησε την πίστη του. Ο τύραννος έδωσε αμέσως εντολή να τον κλείσουν σε ένα κελί γεμάτο ακαθαρσίες, στα υπόγεια ενός λουτρού κοντά στο ανάκτορο. Όταν ο Δημήτριος μπήκε στο κελί, ένας σκορπιός πλησίασε το πόδι του έτοιμος να τον τσιμπήσει με το θανατηφόρο του κεντρί. Κάνοντας όμως ο άγιος το σημείο του σταυρού, ο σκορπιός εξαφανίσθηκε. Μόνος ο Δημήτριος μέσα στην σκοτεινή και υγρή φυλακή και ανενόχλητος από τις ασφυκτικές αναθυμιάσεις, ήταν γεμάτος αγαλλίαση με την σκέψη ότι σύντομα θα γινόταν κοινωνός του σωτηριώδους πάθους του Κυρίου. Θλιβόταν μόνο ότι θα έπρεπε να περιμένει το τέλος των αυτοκρατορικών εορτασμών, για να υποβληθεί στο μαρτύριο.


Σύντομα, όπως απαιτούσε το έθιμο, ο Γαλέριος διοργάνωσε στο αμφιθέατρο της Θεσσαλονίκης αθλοπαιδιές και αγώνες μονομάχων. Είχε φέρει μάλιστα μαζί του και τον Λυαίο, έναν γίγαντα της φυλής των Βανδάλων, προικισμένο με ηράκλεια δύναμη. Ήταν τόσο ρωμαλέος και επιδέξιος μονομάχος, ώστε κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί μπροστά του. Βλέποντας ο Νέστωρ, ένας νεαρός χριστιανός, την κενή και μάταιη δόξα που προσποριζόταν ο αυτοκράτορας από τις νίκες του πρωταθλητού μονομάχου, αποφάσισε να του δείξει ότι ο Χριστός είναι ο μόνος παντοδύναμος. Έτρεξε λοιπόν στο λουτρό όπου ήταν φυλακισμένος ο Δημήτριος και του ζήτησε να τον ενισχύσει με την προσευχή του, ώστε να καταβάλει τον γίγαντα. Ο άγιος έκανε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο και στην καρδιά του νεαρού αγωνιστή μόλις τον είδε, και τον έστειλε στο στάδιο σαν άλλο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ (βλ. Α΄ Βασ. 17) λέγοντάς του τα εξής προφητικά λόγια: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και για τον Χριστό θα μαρτυρήσεις».


Δυναμωμένος ο Νέστωρ έφθασε στο αμφιθέατρο την στιγμή που οι κήρυκες διαλαλούσαν εάν κάποιος ήθελε να αντιμετωπίσει τον Λυαίο. Προχώρησε τότε άφοβα ο αθλητής του Χριστού και στάθηκε μπροστά στην αυτοκρατορική κερκίδα· έβγαλε τον χιτώνα του, τον έριξε κάτω και φώναξε: «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι!». Ήδη στην πρώτη συμπλοκή, την στιγμή που ο γίγαντας ορμούσε επάνω του, ο λεπτοκαμωμένος νέος όχι μόνο του ξέφυγε με έναν ελιγμό, αλλά και τον τραυμάτισε θανάσιμα στην καρδιά με το εγχειρίδιό του.


Όλοι έμειναν άναυδοι βλέποντας το θαύμα, και απορούσαν πώς ήταν δυνατόν ο ακαταμάχητος βάρβαρος να πέσει τόσο εύκολα νεκρός από το κτύπημα ενός παιδιού. Πράγματι, ο νεαρός χριστιανός δεν εμπιστεύθηκε ούτε στην σωματική του δύναμη ούτε στα όπλα του, αλλά εναπέθεσε όλη του την ελπίδα στον Κύριο, τον «εν πολέμοις κραταιόν», ο οποίος παραδίδει στα χέρια των πιστών Του τους εχθρούς τους.

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΔΥΝΑΜΙΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 



«Ενδυναμού εν τη Χάριτι τη εν Χριστώ Ιησού» (Β' Τιμ. 6', 1)


Στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας της εορτής του αγίου Δημητρίου ο Απόστολος Παύλος συνιστά στο μαθητή του Τιμόθεο να αποκτήσει και να χρησιμοποιήσει την θαυμά­σια υπερφυσική δύναμι, την οποία χαρίζει η «Χάρις η εν Χριστώ Ιησού». Για την ιδία δύναμι μιλούσε ο ίδιος Απόστολος τόσον όταν σε άλλη περίσταση έλεγε «Πάντα ισχύω εν τω ένδυναμούντί με Χριστώ» (Φιλιπ. δ', 13), όσον και όταν διατύπωνε την προτροπή: «Ενδυναμούσθε εν Κυρίω και εν τω κρατεί της ισχύος Αυτού» (Εφεσ. στ', 10).
Με αυτήν τη δύναμι ήταν ακριβώς εξοπλισμένος ο άγιος μεγαλομάρτυς Δημήτριος ο μυροβλήτης, ο οποίος είναι το καύχημα των Ελλήνων και ιδίως της Απο­στολικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, η οποία, κατά την έκφραση του ωραίου ύμνου, «αγάλλεται Δημήτριον κατέχουσα εν κόλποις ως θησαυρόν». Για μερικές πτυ­χές της δυνάμεως αυτής γίνεται λόγος κατωτέρω:
1. Ο άγιος Δημήτριος δεν διακρινόταν μόνο για τα σφριγηλά νιάτα του και για το ότι «Πατρίδος έτυχε της μεγάλης πόλεως Θεσσαλονίκης». Επί πλέον προερχόταν από πλουσίαν και αριστοκρατική οικο­γένεια και διακρινόταν για την λαμπρή εγκύκλια μόρφωσή του και για τις άριστες θεωρητικές και πρα­κτικές επιδόσεις του στην στρατιωτική τέχνη, ένεκα των οποίων ο αυτοκράτωρ Μαξιμιανός τον αναβίβασε στο αξίωμα του ανθυπάτου, δηλαδή του στρατιω­τικού διοικητού. Η ζωή λοιπόν των επιγείων ανέσε­ων, διασκεδάσεων και τέρψεων μειδιούσε στον νεαρό Δημήτριο. Εάν μάλιστα λάβομε υπ' όψιν την ηθική έκλυση και διαφθορά, ή οποία επικρατούσε τότε στις τάξεις των αξιωματούχων του ρωμαϊκού στρατού, κατανοούμε την πνευματική δύναμι, την οποία χρει­αζόταν ο νεαρός στρατιωτικός διοικητής για ν' απο­φύγει ν' ακολουθήσει τον ελκυστικό, αλλά ολισθηρό και επικίνδυνο δρόμο της «ήσσονος προσπάθειας» των Χριστιανών, που διώκονταν από τους ειδωλολάτρες, και ο καθημερινός εμβαπτισμός του στα δροσερά και ζωογόνα νάματα της προσευχής και της μελέτης του Λόγου του Θεού μετέδιδαν στην ψυχή του θαυμάσια δύναμη, με την οποία αυτός ήταν υπόδειγμα σω­φροσύνης και αρετής. Ο γενναίος Δημήτριος βροντοφωνούσε το «'Οχι» σε κάθε τι, που επι­βουλευόταν την εσωτερική του ελευθερία κι επανελάμβανε με τον Απ. Παύλο: «Πάντα μοι έξεστιν, άλλ' ουκ εγώ εξουσιααθήσομαι υπό τίνος» (Α' Κορ. στ' 12).
2. Αλλά η «εν Χριστώ» δύναμις είναι έκδηλη και στην ακτινοβολία της προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου. Εάν οι πνευματικώς ανερμάτιστοι και ανέστιοι αξιωματικοί του ρωμαϊκού στρατού της εποχής εκείνης ήσαν ουραγοί της εκτροχιασμένης ειδωλολατρικής κοινωνίας, ο Δημήτριος αντιθέτως ήταν ο σημαιοφόρος χριστιανός αγωνιστής, ό ρηξικέ­λευθος πνευματικός ηγέτης, ό όποιος στην επαφή με τους άλλους, όπως επισημαίνει με πατερική διατύπωση ο βυζαντινός εγκωμιαστής ήταν «οίος ο λόγος, τοιούτος ο οίος, και οίος ο βίος, τοιούτος ο λόγος».
Ο άγιος Δημήτριος έθεσε στην υπηρεσία των συνανθρώπων του τα τάλαντα, τα χαρίσματα και το αξίωμα του. Ο λαμπρός αυτός άρχων, που περιστοι­χιζόταν από θεράποντες, υπηρέτες και κατώτερους στρατιώτες έβρισκε τη δύναμη, χαρά και ευτυχία όχι στο να απολαμβάνει εγωιστικά ό,τι του χάρισε ό Θεός, αλλά στο να διακονεί τους άλλους. Κατά τον ίδιο βυζαντινό εγκωμιαστή του, «τον μεν πλούτον είχε τοις δεομένοις κοινόν, δόξαν δε τοις αδόξοις, και τη ιοχύϊ των ασθενέστερων έρεισμα γέγονε, τους δε υπ' αυτόν απαντάς ως γνησίους ηγείτο παίδας». Έτσι εξηγείται γιατί πολλοί ελκύονταν από την χριστιανική πίστη του αγίου Δημητρίου και έδειχναν αφοσίωση εις αυτόν και στον Χριστόν. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν και ο νεαρός Νέστωρ, ο οποίος, αφού ισχυροποιήθηκε στην πίστη του από τον Δημήτριο, «Λυαίον καθεΐλε την έπαρσιν».
3. Ή δύναμις, την οποία χορηγεί η «εν Χριστώ Ιησού» Χάρις, έλαμψε και οτο ηρωικό τέλος του Μεγαλομάρτυρος. Βεβαίως  Δημήτριος, όπως και οποιοσδήποτε άλλος από τους μάρτυρες του Χρι­στιανισμού, δεν ήταν όν υπεράνθρωπο και υπερφυσι­κό, που ζούσε έξω από τα επίγεια πλαίσια της φυσικής πραγματικότητας. 'Ηταν άνθρωπος με σάρκα και οστά, όπως είναι κι ό καθένας από εμάς. Είχε ποικίλους επίγειους δεσμούς, νεότητα, πλούτον, κοσμικό αξίωμα, δόξες, τιμές και οραματισμούς για ένα ακόμη λαμπρότερο μέλλον.
Το ότι ο άγιος Δημήτριος αρνήθηκε όλα αυτά· το ότι δεν υπήκουσε στον Μαξιμιανό, ο οποίος με ελκυστικές υπο­σχέσεις τον προέτρεπε να αρνηθεί τον Χριστό· το ότι προτίμησε το μαρτύριο μιας σκοτεινής φυλακής και τον επώδυνο μαρτυρικό θάνατο - όλα αυτά με κανέ­να τρόπο δεν ήταν αποτέλεσμα περιφρο­νήσεως των αξιών και αγαθών της ζωής ή συνέπεια στωικής και φακιρικής τρόπον τινά απάθειας απέναν­τι στους φυσικούς νόμους και στις οδύνες.
Η ηρωική καρτερία του ήταν αποτέλεσμα της θερμής πίστεως, η οποία χαρίζει στον άνθρωπο τη δύναμη να θέτει πάνω από κάθε άλλο αγαθό την αγάπη και την αφοσίωση στον Χριστό. Αποτέλεσμα της ψυχολογικής αυτής καταστάσεως και ατμοσφαίρας ήταν ακριβώς η λογική περίσκεψις, η ψυχική αγαλλίασις και γενι­κώς όλες οι αποδείξεις «του πνεύματος και της δυνά­μεως» (Α' Κορ. 6' 4), οι οποίες συνόδευαν το ηρωικό μαρτυρικό τέλος του αγίου Δημητρίου. Με απερίγρα­πτο ψυχικό μεγαλείο δέχθηκε τις φοβερές πληγές, τις οποίες έκαμαν σ' όλο το σώμα του οι λόγχες των στρατιωτών του Μαξιμιανού, και προσέφερε το αίμα του ως αγία σπονδή στον αρχηγό των μαρτύρων, στον Κύριο Ιησού Χριστό, για να συνεχίζει και από τον ουρανό να είναι όργανο εκδηλώσεως της Χάρι­τος «εν Χριστώ Ιησού», ελευθερώνοντας αιχμαλώ­τους, θεραπεύοντας κάθε είδους αρρώστιες και πολ­λές φορές σώζοντας μέχρι σήμερα τη Θεσσαλονίκη από χέρια βαρβαρικά.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΚΑΤΗΧΗΤΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥ




Η αναγκαιότητα του κηρύγματος για τη ζωή της εκκλησίας θεμελιώνεται στο παράδειγμα του Κυρίου και των Αποστόλων. Η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές Του μετά την Ανάσταση «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μκ. 16,15) είναι σαφής.


του Δημητρίου Χοϊλού, Δρ. Θεολογίας, Εκπαιδευτικού Μ.Ε.


Ο άγιος μεγαλομάρτυς Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ.. Αποτέλεσε για την εποχή του την έμπρακτη εφαρμογή της Κυριακής εντολής «Πορευθέντες κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μκ. 16,15). Κατανοώντας ο ίδιος την αξία της κατήχησης και διάδοσης του μηνύματος του ευαγγελίου για την κοινωνία στην οποία ζούσε ανέλαβε έντονη ιεραποστολική δράση. Με το λόγο του προσέφερε οσμή γνώσεως σε όλους όσοι επιθυμούσαν την κατήχηση τους.
Σε μια εποχή πλούσια σε ψεύτικους Θεούς και αρκετά δύσκολη για το χριστιανισμό, ο «σοφώτατος εν διδαχαίς» (Δοξαστικό Αίνων) άγιος Δημήτριος κήρυττε και μαρτυρούσε την πραγματική πίστη στο πρόσωπο του Χριστού ως τον μόνο αληθινό Θεό βυθίζοντας «των ειδώλων την πλάνην, εις χάος»(κάθισμα εορτής). Τολμούσε να κηρύξει μια απαγορευμένη για την εποχή εκείνη πίστη αδιαφορώντας για το αν θα τον καταγγείλουν στις αρχές η για το αν τελικά συλληφθεί. Ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αποστόλου Παύλου «κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον, εν πάση μακροθυμία και διδαχή» (Β΄ Τιμ. 4,2) κήρυττε, “απτοήτω γλώσση”, το μυστήριο της παρουσίας του Χριστού μέσα στον κόσμο, βοηθώντας με αυτό τον τρόπο πολλούς ανθρώπους να επιστρέψουν από την λατρεία των ειδώλων στην αληθινή πίστη του Χριστού.
Στην «Χαλκευτική» στοά της αρχαίας αγοράς της Θεσσαλονίκης, κοντά στον σημερινό ναό της Παναγίας των Χαλκέων, συγκέντρωνε τους νέους της εποχής του και τους δίδασκε όλα όσα χρειάζονταν για την πίστη τους στο Θεό ώστε και εκείνοι αργότερα να δώσουν την δική τους μαρτυρία μέσα στον κόσμο. Γι αυτό και η στοά ονομάζονταν «Καταφυγή», απόδειξη της πνευματικής της σπουδαιότητας ως λιμάνι ευσεβείας.
Το προσωπικό παράδειγμα ζωής αποτελούσε τον τρόπο διδασκαλίας του αγίου. Δίδασκε την οδό της ευσεβείας και με τον τρόπο αυτό με σταθερότητα, σοβαρότητα και συναίσθηση της ευθύνης οδηγούσε τους νέους στον ναό και στην σταδιακή επαφή τους με τη λατρεία.
Ο άγιος Δημήτριος κάτω από τις πιο δυσμενείς και αντίξοες εξωτερικές συνθήκες κατάφερε λόγω και έργω να παρουσιάσει πνευματικό δυναμισμό και τέτοιο ακτινοβόλο μεγαλείο ώστε να θεωρείται σήμερα πρότυπο για οποιοδήποτε επιθυμεί να ασκήσει κατηχητικό-ιεραποστολικό έργο. Η έντονη ιεραποστολική δράση του αγίου Δημητρίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης αποτελούσε ιερό καθήκον του σύμφωνα με την σαφή εντολή του Κυρίου προ της Αναλήψεώς Του: «έσεσθέ μου μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πρξ. 1,8).
Εκεί στην «Χαλκευτική» στοά ήταν που συνελήφθη για να οδηγηθεί στον Μαξιμιανό και να δώσει την μαρτυρία του Χριστού που θα τον οδηγούσε και στο μαρτύριο για το Χριστό. Έτσι αποδείχθηκε πως ο βίος του αγίου Δημητρίου ήταν Χριστομίμητος γι αυτό και αξιώθηκε «λόγχη τρωθέντα, πλευράν ως ο Δεσπότης» (Μεγαλυνάριο).
Ο Θεσσαλονικεύς και Μακεδόνας άγιος Δημήτριος, ένας από τους ενδοξότερους και λαοφιλέστερους αγίους της Ορθοδοξίας, δίδαξε και διδάσκει πάντοτε πολλαπλώς, με την ζωή του, το μαρτύριό του και την μνήμη του. Ο βίος και το μαρτύριο του αγίου Δημητρίου αποτελούν ιδιαίτερη ιεραποστολική πρόσκληση και πρόκληση για όλους τους σημερινούς χριστιανούς. Ο άγιος μας υπενθυμίζει πως το κήρυγμα και η κατήχηση των νέων αποτελεί ιερό καθήκον και βασικό στοιχείο της ταυτότητας της Εκκλησίας. Ο κάθε χριστιανός καλείται να αναλάβει την ευθύνη του έργου για τη διάδοση του λόγου του Θεού και για την πνευματική οικοδομή και παράκληση των ανθρώπων.
Άλλωστε μια Εκκλησία χωρίς ιεραποστολή είναι τελικά μια Εκκλησία χωρίς αποστολή. Ο σύγχρονος άνθρωπος κουρασμένος από τα κηρύγματα χωρίς βάθος και νόημα, αναζητά να διδαχθεί μέσα από το παράδειγμα της ζωής του κήρυκα. Συνεπώς ο κάθε βαπτισμένος χριστιανός καλείται, ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Δημητρίου, να είναι απόστολος του Χριστού μέσα στον κόσμο και στη κοινωνία που ζει με μαρτυρία κυρίως την προσωπική ζωή και τα έργα αγάπης ως απόδειξη της εν Χριστώ ανακαίνισης των πάντων.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ: «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ»




Κυριακή Στ΄ Λουκά, Λκ. η’ 26 – 39


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ελθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς».




ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: «ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ»


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΓΕΡΓΕΣΗΝΩΝ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΠΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (2024)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2023)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (2023)


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ


ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ: «ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΕΓΕΩΝΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'»


ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ: «ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΝ»


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ»


ΟΜΙΛΙΑ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΑΙΜΟΝΕΣ»;


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (2007)


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ - ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ: «ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ»


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΔΙΩΞΗ ΔΑΙΜΟΝΩΝ


Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: «ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ» 2022


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (2025)


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΠΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»




Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α' (+2013)


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΓΕΡΓΕΣΗΝΩΝ



«Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; 


Ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(:Και όταν ο Κύριος ήλθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, Τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έβγαιναν από τα μνήματα που υπήρχαν εκεί, στα οποία ευχαριστιούνταν να κατοικούν.


Ήταν και οι δύο επιθετικοί και πολύ επικίνδυνοι˙ τόσο, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει απ’ τον δρόμο εκείνο. Και ξαφνικά απ’ τον φόβο τους κραύγασαν δυνατά και είπαν: “Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σένα, Ιησού, υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ πρόωρα, πριν από τον καιρό της παγκόσμιας κρίσεως, για να μας βασανίσεις;”)»[Ματθ.8,28-29].


Επειδή ο κόσμος θεωρούσε τον Ιησού ακόμη ως έναν απλό άνθρωπο, ήρθαν τώρα οι δαίμονες και ανακηρύσσουν την θεότητά Του. Και αυτοί που την τρικυμισμένη πρώτα και τώρα, έπειτα από την εντολή Του, ησυχασμένη θάλασσα, δεν την άκουγαν που μαρτυρούσε με την απότομη γαλήνευσή της την ομολογία του Δημιουργού της, άκουγαν τους δαίμονες που κραύγαζαν αυτά, που ακριβώς και εκείνη κραύγαζε με τη γαλήνη της.


Κι έπειτα, για να μη θεωρηθεί ότι η διακήρυξη αυτή των δαιμόνων απέβλεπε στην κολακεία του Ιησού που λίγο πριν με ένα πρόσταγμά Του είχε επιβληθεί στα στοιχεία της φύσης και είχε κοπάσει την τρικυμία, φωνάζουν δυνατά, βασιζόμενοι στην πείρα τους και λέγουν: «Ήρθες εδώ πρόωρα για να μας βασανίσεις;»


Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ομολογούν την έχθρα τους προς τον Κύριο, για να μη θεωρηθεί ύποπτη κολακείας η παράκλησή τους· γιατί δέχονταν αόρατα χτυπήματα και τους έδερνε χειρότερη από όσο την θάλασσα τρικυμία κι ένιωθαν να τρυπιούνται και να καίγονται και να παθαίνουν αθεράπευτα κακά και από την παρουσία Του μονάχα.


Πραγματικά, επειδή κανένας δεν είχε την τόλμη να τους πλησιάσει μέχρι τότε, ο ίδιος ο Χριστός έρχεται προς αυτούς. Και ο μεν Ματθαίος λέγει ότι Του έλεγαν: «Ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(:Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις, πριν έλθει ο προκαθορισμένος καιρός της κρίσεως και της τιμωρίας μας;)»[Ματθ.8,29], ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές πρόσθεσαν ότι Τον παρακαλούσαν και Τον εξόρκιζαν για να μην τους ρίξει στην άβυσσο[πρβ. Μάρκ. 5,10:


«Καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας(:Και παρακαλούσε πολύ τον Ιησού να μην τους στείλει έξω από τη χώρα εκείνη)» και Λουκ.8,51: «Καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν(:Και τα δαιμόνια αυτά με το στόμα του δαιμονισμένου Τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στα τρίσβαθα του Άδη)»· διότι νόμιζαν ότι έφτασε γι’ αυτούς η κόλαση και φοβήθηκαν ότι θα τιμωρηθούν πλέον.


Εάν πάλι όσοι μελετούν το Ευαγγέλιο του Λουκά λέγουν ότι ο δαιμονιζόμενος ήταν ένας [βλ. Λουκ. 8,27: «Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν(:Και όταν ο Ιησούς βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε κάποιος άνθρωπος που καταγόταν από την πόλη, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια. 


Αυτός δεν φορούσε πάνω του ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε μέσα στα μνήματα)»], ενώ ο Ματθαίος κάνει λόγο για δύο δαιμονιζόμενους[βλ. Ματθ.8,28: «Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης(:Όταν λοιπόν ήλθε στην απέναντι παραλία, στη χώρα των Γεργεσηνών, ήρθαν να 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (2025)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης
Φυλής Αττικής


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ»




Ο Θεός δίνει μαθήματα στους ανθρώπους όχι μόνο από τον ουρανό, που είναι γεμάτος αγγέλους και στο­λίζεται από άστρα, όχι μόνο από τη γη, που είναι γε­μάτη απ’ όλα τα δημιουργημένα πλάσματα του Θεού, αλλ’ ακόμα κι από τους δαίμονες.


Κι αυτό για να δώσει μια ευκαιρία στους ειδωλολάτρες, που βρίσκουν πολύ εύκολα το δρόμο που οδηγεί στην κόλαση, ώστε να ντροπιαστούν από κάτι, οτιδήποτε, να κοιτάξουν ψηλά στον ουρανό και να σώσουν την ψυχή τους από την άβυσσο, από τη φωτιά και τη δυσωδία. Οι εκλεκτοί που συνόδευαν τον Κύριο Ιησού στις πορείες Του είχαν αποδείξει πως η πίστη τους ήταν ρηχή. 


Έτσι ο Κύριος τους οδήγησε σε μια περιοχή όπου επικρατούσε η πιο φανατική ειδωλολατρία, ώστε μ’ αυτά που θα γίνονταν, να τους συνετίσει και να καταγγείλει τη λειψή τους πίστη. Αυτά που έγιναν, περιγράφονται στο σημερινό ευαγγέλιο.


«Και ελθόντι αυτώ εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών, υπήντησαν αυτώ δύο δαιμονιζόμενοι εκ των μνημείων εξερχόμενοι, χαλεποί λίαν, ώστε μη ισχύειν τινά παρελθείν διά της οδού εκείνης» (Ματθ. κη’ 28). Τα Γέργεσα και τα Γάδαρα ήταν δυο πόλεις ειδωλολατρικές, στην απώτερη ακτή της θάλασσας της Γαλιλαίας. 


Ήταν δυο από τις δέκα πόλεις που βρί­σκονταν στα παράλια αυτά. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, τα Γάδαρα αναφέρονται αντί για τα Γέργεσα. Αυτό σημαίνει πως οι δυο πόλεις πρέπει να βρίσκονταν πολύ κοντά η μια στην άλλη και πως το περιστατικό που αναφέρουν πρέπει να έγινε κάπου ανάμεσα στις δυο. 


Οι ευαγγελιστές αναφέρουν έναν τρελό άνθρωπο, ενώ ο Ματθαίος μιλάει για δύο. Οι πρώτοι ευαγγελι­στές αναφέρουν τον ένα από τους δύο, που φαίνεται πως ήταν χειρότερος από τον άλλο και τον έτρεμε όλη η περιοχή. Ο Ματθαίος τους αναφέρει και τους δύο, επειδή και τους δύο θεράπευσε ο Κύριος. 


Το ότι ο ένας από τους δύο ήταν πιο γνωστός από τον άλλον, φαίνεται από την περιγραφή του Λουκά, που λέει πως ο τρελός αυτός καταγόταν από την πόλη («υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως», Λουκ. η’ 9). Σαν ντόπιο λοιπόν πρέπει να τον γνώριζαν καλύτερα από τον άλλον, που μάλλον καταγόταν από κάποιο χωριό.


Από τα λόγια του Λουκά επίσης συμπεραίνουμε πως είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών. Αυτό σημαίνει πως ήταν άρρωστος από χρόνια και γι’ αυτό το λόγο τον ήξερε όλη η περιοχή. Το ότι ήταν πολύ πιο άρρωστος και φρενιασμένος από τον άλλον, προκύπτει από αυτά που μας λέει ο Λουκάς, πως «εδεσμείτο αλύσεσι και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους» (Λουκ. η’ 29). 


Αυτός είναι ο λόγος που οι δύο ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τον ένα δαιμονιζόμενο, αν και ήταν δύο. Πολύ συχνά κάνουμε το ίδιο και μεις σήμερα όταν αναφέρουμε κάποιο περιστατικό και αναφέρουμε για παράδειγμα μόνο τον αρχηγό μιας συμμορίας ληστών που συλλήφθηκαν.


Όταν συλλήφθηκε ολόκληρη η συμ­μορία με τον αρχηγό της λέμε πως ένας ληστής έτσι κι έτσι, αρχηγός των υπόλοιπων ληστών, πιάστηκε. Το ίδιο κάνουν κι οι ευαγγελιστές. Όπως ο Μάρκος κι ο Λουκάς συμπληρώνουν την αφήγηση του Ματθαίου σε μια λεπτομέρεια, έτσι κάνει κι ο Ματθαίος στο Μάρκο και το Λουκά σε άλλες περιπτώσεις. Παράδειγμα το περιστατικό με τους δύο δαιμονιζόμενους.


Οι δαιμονιζόμενοι αυτοί ζούσαν στους τάφους, πε­ριπλανιούνταν στην έρημο και τρομοκρατούσαν τους ανθρώπους στους αγρούς και στους δρόμους. Ιδιαί­τερα φόβιζαν αυτούς που περνούσαν κοντά από το δρόμο όπου έμεναν εκείνοι.


Οι ειδωλολάτρες συχνά έφτιαχναν τους τάφους δίπλα στο δρόμο, ενώ και οι Ιουδαίοι συνήθιζαν πολλές φορές να κάνουν το ίδιο. Ο τάφος της Ραχήλ είναι δίπλα στο δρόμο που οδηγεί από την Ιερουσαλήμ στη Βηθλεέμ. Ο τάφος του Μανασσή είναι δίπλα στο δρόμο που οδηγεί στη Νεκρά Θάλασσα. Ο διάβολος είχε καταλάβει τους δυο αυτούς δαιμονιζόμενους και τους χρησιμοποιούσε ως όπλα για να βλάψει τους ανθρώπους. 

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ



«Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας(:και έφτασαν με το πλοίο στη χώρα των Γαδαρηνών, η οποία βρίσκεται απέναντι από τη Γαλιλαία)»[Λουκ. 8, 26].


Κατέβηκε ο Σωτήρας στη χώρα των Γαδαρηνών μαζί με τους άγιους μαθητές. Έπειτα τους συνάντησε κάποιος άνδρας, ο οποίος ήταν κατοικία πολλών και ακαθάρτων πνευμάτων, χωρίς νου και μυαλό,


και δεν ξεχώριζε καθόλου από εκείνους που είχαν πεθάνει και βρίσκονταν στη γη και μάλλον ήταν ίσως ακόμα χειρότερος γιατί τριγυρνώντας γυμνός στα μνήματα των πεθαμένων, ήταν απόδειξη της απανθρωπιάς των δαιμόνων.


Επιτρέπει βέβαια ο Θεός των όλων κατ’ οικονομίαν κάποιοι να υποταχτούν σε αυτούς, όχι για να υποφέρουν, αλλά μάλλον για να μάθουμε εμείς μέσω αυτών πόσο μισάνθρωποι και μισόκαλοι είναι οι δαίμονες απέναντι εμάς, και έτσι να πάψουμε να θέλουμε να υποτασσόμαστε σε αυτούς, γιατί όταν πάσχει ένας, οικοδομούνται πολλοί…


Ο Γαδαρηνός αυτός, δηλαδή η αγέλη των δαιμονίων που κρυβόταν μέσα του, έτρεχε πίσω από τον Χριστό και φώναζε τα εξής: «Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς(:Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σένα και τι ζητάς από μένα, Ιησού, Υιέ του Θεού του υψίστου;


Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις και μη μου επιβάλεις την τιμωρία να κλειστώ από τώρα μέσα στο σκοτάδι του Άδη)»[Λουκ.8,28]. Πρόσεξε, σε παρακαλώ, εδώ, δειλία περιπλεγμένη με πολύ θράσος και απόγνωση.


Δείγμα βέβαια της διαβολικής απόγνωσης είναι το ότι τολμά να λέγει: «Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα, Ιησού, Υιέ του Θεού;», ενώ δείγμα δειλίας το ότι παρακαλεί να μη βασανιστεί.


Αλλά όμως, εάν γνωρίζεις ότι Αυτός είναι οπωσδήποτε Υιός του Υψίστου Θεού, ομολογείς ότι είναι Θεός του ουρανού και της γης, και όλων όσα υπάρχουν σε αυτά, τότε γιατί αρπάζεις αυτά που δεν είναι δικά σου ή μάλλον αυτά που είναι δικά Του; Έπειτα λέγεις:


«Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σε εμένα και σε εσένα;». Και ποιος από τους βασιλείς της γης θα ανεχθεί μέχρι τέλους να είναι υποταγμένοι στους βαρβάρους αυτοί που είναι κάτω από τα σκήπτρα του; Βγάζε από το στόμα σου τις κραυγές που σου πρέπουν. Και αυτές είναι αυτό που λες: «σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις».


Και πρόσεχε σε παρακαλώ πάλι την ασύγκριτη δόξα Εκείνου που είναι πέρα από όλα, εννοώ την ακατανίκητη δύναμη του Χριστού. Συντρίβει τον Σατανά, θέλοντας να πάθει μόνο αυτός αυτό. Τα λόγια του Χριστού είναι γι΄αυτόν φωτιά και φλόγες.


Είναι λοιπόν αλήθεια όσα λέγει ο μακάριος Ψαλμωδός: «Τὰ ὄρη ὡσεὶ κηρὸς ἐτάκησαν ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ἀπὸ προσώπου Κυρίου πάσης τῆς γῆς(:όπως το κερί λιώνει μπροστά στη φωτιά, έτσι λιώνουν τα όρη μπροστά στην παντοδύναμη παρουσία του Κυρίου, ενώπιον του κυρίαρχου και εξουσιαστή όλης της γης)» [Ψαλμ.96,5]·


με «ὄρη» βέβαια παρομοιάζει εδώ ο Ψαλμωδός τις υψηλές και υπερήφανες δυνάμεις, δηλαδή τις πονηρές. Όμως, προσβάλλοντας τη δύναμη και εξουσία του Σωτήρα μας που είναι φωτιά, αυτές λιώνουν σαν κερί.

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: «ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ»




«Ο ων εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει», λέγει ο Κύριος. Δηλαδή υπακούει στις εντολές του Θεού, και μετατρέπει τους λόγους σε έργα, ζει και πολιτεύεται κατά Χριστόν, εκτελεί το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, και γίνεται «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». Όποιος όμως παρακούει τον Θεό, διαπράττει την αμαρτίαν, και επιδίδεται σ’ αυτήν αμετανοήτως. Είναι δούλος της αμαρτίας και ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλά εκ του πονηρού», αφού με την κακήν προαίρεση μεταπλάσσει την φύση την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, και την εξομοιώνει με τον πατέρα της απωλείας. Γι’ αυτό και ο Κύριος έλεγε στους Ιουδαίους, «υμείς εκ του πατρός υμών του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν».


Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι αθλιότεροι και από τους φανερά δαιμονιζομένους, έστω και αν διαφεύγουν την προσοχή των πολλών. Πράγματι, ενώ οι δαιμονιζόμενοι κατακόπτουν τα σώματά τους και μερικές φορές βλάπτουν σωματικώς όποιους συναντούν, εκείνοι που δια των πονηρών επιθυμιών έχουν εξομοιωθεί με τον αρχέκακον εχθρό, διαφθείρουν τις ψυχές τις ιδικές τους και όσων τους συναναστρέφονται απρόσεκτα. Και ενώ οι πρώτοι στον καιρό του θανάτου αποβάλλουν μαζί με το σώμα και την επήρεια των δαιμόνων, οι δεύτεροι, επειδή αμαρτάνουν αμετανοήτως, έχουν αθάνατον και αναπόβλητον την βλάβην. 


Επίσης, τον ενοχλούμενον φανερώς από τον δαίμονα όλοι τον λυπούμεθα όταν τον αντικρύσωμε, ενώ τον φονέα και τον φιλάργυρον, τον υπερήφανον και τον αναίσχυντον, και τον ανυπότακτον και όλους τους ομοίους των, όχι μόνον δεν τους λυπούμεθα, αλλά και τους μισούμε. Διότι ο ένας περιπίπτει στο πάθος ακουσίως, ενώ ο φιλαμαρτήμων, προσελκύει ελευθέρως το κακόν, μερικές φορές μάλιστα αποκρύπτοντας την βλαπτικότητα και την κακοήθεια της νόσου του.


Επειδή όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν την εναντίον μας μανίαν του διαβόλου, από τις επιθέσεις εκείνου κατά της ψυχής και από την συνεργία του στην αμαρτία, παρεχώρησεν ο Θεός να υπάρχουν και κατά το σώμα δαιμονοφόρητοι, ώστε να μάθουμε από αυτούς όλοι, πόσον φοβερά είναι η κατάστασις της ψυχής που έκαμε τούτον ένοικόν της δια των πονηρών έργων. Όταν δε ο Μονογενής Υιός του Θεού, από απροσμέτρητον πέλαγος φιλανθρωπίας, έκλινεν ουρανούς και κατήλθε στην γη, για να ελευθερώσει τις ψυχές μας από την τυραννία του διαβόλου, απεδίωκε τα δαιμόνια και από τους φανερά κατά το σώμα δαιμονιζομένους. 


Το έκαμε αυτό για να παρουσιάσει και να επιβεβαιώσει με την φανερώς ενεργουμένην ελευθερία και ίαση, την γινομένην κρυπτώς ελευθερία και ίαση της ψυχής. Πράγματι, και όταν εχάρισε την θεραπεία στην ψυχή του παραλυτικού, όχι μόνον δεν επευφημήθη από εκείνους που έβλεπαν μόνον τα φαινόμενα, αλλά και εβλασφημήθη. Γι’ αυτό εθεράπευσε και την σωματικήν του παράλυση, για να μάθουν, όπως ο ίδιος έλεγε προς τους παρόντες, ότι «εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας». Κυρίως γι’ αυτό λοιπόν απομακρύνει τους δαίμονες από τους δαιμονιζομένους, για να μάθωμε ότι αυτός είναι που τους αποδιώκει και από τις ψυχές μας, και μας χαρίζει την αιωνίαν ελευθερίαν.


«Εξελθόντι γαρ εις την γην», σύμφωνα με την αναγινωσκομένην σήμερα περικοπήν του Ευαγγελίου, «υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν». Εξήλθε, λέγει, όχι ήλθε στην ξηρά, για να δείξει ότι ήλθε με πλοίον, αφού ήδη και την θύελλα του ανέμου κατέπαυσε, και την θάλασσαν εγαλήνευσε με την επιτίμησή του. Διότι όταν από την Γαλιλαίαν επεβιβάσθη στο πλοίο με τους μαθητάς του, είπε προς αυτούς, όπως λέγει παραπάνω ο Ευαγγελιστής: «διέλθωμεν εις το πέραν». 


Από εδώ φαίνεται ότι προείδε το γεγονός, και από ευσπλαγχνίαν ήλθεν αυτόκλητος βοηθός στον βασανιζόμενον τόσον δεινώς και πολυετώς από τους δαίμονες. Ο Λουκάς λοιπόν λέγει ότι ήταν ένας και είχε πολλά δαιμόνια, ο Μάρκος όμως ομιλεί και αυτός περί ενός, «αλλ’ εν πνεύματι ακαθάρτω». Ο δε Ματθαίος ισχυρίζεται ότι ήσαν δύο μαζί και εβασανίζοντο από πολλά δαιμόνια. Την αιτίαν δε, για την οποίαν άλλοι Ευαγγελισταί ομιλούν για έναν, άλλοι δε για περισσοτέρους, και δαιμονιζομένους και δαιμόνια, την εφανέρωσε και ο Λουκάς και ο Μάρκος. 


Διότι το ένα, το οποίον ο Μάρκος ωνόμασεν ακάθαρτον πνεύμα, εξεταζόμενο στην συνέχεια από τον Κύριον λέγει «λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμέν». Πράγματι λεγεών είναι ορμαθός και πολυάριθμον σύστημα αγγέλων ή ανθρώπων, οι οποίοι στέκονται, μετακινούνται μαζί και αποβλέπουν και κινούνται προς ένα έργον και σκοπόν. Γι’ αυτό και οι δαιμονιζόμενοι εκείνοι, επειδή ενεργούντο και εκινούντο από ένα τοιούτο σύστημα, ευρίσκοντο αδιασπάστως μαζί στα μνήματα και στα όρη, και μαζί εβασανίζοντο. Γι’ αυτό άλλοτε μεν καλούνται ενικώς, άλλοτε δε πληθυντικώς, και αυτοί και τα πονηρά πνεύματα που τους ταλαιπωρούσαν.


Δεν ανεγνώρισε δε απλώς τον Ιησούν ο λεγεών δια μέσου του ανθρώπου εκείνου, αλλά και «προσέπεσε και φωνή μεγάλη ανεκραύγασε: τι εμοί και σοί, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσεις. Παρήγγειλε γάρ» λέγει, «ο Κύριος τω ακαθάρτω πνεύματι εξελθείν από του ανθρώπου». Έχοντας καταπλεύσει επί τούτου ο Κύριος από ευσπλαχνία στην παραλίαν εκείνην όπου ζούσε ο δαιμονιζόμενος, διέταξε μεν τον λεγεώνα των δαιμόνων να εξέλθει από τον άνθρωπο, πού όμως να απέλθει δεν του είπε. 


Γι’ αυτό εκείνο το παμμίαρον σμήνος των πονηρών πνευμάτων κατελήφθη από αμηχανίαν, και εφοβήθη μήπως παραδοθεί τώρα από τον Κύριο στην μέλλουσαν καταδίκη, στην προετοιμασμένην γι’ αυτά γέεννα του πυρός, με την οποία θα παραδοθούν σε τελείαν ακινησίαν, αφού θα καταργηθεί κάθε ενέργειά τους. Ηναγκάσθη λοιπόν να προσέλθει, και να προσπέσει, χρησιμοποιώντας ταπεινότερα και αληθινά λόγια προς τον Κύριον, τα οποία τον εμαρτύρησαν ότι είναι Υιός του Υψίστου. Μέσα στην πονηρία τους ενόμιζαν ότι με αυτήν την μαρτυρία, σαν με κάποιαν κολακεία, θα μεταπείσουν τον Κύριον των όλων.

ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ: «ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΕΓΕΩΝΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'»




«Καὶ ἔφτασαν μὲ τὸ πλοῖο στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Γαλιλαία. Βγῆκε στὴ στεριὰ ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ροῦχα δὲν ἔβαζε οὔτε ἔμενε στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἔβγαλε κραυγὴ καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του τοῦ εἶπε σὲ ψηλὸ τόνο· Τί ἔχεις μαζί μου Ἰησοῦ, Γιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀνωτάτου; Μὴ μὲ βασανίσης σὲ παρακαλῶ». Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε κυριέψει καὶ τὸν ἔδεναν μ’ ἁλυσίδες καὶ τὸν κρατοῦσαν μὲ χειροπέδες, ἔσπαζε ὅμως αὐτὸς τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ἔσερνε ὁ δαίμονας στὶς ἐρημιές.


«Τὸν ρώτησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε· ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου; Κι αὐτὸς ἀπάντησε· Λεγεῶνα», ἐπειδὴ εἶχαν μπῆ μέσα του πολλὰ δαιμόνια καὶ παρακαλοῦσε νὰ μὴ διατάξη νὰ φύγουν στὴν ἄβυσσο. «Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀρκετοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἐπιτρέψη νὰ μποῦν σ’ ἐκείνους. Ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπέτρεψε. Ὥρμησε τότε τὸ κοπάδι στὸν κρημνὸ καὶ πνίγηκαν μέσα στὴν λίμνη». Δῆτε τὸ δαίμονα νὰ χωρίζεται σὲ δὺο ἐκδηλώσεις τῆς κακίας· τὴ θρασύτητα καὶ τὸ φόβο. Ἡ ἐρώτηση «τί ἔχεις μαζί μου;» χαρακτηρίζει τὸ θρασὺ καὶ ἀδιάντροπο νοῦ. Κι ἡ ἔκφραση «σὲ παρακαλῶ», μαρτυρεῖ τὸ φοβισμένο. 


Κατοικοῦσε στὰ μνήματα, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σταλάζη στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἁμαρτωλὴ γνώμη, ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν γίνονται δαίμονες. Ζητοῦν οἱ δαίμονες νὰ μὴν πᾶνε στὴν ἄβυσσο ἀλλὰ νὰ τοὺς γίνη ἡ παραχώρηση νὰ μείνουν ἀκόμα στὴ γῆ. Κι ὁ Κύριος τοὺς ἀφήνει νὰ μείνουν στὴ γῆ, γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους πιὸ δόκιμους, παλεύοντας μαζί τους. Γιατὶ ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀντίπαλοι, δὲ θὰ ὑπῆρχαν ἀγῶνες κι ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀγῶνες, δὲ θὰ ὑπῆρχαν μήτε στεφάνια. Καὶ πιὸ μεταφορικά. Ὅποιος ἔχει μέσα του δαίμονες, παναπῆ πράξεις δαιμονικές, δὲ φοράει ροῦχο, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ στολὴ ποὺ δίνει τὸ βάπτισμα καὶ δὲ μένει στὸ σπίτι, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. 


Δὲν εἶναι ἄξιος νὰ μπῆ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, ποὺ θὰ πῆ στὰ δοχεῖα τῶν νεκρῶν ἔργων, ὅπως τὰ πορνεῖα καὶ τὰ τελωνεῖα. Αὐτὰ εἶναι τῆς κακίας τὰ μνήματα. «Ὅταν εἶδαν οἱ βοσκοὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἔφυγαν καὶ τὸ διέδωσαν στὴν πόλη καὶ στὰ χωράφια. Βγῆκε ὁ κόσμος νὰ δοῦν τὸ θαῦμα κι ἦρθαν στὸν Ἰησοῦ. Βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια ντυμένο καὶ φρόνιμο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοὺς ἔπιασε φόβος. Ὅσοι εἶχαν ἰδεῖ τὸ θαῦμα, διηγήθηκαν πῶς σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Ὅλος ὁ κόσμος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρακάλεσε νὰ φύγη ἀπὸ τὸν τόπο τους, γιατὶ τοὺς κρατοῦσε μεγάλος φόβος. 


Κι ἐκεῖνος μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ γύρισε πίσω. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια τὸν παρακαλοῦσε νὰ μείνη μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὸν ἄφησε ἐλεύθερο καὶ τοῦ εἶπε· Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Ἔφυγε καὶ διαλάλησε σ’ ὅλη τὴν πόλη τί τοῦ εἶχε κάνει ὁ Ἰησοῦς». Ὅτι ἔφυγαν οἱ βοσκοί, στάθηκε ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς Γαδαρηνοὺς, ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν. Ἔπρεπε νὰ θαυμάσουν τὴ δύναμη τοῦ Σωτῆρα καὶ νὰ πιστέψουν σ’ αὐτόν. Αὐτοὶ ὅμως τοῦ ζήτησαν, ποὺ θὰ πῆ παρακαλοῦσαν, νὰ φύγη ἀπ’ τὸν τόπο τους. Γιατὶ φοβηθήκαν μήπως πάθουν καὶ καμμιὰ ἄλλη ζημιά, ὅπως ἔχασαν τοὺς χοίρους. 


Αὐτὸς ὅμως ποὺ θεραπεύτηκε παρουσιάζει ἀδιαφολινείκητη ἀπόδειξη τῆς θεραπείας του. Τόσο ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία τοῦ νοῦ του, ὥστε ἔφτασε στὴν ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶχε τὴν ἀξίωση νὰ μείνη μαζί του. Φοβόταν, ὅπως ἔδειχνε, μήπως ὅταν μείνη μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἰησοῦ, πέση πάλι εὔκολα στὰ χέρια τῶν δαιμόνων. Ὁ Κύριος ὅμως τοῦ δείχνει ὅτι κι ἄν δὲν εἶναι μαζί του, μπορεῖ προστατευμένος ἀπὸ τὴ χάρη του νὰ ἀποφύγη τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια λέγοντάς του· Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι ὅ,τι σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Δὲν εἶπε ὅ,τι σοῦ ἔκαμα ἐγώ, γιατὶ ἤθελε νὰ μᾶς δώση παράδειγμα ταπεινότητος καὶ νὰ μᾶς κάμη νὰ ἀποδίδωμε στὸ Θεὸ κάθε ἐπιτυχία. 

▲ ▼
Print Friendly and PDF