Το Δισκοπότηρο της Μετανοίας

''Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου''!
(Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος, Δημοσιογράφος



Έτος 9ον (2013)

Ιστολόγιο ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine

Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021

ΤΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (2021)



 


Πατήστε επάνω στους συνδέσμους:





ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: 


ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': 


Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ


ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ 318 ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΤΟΝ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ


ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: 


ΚΥΡΙΑΚΗ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ





«Αὐτά εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καί ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε. Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου». 1. «Αὐτός πού ἐφαρμόζει τάς ἐντολάς σου καί τάς διδάσκει», λέγει, «αὐτός θά ὀνομασθῇ μέγας εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19). Καί πολύ εὔλογα· διότι τό νά φιλοσοφῇ κανείς μέ λόγια εἶναι εὔκολον, ἐνῷ τό νά παρουσιάζῃ μέ ἔργα αὐτά πού λέγει, εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου γενναίου καί μεγάλου.


Διά τοῦτο καί ὁ Χριστός, ὁμιλῶν περί ἀνεξικακίας, ἀναφέρει τόν ἑαυτόν του, προτρέπων ἀπό αὐτόν νά λαμβάνωμεν τά παραδείγματα. Διά τοῦτο καί μετά ἀπό αὐτήν τήν παραίνεσιν, ἔρχεται εἰς τήν προσευχήν, διδάσκων ἡμᾶς κατά τάς δοκιμασίας, ἀφήνοντες κατά μέρος ὅλα, νά καταφεύγωμεν εἰς τόν Θεόν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Εἰς τόν κόσμον θά ἔχετε θλῖψιν» (Ἰω. 16, 33), καί ἐνέβαλεν ἀνησυχίαν εἰς τάς ψυχάς των, μέ τήν προσευχήν ἀνιστᾷ πάλιν τό φρόνημά των· διότι μέχρι τότε τόν ἐπρόσεχαν ὡσάν ἄνθρωπον.


Καί δι’ ἐκείνους κάμνει τά ἴδια, ὅπως ἀκριβῶς καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Λαζάρου, καί λέγει τήν αἰτίαν, ὅτι δηλαδή «Τό εἶπα διά τό παρευρισκόμενον πλῆθος, διά νά πιστεύσουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες» (Ἰω. 11,42). Ναί, λέγει· ἀλλά διά μέν τούς Ἰουδαίους ἐγίνοντο αὐτά πολύ εὔλογα, διά ποῖον λόγον ὅμως ἐγίνοντο καί διά τούς Μαθητάς; Καί διά τούς Μαθητάς ἐγίνοντο κατά πολύ φυσικόν λόγον·


διότι αὐτοί, πού μετά ἀπό τόσα ἔλεγον, «Τώρα γνωρίζομεν ὅτι ὅλα τά γνωρίζεις» (Ἰω. 16, 30), ἐχρειάζοντο περισσότερον ἀπό ὅλους τήν ἐπιβεβαίωσιν. Ἄλλωστε δέ οὔτε προσευχήν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστής τό πρᾶγμα, ἀλλά τί λέγει; «Ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν», καί ἀποκαλεῖ αὐτό μᾶλλον συνομιλίαν μέ τόν Πατέρα.


άν δέ εἰς ἄλλην περίπτωσιν τήν ὀνομάζῃ προσευχήν, καί δείχνει αὐτόν ἄλλοτε μέν νά γονατίζῃ, ἄλλοτε δέ νά ὑψώνῃ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν, μή θορυβηθῇς· μέ αὐτά διδασκόμεθα τό ἀκατάπαυστον τῆς προσευχῆς, ὥστε καί ὅταν ἱστάμεθα νά βλέπωμεν ὄχι μόνον μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς σαρκός, ἀλλά καί τῆς διανοίας, καί διά νά γονατίζωμεν συντρίβοντες ἔτσι τή καρδίαν μας·


διότι ἦλθεν ὁ Χριστός, ὄχι μόνον διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἑαυτόν Του, ἀλλά καί νά μᾶς διδάξῃ τήν ἀνεκδιήγητον ἀρετήν. Αὐτός δέ πού διδάσκει πρέπει νά διδάσκῃ ὄχι μόνον μέ λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τί λέγει ἐδῶ. «Πάτερ, ἦλθε ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».


Πάλιν μᾶς δείχνει ὅτι δέν ἔρχεται εἰς τόν Σταυρόν χωρίς τήν θέλησίν Του. Διότι πῶς δέν θά ἤρχετο μέ τήν θέλησίν του αὐτός πού καί εὔχεται αὐτό νά συμβῇ καί δόξαν ὀνομάζει τό πρᾶγμα, ὄχι μόνον αὐτοῦ πού θά ἐσταυρώνετο, ἀλλά καί τοῦ Πατρός; Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε· καθ’ ὅσον δέν ἐδοξάσθη μόνον ὁ Υἱός, ἀλλά καί ὁ Πατήρ· διότι πρίν ἀπό τόν σταυρόν οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἐγνώριζον (διότι λέγει «Ὁ Ἰσραήλ δέν μέ ἐγνώρισεν» (Ἠσ. 1, 3), μετά ὅμως τόν Σταυρόν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά Του.


πειτα λέγει καί τόν τρόπον τῆς δόξης, καί πῶς θά τόν δοξάσῃ. «Σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν πού τοῦ ἔδωσες ἐπί ὅλων τόν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή χαθῇ κανείς ἀπό αὐτούς πού τοῦ ἔδωσες». Διότι τό νά εὐεργετῇ πάντοτε, ἀποτελεῖ δόξαν διά τόν Θεόν. Τί σημαίνει δέ «Καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ ἀρχήν δείχνει ὅτι τό κήρυγμά του δέν περιορίζεται μόνον μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην καί προετοιμάζει τήν κλῆσιν τῶν ἐθνικῶν.


πειδή δηλαδή εἶπεν, «Μή πηγαίνετε πρός τούς ἐθνικούς» (Ματθ. 10, 5), πρόκειται εἰς τήν συνέχειαν νά εἰπῇ, «Πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19), δείχνει, ὅτι καί ὁ Πατήρ τό θέλει αὐτό· καθ’ ὅσον αὐτό ἐσκανδάλιζε πάρα πολύ τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί τούς μαθητάς· διότι οὔτε μετά ἀπό αὐτά ἠνείχοντο εὔκολα νά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς ἐθνικούς, μέχρι ὅτου ἔλαβον τήν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος·


καθ’ ὅσον δέν ἐγίνετο αὐτό μικρόν σκάνδαλον εἰς τούς Ἰουδαίους. Μετά λοιπόν τήν τόσον μεγάλην ἐπίδειξιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλθών ὁ Πέτρος εἰς τά Ἰεροσόλυμα, μόλις κατώρθωσε νά διαφύγῃ τάς κατηγορίας, ὅταν ἀνέφερε τά σχετικά μέ τήν σινδόνα (Πράξ. κεφ. 11). Τί σημαίνει δέ, «Ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν, θά ἐρωτήσωμεν τούς αἱρετικούς, ἔλαβεν αὐτήν τήν ἐξουσίαν; πρίν πλάσῃ αὐτούς ἤ ἀφοῦ τούς ἔπλασεν;


Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει μετά τήν Σταύρωσιν καί τήν Ἀνάστασιν. Τότε δηλαδή λέγει.«Μοῦ ἐδόθη κάθε ἐξουσία» (Ματθ. 28, 18), «πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28, 19). Τί λοιπόν; δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπί τῶν ἰδικῶν του ἔργων, ἀλλ̉ ἔδωσε μέν ἐξουσίαν εἰς αὐτούς, ὁ ἴδιος δέ μετά τό γεγονός αὐτό δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν;


(Καί ὅμως φαίνεται ὅλα αὐτός νά τά κάμνῃ καί κατά τήν παλαιάν ἐποχήν, ἄλλους μέν τιμωρῶν ἐπειδή ἡμάρτανον, ἄλλους ἐπιστρέφοντας νά τούς διορθώνῃ· διότι λέγει· «δέν θά κρύψω ἀπό τόν υἱόν μου Ἀβραάμ, αὐτό πού πρόκειται νά κάμω» (Γεν. 18, 17), ἄλλους δέ ἐκτελοῦντας τάς ἐντολάς του νά τούς τιμᾷ)· ἔπειτα, τότε μέν εἶχεν ἐξουσίαν, μετά δέ τήν ἔχασε καί πάλιν τήν ξαναέλαβεν; Καί ποῖος δαίμων θά ἦτο δυνατόν νά εἰπῇ αὐτά;


άν δέ εἶναι ἡ ἴδια ἐξουσία καί τότε καί τώρα (διότι λέγει. «Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πατήρ ἀνιστᾷ τούς νεκρούς καί τούς ζωοποιεῖ, ἔτσι καί ὁ Υἱός του ζωοποιεῖ ὅποιους θέλει» (Ἰω. 5, 21)· τί σημαίνει αὐτό πού ἐλέχθη; Ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη· διά νά μή νομίσουν λοιπόν αὐτό ὡς καινοτομίαν ἐπειδή ἔλεγε. «Δέν ἀπεστάλην δι’ ἄλλο τίποτε, παρά διά τά χαμένα πρόβατα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. 5, 24), δείχνει ὅτι αὐτό εἶναι ἐπιθυμητόν καί εἰς τόν Πατέρα.


άν δέ τό λέγῃ αὐτό μέ πολύ ταπεινά λόγια, δέν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον· διότι ἔτσι καί ἐκείνους ἐπαίδευε τότε καί τούς μετά ταῦτα, καί, ὅπως προανέφερα, πάντοτε μέ τήν ὑπερβολικήν χρῆσιν ταπεινῶν ἐκφράσεων ἔπειθε πάρα πολύ ὅτι τά λόγια Του αὐτά ἐλέγοντο ἀπό συγκατάβασιν. 2. Τί σημαίνει δέ «πάσης σαρκός»;


Διότι, βέβαια, δέν ἐπίστευσαν ὅλοι. Καί ὅμως, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπό Αὐτόν, ὅλοι ἐπίστευσαν· ἄν δέ δέν ἐπρόσεχαν εἰς τά λεγόμενά Του, ἡ κατηγορία δέν ἀνήκει εἰς τόν διδάσκαλον, ἀλλ̉ εἰς ἐκείνους πού δέν ἐδέχθησαν τά λόγια του. «Ὥστε νά δώσῃ ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα ἀπό ἐκείνους πού τοῦ ἔδωσες». Ἐάν δέ καί ἐδῶ ὁμιλῇ ἀνθρωπινώτερα, μή θαυμάσῃς·


διότι τό κάμνει αὐτό καί διά τούς λόγους πού ἔχομεν εἰπεῖ, καί διότι ἀποφεύγει πάντοτε ὁ Ἴδιος νά λέγῃ κάτι τό σπουδαῖον διά τόν ἑαυτόν Του, ἐπειδή αὐτό θά προσέκρουεν εἰς τήν σκέψιν τῶν ἀκροατῶν του, ἀφοῦ εἰς τήν ἀρχήν δέν ἐφαντάζοντο τίποτε τό ὑψηλόν περί αὐτοῦ. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν, ὅταν ὁμιλῇ ἀπό μόνος του, δέν κάμνει τό ἴδιον, ἀλλά ἐκφράζεται κατά ὑψηλότερον τρόπον, λέγων τά ἑξῆς.


«λα δι’ αὐτοῦ ἔγιναν, καί τίποτε δέν ἔγινε χωρίς αὐτόν» (Ἰω. 1, 3), καί ὅτι «ἦτο ζωή» (Ἰω. 1, 4), καί ὅτι «ἦτο φῶς» (Ἰω. 1, 9), καί ὅτι «ἦλθεν εἰς τούς ἰδικούς του» (Ἰω. 1, 11)· ὄχι ὅτι δέν θά εἶχεν ἐξουσίαν, ἐάν δέν ἐλάμβανεν, ἀλλ̉ ὅτι καί εἰς ἄλλους ἔδωσεν «ἐξουσίαν νά γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 12). Καί ὁ Παῦλος ὁμοίως τόν ὀνομάζει ἴσον μέ τόν Θεόν (Φιλιπ. 2, 6). Αὐτός ὅμως παρακαλεῖ τόν Πατέρα ἀνθρωπινώτερον, λέγων τά ἑξῆς.


«Διά νά δώσω ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα πού μοῦ ἔδωσες. Αὐτή δέ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τό νά γνωρίσουν ἐσένα ὡς τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καθώς καί τόν Ἰησοῦν Χριστόν πού ἔστειλες εἰς τόν κόσμον». Τό «Μόνον ἀληθινόν Θεόν» τό λέγει πρός διάκρισιν ἀπό τούς μή πραγματικούς θεούς· καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη.


άν ὅμως δέν τό δεχθοῦν μέ αὐτό καί μόνον ἀρνοῦνται τόν Υἱόν ὡς ἀληθινόν Θεόν, προχωροῦντες δέ ἔτσι θ’ ἀρνηθοῦν καί ὅτι εἶναι Θεός· καθ̉ ὅσον λέγει. «Δέν ζητεῖτε τήν τιμήν πού προέρχεται ἀπό τόν μόνον Θεόν» (Ἰω. 5, 44). Τί λοιπόν; Δέν εἶναι ὁ Υἱός Θεός; Ἐάν δέ ὁ Υἱός εἶναι Θεός καί ὀνομάζεται μόνος τοῦ Πατρός, εἶναι φανερόν ὅτι εἶναι καί ἀληθινός καί ὀνομάζεται μόνος ἀληθινός.


Τί δέ; ὅταν ὁ Παῦλος λέγῃ, «Ἤ μόνος ἐγώ καί ὁ Βαρνάβας;» (Α´ Κορ. 14, 6), ἆρά γε ἀρνεῖται τόν Βαρνάβαν; Καθόλου· διότι τό «μόνος» χρησιμοποιεῖται πρός διάκρισιν ἀπό ἄλλους. Ἐάν δέ δέν εἶναι ἀληθινός Θεός, πῶς εἶναι ἀλήθεια; (Ἰω. 14,6) διότι ἡ ἀλήθεια δέν διαφέρει τοῦ ἀληθινοῦ. Τί θά εἰποῦμεν ὅτι δέν εἶναι κἄν ἄνθρωπος; Κατά τόν ἴδιον τρόπον, ἐάν ὁ Υἱός δέν εἶναι ἀληθινός Θεός πῶς εἶναι Θεός; πῶς ἐμᾶς μᾶς κάμνει θεούς καί υἱούς, χωρίς νά εἶναι ἀληθής;


λλά δι’ αὐτά ἐλέχθησαν εἰς ἐσᾶς λεπτομερέστερον εἰς ἄλλους λόγους, διά τοῦτο ἄς προχωρήσωμεν εἰς τήν συνέχειαν. «Ἐγώ σέ δόξασα ἐπάνω εἰς τήν γῆν». Καλῶς εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς»· διότι εἰς τόν οὐρανόν εἶχε δοξασθῆ, ἔχων καί εἰς τήν φύσιν Του τήν δόξαν καί προσκυνούμενος ὑπό τῶν Ἀγγέλων. Δέν ὁμιλεῖ λοιπόν δι’ ἐκείνην τήν δόξαν, πού εἶναι συνηνωμένη μέ τήν οὐσίαν Του (διότι ἐκείνην τήν δόξαν, καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν δοξάσῃ, ἐξακολουθεῖ νά τήν ἔχει πλήρη), ἀλλ̉ ὁμιλεῖ δι̉ αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν λατρείαν τῶν ἀνθρώπων.


στε λοιπόν τό «δόξασόν με» ἔχει αὐτήν τήν σημασίαν. Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτόν τόν τρόπον τῆς δόξης ἐννοεῖ, ἄκουσε τά ἐν συνεχείᾳ. «Τό ἔργον τό ἐτελείωσα πού μοῦ ἔδωσες νά κάνω»· μολονότι βέβαια ἀκόμη τό ἔργον του εὑρίσκετο εἰς τήν ἀρχήν, μᾶλλον δέ οὔτε εἰς τήν ἀρχήν.


Πῶς λοιπόν λέγει, «ἐτελείωσα»; Ἤ ἐννοεῖ ὅτι ἔκαμα ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπό ἐμένα, ἤ ὀνομάζει ὡς νά ἔγινεν ἐκεῖνο πού ἐπρόκειτο νά γίνῃ ἤ αὐτό πού κυρίως ἠμποροῦμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι τό πᾶν ἦτο πλέον τετελεσμένον, ἐφ’ ὅσον εἶχε τοποθετηθῆ ἡ ρίζα τῶν ἀγαθῶν, ἀπό τήν ὁποίαν ὁπωσδήποτε κατ̉ ἀνάγκην ἐπρόκειτο νά προέλθουν οἱ καρποί καί ὅτι θά ἦτο παρών καί συνηνωμένος μέ ἐκείνους πού θά ἤρχοντο εἰς τό μέλλον.


Διά τοῦτο πάλιν λέγει μέ τρόπον συγκαταβατικόν. «Αὐτό πού μοῦ ἔδωσες». Διότι, ἐάν βέβαια ἐπερίμενε νά ἀκούσῃ καί νά μάθῃ, θά ἀπεῖχον αὐτά πολύ ἀπό τήν δόξαν του· τό ὅτι λοιπόν αὐτό τό ἔκαμε μέ τήν θέλησίν Του εἶναι φανερόν ἀπό πολλά. Ὅπως, ὅταν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι «τόσον πολύ μᾶς ἠγάπησεν, ὥστε νά παραδώσῃ τόν ἑαυτόν του πρός χάριν μας» (Ἐφ. 5, 2), καί «ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, λαβών μορφήν δούλου» (Φιλιπ. 2, 7), καί πάλιν· 

ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ




<<ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ 
ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΣΑΝ 
ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟ ΒΙΟ>>



Αδελφοί και Πατέρες,

Σήμερα είναι μια εορτή μεταξύ δύο φωτεινών και σωτηρίων εορτών (της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής). Σήμερα, μεταξύ δύο μεγάλων μέχρι τον ουρανό πανηγύρεων παρουσιάζονται οι πολύφωτοι αστέρες.


Σήμερα, μεταξύ των δύο αρμάτων που έχουν δρόμο τον ουρανό, εμφανίζονται τριακόσιοι δεκαοκτώ αρματηλάτες, όχι βέβαια για να διευθύνουν την ορμή αυτών των δύο κατευθυνομένων αρμάτων,


αλλά για να διευθύνουν αυτούς που απιστούν για Εκείνους που έχουν ανεβεί επάνω στα άρματα, και να τους οδηγήσουν στην πίστη, για το ότι το μεν ένα άρμα ανέβασε από τη γη προς τις ουράνιες αψίδες και τους κόλπους του Πατέρα από τη γη τον σαρκοφόρο Θεό Λόγο,


το δε άλλο άρμα, ότι τον «άλλο Παράκλητο» (Ιω. ιδ’ 16) (το Άγιο Πνεύμα), αντί για τον Χριστό που αναλήφθηκε, Τον κατέβασε από τον ουρανό «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 3), για να εκπληρωθεί ο λόγος του Χριστού που έλεγε ότι «σας συμφέρει να φύγω εγώ.


Γιατί, αν εγώ δεν φύγω, δεν θα έλθει σ’ έσας ο Παράκλητος, ενώ αν πάω εκεί θα Τον στείλω σ’ εσάς. Και όταν έλθει Εκείνος, θα ελέγξει τους ανθρώπους για την αμαρτία, για τη δικαιοσύνη και για την κρίση» (Ιω. ιε’ 7-8).


Αυτά, λοιπόν, που συνέβησαν με την απόφαση του Πατέρα, δηλαδή ο μεν Χριστός που ανέβηκε με απερίγραπτο τρόπο με τη σάρκα Του επάνω σε άρμα νέφους, το δε Πνεύμα που κατέβηκε με ακατάληπτο τρόπο με ήχο «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 2) και μοίρασε πύρινες γλώσσες στους μυημένους της Χάριτος, αυτά έπρεπε να ερμηνευθούν για να έχει ορθή πίστη «κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο» (Ιωάν, α’ 9). 


Όμως αυτό το καλό το φθόνησε ο σατανάς και το σκότισε πολύ και έσπειρε ζιζάνια ποικίλων αιρέσεων και συνέλαβε έτσι πάρα πολλούς και αντί «όλοι να γίνουν και να είναι και να λέγονται Χριστιανοί», αποφάσισαν να είναι και να λέγονται αιρετικοί, δηλαδή Αρειανοί και Νεστοριανοί, Μακεδονιανοί και Ιακωβίτες και αυτοί κι εκείνοι, των οποίων τα δυσώδη ονόματα και μιαρά δόγματα δεν είναι αυτής της στιγμής να τα λέμε και να τα γράφουμε.


Γιατί τότε υπήρχε μεταξύ των πιστών και των απίστων πολύς καπνός, διαμάχη και έριδα και σκάνδαλα. Γι’ αυτό και μεταξύ της Αναλήψεως του Χριστού και της καθόδου του Παρακλήτου συγκεντρώθηκαν, κινούμενοι από τον Θεό και με διαταγή του βασιλιά, στη μητρόπολη της Νίκαιας,


οι ένδοξοι αυτοί Πατέρες, σαν φωτεινοί αστέρες και δραστήριοι γεωργοί και ενάρετοι κυβερνήτες και καλοί ποιμένες, και μείωσαν βέβαια αυτοί οι αστέρες το σκοτάδι της ασεβείας, αλλά ξερίζωσαν και ως γεωργοί τα αγκάθια της βλασφημίας και αντιμετώπισαν ως κυβερνήτες τα κύματα των αιρέσεων και έβγαλαν έξω ως ποιμένες και αφόρισαν


και έδιωξαν μακριά από τα πρόβατα τους λύκους και δικαίως, ρίχνοντάς τα κάτω, καταπάτησαν τα φλύαρα δόγματά τους. Δεν επέτρεψαν να λέγονται ο Υιός και το Πνεύμα κτίσματα,


όπως όρισαν εκείνοι με το κακό τους φρόνημα, αλλά καλά και άγια, με το Σύμβολο της Πίστεως, με δυνατή φωνή και ομόφωνα κήρυξαν τον Υιό και το Πνεύμα κτίστη και συντηρητή του κόσμου και ομοούσιο με τον Πατέρα.


Και εμείς έτσι πιστέψαμε και πιστεύουμε, σύμφωνα με τη θεόπνευστη παράδοσή τους. Και είναι βέβαια η πίστη μας καλή και ορθή και άμεμπτη και εκτός από αυτήν δεν υπάρχει άλλη. Η ορθή πίστη όμως χρειάζεται και έργα άξια της πίστεως, ώστε όπως ακριβώς δυο εκλεκτά βόδια που τα έχει ζέψει ο Θεός, τα έργα να συμφωνήσουν με την πίστη, κι από αυτά να γίνεται ζωηφόρα η καλλιέργεια.


Όταν όμως δεν έχουμε ορθή πίστη και είναι ρυπαρός ο βίος μας, τότε μοιάζουμε με κάποιον πολύ άφρονα άνθρωπο που έζεψε χοίρο με βόδι και προσπαθεί να σπείρει και να καλλιεργήσει και να τραφεί απ’ αυτά και να ζήσει και να γλιτώσει από τον θάνατο.


Αυτόν, οι άνθρωποι που φοβούνται τον Θεό και ζουν στη γη, και οι Άγγελοι, βλέποντάς τον θα γελάσουν και θα πουν: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που είναι εκτός εαυτού και παράφρονας, πώς έζεψε στο βόδι, χοίρο και νομίζει ότι θα σπείρει και θα καλλιεργήσει μ’ αυτά και θα ζήσει». Και εάν του πουν: «Τι κοπιάζεις άδικα, άνθρωπε;


Δεν καταλαβαίνεις τι κατηγορία και γέλιο προξενείς για τον εαυτό σου; Πρέπει να ξέρεις ότι δεν συμφωνεί το βόδι να καλλιεργεί με τον χοίρο. Διότι μόνο του βοδιού έργο είναι το να σέρνει το άροτρο και να ανοίγει αυλάκι και να γίνεται η σπορά και η καλλιέργεια, του δε χοίρου τέχνη είναι το να σκάβει με τη μύτη του και να κυλιέται στον βόρβορο και όταν έλθει ο καιρός, να σφάζεται με μαχαίρι».


Και εκείνος, αντί να δεχτεί τα όσα του είπαν και να ξεχωρίσει το ζευγάρι, μάλλον κοροϊδεύοντας και όλος ευχαρίστηση, λέει: «Ναι, ναι, εσείς δεν γνωρίζετε τι ηδονή και ευχαρίστηση μου δίνει αυτό το ζευγάρι». Έτσι, λοιπόν, παρομοιάζονται αυτοί που στην ορθή πίστη έζεψαν τον ρυπαρό βίο του χοίρου και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία.


Ευχαρίστηση και ηδονή λογαριάζουν την αμαρτία, η οποία προξενεί πικρή κόλαση, και όσους τους συμβουλεύουν να μετανοήσουν, πολλές φορές και τους εχθρεύονται ή από πώρωση κοροϊδεύουν τα λόγια τους και τους περιπαίζουν, ή και δεν προσέχουν καθόλου στη δύναμη των λεγομένων.


Όμως, λέει ο Θεός με το στόμα του Ησαΐα πως «παχύνθηκε η καρδιά αυτού του λαού και με τα αυτιά τους άκουσαν βαριά και έκλεισαν τα μάτια τους, για να μη δουν με τα μάτια τους και ακούσουν με τα αυτιά τους και τα εννοήσουν με την καρδιά τους και μετανοήσουν και τους θεραπεύσω»,


αλλά θέλουν, λέει, να παραμείνουν έτσι στην αμαρτία μέχρι που «να ερημωθούν οι πόλεις γιατί δεν θα έχουν κατοίκους και η γη θα εγκαταλειφθεί έρημη» (Ησ. στ’ 10-11).


Αυτό ακριβώς βλέπουμε ότι έπαθε και το νησί μας αυτό, η Κύπρος, και πολλά σπίτια και όλες σχεδόν οι κωμοπόλεις έμειναν έρημες από ανθρώπους και ακατοίκητες. Υπάρχουν, λέει, «σπίτια μεγάλα και ωραία, και δεν θα υπάρξουν κάτοικοι γι’ αυτά, και όποιος σπέρνει έξι αρτάβες θα λάβει ως απόδοση το μισό απ’ αυτές, τρία μέτρα» (Ησ. ε’ 9-10).


Και αυτό για πολλά χρόνια εμείς το πάθαμε, όμως ούτε έτσι αναγνωρίσαμε τι καρποφόρησαν τα χέρια μας, ούτε κατανοήσαμε μέσα στην καρδιά μας από πού άραγε και με ποιο τρόπο μας συνέβη αυτή η κάκωση, ούτε ακούσαμε Αυτόν που μας καλούσε και έλεγε «επιστρέψτε προς Εμένα και θα στραφώ προς εσάς» (Ησ. με’ 22, Ζαχ. α’ 3, Μαλ γ’ 7),


αλλά ο καθένας έταξε στον εαυτό του ως νόμο δικό του το δικό του θέλημα και αμαρτάνει όπως θέλει, και δεν φέρνει στη μνήμη του ούτε τον θάνατο, ούτε τον Θεό, ούτε την κρίση.


Και αυτά τα γράφουμε όχι λέγοντάς τα τυχαία, αλλά από καρδιά γεμάτη θλίψη, που επιθυμεί τη σωτηριώδη επιστροφή του καθενός και τη μετάνοια, για να μη λυπείται, αλλά μάλλον να ευφραίνεται ο Θεός για τα έργα μας και να μας αναδείξει με τη χάρη Του μετόχους

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ 318 ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΤΟΝ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ




Επειδή ο Απόστολος μας συμβουλεύει να υπακούωμε στους προεστώτας, φίλε του Θεού, ξεχνώντας κι εγώ την αδυναμία μου και παραβλέποντας το ακαλλές του λόγου μου, υπήκουσα στον τίμιο Πατέρα,


ο οποίος μου ανέθεσε να συγγράψω με συντομία περί της Συνόδου των Αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ Πατέρων που έγινε στη Νίκαια, και να την παραδώσω στην υπ’ αυτόν αγιοτάτην Εκκλησία της Νικαίας, ώστε να έχη στην διάθεσή της γραπτή την διήγηση της πνευματικής αγωνίας εκείνων των οποίων είχε απολαύσει και την σωματική παρουσία.


Και όσα μεν κατά την δύναμή μου θα αναφέρω εγώ, συγκρινόμενα με το μεγαλείο της εναρέτου πολιτείας των Πατέρων, ομοιάζουν θα έλεγα με σταγόνα στον ωκεανό. Της ιδικής τους δε τελειότητος έργο είναι το να μη δίδουν τόση σημασία στον τρόπο της εκφράσεως, αλλά να μας τιμήσουν με την συμπάθειά τους αναλόγως με την προθυμία της υπακοής.


Όταν εβασίλευσαν στην Ρώμη ασεβώς ο Μαξιμιανός, ο Λικίνιος και ο Μαξέντιος, πολλούς πιστούς Χριστιανούς, οι οποίοι ηρνήθησαν να θυσιάσουν στους δαίμονες, υπέβαλαν σε βασανιστήρια και θάνατον, ευρήκαν δε δικαίως και αυτοί τέλος αντάξιο της ειδωλομανίας τους.


Τότε ανέτειλε παραδόξως από την Δύση, σαν φωστήρας, ο φιλοχριστότατος Κωνσταντίνος, ο αρχηγός της Ορθοδόξου πολιτείας και πρόβολος της αμώμου πίστεως. Αυτός, συγχρόνως με την μεταφορά της έδρας του από την Δύση στην Ανατολή, δέχεται στην ψυχή πλούσιο τον θείο φωτισμό.


Και χρίοντας τoν νου του με την ευσέβεια, αναλαμβάνει τoν πρώτο αγώνα κατά του διαβόλου: εκδίδει κατά τόπους προγράμματα για ελευθερία στους Χριστιανούς: λύνει την κατήφεια που είχαν προξενήσει στους πιστούς οι άνομοι, καταστρέφει τα σεβάσματα των ειδώλων, γνωστοποιεί την ανυπαρξία του ψεύδους, φανερώνει το κήρυγμα της αληθείας, αποδίδει τιμές και ενθαρρύνει όσους ετίμησαν τoν Κύριο.


Θεραπεύει σώματα πιστών κακοποιημένα από τις μαστιγώσεις. Τιμωρούνται τέλος και εξορίζονται όσοι λατρεύουν τους δαίμονες. Ήταν δυνατόν να ιδής τότε τους πιστούς που απηλλάγησαν από τους διωγμούς και εκείνους που συνήλθαν από την δαιμονική πλάνη, όλους μαζί να δοξολογούν τoν Κύριο με παρρησία, ομοιάζοντας με αγγελικήν χοροστασία.


Εχαίρετο λοιπόν ο πιστότατος βασιλεύς για την καθημερινήν αύξηση των Χριστιανών, αντιλαμβανόμενος ότι όλα αυτά οφείλονται σε θείαν ενέργεια, η οποία προσείλκυσε σε λίγο χρόνο τους υπηκόους του στην επίγνωση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τι ήταν δε αυτό που ήλθε και προσετέθη στα προηγούμενα;


Ενώ τα γύρω έθνη προηγουμένως συνεχώς επαναστατούσαν, αθετώντας τις συμφωνίες με τους πριν απ’ αυτόν βασιλείς, τους οποίους δεν άφηναν σε ησυχία και οι φονικές εμφύλιες εξεγέρσεις, από τότε που ο Κωνσταντίνος ανεδείχθη από τoν Σωτήρα μας Χριστό βασιλεύς όλου του Κράτους, αμέσως σαν από κοινό πρόσταγμα, τα δεινά των εθνών υπεχώρησαν και οι υπήκοοι ησπάσθησαν την ειρήνη.


Ο μισόκαλος όμως εχθρός δεν ημπορούσε να υποφέρη ούτε αυτή την πρόοδο των ανθρώπων προς την επίγνωση της αληθείας. Αλλά όπως παλαιά εφθόνησε την άλυπο ζωή των πρωτοπλάστων και διά μέσου του όφεως έσπειρε στην ακοή την παρακοή της εντολής, έτσι και τότε, σπαράζοντας από την επιστροφή των πρώην ειδωλολατρών προς τoν Θεόν, αποστέλλει σε κάποιον πνεύμα πύθωνος.


Αυτός δε ήταν ο Άρειος, χριστιανός στο όνομα και μάλιστα πρεσβύτερος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Του είχε ανατεθή, ως μη ώφειλε, η εξήγησις των Θείων Γραφών. Είχε καταληφθεί όμως από κενοδοξία και φιλαργυρία, τα όπλα αυτά του διαβόλου.


Και βλέποντας ότι μετά τoν Πέτρο, τoν νικηφόρον ιερομάρτυρα και ισαπόστολο αρχιερέα, και τον διάδοχό του Αχιλλά, την προεδρεία της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων ανέλαβε ο υπέρμαχος των αποστολικών δογμάτων και πάναγνος ιεράρχης Αλέξανδρος, άρχισε να εξωτερικεύη τις εμετικές βασκανίες που σαν δηλητηριώδης δράκοντας έκρυβε στην καρδία του.


Και κατά μεν του ιδίου του Αλεξάνδρου δεν ήταν ικανός να αυθαδιάση, επειδή ο Αλέξανδρος ήταν άμεμπτος και αμέτοχος από κάθε κακία, σύμφωνα με την μαρτυρία του Κυρίου για τον Ιώβ. Τι μηχανεύεται λοιπόν ο αλιτήριος; Οπλίζεται εναντίον των δογμάτων εκείνου του οσίου, ώστε να τον συκοφαντήση διά μέσου αυτών.


Και έτσι «τίθησιν επί τον ουρανόν το στόμα αυτού και λαλεί κατά του Υψίστου αδικίαν». Ενώ ο όσιος Αλέξανδρος ωμολογούσε σαφώς τον Υιόν ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα, αντιθέτως, ο φρενοβλαβής Άρειος παραληρούσε περί του Υιού ότι είναι κτίσμα και δημιούργημα και ότι κάποτε δεν υπήρχε, και άλλα ασεβέστερα τα οποία όντως το μόνο που αξίζουν είναι να σιωπηθούν και να λησμονηθούν.


Βλέποντας λοιπόν ο θεσπέσιος Αλέξανδρος ότι σαν επιδημική νόσος διαδίδεται το κακό, και είχε προσβάλει εκτός από την Αίγυπτο και τις γειτονικές Θηβαϊδα και Λιβύη, εφοβείτο μην επεκταθή σε όλο το σώμα των πιστών.


Αφού μετά από πολλές κατά πρόσωπο παραινέσεις με τις οποίες συμβούλευε πατρικώς τον ατίθασο, μετά από πολλούς και ποικίλους ελέγχους από τις άγιες Γραφές, για τους οποίους σεμνύνεται και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, είδε ότι ο ασεβής διακατέχεται ακόμη από την σκοτεινή του πλάνη, καταφεύγει στον υβριζόμενο από εκείνον Ιησούν Χριστόν, καλώντας τον σε βοήθεια του πιστού λαού του εναντίον του θεομάχου εγχειρήματος.


Με νηστεία, αγρυπνία και δάκρυα ζητεί την συμμαχία του αρχηγού της αληθείας. Ενώ δε ο ασεβής όλο και περισσότερον εξηγριώνετο και λογομαχούσε, προσκαλεί ο Αλέξανδρος περισσοτέρους συνεργάτες για να αντιμετωπίσουν τoν κίνδυνο και στέλνει γράμματα προς τους κατά τόπους επισκόπους, μηνύοντας τα τερατώδη κινήματα της καρδίας του Αρείου κατά της Ορθοδοξίας.


Γι’ αυτό ασφαλίζει μεν εκ των προτέρων τις ακοές τους, ώστε να μην παρασυρθούν μερικοί και πέσουν στο βάραθρο των φρονημάτων του Αρείου, σπεύδει δε να τα γνωστοποιήση χωρίς αναβολή και στον ένδοξον αυτοκράτορα.


Μόλις έμαθε αυτά ο καλλίνικος βασιλεύς, σαν να εκτυπήθη από κεντρί με το λυπηρό και αναπάντεχο νέο που άκουσε, και στέλνει αμέσως και συγκαλεί με επίσημα έγγραφα από όλη την επικράτεια όσους επισκόπους διατίθενται να συγκεντρωθούν στην Νίκαια, την πρωτεύουσα της Βιθυνίας, για να εξετάσουν το θέμα, να φανερώσουν την αληθινή πίστη, να αφορίσουν δε και να αφανίσουν εντελώς την δαιμονικήν αίρεση των κακοδόξων.


Αφού λοιπόν προηγήθησαν όλα αυτά, ποίους επισκόπους είχε το ζωοποιό πνεύμα προετοιμάσει να ευρεθούν εκείνον τον καιρό και από ποίαν επαρχία προήρχετο ο καθένας, ημπορούν αυτοί που ερευνούν με ενδιαφέρον να τα διαβάσουν στον συνοδικό τόμο.


Οι άγιοι Πατέρες, λοιπόν, σαν εργατικές μέλισσες, αναχωρώντας ο καθένας από την Εκκλησία του σαν από ανθισμένο κήπο, έφθασαν στο συμβολοποιό τόπο της Νικαίας. Ο δε θείος Κωνσταντίνος, ακούγοντας ότι πλησιάζει η ιερά και στους αγγέλους σεβαστή παρουσία των αγίων Πατέρων, τους υποδέχεται με τις τιμές που αρμόζουν, και αφού έστειλε κάποιους από την ιερά Σύγκλητο να τους υποδεχθούν από τα προπύλαια ακόμη, τους περιποιείται και τους εξασφαλίζει με επιτηδειότητα τα χρειώδη, ώστε να είναι απερίσπαστοι.


Όταν δε έμαθε πως οι Πατέρες είχαν τακτοποιηθή, ακριβώς τότε παρουσιάζεται και αυτός στην Νίκαια, αφού απομακρύνεται προηγουμένως από τους εξωτερικούς θορύβους, για να έχη νηφάλιο λογισμό, όπως αρμόζει σε θεία πράγματα που αφορούν στην σωτηρία των ψυχών, και έρχεται να συναντηθή και να συνομιλήση με το σύστημα των αγίων Πατέρων.


Είναι γνωστόν ότι μερικοί από αυτούς διέπρεπαν με αποστολικά χαρίσματα, άλλοι δε «τα στίγματα του Χριστού εν τω σώματι αυτών εβάσταζον», από τα οποία θα αναφέρω μερικά, για να πληροφορηθούν και να ωφεληθούν ψυχικώς οι αναγνώστες.


Ο όσιος, λοιπόν Ιάκωβος, ο πρόεδρος της Εκκλησίας των Νισσιβηνών, πολλούς ελευθέρωσε από νοσήματα. Διαβεβαιώνουν δε ότι ανέστησε και νεκρούς. Ο επίσκοπος της Νεοκαισαρείας, ο όσιος Παύλος, είχε γίνει παίγνιο της μανίας του Λικινίου, ο οποίος του έκοψε τα γεννητικά όργανα.


Ο αιγύπτιος Παφνούτιος, άνδρας σημειοφόρος, και άλλοι πολλοί από αυτούς τους αγίους, είχεν εξορυγμένους τους οφθαλμούς, άλλοι κομμένα τα χέρια, άλλοι είχαν τα χέρια και τα πόδια κατεστραμμένα, επειδή τους είχαν δέσει με ωμά νεύρα από ζώα.


Ο αντίπαλος δε των αγαθών, βλέποντας στην γη τον ουράνιον αυτόν χορό των αγίων, δεν τους άφησε απειράστους από το κεντρί του. Αλλά όπως μεταξύ των Αποστόλων του Κυρίου κατέστησε προδότη τον Ιούδα, έτσι και μέσα στον θίασο των αγίων έφερε άλλους λύκους αραβικούς, καλυμμένους με δέρμα προβάτων.


Εννοώ τoν Μηνόφαντα από την Έφεσο, τoν Πατρόφιλο από την Σκυθόπολι και τoν Θεωνά από την Μαρμαρική, μαζί με άλλους ολίγους μαθητάς της αφροσύνης του Αρείου, για τους οποίους θα ομιλήσωμε στα επόμενα.


Επειδή δε το θέμα που είχε προκύψει απαιτούσε συζήτησιν, ώστε να αποσαφηνισθή η αλήθεια, και έψαχναν να εύρουν έναν τόπο κατάλληλο γι’ αυτόν τoν σκοπό, ξεχωρίζει ο ένδοξος βασιλεύς από το παλάτι που υπήρχε εκεί, ένα πολύ μεγάλο κτίριο, τον οφθαλμό θα ελέγαμε των βασιλικών κοιτώνων, η ομορφιά και η κοσμιότης του οποίου με την σκέπη των οσίων Πατέρων εχει διατηρηθή μέχρι των ημερών μας.


Αυτό το διέθεσε σαν απαρχή και προσφορά του βασιλείου προς την αγία Σύνοδο, και διατάζει να τοποθετηθούν ισάριθμα με τους Πατέρες έδρανα, φροντίζοντας για την ανάπαυση των γηρατειών και τιμώντας την ιερωσύνη τους. Αφού εισήλθαν λοιπόν αυτοί και έλαβαν τις θέσεις τους, παρουσιάζεται και ο ένδοξος βασιλεύς.


Όχι με σοβαροφανές, υπεροπτικό και βασιλικόν ύφος, αλλά με βλέμμα συνεσταλμένο και ήρεμο βηματισμό. Καθώς συναντά τους αγίους τους ασπάζεται και συνομιλεί μαζί τους ευχαρίστως, εκδηλώνοντας το άνθος της επιεικίας του, με ένα πράο χαμόγελο, και αποκαλύπτοντας, στις συστάσεις που γίνονται με τους αγίους, την λαμπρότητα της ψυχής του.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ




Ηχητική Ομιλία εκ του ιστοτόπου της 

Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 

εδώ.


Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

 



Ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'

Μία Οπτασία


Την Μεγ. Παρασκευήν, όπου έπαθεν ο Δεσπότης μας είδεν η Οσία θαυμασίαν έκστασιν. Καθώς έψαλλαν, αι αδελφαί τα Άγια Πάθη με πολλήν κατάνυξιν, βλέπει και ήλθαν εις την εκκλησίαν


ασπροφόροι αναρίθμητοι, όλοι νέοι ωραιότατοι και φωτοειδέστατοι και κρατούντες εις τας χείρας κιθάρας έψαλλον ύμνους εις δόξαν Χριστού με μελωδίαν εναρμόνιον, γλυκυτάτην και θαυμασίαν.


Εβαστούσαν δε και φιάλας, γεμάτες μύρα και τα εσκόρπισαν εις την αγίαν Τράπεζαν. Τότε ο Άγγελος, όπου εκαρτέρει εις το θυσιαστήριον, εφώναξε προς τον μέγαν εκείνον με πολλήν λύπην και κατήφειαν, λέγοντας'  έως πότε Κύριε; και ηκούσθη φωνή λέγουσα'


Έως να έλθη ο δεύτερος Σολομών, να ενωθώσι τα άνω με τα κάτω, να γένουν το ένα αμφότερα, τότε και ο Κύριος εις τούτον τον τόπον να υψωθή και να μεγαλυνθή της δούλης του το μνημοσυνον.


Ενώ ηκούετο η φωνή έψαλλαν οι ασπροφόροι το <<δόξα εν υψίστοις Θεώ>>. Και ούτως ανήλθον εις τα ουράνια. Η δε Αγία συλλογιζομένη, τί εδηλούσαν, εκατάλαβεν, ότι η όρασις εφανέρωσε, πως μήτε αυτή θέλει δοξασθή


ούτε το Μοναστήριον, έως να ζουν αι ταύτης μαθήτριαι, καθώς αυτή προ ολίγων ημερών παρεκάλεσε τον Κύριον, να μην την δοξάση εις τους ανθρώπους εδώ πρόσκαιρα, αλλά μόνον εις την Βασιλείαν του αιώνια.


Και τούτο εδίδασκε και εις τας αδελφάς, λέγουσα: <<Φεύγετε την τιμήν των ανθρώπων όσον δύνασθε. Ότι η ψυχή, όπου ορέγεται τιμήν ανθρωπίνην, δεν αξιώνεται να την δοξάση ο Κύριος.


Άλλην  φοράν την παρακάλεσε μία αδελφή άρρωστη με απλότητα να της δώση την υγείαν του σώματος'  η Οσία εσύναξεν όλην την αδελφότητα και τους λέγει:


Πιστεύσατέ μου, ότι εάν είχα παρρησίαν τινα προς τον Θεόν, θα τον παρεκάλουν να είμεθα όλαι άρρωστοι, διότι ηξεύρω πόση ωφέλειαν έχει η ψυχή από την ασθένειαν του σώματος. Και μάλιστα όταν ευχαριστή τον Θεόν ο άρρωστος και Τον δοξάζη και ομολογή ότι δικαίως παιδεύεται.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'
Προστάτις αδικουμένων


Αλλά ας ειπούμεν άλλο ένα ή δύο θαύματα, όπου ετέλεσεν έτι ζώσα, και να τελειώσωμεν και την διήγησιν με την τελείωσιν της Οσίας. Τινές κακότροποι άνθρωποι διέβαλον προς τον βασιλέα, διά τον φθόνο τους, ένα συγγενή της Αγίας μεγάλον άρχοντα, όστις ήτον εις την αξίαν ένδοξος και εις το γένος λαμπρός και περιφανέστατος.


Τον εφυλάκωσαν εις τόπον σκοτεινόν του παλατίου. Επρόκειτο δε ο Βασιλεύς να τον βυθίση εις την θάλασσαν, να μην ακουσθή ολότελα ούτε να αξιωθή ενταφιάσεως, διότι του είπον ψέμματα, πως επιβουλεύετο αυτόν και εγύρευε να τον φονεύση.


Μη δυνάμενοι να τον βοηθήσουν με άλλον τρόπον οι συγγενείς και φίλοι του, έδραμον εις την Αγίαν κατακοπτόμενοι. Και προσπίπτοντες εις τους πόδας αυτής, εδέοντο με θερμότατα δάκρυα, να λυπηθή τον συγγενή, και αγαπημένον της, να τον λυτρώση από τον άδικον θάνατον.


Η δε στενάξασα ως συμπαθής εδάκρυσε, και τους επαρηγόρησε λέγουσα: Μη λυπήσθε, αλλά υπάγετε εις τον οίκον σας, ελπίζοντες εις τον Κύριον, και αυτός του δίνει βοήθειαν. 


Εκλείσθη λοιπόν εις το κελλίον της, και εδέετο του Θεού να βοηθήση του αδικοχαμένου τάχιστα. Ο Κύριος όπου κάμνει το θέλημα των δούλων αυτού, παρευθύς της επήκουσε, και ελύτρωσε τον άρχοντα με τούτον τον τρόπον θαυμασιώτατα.


Όταν εκοιμάτο ο Βασιλεύς το μεσονύκτιον, είδε την Αγίαν Ειρήνην πρώτον εις το όνειρό του. Έπειτα την βλέπει φανερά, και του λέγει ταύτα, με μεγάλην φωνήν φοβερίζουσα:


-Βασιλεύ, σπεύσε παρευθύς, να λυτρώσης εκείνον όπου εφυλάκωσες άδικα, διότι ψέμματα τον διέβαλον οι συκοφάνται διά τον φθόνον τους. Ει δε και δεν μου ακούσεις, εγώ θα κινήσω τον Βασιλέα των Ουρανών κατά σου να σε θανατώση και να δώση των θηρίων και πετεινών τας σάρκας σου.


Ταύτα ακούσας ο Βασιλεύς εθυμώθη, και λέγει τις: Τίς είσαι όπου με φοβερίζεις, και πώς ετόλμησες, να έλθης τοιαύτην ώραν εις την στρωμνήν μου με τόσην προπέτειαν;


Εγώ είμαι η Ηγουμένη του Χρυσοβαλάντου, Ειρήνη ονόματι. Και ταύτα ειπούσα δύο φορές τον εκέντησεν εις την πλευράν. Όθεν από τον πόνον εξύπνησεν οργιζόμενος και βλέπει την (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Παντοδύναμε) έμπροσθεν αυτού και του λέγει πάλιν τα ίδια.


Είτα εβγήκεν από την θύραν και ανεχώρησεν. Ο δε Βασιλεύς φοβηθείς εφώναξε και προσελθόντες οι δούλοι του, ηρώτα τον παρακοιμώμενον, εάν είδε μοναχήν όπου εβγήκε την ώραν ταύτην από την κάμαραν;


Ούτος εθαύμασε και του ώμοσεν, ότι ήσαν όλαι αι θύραι κλεισμέναι, και τα κλειδιά εις το στρώμα του. Τότε ο Βασιλεύς εκατάλαβε πως ήταν από τον Θεόν η δράσις και το πρωί φέροντες τον κατάδικον τον ηξήτασε, διατί έκαμνε την νύκτα μαντείας να φύγη τον θάνατον.


Ούτε μαντείαν έπραξα πώποτε, ούτε την βασιλείαν σου επιβουλεύθηκα' μάρτυς μου ο Κύριος. Τότε επράϋνε τον θυμόν ο Βασιλεύς και του λέγει ήμερα: Γνωρίζεις την Ηγουμένην του Χρυσοβαλάντου;


-Ναι, συγγενής μου είναι, και δούλη του Χριστού ενάρετος. Και ο Βασιλεύς: -Τάχα την ευρίσκω εκεί, να στείλω άνθρωπον; -Δεν βγαίνει από το Μοναστήριον πώποτε.


Τότε έστειλε μερικούς μεγιστάνας και άρχοντας, με ένα ζωγράφον επιδέξιον, να χαιρετήσουν την Αγίαν εντίμως και να ζωγραφήσουν την όψιν της, διά να βεβαιωθή την αλήθειαν.


Τον κατάδικον εφυλάκωσεν. Αυτά όλαι ήξευρε και η Αγία από την Χάριν του Πνεύματος. Όθεν, όταν ετελείωσαν τον Όρθρον, είπεν εις τας αδελφάς: Ταύτην την νύκτα είδον όνειρον,


πως έστειλεν εδώ ο Βασιλεύς τόσους άρχοντας, όπου εγέμισεν η αυλή πλήθος άπειρον, και μη φοβηθήτε όταν έλθωσιν, ότι ο Κύριος οικονομά το συμφέρον μας.


Εις ολίγην ώραν και οι απεσταλμένοι έφθασαν. Η Οσία εισήλθεν εις τον ναόν και μηνά των αρχόντων να υπάγουν εκεί να συνομιλήσουν. Και πηγαίνοντες την προσκύνησαν, και καθώς ηγέρθησαν εβγήκεν από το πρόσωπό της αστραπή όπου έπεσαν εις τα οπίσω οι άρχοντες μη υποφέροντες την λαμπρότητα.


Η δε Αγία τους ήγειρε λέγουσα: Μη φοβείσθε τέκνα μου, και εγώ άνθρωπος είμαι ασθενής, ως του λόγου σας. Αλλά διατί να σας βάλλη εις κόπον ο άπιστος εκείνος όπου σας έστειλεν;


Ειπέτε του πάλιν εκείνα όπου του είπα εις το όνειρον, να βγάλη από την φυλακήν τον άνθρωπον διότι δεν του έπταισε, ειδέ και παρακούση μου, θέλει πάθει όσα του επροφήτευσα.


Ότι δεν αργεί ο Κύριος, αλλά είναι πλησίον εις όσους τον επικαλούνται με αλήθειαν. Ταύτα ακούσαντες οι άρχοντες εφοβήθησαν περισσότερον λέγοντες: Ούτω θα ειπούμεν εις τον Βασιλέα κατά την αγίαν σου πρόσταξιν. 


Πλην, παρακαλούμεν σε, να καθίσης ολίγον να μας διδάξης λόγον ψυχωφελή και σωτήριον. Τούτο δε είπον διά να την ιστορήση και ο ζωγράφος ακριβέστερον, τούτου γενομένου λαβόντες αυτής το ομοίωμα, υπέστρεψαν εις τον Βασιλέα, απαγγέλλοντες αυτώ όσα είδον και ήκουσαν, και του έδειξαν την εικόνα της.


Ενώ δε την έβλεπεν, εβγήκε αστραπή από ταύτην, και του εκτύπησε τα όμματα. Όθεν από τον φόβον, έμεινεν έντρομος, ταύτα φωνάζοντας: Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα σου έλεος'


και έστεκεν ώραν πολλήν ως εξεστηκώς, και θαυμάζων και στοχαζόμενος την εικόνα έλεγε πως ωμοίαζε εκείνης, όπου τον επεσκέφθη. Αμέσως λοιπόν, βγάζει τον άρχοντα, και ζητώντας του συγχώρησιν, ηυχαρίστει τον Κύριον, όπου τον ελύτρωσεν από τα δεινά, όπου έμελλε να του έλθωσι διά τον άδικον θάνατον.

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ



Ηχητική Ομιλία εκ του ιστοτόπου της 

Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής
εδώ.


Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ (ΜΕΡΟΣ 8ον)

 


Ο αοίδιμος Αγιορείτης Γέροντας π. Αββακούμ (1894-1978) υπήρξε ένα σκεύος εκλογής της Θείας Χάριτος, που λάμπρυνε την Ορθοδοξία στο <<Περιβόλι της Παναγίας μας>>, χάριν της επίμονης και αδιάλειπτης ασκήσεώς του, αλλά και της ορθοτομημένης πνευματικής του στάσης έναντι των Καινοτόμων του εορτολογικού <<πραξικοπήματος>>. Πράος, πρόσχαρης, ταπεινός, προσευχητικός, ασκητικότατος, με μία γνήσια και ανόθευτη κατά Θεόν ευγένεια προς όλους, πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε ένα μικρό αυτοσχέδιο κελλάκι του Αγίου Φανουρίου στη Βίγλα. Εκεί με άλλους ζηλωτές της εποχής του επιδίδετο σε μεγάλες προσευχητικές ασκήσεις, ώστε το αγαπημένο του, χοντρό και μάλλινο κομποσκοίνι του να βρίσκεται συνεχώς επάνω του. Ο π. Αββακούμ είχε αποστηθίσει εντός του εξ' ολοκλήρου την Αγία Γραφή με ένα θαυμαστό και υπερκόσμιο τρόπο, ώστε ν' αναγκάσει κάποτε και αυτόν τον Νικόλαο Λούβαρη (γνωστό Οικουμενιστή θεολόγο) να υποκλιθεί στην ακατάληπτη πνευματική του κατάσταση. Ο π. Αββακούμ είχε εξορισθεί (τρις) από την Μονή της Μεγίστης Λαύρας λόγω του ιερού ζήλου του προς τις ιερές Παραδόσεις, μέχρι να κατασκευάσει το ταπεινό ησυχαστήριό του στη Βίγλα, αλλά και κάποιες φορές είχε παρεξηγηθεί από πολλούς συνασκητές του, επειδή από ευγένεια ανταπέδιδε τους ασπασμούς που του έκαναν Μοναχοί της Καινοτομίας. Ο π. Αββακούμ ανήκε σε αυτήν την κάστα των διακριτικών Μοναχών, που δεν ταύτιζε επ' ουδενί την Αποτείχιση με την Απομόνωση, την αγάπη προς τα Παραδεδομένα με τον Φανατισμό και την Οίηση. Με τα χρόνια έγινε γνωστή η εξαϋλωμένη και αποστεωμένη εμφάνισή του, η άνευ ορίων ταπεινότητά του και η γνήσια αγαπητική του προσέγγιση προς τους πάσχοντες αδελφούς του -λαϊκούς και κληρικούς- τους οποίους θεωρούσε Όλους αμέτρως ανωτέρους απ' αυτόν! Στο θαυμάσιο βιβλίο του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+2007) που αναφερόμαστε, υπό τον τίτλο <<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>, καταγράφουμε ενδεικτικά την κατάθεση ψυχής ενός ανωτέρου δικαστικού, που τον γνώρισε από κοντά, και γεύθηκε σιμά του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος! Σημειώνει: <<Ήτο, (ο π. Αββακούμ) όσα ερχότανε τότε με τόση χάρι, αφέλεια και βαθυτάτη ταπείνωση να μου εμπιστευθή, ανεπιτήδευτα, φυσικά, με τα γλυκά φωτεινά του μάτια, τα εξαϋλωμένα από τη νηστεία, αγρυπνία, αδιάλειπτη ευχή, για να με στηρίξη και μένα, εικοσάχρονο παιδόπουλο τότε, και αφού πάντα μού' βαζε <<μετάνοια>>, μ' αγκάλιαζε με άψογη οικειότητα, μ' αποκαλούσε <<πατέρα του>>. Πράγματι με καθήλωνε! [...] Άκακος, αμόλυντος, παιδικός, αρνησίκοσμος, ακτήμων με συναίσθηση μελλοθανάτου, με δίαιτα συνήθως <<κουκίων βρεγμένων και αγρίου μέλιτος>> μαγνήτευε κόσμο παρά το ψυχρό, πενιχρό ξυλοκρέββατό του, με σανίδια κι ένα σκαμνί κι ένα φτωχό πάγκο για διάβασμα - γράψιμο, γιατί ήτανε σοφός κι είχε μάθει, ότι καταχώνεται σε βάραθρο ή βόθρο η ψυχή που ποθάει υλικά, γήινα, φθαρτά. Ιδού το απαστράπτον ιδανικόν του, η παραδεισιακή του τέρψη, τρυφή, μακαριότητα>>! Μέσα σε λίγα λόγια, μια ενδεικτικά αδρή <<προσωπογραφία>> του αειμνήστου Γέροντος, που μέσα από τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου θα οσμιστούμε το αυθεντικό άρωμα της Ορθοπραξίας και θα γευθούμε τα κεχαριτωμένα εκχυλίσματα της Αγιοπνευματικής Χάριτος. Δόξω τω Θεώ πάντων ένεκεν!




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος







Ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )


Ι'. Εργάτης της εγκρατείας


Ένας καλός εργάτης της προσευχής, ως ήτο ο π. Αββακούμ, ήτο δυνατόν να μη εγκρατεύεται; <<ο αγωνιζόμενος πάντα εγκρατεύεται>>, γράφει ο θείος Παύλος, ο δε εκ νεότητός του αναλωθείς εις την υπηρεσίαν των θείων ασκητής της Βίγλας, ήτο πολύ φυσικόν να έχη ισόβιον σύντροφον την εγκράτειαν.


Λίγο ριζάκι βρασμένο, και πολλάκις ανάλαδο, ήτο από τα πιο συνήθη του γεύματα. - Γέροντα, θέλει πλύσιμο, του είπε καποτε ένας αδελφός της Λαύρας, όταν τον είδε να ρίχνη το ρύζι στην κατσαρόλα, χωρίς να το πλύνη προηγουμένως.


-Όλα άγια με την προσευχή, ήτο η απάντησις του π. Αββακούμ, ο οποίος εφήρμοζε και εις το σημείον αυτό τον λόγον της Γραφής: <<Παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον αγιάζεται γαρ διά λόγου Θεού και εντεύξεως>>.


Η συνεχής βία εις όλα, και ιδιαιτέρως εις το φαγητόν και τον ύπνον ήτο το σύνθημά του. Ο παράδελφός του και κατόπιν γενόμενος Επίσκοπος Λήμνου Διονύσιος, τον χαρακτηρίζει ως <<μέγαν νηστευτήν>>, διότι τον έζησε χρόνια και είχε πείραν προσωπικήν του πράγματος.


Το αυτό άλλως τε ομολογούν και όλοι οι Λαυριώται πατέρες. Εις την βίαν του αυτήν τον εβοηθούσε και ο σιδερένιος οργανισμός του. Ουδέποτε είπε την λέξιν <<κουράστηκα>>, καίτοι έκανε εργασία για δυο και τρία άτομα, ούτε ποτέ του ησθένησε.


Όταν έγινε τραπεζάρης η Λαύρα είχε περίπου 150 πατέρες, εκτός των εργατών που ξύλευαν τα δάση τους. Σ' όλους ετοίμαζε και έδινε το ανάλογο μερίδιο ψωμιού και κρασιού, μαζί με τον πνευματικό λόγο και το παιδικό του χαμόγελο.


Στις αγρυπνίες που εγίνοντο κάθε χρόνο στην κορυφή του Άθω (6 Αυγούστου), ως και εις το σπήλαιον του Αγίου Αθανασίου (Σάββατον της <<Ακαθίστου>>) αυτός ήτο ο μάγειρας και ο οικονόμος.


Αυτός πάλι μόνος του πατούσε στο μεγάλο πατητήρι των 35 τόννων το κρασί της Μονής για όλον τον χρόνο, έργο υπεράνθρωπο, το οποίο εκτελούσε με περισσό ζήλο και διάθεσι.


Αυτός επίσης έφτιαχνε το ρακί της χρονιάς, που τόσο συνηθίζεται σαν κέρασμα στο Όρος, για τους προσκυνητές και τους εργάτες. Όταν μάλιστα άρχισε να φτιάχνη και το ησυχαστήριόν του


στην Βίγλαν (1953 και εξής), εφρόντιζε και τους εργάτες τους δικούς του με φαγητό και όλα τα χριώδη, και πρόφθαινε τα πάντα με την ευχή στο στόμα!


Ένας μοναχός που τον εγνώριζε πολύ καλά, μας είπε το εξής χαρακτηριστικό, για να δείξη το πόσο εργάσθηκε για την μετάνοιά του ο αείμνηστος Γέροντας.


Όσο αξίζουν, είπε, τα κτήρια της Λαύρας, άλλο τόσο κάνουν και τα μεροκάματα του Αββακούμ που εργάσθηκε γι' αυτήν! Το κελλάκι του ήταν πτωχό και απέριττο, αλλ' αυτός το ονόμαζε παλάτι!


Η σύντροφος κακοπάθεια του βίου του τον είχε κάνει να ασκείται στα ελάχιστα, και το πνεύμα της ευγνωμοσύνης τον εδίδασκε να τα θεωρή και αυτά πολλά και τον εαυτόν του ανάξιον για τόσες ευλογίες.


Παντού εκυκλοφορούσε ανυπόδητος, παρεκτός των περιπτώσεων που εισήρχετο εις Εκκλησίαν ή επήγαινε στο Συνοδικόν, όπου εγίνοντο οι Συνάξεις των Γερόντων.


Εδώ θα πρέπη να σημειωθή, ότι εκ νεότητός του εφύλαξε μετά μεγάλης προσοχής την αρετήν της παρθενίας. Όταν μάλιστα κάποτε πατούσε τα σταφύλια της χρονιάς, κάποιος μοναχός τον παρετήρησε ότι δεν ήσαν τα πόδια του καθαρά όσο έπρεπε, και ο απλούς Γέροντας έσπευσε ν' αποκριθή: 


<<Καθαρά είναι'  είμαι παρθένος, μη στενοχωριέσαι>>. Στα γεράματά του, γύρω στα 65, είχε σφοδρούς σαρκικούς λογισμούς, πράγμα που τον εξέπληξε και τον εστενοχώρησε, διότι ούτε στον ύπνον του είχε αισχράς φαντασίας. 


Επεδόθη τότε εις περισσοτέραν προσευχήν, με μετάνοιες και επικλήσεις της Κυρίας Θεοτόκου και του Αγίου Φανουρίου, αλλά η ανακούφισις ήτο προσωρινή. Μετ' ολίγον ο πειρασμός επανήρχετο!


Πέντε έτη κράτησε αυτή η δοκιμασία του, ως ο ίδιος το διηγήθη εις παράδελφόν του. Τελικώς ο πειρασμός υπεχώρησε και ο ταπεινός Γέροντας ευχαρίστησε τον Θεόν εκ καρδίας.


Η βία και η άσκησις τόσων δεκαετιών είχαν αφήσει έντονα τα σημεία τους στην όλη εμφάνιση και διαγωγή του. Όταν μια φορά ένας αδελφός της Λαύρας ωμιλούσε με μια ομάδα


γερμανών επισκεπτών στην αυλή του Μοναστηριού, συνέβη την ώρα εκείνη να εισέρχεται στην Μονήν, επιστρέφων από την Βίγλαν, ο γερο - Αββακούμ.


Αμέσως τότε επί τη θέα του οι γερμανοί εγκατέλειψαν τον συνομιλητή τους και περιεκύκλωσαν μετά θαυμασμού τον ρακοφορούντα μοναχόν, επαναλαμβάνοντες με τα ολίγα ελληνικά τους: <<Αυτό πραγματικό ασκητή>>!


ΙΑ'. Άνθρωπος αγάπης και παρακλήσεως


Όλοι όσοι τον έζησαν, ή έστω δι' ολίγον εγνώρισαν, τον άνθρωπον του Θεού, τον απέριττον π. Αββακούμ, όλοι τους μ' ένα στόμα ομολογούν, ότι επρόκειτο για ζωντανό παράδειγμα ανθρώπου αγάπης και παρακλήσεως.


<<Όταν μιλούσες μαζί του έφευγαν όλα>>, διηγείται χαρακτηριστικώς ένας από τους νυν Λαυριώτας πατέρας. <<Εις το πρόσωπόν του είδον ένα Γέροντα με καρδίαν μικρού παιδιού>>, γράφει έτερος εκ του κόσμου αρχιμανδρίτης, ο οποίος τον επεσκέπτετο συχνά εις το πτωχικό του κελλάκι της Λαύρας. 


Άλλος δε θαυμαστής του γράφει προς αυτόν: <<Πότε θα βρεθώ και πάλιν κοντά Σας να κλαύσω καθορών το απλούν και χαρμόσυνον και υπερκόσμιον γέλιο σου>>.


Ένας γερμανός λόγιος θα γράψη γι' αυτόν: <<Το βέβαιο είναι ότι αυτός ο άνθρωπος τραβούσε τους συνανθρώπους του, όπως μια ιαματική πηγή. Στη παρουσία του όλα εφαίνοντο φωτεινότερα.


Ήτο κάτι που ανάγκαζε τον λυπημένο να ζητά το πλησίασμά του και ένα μέρος από το πλημμύρισμα της χαράς του>>. Ο συμμοναστής του επίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος, επιθυμών να περιγράψη εις σχετικόν άρθρον του μοναχούς αγάπης εν Αγίω Όρει, σημειώνει τα εξής διά τον ασκητήν της Βίγλας.


<<Ο π. Αββακούμ, νηστευτής μέγας, κατέχων την Αγίαν Γραφήν όσον ολίγοι, ακάματος εργάτης του καλού, με πολλήν την αυταπάρνησιν και την αυτοθυσίαν, εδέχθη εις το κελλίον του και περιποιήθη στοργικώς επί μήνας πολλούς, νέον τινα με προχωρημένην πνευμονικήν φυματίωσιν.


Κατέφυγεν ο δυστυχής εις την Μονήν. Είχε κηρίνην την όψιν, αποστεωμένον το σώμα, ανεσκαμμένας τας παρειάς, βαθουλωμένους τους οφθαλμούς... Ήμην αρχοντάρης.


Μοι εξέθεσε με ειλικρίνειαν την κατάστασίν του. Τελείως απογοητευμένος, ίστατο εις το χείλος της αβύσσου της απελπισίας. Εζήτει μετά δακρύων προστασίαν. Άλλως... Την στιγμήν εκείνην εσκέφθην, ποίον;


Τον π. Αββακούμ. Με πόσην συγκίνησιν το ήκουσεν! Εδέχθη με χαράν να τον προστατεύση. Τον παρέλαβε εις το κελλίον του και τον εφρόντιζε ως φιλόστοργος μήτηρ.


Ενήστευεν αυτός, έτρεφεν όμως με κρέας και άλλας δυναμωτικάς τροφάς τον ασθενή του. Επάλαιψε σκληρώς με την ασθένειαν του νέου. Ο θάνατος τον παρέλαβεν από τας στοργικάς του αγκάλας εν μετανοία και εξομολογήσει>>.


Ολίγον προτού κοιμηθή τον έκανε μοναχόν, ονομάσας αυτόν Φανούριον. Δεν υπήρξε προσκυνητής που να τον επεσκέφθη για κάποιο ζήτημα και να μη φύγη από κοντά του εν πνευματική ευθυμία και ηλλοιωμένος, την καλήν του πνεύματος αλλοίωσιν.


Σου μιλούσε ώρες, χωρίς να κουράζεται, για τα μεγαλεία του Θεού και την αγάπην Του προς τους ανθρώπους. Κάθε λίγο δε, όταν ωμιλούσε για κάτι το σημαντικόν, ρωτούσε: <<είδες τί ωραίο; Ε ε ε, τί ωραίο!>>.


Όντως η ψυχή του διετήρησε την καθαρότητα της παιδικής ηλικίας, γι' αυτό και ήτο δέκτης ευαίσθητος των μεγαλείων του Θεού, συνεχώς θαυμάζων τον Κύριον και Δημιουργόν του,


είτε βλέπων την φύσιν, είτε περιγράφων την αγάπην και το έλεος του Θεού προς τον άνθρωπον, είτε ψάλλων τα μεγαλεία Του και την δικαιοσύνην Του.


Ουδέποτε ηθέλησε να λυπήση άνθρωπον, ακόμη και εχθρόν του, ως συνέβη κάποτε με κάποιον λαϊκόν που του έφτιαξε κουφώματα στο κελλάκι του στη Βίγλα και του εκράτησε 3.000 δρχ. περισσότερον από τα συμφωνηθέντα. 


Επειδή εν συνεχεία εργάσθηκε στην Λαύρα, όταν επρόκειτο να πληρωθή, ηρώτησαν τον π. Αββακούμ εάν ήθελε να αφαιρέσουν από το ποσόν της αμοιβής του τις 3.000 δρχ. που του είχε εκείνος κατακρατήσει, και απήντησε: 


<<Όχι, τα χαρίζω>> μην τα κρατήσετε, διότι αισθάνομαι πολλήν χαράν>>. 




Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )


Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αναρτήσεων εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου (+ 2007),
<<ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΥΤΟΣ 1894 - 1978>>,
εκτύπωση - βιβλιοδεσία ΑΘΗΝΑ Α.Ε., έκδοσις δ', σελ. 38-44, 
Αθήναι 2002.