«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Σάββατο 28 Μαρτίου 2026
ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ - Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2024)
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Ετικέτες:
Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΗΣ
«ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΖΗΛΩΤΑΣ ΑΝΑΔΕΙΞΟΝ ΗΜΑΣ, ΚΥΡΙΕ!»
Ὁμιλία στὴν Κατανυκτικὴ Ἐκδήλωση Σαρακοστῆς
Ε΄ Κυριακὴ Νηστειῶν – Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας
Καθεδρικὸς Ἱ. Ναὸς Εὐαγγελιστρίας Λαρίσης, 8/21-4-2024
+Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος
Ἀγαπητοὶ Πατέρες καὶ Ἀδελφοί·
Α. Ἡ χάρις τῆς μετανοίας Ἡ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ Τριωδίου ἀρχίζει, ὡς γνωστόν, μὲ τὸ περίφημο τροπάριο: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα!». Γιατί παρακαλοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Τριωδίου καὶ καθ’ ὅλη τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γιὰ μετάνοια; Διότι διερχόμαστε τὴν κατ’ ἐξοχὴν περίοδο τῆς μετανοίας, καὶ ἐν τούτοις μόνοι μας, μὲ τὶς ἀνθρώπινες μόνον προσπάθειες καὶ διαθέσεις, δὲν καταφέρνουμε νὰ μετανοήσουμε ἀληθινὰ καὶ εἰλικρινά. Χρειαζόμαστε ἄμεσα τὴν θεία ἔμπνευση καὶ βοήθεια γι’ αὐτό. Ἄν δὲν ἀνοίξει ὁ Θεὸς τὶς πύλες τῆς μετανοίας στὸν ἄνθρωπο, τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ μετανοήσει εἰλικρινά. Εἶναι ἀναγκαία ἡ χάρις τῆς μετανοίας πρὸς τοῦτο!
Ὁ Κύριός μας ζήτησε ἐξ ἀρχῆς τοῦ κηρύγματός Του μετάνοια: «μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2). Αὐτὸ ἦταν νωρίτερα τὸ κήρυγμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, αὐτὸ ἦταν κατόπιν τὸ ἐπίμονο κήρυγμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, αὐτὸ εἶναι καὶ θὰ εἶναι πάντοτε τὸ συνεχὲς κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μετάνοια περιέχει οὐσιαστικὰ τὶς βασικὲς χριστιανικὲς ἀρετὲς καὶ ταυτόχρονα ἀποτελεῖ καρπό τους. Σημαίνει πρώτιστα πίστη. Ἄν δὲν πιστεύεις ἀληθινὰ καὶ βαθιά, δὲν πρόκειται νὰ δείξεις καμιὰ μετάνοια. Ἐπίσης, ἄν δὲν ἐλπίζεις, δὲν μετανοεῖς. Στὴν μετάνοια ἐνυπάρχει ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἰσάγει καὶ ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν μετάνοια, διότι τὸν ἐλέγχει καὶ τὸν προτρέπει σὲ διόρθωση τῶν ἐπταισμένων καὶ σὲ ἐπανόρθωση. Χωρὶς αὐτὴν δὲν ἔχουμε ἀληθινὴ μετάνοια. (βλ. Ἁγίου Γαβριὴλ Ἐπισκόπου Ἰμερέτιας, Ψάχνω τὴν ψυχή μου, Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ, ἐκδ. Ἄθως, Ἀθήνα 2023, σελ. 107 ἑ.).
Γενικά, ὅταν προβαίνουμε σὲ ἁπλὸ ἀπολογισμὸ τῶν ἁμαρτιῶν μας, καὶ παρατηροῦμε ὅτι δείχνουμε ἐλάχιστη μεταμέλεια, χωρὶς πόνο, χωρὶς αἰσχύνη, μὲ ψυχρότητα καὶ ἀδιαφορία, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἁμαρτήματα ἄλλου, τότε αὐτὸ τὸ γεγονὸς σημαίνει ὅτι οἱ πύλες τῆς μετανοίας δὲν ἀνοίχθηκαν ἀκόμη καλὰ μέσα μας.
Κάποτε, ὑπάρχει μετάνοια ἀπὸ ὑποχρέωση, ἐπειδὴ μᾶς τὸ ἐπιβάλλουν οἱ ἄλλοι, οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς, τὸ περιβάλλον κ.λπ. Φυσικά, δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς χαρακτηρίζει σὰν Χριστιανούς. Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι ἐπιβαλλόμενο καθῆκον, ἀλλὰ ζωτικὴ ἀνάγκη τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν λύτρωση καὶ τὴν ἀπελευθέρωση.
Ἄλλοτε, ὑπάρχει μετάνοια ἀπὸ τὸν φόβο τῆς τιμωρίας. Κάποιοι αἰσθάνονται ἄσχημα μὲ τὶς ἁμαρτίες τους κυρίως διότι ἐπικρέμαται ὁ κίνδυνος τῆς τιμωρίας ἐπάνω τους. Καλὸ εἶναι γιὰ ἀρχή, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ κάτι δουλικό. Δὲν φθάνει τὸ αἴσθημα τοῦ φόβου τιμωρίας γιὰ τὴν ἐνοχή, ἄν θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε ὑγιῆ σχέση μὲ τὸν Θεό. Εἶναι ἀναγκαία ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ παράδοση μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν θεία Ἀγκάλη, ἡ ὁποία δέχεται τοὺς πάντες, μὲ μόνον ὅρο τὴν ὁμολογία τῆς ὅποιας ἁμαρτίας, χωρὶς δικαιολογίες καὶ προφάσεις, καὶ τὴν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους καὶ τῆς θείας ἀφέσεως.
Ἡ ὄντως μετάνοια εἶναι πόνος καὶ βάσανο γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν προδοσία τῆς Ἀγάπης Του· γιὰ τὴν ἄδικη σπατάλη τοῦ πολύτιμου χρόνου τῆς ζωῆς μας στὴν ματαιότητα, στὴν ἀδικία, στὸ ψεῦδος, στὴν ἀνομία. Ἀναλογιζόμαστε τὸ μέγεθος τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ μας, καὶ τὴν δική μας ἀχαριστία καὶ ἀποστασία;
Ἐν τούτοις, ὅταν ἔχουμε μέσα μας ψυχρότητα, ὅταν λείπει τὸ ἀληθινὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας, δὲν ποθοῦμε τὰ πνευματικά, δὲν μᾶς ἑλκύει ἡ προσευχή, στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας δὲν μποροῦμε νὰ συγκεντρωθοῦμε, ἀλλὰ οὔτε καὶ στὴν κατ’ ἰδίαν προσευχή· στὴν ἀγαθοεργία καὶ θυσία εἴμαστε δυσκίνητοι, στὰ θεῖα βραδυκίνητοι ἕως ἀκίνητοι…
Ἄν βλέπουμε ὅτι ἡ ἁμαρτία ἔχει μεγάλη δύναμη μέσα μας, ὅτι μᾶς παρασύρει ἑκόντες-ἄκοντες, τότε χρειαζόμαστε πραγματικὰ δυνατὴ προσευχὴ καὶ δέηση ἐκτενῆ, γιὰ νὰ μᾶς λυπηθεῖ ὁ Κύριος καὶ νὰ μᾶς δώσει χάριν μετανοίας. Αὐτὴ δίδεται σὲ ὅσους τὸ ζητοῦν μὲ πόνο καὶ ἐπιμονή. Διαφορετικά, τὸ ἄπειρον Ἔλεος τοῦ Κυρίου, ποὺ θέλει νὰ μᾶς ἐπισκιάσει καὶ σώσει, χρησιμοποιεῖ ἄλλους τρόπους, ἀπρόσμενους, προκειμένου νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ ἐπίγνωση μετανοίας καὶ ἐπιστροφὴ στὶς εὐθεῖες ὁδοὺς τῆς θείας εὐαρεσκείας.
Β. Ἕνα σύγχρονο παράδειγμα μετανοίας Ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀναφέρω στὴν ἀγάπη σας ἕνα σύγχρονο παράδειγμα, τὸ ὁποῖο εἶναι πολὺ διδακτικὸ καὶ χαρακτηριστικό. Προηγουμένως, θέλω νὰ τονίσω ὅτι κάποιοι ἄνθρωποι ὁδηγοῦνται στὴν πίστη καὶ τὴν μετάνοια μὲ τρόπο θαυμαστό, ἐνῶ πρὶν ζοῦσαν μιὰ ζωὴ τελείως παραδομένη στὰ πάθη τους. Κάποιες ὅμως δυσχερεῖς περιστάσεις τῆς ζωῆς τοὺς συγκλόνισαν συθέμελα, καὶ μόνο τότε στράφηκαν μὲ μεγάλη ὁρμὴ πρὸς τὸν Θεό.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2007)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ
Σε τόσο μεγάλο βαθμό έφθασε η αδυναμία των μαθητών να αντιληφθούν καθαρά τα λόγια του Κυρίου για το επικείμενο Πάθος και την Ανάστασή Του, ώστε ευθύς αμέσως να Τον πλησιάσουν οι υιοί του Ζεβεδαίου και να συζητήσουν μαζί Του για την πρωτοκαθεδρία που θα ήθελαν να τους παραχωρήσει στο μέλλον· διότι, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Μάρκος, είπαν τότε στον Κύριο: «Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου(:όταν έλθεις στη δόξα σου και ανεβείς στον επίγειο βασιλικό θρόνο του Δαβίδ, βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στ’ αριστερά σου)»[Μάρκ.10,37].
Πώς τότε λοιπόν ο ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει ότι πλησίασε τον Κύριο η μητέρα τους και το ζήτησε αυτό και όχι οι ίδιοι οι μαθητές; «Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ᾿ αὐτοῦ(: τότε Τον πλησίασε η μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου με τους γιους της, η οποία Τον προσκύνησε και έδειξε ότι σκόπευε να Του ζητήσει κάτι)»[Ματθ.20,20].
Φυσικό ήταν και τα δύο να συνέβησαν· διότι παρέλαβαν τη μητέρα τους, με σκοπό να μεγαλώσουν την παράκλησή τους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να συγκινήσουν τον Χριστό. Το ότι λοιπόν είναι αληθινό αυτό που είπα και ότι η παράκληση ήταν μάλλον δική τους, αλλά παρουσιάζουν από ντροπή τη μητέρα τους, πρόσεξε πως ο Χριστός απευθύνει προς αυτούς τον λόγο. Καλύτερα όμως ας προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε κατά πρώτον τι είναι αυτό που ζητούν, με ποια διάθεση το ζητούν και τι ήταν εκείνο που τους οδήγησε να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Από τι λοιπόν παρακινούμενοι έφθασαν σε αυτήν την ενέργειά τους; Έβλεπαν ότι έχαιραν εκτιμήσεως εκ μέρους των άλλων ανθρώπων και ήλπισαν ότι εξαιτίας αυτού θα επιτύχουν να εκπληρωθεί και αυτή η αίτησή τους. Αλλά τι τέλος πάντων είναι αυτό το οποίο ζητούν; Άκουσε άλλον ευαγγελιστή, τον Λουκά, ο οποίος αποκαλύπτει αυτό πολύ καθαρά. Διότι, λέγει, ζητούσαν αυτά «διὰ τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι Ἱερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παραχρῆμα μέλλει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεσθαι(:διότι πλησίαζε στα Ιεροσόλυμα κι αυτοί νόμιζαν ότι θα φανερωνόταν αμέσως η βασιλεία του Θεού με λαμπρότητα και δόξα)»[Λουκ.19,11].
Νόμιζαν δηλαδή ότι η βασιλεία του Θεού βρίσκεται κοντά τους και ότι είναι αισθητή και ότι δεν επρόκειτο να υποστούν τίποτε το δυσάρεστο, εάν ήθελαν να επιτύχουν αυτό που ζητούσαν. Διότι δεν ζητούσαν τη βασιλεία του Θεού μόνο γι’αυτήν καθ’εαυτήν, αλλά και για να αποφύγουν τα δυσάρεστα. Για τον λόγο αυτόν και ο Χριστός κατ΄αρχήν τους απαλλάσσει από αυτές τις σκέψεις, λέγοντάς τους ότι πρέπει να αναμένουν σφαγές, κινδύνους και τα πιο φοβερά κακά. Διότι, λέγει, «δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν (:Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι του θανάτου που πρόκειται εγώ σε λίγο να πιω);».
Αλλά κανείς ας μην ανησυχεί, επειδή είναι τόσο ατελής η πνευματική κατάσταση των μαθητών· διότι δεν είχε ακόμη λάβει χώρα το σταυρικό πάθος του Κυρίου και ούτε είχε ακόμη δοθεί η χάρις του αγίου Πνεύματος. Εάν όμως θέλεις να γνωρίσεις την αρετή τους, εξέτασέ τους μετά από αυτά τα γεγονότα, και θα τους βρεις να είναι ανώτεροι από κάθε πάθος· διότι ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο φανερώνει τα ελαττώματά τους, ώστε στη συνέχεια να γνωρίσεις ποιοι έγιναν με την ενίσχυση της χάριτος του Θεού. Το ότι λοιπόν δεν ζητούσαν τίποτε το πνευματικό, ούτε είχαν καμία ιδέα για την ουράνια βασιλεία, γίνεται φανερό από τα όσα ελέχθησαν. Πλην όμως εμείς ας εξετάσουμε και πώς Τον πλησιάζουν και τι Του λέγουν.
«Διδάσκαλε, θέλομεν(:‘’Διδάσκαλε, θέλουμε)», λέγει ο ευαγγελιστής Μάρκος, «ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν(:να μας κάνεις αυτό που θα σου ζητήσουμε)»[Μάρκ.10,35]. Και ο Χριστός απαντά προς αυτούς: «Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν;(:τι θέλετε να σας κάνω;)»[Μάρκ.10,36]· όχι επειδή το αγνοούσε, αλλά για να τους εξαναγκάσει να απαντήσουν για να αποκαλύψει το τραύμα και έτσι να θέσει το φάρμακο.
Εκείνοι όμως, κατακόκκινοι από εντροπή, επειδή έφθασαν σε αυτήν την ενέργειά τους υποκινούμενοι από ανθρώπινο πάθος, Τον πήραν ιδιαιτέρως, μακριά από τους άλλους μαθητές και Τον ρώτησαν· διότι, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Μάρκος, «πλησίασαν πολύ κοντά Του»[Μάρκ.10,35:«προσπορεύονται αὐτῷ»], ώστε να μην τους αντιληφθούν οι άλλοι μαθητές, και έτσι Του είπαν αυτά που ήθελαν.
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Υπάρχουν μερικά θαλάσσια μέρη που τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Όσοι λοιπόν πλέουν σ' αυτά τα μέρη κρεμούν κώδωνες στα πλευρά των πλοίων, ώστε τα θηρία τρομαγμένα από τον ήχο τους να φεύγουν. Και του δικού μας βίου η θάλασσα τρέφει πολλά και φοβερώτερα θηρία, τα πονηρά πάθη δηλαδή και τους εφόρους των παθών δαίμονες που είναι πονηρότεροι. Επιπλέει σ' αυτή τη θάλασσα σαν πλοίο η Εκκλησία του Θεού κι' αντί για κώδωνες έχει τους πνευματικούς διδασκάλους, ώστε με τον ιερό ήχο της διδασκαλίας τούτων ν' απομακρύνη τα νοητά θηρία. Αυτό προφανώς προτυπώνοντας η στολή του Ααρών, είχε ευήχους κώδωνες ραμμένους στα άκρα της και σύμφωνα με τα θέσμια έπρεπε ν' ακούεται η φωνή τους, όταν ελειτουργούσε ο Ααρών.
Εμείς δε, μεταφέροντας καλώς το γράμμα στο πνεύμα, ας ηχήσωμε τώρα σε σας πνευματικώς, και μάλιστα κατά τον καιρό της νηστείας, οπότε επιτίθενται αγρίως φανερά και αφανή θηρία· φανερά μεν η γαστριμαργία, η μέθη και τα παρόμοια, άλλα δε αφανώς ενεδρεύοντα, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια, η υπεροψία και η υπόκρισις. Ο ίδιος δε ήχος είναι και φυγαδευτήριο των τοιούτων θηρίων και φυλακτήριο των ασκούντων τη νηστεία. Είναι λοιπόν η νηστεία και η ακρασία αντίθετα μεταξύ τους, όπως η ζωή και ο θάνατος. Η νηστεία είναι εντολή ζωής, που είναι συνομήλικη της ανθρωπίνης φύσεως, αφού εδόθηκε από τον Θεό στον Αδάμ κατά την αρχή στον παράδεισο, για διαφύλαξι της ζωής και της θείας χάριτος που είχε δοθή σ' αυτόν από τον Θεό. Η δε ακρασία είναι συμβουλή για τον θάνατο σώματος και ψυχής, που εδόθηκε δολίως από τον Διάβολο στον Αδάμ δια της Εύας για έκπτωσι της ζωής και απαλλοτρίωσι της από τον Θεό θείας χάριτος· διότι ο Θεός θάνατο δεν εδημιούργησε ούτε ευχαριστείται με την απώλεια των ζώντων.
Ποιός άνθρωπος λοιπόν θέλει να εύρη ζωή και χάρι στον Θεό από τον Θεό; Ας αποφύγη την θανατηφόρο ακρασία κι' ας προστρέξη στη θεοποιό νηστεία και εγκράτεια, για να επανέλθη χαρούμενος στον παράδεισο. Ο Μωυσής, νηστεύοντας επάνω στο όρος σαράντα ημέρες, επέταξε σε ύψος θεοπτίας κι' εδέχθηκε πλάκες θεοσεβείας· ο δε λαός των Εβραίων κάτω μεθώντας, εξέπεσαν σε ασέβεια και εχώνευσαν είδωλο μόσχου σε ομοίωμα του αιγυπτίου θεού Απιδος, και αν δεν εστεκόταν μεσίτης προς τον Θεό, αφού με την ανηλεή εξόντωσι των ομογενών του που προηγήθηκε τον εξιλέωσε, δεν θα τους ελυπόταν καθόλου ο Θεός (Εξ. 32, 1 εε.). Αν λοιπόν χρειαζώμαστε κι' εμείς το έλεος του Θεού, να μη μεθούμε με οίνο, ούτε να βαρυνώμαστε από υπερκορεσμό, πράγματα στα οποία υπάρχει η ασωτία και η ασέβεια (Εφ. 5, 18). Θεόπτης ήταν και ο Ηλίας, αλλά αφού και αυτός εκαθαρίσθηκε προηγουμένως με νηστεία (Γ’ Βας. 19, 8 εε.). Επέτυχε και ο Δανιήλ θεοπτία και οπτασία ενός από τους αρχαγγέλους, ο οποίος του παρείχε γνώσι των μελλόντων, αλλά αφού προηγουμένως έμεινε άσιτος επί είκοσι ολόκληρες ημέρες (Δαν. 10, 2 εε.).
'Αλλος προφήτης εφονεύθηκε από λεοντάρι, αλλ’ αφού έφαγε παρά την εντολή του Θεού. Γνωρίζετε όλοι τον Ησαΰ υιόν του Ισαάκ, ο οποίος λόγω γαστριμαργίας εξέπεσε και από τα άλλα πρωτοτόκια και από την πατρική ευλογία (Γεν. 27, 36). Ας φοβηθούμε μήπως κι' εμείς, προσέχοντας σ' αυτήν την γαστριμαργία, εκπέσωμε από την υπεσχημένη εκείνη ευλογία και κληροδοσία του ανωτάτου Πατρός. Δεν αγνοείτε επίσης τους τρεις παίδες, οι οποίοι, παραδεδομένοι στη νηστεία, κατεπάτησαν με άφλεκτα πόδια και σώματα την κάμινο στη Βαβυλώνα που είχε εκκαυθή εναντίον τους επταπλασίως. Εάν επιδοθούμε κι' εμείς σε αληθινή νηστεία, και την εδώ πύρωσι της σαρκός θα καταπατήσωμε και θα σβήσωμε, και την μελλοντική κάμινο θα περάσωμε άθικτοι, όταν του καθενός το έργο θα δοκιμάση το πυρ. Τί χρειάζεται να αναφέρωμε τον Κύριο των προφητών; Αυτός, αφού έλαβε σάρκα κι' έγινε για μας άνθρωπος, που μας υποδεικνύει τον τρόπο της νίκης κατά του Διαβόλου, νηστεύοντας σε όλα, ενίκησε τον πειρασμό που εκίνησε τα πάντα εναντίον του, και προς τους μαθητάς του έλεγε περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, «τούτο το δαιμόνιο δεν εξέρχεται παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Μάρκ.9, 21).
Αλλά εμπρός, αδελφοί, ας δείξωμε τι είναι η θεάρεστη κι’ αληθινή νηστεία. Να γνωρίζετε τούτο, ότι δεν επαινούμε αυτή καθ' εαυτήν τη σωματική νηστεία, αλλά για την ενέργειά της προς άλλα ψυχωφελέστερα· διότι για τη σωματική άσκησι, λέγει και ο θείος Παύλος, ότι ολίγο ωφελεί (Α' Τιμ. 4, 8). Γι’ αυτό και οι θεοφόροι πατέρες που ομιλούν από πείρα δεν δέχονται τις πολυήμερες νηστείες, αλλά κρίνουν δοκιμώτερο να τρώγωμε καθημερινώς μια φορά και να μη χορταίνωμε· και τούτο λέγουν σύμμετρη και συνετή νηστεία, πράγμα που λέγει και η Γραφή, το να μη παρασύρεται κανείς από την χορτασιά της κοιλίας και την ηδονή του λαιμού, αλλά να αφήνη το φαγητό ενώ έχει ακόμη όρεξι, η δε ποιότης και ποσότης της να είναι κατάλληλη προς τη δύναμι και διάθεσι του τρεφομένου σώματος, ώστε να συντηρήται κατά το δυνατό κι’ η υγεία του.
Πραγματικά το να τρώγη ο ασθενής από τα υπάρχοντα τρόφιμα καταλλήλως προς την ασθένεια και συμμέτρως, χωρίς να προσθέτη στα αναγκαία τα πολύ περιττά και συμφέροντα, και το να ζητή κανείς την τροφή αλλ' όχι την τρυφή, και την πόσι αλλ' όχι τη μέθη, και την σύμμετρη χρήσι αλλ' όχι την αμετρία και την ακρασία και την κατάχρησι, δεν αφαιρεί την αγιότητά του.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΜΑΡΚ. ι' 32 - 45). ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΝ ΜΑΡΚΟΝ, ΟΜΙΛΙΑ ΞΕ' α'
Ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, δὲν ἀνεβαίνει ἀμέσως στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐθαυματούργησε πρῶτα, ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν Ἰουδαίων, συνομίλησε μὲ τοὺς μαθητάς του· ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἀκτημοσύνης. «Ἄν θέλης νὰ εἶσαι τέλειος, λέει, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου»· καὶ τῆς παρθενίας. «Ὅποιος μπορεῖ νὰ καταναοήση, ἄς κατανοήση»· καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης· «Ἄν δὲν ἀναπλεύσετε τὴ ζωή σας καὶ δὲ γίνετε σὰν παιδιά, δὲ θὰ μπῆτε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Συνωμίλησε ἀκόμα κι ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἐδῶ ἀνταμοιβῆς· «Ὅποιος ἄφησε σπίτια ἤ ἀδελφούς, ἤ ἀδελφές, θὰ λάβη τὰ ἑκατονταπλάσια στὴ ζωὴ αὐτή». Καὶ γιὰ τὶς ἀμοιβὲς ἐκεῖ, «Καὶ θὰ κληρονομήσετε ζωὴν αἰώνια».
Τότε φέρνει στὴ σκέψη του τέλος τὴν πόλη, καὶ σκοπεύοντας ν’ ἀνεβῆ, ἀναφέρεται πάλι στὸ πάθος του. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ γίνη αὐτό, ἦταν φυσικὸ νὰ τὸ ξεχνοῦν καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς τὸ θυμίζει ἀδιάκοπα, θέλοντας νὰ συνηθίση τὴν ψυχή τους μὲ τὶς συχνὲς ὑπομνήσεις καὶ νὰ μετριάση τὴ λύπη τους. Μιλεῖ μαζί τους ἰδιαίτερα κατ’ ἀνάγκη· δὲν ἔπρεπε ὁ λόγος αὐτὸς ν’ ἀνακοινωθῆ μὲ σαφήνεια· κανένα κέρδος δὲν προέκυπτε ἀπ’ αὐτό. Γιατὶ ἄν αὐτὰ προκαλοῦσαν ταραχὴ στοὺς μαθητὰς ποὺ ἄκουαν, πολὺ περισσότερον θὰ ἐτάραζαν τὸ λαό. Καλά, καὶ δὲν εἰπώθηκαν καὶ στοὺς πολλούς; θὰ ρωτοῦσε κανείς. Εἰπώθηκαν ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸση σαφήνεια. Κατεδαφίσετε, εἶπε, αὐτὸν τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ὑψώσω πάλι. Κι ἀλλοῦ· Σημάδι ζητεῖ αὐτὴ ἡ γενιὰ καὶ σημάδι δὲ θὰ τῆς δοθῆ, παρὰ τὸ σημάδι τοῦ Ἰωνᾶ. Καὶ ἄλλη φορά· λίγο ἀκόμα διάστημα θὰ εἶμαι μαζί σας· ἔπειτα θὰ μὲ ζητήσετε καὶ δὲ θὰ μὲ βρῆτε.
Στοὺς μαθητάς του ὅμως δὲ μίλησε ἔτσι. Ὅπως φανέρωσε τὰ ἄλλα πιὸ καθαρὰ, τὸ ἴδιο καὶ τοῦτο. Καὶ ἄν πολλοὶ δὲν κατανοοῦσαν τὸ νόημα τῶν λόγων του, τί χρειαζόταν καὶ νὰ τοὺς μιλᾶ; Γιὰ νὰ νιώσουν ἔπειτα, ὅτι μὲ προηγούμενη γνώση βάδιζε πρὸς τὸ πάθος καὶ μὲ τὴ θέλησή του· ὄχι ἀπὸ ἄγνοια, οὔτε ἀπὸ ἀνάγκη. Στοὺς μαθητάς του δὲν ἔκανε τὴν παραγγελία γι’ αὐτὸ μόνο. Ἀλλὰ γιὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπα: Νὰ προετοιμαστοῦν μὲ τὴν προσμονὴ καὶ νὰ βαστήξουν εὐκολώτερα τὸ πάθος· μὴν ἔρθη ἀπροσδόκητο καὶ τοὺς ταράξη ὑπερβολικά. Καὶ γι’ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸ θάνατο μόνο. Κι ὅταν τὸ καλοστοχάστηκαν καὶ ἐξοικειώθησαν μὲ τὴν ἰδέα του, προσθέτει καὶ τὰ ἄλλα· ὅτι θὰ τὸν παραδώσουν στὰ ἔθνη, ὅτι θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν.
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοῦτο ἀκόμα· ὅταν δοῦνε ὅτι πραγματοποιήθηκαν τὰ δυσάρεστα, νὰ ὁδηγηθοῦν ἀπ’ αὐτὰ καὶ στὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἔκρυψε τὰ λυπηρά, κι ὅσα θεωροῦνται ντροπή, εὔλογα θὰ γινόταν πιστευτός καὶ τὰ εὐχάριστα. Πρόσεξε καὶ τὴ σοφὴ χρονικὴ οἰκονομία τοῦ πράγματος. Δὲν τοὺς ἐμίλησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ταράξη. Οὕτε πάλι τὴν ὥρα τῆς ἐκτελέσεως, γιὰ νὰ μὴν τοὺς προκαλέση διπλῆ ἀναστάτωση. Τοὺς μίλησε, ὅταν τοὺς εἶχε δώσει ἀρκετὰ δείγματα τῆς δυνάμεώς του· ὅταν τοὺς ἔδωσε μεγάλες ὑποσχέσεις γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τότε εἰσάγει καὶ τὸ λόγο γι’ αὐτὰ καὶ μία καὶ δύο καὶ πολλὲς φορὲς, συνδυάζοντάς τον μὲ τὰ θαύματα καὶ τὶς διδαχές του.
Ἄλλος εὐαγγελιστὴς λέγει ὅτι φέρνει μάρτυρες, καὶ τοὺς προφῆτες. Ἄλλος ὅτι κι αὐτοὶ ἀκόμα δὲν ἐνοοῦσαν τοὺς λόγους του ἀλλὰ ἔμεναν μυστικοὶ καὶ γι’ αὐτοὺς κι ὅτι θαμπωμένοι τὸν ἀκολουθοῦσαν. Χανόταν λοιπόν, συμπεραίνει, τὸ κέρδος τῆς παραγγελίας. Ἄν δὲν ἐγνώριζαν τὸ περιεχόμενο ὅσων εἶχαν ἀκούσει, δὲν μποροῦσαν καὶ νὰ περιμένουν· κι ἄν δὲν περίμεναν πῶς νὰ προετοιμασθοῦν μὲ τὶς ἐλπίδες; Ἄλλη μεγαλύτερη ἀπορία διατυπώνω ἐγώ· ἄν δὲν ἐγνώριζαν πῶς ἐλυποῦνταν; Πῶς ἔλεγε ὁ Πέτρος· Σὲ καλό σου, μακριὰ αὐτὸ ἀπὸ σένα; Τί σημαίνει λοιπὸν αὐτὸ; Ἐγνώριζαν ὅτι θὰ πεθάνη κι ἄς μὴ ἤξεραν καθαρὰ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας. Οὔτε τὴν ἀνάσταση ἐγνώριζαν οὔτε ὅσα ἔμελλε νὰ κατορθώση. Καὶ τοῦτο ἦταν κρυμμένο ἀπ’ αὐτούς.
Γι’ αὐτὸ καὶ λυποῦνταν. Εἶχαν δεῖ μερικοὺς, ποὺ εἶχαν ἀναστηθῆ ἀπὸ ἄλλους. Ποτὲ δὲν εἶδαν ὅμως κάποιον νὰ ἀναστήση τὸν ἑαυτὸ του καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ξαναπεθάνη πιά. Αὐτὸ δὲν ἦταν κατανοητὸ κι ἄς λεγόταν πολλὲς φορές. Ἀκόμα, δὲν ἐγνώριζαν καθαρὰ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου καὶ τὸν τρόπο, τῆς πραγματοποιήσεώς του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν θαμπωμένοι. Κι ὄχι μονάχα γι’ αὐτό· νομίζω ὅτι τοὺς ξάφνιαζε κι ὅλας, καθὼς μιλοῦσε γιὰ τὸ πάθος του.
β΄. Ὡστόσο κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲν τοὺς ἔδινε λίγο θάρρος, κι ἄς ἄκουγαν ἀδιάκοπα γιὰ τὴν ἀνάσταση. Γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θάνατο, τοὺς ἀνησυχοῦσε ὑπεβολικὰ καὶ τοῦτο· ὅτι ἄκουγαν πὼς θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ ὅσα ἄλλα παρόμοια. Ὅταν ἔφεραν στὸ νοῦ τὰ θαύματα, τοὺς δαιμονισμένους ποὺ ἐλευθέρωσε, τοὺς νεκροὺς ποὺ σήκωσε, ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ θαυματουργοῦσε κι ἔπειτα ἄκουσαν κι αὐτά, ἔνιωθαν ἔκπληξη γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔπραττε αὐτὰ τὰ θαύματα θὰ πάθαινε αὐτὰ τὰ παθήματα.
Γι’ αὐτό κι ἔπεφταν σὲ ἀπότοματα. Τώρα ἐπίστευσαν κι ἔπειτα δὲν δυσπιστοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντιληφθοῦν τοὺς λόγους. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀντιλήφθηκαν καθαρὰ τὸ λόγο, ὥστε ἀμέσως τὸ ἐπλησίασαν οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ μίλησαν γιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία· Θέλουμε, λέει, νὰ καθίσωμε ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ κι ὁ ἄλλος ἀριστερά σου. Πῶς λοιπὸν αὐτὸς ὁ Εὐγγελιστὴς λέει ὅτι ἐπλησίασε ἡ μετέρα;
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου, είναι η πλέον ίσως δημοφιλής ιερά Ακολουθία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η Ακολουθία αύτη ψάλλεται εις τους ιερούς Ναούς μας κατά τας πρώτας πέντε εβδομάδας της Μ. Τεσσαρακοστής, εν ημέρα Παρασκευή. Κατά την πρώτην εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής (η «των Νηστειών») ψάλλονται οι εξ πρώτοι «οίκοι» του Ύμνου, ήτοι οι «οίκοι» Α-Ζ κατά την δευτέραν εβδομάδα ψάλλονται οι «οίκοι» Η-Μ κατά την τρίτην εβδομάδα ψάλλονται οι «οίκοι» Ν-Σ κατά την τετάρτην εβδομάδα ψάλλονται οι «οίκοι» Τ-Ω κατά δε την πέμπτην εβδομάδα ψάλλεται ολόκληρος ο Ύμνος. Τόσον τα τμήματα του Ακαθίστου Ύμνου, όσον και ολόκληρος ο Ύμνος, ψάλλονται μαζί με ειδικόν «Κανόνα», ο οποίος αρχίζει με τον ειρμόν «Ανοίξω το στόμα μου». Ψάλλονται δε αμφότερα εις το μέσον περίπου του «Μικρού Αποδείπνου», ήτοι της ωραίας εκείνης προσευχής της Εκκλησίας μας, που λέγεται καθημερινώς μετά το Δείπνον. Ονομάζεται «Μικρόν Απόδειπνον» διά να διακρίνεται από το «Μέγα Απόδειπνον», το οποίον λέγεται κατά την Μ. Τεσσαρακοστήν, πλην των ημερών Παρασκευής (οπότε λέγεται το «Μικρόν» μετά της Ακολουθίας των «Χαιρετισμών»), Σαββάτου και Κυριακής. (Υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τας οποίας, συμφώνως προς το Τυπικόν της Εκκλησίας μας, η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου δεν συνδυάζεται με το Μικρόν Απόδειπνον, αλλά με άλλας Ακολουθίας.) Εν συνεχεία θα ίδωμεν δι' ολίγων τι είνε ο Ακάθιστος Ύμνος, ποία η ιστορία του και ποίος ο ποιητής του. Μετά ταύτα δε θα ομιλήσωμεν περί «Κανόνων» και «Ωδών», ως και περί της σημασίας των διαφόρων ονομασιών των τροπαρίων, τέλος δε θα είπωμεν ολίγα και περί του «Κανόνος» του Ακαθίστου Ύμνου. Ο Ακάθιστος Ύμνος είνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιότερον ελέγοντο ολόκληροι ύμνοι, ανάλογοι προς τους «Κανόνας». Η ονομασία οφείλεται μάλλον εις το κοντόν ξύλον επί του οποίου ετυλίσσετο η μεμβράνα που περιείχε τον ύμνον. Το πρώτον τροπάριον ελέγετο «προοίμιον» η «κουκούλιον» και τα ακολουθούντα ελέγοντο «οίκοι», ίσως διότι ο όλος ύμνος εθεωρείτο ως σύνολον οικοδομημάτων αφιερωμένων εις μνήμην αγίου τινός. Κοντάκον λέγεται συνήθως σήμερον το πρώτον τροπάριον ενός τοιούτου ύμνου (Κοντακίου). Ο Ακάθιστος Ύμνος περιέχει προοίμιον και 24 «οίκους». Το προοίμιόν του παλαιότερον δεν ήτο το «Τη υπερμάχω Στρατηγώ» που είνε σήμερον, αλλ' έτερον. («Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει»). «Εφύμνια» έχει δύο: Το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια». Το πρώτον απαντά εις το προοίμιον και εις τους περιττούς «οίκους» (1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), το δε δεύτερον εις τους αρτίους «οίκους» (2, 4, 6, 8, κ.τ.λ.). «Εφύμνιον» λέγεται η τελευταία λέξις η φράσις του ύμνου, την οποίαν ο λαός επανελάμβανεν, αφού βεβαίως οι ψάλται έψαλλον ολόκληρον τον ύμνον. Ο Ακάθιστος Ύμνος αρχίζει με τον Ευαγγελισμόν της Παρθένου, και έπειτα αναφέρεται εις τα εν συνεχεία γεγονότα. Ομιλεί περί της επισκέψεως της Παρθένου προς την Ελισάβετ, περί των υποψιών του προστάτου της Παρθένου Ιωσήφ, περί της προσκυνήσεως του Κυρίου υπό των ποιμένων και των μάγων, περί της φυγής του Χριστού εις Αίγυπτον και περί της Υπαπαντής του Κυρίου. Αυτά εις το πρώτον ήμισυ. Εις το δεύτερον ήμισυ του ύμνου γίνεται λόγος περί της σαρκώσεως του Κυρίου, της θεώσεως των ανθρώπων και της θεομητορικής αξίας της Παναγίας. Ποίος ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου; Εις το ερώτημα αυτό δεν εδόθη μέχρι σήμερον απάντησις που να μη επιδέχεται αντιρρήσεις. Παρ' όλας τας ερεύνας και τας συζητήσεις, το πρόβλημα παραμένει ακόμη πρόβλημα. Άλλοι -και είναι οι περισσότεροι- θεωρούν τον Ύμνον ως έργον του Ρωμανού του Μελωδού. Άλλοι θεωρούν αυτόν ως έργον του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Άλλοι τον αποδίδουν εις τον Γεώργιον Πισίδην. Άλλοι εις τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανόν τον Α´ και άλλοι εις άλλους.
Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (4ο ΜΕΡΟΣ)
ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΑΒΒΑΪΤΟΥ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ «ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ» ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘ. ΥΜΝΟΥ ΣΤΟΝ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ Κ. ΠΑΛΑΜΑ
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
ΥΠΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟΝ ΥΜΝΟΝ (1898)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Α. ΚΑΝΤΙΩΤΗ: «Η ΩΡΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ»
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ «ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ»
Ψάλλει ο βυζαντινός χορός των Αγιοκυπριανιτών Πατέρων, Φυλής Αττικής
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
ΓΕΝΙΚΑ: Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται ένας ύμνος, για την ακρίβεια ένα Κοντάκιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους σε αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω. Δηλαδή κάθε «οίκος», ή στροφή, ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).
Θεωρείται δίκαια ως αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι ποιητική, εμπλουτισμένη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου. Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου. Ο ύμνος αυτός ονομάζεται «Ακάθιστος» από την όρθια στάση, που τηρούν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας της1. Οι πιστοί έψαλαν παλαιότερα τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά. Σύμφωνα με αναφορές Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ακάθιστος Ύμνος ήταν στενά συνδεδεμένος με την εορτή του Ευαγγελισμού.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Το 626, όταν ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγείτο εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Βασιλεύουσα πολιορκήθηκε αιφνιδιαστικά, κατόπιν συνεργασίας αντιπερισπασμού με τους Περσες, από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και στις 6 Αυγούστου Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Σέργιος, Πατριάρχης Κων/λεως, περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό.
Λίγη ώρα αργότερα, μέσα στη νύχτα, φοβερός ανεμοστρόβιλος, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον αποτελούμενο από ελαφρά μονόξυλα εχθρικό στόλο, ενώ μια αντεπίθεση των αμυνόμενων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους συνεργαζόμενους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε πια σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, όρθιο το πλήθος του πιστού λαού έψαλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
ΑΛΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ: Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, ο ύμνος είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο, “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει”, με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο “Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια”, το οποίο έδωσε δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό και περισσότερο δογματικό ύμνο. Σύμφωνα όμως με άλλες πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κων/νου Πωγωνάτου [673], Λέοντος Ισαύρου [717-8] και Μιχαήλ Γ΄[860].
Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ: Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ύμνος ψαλλόταν ως ευχαριστήρια ωδή προς τη Θεοτόκο, την Υπέρμαχο Στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, εντούτοις το πρόβλημα της σύνθεσης του Ακάθιστου Ύμνου παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα, καθώς οι μελετητές δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο ποιος, πότε και γιατί συνέθεσε τον ύμνο αυτό. Πάντως σε όλα τα χειρόγραφα ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο σύνθεσης, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου [431], επομένως ο Ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα από τη χρονιά αυτή.
Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν επί Ιουστινιανού [527-565], πράγμα που σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού. Η ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση όμως αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό το Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, όπως οι: P. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Ευστρατιάδης, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η ποιητική του αρτιότητα και η δογματική του πληρότητα οδηγούν στο Ρωμανό.
Τέλος, σε έναν κώδικα του 13ου αιώνα, υπάρχει σημείωση, του 16ου, όμως, αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου. Η άποψη αυτή, πάντως, αντικρούεται από πολλούς μελετητές που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία της μεταρωμανικής εποχής2. Σύμφωνα, λοιπόν με μία εκδοχή, η οποία υποστηρίζεται και από τον καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη, αλλά και τον O. Bardenhewer, αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄[716-730], ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες το 718, επί Λέοντο Ισαύρου.
ΑΚΑΚΙΟΥ ΣΑΒΒΑΪΤΟΥ: Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ
«Ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν κάποιο ἀνδρῶον μοναστήριον λεγόμενον τοῦ Ἀβάσσου(*). Ἡ ὀνομασία του αὐτὴ ἴσως νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ κτίτορος, ὅμως ἦταν ἀφιερωμένον εἰς τὴν Ὑπερένδοξον Δέσποιναν ἡμῶν, τὴν Θεοτόκον, ἡ ὁποία ἐκεῖ ὀνομάζεται «Ἀβασσιώτισσα» καὶ ἐπιτελεῖ πάμπολλα θαύματα. Συνήθιζαν λοιπὸν ὅλοι οἱ καλλίφωνοι ψάλται νὰ μεταβαίνουν ἐκεῖ, διὰ τὴν ἀγρυπνίαν τοῦ «Ἀκαθίστου», ὡς λέγεται. Προκαλοῦσαν ὅμως θόρυβον καὶ μεγάλην ἀναταραχὴν εἰς τὸ μοναστήριον. Οἱ μοναχοὶ θέλοντες, κατὰ τὴν τάξιν, νὰ διαφυλάξουν τὴν κατάνυξιν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀγανακτοῦσαν. Τὸ ἔθος ὅμως ἦτο παλαιόν, καὶ οἱ μοναχοὶ δὲν εἶχαν τί νὰ κάμουν.
Κάποτε λοιπὸν ἔγινε ἡγούμενος ἕνας πολὺ εὐλαβὴς καὶ ἐνάρετος ἱερεύς, πλὴν ἄμουσος. Αὐτὸς εἶπε πρὸς τοὺς μοναχοὺς τοῦ μοναστηρίου του: «Παιδιά μου, θέλω νὰ γνωρίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω τὴν κατ’ ἔθος προσέλευσιν ἐδῶ τῶν καλλιφώνων». Τότε, οἱ μοναχοὶ θυμωμένοι τοῦ ἀπήντησαν: «Ἂν κάμῃς ἔτσι, ποιός θὰ ψάλῃ τοὺς οἴκους;» Καὶ ὑποκρινόμενοι τὰ ἄφωνα ὄντα, τοῦ εἶπαν: «Ψάλε τους ἐσύ!». Ὁ ἡγούμενος μὲ ἁπλότητα τοὺς εἶπεν: «Ἐγώ, τέκνα μου, σὺν Θεῷ! Ἐγὼ θὰ προσφέρω εἰς τὸν Θεὸν ὁλόκληρον τὸ σέβας τῆς ἑορτῆς». Ὅταν λοιπὸν ἔφθασεν ἡ ἡμέρα, καὶ ἦλθεν ἡ νύκτα, εἶπεν ὁ ἡγούμενος πρὸς τὸν θυρωρὸν τοῦ μοναστηρίου: «Κλεῖσον μὲ ἀσφάλειαν τὴν πύλην, καὶ οὐδενὸς νὰ ἐπιτρέψῃς τὴν εἴσοδον, ἄλλως θὰ ἔχῃς ἐπιτίμιον».
Ὁ θυρωρὸς ἀμέσως ἐπῆγε καὶ ἀσφάλισε τὴν πύλην, συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολήν. Ἦλθαν τότε οἱ καλλίφωνοι ἐμπρὸς εἰς τὸν πυλῶνα καί, ἐπειδὴ ηὗραν τὴν εἴσοδον κλειστήν, σκανδαλισθέντες ἔφυγαν, λέγοντες πολλὲς ἀπειλὲς κατὰ τῶν μοναχῶν. Ἀλλὰ καὶ κάποιοι μοναχοί, ἀπὸ ἐκείνους ὁπού συνανεστρέφοντο μὲ τοὺς καλλιφώνους, χάριν τῶν ὁποίων, λύοντες τὸν κανόνα τῆς νηστείας, ἔπιναν καὶ ἔτρωγαν μετ’ αὐτῶν, ἔλεγαν κρυφίως μεταξύ των, μὲ βαρεῖαν διάθεσιν κατὰ τοῦ ἡγούμενου: «Νὰ ἰδοῦμε, τί θὰ κάμῃ αὐτὸς ὁ ἄφωνος ἰχθύς!».
Ὅταν, τέλος πάντων, ἔφθασεν ἡ ὥρα, κτυπήσαντες τὸ σήμαντρον συνήχθησαν ὅλοι οἱ μοναχοί, περὶ τοὺς ἑβδομήκοντα, εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ὅλοι παρατηροῦσαν διὰ νὰ ἰδοῦν, τί θὰ κάμῃ ὁ ἡγούμενος, ἐνῷ ὅσοι ἤξευραν νὰ ψάλουν, παρήκουσαν τὴν ἐντολήν του γινόμενοι ἀφωνότεροι τῶν ἰχθύων. Ὅταν λοιπὸν ἦλθεν ἡ στιγμὴ ὁπού, κατὰ τὴν τάξιν, ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν οἱ οἶκοι τῶν «Χαιρετισμῶν», ὁ ἡγούμενος ἐφώναξε τὸν ἐκκλησιάρχην καὶ τοῦ εἶπεν: «Νὰ μοῦ φέρῃς ἐδῶ τὸ ἐπιτραχήλιον καὶ τὸν φελώνην». Ἐκεῖνος τοῦ τὰ ἔφερε, καὶ τότε αὐτός, πλησιάσας εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, ἔκαμε τρεῖς μετανοίας, ὡς εἴθισται εἰς τοὺς μοναχούς, ἀπεκάλυψε τὴν κεφαλήν του, ἐνεδύθη τὰ ἱερατικὰ ἄμφια, καὶ ἐστάθη ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Δὲν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Μητέρα τοῦ Κυρίου νὰ τοῦ δώσῃ καλλιφωνίαν, ἂν καὶ αὐτὴ τοῦ ἔδωσεν. Ἐγνώριζεν ὁ γέρων ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐπιδίδωνται εἰς αὐτά.
Ἀσφαλῶς, καὶ ὁ μακάριος Ρωμανὸς ἀπὸ τὴν Παναγίαν ἔλαβε τὸ χάρισμα καὶ ὠνομάσθη Μελῳδός, αὐτὸς ὁποὺ προηγουμένως ἦτο τελείως ἄφωνος, παρ’ ὅτι ἦτο κληρικὸς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καταγόμενος ἀπὸ εὐγενεῖς γονεῖς καὶ κοσμημένος μὲ ὅλες τὶς ἀρετές, ὅπως τὴν παρθενίαν, τὴν σωφροσύνην τῶν αἰσθήσεων, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἐλεημοσύνην. Τὸ μοναδικόν του μειονέκτημα ἦτο ἡ παραφωνία, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸν περιγελοῦσαν οἱ συνάδελφοί του κληρικοί. Τί ἆραγε θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ αὐτὸς διὰ τοῦτο τὸ μειονέκτημά του; Καταφεύγει λοιπὸν εἰς τὴν σκέπην καὶ τὴν βοήθειαν τῆς Γοργοεπηκόου Πανάγνου Μητρὸς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, εἰς αὐτὴν ὁποὺ ἔχει ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῶν χαρισμάτων. Νηστεύει καὶ τὴν παρακαλεῖ νὰ λυθῇ τὸ διάφραγμα τῆς κακοφωνίας του.
Ἔτσι ἔκαμε. Καὶ κάποια νύκτα, ἐνῶ ἀγρυπνοῦσε καὶ ἔψαλλε δεόμενος, ἐγονάτισεν ὀλίγον ἀπὸ τὴν κούρασιν, καὶ ἔτσι τὸν ἐπῆρεν ἕνας ὕπνος γλυκύς. Ἀνεκάθισεν ὅμως μετ’ ὀλίγον καὶ βλέπει, ἔξυπνος, ὄχι εἰς τὸν ὕπνον, παρ’ ὅτι καὶ εἰς τὸν ὕπνον ἡ πολυμέριμνος ψυχὴ δὲν ἀποκοιμᾶται εὐκόλως, βλέπει νὰ ἔρχεται ἡ Πανάμωμος Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τοῦ λέγῃ: «Τί σοῦ συμβαίνει καὶ θλίβεσαι, εὐλογημένον τέκνον, Ρωμανέ;». Καὶ ἐκεῖνος ἀπαντᾷ: «Διὰ τὴν κακοφωνίαν μου αὐτὴν, Δέσποινα Κυρία, διότι ὅλοι μὲ περιγελοῦν». «Καὶ ἂν σοῦ χαρίσω φωνὴν μελωδικήν, τί μοῦ ὐπόσχεσαι; Θὰ γίνῃς μοναχός;» «Ναί, Κυρία μου», ἀπαντᾷ ἐκεῖνος, «ἐφ’ ὅσον αὐτή, ἐξ ἄλλου, εἶναι ἡ ἐπιθυμία μου».
Καὶ ἡ Δέσποινα τοῦ ἀποκρίνεται: «Καὶ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι εἶσαι ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ κοσμικά, ὅμως τὸ χάρισμα ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ ὅσους δὲν προσέχουν. Ἂν θέλῃς νὰ σοῦ δοθῇ τὸ χάρισμα, πρόσεξε νὰ μὴ γίνῃ γνωστὸν τὸ μυστήριον. Διαμοίρασον ὅ,τι ἔχεις εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ πήγαινε εἰς τὸ ἀγαπητόν μου ἀνάκτορον, τὴν Μονὴν τοῦ Ἀβάσσου, καὶ νὰ γίνῃς ἐκεῖ μοναχός. Τότε θὰ ἔλθω ἐκεῖ, καὶ θὰ σὲ ἐπισκεφθῶ». Λοιπόν, εὐθὺς ὁποὺ ἐξύπνησεν, ἠσθάνθη τὴν καρδίαν του πλήρη συνέσεως καὶ γλυκύτητος, καὶ ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι τοῦ εἶχε ζητηθῆ. Ὅταν ὡλοκλήρωσε τὴν διανομὴν τῶν ὑπαρχόντων του, ἀνεχώρησε διὰ τὸ μοναστήριον, φυλάττων πάντοτε καλῶς ὡς μυστικὸν ἀδημοσίευτον τὸ μυστήριον.
Ἐκάρη μοναχός, καὶ ἀπέβαλε μετὰ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς του καὶ ὅλες τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες, γενόμενος ἔτσι καθαρὸν σκεῦος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀνέμενεν, ὅμως, ἐν σιωπῇ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ὑποσχέσεως τῆς Παναγίας. Κάποιαν νύκτα, λοιπόν, ἐμφανίζεται πάλιν ἡ Πανάμωμος Παρθένος καὶ τοῦ λέγει: «Χαίροις, τέκνον εὐλογημένον, Ρωμανέ! Ἐφ’ ὅσον μετὰ πάσης προθυμίας ἐξεπλήρωσες ὅλα, ὅσα σοῦ ὑπέδειξα, λάβε τώρα τὸν καρπὸν τῆς ὑπακοῆς σου. Ἄνοιξον τὸ στόμα σου». Καὶ τοῦ ἔδωσε τότε νὰ φάγῃ τὴν σελίδα ἑνὸς βιβλίου, ὄχι ὁλόκληρον κεφάλαιον ὅπως εἰς τὸν Ἰεζεκιήλ, οὔτε ὅπως εἰς τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σύρον, ἀλλὰ σελίδα κατάγραφον «ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν». Τὸ σημεῖον τοῦτο ἐδήλωνε διὰ τοῦ ἔσωθεν μὲν τὸν φωτισμὸν τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας, διὰ δὲ τοῦ ἔξωθεν τὴν καλλιφωνίαν πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν γνωστῶν εἰς ὅλους κοντακίων τοῦ ἀνδρός.
Τρίτη 24 Μαρτίου 2026
ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΡΤΗΣ
11 ΜΑΡΤΙΟΥ
Βίος και Πολιτεία της Οσίας Μητρός Ημών Θεοδώρας, της Βασιλίσσης Άρτης
Βασίλισσα και Πολιούχος της Άρτας
Κοιμήθηκε το 1303 μ.Χ. στην Άρτα
Η μνήμη της τιμάται στις 11 Μαρτίου
Η Αγία Θεοδώρα είναι η πολιούχος της Άρτας. Έζησε στα χρόνια του ένδοξου Δεσποτάτου της Ηπείρου, και ήταν σύζυγος του Δεσπότη Μιχαήλ του Β' Αγγέλου Κομνηνού. Η καταγωγή της - τα πρώτα χρόνια της ζωής της Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1212- 1214 μ.Χ. στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Πατέρας της ήταν ο Ιωάννης Πετραλείφας, που από το έτος 1195 μ.Χ. υπηρετούσε ως Σεβαστοκράτορας, ανώτερος δηλαδή διοικητής της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Ο πατέρας του είχε Νορμανδική καταγωγή, και η μητέρα του ήταν Ελληνίδα, και αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στο Διδυμότειχο.
Ο Ιωάννης Πετραλείφας νυμφεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την πριγκίπισσα Ελένη, που είχε συγγένεια με την οικογένεια των Παλαιολόγων. Έφεραν στον κόσμο πέντε παιδιά· τον Θεόδωρο, το Νικηφόρο, τον Ανδρόνικο, τη Μαρία, και τελευταία τη Θεοδώρα. Οι δύο γονείς ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι, με ευγένεια και καλοσύνη πολλή· αυτές τις αρετές προσπάθησαν να φυτέψουν και στις ψυχές των παιδιών τους. Τα μόρφωσαν πολύ με τα μέσα που διέθετε η εποχή, και κάθε μέρα προόδευαν τα παιδιά τους, και αυτό τους γέμιζε χαρά και ικανοποίηση.
Ήδη από καιρό η Θεσσαλονίκη είχε πέσει στα χέρια των Φράγκων, και ο Ιωάννης Πετραλείφας είχε χάσει τη θέση του. Όμως πολύ νωρίς οι δύο γονείς έφυγαν από τη ζωή, πρώτα η μητέρα των παιδιών Ελένη, και λίγο αργότερα ο πατέρας τους Ιωάννης. Τώρα όλα είναι πολύ δύσκολα για τα ορφανά παιδιά, ιδίως για τη μικρή Θεοδώρα. Ευτυχώς όμως ο Θεός δεν τα εγκατέλειψε. Τους έφερε προστάτη τους την αδελφή του πατέρα τους Μαρία και τον άνδρα της Θεόδωρο, πού ήταν Δεσπότης, ηγεμόνας δηλαδή στο κράτος το Ελληνικό που ονομαζόταν Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Όταν το 1204 μ.Χ. οι Φράγκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και πολλά άλλα μέρη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μερικοί δραστήριοι ηγεμόνες κατάφεραν, πριν πάνε οι Φράγκοι, να οργανωθούν και δημιούργησαν τρία Ελληνικά κράτη. Στην Ήπειρο ο πανέξυπνος και δραστήριος Μιχαήλ Α' Άγγελος Κομνηνός, συγγενής του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού, ήρθε από την Πελοπόννησο στην Ήπειρο, και ίδρυσε κράτος που ονομάστηκε Δεσποτάτο της Ηπείρου (στη Βυζαντινή εποχή οι τίτλοι των αξιωμάτων ήταν:
Ο πρώτος σε αξία τίτλος ήταν Αυτοκράτωρ-Βασιλεύς, ο δεύτερος ήταν Δεσπότης, και ο τρίτος σε αξία τίτλος ήταν Σεβαστοκράτωρ), κι έκανε πρωτεύουσά του την Άρτα. Στη Μικρά Ασία ο Θεόδωρος Λάσκαρης ίδρυσε το κράτος που ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Νίκαιας, με πρωτεύουσα την πόλη Νίκαια της Βιθυνίας· και στη Μαύρη θάλασσα ο Αλέξιος Κομνηνός δημιούργησε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα.
Στην Ήπειρο ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Α' Κομνηνός κατάφερε με την εξυπνάδα και τη διπλωματία του να δημιουργήσει ένα πολύ δυνατό κράτος, που έφθανε από το Δυρράχιο της Ηπείρου και την Κέρκυρα, μέχρι τη Ναύπακτο και τη Θεσσαλία. Yπερασπίστηκε τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, και προφύλαξε τους υπηκόους του από τις προσπάθειες των παπικών να επηρεάσουν τους ορθόδοξους. Δυστυχώς όμως ένας κακός υπηρέτης του, ονόματι Ρωμαίος, μάλλον βαλτός από τους δυτικούς, τον σκότωσε, κι άφησε χήρα τη γυναίκα του και ορφανό το γιο του Κωνσταντίνο.
Τότε ανέλαβε Δεσπότης προσωρινά, μέχρι να μεγαλώσει ο Κωνσταντίνος, ο αδελφός του Μιχαήλ, Θεόδωρος, που είχε γυναίκα του τη Μαρία, την αδελφή του Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Πετραλείφα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
.jpg)





.jpg)
.jpg)
.jpg)
