ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΩΣ ΚΗΡΥΞ ΚΑΙ ΠΟΙΜΗΝ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Αγίου Ιωάννου Πρωθιερέως της Κροστάνδης:
<<Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ>>, εκδόσεις <<Το Περιβόλι της Παναγίας>>,
Α' ΈκδοσηΘεσσαλονίκη 2003, σελ. 162-165.
Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος (ο Άγιος Ιωάννης) την εν Κροστάνδη ιερατικήν ζωήν και διακονίαν του:
<<Από των πρώτων ημερών του υπουργήματός μου εν τη υψηλή υπηρεσία της Εκκλησίας του Θεού, εθεώρησα ως κανόνα της ζωής μου να είμαι πιστός
και ζηλωτής εν τω ιερατικώ μου έργω και αυστηρώς επαγρυπνώ επί του εαυτού μου και της πνευματικής ζωής μου.
Προς τον σκοπόν τούτον ήρχισα να μελετώ και να σπουδάζω την Γραφήν, αποκομίζων εξ αυτής οικοδομήν ως άνθρωπος, ως ιερεύς και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου.
Ήρχισα τότε να συντάσσω και το ημερολόγιόν μου, εν τω οποίω επακριβώς εσημείουν τους αγώνας μου κατά των κακών σκέψεων και πειρασμών, τας μετανοίας μου, τας μυστικάς μου προσευχάς και τας μετά του Θεού πνευματικάς εντεύξεις μου.
Καθ' εκάστην Κυριακήν και εορτήν συνήθιζον να κηρύττω είτε ιδικόν μου κήρυγμα, είτε εκ της συλλογής του επισκόπου Γρηγορίου.
Εκτός των ειθισμένων εκκλησιαστικών μου καθηκόντων, ευθύς εξ αρχής, επειδή και εγώ ήμην ποτέ πτωχός, εφρόντιζον περί των πτωχών.

Προ είκοσιν ετών είχον την έμπνευσιν της ιδρύσεως εν Κροστάνδη <<οίκου βιομηχανίας>> τον οποίον διά της Θείας βοηθείας κατώρθωσα να αποπερατώσω το 1873>>.
Ο πατήρ Ιωάννης καθ' όλον το ιερατικόν του στάδιον, όπερ διήρκησε 53 έτη, ουδέποτε ελησμόνει ότι ήτο ιερεύς.
Ελειτούργει καθ' εκάστην, εκήρυττε συχνότατα, τουθ' όπερ ήτο ασύνηθες κατά την εποχήν εκείνην εν Ρωσσία, επεσκέπτετο τας κατοικίας των πτωχών ενοριτών του και εβοήθει αυτούς,
έπειθε τους αλκοολικούς να εγκαταλείψωσι το πάθος της μέθης, εγίνετο τα πάντα τοις πάσι, ενίοτε δε και ανυπόδητος επέστρεφεν εις την οικίαν του, διότι έδιδε τα υποδήματά του εις πτωχούς χριστιανούς!
Τη 20ή Δεκεμβρίου του 1908 εκοιμήθη εν Κυρίω καταλιπών οπίσω αυτού φήμην ανδρός αγίου.
(Εκ του προλόγου του βιβλίου).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».






ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ



Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ




5. Ο ιερεύς ως κήρυξ και ποιμήν.






«Υπέρ Χριστού ουν πρεσβεύομεν ως του Θεού παρακαλούντος δι' ημών' δεόμεθα υπέρ Χριστού' Καταλάγητε τω Θεώ» (Β' Κορ. 5, 20).


Έκαστος ιερεύς είναι απόστολος εν τω χωρίω ή τη ενορία του και οφείλει να περιέρχεται τας οικίας των πιστών κηρύττων την βασιλείαν του Θεού, διδάσκων τους αμαθείς, εξυπνών τους αμελείς τους ζώντας εις τα πάθη των και τας σαρκικάς απολαύσεις, εις ζωήν χριστιανικήν ενθαρρύνων και τονώνων, με την ελπίδα της μελλούσης αμοιβής, τους ευσεβείς και νηφαλίους' ενισχύων και παρηγορών τους δυσηρεστημένους. Αυτό πρέπει να είναι το αντικείμενον των λιτανειών με τον σταυρόν κατά τας μεγάλας εορτάς. Ενίοτε ημείς οι ιερείς τρώγομεν και πίνομεν όταν με τον σταυρόν περιερχόμεθα τας οικείας των πιστών. Αυτό δεν πρέπει να γίνεται. Πρέπει να κηρύσσωμεν με τον σταυρός εις τας χείρας μας ότι «ο Χριστός ήλθεν εις την γην διά να μας υψώση εις τους ουρανούς»' ότι δεν είναι ορθόν να προσκολλώμεθα εις τα γήινα' και ότι οφείλομεν να εκτιμώμεν τον χρόνον διά να κερδίσωμεν την αιωνιότητα, να καθαρίσωμεν τας καρδίας μας από πάσαν ακαθαρσίαν και να κάμωμεν όσον το δυνατόν περισσότερα έργα αγαθά: «Εμόν βρώμά έστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον» (Ιω. 4, 34). Ο φίλαυτος άνθρωπος προκειμένου να ευεργετήση τους άλλους φείδεται του εαυτού του. Λυπείται τον λάρυγγά του όταν πρόκειται να διδάξη τους άλλους, αν είναι διδάσκαλος ή ιερεύς. Λυπείται και αυτήν την καρδίαν του, διότι, τρόπον τινά, υπηρετεί τον πλησίον του με «μισή καρδιά» και ενίοτε και «χωρίς καρδιά». Λυπάται επίσης τας σωματικάς του δυνάμεις' φοβείται ως λαγωός και επειδή φοβείται μήπως ασθενήση, προτιμά την ανάπαυσιν. Όταν παρακαλής τον Κύριον να φωτίση τον νουν σου και να θερμάνη την καρδίαν σου διά να δυνηθής να γράψης κήρυγμα, ή επιστολήν προς τους γονείς σου, συγγενείς ή φίλους και ο Κύριος φαίνεται ότι δεν σε ακούει, και μένεις εις το σκότος και την ψυχρότητα, μη αθυμής, μη απογοητεύεσαι, μη εξερεθίζεσαι, μη γογγύζης διότι δήθεν ο Κύριος δεν σε προσέχει' διότι ο Κύριος δοκιμάζει μόνον την υπομονήν σου, την πίστιν και την ελπίδα, την αφοσίωσίν σου προς Αυτόν, τον Παντοδύναμον. Ενθυμού ότι είναι εύκολον δι' Αυτόν στιγμιαίως να σε φωτίση και εντός ολίγων λεπτών να δυνηθής να γράψης κήρυγμα θαυμάσιον ή επιστοιλήν, φλεγομένην από αισθήματα θερμά, πλήρη από φως και υψηλάς ιδέας. Ο λόγος εις μεν τα στόματα τινών είναι πνεύμα και ζωή, ενώ εις τα στόματα άλλων είναι νεκρόν γράμμα (π.χ. εις την προσευχήν και το κήρυγμα). «Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα έστι και ζωή έστι» (Ιω. 6, 63). Τοιούτοι πρέπει να είναι και οι λόγοι μας, διότι είμεθα εικόνες του Θεού Λόγου. Τι σημαίνει ο βαρύς ύπνος της αθυμίας και σκληράς αναισθησίας της καρδίας κατά την προσευχήν, ή κατά την προετοιμασίαν κηρύγματος, ή κατά την διδασκαλίαν θρησκευτικών αληθειών; Τούτο σημαίνει ότι η χάρις του Θεού μας αφήνει, κατά την σοφήν και αγαθήν του Θεού παραχώρησιν, διά να τονώσωμεν τας καρδίας μας με πνευματικήν άσκησιν την οποίαν ημείς αυτοί οικειοθελώς πρέπει να αναλάβωμεν. Ενίοτε η χάρις μας χειραγωγεί και καθοδηγεί ως τα παιδία διά της εργασίας μας να γίνωμεν άξιοι του δώρου της χάριτος. Εις τοιαύτας στιγμάς οφείλομεν, ως ελεύθερα όντα, να επιδεικνύωμεν αυτομάτως διόρθωσιν και ζήλον υπέρ του Θεού. Θα ήτο μωρόν να γογγύζωμεν κατά του Θεού διότι μας εστέρησε της χάριτός Του' διότι όταν ο Θεός θέλη, αφαιρεί την χάριν Του από ημάς τα ανάξια και εκπεσόντα δημιουργήματά Του. Εις στιγμάς τοιαύτας πρέπει να διδασκώμεθα υπομονήν και να ευλογώμεν τον Κύριον: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος οφείλετο... είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ιώβ 1, 21). Δεν οφείλης να κρατής διά τον εαυτόν σου τα δώρα του Θεού, αλλά το να σκορπίζεις επάνω εις τους άλλους. Αυτή η φύσις είναι παράδειγμα εις σε' ο ήλιος δεν κρατεί το φως διά τον εαυτόν του, αλλά το να σκορπίζει επί της γης και της σελήνης. Οι ποιμένες ιδιαιτέρως οφείλουν να μη κρατούν το φως των -ή μάλλον του Θεού- διά τους εαυτούς των, αλλά πλουσίως να διαχέουν το φως της διανοίας και των γνώσεών των επί των άλλων. Είσαι ον προικισμένον με λόγον. Ενθυμού ότι έλκεις την καταγωγήν σου από τον λόγον του Δημιουργού των πάντων, και έτι ενούμενος (διά της πίστεως) με τον Δημιουργόν Λόγον, διά της πίστεως δύνασαι και σύ να γίνης σωματικός και πνευματικός δημιουργός. Πίστευε ότι με την πίστιν σου εις τον Δημιουργόν Λόγον του Πατρός, ο λόγος σου δεν θα επιστρέψη οπίσω μάταιος, αδύνατος (όταν π.χ. προσεύχεσαι εις τον Θεόν, τον Ευεργέτην, κατά τας διαταγάς της Εκκλησίας ή την καθοδήγησιν του Κυρίου), αλλά θα σοι φέρη το απαραίτητον δώρον διά τας καλάς πράξεις' πίστευε ότι με πίστιν εις τον δημιουργόν Λόγον δεν θα είναι ανεπιτυχής όταν διδάσκης τον λαόν είτε εν τω ναώ κατά την Θείαν Λειτουργίαν ή κατά την τέλεσιν των μυστηρίων εις ιδιωτικούς οίκους' ούτε δε η διδασκαλία σου εις τα σχολεία ανεπιτυχής θα είναι, αλλά θα ανυψώνη τας καρδίας και τας διανοίας των ακροατών σου.

ΤΡΕΙΣ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΟΥ ΠΟΥ ΚΟΛΑΖΟΥΝ Ή ΣΩΖΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ



Μητροπολίτης Λαρίσης και Πλαταμώνος κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΑΚΛΟΝΗΤΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ





Το Ευαγγέλιο της Κυριακής Δ' Ματθ. η΄, 5-13.


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ, προσῆλθεν αὐτῷ Ἑκατόνταρχος, παρακαλῶν αὐτὸν, καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, Πορεύθητι, καὶ πορεύεται· καὶ ἄλλῳ, Ἔρχου, καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ μου, Ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐθαύμασε, καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Ἑκατοντάρχῳ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ».



Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ 


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΠΙΣΤΙΣ, ΑΓΑΠΗ, ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ» (1993)


ΕΓΩ ΕΛΘΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΣΩ ΑΥΤΟΝ


«ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ»: ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α' 1935-2013 (ΟΜΙΛΙΑ 5η)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ»


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΘΕΜΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΕΣΤΙ (2012)


Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ


ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ''Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΚΑΛΟΥ ΠΟΙΜΕΝΟΣ, ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΟΥ'' (1996)


Η ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΟΜΙΛΙΑ Δ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2023)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2023)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΠΙΣΤΙΣ, ΑΓΑΠΗ, ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ» (1993)




Κυριακή Δ' Ματθαίου 1993


Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (9ο ΜΕΡΟΣ)

 



[...] Τα κείμενα, που δημοσιεύονται σ' αυτό τον τόμο αναφέρονται: είτε στην Παναγία Μητέρα του Χριστού και Θεού μας, που όλα τα πιστά τέκνα της Εκκλησίας την αγαπούν και την αναγνωρίζουν ωσάν Μάνα στοργική και γλυκυτάτη, και τρέχουνε κοντά της σ' όποια δύσκολη στιγμή του βίου τους για να βρούνε μπάλσαμο και παρηγοριά στον πόνο τους' είτε στον αγαπημένο Νυμφίο της Εκκλησίας μας, το Χριστό, και τ' Άχραντα Πάθη Του. Είναι κείμενα, που, άλλα μεταδόθηκαν ως ραδιοφωνικές ομιλίες από το Α' Πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως, και άλλα δόθηκαν ως διαλέξεις στην Αθήνα ή και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, με τις εόρτιες ευκαιρίες των Χριστουγέννων, των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα. Επειδή ο συγγραφέας τους δεν μπορούσε ν' ανταποκριθεί ξεχωριστά στις αιτήσεις πολλών ακροατών, που συχνά του ζητούσαν να τους στείλει αντίγραφα των ομιλιών, αποφάσισε να τα συγκεντρώσει όλα μαζί σε έναν εύχρηστο τόμο, γνωρίζοντας βέβαια τις αναπόφευκτες αδυναμίες των κειμένων -γραμμένων για περιορισμένης διάρκειας χρονικά όρια-, αλλά υποχωρώντας από αγάπη στους αδελφούς του, που τα ήθελαν για πνευματικούς κυρίως λόγους. Και για έν' άλλο θέμα πρέπει να σημειώσω εδώ δυο λόγια. Σε τούτο το βιβλίο μου ο αναγνώστης θα βρει, όπως σημειώνεται και στον υπότιτλο, «λογοτεχνικά και κατανυκτικά κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα». Για όσους παραξενευτούν με αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτηρισμό της ορθοδόξου λειτουργικής πνευματικότητος, προοιμιακό, κεφάλαιο του τόμου αυτού, όπου τονίζεται, πως έξω από τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή γενικώτερα, της Εκκλησίας μας ούτε πνευματική ζωή, νοείται υπαρκτή, ούτε -πολύ περισσότερο- ορθόδοξη πνευματικότης. Η πνευματική ζωή των ορθοδόξων χριστιανών πηγάζει, αυθεντικά και γνήσια, από τη μητέρα μας Εκκλησία, τρέφεται στις ιερές ακολουθίες της, και αυξάνει με τη χάρη του αγίου Πνεύματος και τη μετοχή των Αχράντων Μυστηρίων της Λειτουργίας της. Όλα τ' άλλα πνευματικά μέσα είναι ανεκτά ή χρήσιμα μόνο και κατά το μέτρο που οδηγούν στον τελικό κ' ευλογημένον αυτό σκοπό: στην ορθόδοξη λειτουργική πνευματικότητα, δηλαδή στη Λειτουργία και στην Ευχαριστία, όπως ακριβώς τα νοούν και τα διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες. [...]



Απόσπασμα εκ του προλόγου του συγγραφέως








Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοση, Ιανουάριος 2003, σελ 111-115.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
1η έκδοση 1975




Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ




«Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»




Σχόλια στον Ακάθιστον Ύμνο, καθώς και άλλα λογοτεχνικά και κατανυκτικά
κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα.





ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ

Από την ποίηση του Τριωδίου




Έχει παρατηρηθεί πολλές φορές -και από τον γράφοντα- ότι όλο το Τριώδιο, είναι μια πνευματική κλίμαξ, σοφά συνταιριασμένη και τοποθετημένη, από τους αγίους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τα σκαλιά και οι αναβαθμοί αυτής της πνευματικής κλίμακος είναι οι Κυριακές και οι γιορτές που έχουμε σ' αυτή την περίοδο, δηλ. από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι το Μέγα Σάββατο. Μέσα στα όρια μιας ομιλίας δεν είναι φρόνιμο να επιχειρήσουμε μια εισαγωγή στην ποίηση του Τριωδίου, το οποίο παρέχει αυτούς τους αναβαθμούς, που μπορούν να μας ανεβάσουν, με την κατάνυξη, στο πιο ψηλό σκαλί. Ούτε καν να επισημάνουμε τα πιο καλά ποιήματα - ύμνους του ωραίου αυτού βιβλίου της Εκκλησίας μας. Αναδρομή μόνο και κορφολόγημα πρόχειρο, σε μια σύντομη επαφή, κ' ένα πολύ απλό ξεφύλλισμα του Τριωδίου θα επιχειρήσω μαζί σας, αγαπητοί αναγνώστες. α'. «Τον αιθέρα του ουρανού». Αρχίζοντας τη σύντομη περιήγησή μας, λοιπόν, τώρα, για την ποία μιλήσαμε στην αρχή, βρισκόμαστε μπροστά στην εικόνα του Τελώνου και του Φαρισαίου. Την Κυριακή, που χαρακτηρίζεται, με τα ονόματά τους, όπως είναι γνωστό, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας ανοίγει ένα καινούργιο βιβλίο, που σφραγίζει λειτουργικά όλη αυτή την περίοδο: είναι το βιβλίο, που ονομάζεται Τριώδιο, χάρη στο ιδιότυπο είδος μερικών κανόνων του με τρεις μονάχα ωδές (ενώ οι κανόνες, γενικά, έχουν οκτώ ή εννιά ωδές). Έτσι, και, η περίοδος της Εκκλησίας που αρχίζει τώρα, με το λειτουργικό αυτό βιβλίο, για να κλείσει το Μέγα Σάββατο το βράδυ, ονομάζεται Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ή Τριώδιο, ή -καλύτερα- Κατανυκτικό Τριώδιο, για να την ξεχωρίσουμε από το Τριώδιο των Ρόδων, που είναι το Πεντηκοστάριο. Για την ακρίβεια, βέβαια, η Σαρακοστή αρχίζει κανονικά από την Κυριακή της Τυρινής ή Τυροφάγου. Αυτή η περίοδος η εκκλησιαστική είναι κατάσπαρτη από θεσπέσιους ύμνους, που δεν έχουν σκοπό να μας ευχαριστήσουν ή να μας τέρψουν με την λογοτεχνικήν αξία και τέχνη τους, αλλά να κατανύξουν την ψυχή μας και να μας γεμίσουν δάκρυα λυτρωτικά, δάκρυα συντριβής και μετάνοιας. Από την πρώτη Κυριακή κιόλας, μας μαθαίνουν να αποφεύγουμε την εγωιστική κ' επηρμένη στάση του Φαρισαίου, που ήταν γεμάτος κενοδοξία και καύχηση -στοιχεία τόσον αντιπνευματικά' ενώ, από την άλλη μεριά, μας προτείνουν το παράδειγμα του αμαρτωλού Τελώνη, ο οποίος, με ειλικρινή συντριβή και ταπείνωση, που είναι η βάση όλων των αρετών, κατά τους αγίους Πατέρας, κέρδισε τον Παράδεισο, ανοίγοντάς τον κυριολεκτικά με τα θερμά του δάκρυα. Στο δοξαστικό του Εσπερινού ο υμνογράφος το υπογραμμίζει: «Παντοκράτορ, Κύριε, οίδα πόσα δύνανται τα δάκρυα... τον δε Τελώνην, υπέρ τον Φαρισαίον εδικαίωσαν...». Μ' αυτό τον τρόπον, ο Τελώνης θα γίνει ένα σύμβολο στη γλώσσα και στην ποίηση της Εκκλησίας μας. Από τις άπειρες περιπτώσεις, ας ξεχωρίσουμε μία μόνο: είναι το δοξαστικό των Αποστίχων του Εσπερινού, σε ήχο πλάγιο του α'. 


Βεβαρημένων των οφθαλμών μου
εκ των ανομιών μου
ου δύναμαι ατενείσαι και ιδείν
τον αιθέρα του ουρανού'
αλλά δέξαι με ως τον Τελώνην
μετανοούντα, Σωτήρ,
και ελέησόν με.


Οι χαρακτηριστικώτεροι, πιστεύω, από τους ύμνους της Μεγάλης Σαρακοστής, που τους ακούμε κάθε Κυριακή στον όρθρο, και που αποτελούν μιαν κατανυκτικήν εισαγωγή στο κλίμα του ποιητικού Τριωδίου, είναι τα τρία ιδιόμελα που ακολουθούν τον πεντηκοστό ψαλμό: τα δύο πρώτα στον ήχο του πλαγίου τετάρτου, το τρίτο στον πλάγιο του δευτέρου. Ξέρω πολλούς, αδελφούς εν πνεύματι, που για να μη χάσουν αυτά τα ωραία τροπάρια, ξυπνούν πολύ νωρίς την Κυριακή πρωί και τρέχουνε στην εκκλησία, όπου ο υμνωδός, με το στόμα και τη φωνή των ιεροψαλτών, προσεύχεται:


Ω Ζωοδότη, άνοικέ μου εσύ τη θύρα,
απ' όπου θα μπορέσω νά' μπω στη μετάνοια'
γιατί το πνεύμα μου απ' τα βαθιά χαράματα
τρέχει στον άγιο ναό σου,
φέρνοντας πάνω του γεμάτο από κηλίδες
εκείνον το σωματικό ναό του'
όμως, εσύ καθάρισέ τον, Πολυέλεε,
με τη σπλαχνιά γιομάτη κ' έλεος καρδιά σου!

Το δεύτερο ιδιόμελο είναι θεοτοκίο, δηλαδή αναφέρεται στη Θεοτόκο. Θα μπορούσαμε να το πούμε προσόμοιο, γιατί από άποψη και εσωτερικού τονικού μέτρου είναι ακριβώς όμοιο με το προηγούμενο τροπάριο, σε άπταιστο 15σύλλαβο, όπως στα δημοτικά μας τραγούδια.

Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα...
Της σωτηρίας εύθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε...

Ο ίδιος τόνος κ' εδώ, κατανύξεως και μετανοίας, μόνο που η δέηση δεν απευθύνεται στον Χριστό αλλά στην Παναγία. Ο υμνογράφος -και μαζί του και κάθε πιστός χριστιανός- παρακαλεί και δέεται στην Παναγία:

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΥΨΕΛΗΣ




Επί τη εορτή των πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (2024)


Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 


Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Σαράντου ΚαργάκουΝεότερη Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β',
<<Μεγάλες μορφές και Μεγάλες Στιγμές του ΄21>>.
Δεύτερη έκδοση: <<Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ>>, Απρίλιος 2021, σελ. 497-500.
<<Και το βιβλίο αυτό είναι καρπός ευγνωμοσύνης προς τους πολυπληθείς ακροατές/μαθητές μου του <<Λαϊκού Πανεπιστημίου>>, που κατακλύζουν κάθε Τρίτη την αίθουσα τελετών της γεραράς <<Εταιρείας Φίλων του Λαού>>, για να ακούσουν πέμπτη χρονιά φέτος τα μαθήματά μου, παρά το νυκτερινό της ώρας (7-9 μ.μ.).
Στα μαθήματα αυτά προσέρχονται παιδιά όλων των ηλικιών, από 20 έως 85 ετών. Άλλα κρατούν σημειώσεις, άλλα κρατούν μαγνητόφωνα.
Αυτά μου έδωσαν το έναυσμα, το ερέθισμα και την ώθηση να δώσω στις παραδόσεις μου μορφή βιβλίου.
Την πρώτη χρονιά εδίδαξα έναν κύκλο μαθημάτων υπό τον τίτλο Το βυζαντινό ναυτικό, που πήρε μορφή καλαίσθητου βιβλίου από τις εκδόσεις Ιω. Σιδέρη (2007), τη δεύτερη χρονιά εδίδαξα τους πολιτικούς θεσμούς και τα πολιτικά σώματα της σπαρτιατικής πολιτείας, την τρίτη την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου,
που το 2008/09 σε πολύ διευρυμένη μορφή και με σπάνια βιβλιογραφία εκδόθηκε από τις Εκδόσεις ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΩΝ - ΚΑΡΤΕΡΗΣ, την τέταρτη χρονιά παρέδωσα <<Το λυκόφως της Σπάρτης>>,
που μαζί με τις προηγούμενες παραδόσεις μου αποτέλεσαν την πρωταρχική μαγιά για να συγγραφεί και να εκδοθεί το δίτομο έργο μου Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης (Gutenberg, 2006).
Πέρσι είχα την ευκαιρία να διδάξω τρεις κύκλους μαθημάτων: α) Οι Τούρκοι και το Βυζάντιο, β) Το τουρκικό imperium και γ) Τουρκοκρατία, που πήραν μορφή βιβλίου και εκδόθηκαν σε καλαίσθητη μορφή από τις εκδόσεις Λεωνίδα Γεωργιάδη.
Τα φετινά μαθήματα θα είναι αφιερωμένα στην Ελληνική Επανάσταση. Αλλά το βιβλίο αυτό δεν εξετάζει καταλεπτώς το μεγάλο εκείνο γεγονός.
Περιορίζεται αυστηρώς σε όσα προτίθεμαι να παραδώσω και αυτά είναι ό,τι λέγει ο τίτλος: Μεγάλες μορφές και μεγάλες στιγμές του '21.
Όχι όλος ο Αγώνας στην πολυμορφία και την πολύπτυχη διάστασή του.
Οι βασικοί λόγοι είναι δύο: Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να συμπεριληφθεί όλος ο Αγώνας σε σειρά δίωρων -ανά δεκαπενθήμερο- μαθημάτων ενός εξαμήνου και, δεύτερον -πέρα από άλλες εκδοτικές μου δραστηριότητες- μία τρίτομη ή τετράτομη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως,
που θα εξετάζει εξονυχιστικά, με πνεύμα κριτικό και -στο μέτρο του ανθρώπινα δυνατού- αντικειμενικά κάθε γεγονός, είτε αυτό είναι στρατιωτικό, είτε πολιτικό, είτε διπλωματικό.
Και για τον λόγο αυτό υπάρχει ένας διαχωρισμός:
Στους δύο πρώτους τόμους εξετάζονται τα στρατιωτικά γεγονότα και στον τρίτο τα πολιτικά, διπλωματικά, οικονομικά γεγονότα, καθώς και ό,τι μπορεί να έχει σχέση με την οργάνωση της παιδείας στη διάρκεια της πολυχρονίου πολεμικής δοκιμασίας.
Το βιβλίο αυτό, λόγω όγκου και τεράστιου κόστους, μόνο αν βρεθεί χορηγός θα καταστεί εφικτό να εκδοθεί.
Ευελπιστούμε ότι κάποιος θα συνδράμει.
Όχι πάντως η ελληνική πολιτεία.
Αυτή με τίμησε και με τιμά με το υπέρτατο βραβείον: το κώνειον>>!
(Απόσπασμα εκ του προλόγου)
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ






Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ



Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του μας δίνει την καταγωγή και οικογενειακή ταυτότητά του: ...Η πατρίς της γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη' τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακριά το άλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια εκείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα... (στην έκδοση Βλαχογιάννη, τ. Α', σσ. 11-12). Τον πατέρα του τον έλεγαν Δημήτρη Τριανταφύλλου. Αλλά αυτό δεν πέρασε στον γιο, διότι αυτός, λόγω του βαφτιστικού ονόματός του (Ιωάννης) και του ψηλόλιγνου αναστήματός του, πήρε την προσωνυμία Μακρυγιάννης και με αυτήν πέρασε στην Ιστορία. Έχασε τον πατέρα του σε βρεφική ηλικία και η ηρωική μάνα του αναγκάστηκε να μεταφερθεί στη Λειβαδιά, για να εξασφαλίσει κοντά στους δικούς της δουλειά. Ο Γιάννης ρίχτηκε από μικρό παιδί στη βιοπάλη. Άρχισε από υπηρέτης: Έκανε την «νταντά» σε κάποια μικρά παιδιά. «Τότε αυτός ήταν ο θάνατός μου» γράφει. Από μικρός ήταν ανυπότακτος και γι' αυτό εγκατέλειψε τη Λειβαδιά και κατέφυγε στη Δεσφίνα. Ένα δυσάρεστο επεισόδιο μ' έναν Τούρκο «ζαπίτη» τον έκανε να συνειδητοποιήσει (κι ήταν 14 ετών) την ανάγκη των αρμάτων. Πήγε στην εκεί εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, για να βρει παρηγοριά:


...Και τον παρακαλώ να με δώση άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα κι εγώ θα φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιο. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον... (ό. π., σ. 19).


Ο Μακρυγιάννης από μικρός είχε μια βιωματική οικειότητα με τα εικονίσματα, ώστε να μπορεί να συνομιλεί με τους αγίους και την Παναγία. Πάντως, κατά τη συμφωνία, προτού βρει τα άρματα, φρόντισε να βρει χρήματα, για να βγει από το μαρτύριο της φτώχειας. Έγινε υπηρέτης του Θανάση Λιδορίκη το 1811, που τον μετέφερε στην Άρτα. Επιδόθηκε στο εμπόριο και στην τοκογλυφία και σε μια δεκαετία, μένοντας στην Άρτα, είχε σχηματίσει σοβαρή περιουσία. Λόγω της εμπορίας του και των πολλών γνωριμιών του οι Φιλικοί τον προσέγγισαν και τον κατήχησαν. Φαίνεται ότι η συναναστροφή με καλλιεργημένους ανθρώπους του έδωσε μια άνευ γραμμάτων παιδεία και μια ηθική ιδεολογία, την οποία διατήρησε με τον τρόπο του διά βίου και η οποία συμπυκνώνεται σε μια εισαγωγική φράση των Απομνημονευμάτων του:


...Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν... (ό. π. σ. 5).


Για την πατρίδα έχει μια ευρεία δημοκρατική αντίληψη. Δεν τη θέλει φέουδο των ολίγων, αλλά κτήμα όλων που μόχθησαν, μοχθούν και πονούν για αυτή. Όσα σπουδαία έργα κι αν έπραξαν μερικοί, όσο τρανοί κι αν έγιναν στη ζωή τους, δεν δικαιούνται να θεωρούν τον κόσμο ιδιοκτησία τους. Καθώς στον Μακρυγιάννη υπερισχύει το διδακτικό και το κηρυκτικό στοιχείο, σ' άλλο σημείο γράφει:


...Ότι κρικέλλα [=χαλκά] δεν έχει η γης να την πάρη κανείς εις την πλάτην του, ούτε ο δυνατός ούτε ο αδύνατος' και όταν είναι ο καθείς αδύνατος εις ένα πράμα και μόνος του δεν μπορή να πάρη το βάρος και παίρνη και τους άλλους και βοηθούν, τότε να μη φαντάζεσαι να λέγη ο αίτιος «εγώ»' να λέγη «εμείς». Ότι βάνανε όλοι τις πλάτες, όχι ένας... (ό. π. σ. 9).


Περισσότερο ίσως από την προσωπική του προβολή αυτό το οποίο έκανε τον Μακρυγιάννη να συγγράψει το έργο, που δε δημοσιεύτηκε όσο ζούσε, ήταν να μη «φαγωθεί» το δίκιο των αδυνάτων, των μικρών, των αφανών, που όλοι «έβαλαν πλάτη» για να μετατραπεί ένας λαός από ραγιάς σε έθνος. «Ίσως αυτή η φωνή της εθνικής ψυχής είναι η ψιθυρίσασα εις το ους [=αυτί] του Μακρυγιάννη την ιεράν παραγγελίαν των συγγραφών» σημειώνει στην Εισαγωγή του ο Βλαχογιάννης (ό. π. σ. ιε'). Γι' αυτό είναι στην αφήγησή του τόσο μεμπτικός και φιλοκατήγορος έναντι των μεγάλων στρατιωτικών (κυρίως του Κολοκοτρώνη) και των πολιτικών, που χωρίς να χύσουν αίμα νοσφίσθηκαν (=καρπώθηκαν) την εξουσία και οι πλείστοι έκαναν μεγάλη περιουσία. Η επαναστατική δράση του Μακρυγιάννη αρχίζει από τις 18 Μαρτίου 1821, όταν, με πρόσημα την εμπορική δραστηριότητά του, στάλθηκε από τους Φιλικούς της Άρτας να συναγροικηθεί με τους Φιλικούς της Πάτρας. Εν τω μεταξύ, ο Μοριάς έμπαινε στις φλόγες της επαναστατικής φωτιάς, που απλωνόταν στη Ρούμελη και την Ήπειρο. Γι' αυτό, όταν επέστρεψε στην Άρτα, πιάστηκε και επί 70 ημέρες υπέστη τα πάνδεινα δέσμιος χειροπόδαρα σε κάποιο κελί. Για να γλυτώσει, υποσχέθηκε σε κάποιον Αλβανό να τον οδηγήσει σπίτι του, για να τον δει γιατρός. Κάποια στιγμή ξεγέλασε τον φρουρό, διέφυγε και προσέφυγε σε κάποιον μπέη, συγγενή του Αλή πασά, που βρισκόταν στο στρατόπεδο του Κομποτίου. Για κακή του τύχη, ασθένησε ο Μπέης-προστάτης του και γύρισε στην Άρτα. Ο Μακρυγιάννης τον ακολούθησε -παρά τον κίνδυνο που διέτρεχε- και, όταν ο μπέης γιατρεύτηκε, ο Μακρυγιάννης, αδέσμευτος πια, βγήκε να πολεμήσει στα βουνά. Ήταν η ώρα των αρμάτων. Εντάχτηκε στο σώμα του διάσημου αρματολού Γόγου Μπακόλα, για τον οποίο έπλεξε την φράση-ύμνο: «Ωσάν λιοντάρι επολεμούσε και σαν φιλόσοφος οδηγούσε». Ήταν οι πρώτες μάχες που έδωσαν οι Έλληνες και κάποιοι Αλβανοί μαζί τους (δεν είχε τελειώσει ο πόλεμος κατά του Αλή). Ίσως, αν υπήρχαν συντονισμός και πειθαρχία, η πόλη της Άρτας να είχε περιέλθει στην κυριαρχία των επαναστατών. Κυριάρχησε, όμως σε πολλούς το ένστικτο της εκδικητικότητας, της σκληρότητας και το πάθος της λαφυραγωγίας. Μιλώντας για τα βασανιστήρια που υπέστη όχι Τούρκισσα, αλλ' Ελληνίδα (το γένος Βράνη), από άνδρες πιθανώς του Γρίβα, ο Μακρυγιάννης αμείλικτος γράφει:

ΤΟ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΩΣ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ

ΤΟ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΩΣ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd



Εκ της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής εδώ.


Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024

Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΙΝΑΙ... ΠΡΑΓΜΑ ΜΕΓΑ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
του Δημητρίου Παναγοπούλου: «Το Αντίδοτον του Θανάτου»,
Βιβλιοπωλείο «Νεκταρίου Παναγοπούλου», Αθήνα 1957β' έκδοση, σελ. 49-51.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Εξητάσαμεν την Αγίαν Γραφήν και τας Ιεράς Παραδόσεις, επισκοπήσαμεν το περιεχόμενον της Θείας Λειτουργίας, εμελετήσαμεν επισταμένως τας «Περί της Θείας Κοινωνίας» ιεράς συγγραφάς των μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας απ' αρχής της συστάσεως αυτής, και ούτω δια της Χάριτος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έρχεται εις φως η συγγραφή αύτη με σκοπόν να νουθετήση, να υπενθυμίση ή και να διδάξη ακόμη πάντα χριστιανόν, ποίον είναι το γνήσιον και αληθές πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, της Θείας Κοινωνίας. [...] *Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.





ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ:


«ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»



(1957)




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ




ΕΝΣΤΑΣΙΣ Ε'.



Η Θεία Κοινωνία είναι... πράγμα μέγα.



Ο Θεοδώρητος λέγει: «Οι των Θείων Μυστηρίων μεταλαμβάνοντες, οι μεν ως πρόβατον μεταλαμβάνουσιν, άτε δη τελείαν την αρετήν κεκτημένοι, οι δε ως ερίφου, διά μετανοίας εξαλείφοντας τα των αμαρτημάτων κηλίδας». Δηλαδή: Μερικοί μεταλαμβάνουν ως πρόβατα, όσοι δηλαδή είναι τέλειοι εις την αρετήν, άλλοι δε ως ερίφου, διά μετανοίας εξαλείφουν τους μολυσμούς των αμαρτιών των. Πως λοιπόν, άγιοι του Θεού Πνευματικοί, επιτρέπετε το συνεχώς κοινωνείν, αν βέβαια το επιτρέπετε, μόνον εις τους τελείους, που... δεν υπάρχουν; Δεν βλέπετε, ότι οι θείοι Πατέρες δεν ζητούν τελειότητα από τους μεταλαμβάνοντας, αλλά διόρθωσιν ζωής διά μετανοίας; Εάν το ερίφιον δεν το μεταλαμβάνετε, τότε πως θα γίνη πρόβατον; Ας έχωμεν λοιπόν υπ' όψιν, ότι καθώς εις το φαινόμενον τούτον κόσμον δεν είναι όλοι οι άνθρωποι μιας και της αυτής ηλικίας, ούτω και εις τον πνευματικόν κόσμον της Εκκλησίας είναι διάφοροι, κατά την παραβολήν του σπορέως. Διότι ο μεν τέλειος προσφέρει εκατόν, ο μέσος εξήκοντα και ο αρχάριος τριάκοντα, κατά την δύναμίν του ο καθείς, και ουδείς είναι απόβλητος παρά τω Θεώ, επειδή δεν προσφέρει το εκατόν. Πως λοιπόν εμείς ζητούμεν την τελειότητα από τους προσερχόμενους να λάβουν το μέσον της τελειότητος; Και πως θα γίνουν τέλειοι άνευ του μέσου της τελειότητος, που είναι ο Χριστός, τον Οποίον δεν χορηγείτε εις τους προσερχομένους. Ας σκεφθώμεν λοιπόν μαζί, λαϊκοί και Κληρικοί: Είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάση εις την τελειότητα άνευ της συνεχούς Θείας Κοινωνίας; Χωρίς αυτήν η αγάπη κατορθούται; Άνευ της αγάπης η προς τας Δεσποτικάς εντολάς υπακοή επιτυγχάνεται; Άνευ δε της υπακοής τελειότητος υπάρχει; Δυστυχώς όχι. Διά τούτο και ο εν αγίοις Αββάς Απολλώ, γνωρίζων ότι η Θεία Κοινωνία είναι τελειωτική της Θεϊκής αγάπης, την συναριθμεί με την εντολήν της αγάπης και λέγει: «Εις τας δύο αυτάς εντολάς» δηλαδή «εις την συχνήν μετάληψιν, και εις την του πλησίον αγάπην, όλος ο Νόμος και οι Προφήται κρέμανται». Αλλά τις η χρεία να πολυλογώμεν; Ερωτώμεν, λαϊκούς και Κληρικούς που τυχόν αντιτάσσονται εις την συνεχή Θείαν Κοινωνίαν και συμβουλεύουν ημάς κάθε τεσσαράκοντα ημέρας, ή 3-4 φοράς το έτος να κοινωνώμεν, να μας είπουν: Ως τέλειοι μεταλάμβάνουν εις τας τεσσαράκοντα ημέρας, ή ως αμαρτωλοί και ατελείς; Και αν μεν μας είπουν, ότι κοινωνούν ως τέλειοι, απαντώμεν: Διατί τέλειοι όντες, δεν δύνανται να κοινωνώσι και συχνότερον; Εάν δε μας είπουν, ότι κοινωνώσι ως ατελείς, απαντώμεν και πάλιν, διατί να μη κοινωνώσι συχνότερον, ίνα γίνουν τέλειοι, καθώς προείπομεν ανωτέρω; Διότι, αν το βρέφος δεν αυξάνη εις ηλικίαν ανδρός χωρίς σωματικήν τροφήν, πως η ψυχή θα έλθη εις τελειότητα άνευ πνευματικής τοιαύτης; Εάν δε πάλιν, ως αμαρτωλοί, οι τα τοιαύτα προβάλλοντες μεταλαμβάνουν, δεν πρέπει ούτε κάθε τεσσαράκοντα ημέρας, ούτε και μίαν φοράν το έτος να κοινωνούν, «Καθάπερ τον ουδέν εαυτώ συνειδότα φαύλον καθ' εκάστην δει προσιέναι την ημέραν, ούτω τον εν εορτή προσιέναι ασφαλές' ου γαρ δη το άπαξ του ενιαυτού προσελθείν απαλλάτει των εγκλημάτων ημάς, αν αναξίως προσίωμεν' αλλ' αυτό δει τούτο μειζόνως καταδικάζει, διότι άπαξ προσιόντες, ουδέ τότε καθαρώς προσίομεν. Διά τούτο παρακαλώ πάντας υμάς, μη απλώς διά την της εορτής ανάγκην των θείων άπτεσθαι Μυστηρίων» (Τόμ. 5, Λόγ. 71). Δηλαδή' Καθώς ο έχων συνείδησιν καθαράν πρέπει κάθε ημέραν να μεταλαμβάνη, ούτω και ο ευρισκόμενος εις αμαρτίας και μη μετανοών, δεν πρέπει ούτε εν εορτή, να μεταλάβη' διότι ανίσως και αναξίως μεταλάβωμεν, έστω και μίαν φοράν αν μεταλάβωμεν τον χρόνον, δεν ελευθερωνόμεθα από τα αμαρτήματα, αλλ' αυτό περισσότερον μας καταδικάζει, διότι, αν και μίαν φοράν τον χρόνον μεταλάβωμεν, και πάλιν ουδέ τότε καθαροί μεταλαμβάνομεν. Διά τούτο σας παρακαλώ όλους να μη κοινωνήτε απλώς και ως έτυχε, επειδή είναι εορτή. Όχι' διότι, «Ουκ έστι τόλμη το πολλάκις προσιέναι, αλλά το αναξίως, καν άπαξ τις του παντός χρόνου προσέλθη». Δηλαδή: δεν είναι τόλμη και αυθάδεια το να προσέρχεταί τις συχνά, αλλά το να μεταλαμβάνη αναξίως, έστω και μίαν φοράν αν μεταλάβη τον χρόνον, προσθέτει αλλού. (Τιμ. Α' 1, Λόγ. 6). Δεν ηξεύρομεν λοιπόν, διατί ωρισμένοι εκ των ευλογημένων Κληρικών μας δεν ακούουσι ταύτα τα λόγια των θεοφόρων Πατέρων, παρά ζητούσι από τους μεταλαμβάνοντας αγγελικήν ζωήν. Και ερωτώμεν: Πως ζητάτε αγιότητα από έναν που ποτέ σας ίσως δεν τον προτρέψατε προς αυτήν; Πως ζητείτε αγίους διά να μεταδώσητε τα Άγια, αφού αρνείσθε την μετάδοσιν των Αγίων, διά των οποίων αγιάζονται; Πως λοιπόν θα καθαρισθούν και θα αγιασθούν οι ενορίται σας, αφού το μέσον του καθαρισμού και του αγιασμού το αρνείσθε εις αυτούς; Αλλ' ακούομεν διαμαρτυρίας; Όχι... δεν μεταδίδομεν τα άγια εις τους αναξίους...

ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ: «ΑΣΚΗΤΙΚΑ» - Γ': ΠΕΡΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ



 


Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του αγίου Ισαάκ του Σύρου:
«Ασκητικά»
εκδόσεις «Μαρίας Β. Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 15-18.
Φωτοτυπική ανατύπωσις της εκδόσεως 1871.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»


Χάριτι Θεού προβαίνουμε στην ηλεκτρονική μεταφορά αποσπασματικών αναρτήσεων, από το πασίγνωστο έργο του αγίου αββά Ισαάκ του Σύρου «ΑΣΚΗΤΙΚΑ», από φωτοτυπική ανατύπωση του 1871, που επιμελήθηκαν οι εκδόσεις «Ρηγοπούλου». Το βιβλίο μπορεί να αναγνωσθεί στο διαδίκτυο σε μορφή PDF, ωστόσο θεωρήσαμε, πως για την αποτελεσματικότερη ανάγνωσή του, θα ήταν, ίσως, καλύτερα να αναγνωσθεί σε τακτικές αποσπασματικές αναρτήσεις, ίσως για να γίνει πιο κατανοήσιμο.  Τα «ΑΣΚΗΤΙΚΑ» ήταν και το βιβλίο που συνιστούσε συνεχώς και επιμόνως ο αγαπημένος μας Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, λέγοντας: «Να διαβάζετε καθημερινά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο. Εγώ πολύ ωφελήθηκα από αυτά που γράφει. Ένα μικρό κομμάτι κάθε μέρα...». Ο όσιος καταγόταν από γονείς Σύρους. Γεννήθηκε στη Νινευΐ της Μεσοποταμίας ή κατά τη γνώμη άλλων κοντά στην Έδεσσα της Συρίας. Ενώ ήταν στο απόγειο της νεότητός του, άφησε τον κόσμο και εγκαταστάθηκε μαζί με τον αδελφό του σε ένα κοινόβιο της περιοχής. Εκεί φόρεσε το αγγελικό σχήμα του μοναχού και ασκήθηκε με κοπιώδεις αγώνες στις αρετές της μοναχικής ζωής. Αργότερα, πλέον ώριμος πνευματικά, αποχώρησε σε ένα ερημικό και ήσυχο μέρος, όπου κατοίκησε μόνος με μόνο τον Θεό. Επιδόθηκε με ζήλο στη νοερή προσευχή και αξιώθηκε από το Θεό μεγάλων χαρισμάτων. Στα κείμενά του σημειώνει πως για μεγάλο χρονικό διάστημα δέχθηκε πολλούς πειρασμούς στο ερημητήριό του και πληγές από τα πονηρά πνεύματα, αλλά πάντοτε με τη βοήθεια της θείας Χάριτος τα υπερκερούσε και ενδυνάμωνε πνευματικά και ψυχικά.  Ο «Ευεργετινός» είναι γεμάτος από αποσπάσματα των Λόγων του. Σ' αυτόν άλλωστε παραπέμπει ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός στα έργα του, που δημοσιεύονται στην «Φιλοκαλία», ο 'Οσιος Νικηφόρος ο Μονάζων, διδάσκαλος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και ο 'Αγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο οποίος συνιστά στους Ησυχαστές την μελέτη των Λόγων του. Ο 'Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς άλλωστε σημειώνει: «...καρπόν της προσευχής ο 'Αγιος Ισαάκ προσηγόρευσε τον φωτισμόν· φησί γαρ [ο ῞Αγιος Ισαάκ], «καθαρότης εστί νοός, εφ' η διαυγάζει εν τω καιρώ της προσευχής το φως της Αγίας Τριάδος· και τότε ο νους υπεράνω της προσευχής γίνεται και ου δεί καλείν ταύτην προσευχήν, αλλά τοκετόν της καθαράς προσευχής, της διά του Πνεύματος καταπεμπομένης» και πάλι «προσευχή εστί καθαρότης νοός, ήτις μόνη εκ του φωτός της Αγίας Τριάδος μετ' εκπλήξεως τέμνεται...». Ευχόμαστε στους αναγνώστες μας την καλή και εποικοδομητική ανάγνωση, προς πνευματική τέρψη και καρποφορία των λόγων που δίδαξε ο ουρανοπολίτης αυτός, παραδομένος πλήρως στον Θεό, ερημίτης.



Γ. Δ.




Γ': ΠΕΡΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ



Περί αναχωρήσεως' και ότι δεν πρέπει να δειλιώμεν και να φοβώμεθα,
αλλά να στηρίζωμεν την καρδίαν εις την προς Θεόν πεποίθησιν,
και να έχωμεν θάρρος και αδίστακτον πίστον, ως έχοντες φρουρόν και φύλακα τον Θεόν.



Εάν ποτε ευρεθής άξιος ν' αναχωρήσης εκ του κόσμου και να ησυχάσης κατά μόνας, η οποία ησυχία έχει ελαφρά της ελευθερίας τα φορτία διά την ουράνιον βασιλείαν, μη σε ταράξη ποσώς ο λογισμός του φόβου κατά την συνήθειαν αυτού διά διαφόρων τρόπων της μεταβολής των λογισμών, αλλά μάλλον πίστευε, ότι έχεις φύλακα αυτόν τον Θεόν, όστις είναι μετά σου, και την περί τούτου ακρίβειαν ας σε πληροφορήση η φρόνησίς σου, ότι συ μεθ' όλης της κτίσεως ενός και του αυτού δεσπότου εστέ δούλοι, όστις διά μόνου ενός νεύματος κινεί, και σαλεύει, και ημερώνει και οικονομεί τα πάντα, και ουδείς δούλος δύναται να βλάψη τινά εκ των συνδούλων αυτού άνευ της προσταγής εκείνου, όστις προνοεί και κυβερνά τα πάντα. Ταύτα αφού συλλογισθής, ευθύς ανάστα και λάβε θάρρος. Εάν δε εδόθη άδεια εις τινα κτίσματα να κακοποιήσωσί τινα δούλον του Θεού, αλλά τούτο δεν συνέβη εις πάσαν περίστασιν' και εις παν πράγμα' καθότι ούτε οι δαίμονες, ούτε τα βλαπτικά θηρία, ούτε οι κακοί άνθρωποι δύνανται να πληρώσωσι το ευατών κακόν θέλημα προς αφανισμόν και απώλειαν του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός' και  όταν θέλη, δίδει και όρια εις αυτά, κατά πόσιν πρέπει να βλάψωσι' διότι δεν δίδει εις αυτά την ελευθερίαν να κακοποιήσωσί τινα, όσον αυτά θέλουσιν' επειδή εάν σου εγίνετο τούτο, δεν ηδύνατο να ζήση εις τον κόσμον πάσα σαρξ'  διότι δεν αφήνει ο Θεός  τα κτίσματα αυτού, ίνα πλησιάση εις αυτά η εξουσία των δαιμόνων και των κακών ανθρώπων, και βλάψωσιν αυτά κατά το θέλημα αυτών' διά τούτο λέγε πάντοτε εις την ψυχήν σου, εγώ έχω φύλακα, όστις με φυλάττει, και δεν δύναται κανέν των κτισμάτων να φανή έμπροσθέν μου, εκτός μόνον εάν εδόθη εις αυτό άδεια άνωθεν. Πίστευσον αδιστάκτως, ότι ούτε εις τα όμματά σου δύνανται να φανώσιν, ούτε εις τα ώτα σου τολμώσι να δώσωσι κρότον διά των εαυτών απειλών' καθότι εάν είχον άδειαν άνωθεν, δεν υπήρχεν ανάγκην πλέον να σε φοβήσωσι διά λόγου και λόγων, αλλ' ευθύς ήθελον εκπληρώσει το έργον της βλάβης κατά το θέλημα αυτών. Και πάλιν, λέγε καθ' εαυτόν, ότι εάν ήναι θέλημα του δεσπότου μου να εξουσιάσωσιν οι δαίμονες και οι κακοί λάνθρωποι το πλάσμα αυτού, ουδ' εγώ αποφεύγω τούτο, αλλά δέχομαι αυτό μετά μεγίστης μου ευχαριστήσεως, ως ευγνώμων τις δούλος, όστις δεν θέλει να καταργήση το θέλημα του κυρίου αυτού, και ούτω θέλεις πληρωθή από χαράν εις τους πειρασμούς σου, γνωρίζων ακριβώς, ότι σε κυβερνά, και διευθύνει τα κατ' εσέ η θεία πρόνοια. Στήριξον λοιπόν την καρδίαν σου εις την προς τον Κύριον πεποίθησιν, και μη φοβηθής, μήτε από νυκτερινού φόβου, μήτε από τα βέλη τα πετώμενα την ημέραν' διότει λέγει, ότι η πίστις του δικαίου, την οποίαν έχει προς τον Θεόν, ημερώνει τα άγρια θηρία και κάμνει αυτά ως πρόβατα. Εάν δε λέγεις, ότι εγώ δεν είμαι δίκαιος, ώστε να έχω πεποίθησιν εις τον Θεόν, αλλά γνώριζε, ότι και συ διά την εργασίαν της αρετής εξήλθες εις την έρημον, ήτις υπάρχει πλήρης θλίψεων, και δι' αυτό τούτο υπήκουσας εις το θέλημα του Θεού' λοιπόν νομίζεις, ότι ματαίως κοπιάζεις, υποφέρων κόπους και θλίψεις; όχι, ο Θεός δεν θέλει τον κόπον σου, αλλά συ προσφέρεις εις αυτόν θυσίαν αγάπης τας ιδίας σου θλίψεις και στενοχωρίας. Ταύτην την διάκρισιν δεικνύουσι πάντες, όσοι αγαπώσι τον Θεόν, στενοχωρούντες και θλίβοντες εαυτούς διά την προς αυτόν αγάπην' διότι όσοι προθυμοποιούνται να ζήσωσιν εν φόβω Θεού, υποφέρουσι πάσαν θλίψιν, και υπομένουσι πάντα διωγμόν δι' αυτόν, και αυτός κάμνει αυτούς εξουσιαστάς των εαυτού κρυπτών θησαυρών. Είτε δε τις των αγίων πατέρων' υπήρχέ τις αναχωρητής, γέρων τίμιος, προς τον οποίον, ευρισκόμενος εις λύπην των πειρασμών, απήλθον και εγώ άπαξ' αυτός δε ο μακάριος ασθενής ων έκειτο' αφού δε ησπάσθην αυτόν, και εκάθισα πλησίον αυτού, είπον προς αυτόν' εύχου, πάτερ, υπέρ εμού, διότι πολύ θλίβομαι από τους πειρασμούς των δαιμόνων' εκείνος δε ανοίξας τους οφθαλμούς αυτού, και ατενίσας προς εμέ, είπε' τέκνον, συ εισέτι νέος υπάρχεις, και ο Θεός δεν αφήνει εις σε πειρασμούς' και εγώ είπον, ναι, και νέος ειμή, και πειρασμούς έχω δυνατών ανθρώπων' και εκείνος πάλιν είπε, λοιπόν ο Θεός θέλει να σε σοφίση' εγώ δε απήντησα, και πως θέλει να με σοφίση, αφού καθημέραν κινδυνεύω τον ψυχικόν θάνατον;  και εκείνος, σιώπα, τέκνον, ο Θεός σε αγαπά' μέλλει ο Θεός να σοι δώσοι την χάριν του. Είπε δε πάλιν' γνώριζε, τέκνον, ότι τριάκοντα χρόνους επολέμησα μετά των δαιμόνων, και, παρελθόντες του εικοστού έτους, δεν εφοβήθην ποσώς υπό του Θεού' οπότε δε παρήλθε το εικοστόν πέμπτον έτος, ήρχισα να ευρίσκω μικράν τινα ανάπαυσιν. και προϊόντος του χρόνου, ηύξανε και η ανάπαυσίς μου' αφού δε παρήλθεν το εικοστόν έβδομον, και έφθασα το εικοστόν όγδοον, ηυξάνθη και η ανάπαυσίς μου περισσότερον' παρερχομένου δε και του τριακοστού και φθάνοντας ήδη εις το τέλος, τόσον ησθάνθην την δύναμιν της αναπαύσεως, ώστε δεν εγνώριζον εις πόσον μέτρον έφθασα. 

«ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ ΜΕ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΡΗΓΟΡΟΥΝ...»



 Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου, αναφερόμενος στην γιαγιά του, λέει:



«Η προς μητρός μάμμη μου, κάθε φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή, άνοιγε το μυστικό προσωπικό της σεντούκι, έβγαζε το νυφικό της και το σιδέρωνε. Ήταν αυτό που κατ’ επιθυμίαν της θα την κάλυπτε και νεκρή. Μέσα στο σεντούκι είχε και δύο μικρά μπουκαλάκια. Το ένα με λάδι, το άλλο με κρασί. Τα άδειαζε στο νεροχύτη και τα γέμιζε με προϊόντα της νέας σοδειάς. Ήταν οι μέλλουσες χοές της. Οι προσφορές κατά την ώρα της ταφής.


Αυτή η ίδια μακάρια γριούλα μας είχε μάθει να μην πετάμε τη φέτα, το ψωμί με λάδι ή με ζάχαρη που μας έδινε, όταν βγαίναμε στο δρόμο για παιχνίδι. Έπρεπε, όταν χορταίναμε και δεν θέλαμε άλλο, να ανεβαίνουμε με προσοχή στη μάντρα ή στα κεραμίδια της αποθήκης και να αφήνουμε το κομμάτι το ψωμί για να το φάνε τα πετεινά του ουρανού. Πριν το ακουμπήσουμε στη μάντρα έπρεπε να το ασπαστούμε.


Αυτές οι μικρές τελετές ευσέβειας με ακολουθούν έως σήμερα και με παρηγορούν μέσα στο χαώδη κόσμο, τον σκόρπιο, τον ανερμάτιστο που ζούμε. Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος ηδονής, χωρίς αγάπη. Ένας κόσμος λαγνείας, χωρίς έρωτα. Έλειψε το λειτουργικό ήθος, η εκκλησιαστική ενοριακή αγαπητική σχέση, η συγγνώμη και η μετάνοια.


Ο κόσμος σήμερα φοβάται το θάνατο. Θαρρεί πως ο θάνατος είναι το τέρμα. Η μακάρια γερόντισσα ήξερε την αλήθεια. Είχε συμβιβαστεί με το θάνατο, γιατί πίστευε στην Ανάσταση. Η αναστάσιμη ελπίδα ήταν το ήθος της γριούλας μάμμης μου. Αυτή είναι η ορθόδοξη ευσέβεια, η ταπεινή, τα μικρά θαύματα της καθημερινότητας, οι ώρες της αγάπης και της ευχαριστίας, όταν τιμάμε τη δημιουργία και προσδοκώμεν την άλλη ζωή ως δώρο, ως νοσταλγία παραδείσου».

Ο ΦΛΑΝΤΑΝΕΛΑΣ



 

{Στις 20 Απριλίου του 1453 τέσσερα πλοία με επικεφαλής ένα βασιλικό σκάφος επιστρέφουν στην πολιορκημένη βασιλεύουσα, φορτωμένα εφόδια από διάφορες χριστιανικές χώρες.
Ο Μωάμεθ διατάσσει τότε το στόλο του να συλάβη ή να βυθίση τα πλοία, που τόλμησαν να παραβιάσουν τον αποκλεισμό της πρωτεύουσας.
Κυβερνήτης του βασιλικού σκάφους ήταν ο γενναίος Φλαντανελάς}
.



Η γριά τυφλή. Στα τείχη έφεραν με ευλάβεια τις άγιες εικόνες' και μια γριά τυφλή, ακολουθώντας με λαχτάρα την ανθρωποπλημμύρα, ήρθε και εκείνη να δη με τα ξένα μάτια. Ο αυτοκράτορας της έκανε τόπο, χωρίς να σηκώση τα μάτια του από τη θάλασσα. Σιωπή νεκρική βασιλεύει! Θαρρείς και ο Αετός, ο υψηλότερος της Ασίας λόφος, ψήλωσε ακόμη πιο πολύ να δη την πρωτάκουστη ναυμαχία ενός στόλου ολόκληρου με τέσσερα πλοία. Το πρώτο βασιλικό πλοίο με τη σημαία, που τη στόλιζε ο δικέφαλος αετός, πρώτο πρώτο θέλει να προχωρήση, να περάση την αλυσίδα τη χονδρή, που είναι φραγμένος ο κόλπος, και να φέρη τροφή στην κουρασμένη Πόλη. Για μια στιγμή έπαυσε ο άνεμος˙ φύλλο δε σαλεύει και τα χριστιανικά πλοία ήσυχα στέκονται σα μαρμαρωμένα και καθρεφτίζονται στη γαλήνια θάλασσα. Έξαφνα ο τούρκος ναύαρχος Σουλεϊμάν πασάς ορμά με το στόλο του και τα κυκλώνει. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος, γιατί τα πλοία δεν μπορούν να φύγουν. Και ο περήφανος Σουλτάνος, ξεχνώντας ότι βρίσκεται στην ξηρά, προχωρεί με το άλογό του στα ρηχά, να τρέξη ο ίδιος να βουλιάξη τα πλοία με τη χριστιανική σημαία. Δίνει διαταγές κεραυνούς˙ κανένας δεν τολμά να τις παρακούση. Τελείωσε! Θα χαθούν τα παλληκάρια! Δεμένα τα πλοία, γιατί φύλλο δεν κινείται, έπρεπε να ξεχάσουν, ότι είναι θαλασσινά˙ θα γίνη στεργιανός ο πόλεμος. Στα τείχη ο λαός με μια αναπνοή, με μια ευχή, με ένα όνειρο παρακολουθεί με λαχτάρα τη ναυμαχία και προσεύχεται. Προσεύχεται και ο βασιλιάς και δε δίνει διαταγές φοβερές. Ξέρει τα παλληκάρια του˙ θα κάνουν μόνα το καθήκον τους. Και η γριά προσεύχεται κι εκείνη και κλαίει. Από κάτι μισόλογα, που ακούει, παρακολουθεί το μεγάλο κακό σα να το βλέπη. Η νίκη. Οι Τούρκοι έφεραν φωτιά και άρχισε να καίεται το βασιλικό πλοίο. Και άλλοι απ’ αυτούς ορμούν σαν αστραπές μέσα στα πλοία. Τότε ο κυβερνήτης Φλαντανελάς δίνει διαταγή στους ναύτες του: οι μισοί στα κατάρτια, με το ένα χέρι να χύνουν νερό και να σβήνουν τη φωτιά, με το άλλο να χύνουν υγρή φωτιά – το υγρόν πυρ – και να καίουν τα εχθρικά πλοία, και οι άλλοι μισοί να πολεμούν στήθος με στήθος, σπρώχνοντας τους Τούρκους, που ήθελαν να πηδήσουν μέσα. Εδώ έγινε μεγάλη εκατόμβη. Εκατοντάδες χάνει ανώφελα ο Σουλεϊμάν πασάς, και αφρίζει ο Σουλτάνος και δείχνει το χρυσό του ρόπαλο αγριεμένος. Ο κάθε ναύτης του χύνεται στο θάνατο, γιατί ξέρει, ότι τον περιμένει, αν παρακούση, θάνατος πολυβασανισμένος. Και ο ουρανός εξακολουθεί να είναι γαλανός και η θάλασσα λάδι. Ανοίγει τα χίλια στόματά της άθελα και καταπίνει τα πτώματα και τα ναυάγια. Έξαφνα μια στιγμή στα τείχη τη νεκρική σιωπή ακολούθησε βοή μεγάλη. Της γριάς τα στήθη τα ξέσχιζε το αναφυλλητό. Δεν ημπορεί να καταλάβη τι γίνεται γύρω της και τραβά το πλατύ μανίκι του πλαγινού της και ρωτά με λαχτάρα: -Αδερφέ, τι γίνεται εκεί κάτω; Δεν έχω μάτια να δω. -Τί γίνεται; Ο Σταυρός, μάνα, έκαμε το θαύμα του. Ο Φλαντανελάς επέρασε την αλυσίδα, απάντησε εκείνος. -Δοξασμένο τ’ όνομά του! Είπε η γριά και κλονίστηκε. Ο ξένος τη στήριξε και δεν την άφησε να πέση. Έπειτα άκουσαν ψαλμούς˙ ο λαός έφερνε στα χέρια τον Φλαντανελά με τα παλληκάρια του και με τους γενναίους των άλλων πλοίων. Ο Φλαντανελάς γελαστός γύρισε και είδε τη θάλασσα, που ήταν ακόμη γεμάτη συντρίμματα και ναυάγια˙ έπειτα έτρεξε στο Βασιλέα του. Αλλά έξαφνα βλέπει τη μάνα του ακουμπισμένη επάνω στον αυτοκράτορα.

Print Friendly and PDF