«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026
ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ ΚΘ', ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΠΕΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟ
ΕΟΡΤΗ ΠΕΤΡΟΥ & ΠΑΥΛΟΥ: «ΠΑΝΤΟΤΕ ΧΑΙΡΕΤΕ, ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ, ΕΝ ΠΑΝΤΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙΤΕ...» (2022)
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ π. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΝΑΣΛΙΜΗ: ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ
Εἰσαγωγικά:
Οἱ Προπάτορές μας στὴν Ἀκαινοτόμητη Πίστη εἶχαν ἐξ ἀρχῆς τῆς Ἡμερολογιακῆς Μεταρρυθμίσεως τοῦ 1924 χρησιμοποιήσει ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον της, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὴν περικοπὴ ἤ τὴν πλήρη κατάργηση τῆς Νηστείας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπὸ τοὺς τολμητίες Καινοτόμους.
Στὸ θέμα αὐτὸ ἐπανήρχοντο ὅποτε τοὺς ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία, προκειμένου νὰ τονίσουν τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν μας, γιὰ παράδειγμα, τὸ Ἡμερολόγιον Τοίχου τοῦ ἔτους 1963, ἐκδόσεως τῶν Γραφείων τῆς Ἐκκλησίας μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖο περιέχει καθημερινὰ μικρὰ κείμενα, συνήθως σὲ συνέχειες. Αὐτὰ εἶναι γραμμένα πρωτοτύπως, γιὰ τὴν συγκεκριμένη ἔκδοση, καὶ δὲν ἀποτελοῦν ἀντιγραφὴ ἀπὸ κείμενα ἄλλων, ἀκόμη καὶ Ἁγίων Πατέρων, ὅπως γίνεται συνήθως στὶς περιπτώσεις αὐτές.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 1962, ὑπεύθυνος στὴν ὑπηρεσία τῶν Γραφείων καὶ Γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μας ἦταν ὁ ἐκ Βόλου Σεβ/τος Ἐπίσκοπος Μαγνησίας Χρυσόστομος Νασλίμης (+1973). Ἀπὸ δὲ τὴν ἔκφραση καὶ τὴν πλοκὴ τοῦ λόγου καὶ τῆς θεμοτολογίας τῶν κειμένων τοῦ Ἡμερολογίου, εἶναι εὐδιάκριτο ὅτι ἀποτελοῦν προϊόντα τῆς γραφίδος του.
Τρία θέματα ποὺ ξεχωρίζουν εἶναι γιὰ τὴν Νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (φύλλα ἀπὸ 12 ἕως 28 Φεβρουαρίου), γιὰ τὴν Νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ στηλιτεύσει καταλλήλως τὴν Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία (φύλλα ἀπὸ 28 Μαΐου ἕως 4 Ἰουλίου), καὶ ἐπίσης γιὰ τὶς Διαχριστιανικὲς σχέσεις στὰ πλαίσια τοῦ κατακρίτου Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ τότε πλέον ἄρχισε νὰ δεικνύει τὸ ἀληθινὸ πρόσωπό του καὶ τὴν ἀποστατικὴ φύση του (φύλλα ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου ἕως 6 Δεκεμβρίου).
Θὰ παραθέσουμε ἐδῶ τὰ γραφόμενα περὶ τῆς Νηστείας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πρὸς ἐνίσχυσίν μας, ὅπως καὶ ἐπίκρισιν τῶν κατακρίτων Καινοτόμων Νεοημερολογιτῶν-Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν στὴν διαστρέβλωση ποὺ ἐπέφεραν ἔναντι καὶ τῆς ὀφειλομένης τιμῆς καὶ ὑπακοῆς στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους. Εἴθε νὰ συνέλθουν καὶ νὰ ἐξέλθουν ἐν μετανοίᾳ ἀπὸ τὴν θλιβερὴ ἀποστατικὴ σύγχυση στὴν ὁποία περιέπεσαν.
Ἡ δὲ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νὰ διαφυλάττει πάντας τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους καὶ ἡ εὐλογία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων νὰ τοὺς ἐνισχύει, ὥστε νὰ παραμείνουμε πιστοὶ ἄχρι τέλους στὴν παραδοθεῖσα Πίστη καὶ εὐσέβεια καὶ νὰ τύχουμε τοῦ Ἐλέους τοῦ Παναγάθου Θεοῦ ἡμῶν!
Τὸ κείμενον:
ΤΗΝ ἱερὰν Νηστείαν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων λεγομένην ἔχουσι νομοθετήσει αὐτοὶ οἱ ἴδιοι Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οὕτω λέγοντες εἰς τὸ Πέμπτον Βιβλίον (Κεφάλ. Κ΄ 5) τῶν Διαταγῶν αὐτῶν: «Μετὰ τὸ ἑορτάσαι ὑμᾶς τὴν ἁγίαν Πεντηκοστήν, ἑορτάσατε (ἤτοι καταλύσατε) μίαν ἑβδομάδα, καὶ μετ’ ἐκείνην νηστεύσατε. Δίκαιον γὰρ εὐφρανθῆναι ἐπὶ τῇ ἐκ Θεοῦ δωρεᾷ, καὶ νηστεῦσαι μετὰ τὴν ἄνεσιν. Καὶ γὰρ καὶ Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐνήστευσαν τεσσαράκοντα ἡμέρας· καὶ Δανιὴλ τρεῖς ἑβδομάδας ἡμερῶν ἄρτον ἐπιθυμιῶν οὐκ ἔφαγε, καὶ κρέας καὶ οἶνος οὐκ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα αὐτοῦ… Μετὰ δὲ τὴν νηστείαν ταύτην, πᾶσαν Τετράδα καὶ πᾶσαν Παρασκευὴν νηστεύειν προστάσσομεν».
Οὕτω δὲ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων Ἀποστόλων διατασσόντων τὴν ἱερὰν ταύτην Νηστείαν, εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἐτόλμησαν καὶ τολμῶσι μερικοὶ ἀσυνείδητοι καὶ μᾶλλον ἀθεόφοβοι καὶ Κληρικοὶ μάλιστα, νὰ λέγωσιν ὅτι: τὴν Νηστείαν αὐτὴν ἐνομοθέτησαν οἱ Μπακάληδες τοῦ Φαναρίου, διὰ νὰ ἐξοδεύσωσι τοὺς ταραμάδες καὶ τὰ χαβιάρια!
Ο ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
Ὁ μήνας ᾽Ιούνιος καταυγάζεται ἀπό τή μεγάλη ἑορτή τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (29 ᾽Ιουνίου). Δέν πρόκειται περί μίας ἁπλῆς ἑορτῆς, ὅπως συνήθως ἑορτάζουμε τίς ὑπόλοιπες ἑορτές τῶν ἁγίων μας: νά θυμηθοῦμε τήν κατά Χριστόν πολιτεία τους καί στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας νά τούς μιμηθοῦμε. Στόν ἐναγκαλισμό τῶν δύο ἀποστόλων, ὅπως τόν βλέπουμε στή γνωστή εἰκόνα τους, ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλε τή σύζευξη τῆς πίστεως καί τῶν ἔργων, μέ ἄλλα λόγια εἶδε τούς ἀποστόλους αὐτούς ὡς σύμβολο καί τύπο τῆς παραδόσεώς της.
Ὑπῆρξε, καί ὑπάρχει ἀκόμη σέ ὁρισμένους αἱρετικούς, ἡ ἄποψη ὅτι οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι ἀκολουθοῦν διαφορετικές παραδόσεις καί ἐκφράζουν διαφορετικές θεολογίες: ὁ ἀπόστολος Πέτρος – λένε – τονίζει τά ἔργα ὡς δρόμο σωτηρίας, γεγονός πού τόν σχετίζει περισσότερο μέ τήν ᾽Ιουδαϊκή παράδοση, καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει κυρίως τήν πίστη, ἄρα εἶναι ὁ ρηξικέλευθος καί ὁ ἀληθινός χριστιανός.
Τόν Πέτρο εἶδαν πολλοί ὡς πρότυπο τῆς θεολογίας τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἡ ὁποία πράγματι ὑπερτονίζει τά καλά ἔργα εἰς βάρος συχνά τῆς πίστεως, καί τόν Παῦλο ἀπό τήν ἄλλη σχέτισαν μέ τόν Προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ὑποβαθμίζει τά ἔργα ὑπέρ τῆς πίστεως.
Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους ὅμως μία τέτοια διασπασμένη κατανόηση τῆς θεολογίας τῶν ἀποστόλων αὐτῶν ἀποτελεῖ μεγάλη πλάνη. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο ἀπόστολοι ἐκφράζουν τήν ἴδια τελικῶς θεώρηση τῆς πίστεως. Δέν προβάλλει ἄλλον Χριστό ὁ Πέτρος καί ἄλλον ὁ Παῦλος. Καί οἱ δύο καταθέτουν τήν ἴδια ἐμπειρία, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, γιά τήν ὁποία καί οἱ δύο ἔδωσαν μέ μαρτυρικό τρόπο τή ζωή τους. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε πού τούς φώτιζε, ἦταν καί εἶναι πάντοτε τό ἴδιο.
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά παράδειγμα, τονίζει τήν πίστη ὡς προϋπόθεση τῆς σωτηρίας, ἐξαγγέλλει τήν κοινή μαρτυρία καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ποεξάρχοντος τοῦ Πέτρου (Βλ. π.χ. Α´Πέτρ. 1, 5-9. 21κ.ἀ.), κατά τήν ὁποία, ναί μέν ῾ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται᾽ (Ρωμ. 1,17), ἀλλά ἡ πίστη αὐτή ἐκφράζεται μέ τά ἔργα τῆς πίστεως, μέ τή μετάνοια δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τόν καρπό τῆς πίστεως, τήν ἀγάπη.
Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽ (Γαλ. 5, 6) κατά τή συνοπτική διατύπωσή του, πού σημαίνει ὅτι τότε ἡ χριστιανική πίστη ζωντανεύει καί ἐνεργοποιεῖται, ὅταν ἀκολουθεῖ τόν δρόμο τῆς ἀγάπης. Πρόκειται γιά διαφορετική διατύπωση τῆς διδασκαλίας καί τοῦ ἀποστόλου ᾽Ιακώβου, κατά τήν ὁποία ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽ (2, 18).
Διαφορετικά, ἡ πίστη μόνη μπορεῖ νά θεωρηθεῖ καί ὡς δαιμονική, ἀφοῦ ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσιν καί φρίττουσι᾽( ᾽Ιακ. 2,19). ῎Ετσι πίστη καί ἔργα (πίστεως) συμπορεύονται στή χριστιανική παράδοση, ἐνῶ ὁποιαδήποτε διάσπαση τῆς πίστεως ἀπό τά ἔργα ἑρμηνεύεται ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς συγχύσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ διασπασμένου νοῦ τῶν αἱρετικῶν.
Ἡ ἐσωτερική δηλαδή διάσπαση, τήν ὁποία ζοῦν οἱ αἱρετικοί, λόγω τῆς ἐνεργούσας μέσα τους ἁμαρτίας, τούς ὁδηγεῖ καί στό νά βλέπουν διασπασμένη τή θεολογία τῶν ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Μέ ἄλλα λόγια καί στό σημεῖο αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἡ ψυχολογική ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ» (2008)
Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
«ΜΙΜΗΤΑΙ ΜΟΥ ΓΙΝΕΣΘΕ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΓΩ ΧΡΙΣΤΟΥ»
Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Τίμιον Πρεσβυτέριον,
Σεπτὴ Διακονία,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Ἐπειδή, ὅπως ὁρίζουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, σὲ κάθε μας νέο ἔργο εἶναι πρέπον τὸ «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι», θὰ ἤθελα στὴν ἀρχὴ τῆς παρούσης ὁμιλίας νὰ ἐκφράσω ἐκ μέσης καρδίας τὶς εὐχαριστίες μου πρωτίστως πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Δωρεοδότη Θεό, ζητῶντας νὰ κινήσει τὴν γλώσσα μου πρὸς λόγια οὐσίας καὶ ὄχι δυσάρεστους ἤχους ἑνὸς «κυμβάλου ποὺ ἀλαλάζει». Ἔπειτα, ἀπευθύνω καρδιακὲς εὐχαριστίες πρὸς τὰ σεβάσμια Μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου, γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ μοῦ ἐπεφύλαξαν νὰ ἐκφωνήσω λόγο γιὰ τὸν γεννήτορά μας ἐν Χριστῷ καὶ ἱδρυτὴ τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, κορυφαῖο Ἀπόστολο Παῦλο.
Εἶναι δὲ ἡ ἀνάθεση τῆς ὁμιλίας πρὸς ἐμένα τιμή, ὄχι γιὰ κάποιον ἄλλον λόγο, παρὰ διότι ἀποτελεῖ εὐκαιρία νὰ διακονήσω τὴν Ἐκκλησία. Ὁποιοδήποτε κάλεσμα γιὰ διακονία στὴν Ἐκκλησία ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Χριστιανὸ τιμή, διότι «ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, παρατεινόμενο στοὺς αἰῶνες», καί, ἑπομένως, ὅταν ὁ Χριστιανὸς κηρύττει, ἱερουργεῖ, ψάλλει, καθαρίζει τὸν Ναό, ἤ, ἐν ὀλίγοις, προσφέρει τὴν ὅποια ὑπηρεσία του στὴν Ἐκκλησία, δὲν ὑπηρετεῖ ἕναν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Ὑπηρετεῖ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, τὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτή μας. Χάριν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἀρχίζω τὸ ἐγχείρημά μου, πιστεύοντας ὅτι ἡ χάρη τῆς ὑπακοῆς θὰ ἀποδώσει τὴν ἐπιθυμητὴ ὠφέλεια, παρὰ τὴν ἀδυναμία μου.
Ἀπὸ τὴν χθεσινὴ ἑσπέρα, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει ἐνώπιόν μας δύο ἄνθη διαλεχτὰ ἀπὸ τὸν πάντερπνο λειμώνα της· τοὺς Ἁγίους Πρωτοκορυφαίους Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. Μᾶς καλεῖ νὰ τοὺς τιμήσουμε καὶ νὰ εὐφρανθοῦμε ἀπὸ τὴν μεθυστικὴ εὐωδία τῶν ἀρετῶν τους, ἡ ὁποία μᾶς ταξιδεύει νοητὰ στὴν ἀρχὴ τῆς σωτηρίας μας, στοὺς Θεοβαδίστους Τόπους. Ἐκεῖ, οἱ θειότατοι Ἀπόστολοι, μὲ ἀφορμὴ τὴν μνήμη τους, μᾶς δίνουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀκούσουμε ξανὰ καὶ πάλι τὰ κηρύγματα ποὺ συνόδευσαν τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Θεανθρώπου.
Μόλις ὁ Χριστὸς βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη καὶ κατατρόπωσε τὸν πειρασμὸ στὴν ἔρημο, εὐθὺς ἔθεσε σὲ ἐφαρμογὴ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ ἑξῆς σύντομο καὶ περιεκτικὸ κήρυγμα: «μετανοεῖτε· ἔχει φθάσει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἡ φράση αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τοῦ κηρύγματος. Λόγος ποὺ ἐκφωνεῖται ἀπὸ Κληρικὸ καὶ δὲν εἶναι διαποτισμένος μὲ τὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας, δηλαδὴ δὲν ὠθεῖ στὴν κατὰ Θεὸν μεταμόρφωση, μοιάζει μὲ πρόχειρο οἰκοδόμημα ποὺ μπορεῖ στὴν ἀρχὴ νὰ προσφέρει λίγη τέρψη στὴν θέα, ἀλλὰ μὲ τὸ πρῶτο ἀεράκι γκρεμοτσακίζεται καὶ πληγώνει ψυχές. Μετάνοια, λοιπόν, σημαίνει: ἀλλάζω τρόπο σκέψης.
Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὸ κάνω μία φορὰ καὶ μετὰ μπορῶ νὰ πῶ στὸν ἑαυτό μου: «Ὡραῖα, καὶ τώρα ἀφοῦ μετάνιωσες ψυχή μου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας διαρκὴς ἀγώνας νὰ κόψω τὸ ἀτομικό μου θέλημα, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ εἰς βάρος τῶν ἄλλων, καὶ νὰ ταυτίσω τὸ θέλημά μου μὲ αὐτὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ πιὸ ἁπλὰ λόγια, νὰ θέλω ὅ,τι θέλει ὁ Θεὸς καὶ ὁ Θεὸς νὰ θέλει ὅ,τι θέλω κὶ ἐγώ. Ἂν δὲ ἡ κατάστασή μου εἶναι πολὺ σοβαρή, μετάνοια θὰ πεῖ: ἀφήνομαι στὸν Χριστὸ νὰ μὲ συντρίψει ὡς σκεῦος κεραμέως, ὥστε κατόπιν νὰ μὲ ἀναπλάσει ὅμορφο καὶ χρήσιμο. Αὐτὴ ἡ μετάνοια ἦταν καὶ εἶναι ἡ προϋπόθεση γιὰ νὰ κατακτήσει κάποιος τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν τρίτη ἡμέρα ἀπὸ ὅταν ὁ Λυτρωτής, ὡς ἀμνὸς ἄφωνος κατὰ τὴν σφαγή, παρέδωσε τὸ πνεῦμα Του πάνω στὸν Σταυρό, τὸ πρῶτο κήρυγμα ποὺ ἄκουσαν οἱ θαρραλέες καὶ πιστὲς Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔμελλε νὰ ἀποτελέσει τὸ ἐπίκεντρο τῆς πίστης μας· «τί ἀναζητᾶτε τὸν Ζωντανὸ ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς; Ἀναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδώ»! «Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ, μάταιη θὰ ἦταν ἡ πίστη μας», διδάσκει ὁ τιμώμενος Παῦλος. Γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποκαλεῖται «Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως». Αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ δύο κηρύγματα, τὴν μετάνοια καὶ τὴν Ἀνάσταση, μᾶς τὰ θυμίζουν καὶ οἱ δύο Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ὡστόσο, ἡ περίσταση, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ τὸν ἱδρυτὴ τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ἀπαιτεῖ ἐκτενέστερη ἀναφορὰ στὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε βίωσε τὰ δύο αὐτὰ κηρύγματα στὸν μέγιστο βαθμό.
Ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε μὲν τὸν Διδάσκαλο μετὰ τὴν σύλληψή Του, ἀλλὰ δὲν Τὸν πολέμησε ποτέ. Ἀμέσως κατάλαβε τὸ λάθος του, ἔκλαψε πικρὰ καὶ παρέμεινε μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ὁ Παῦλος, ὅμως, καταδίωξε σκληρὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἦταν φανατικὸς Φαρισαῖος. Τὸ κήρυγμα ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, τὸ ὁποῖο μὲ τόση ἀφοσίωση ὑπηρέτησαν οἱ Ἀπόστολοι, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ἔδαφος ποὺ κέρδιζε ἡ νέα πίστη εἰς βάρος τῆς παλαιᾶς θρησκείας, ἐξόργιζαν τοὺς Ἰουδαίους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Παῦλος. Τοὺς ἐξόργιζαν, ἀλλὰ τοὺς προκαλοῦσαν καὶ φόβο. Ἀπὸ τὸν φόβο τους ὅτι ἡ παλαιὰ θρησκεία θὰ χανόταν μὲ τὴν ραγδαία διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ Ἰουδαῖοι ἐπιδόθηκαν σὲ διωγμοὺς καὶ φόνους. Βλέπουμε πὼς ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται καὶ κατανοοῦμε ὅτι, ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας ὅπλο εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη, ἐμπνέει φόβο στοὺς ἐχθρούς της, μὴ τυχὸν καὶ ἀπωλέσουν τὰ συμφέροντά τους. Γιὰ αὐτό, ἐξακολουθοῦν νὰ τὴν διώκουν μὲ τὰ σύγχρονα, βέβαια, μέσα. Δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, ἀκόμη οἱ δοκησίσοφοι κοσμοκράτορες τοῦ σκότους δὲν ἔχουν κατανοήσει τὸ ἑξῆς ἁπλό: ὅτι ἡ Ἐκκλησία «πολεμουμένη νικᾶ», διότι «οἱ πύλες τοῦ Ἅδου δὲν θὰ τὴν καταβάλουν».
ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ (2014)
Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΠΕΤΡΟ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟ
Οὐρανoῦ καὶ γῆς ἅμιλλαν ὁρῶ διὰ τὴν παροῦσαν πανήγυριν τῆς μνήμης τῶν ἀπoστόλων, τῶν μὲν ἐπουρανίων δυνάμεων εὐφημουσῶν ἐντίμοις φωναῖς τοῦ πόνου αὐτῶν τὸ διδασκάλιον, ὡς δι’ αὐτῶν γνωρισθὲν αὐτοῖς τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον, καθὼς ὁ Παῦλος βοᾷ, Ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ· τῶν δὲ ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων ἐκβιαζομένων ἀξίαν εὐφημίαν διὰ τῆς τιμῆς πρὸς τοὺς κορυφαίους δεῖξαι, ὡς δι’ αὐτῶν εἰς σωτηρίαν ἐπανελθόντων.
Τί γὰρ Πέτρου μεῖζον; τί δὲ Παύλου ἴσον; οἵτινες τῷ ἔργῳ καὶ τῷ λόγῳ πᾶσαν τὴν ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς κτίσιν ἐνίκησαν· οἱ τῷ πηλῷ τοῦ σώματος συμπεπλεγμένοι, καὶ ἀμείνους ἀγγέλων εὑρεθέντες. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς τοὺς διδασκάλους τῆς ἄνω καὶ τῆς κάτω κτίσεως; Οὐχ εὑρίσκω γὰρ λόγον ἐπάξιον ἐγκωμιάσαι τοὺς ἐγκωμιάσαντας τὸ γένος ἡμῶν, τοὺς τὴν ἅπασαν γῆν καὶ θάλασσαν περιελθόντας, καὶ τὰς ῥίζας τῶν ἁμαρτημάτων ἀνασπάσαντας, καὶ τὰ σπέρματα τῆς εὐσεβείας καταβαλόντας ἐν ταῖς καρδίαις τῶν ἀπειθούντων ἀνθρώπων.
Πέτρος ὁ καθηγητὴς τῶν ἀποστόλων, Παῦλος ὁ γνωριστὴς τῆς οἰκουμένης, καὶ τῶν ἄνω δυνάμεων συμμέτοχος· Πέτρος τῶν ἀγνωμόνων Ἰουδαίων ὁ χαλινὸς, Παῦλος τῶν ἐθνῶν ἡ παράκλησις. Καὶ βλέπε μοι τοῦ Δεσπότου τὴν ὑπερέχουσαν σοφίαν. Τὸν γὰρ Πέτρον ἀπὸ ἁλιέων ἐξελέξατο, τὸν δὲ Παῦλον ἀπὸ σκηνοῤῥάφων· καὶ τοῦτο δὲ πρὸς ὠφέλειαν πεποίηκεν· ἐβυθίζετο γὰρ ἡ δόξα τῶν Ἰουδαίων. Διὰ τοῦτο τούτῳ τῷ ἁλιεῖ ἐνεπίστευσεν ὁ Κύριος, φήσας πρὸς αὐτόν· Ἄπελθε εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ βάλε ἄγκιστρον· καὶ τὸν ἀναβάντα πρῶτον ἰχθὺν ἄρας, ἄνοιξον τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ εὑρήσεις στατῆρα Θάλασσαν λέγων, τὴν ἄστατον τῶν ἀνόμων Ἰουδαίων γνώμην· ἄγκιστρον, τὸν ἔντεχνον λόγον τῆς διδασκαλίας· ἰχθὺς, τὸν νόμον σημαίνει.
Τὸ δὲ ἀνοῖξαι τὸ στόμα αὐτοῦ, τὸ ἑρμηνεύειν αὐτὸν λέγει· τὸ δὲ εὑρεῖν ἐν αὐτῷ στατῆρα, τὸ πνευματικῶς αὐτὸν ἀνακρίνειν σημαίνει. Τῷ δὲ Παύλῳ ὡς σκηνοῤῥάφῳ τὰ ἔθνη ἐνεχείρισεν, ἵνα ἐνδύσῃ διὰ νόμου καὶ τῆς χάριτος γυμνοὺς, τὸ κόκκινον ἔνδυμα, τὸ ἐξ ὕδατος καὶ αἵματος Δεσποτικοῦ βαφέν. Οὕτως αὐτῷ ὁ Δεσπότης βοῶν, Ἄπελθε, φησὶν, ὅτι ἐγὼ εἰς ἔθνη μακρὰν ἀποστελῶ σε.
Ὢ μακαρία δυὰς ἡ πιστευθεῖσα ὅλου τοῦ κόσμου τὰς ψυχάς! Πέτρος ἡ ἀρχὴ τῆς ὀρθοδοξίας, ὁ μέγας τῆς Ἐκκλησίας ἱεροφάντης, ὁ ἀναγκαῖος σύμβουλος τῶν Χριστιανῶν, τὸ κειμήλιον τῶν ἄνω δυνάμεων, ὁ τετιμημένος ὑπὸ τοῦ Δεσπότου ἀπόστολος. Παῦλος ὁ μέγας τῆς ἀληθείας κήρυξ, τὸ καύχημα τῆς οἰκουμένης, ὁ ἐν οὐρανοῖς ἄνθρωπος, καὶ ἐπὶ γῆς ἄγγελος, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἐν ὑψηλοῖς πετόμενος ἀετὸς, ἡ λύρα τοῦ Πνεύματος, ἡ χελιδὼν καὶ τέττιξ, τὸ ὄργανον τὸ Δεσποτικὸν, ὁ γρήγορος τοῦ Χριστοῦ ὑπηρέτης.
Παῦλος καὶ Πέτρος, οἱ ζευκτοὶ βόες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ καλὴν πραγματείαν τῇ οἰκουμένῃ ἐμπορευσάμενοι, οἱ τὸν σταυρὸν ἀντὶ ζυγοῦ ἄραντες, ἀντὶ δὲ ἐπιβάτου τὸν Σωτῆρα, ἀντὶ δὲ ζευγλῶν τὰς Γραφῶν διαθήκας, ἀντὶ δὲ κέντρου τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Παῦλος καὶ Πέτρος, οἱ τὴν Ἐκκλησίαν καθ’ ἡμέραν φαιδρύνοντες, τὰ ταμιεῖα τὰ Δεσποτικὰ, τὰ πανδοχεῖα τῆς οἰκουμένης, τὰ δοχεῖα τοῦ Πνεύματος, τῆς ἁγίας Τριάδος τὰ ἑρμηνευτήρια, τῆς οἰκονομίας τοῦ θείου λόγου οἱ ὑφηγηταί. Πέτρος, ὁ ἐμὸς πνευματικὸς ἔρως·
Παῦλος, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ἡ ἐμὴ βακτηρία. Πέτρος, ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ· Παῦλος, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ λύρα τοῦ Πνεύματος, ὁ τρίπηχυς ἄνθρωπος, καὶ τῶν οὐρανῶν ἁπτόμενος· ὁ ἐν τόπῳ περιγραφόμενος, καὶ τὸν κόσμον ἅπαντα τῷ Δεσπότῃ περιγράφων· ὁ ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ καὶ κύκλῳ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ πεπληρωκὼς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· ὁ ὀξύδρομος δρομεὺς, ὁ εἰς οὐρανὸν ἀνιπτάμενος ἀετὸς, ὁ θείας χάριτος πεπληρωμένος, ὁ μαρτυρούμενος ὑπὸ τοῦ Κυρίου βαστάζειν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον πάσης τῆς οἰκουμένης, ὁ τριώροφον οὐρανὸν διελθὼν, καὶ εἰς παράδεισον εἰσελθὼν, καὶ μέχρι τῆς Δεσποτικῆς καὶ ἀπερινοήτου καθέδρας ἀναβὰς, καὶ ἀκούσας τῶν ἀποῤῥήτων μυστηρίων, ὧν οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.
Τί δὲ καὶ πρὸς Πέτρον ἐροῦμεν; τὸ γλυκὺ τῆς Ἐκκλησίας θέαμα, ἡ λαμπηδὼν τῆς οἰκουμένης, ἡ πρόαγνος περιστερὰ, ὁ καθηγητὴς τῶν ἀποστόλων, ὁ θερμὸς ἀπόστολος; ὁ ζέων τῷ Πνεύματι, ὁ ἄγγελος καὶ ἄνθρωπος, ὁ χάριτος μεμεστωμένος, ἡ στερεὰ τῆς πίστεως πέτρα, τὸ γηραλέον τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, ὁ μακάριος καὶ υἱὸς περιστερᾶς ἀκούσας διὰ τὴν ἁγνείαν ἐκ τοῦ Δεσποτικοῦ στόματος, ὁ τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰληφώς. Τῶν ἀγγέλων τὰ τάγματα ὑμεῖς ἐσυλήσατε. Καὶ τί πολλὰ λέγω;
Αὐτὸς ὁ Κύριος ἐγκωμιάζει ὑμᾶς, λέγων· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· οἱ βασιλέων εὐπορώτεροι, οἱ πλουσίων δυνατώτεροι, οἱ στρατιωτῶν ἰσχυρότεροι, οἱ σοφῶν καὶ φιλοσόφων σοφώτεροι, οἱ ῥητόρων εὐγλωττότεροι, Οἱ μηδὲν ἔχοντες, καὶ πάντα κατέχοντες. Ὑμεῖς ἐστε τῶν μαρτύρων ὑπομονὴ, τῶν πατριαρχῶν τὸ ὀρθόδοξον, τῶν μοναζόντων ἡ ἄσκησις, τῶν παρθένων οἱ στεφανῖται, τῶν ἐν ὁμοζυγίαις οἱ εἰρηνοποιοὶ, τῶν ἁρπακτῶν πλουσίων οἱ χαλινοὶ, τῶν ἀκολάστων οἱ σωφρονισταὶ, ἡ σκέπη τῶν βασιλέων, τὰ τείχη τῶν Χριστιανῶν, τῶν βαρβάρων οἱ ἀντίπαλοι, οἱ φιμὸν τοῖς αἱρετικοῖς ἐπιθέντες, οἱ νεκροῦντες τὰ ἄλογα πάθη τῶν σωμάτων, οἱ τοὺς λεγεῶνας τῶν δαιμόνων ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς βωμοὺς τῶν Ἑλλήνων καθελόντες, οἱ τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω κληρονομήσαντες· τῶν μὲν ἄνω τὰς κλεῖς εἰληφότες, τῶν δὲ κάτω λύειν καὶ δεσμοῦν τὰς ἁμαρτίας ἐξουσίαν ἔχοντες.
Ὢ τοῦ ἰδιώτου τὸ θαῦμα! ὢ τοῦ ἀγραμμάτου ἡ σοφία! Πέτρος, ὁ ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ παραλυτικοὺς σφίγγων, καὶ θάνατον λύων· Παῦλος, ὁ ἐν τοῖς ἱματίοις αὐτοῦ νοσήματα ἐκδιώκων, καὶ δαίμονας φυγαδεύων· οἱ εἰς μέσον τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου ἔχοντες, καὶ κρείττους πνεύματος δικαίου ὑπάρχοντες· Παῦλος ἡ ἄπαυστος χελιδὼν τῆς Ἐκκλησίας· Πέτρος ὁ διηνεκῶς τῇ οἰκουμένῃ, καθάπερ ἀηδὼν, λυρίζων ἀπαύστως· οἱ στῦλοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μεγάλοι τῆς οἰκουμένης φωστῆρες, οἱ κρείττους ἀλλήλων, καὶ ἀμείνους πάσης ὁμοῦ τῆς κτίσεως.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΦΟΥ
Ευαγγέλιο Ζ' Ματθαίου, θ' 27-35
Τῷ καιρῷ εκείνῳ, παράγοντι τῷ Ἰησοῦ, ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοί, κράζοντες καὶ λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. Ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε. Τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. Οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΥΜΩΝ ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΥΜΙΝ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2023)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΟΔΗΓΟΙ
ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ ΤΗ ΧΑΡΗ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «Η ΤΥΦΛΩΣΙΣ ΤΩΝ ΟΦΘΑΛΜΩΝ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: «ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ» (2023)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ-ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΘΕΡΑΠΕΥΘΕΝΤΕΣ ΤΥΦΛΟΥΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ - Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΥΜΩΝ ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΥΜΙΝ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ
Το Ευαγγέλιο της Κυριακής Ζ' Ματθαίου
Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ ᾿Ιησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς·
πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε. τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων·
ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ ᾿Ισραήλ.
οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. Καὶ περιῆγεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ
(Ματθ. θ΄ 27-35)
Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν
ὁμιλία αβ΄
α΄. Γιατὶ τάχα τοὺς σέρνει μαζί του ἐνῶ φωνάζουν; Πάλι ἐδῶ θέλει νὰ μᾶς διδάξη νὰ ἀποφεύγωμε τὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἦταν κοντὰ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδηγεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύση μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Κι αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς εἶπε, νὰ μὴν ποῦν τίποτα σὲ κανένα.
Καὶ δὲν εἶναι μικρὴ αὐτὴ ἡ κατηγορία ποὺ δέχωνται οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν οἱ τυφλοὶ μὲ χωρὶς μάτια ἀπὸ τὴν ἀκοὴ μονάχα δέχωνται τὴν πίστη, ἐνῶ ἐκεῖνοι ἄν καὶ βλέπουν τὰ θαύματα κι ἔχουν μάρτυρα γιὰ ὅσα γίνονται τὴν ὅραση, τὰ ὁλότελα ἀντίθετα κάνουν. Προσέξετε καὶ τὴν προθυμία τῶν τυφλῶν καὶ ἀπὸ τὶς κραυγὲς κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ συνάντηση.
Οὔτε δηλαδὴ πλησίασαν μόνο ἀλλὰ καὶ φώναζαν δυνατὰ καὶ τίποτα δὲν ἤθελα παρὰ εὐσπλαχνία. Τὸν ἀποκαλοῦσαν Γιὸ τοῦ Δαυΐδ, γιατὶ τὸ ὄνομα τοὺς φαινόταν τιμητικό. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ οἱ προφῆτες ἔτσι καλοῦσαν τοὺς βασιλιάδες, ποὺ ἤθελαν νὰ τιμήσουν καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσουν μεγάλους. Κι ὅταν τοὺς ὡδήγησε στὸ σπίτι, τοὺς ἀπευθύνει δεύτερη ἐρώτηση.
Σὲ πολλὲς περιπτώσεις φρόντιζε νὰ κάνη τὶς θεραπείες του, ἀφοῦ τὸν ἱκέτευαν, γιὰ νὰ μὴ νομίση κανένας ὅτι ἀπὸ φιλοδοξία ἔτρεχε νὰ θαυματοποιῆ. Κι ὄχι γι’ αὐτὸ μονάχα ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη πὼς ἦσαν ἄξιοι γιὰ τὴ θεραπεία καὶ γιὰ νὰ μὴ λένε ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ εὐσπλαχνία ἔσωζε, ἔπρεπε νὰ σωθοῦν ὅλοι. Ἔχει καὶ ἡ φιλανθρωπία τὴ δικαιολογία της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστη ἐκείνων ποὺ σώζονται.
Δὲ γυρεύει ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τὴν πίστη μόνο γι’ αὐτό, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἀποκάλεσαν Γιὸ του Δαυΐδ, θέλοντας νὰ τοὺς ὁδηγήση ἀκόμα ψηλότερα καὶ διδάσκοντάς τους νὰ φαντάζωνται γιὰ ἐκεῖνον αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε τοὺς λέει· Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτό; Δὲν τοὺς εἶπε· πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, ὅτι μπορῶ νὰ προσευχηθῶ ἀλλὰ ὅτι ἐγὼ μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό. Κι ἐκεῖνοι Ναί, Κύριε, τοῦ λένε.
Δὲν τὸν ἀποκαλοῦν πιὰ Γιὸ τοῦ Δαυΐδ ἀλλὰ ἀνεβαίνουν ψηλότερα καὶ ὁμολογοῦν πὼς εἶναι Κύριος. Καὶ τότε αὐτὸς βάζει τὸ χέρι ἀπάνω τους λέγοντας. Ἄς γίνῃ κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ τὸ κάνει γιὰ νὰ ἐνισχύση τὴν πίστη τους καὶ νὰ δείξη πὼς συμμετέχουν στὸ θαῦμα, καὶ δείχνοντας ὅτι τὰ λόγια του δὲν ἦσαν γιὰ νὰ τοὺς κολακέψουν. Οὔτε εἶπε· ἄς ἀνοίξουν τὰ μάτια σας. Ἄς σᾶς γίνη κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ σὲ πολλοὺς ἀπὸ ὅσους τὸν ἐπλησίασαν τὸ εἶπε, ἀπὸ φροντίδα νὰ τονίση τὴν πίστη ποὺ ἔβλεπε στὴν ψυχὴ τους πρὶν ἀπὸ τὴν θεραπεία τοῦ σώματος.
Ἔτσι καὶ σ’ ἐκείνους θὰ ἔδινε περισσότερη τιμὴ καὶ ἄλλους θὰ τοὺς ἔκανε πιὸ πρόθυμους. Ἔτσι καὶ στὸν παραλυτικό. Προτοῦ συσφίξη τὶς ἀρθρώσεις σηκώνει τὴν ψυχή του ποὺ ἦταν πεσμένη λέγοντας· θάρρος παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου. Καὶ τὴ μικρὴ κόρη, ἀφοῦ ἀνάστησε, τὴν ἐκράτησε καὶ μὲ τὸ φαγητὸ τῆς ἔμαθε τὸν εὐεργέτη της. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου ἔκαμε τὸ ἴδιο, ἐξαρτῶντας τα ὅλα ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς του γιὰ νὰ τοὺς γλυτώσει ἀπὸ τὴν τρικυμία, τοὺς ἐλευθέρωσε πρῶτα ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία.
Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ. Καὶ πρὶν ἀκόμα ἐκεῖνοι φωνάξουν, ἐγνώριζε τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς τους. Γιὰ νὰ δημιουργήση ὅμως καὶ σ’ ἄλλους τὴν ἴδια προθυμία, τοὺς φανερώνει καὶ στοὺς ἄλλους, δείχοντας μὲ τὴ θεραπεία τὴν κρυμμένη πίστη τους. Μετὰ τὴ θεραπεία τοὺς προστάζει νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν τίποτα κι ὄχι ἁπλᾶ ἀλλὰ πολὺ ἔντονα. Τοὺς μίλησε ὁ Ἰησοῦς αὐστηρὰ καὶ τοὺς εἶπε· Προσέξετε, νὰ μὴ μάθη κανείς. Αὐτοὶ ὅμως βγῆκαν καὶ διέδωσαν τὴ φήμη σ’ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή.
Ἐκεῖνοι δὲν κρατήθηκαν ἀλλὰ ἔγιναν κήρυκες κι εὐαγγελισταί του καὶ δὲν ἐκράτησαν τὴ διαταγὴ νὰ φυλάξουν κρυφὸ τὸ θαῦμα. Κι ἄν ἄλλη φορὰ λέγει Πήγαινε καὶ νὰ διηγιέσαι τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνο ἀντίθετο μὲ τοῦτο, ἀλλὰ ὁλότελα σύμφωνο. Μᾶς μαθαίνει νὰ μὴ λέμε τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας καὶ νὰ ἐμποδίζωμε ὅσους θέλουν νὰ μᾶς ἐγκωμιάζουν. Ἄν ὅμως ἡ δόξα ἀποδιδόταν στὸ Θεό, ὄχι μόνο νὰ μὴν ἐμποδίζωμε ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν νὰ γίνεται αὐτό. Ὅταν αὐτοὶ ἔβγαιναν, λέει, νὰ καὶ τοῦ φέρνουν ἕνα μουγγό, δαιμονισμένο.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ
Ο πρωτόπλαστος άνθρωπος ζούσε όπως οι άγγελοι, με τη θεωρία τού Θεού. Μετά την πτώση, οι απόγονοί του ζούσαν με την πίστη στο Θεό. Εκείνοι που δε θεωρούσαν το Θεό κι η πίστη τους είχε εκλείψει, δεν μπορούσαν να συναριθμηθούν με τους ζωντανούς, αφού δεν είχαν επαφή με τη Ζωή. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσαν να ζουν;
Η λίμνη που είναι ανοιχτή στο στερέωμα, δέχεται το νερό από ψηλά. Γεμίζει με νερό και δεν ξεραίνεται. Μια άλλη λίμνη, που δεν είναι ανοιχτή στο στερέωμα, δέχεται το νερό από τη γη, από τις πηγές των βουνών. Γεμίζει κι αυτή και δεν ξεραίνεται. Μια τρίτη λίμνη όμως, που δεν είναι ανοιχτή στο στερέωμα, ούτε και δέχεται νερό από κάποιο υπόγειο ρεύμα, δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή ν' αδειάσει και να ξεραθεί.
Όταν μια λίμνη δεν έχει νερό, μπορεί πια να λέγεται λίμνη; Όχι. Μάλλον είναι ένας στεγνός κρατήρας. Μπορεί ένας άνθρωπος χωρίς Θεό να ονομάζεται άνθρωπος; Όχι. Μάλλον είναι ένας στεγνός, ένας άδειος τάφος. Όπως το νερό είναι το κύριο συστατικό της λίμνης, έτσι είναι κι ο Θεός για τον άνθρωπο. Λίμνη χωρίς νερό δεν είναι λίμνη· άνθρωπος χωρίς Θεό δε λέγεται άνθρωπος. Πώς μπορεί νά 'χει ένας άνθρωπος το Θεό μέσα του, αν του έχει κλείσει την είσοδο απ' όλες τις πλευρές, όπως μια αποξηραμένη λίμνη ή ένας κλειστός τάφος χωρίς φως;
Ο Θεός δεν είναι σαν μια πέτρα που πέφτει μέσα στον άνθρωπο και παραμένει εκεί χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. Ο Θεός είναι δύναμη, πιο ισχυρή και πιο καθαρή από το φως και τον αέρα. Είναι δύναμη που γεμίζει τον άνθρωπο ή τον εγκαταλείπει αν εκείνος με την ελεύθερη θέλησή του την απορρίψει. Κι αυτό επειδή ο Θεός είναι άπειρα αγαθός. Έτσι, από τη μια μέρα στην άλλη ο άνθρωπος μπορεί να μην είναι το ίδιο γεμάτος από το Θεό. Κι αυτό εξαρτάται κυρίως από το πόσο ανοιχτός είναι ο άνθρωπος στο Θεό.
Αν η ψυχή του ανθρώπου ήταν εντελώς ανοιχτή μόνο προς το Θεό, που σημαίνει πως ταυτόχρονα θα ήταν κλειστή για τον κόσμο, τότε θα ξαναγύριζε στην πρώτη του αγαλλίαση της θεωρίας τού Θεού. Αλλ' αυτό είναι πολύ δύσκολο στο θνητό περιβάλλον όπου ζει η ψυχή τού ανθρώπου. Μόνο ένα άνοιγμα υπάρχει απ' όπου ο άνθρωπος μπορεί νά 'ρθει σ' επαφή με το Θεό, την πηγή της ζωής. Και το άνοιγμα αυτό είναι η πίστη.
Πίστη σημαίνει πρώτα τη μνήμη της χαμένης θεωρίας τού Θεού. Η μνήμη αυτή παραμένει χαραγμένη στη συνείδηση και το νου. Δεύτερο, σημαίνει την αποδοχή εκείνου που ο Θεός αποκάλυψε με τους προφήτες και τους αγίους, που αξιώθηκαν να δουν την αλήθεια. Τρίτο και σπουδαιότερο σημαίνει την ομολογία τού Κυρίου Ιησού Χριστού ως Υιού τού Θεού, ως ορατής εικόνας τού αοράτου Θεού (βλ. Β' Κορ. δ' 4). Η τρίτη αυτή σημασία είναι αρκετή από μόνη της.
Περιέχει και εκπληρώνει με τελειότητα τις άλλες δύο. Αυτή είναι η πίστη που ζωοποιεί και σώζει. Είναι το μεγαλύτερο άνοιγμα από το οποίο ο Θεός έρχεται στον άνθρωπο, κατά το μέτρο της επιθυμίας και της θέλησής του. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος ρωτούσε συχνά τους αρρώστους και τους πάσχοντες: «Πιστεύεις;» «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Ανοίγετε την πόρτα για να μπω μέσα; Η πίστη τού ανθρώπου δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά το άνοιγμα της πόρτας τής ψυχής του, για ν' αφήσει το Θεό να μπει μέσα του. «Θεέ μου, άδειασέ με από τον εαυτό μου και κατοίκησε Εσύ μέσα μου!» Τα λόγια αυτά εκφράζουν τηνουσία της πίστης.
Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα περιστατικό από τα πολλά, που ο Θεός χτυπάει την πόρτα της ψυχής τού ανθρώπου κι ο άνθρωπος την ανοίγει κι αφήνει τον Κύριο να περάσει. Ο Θεός θαυματουργεί σε οτιδήποτε κάνει. Όπου κι αν βρίσκεται, θαυματουργεί. Μπροστά Του όλοι οι νόμοι, φυσικοί και ανθρώπινοι, αποσύρονται όπως τα σύννεφα μπροστά στον ήλιο. Μόνο η δύναμή Του παραμένει, η σοφία κι η αγάπη Του - και τότε όλα είναι υπέροχα, γλυκύτατα και πανένδοξα.
Μέσα στο σκότος όπου ζούσαν οι ειδωλολάτρες Γαδαρηνοί, ο Κύριος δε βρήκε πίστη στους ανθρώπους, ακόμα και μετά το μεγάλο θαύμα που έκανε θεραπεύοντας τους δυο δαιμονιζόμενους. Μετά όμως ακολούθησαν διάφορα περιστατικά, το ένα μετά το άλλο, όπου η αγάπη τού Χριστού συνάντησε τη μεγάλη πίστη των ανθρώπων. Περιστατικά όπου ο Κύριος κρούει κι οι άνθρωποι ανοίγουν πρόθυμα την πόρτα της ψυχής τους και του δίνουν την ευκαιρία να θαυματουργήσει. Εκεί που συναντιέται η πίστη με την αγάπη, γεννιέται το θαύμα.
Η πίστη φάνηκε πρώτα στους ανθρώπους που κουβάλησαν τον παραλυτικό και τον κατέβασαν μπροστά στο Χριστό από την οροφή τού σπιτιού. «Και ιδών Ιησούς την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ· θάρσει, τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου...εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου» (Ματθ. θ' 2, 6). Δεν είναι γεμάτα αγάπη τα λόγια αυτά; «Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού» (θ' 9). Δεν είναι ένα θαύμα αυτό, που προέκυψε από πίστη κι αγάπη;
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
Αφού λοιπόν ο Παύλος απέδωσε τη δοξολογία προς τον Θεό, πάλι από την ευχή προχωρεί σε παραίνεση, στρέφοντας τον λόγο στους πιο δυνατούς κατά την πίστη και λέγοντας τα εξής: «Ὀφείλομεν δὲ ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν, καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν(:οφείλουμε εμείς οι δυνατοί στην πίστη και στην αρετή να δείχνουμε ανεκτικότητα και συμπάθεια στις αδυναμίες των αδυνάτων στην πίστη ανθρώπων και να μην κάνουμε εκείνα που αρέσουν στον εαυτό μας)»[Ρωμ.15,1].
Είδες πώς εξύψωσε αυτούς με τους επαίνους, όχι με το να τους πει μόνο δυνατούς, αλλά και με το να τους τοποθετήσει μαζί με τον εαυτό του; Και όχι μόνο έτσι, αλλά και τους παρακινεί πάλι με το χρήσιμο και το ευχάριστο. «Γιατί εσύ βέβαια είσαι δυνατός», λέγει, «και όταν δείχνεις συγκατάβαση δεν βλάπτεσαι καθόλου αλλά σε εκείνον ο κίνδυνος είναι για τα χειρότερα κακά, αν δεν βαστάζεται». Και δεν είπε «να βαστάζουμε τους αδυνάτους», αλλά «τις αδυναμίες των αδυνάτων ανθρώπων», για να παρακινήσει και να οδηγήσει τον δυνατό σε ευσπλαχνία, όπως και αλλού λέγει: «ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος(:εάν από αδυναμία πέσει ένας άνθρωπος σε κάποιο αμάρτημα, εσείς που είστε πνευματικά ισχυροί, να τον διορθώνετε και να τον παιδαγωγείτε με πνεύμα πραότητας)»[Γαλ.6,1].
Έγινες δυνατός; Απόδωσε την αμοιβή στον Θεό που σε έκανε τέτοιον και θα την αποδώσεις, αν διορθώνεις την ασθένεια του αρρώστου. Καθόσον και εμείς ήμασταν ασθενείς, αλλά γίναμε δυνατοί από τη θεία χάρη. Και αυτό δεν πρέπει να το κάνεις μόνο στην περίπτωση αυτή, αλλά και σε εκείνους που πάσχουν από διαφορετική αρρώστια, όπως αν κάποιος είναι οξύθυμος, αν είναι υβριστής, αν έχει κάποιο άλλο παρόμοιο ελάττωμα, να τον βαστάζεις.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, άκουσε τα επόμενα. Γιατί, αφού είπε: «οφείλουμε να βαστάζουμε», πρόσθεσε: «και να μην κάνουμε όσα αρέσουν στον εαυτό μας»: «Ἓκαστος ἡμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τὸ ἀγαθὸν πρὸς οἰκοδομήν(: ο καθένας μας δηλαδή ας γίνεται αρεστός στον διπλανό του, για να συντελεί στο καλό του και να τον οικοδομεί στην αρετή)»[Ρωμ.15,2].Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: Είσαι δυνατός; Ας γνωρίζει τη δύναμή σου ο ασθενής· εκείνος ας μαθαίνει τη δύναμή σου, σε εκείνον να αρέσεις. Και δεν είπε απλώς: «να αρέσεις», αλλά «για το καλό του»· και όχι απλώς για το καλό του, για να μη λέγει ο τέλειος «ιδού, τον έλκω στο καλό», αλλά πρόσθεσε «για την οικοδομή του». Επομένως είτε είσαι πλούσιος, είτε έχεις εξουσία, να μην κάνεις εκείνα που αρέσουν στον εαυτό σου, αλλά στον φτωχό και σε αυτόν που έχει ανάγκη· γιατί έτσι και την αληθινή δόξα θα απολαύσεις και πολλή ωφέλεια θα προκαλέσεις. Γιατί η δόξα των κοσμικών πραγμάτων αμέσως εξαφανίζεται, ενώ των πνευματικών μένει, αν το κάνεις αυτό για την οικοδομή του. Γι' αυτό από όλους το ζητάει αυτό· όχι δηλαδή ο τάδε και ο τάδε, αλλά «ο καθένας σας».
Στη συνέχεια, επειδή διέταξε κάτι μεγάλο και πρόσταξε να αφήσουν τη δική τους τελειότητα για να διορθώσουν την αδυναμία του άλλου, πάλι τον Χριστό παρουσιάζει στη μέση λέγοντας: «καὶ γὰρ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν, ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμέ(:διότι και ο Χριστός δεν απέφυγε εκείνα που ήταν κοπιαστικά και δυσάρεστα στον εαυτό Του, ούτε προτίμησε τα αναπαυτικά και τιμητικά, αλλά όπως αναφέρεται στην Αγία Γραφή: “οι βρισιές και οι βλασφημίες εκείνων που σε βλασφημούν, ουράνιε Πατέρα, έπεσαν επάνω μου”)», πράγμα που πάντοτε κάνει.
Καθόσον όταν μιλούσε για την ελεημοσύνη, Αυτόν παρουσίασε λέγοντας: «Γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι᾿ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε(:διότι γνωρίζετε καλά τη χάρη που έδειξε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός· διότι, ενώ ήταν πλούσιος, λόγω του απείρου μεγαλείου της θεότητάς Του, έγινε για σας φτωχός. Και φόρεσε τη φτωχή ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος, για να γίνετε εσείς πλούσιοι πνευματικά με τη φτώχεια Εκείνου)» [Β΄Κορ.8,9]. Και όταν προέτρεπε για αγάπη, από εκεί προέτρεψε, λέγοντας: «καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς(:όπως και ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και παρέδωσε τον εαυτό Του σε θάνατο για χάρη της)» [Εφ.5,25].
Και όταν συμβούλεψε να υπομένουμε την αισχύνη και τους κινδύνους, σε Αυτόν κατέφυγε, λέγοντας: «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν(:και πουθενά αλλού ας μη στρέφουμε τα βλέμματά μας κα την προσοχή μας παρά μόνο στον Ιησού, που είναι ο αρχηγός και θεμελιωτής της πίστεώς μας και μας τελειοποιεί σε αυτήν. Αυτός, για τη χαρά που είχε μπροστά Του και θα δοκίμαζε όταν με το πάθημά Του θα έσωζε πολλούς, υπέμεινε σταυρικό θάνατο και περιφρόνησε την ντροπή και την ατίμωση του θανάτου αυτού. Γι' αυτό και έχει καθίσει τώρα στα δεξιά του θρόνου του Θεού)» [Εβρ. 12,2]. Έτσι και εδώ δείχνει ότι και Αυτός το έκανε αυτό και ότι ο προφήτης από την αρχή το προείπε. Γι' αυτό και πρόσθεσε: «καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμέ(:και οι χυδαίες ύβρεις και οι χλευασμοί που εκτοξεύονται εναντίον Σου από τους ασεβείς έπεσαν όλοι καταπάνω μου)» [Ψαλμ. 68,10].
Τι όμως σημαίνει: «δεν ζήτησε εκείνα που ήταν αρεστά στον εαυτό Του»; Ήταν δυνατό σε Αυτόν να μην ατιμασθεί, ήταν δυνατό να μην πάθει εκείνα που έπαθε, αν βέβαια ήθελε να προσέχει το δικό Του καλό· αλλά όμως δεν θέλησε, αλλά παρέβλεψε το δικό Του καλό , επειδή πρόσεξε το δικό μας. Και για ποιον λόγο δεν είπε: «κένωσε τον εαυτό Του»; Γιατί δεν ήθελε να δείξει αυτό μόνο, ότι δηλαδή έγινε άνθρωπος, αλλά ότι και ατιμάστηκε και έλαβε από πολλούς κακή δόξα επειδή θεωρήθηκε πως είναι ανίσχυρος. Γιατί Του έλεγαν οι Ιουδαίοι όταν βρισκόταν επάνω στον Σταυρό: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ (:εάν είσαι βασιλιάς του Ισραήλ, του ευλογημένου δηλαδή λαού του Θεού, ας κατεβείς απ’ τον σταυρό και θα σε πιστέψουμε)»[Ματθ.27,40] και «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι(:άλλους έσωσε με τα αγυρτικά του θαύματα˙ τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει)» [Ματθ.27,42].
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)




.jpg)


.jpg)
