«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: «ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ»
Η Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι εὐκαιρία γιά ἔλεγχο στά λόγια μας. Ὁ κόσμος μας εἶναι ὑπερβολικὰ βερμπαλιστικὸς καὶ μεῖς συνέχεια πλημμυρίζουμε ἀπὸ λόγια πού ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους καὶ συνεπῶς τή δύναμή τους. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ λόγου – ἕνα ἀληθινὰ θεῖο δῶρο στόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὁμιλία μας εἶναι προικισμένη μὲ τεράστια δύναμη εἴτε θετικὴ εἴτε ἀρνητική. Γι’ αὐτὸ ἐπίσης καὶ θὰ κριθοῦμε γιά τὰ λόγια μας: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ» (Ματθ. 12,36-37). Ἐλέγχουμε τὰ λόγια μας μὲ τὸ νά ἀνακαλύπτουμε τή σοβαρότητα καὶ τὴν ἱερότητά τους, νά καταλαβαίνουμε ὅτι μερικὲς φορὲς ἕνα «ἀστεῖο» πού λέγεται ἀπερίσκεπτα, μπορεῖ νά ἔχει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, μπορεῖ νά γίνει ἐκείνη ἡ τελευταία «σταγόνα» πού ξεχυλίζει τὸ ποτήρι καὶ ὁ ἄνθρωπος φτάνει στήν τελικὴ ἀπελπισία καὶ καταστροφή. Ἀλλὰ ὁ λόγος μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι καὶ μία μαρτυρία. Μία τυχαία συνομιλία σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τὸ συνάδελφο μπορεῖ νά μεταδώσει καλύτερα μία θεώρηση γιά τή ζωή, μία διάθεση ἀπέναντι στούς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στή δουλειά καὶ νά ἔχει περισσότερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸ τυπικὸ κήρυγμα. Μπορεῖ, ἀπὸ μία τέτοια συνομιλία, νά πέσουν σπόροι γιά μία ἐρώτηση πάνω στή δυνατότητα μιᾶς ἄλλης προσέγγισης τῆς ζωῆς, σπόροι γιά ἐπιθυμία νά γνωρίσει κανεὶς περισσότερα. Δέν ἔχουμε, πραγματικά, ἰδέα πόσο ἐπηρεάζουμε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ λόγια, μὲ τὸν τόνο τῆς προσωπικότητάς μας. Καὶ τελικὰ οἱ ἄνθρωποι ἑλκύονται στόν Θεό, ὄχι γιατὶ κάποιος μπόρεσε νά τοὺς δώσει διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις, ἀλλὰ γιατὶ εἶδαν σ’ αὐτὸν τὸ φῶς, τή χαρά, τὸ βάθος, τή σοβαρότητα, τὴν ἀγάπη πού ἀπὸ μόνα τους ἀποκαλύπτουν τὴν παρουσία καὶ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ἔτσι, ἂν ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ, ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη τῆς πίστης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἐπίσης καὶ ἀνόρθωση τῆς ζωῆς του, τοῦ θεϊκοῦ νοήματός της, τοῦ κρυμμένου βάθους της. Μὲ τὸ νά ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν τροφὴ ξαναβρίσκουμε τή γλύκα της καὶ ξαναμαθαίνουμε πῶς νά τὴν παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Μὲ τὸ «νά μειώνουμε» τίς ψυχαγωγίες, τή μουσική, τὶς συζητήσεις, τὶς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τὴν τελικὴ ἀξία τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, τῆς ἀνθρώπινης δουλειᾶς, τῆς ἀνθρώπινης τέχνης. Καὶ τὰ ξαναβρίσκουμε ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς γιατὶ ξαναβρίσκουμε τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, γιατὶ ξαναγυρίζουμε σ’ Αὐτὸν καὶ δι’ Αὐτοῦ σὲ ὅλα ὅσα Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε μέσα ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Του.Ἔτσι τή νύχτα τῆς Ἀνάστασης ψέλνουμε: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Ἐορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». Μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε! π. Αλέξανδρος Σμέμαν
ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Οἱ διὰ Χριστὸν σαλοὶ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ σπάνια ἔλλειψη φόβου. Ὁ μακάριος Νικόλαος ἔτρεχε ἀνάμεσα στοὺς δρόμους τοῦ Πσκὼφ προσποιούμενος τὸν τρελό, ἐλέγχοντας τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες τους καὶ προφητεύοντας ἐκεῖνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς συμβοῦν. Ὅταν ὁ Ἰβὰν ὁ Δ΄ ὁ Τρομερὸς κατέφθασε στὸ Πσκώφ, ὁλόκληρη ἡ πόλη διασαλεύτηκε ἀπὸ τὸν τρόμο γιὰ τὸ φοβερὸ τσάρο. Γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τοποθέτησαν στὴν εἴσοδο κάθε σπιτιοῦ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι, φοβισμένοι, δὲν ἐμφανίστηκαν. Ὅταν ὁ κυβερνήτης τῆς πόλης πρόσφερε στὸν τσάρο ψωμὶ καὶ ἁλάτι σ’ ἕνα δίσκο, ὁ τσάρος ἔσπρωξε μακριά τον δίσκο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέσουν καταγῆς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά του ὁ ὅσιος Νικόλαος: ντυμένος μὲ ποδήρη χιτώνα, δεμένο μὲ σκοινὶ στὴ μέση, χοροπηδοῦσε γύρω του μ’ ἕνα μπαστούνι, σὰν παιδί. Τοῦ φώναζε: «Ἰβάνουσκα, Ἰβάνουσκα, φάε ψωμὶ κι ἁλάτι καὶ μὴν τρῶς ἀνθρώπινο αἷμα». Οἱ στρατιῶτες ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, ὅμως ἐκεῖνος τοὺς ξεγλίστρησε καὶ κρύφτηκε. Ὁ τσάρος ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μακάριο Νικόλαο –ποιὸς ἦταν καὶ τί ἦταν– καὶ τὸν ἐπισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ἦταν τότε ἡ πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ἐρχόταν ὁ τσάρος γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, φρόντισε νὰ ἐξασφαλίσει ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας. Ὅταν λοιπὸν κατέφθασε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, ὁ ὅσιος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ πρόσφερε τὸ κρέας λέγοντας «Φάε, Ἰβάνουσκα, φάε!». Ὀργισμένος ὁ τσάρος τοῦ ἀπάντησε «Εἶμαι χριστιανὸς καὶ δὲν τρώω κρέας τὴ Σαρακοστὴ γιατὶ νηστεύω!». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μονομιᾶς τὸν ἀποστόμωσε «Κάνεις πολὺ χειρότερα: τρέφεσαι μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπων, ξεχνώντας ὄχι μόνον τὴ Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό!». Τὸ μάθημα αὐτὸ μπῆκε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τσάρου Ἰβὰν· ντροπιασμένος ἔφυγε ἀμέσως ἀπ’ τὸ Πσκώφ, ὅπου ἀρχικῶς εἶχε ἔλθει μὲ τὴν πρόθεση νὰ κατασφαγιάσει τὸν πληθυσμό.
Απόσπασμα από τον «Πρόλογο της Αχρίδος» του Αγίου Νικολάου Βελιμόροβιτς, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άθως».
*Εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 28.2.2015. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΑ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΙΚΑ (1988)
Ψάλλει ο χορός των Αγιοκυπριανιτών Πατέρων
Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής εδώ.
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΒΑΣΙΛΗ: «Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ»
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»
Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!
Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
*Από τις εκδόσεις «ΖΗΤΡΟΣ», Δεκέμβριος 2020,
το διήγημα του Χρήστου Χριστοβασίλη:
υπό τον τίτλο «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ-ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ - ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ - ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ»
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 19-25.
1η Έκδοση 1898.
ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΒΑΣΙΛΗ (1861-1937):
«Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ»
«ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ-ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ - ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ - ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ»
(1898)
Κοιμόμουν, κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο το θλιβερό συναίσθημα ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβίθια και κουκιά. Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ' αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί και τούτο λογίζονταν αμαρτία.
Κι όταν ακόμα το 'φερνε λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι και - Θεός φυλάξει - το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη Σαρακοστή κι από μας». Μια μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου και τα σκεπάσματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της. - Πεινώ, μάνα! είπα της μάνας μου που συγύριζε το μαγειρειό. - Άνοιξε την άρκλα, μου είπε, και πάρε ψωμάκι και φάε! - Δεν έχει τίποτε προσφάγι; τη ρώτησα με δακρυσμένα μάτια. - Σήμερα, παιδί μου, προσφάγι; μου απολογήθηκε εκείνη, σαν να παραξενεύονταν που της ζητούσα προσφάγι.
Προσφάγι τρήμερο μέρα; - Άλλο δεν τρων σήμερα τίποτα, εξόν από ψωμί ξερό; την ξαναρώτησα απελπισμένα. - Τίποτε, τίποτε, μου απολογήθηκε εκείνη αποφασιστικά. - Κανένα σύκο; Καμιά σταφίδα, να φάω για προσφάγι; - Σύκο; Σταφίδα; Τι λες, μοναχέ μ' κι ακριβέ μ'; Σήμερα καθαροδευτέρα, σύκα και σταφίδες; Μόνο την Τετάρτη, ύστερα από δυο μέρες κάνει να φάμε σύκα και σταφίδες. Σήμερα κι αύριο καλά καλά δεν κάνει να φάμε ούτε ψωμί! Αλλά εσάς τα παιδιά σας το σχωρνάει ο Θεός αν φάτε ψωμί. Αλλά μονάχα ψωμί και νερό, και τίποτε, τίποτε άλλο! - Πώς να κάνω, της είπα, που εγώ θέλω και προσφάγι;
Ελιές δεν κάνει να φάω; - Μπα, μπα, μπα! ξεφώνισε. Φτύσε γρήγορα μη μαγαρίσεις το στόμα σου και με τ' ανάβαλμά τους μόνο! Το λάδι δε βγαίνει από τις ελιές; Κι αναφέροντας τις λέξεις «λάδι» κι «ελιές», έφτυσε, για να ξεπλύνει το στόμα της να μη μαγαρίσει. - Πώς να κάνω, της ξαναείπα, που δεν μπορώ να φάω χωρίς προσφάγι; Τότε αυτή, κάνοντας πως θυμήθηκε κάτι, μου είπε για να με ξεφορτωθεί: - Αν θέλεις καλά και σώνει προσφάγι, να πας στην πλαγιά να βρεις περδικαύγα στις περδικοφωλιές να φας. Κι αναφέροντας τα περδικαύγα, ξανάφτυσε. - Και τρων περδικαύγα, μάνα; τη ρώτησα σαν να μην το πίστευα. - Τρων, μου είπε. Όσα περδικαύγα (ξανάφτυσε πάλι) βρεις, να μου τα φέρεις να σου τα ψήσω να τα φας. - Δεν τα θέλω ψημένα. Τα θέλω τηγανισμένα. - Μόνο ψημένα κάνει γιατί τα τηγανισμένα θέλουν αρτυμή βούτυρο. Φτου, φτου!
Με κόλασες, γιε μου. - Ας είναι και ψημένα, είπα με χριστιανική συγκατάβαση. Αλλ' είναι νόστιμα τα περδικαύγα σαν τα κοτίσια; - Και καλύτερα ακόμα. - Και δε μου το ’λεγες λοιπόν από το πρωί, αλλά μ’ άφηνες να τυραννιέμαι; Και λέγοντας αυτά ρούπησα σαν ελάφι έξω από τον αυλόγυρο. Στην αρχή σκέφτηκα να πάγω στην πλαγιά μόνος μου. Αλλά δε μου 'ρχόταν καλά. Ήθελα συντροφιά. Ήθελα να ‘χω μαζί μου και τον αχώριστο φίλο μου το Γιάννη. Σιμώνω στον αυλόγυρό του και του φωνάζω: - Γιάννη! Γιάννη! - 'Ορσε! μου απολογήθηκε εκείνος μ' ένα κόμματο ψωμί στο χέρι. - Έλα γρήγορα! του είπα σοβαρά. - Τι με θέλεις; με ρώτησε. - Έλα γρήγορα που σου λέω, τον πρόσταξα. Βγήκε ο Γιάννης στο δρόμο, δαγκώνοντας ξέκαρδα ένα ξερό ψωμοκόμματο, σαν να ήταν ζυμωμένο με αγκάθια. - Τι με θέλεις; μου ξαναείπε βγαίνοντας. - Άφησε το ψωμί, του είπα σοβαρά, και άιντε μας να πάμε στα πλαγινά για περδικαύγα. - Τι να κάνουμε τα περδικαύγα; με ρώτησε απορημένος. - Τι να τα κάνουμε; του είπα. Να τα φάμε! - Και τρώνε αυγά τώρα το μεγαλοσαράκοστο; με ρώτησε δισταχτικά πάλι εκείνος. - Δεν τρων κοτίσια αυγά, του είπα.
Μου το είπε η μάνα μου! Η μάνα μου ήταν η πιο πολύξερη του χωριού μας και πολλών άλλων χωριών τριγύρω μας, κι ας μην ήξερε ούτε την αλφαβήτα. Πήραμε ίσια τα πλάγια, πότε εγώ μπροστά και αυτός πίσω και πότε πίσω εγώ και μπροστά αυτός, αλλά περδικοφωλιές και περδικαύγα πουθενά. Γυρίζοντας όλη την ημέρα, ψάχνοντας εδώ κι εκεί, βρεθήκαμε βασίλεμα ηλίου σε μια βαθιά λακκιά, που είχαμε ένα φοβερό ανήφορο να κάνουμε για να ανέβουμε στο χωριό. Αλλά τα ποδάρια μας ήταν κομμένα από την κούραση κι από την πείνα. Και τι πείνα! Πείνα με δόντια που ρουφούσε τα σπλάχνα μας. Για ένα κομμάτι ψωμί, όχι σταρίσιο, αλλά και καλαμποκίσιο ακόμα, έδινα δεν ξέρω τι. Προσφάγι; Τυρί, αυγά, ψάρι, γάλα, κρέας … δεν περνούσαν καθόλου τότε από το νου μας. Ψωμί!
Ψωμί να λεγόταν κι ας ήταν ό,τι! Πώς να βγάλουμε όμως τον ανήφορο και να φτάσουμε στο χωριό για να φάμε; Ιδού το μέγα ζήτημα! Δοκιμάσαμε ν’ ανηφορίσουμε αλλά τα ποδάρια μας έκαναν προς τα πίσω κι όχι προς τα εμπρός. Εκεί που καθόμαστε απελπισμένοι και βλέπαμε να μαυρίζει και ν’ αγριεύει πλειότερο η νύχτα, ακούμε να φωνάζουν τα ονόματά μας από τη ράχη, αλλά εμείς δεν είχαμε τη δύναμη ν’ απολογηθούμε και να δώσουμε να καταλάβουν που βρισκόμαστε, για να ’ρθουν να μας σηκώσουν. Άξαφνα ακούμε πολύ κοντά μας, σαν είδος απολογίας σ’ εκείνους που μας φώναζαν, ένα δυνατό… γκάρισμα γαϊδουριού. «Γκααααρρρρ»! Μάλιστα το γνωρίσαμε από την γκαριξιά τίνος γαϊδούρι ήταν.
Ποιο χαρμόσυνο άγγελμα δεν μπορούσε να μας γένει σ’ εκείνες τις απελπιστικές στιγμές. Μας φάνηκε γλυκύτερο κι από λάλημα του αηδονιού εκείνο το γκάρισμα! Ήταν γκάρισμα γεμάτο ελπίδα και χαρά για μας τους αποκαμωμένους και καταπεινασμένους. Βάλαμε και την τελευταία μας δύναμη για να μπορέσουμε να πάμε κοντά του. Το βρήκαμε ξεσαμάρωτο και ξεκαπίστρωτο, αλλά δεν μας πείραζε αυτό. Το καπιστρώσαμε αμέσως με τα ζωνάρια μας και το καβαλικέψαμε, εγώ μπροστά κι ο Γιάννης πίσω, και ξεκινήσαμε τον ανήφορο για το χωριό. Το χωριό ήταν άνω κάτω για το χαμό μας, κι ο ζευγίτης ρωτούσε τον πιστικό κι ο πιστικός το ζευγίτη, αν είχαμε φανεί πουθενά. Κοντά στις μάνες μας και στους δικούς μας που στεναχωριόνταν κι έκλαιγαν για μας κι έτρεχαν απ’ εδώ κι απ’ εκεί, στεναχωριόταν κι η γειτόνισσα μας για το χαμένο της γαϊδούρι, μην της το φάει τη νύχτα κανένας λύκος.
Το γαϊδούρι μπαίνοντας στο χωριό άρχισε να γκαρίζει χαρούμενα και μια τσιούπρα, που μας πρωτόειδε στα σκοτάδια και μας γνώρισε, έτρεξε να το πει στα σπίτια μας για να πάρει τα συχαρίκια. Σε μια στιγμή, έτρεξε όλο το χωριό με αναμμένα δαδιά και μας ρωτούσαν με περιέργεια πώς είχαμε χαθεί. Οι πλειότεροι είχαν την ιδέα ότι μας είχανε πάρει ξωτικιές ή νεράιδες και μας άφησαν γιατί ήμαστε μικρά ακόμα. Μέσα σε κείνη την αναμπουμπούλα ένιωσα ότι με είχε αρπάξει κάποιος στην αγκαλιά του κι έχασα από κάτω μου το γάιδαρο που με κουβαλούσε. Ήταν η μάνα μου, που με φιλούσε κλαίγοντας και ρωτώντας: - Τι μου `γινες σήμερα μονάκριβέ μου; - Είχαμε πάει για περδικαύγα με το Γιάννη. - Χαλασιά μου και φουρτούνα μου, παιδάκι μου.
Τι πήγα να σου κάνω σήμερα η στρίγγλα εγώ! Είχαμε μπει πια στην αυλή του σπιτιού μας. - Ψωμί! Ψωμί! φώναξα μ’ αδυνατισμένη φωνή. - Ψωμί, μωρή! φώναξε κι η μάνα μου στην αδερφή μου. Ψωμί γρήγορα γιατί λιγώθηκε το παιδί από την πείνα! Και πριν μπούμε ακόμα σπίτι, μου παρουσίασε ένα κόμματο ψωμί η αδελφή μου. Άρχισα να το καταπίνω. Νόμισα ότι ήταν ζυμωμένο με μέλι. Τόσο γλυκό μου φαινόταν! Όταν άνοιξα τα μάτια μου που μου τα ’χε κλεισμένα η πείνα, είπα στη μάνα μου: - Μάνα ..! Με μέλι το ’χεις ζυμωμένο σήμερα το ψωμί; - Όχι, παιδί μου… - Τότε γιατί είναι έτσι γλυκό; - Έτσι είναι, μοναχέ μου κι ακριβέ μου, το ψωμί της Καθαρής Δευτέρας για εκείνους που δεν φαν καθόλου όλη την ημέρα. Και μολαταύτα εγώ είχα την ιδέα ότι μου το ’χε ζυμώσει με μέλι το ψωμί εκείνο η μάνα μου, για να με ικανοποιήσει για το γέλιο των περδικαυγών, που μου είχε κάνει εκείνο το πρωί.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ: Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ
Κυριακή της Τυρινής (Ματθ. στ' 14 - 21).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. ῞Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2025)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (2014)
Ο ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ 1997 ΑΠΟ ΤΗΝ Ι. Μ. ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΕΣΠΕΡΑΣ: ΤΑΞΙΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΣΥΓΝΩΜΗΣ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ: ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ
ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΥΡΟΜΕΝΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΡΑΜΕΩΣ: ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΕΙΣ
ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2025) - ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2021)
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ (2021)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1997
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2023)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ 1997
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Η ΝΗΣΤΕΙΑ
ΕΚΑΘΙΣΕΝ ΑΔΑΜ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ (ΨΑΛΛΕΙ Ο ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΠΑΥΛΟΣ ΦΟΡΤΩΜΑΣ)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2023)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2022)
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (1997)
Απόσπασμα ομιλίας
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου του 1998,
στο πνευματικό κέντρο
''Ευαγγελισμός της Θεοτόκου'' στον Κολωνό.
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Με τη βοήθεια του Θεού -για μια ακόμη χρονιά- ευρισκόμεθα στην παραμονή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Για εκείνους που αγαπούν τη σωτηρία τους, για κείνους που θέλουν ν' αγωνίζονται, αυτή η περίοδος είναι η ωραιοτέρα!
Καμμιά αρετή δεν κατορθώνεται χωρίς την προσευχή και την νηστεία. Κανένα πάθος δεν αποβάλλεται, καμμιά αδυναμία δεν αποβάλλεται, χωρίς την προσευχή και την νηστεία.
Πίσω από κάθε πάθος λένε οι Πατέρες οι Άγιοι κρύβεται κι ένα δαιμόνιο. Γι' αυτό λέει ο Χριστός μας: ''τούτο το γένος (δηλαδή των δαιμόνων) δεν εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία''.
Και η νηστεία -όπως προανέφερα το πρωί στο Μοναστήρι μας- δεν είναι αυτό που λένε μερικοί αδιάβαστοι και ανευλαβείς, ότι -δηλαδή- είναι εφεύρημα των ιερέων η νηστεία, αλλά είναι εντολή του Θεού και έχει τόση ιστορία αυτή η εντολή, όσο και η ύπαρξις του ανθρώπου!
Είναι η πρώτη εντολή που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους μέσα στον Παράδεισο, που ήταν για κείνους ο Παράδεισος και ήταν η μοναδική εντολή που τους έδωσε, να μην γευθούν έναν από τους καρπούς εκεί, από δένδρο του Παραδείσου.
Και είναι γνωστή η συνέπεια αυτή της παρακοής, την βλέπετε εδώ. Εδώ κρύβεται η μεγάλη μας συμφορά και στο ότι κάνουμε κακή χρήση του αυτεξουσίου. Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο είναι η ελευθερία, είναι το αυτεξούσιο!
Δυστυχώς ο άνθρωπος κάνει κακή χρήση αυτού του αυτεξουσίου. Με την θέλησή του λοιπόν ο άνθρωπος γίνεται αντάρτης των εντολών του Θεού, αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και δυστυχώς γίνεται εχθρός του Θεού με το έτσι θέλω.
Γι' αυτό λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ''Ο άνευ σου πλάσας σε ου δύναται άνευ σου σώσε σε''. Από ανέκφραστη αγάπη χωρίς να το θέλεις εσύ, σε έκανε άνθρωπο! Δεν μπορεί να σε σώσει, αν δεν το θέλεις.
Τόσο σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Βλέπουμε λοιπόν ο ίδιος ο Χριστός μας να λέει: ''Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν''! Όστις θέλει!
Όποιος δεν θέλει, μπορεί να μην τον ακολουθήσει, αλλά αυτός που θα θελήσει ''οπίσω μου ελθείν'', ''απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού''.
Γι΄αυτό λοιπόν οι Πατέρες, οι Άγιοι, έχουν καθιερώσει σήμερα να γιορτάζεται η έξοδος των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο,
για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε, πόσο εστοίχισε η παράβασις, η μοναδική αυτή παράβασις της εντολής, όχι μόνο στους πρωτοπλάστους, αλλά σε όλο το ανθρώπινο γένος...
Όπως εκείνοι βγήκαν λένε οι Άγιοι Πατέρες, εμείς δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στον Παράδεισο, χωρίς την προσευχή και την νηστεία.
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μέσα στα πολλά θεία διδάγματα που έχει, τα σπουδαιότερα είναι τρία. Και αρχίζει ο Χριστός μας για την ανεξικακία!
Έχει ανάμεσα από την φιλαργυρία και την μνησικακία, έχει στην μέση την νηστεία, για όσους δεν πρόλαβαν ν' ακούσουν το Ευαγγέλιο, θα μου επιτρέψετε να το επαναλάβω.
''Είπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος''· Σε άλλη θέση του Ευαγγελίου αναφέρει μέσα ''και από καρδίας''.
ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ
Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα, οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως.
Από τους Αίνους της Κυριακής της Τυρινής
ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΑΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΓ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Στα πολλά χρόνια που πέρασαν, μας είχε δοθεί η ευκαιρία πολλές φορές να μιλήσουμε για τη νηστεία καθώς επίσης να αναλύσουμε πότε το Ευαγγελικό και πότε το Αποστολικό ανάγνωσμα.
Τελευταία ημέρα σήμερα του Τριωδίου χριστιανοί μου, Κυριακή της Τυρινής. Και από αύριο Καθαρά Δευτέρα, αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Σήμερα η συγνώμη και από αύριο οι ημέρες του πένθους και της νηστείας σωματικής, αλλά κυρίως όμως πνευματικής νηστείας. Αύριο είναι ημέρα αργίας. Η εκκλησία μας πενθεί και αρχίζει από πρωίας με πολύωρες κατανυκτικές ακολουθίες και προσευχές. Οι περισσότεροι όμως από μας τους ορθοδόξους χριστιανούς ακολουθούμε λαϊκές παραδόσεις και όχι θρησκευτικές.
Έτσι λοιπόν οι χριστιανοί μας θα βγουν στην ύπαιθρο με τα λεωφορεία, με τα αυτοκίνητά τους, θα το στρώσουν στο γλέντι, στο χορό και στη μέθη, την οποία όπως ακούσατε στο Αποστολικό ανάγνωσμα πόσο την καυτηριάζει ο λόγος του Θεού... Βέβαια, το να υψώσουν τα παιδιά το χαρταετό τους αυτό δεν είναι κακό, που θα γιορτάσουν τα κούλουμα και άλλα έθιμα...θα μείνουν όμως, και αυτό είναι σημαντικό, μακριά από αυτό που ζητά αυτή την ημέρα η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.
Αρκετοί θα νηστέψουν με άλαδες τροφές, και άλλοι θα κάμουν μονοήμερη ή διήμερη ή και τριήμερη ακόμα όσοι μπορούν μόνο με νερό και αντίδωρο. Και αυτή είναι η πρώτη καλή αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η Καθαρά Δευτέρα είναι ημέρα πένθους. Η εκκλησία μας και όλοι οι ναοί ενδύονται με μαύρα καλύμματα.
Ακόμα και τα κανδήλια μας γίνονται πένθιμα. Μετά από την βραδινή συγνώμη στους ιερούς ναούς και στις οικογένειες όπου υπάρχει η ευλαβής αυτή συνήθεια, όλοι οι σωστοί ορθόδοξοι χριστιανοί, θα καλλιεργήσουν έτι περισσότερο τη μετάνοια. Διότι ανοίγεται ένα στάδιο 49 ημερών πνευματικών αγώνων (ακούσατε το στάδιο των αρετών «ηνέοκται» που έψαλλαν οι ψάλτες μας) δια μέσου των οποίων καλούνται οι χριστιανοί να συμμετάσχουν στο Πάθος του Χριστού μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Δεν μπορούμε να υποδεχτούμε τον Νυμφίον Χριστόν ψυχικά απροετοίμαστοι. Σωματικά δεν μπορούμε έτσι κι αλλιώς, διότι κουβαλάμε χίλιες δυο αρρώστιες ο καθένας, και οι περισσότεροι από μας είμεθα άρρωστοι και ανήμποροι. Μπορούμε όμως να προετοιμαστούμε πνευματικά με αυστηρή πνευματική νηστεία.
Και πρώτον, με εγκράτεια της γλώσσης (το επανέλαβε και το τόνισε και το αποστολικόν ανάγνωσμα) όχι κρίσεις και όχι κατακρίσεις. Δεύτερον, με νηστεία των σωματικών μας αισθήσεων και τρίτον με νηστεία των λογισμών, των ακαθάρτων σκέψεων, των αισχρών νοημάτων και των πονηρών φαντασιών.
Η τριπλή αυτή νηστεία είναι νηστεία παθών. Δηλαδή, καλούμεθα σε αυστηρή πνευματική νηστεία εναντίον των παθών μας, και πρέπει να τα υποβάλλουμε σε ασιτία. Και πρέπει να τα σκοτώσουμε τα πάθη μέσα μας.
Γι’αυτό και λέμε ότι η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, αλλά όπως και κάθε άλλη νηστεία, Τετάρτης, Παρασκευής, Χριστουγέννων, Δεκαπενταυγούστου και λοιπά, είναι κυρίως η τριπλή πνευματική νηστεία που αναφέραμε, και αυτή η νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος.
Δε σκοτώνουμε δηλαδή, το σώμα μας που είναι ναός του Παναγίου Πνεύματος, αλλά τα πάθη μας. Η εκκλησία μας, μας συνιστά και μας προτρέπει όπως από σήμερα καθαρίσουμε εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος.
Τις δε λαμπάδες των ψυχών μας, να τις στολίσουμε, να τις ευπρεπίσουμε με έργα αγάπης, ελεημοσύνης, φιλοξενίας, με έργα που να έχουν το πνεύμα μέσα της επιεικείας, της συγχωρητικότητος, της ταπεινοφροσύνης. «Μη κατεσθίοντες τον πλησίον τη συκοφαντία και τη κατακρίση». Το λέει αρχαία ε; πιστεύω να το καταλάβατε. Δηλαδή, να μη καταξεσχίζουμε και να μη κατατρώγουμε τις σάρκες του πλησίον, του αδελφού μας, του συνανθρώπου μας. Με τι; Με τις συκοφαντίες και τις κατακρίσεις. Ο πλησίον μπορεί να είναι οποιοσδήποτε...να είναι ο φίλος, να’ ναι ο γνωστός, να’ ναι ο γείτονας, να’ ναι ο συγγενής, να’ ναι ο παπάς σας...κι εγώ μέσα, να’ ναι ο Δεσπότης, να’ ναι ο γιατρός, να’ ναι ο συνεργάτης, να’ ναι ο προϊστάμενος, να’ ναι το παιδί μας, να’ ναι ο σύντροφός μας, να’ ναι ο βουλευτής, ο υπουργός, ο υπάλληλος, και κάθε χριστιανός.
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ΑΔΑΜ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ
Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, εἶναι καλὸν πρᾶγμα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ γνωρίζοντας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, εἶπε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Θέλετε δὲ νὰ μάθετε ὅτι χωρὶς μετάνοια, καὶ μάλιστα μετάνοιαν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τοιαύτην ὅπως ὁ Λόγος τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε; Ἀκοῦστε τὸν ἴδιον τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέγει: «… πᾶσα ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματός ἐστιν· ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει…». Καὶ πάλιν: «παραστῆναι δεῖ ἡμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα ἀπολήψεται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἅ ἔπραξε, εἴτε ἀγαθὰ εἴτε φαῦλα».
Ἠμπορεῖ λοιπὸν πολλὲς φορὲς λαμβάνοντας κάποιος ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰπῆ: «εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διότι δὲν ἐμόλυνα κανένα μέλος τοῦ σώματός μου μὲ κάποια πονηρὰ πράξη», καὶ ἔχει δῆθεν παρηγορία ἀπὸ αὐτό, ἐπειδὴ εἶναι ξένος ἀπὸ σωματικὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἀποκρίνεται ὁ Δεσπότης λέγοντας τὴν παραβολὴν περὶ τῶν δέκα Παρθένων, καὶ δεικνύει σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι καθόλου δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ἐὰν δὲν συνυπάρχουν σ’ ἐμᾶς καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές.
Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος πάλιν ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Δεσπότην φωνάζει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον». Γιατί ὅμως εἶπε «διώκετε»; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν σὲ μίαν ὥρα νὰ γίνωμε καὶ νὰ εἴμεθα ἅγιοι, ἀλλὰ πρέπει ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ μικρά, νὰ φθάσωμε προοδευτικῶς στὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν καθαρότητα, καὶ διότι ἀκόμη καὶ χίλια χρόνια ἐὰν ζήσωμε στὴν ζωὴν αὐτήν, οὐδέποτε θὰ ἠμπορέσωμε νὰ τὰ ἀποκτήσωμε αὐτά σε τέλειον βαθμό, ἀλλὰ βάζοντας ἀρχὴν καθημερινῶς, ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιζώμεθα συνεχῶς. Αὐτὸ ἐφανέρωσε πάλιν ὁ ἴδιος λέγοντας: «Διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδὴ) ἐφ’ ᾧ καὶ κατελήφθην (ἐκεῖνο δηλαδὴ γιὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Χριστὸς μὲ ἔφερε κοντά του)»…
Διότι κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἁμαρτήσει, ὅπως ἐγὼ ὁ κατακεκριμένος, καὶ ἔκλεισε μὲ τὸν βόρβορο τῶν ἡδονῶν τὶς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς του, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλη τὴν περιουσία του τὴν διεμοίρασε στοὺς πτωχούς, καὶ ἐγκατέλειψε ὅλη τὴν δόξα καὶ λαμπρότητα τῶν ἀξιωμάτων καὶ πολυτέλειαν οἴκου καὶ ἵππων, ποιμνίων καὶ δούλων, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους του φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς του ὅλους, καὶ ἦλθε πτωχὸς καὶ ἀκτήμων καὶ ἔγινε μοναχός, παρ’ ὅλα αὐτὰ χρειάζεται τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ζωήν του.
Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ ἀποπλύνη τὸν βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων του, καὶ ἀκόμη περισσότερον ἐὰν εἶναι καλυμμένος, ὅπως ἐγώ, μὲ τὴν αἰθάλη καὶ τὸν βόρβορο τῶν πολλῶν του κακῶν, ὄχι μόνον στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια, ἀλλὰ σὲ ὅλο γενικῶς τὸ σῶμα του. Πράγματι, δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν κάθαρσιν τῆς ψυχῆς μας ἡ διανομὴ τῶν ὑπαρχόντων, ἀδελφοί, ἐὰν παραλλήλως δὲν κλαύσωμε καὶ δὲν θρηνήσωμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας. Διότι νομίζω ὅτι ἐὰν δὲν καθαρίσω ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν μου μὲ κάθε δυνατὴν προσπάθεια καὶ μὲ τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸν μολυσμὸν τῶν ἁμαρτημάτων μου, ἀλλὰ ἐξέλθω ἀπὸ τoν βίον μολυσμένος, δικαίως θὰ γελάση καὶ ὁ Θεὸς εἰς βάρος μου καὶ οἱ ἄγγελοί του, καὶ θὰ ἐκβληθῶ στὸ πῦρ τὸ αἰώνιον μὲ τοὺς δαίμονες.
Ναί, πράγματι, ἔτσι εἶναι ἀδελφοί. Διότι τίποτε δὲν ἐφέραμε μαζί μας στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸ δώσωμε στoν Θεὸν ὡς ἀντίλυτρον γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἀδελφοί, σὲ ὅλους, ὄχι μόνον στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκούς, τὸ νὰ μετανοοῦν πάντοτε καὶ διαρκῶς, καὶ νὰ κλαίουν καὶ νὰ παρακαλοῦν τὸν Θεόν, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν πράξεων νὰ ἀποκτήσουν καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές. Ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς τὸ ἐπιβεβαιώνει μαζί μου καὶ ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ μέγας στῦλος καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς λόγους τοι περὶ τοῦ Δαυίδ·
ἐξηγῶντας ἐκεῖ τὸν πεντηκοστὸν ψαλμόν, λέγει ὅτι εἶναι δυνατὸν κάποιος ποὺ ἔχει γυναίκα καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ πλῆθος ὑπηρετῶν καὶ περιουσίαν πολλήν, καὶ διαπρέπει στὰ κοσμικὰ πράγματα, νὰ ἠμπορῆ ὄχι μόνον αὐτό, τὸ νὰ κλαίη δηλαδὴ καθημερινῶς καὶ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ μετανοῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ φθάση στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς ἐὰν θέλη, καὶ νὰ λάβη Πνεῦμα Ἅγιον καὶ νὰ γίνη φίλος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαμβάνη τὴν θέαν του, ὅπως ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακὼβ καὶ στὰ Σόδομα ὁ Λὼτ καί, γιὰ νὰ ἀφήσω τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ εἶναι πολλοί, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Δαυίδ.
Στὴν δὲ νέαν χάρι καὶ ἐπιφάνειαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας, ὁ ἁλιεὺς καὶ ἀγράμματος Πέτρος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν πενθερά του καὶ τοὺς ἄλλους ἐκήρυττε τὸν Θεὸν ποὺ τότε ἐφανερώθη. Τοὺς δὲ ἄλλους ποῖος θὰ τοὺς ἀπαριθμήση, ποὺ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ; Βασιλεῖς, ἀρχιερεῖς, ἐξουσιαστάς, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ὅσους ἔζησαν μόνο μὲ τὰ ἀπαραίτητα, τῶν ὁποίων οἱ πόλεις καὶ οἱ οἰκίες καὶ οἱ ναοὶ ποὺ ἐκεῖνοι φιλοτίμως ἀνήγειραν, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ ξενοδοχεῖα, σώζονται καὶ ὑπάρχουν μέχρι τώρα;
Ὅλα αὐτὰ καὶ ὅταν ἦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι στὴν ζωὴ τὰ κατεῖχαν καὶ τὰ χρησιμοποιοῦσαν εὐσεβῶς, ὄχι ὡς κύριοί των, ἀλλὰ ὡς δοῦλοι τοῦ Δεσπότου μετεχειρίζοντο αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοὺς ἔδωσε ὁ Κύριος, ὅπως ἦταν ἀρεστὸν σ’ Ἐκεῖνον, «χρώμενοι (χρησιμοποιῶντας) μὲν τῷ κόσμω, οὐ καταχρώμενοι δέ», σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλον. Γι’ αὐτὸ καὶ τώρα, στὴν παροῦσα ζωή, ἔγιναν ἔνδοξοι καὶ λαμπροί, καὶ στοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας, στὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, θὰ γίνουν ἐνδοξότεροι καὶ λαμπρότεροι.
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026
ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ Β', Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΟΤΕ ΕΔΕΞΑΤΟ ΑΥΤΟΝ ΕΙΑ ΤΑΣ ΑΓΚΑΛΑΣ ΑΥΤΟΥ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ
2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Aφ’ ου επέρασαν σαράντα ημέραι από την σωτήριον ενανθρώπησιν του Kυρίου, και την εκ της Aγίας Παρθένου χωρίς ανδρός αυτού γέννησιν, επροσφέρθη ο Kύριος εις το ιερόν κατά την σημερινήν ημέραν, από την Παναγίαν Mητέρα του και τον δίκαιον Iωσήφ τον μνήστορα της Θεοτόκου, κατά την διάταξιν του σκιώδους και παλαιού Nόμου. Tότε δε και ο γέρωντας Συμεών, εις τον οποίον ήτον κεχρηματισμένον να μην ιδή θάνατον προ του να ιδή τον Xριστόν Kυρίου: τότε, λέγω, ούτος εδέχθη τον Kύριον εις τας αγκάλας του και ευχαριστήσας τον Θεόν, εβόησε· «Nυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα2 κατά το ρήμα σου3 εν ειρήνη»4. Kαι λοιπόν μετά χαράς ελύθη από την παρούσαν ζωήν, και αντί των προσκαίρων τούτων και επιγείων, έλαβε τα ουράνια και αιώνια. H δε της εορτής ταύτης Σύναξις τελείται εις τον σεβάσμιον οίκον της αχράντου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Aειπαρθένου Mαρίας, τον ευρισκόμενον εις τας Bλαχέρνας. (Λόγον της Yπαπαντής όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού, και εις Mακάριον τον Kωφόν.)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι η εορτή αύτη της Yπαπαντής, κατά μεν τον Kεδρηνόν, ετυπώθη να εορτάζεται εις τον καιρόν Iουστίνου του Θρακός, του εν έτει 518 βασιλεύσαντος, ήτις έως τότε δεν εωρτάζετο. Kατά δε τον Θεοφάνη εν τω Xρονικώ, άρχισεν αύτη να εορτάζεται κατά το δέκατον πέμπτον έτος της βασιλείας του μεγάλου Iουστινιανού, του ανεψιού του ρηθέντος Iουστίνου, του βασιλεύσαντος εν έτει 527, ήτοι η Yπαπαντή άρχισε να εορτάζεται εν έτει 545, κατά την β΄ του Φευρουαρίου, ήτις πρότερον εωρτάζετο κατά την ιδ΄ του Φευρουαρίου, ως λέγει Γεώργιος ο Aμαρτωλός. Ίσως δε, ο μεν Iουστίνος εδιώρισε να εορτάζεται αύτη τη δεκάτη τετάρτη του Φευρουαρίου. O δε Iουστινιανός ακριβέστερον εδιώρισε να εορτάζεται αύτη τη β΄ του Φευρουαρίου. (Όρα σελ. 66 και 88 του β΄ τόμου του Mελετίου.) 2. Ήτοι, νυν απολύεις με του βίου πάντως, ως ο Ζυγαδηνός Eυθύμιος ερμηνεύει, εν τη ερμηνεία του κατά Λουκάν Eυαγγελίου τη νεοτυπώτω. 3. Ήτοι, καθώς είρηκάς μοι, πάλαι διαπορούντι περί του μυστηρίου της σης ενανθρωπήσεως, κατά τον αυτόν Eυθύμιον (αυτόθι). 4. Ήτοι, εν ειρήνη λογισμών. Nυν γαρ οι ταράττοντές με λογισμοί περί της θείας ενανθρωπήσεως, ειρήνευσαν. Ή εν ειρήνη αφοβίας, μηκέτι φοβούμενον τον θάνατον, διά το βαθύ μου γήρας. Ή εν ειρήνη χαράς, μηκέτι λυπούμενον υπέρ της ελευθερίας του Iσραήλ. Eίδον γαρ ήδη τον ελευθερωτήν. Ως ο αυτός Eυθύμιος ερμηνεύει αυτόθι. Σημείωσαι, ότι εις την Yπαπαντήν λόγους συνέγραψαν, ο Xρυσόστομος δύω, ων του ενός μεν η αρχή εστιν αύτη· «Oυ μόνον φορεί σάρκα», του δε ετέρου, αύτη· «Φαιδρόν ημίν σήμερον το θέατρον». Γρηγόριος ο Θαυματουργός ο και Nεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Oι των Aγίων και θεοπνεύστων Γραφών». Aμφιλόχιος ο Iκονίου, ου η αρχή· «Πολλοί των μεγάλων». Kύριλλος ο Iεροσολύμων, ου η αρχή· «Xαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών». Mεθόδιος ο Πατάρων, ου η αρχή· «Πάλαι ικανώς». Γεώργιος ο Nικομηδείας, ου η αρχή· «Tα της παρούσης ιεράς πανηγύρεως». (Σώζονται εν τη Λαύρα, και εν τη του Διονυσίου.) O Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Eίχε μεν η των Γενεθλίων». Kαι Λέων ο Σοφός, ου η αρχή· «Xριστού εορτήν τιμώμεν». (Σώζονται εν τη Mονή του Παντοκράτορος.) Eν δε τω δευτέρω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου σώζονται μεν εκ των ανωτέρω λόγοι τινές, σώζεται δε και λόγος του σοφωτάτου Iωάννου του Ζωναρά εις την αυτήν εορτήν, ου η αρχή· «Πάλιν τοις ευσεβέσι πανήγυρις, και πάλιν μυστήριον έτερον». Aλλά και Γρηγόριος ο Παλαμάς λόγον έχει εις την αυτήν εορτήν, σωζόμενον εν τω Πρωτάτω, ου η αρχή· «Tην μεν προγονικήν εκείνην αράν τε και καταδίκην».
Εκ του βιβλίου: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005.
*Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ, ΦΩΣ ΕΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΝ ΕΘΝΩΝ» (2025)
ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ ΣΥΜΕΩΝ: «ΘΑ ΔΙΑΠΕΡΑΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΟΔΥΝΗΡΟ ΜΑΧΑΙΡΙ»
Ο ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΗΣΥΧΙΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ: ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Ο ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΥΡΙΛΛΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚ. ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Ερμηνεία της ευαγγελικής περικοπής (Λουκ. 2, 22-40) «καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ (: Και όταν, σύμφωνα με τον νόμο του Μωϋσέως, συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού της μητέρας του παιδιού και του μνηστήρος της, ανέβασαν αυτό στα Ιεροσόλυμα, για να το παρουσιάσουν και το αφιερώσουν στον Κύριο).
Εδώ λοιπόν με αυτά που αναγνώσαμε πριν λίγο, βλέπουμε ότι υποτασσόταν στους νόμους του Μωυσή ή μάλλον βλέπουμε ο ίδιος ο νομοθέτης και Θεός να υποτάσσεται ως άνθρωπος στους δικούς του νόμους. Και για ποιο λόγο το κάνει αυτό, θα μας το διδάξει ο σοφότατος Παύλος: «οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν:
Έτσι κι εμείς, οι Χριστιανοί, όταν ήμασταν σε νηπιώδη πνευματική κατάσταση, ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία του κόσμου (δηλαδή κάτω απ΄ τη στοιχειώδη και ανεπαρκή θρησκευτική γνώση που έχει ο κόσμος των ατελών και παχυλών ανθρώπων). Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου που είχε ορίσει η πανσοφία του Θεού, ο Θεός εξαπέστειλε τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και έζησε σύμφωνα με τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου, για να εξαγοράσει αυτούς που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του μωσαϊκού νόμου, ώστε να λάβουμε την υιοθεσία, που ο Θεός μας είχε υποσχεθεί» [Γαλ. 4, 3-4]. Ο Χριστός λοιπόν εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου εκείνους που ήταν κάτω από την εξουσία του νόμου, αλλά όμως δεν τον είχαν ακόμη τηρήσει. Και τους εξαγόρασε με ποιον τρόπο; Εκπληρώνοντάς τον.
Αλλά και με άλλον τρόπο. Για να καταργήσει τα εγκλήματα της παράβασης του Αδάμ, παρουσίασε τον εαυτό Του για χάρη μας ευπειθή και υπάκουο σε όλα στον Θεό και Πατέρα Του. Γιατί έχει γραφεί: «ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτω καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί: Διότι, όπως με την παρακοή του ενός ανθρώπου [: του Αδάμ] έγιναν αμαρτωλοί και ένοχοι το πλήθος των απογόνων του Αδάμ, έτσι και με την τέλεια υπακοή, που έδειξε ο Ένας, ο Χριστός, στον Πατέρα, θα γίνουν δίκαιοι το πλήθος των όσων πιστέψουν σε Αυτόν» [Ρωμ. 5, 19]. Έθεσε λοιπόν μαζί με εμάς τον αυχένα Του στο νόμο, κάνοντάς το και αυτό κατ’ οικονομία, γιατί έπρεπε να εκπληρώσει όλον τον νόμο.
Όταν λοιπόν ήρθε η ογδόη ημέρα, κατά την οποία συνηθιζόταν να γίνεται η περιτομή στη σάρκα, όπως όριζε ο νόμος, δέχεται την περιτομή και ο ίδιος που έδωσε τον νόμο στον Μωυσή, και πριν από αυτόν στον Αβραάμ. Δέχεται επίσης και το όνομα, δηλαδή το όνομα Ιησούς, το οποίο ερμηνεύεται «Σωτηρία του λαού». Γιατί έτσι θέλησε ο Θεός και Πατέρας να ονομάζεται ο Υιός Του, ο οποίος κατά σάρκα γεννήθηκε από γυναίκα· γιατί τότε έγινε σωτηρία λαού, και όχι ενός, αλλά και κάθε έθνους, και όλης της οικουμένης. Συγχρόνως δηλαδή με την τέλεση της περιτομής, πήρε και το όνομα.
Εμπρός λοιπόν να δούμε πάλι τι σήμαινε το γεγονός αυτό. Ο μακάριος Παύλος είπε: «ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν (: Τίποτε δεν είναι η περιτομή και δε συντελεί σε τίποτε για τη σωτηρία μας, και τίποτε επίσης δεν είναι η ακροβυστία [: η μη περιτομή)]» [Α΄Κορ. 7, 19]. Άραγε ο των όλων Θεός πρόσταξε μέσω του πάνσοφου Μωυσή να τηρείται το τίποτε, δηλαδή κάτι που σε τίποτε δε μας ωφελεί για τη σωτηρία μας, και απείλησε μάλιστα με τιμωρία εκείνους που παραβαίνουν αυτήν την εντολή;
Ναι, θα μπορούσα να πω. Γιατί όσον αφορά τη φύση του πράγματος, δεν είναι απολύτως τίποτε· όμως έκρυβε μέσα του τύπο μυστηρίου. Γιατί κατά την ογδόη ημέρα αναστήθηκε Χριστός από τους νεκρούς, και μας έδωσε την πνευματική περιτομή. Γιατί έδωσε εντολή στους αγίους Αποστόλους και τους είπε: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (: Λοιπόν, πηγαίνετε τώρα και διδάξατε σε όλα τα έθνη την αλήθεια. Και αυτούς που θα πιστέψουν και θα γίνουν μαθητές σας, βαπτίστε τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» [Ματθ. 28, 19].
Και Αυτού πάλι προτύπωση ήταν εκείνος ο αρχαίος Ιησούς, δηλαδή ο Ιησούς του Ναυή, ο οποίος μετά από τον Μωυσή έγινε αρχηγός των Ισραηλιτών· γιατί πρώτα πέρασε τους Ισραηλίτες στην απέναντι όχθη του Ιορδάνη, και έπειτα ευθύς αμέσως τους έκανε την περιτομή με πέτρινα μαχαίρια. Λοιπόν, όταν διαβούμε τον Ιορδάνη, τότε ο Χριστός μάς περιτέμνει με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, όχι καθαρίζοντας τη σάρκα, αλλά αποκόπτοντας μάλλον τον μολυσμό της ψυχής μας.
Την ογδόη λοιπόν ημέρα περιτέμνεται ο Χριστός, και παίρνει, όπως είπα, το όνομα, γιατί τότε ακριβώς έχουμε σωθεί από Αυτόν και μέσω Αυτού. Γιατί λέγει ο απόστολος Παύλος: «ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν (:Μέσω της κοινωνίας σας με τον Ιησού Χριστό και περιτμηθήκατε με περιτομή αχειροποίητη, πνευματική, που δε γίνεται με χέρι ανθρώπινο, όπως η ιουδαϊκή περιτομή, αλλά ενεργείται από το Άγιο Πνεύμα.
Συνίσταται δε η περιτομή αυτή στην απέκδυση και την αποβολή του σώματος, που δούλευσε στις αμαρτίες της σάρκας. Και η απέκδυση αυτή που έγινε όχι δια της κατακόψεως του σώματος, είναι η περιτομή που ελάβατε από τον Χριστό, όταν ταφήκατε μαζί Του στο βάπτισμα. Και δε θαφτήκατε μόνο, αλλά και αναστηθήκατε μυστηριακώς δια του βαπτίσματος μαζί με τον Χριστό. Και όλα αυτά έγιναν δια της πίστεως στην ενέργεια και τη δύναμη του Θεού ο οποίος Τον ανέστησε από τους νεκρούς. Πιστέψατε, δηλαδή, ότι ο Θεός με την ίδια ενέργεια και δύναμη θα αναστήσει και εσάς εκ νεκρών» [Κολ. 2, 11] {ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτου Τρεμπέλα, σελ. 806}. Ώστε λοιπόν ο θάνατός Του έγινε για χάρη δική μας, καθώς και η ανάσταση και η περιτομή.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

.jpg)



.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
