«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 8 Μαΐου 2026
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΤΕΤΑΡΤΗ, ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑΣ
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 171-174.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Ο σωστικός χώρος της εκκλησίας (καθημερινές σκέψεις και σχόλια στα ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα για τις 365 μέρες του χρόνου) είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο που περιέχει το καθημερινό σχόλιο του οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου για κάθε μέρα του έτους.
Η χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, είχε προγραμματιστεί ώστε το κείμενο να ενταχθεί στη δομή του Ημερολογίου της Εκκλησίας εκείνου του έτους.
Καθώς κάθε χρόνο η ύλη δομείται διαφορετικά, λόγω της κινητής εορτής του Πάσχα, ο όσιος συγγραφέας συνιστά στον αναγνώστη να καταφεύγει για τα Γραφικά αναγνώσματα στον πασχάλιο κύκλο κάθε χρόνου.
Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί καλύτερα παρακολουθώντας το ορθόδοξο ημερολόγιο, για να διαπιστώσει ποια Κυριακή μετά την Πεντηκοστή διανύουμε και να καταφεύγει στην αντίστοιχη εβδομάδα του έτους, για να βρει το σχόλιο της ημέρας.
Σκοπός του Οσίου ήταν πάντα να παρέχει υγιή τροφή στην ψυχή. Θεωρώντας τα λόγια του σε καθημερινή βάση, ο αναγνώστης δέχεται διαρκή ενθάρρυνση για ν' αγωνίζεται με επιμέλεια ώστε ν' απορρίψει την απιστία και την αμαρτία, ν' αναπτύξει την πίστη και την αρετή και να πλησιάσει περισσότερο τον Κύριο και Σωτήρα μας.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Πράξ, ιγ' 13-24, Ιωάν. στ' 5-14
Οι μαθητές είπαν στον Κύριο να απολύσει το πλήθος, ώστε να πάνε στα γύρω χωριά και ν' αγοράσουν τρόφιμα. Ο Κύριος όμως τους είπε: «ου χρείαν έχουσιν απελθείν' δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ' 16).
Αυτό προηγήθηκε από το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και της σίτισης πέντε χιλιάδων αντρών, εκτός από τις γυνίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δυο ψάρια. Τέτοιο γεγονός, που είχε ιδιαίτερη σημασία στη ζωή του Κυρίου, μας παρέχει και το ακόλουθο μάθημα: Το πλήθος είναι μια εικόνα της ανθρωπότητας, που πεινά και διψά για την αλήθεια.
Όταν ο Κύριος είπε στους αποστόλους «δότε αυτοίς υμείς φαγείν», τους έδειχνε προκαταβολικά τη μελλοντική διακονία τους στο ανθρώπινο γένος -να σιτίσουν τους ανθρώπους με την αλήθεια. Οι απόστολοι το έκαναν αυτό στην εποχή τους' στις επόμενες γενεές παρέδωσαν τη διακονία τους αυτή στους ποιμένες που τους διαδέχτηκαν. Ο λόγος του Κυρίου συνέχισε να διαδίδεται από τους σημερινούς ποιμένες: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν».
Κι οι ποιμένες όφειλαν να κρατήσουν την υποχρέωσή τους αυτή στη συνείδησή τους, να σιτίσουν τους ανθρώπους με την αλήθεια. Θα υπάρχει αδιάλειπτο το κήρυγμα του λόγου του Θεού στην εκκλησία. Τί σόι ποιμένες είναι όσοι δε μιλούν, οι «αμίλητοι»' αμίλητοι χωρίς μέτρο.
Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς όμως πως αυτό γίνεται επειδή οι ποιμένες αυτοί δεν έχουν πίστη στην καρδιά τους. Ειναι απλά μια παρανόησή τους, μια κακή συνήθεια. Κι αυτό βέβαια δεν τους δικαιώνει.
ΠΕΜΠΤΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Πράξ. ιδ' 20-27, Ιωάν. θ' 39, ι' 9
«Και είπεν ο Ιησούς' εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον αυτόν ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιωάν. ζ' 7). Εκείνοι που δεν μπορούσαν να δουν ήταν οι απλοί άνθρωποι που πίστεψαν στον Κύριο με απλότητα καρδιάς, ενώ εκείνοι που έβλεπαν ήταν οι γραμμτείς κι οι σοφοί του καιρού εκείνου, που λόγω της υπερηφάνειας του νου τους όχι μόνο δεν πίστευαν οι ίδιοι, αλλά παρέσυραν και τους άλλους ανθρώπους.
Οι ξύπνιοι νομίζουν ότι βλέπουν' κι αυτός είναι ο λόγος που τους αποξένωσε από την πίστη στον Κύριο, ενώ όσοι δεν είναι απλοί στην καρδιά και στο νου έχουν σταθερή πίστη. Επομένως, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, εκείνοι είναι οι τυφλοί, ενώ ο λαός βλέπει. Είναι ακριβώς σαν τα πουλιά εκείνα που βλέπουν την νύχτα, αλλ' όχι την ημέρα.
Η αλήθεια του Χριστού είναι σκοτεινή γι' αυτούς, ενώ ό,τι αντιτίθεται στην αλήθεια -το ψέμα- σ' εκείνους φαίνεται καθαρά. Τότε βρίσκονται στο στοιχείο τους. Αυτό είναι τόσο προφανές, εκείνοι όμως είναι έτοιμοι να ρωτήσουν: «μη και ημείς τυφλοί έσμεν»; (Ιωάν. θ' 40). Δεν υπάρχει τίποτα κρυφό' είστε τυφλοί.
Επειδή όμως φταίτε εσείς οι ίδιοι για την τυφλότητά σας, η αμαρτία της τύφλωσής σας και η ανικανότητα να βλέπετε το φως, είναι απολύτως δικές σας. Μπορείτε να βλέπετε, αλλά δε θέλετε. Κι αυτό επειδή αγαπήσατε μια πλάνη, ένα σαγηνευτικό ψέμα.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Πράξ. ιε' 5-34, Ιωάν. 17-28
«Αλλ' υμείς ου πιστεύετε' ου γαρ έστε εκ των προβάτων των εμών, καθώς είπον υμίν», είπε ο Κύριος στους άπιστους Ιουδαίους, «τα πρόβατα τα εμά της φωνής μου ακούει, καγώ γινώσκω αυτά, και ακολουθούσι μοι» (Ιωάν. ι' 26-7).
Εκείνη την εποχή άπιστοι ήταν αυτοί που δεν είχαν μπει ακόμα στη μάντρα. Τώρα όμως άπιστοι είναι όλοι εκείνοι που απομακρύνθηκαν από την πίστη ή που μένουν πίσω από την ποίμνη του Χριστού. Ποιμένας είναι ο Κύριος. Όλα τα πρόβατα τον ακολουθούν, παρακολουθούν τη διδασκαλία Του και τηρούν τις άγιες εντολές Του.
Οι αμαρτωλοί είναι τα άρρωστα και αδύναμα πρόβατα, εξακολουθούν όμως να μοχθούν με τ' άλλα πρόβατα της μάντρας. Εκείνοι που έχασαν την πίστη τους είναι όσοι έμειναν πολύ πίσω. Αυτοί δεν ανήκουν στη μάντρα του Χριστού και δεν ακούνε τη φωνή Του.
Κι ο Κύριος δεν τους γνωρίζει, επειδή οι ίδιοι δεν αφήνουν τον εαυτό τους να γνωριστεί, όπως έκανε η αιμορροούσα γυναίκα. Και στην Κρίση αυτή θ' ακούσουν: «ουκ οίδα υμάς' απόστητε...» (Λουκ. ιγ' 27).
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''Η ΚΑΛΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΔΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ'' (1987)
Ομιλία την Κυριακή της Σαμαρείτιδας (1987)
στο καθολικό
της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλής Αττικής
π. ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΣΜΕΜΑΝ: Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ
Τέσσερις ἑβδομάδες μετὰ τὸ Πάσχα τὸ εὐαγγέλιο πού διαβάζεται στὶς ἐκκλησίες εἶναι ἡ ἀφήγηση τοῦ εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη γιὰ τὴν ἐκπληκτικὴ συζήτηση τοῦ Χριστοῦ μὲ μιὰ Σαμαρείτισσα. Σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς σταματᾶ σ’ ἕνα πηγάδι κοντὰ στὴν πόλη Σιχάρ. ἐνῶ οἱ μαθητὲς Του πᾶνε στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Μιὰ γυναίκα ἔρχεται στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πάρει νερό, καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ζητεῖ νὰ πιεῖ. Ἀρχίζουν μιὰ συζήτηση, καὶ κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα ἐρωτᾶ τὸν Χριστό, “οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτω προσεκύνησαν καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν“ (Ἰωάν. 4, 20).
Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀφορᾶ μιὰ πολύχρονη ἀντιδικία μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν, πού εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Ἰουδαϊσμό. Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τὸ θρησκευτικὸ κέντρο ἦταν ἡ Ἱερουσαλήμ· γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες ἕνα βουνὸ στὴ Σαμάρεια. Εἶναι σαφὲς πώς ἦταν μιὰ διαμάχη γιὰ τὰ ἐξωτερικά, τελετουργικὰ χαρακτηριστικά τῆς θρησκείας.
Ἀπαντώντας της ὁ Χριστὸς τῆς λέει: «γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν». (Ἰωάν. 4, 21-24).
Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη εἶναι κρίσιμοι στὴν κατανόηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὰ τὰ λόγια ἐκφράζουν καὶ αἰώνια διακηρύσσουν μιὰ γνήσια θρησκευτικὴ ἐπανάσταση, μιὰ ἐπανάσταση στὴν ἔννοια τῆς θρησκείας· σ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμὲς βλέπουμε τὴ γέννηση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
“Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Ἡ θρησκεία μέχρι τότε καὶ γιὰ αἰῶνες ἀποτελεῖτο ἀπὸ κανόνες, νόμους καὶ διατάξεις, καὶ ἔτσι ἡ τήρηση τῆς θρησκείας συνίστατο ἀποκλειστικὰ ἀπὸ μιὰ τυφλή, ἀναντίρρητη ὑποταγὴ σ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνες. Ὄχι σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀλλά στὰ Ἱεροσόλυμα· ὄχι ἐδῶ, ἀλλά ἐκεῖ· ὄχι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀλλά μ’ ἐκεῖνον.
Ἔτσι προσφέροντας στὸν Θεὸ χιλιάδες τέτοιες συνταγές, οἱ ἄνθρωποι προστατεύονταν ἀπό τούς μπελάδες, ἀπὸ τὸ φόβο καὶ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀναζήτηση. Εἶχαν κατασκευάσει ἕνα κλουβὶ στὸ ὁποῖο τὸ καθετί ἦταν προσεκτικὰ καὶ σαφῶς καθορισμένο καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἀπαίτηση ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ τήρησή του. Ὅλα αὐτὰ τώρα σβήνονται καὶ ἀνατρέπονται μὲ λίγες λέξεις. Ἡ προσκύνηση δὲν γίνεται σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, ἄλλα “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Μ’ ἄλλα λόγια ὄχι μὲ φόβο καὶ στὰ τυφλά, ὄχι μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια, ἀλλά μὲ γνώση καὶ ἐλευθερία, μὲ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ καὶ ἀγάπη, ὅπως ἡ ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ γιὰ τὸν πατέρα του.
Τώρα στὸ κέντρο τῆς θρησκείας, στὴν καρδιά της, δὲν βρίσκεται ὁ νόμος, ἡ ὑποταγή, ἡ συνταγή, ἀλλά ἡ ἀλήθεια: “γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν”, εἶπε ὁ Χριστός, “καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰωάν. 8, 32). Στὴν καρδιὰ της τώρα βρίσκεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναζήτησης: “ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε” (Ματθ. 7, 7). Ὄχι καθησυχασμός, ἀλλά δίψα: “μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην” (Ματθ. 5, 6).
Ὄχι δουλεία, ἀλλά ἐλευθερία: “οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος” (Ἰωάν. 15, 15). Ὄχι φιλονομία ἀλλά ἀγάπη: “ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν” (Μάτθ. 9, 13)· “ἐντολήν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους” (Ἰωάν. 13, 34).
Φυσικὰ στὴν Ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ξέχασαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ ἐπέστρεψαν στὴ θρησκεία τοῦ φόβου καὶ τῆς τυπολατρίας, στὴ διαμάχη γιὰ τὸ βουνὸ καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀπ’ ἔξω δὲ ὁ Χριστιανισμὸς πολὺ συχνὰ φαίνετει νὰ εἶναι μόνο νόμοι καὶ συνταγές. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, οὔτε ἀπὸ τὶς ἧττες καὶ τὶς παραμορφώσεις, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ θεία φώτιση. Πρέπει νὰ κριθεῖ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν πού δέχθηκαν σοβαρὰ καὶ χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια, καὶ πού ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τους ἔχει γίνει μιὰ συνεχὴς πτήση ἀγάπης, ἐλευθερίας, χαρᾶς καὶ πνευματικῆς μεταμόρφωσης.
Παρ’ ὅλες τὶς ἱστορικὲς πτώσεις καὶ ἀποτυχίες του, ὁ Χριστιανισμὸς ποτὲ δὲν ἔσβησε αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο, καὶ γι’αὐτὸ κρίνεται μὲ βάση αὐτά. Ἡ ἀντιθρησκευτικὴ προπαγάνδα, μὲ πολὺ πιὸ τραγικὰ ἀποτελέσματα, μὲ τὸ τυφλὸ μίσος της πρὸς τὴ θρησκεία, ἀγνοεῖ αὐτὰ τὰ λόγια σὰν νὰ μὴν εἰπώθηκαν ποτέ, καὶ γιὰ νὰ ξεμπερδέψει μὲ τὴ θρησκεία μὲ τὴ μεγαλύτερη εὐκολία, τὴν ἐξισώνει μὲ τὰ ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικά, τὶς προλήψεις καὶ τὸ φόβο.
Ὁ Χριστιανισμὸς ὅμως κατεξοχὴν εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ἡ διδασκαλία Του, τὸ εὐαγγέλιο. Τὸ εὐαγγέλιο ἀφηγεῖται πώς οἱ ἄνθρωποι προτίμησαν τὴ δική τους γνώμη, τὴ δική τους ἰδεολογία, τὸ δικό τους νόμο ἀπὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, καὶ πόσο ἀφόρητη ἦταν αὐτή ἡ πρόσκληση γιὰ ἀπελευθέρωση. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων πού ἀπέρριψαν Αὐτὸν πού τοὺς κάλεσε νὰ ζήσουν “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ νόημα τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι τὸ ἴδιο τὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει μιὰ ἐξήγηση γιὰ τὸ μίσος ἐνάντια στὸν Χριστό, τὸ ἴδιο μίσος πού σήμερα ἀναγκάζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ψεύδονται, νὰ συκοφαντοῦν καὶ σιωπηλὰ νὰ Τὸν ἀγνοοῦν.
Ἀκόμη καὶ τώρα ἡ ἀπειλή πού θέτει ὁ Χριστιανισμὸς σὲ κάθε ἰδεολογία εἶναι αὐτὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι μιὰ αἰώνια χειρονομία περιφρόνησης κάθε εἰδώλου, θρησκευτικοῦ ἢ ἰδεολογικοῦ· ὅσο δὲ αὐτὲς οἱ λέξεις δὲν ἔχουν ἐντελῶς ξερριζωθεῖ ἀπὸ τὴ μνήμη, ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν θὰ δεχθεῖ ὁλοκληρωτικὰ μιὰ διδασκαλία πού τὸν σκλαβώνει στὴν ὕλη καὶ πού τὸν μετατρέπει σὲ ἕναν ὀδοντωτὸ τροχὸ μίας ἀπρόσωπης πορείας, σὲ ἕναν ὑπηρέτη μιᾶς ἀπρόσωπης συλλογικότητας. Ὅταν λοιπὸν οἱ ὀπαδοὶ τέτοιων ἰδεολογιῶν προσβάλλουν τὴ θρησκεία μὲ τὴ δικαιολογία πώς ξερριζώνουν τὴν πρόληψη, αὐτὸ γίνεται μόνο γιὰ ἐπίδειξη.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ» (2023)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ
«Ως οὖν ἔγνω ὁ Κύριος ὅτι ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι Ἰησοῦς πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ Ἰωάννης- καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ᾿ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ-ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν(:όταν λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν ότι ο Ιησούς προσελκύει και βαπτίζει περισσότερους μαθητές παρά ο Ιωάννης – αν και ο ίδιος ο Ιησούς δεν βάπτιζε, αλλά βάπτιζαν οι μαθητές Tου – για να μην ερεθίζει τον φθόνο των εχθρών Tου άφησε την Ιουδαία και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία, όπου δεν υπήρχαν πολλοί αντίζηλοί Tου)»[Ιω.4,1-3].
«Γιατί λοιπόν αναχωρεί από την Ιουδαία;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Όχι από δειλία φυσικά, αλλά για να σταματήσει τη ζηλοτυπία των Ιουδαίων και να ανακόψει τον φθόνο τους. Είχε βέβαια τη δυνατότητα να τους αντιμετωπίσει εάν Του έκαναν επίθεση, αλλά δεν θέλει να το πράττει αυτό συχνά, για να μην κινούνται αμφιβολίες για την πραγματικότητα της κατά σάρκα γεννήσεως του Υιού του Θεού· διότι, εάν κάθε φορά που Τον συλλάμβαναν, διέφευγε, ασφαλώς πολλοί θα σχημάτιζαν σχετικές υποψίες.
Για τον λόγο αυτό, τις περισσότερες πράξεις Του τις έκανε σαν να ήταν ένας απλός άνθρωπος. Διότι όπως ήθελε να πιστέψουν στη θεϊκή Του υπόσταση, έτσι ήθελε να πιστέψουν επίσης ότι, αν και Θεός, έφερε σάρκα ανθρώπινη. Γι' αυτό και ύστερα από την Ανάσταση έλεγε προς τους μαθητές: «Ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα(:δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου ότι έχουν τα σημάδια των καρφιών, και βεβαιωθείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος ο Διδάσκαλός σας που σταυρώθηκε. Ψηλαφήστε με με τα χέρια σας και βεβαιωθείτε ότι δεν είμαι άσαρκο πνεύμα· διότι η ψυχή και το φάντασμα ενός νεκρού δεν έχει σώμα και οστά, όπως βλέπετε και πείθεσθε ότι έχω εγώ)»[Λουκ.24,39]. Επίσης για τον ίδιο λόγο επιτίμησε τον Πέτρο όταν Του είπε «ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο(: ο Θεός να σε φυλάξει, Κύριε, από όσα φοβερά μας είπες ότι θα σου συμβούν. Δεν πρέπει να σου συμβούν αυτά και να θανατώσουν Εσένα τον Μεσσία)»[Ματθ.16,22]. Τόση σπουδαιότητα απέδιδε ο Κύριος στο θέμα αυτό, στο να πιστευτεί δηλαδή ότι έφερε και την ανθρώπινη σάρκα.
Άλλωστε και μεταξύ των δογμάτων της Εκκλησίας δεν είναι μικρό το θέμα αυτό, ούτε για τη σωτηρία μας αποτελεί κάτι το ασήμαντο το κεφάλαιο αυτό, δια του οποίου έχουν γίνει και έχουν επιτευχθεί τα πάντα· διότι έτσι, και ο θάνατος καταλύθηκε και η αμαρτία συγχωρήθηκε και η κατάρα εξαφανίστηκε και άπειρα αγαθά εισήλθαν στη ζωή μας. Για τον λόγο αυτό ήθελε παρά πολύ να πιστέψουν οι άνθρωποι στην αλήθεια ότι η κατά σάρκα Γέννησή Του υπήρξε η ρίζα και η πηγή των αναρίθμητων αγαθών. Και ενώ φρόντιζε για την απόδειξη της ανθρώπινης Του φύσης, δεν άφηνε παράλληλα ούτε τη θεία να συσκιάζεται. Αφού αναχώρησε λοιπόν από την Ιουδαία, έρχεται πάλι στα ίδια έργα που έκανε και προηγουμένως. Διότι δεν πήγαινε χωρίς αιτία στη Γαλιλαία, αλλά θέλοντας να κάνει σπουδαία πράγματα στους Σαμαρείτες και για να τα επιτύχει, όχι μόνο τα σχεδίαζε αυτά, αλλά ενεργούσε με τη σοφία που Τον διέκρινε, ώστε να μην αφήσει στους Ιουδαίους καμία πρόφαση αναίσχυντης δικαιολογίας.
Αυτό λοιπόν υπαινισσόμενος και ο Ευαγγελιστής έλεγε: «Ἒδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας(:και επειδή λόγω της εποχής προτίμησε τον συντομότερο δρόμο, έπρεπε να περάσει μέσα από τη Σαμάρεια)», διότι ήθελε να δείξει ότι αυτό το έκανε ο Ιησούς ως κάτι το πάρεργο κατά τη διάρκεια της πορείας Του προς τη Γαλιλαία. Το ίδιο έκαναν και ο Απόστολοι. Όπως δηλαδή εκείνοι, όταν τους καταδίωκαν οι Ιουδαίοι, τότε στρέφονταν και κήρυτταν προς τους ειδωλολάτρες, κατά όμοιο τρόπο και ο Χριστός, όταν Τον εκδίωξαν, τότε πλησίαζε και εκείνους, όπως έκανε και με τη Συροφοινίκισσα γυναίκα[:τη Χαναναία δηλαδή εκείνη γυναίκα, της οποίας τη θυγατέρα θεράπευσε από δαιμόνιο][βλ. Μαρκ.7,24-30]. Αυτό λοιπόν έγινε για να αφαιρέσει κάθε δικαιολογία από τους Ιουδαίους και να μην μπορούν να λένε ότι τους εγκατέλειψε και πήγε προς τους ειδωλολάτρες.
Για τον λόγο αυτό και οι μαθητές απολογούνταν και έλεγαν: «ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη(:αλλά ο Παύλος και ο Βαρνάβας τους μίλησαν με αφοβία και θάρρος και τους είπαν: ‘’Σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, ο οποίος κάλεσε στη σωτηρία τον Ισραήλ πριν απ’ όλους τους άλλους λαούς, ήταν αναγκαίο και επιβεβλημένο να κηρυχτεί ο λόγος του Θεού πρώτα σε σας τους Ιουδαίους. Αφού όμως τον αποδιώχνετε και δεν τον δέχεστε, και αφού εσείς οι ίδιοι βγάζετε για τους εαυτούς σας την απόφαση ότι δεν είστε άξιοι της αιώνιας ζωής, ιδού, στρεφόμαστε στους εθνικούς’’)»[Πράξ.13,46]. Και ο ίδιος ο Ιησούς λέγει πάλι: «οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ(:δεν με απέστειλε ο Πατέρας μου παρά για τα χαμένα πρόβατα του ισραηλιτικού γένους)»[Ματθ.15,24]. Και πάλι: «οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις(:δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το ρίξει στα σκυλάκια)»[Ματθ.15,26].Όταν όμως έδιωξαν τον Ιησού, άνοιξαν θύρα στους εθνικούς[:έδωσαν δηλαδή τις προϋποθέσεις για να στραφεί ο Ιησούς προς τους ειδωλολάτρες και να Τους φωτίσει με τη διδασκαλία Του].
Αλλά και κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν έρχεται με κύριο προορισμό Του ο Ιησούς εκείνους, αλλά καθώς διερχόταν από εκεί. Διερχόμενος λοιπόν «ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ(:έρχεται λοιπόν σε κάποια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, η οποία ήταν κοντά στην περιοχή που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Υπήρχε μάλιστα εκεί κι ένα πηγάδι που είχε ανοίξει ο Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν, όπως ήταν κουρασμένος από την πεζοπορία, καθόταν κοντά στο πηγάδι. Η ώρα ήταν περίπου έξι από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή δώδεκα το μεσημέρι)»[Ιω.4,5-6].
Γιατί όμως ο Ευαγγελιστής δίνει τόσες λεπτομέρειες για τον τόπο; Για να μην παραξενευτείς όταν θα ακούσεις τη γυναίκα να λέγει: «μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;(:μήπως εσύ είσαι ανώτερος στην αξία και τη δύναμη από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωσε ως κληρονομιά το πηγάδι αυτό και δεν ζήτησε άλλο καλύτερο νερό, αλλά απ’ αυτό ήπιε και ο ίδιος, όπως και τα παιδιά του και τα ζώα του που έτρεφε και έβοσκε;)»[Ιω.4,12]. Διότι ο τόπος αυτός ήταν εκείνος στον οποίο διέπραξαν τον φοβερό εκείνον φόνο, εκδικούμενοι για την αρπαγή της αδερφής τους της Δείνας, ο Λευί και ο Συμεών[:Η Δείνα ήταν θυγατέρα του πατριάρχου Ιακώβ από τη γυναίκα του τη Λεία. Αυτήν την αγάπησε και την άρπαξε ο Συχέμ, γιος του Εμμώρ, άρχοντας των Συκίμων, αλλά οι αδελφοί της Συμεών και Λευί φόνευσαν πατέρα και γιο και πήραν πίσω την Δείνα(Γεν.30,21)].
«ΜΕΤΑ ΜΥΡΩΝ» (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑΣ)
Το Δοξαστικό «Μετά μύρων», που ψάλλεται στους Αίνους την Κυριακή των Μυροφόρων από την χορωδία του Μιχάλη Μακρή.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑΣ
«Ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ’ 5) Ἡ περιοχὴ ὁλόκληρη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία μέχρι τὴ Γαλιλαία ὀνομάζεται Σαμάρεια. Τὸ ὄνομά της τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ βουνὸ Σαμάρεια. Ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴ Γαλιλαία ἐξακολουθεῖ νὰ περνάει ἀπὸ τὴ Συχὰρ (τὴ σημερινὴ Ἄσκαρ). Ἐκεῖ εἶναι ἕνα κομμάτι γῆς πού τὸ εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἰακὼβ ἀπό τούς γιοὺς τοῦ Ἐμώρ κι ἔχτισε ἐκεῖ ἕνα θυσιαστήριο, πού τὸ ὀνόμασε «Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ» (Γέν. λγ’ 19-20). Ἀργότερα ὁ Ἰακὼβ δώρησε τὴ γῆ αὐτὴ στὸ γιὸ του Ἰωσήφ.
«Ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη» (Ἰωάν.δ΄ 6). Ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ εἴτε ἐπειδὴ ὁ προπάτοράς μας Ἰακὼβ εἶχε κατοικήσει κοντὰ στὸ πηγάδι αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του εἴτε ἐπειδὴ τὸ πηγάδι αὐτὸ τὸ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀπόκρημνο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐκεῖ, ὁ Κύριος κάθησε δίπλα στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἡ ἕκτη ὥρα, ὅπως τὴ μετροῦσαν στὴν Ἀνατολή, ἦταν ἡ μεσημβρία.
Ὁ Κύριος ἔφτασε ἐκεῖ τὴν ὥρα πού ὁ ἥλιος μεσουρανοῦσε κι ἡ ζέστη ἦταν μεγάλη. Ἦταν κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας πού ἔκανε γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὅπως κεκοπιακώς ἦταν κι ἀργότερα, ὅταν ἀνέβαινε στὸ σταυρὸ αἱμόφυρτος καὶ πονεμένος. Γιατί δὲν ταξίδεψε νύχτα, πού εἶχε καὶ δροσιά; Οἱ νύχτες γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἀφιερωμένες στὴν προσευχή. Κι ἂν ὑποθέσουμε στὴ συγκεκριμένη περίπτωση πώς θὰ ταξίδευε νύχτα, τὸ εὐαγγέλιο θὰ ἦταν φτωχότερο κατὰ ἕνα μοναδικὸ γεγονὸς κι ἀπὸ μιὰ πολὺ διδακτικὴ καὶ σωστικὴ ἀποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, μὲ τὰ πόδια, στοὺς ἀνηφορικοὺς κι ἀπότομους δρόμους καὶ μὲ μεγάλη ζέστη, κουρασμένος καὶ δίψασμένος, γιατί βιαζόταν νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κάθε στιγμὴ τοῦ ἐπίγειου βίου Του, μέρα καὶ νύχτα, γιὰ τὴ σωτηρία μας.
«Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν». (Ἰωάν. δ’ 7). Ὁ εὐαγγελιστής τονίζει πώς ἡ γυναίκα ἦταν Σαμαρείτιδα, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χαρακτήριζαν τοὺς Σαμαρεῖτες ὡς εἰδωλολάτρες. Δός μοι πιεῖν, τῆς εἶπε ὁ Κύριος. Ἦταν κουρασμένος καὶ διψασμένος, σημάδι πώς τὸ σῶμα Του ἦταν ἀληθινὰ ἀνθρώπινο σῶμα κι ὄχι ὁμοίωμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι αἱρετικοί. Ὅπως τὸ σῶμα Του δάκρυζε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὑπόφερε ἀπό τούς πόνους Του στὸ σταυρό, ἔτσι εἶχε καὶ τὴν αἴσθηση τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας.
Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ ξεπεράσει τὴν ἀνάγκη αὐτή, ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν. Θὰ μποροῦσε μὲ τὴ θεϊκή Του δύναμη νὰ τὴν ἀναστείλει γιὰ κάποιο διάστημα ἡ καὶ νὰ τὴν καταργήσει ἐντελῶς. πῶς ὅμως ἔτσι θὰ ‘δειχνε ὅτι ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος; Πῶς θὰ μποροῦσε «κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι»; (Ἑβρ. β’ 17), πῶς θὰ τοὺς ὀνόμαζε ἀδελφούς Του; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὶς θλίψεις, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ὑποφέρει καὶ δὲν εἶχε ὑπομείνει τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς; Καὶ τελευταῖο, θὰ μποροῦσε ἡ τελικὴ νίκη Του νὰ ‘χει τὴ λαμπρότητα πού μᾶς δυναμώνει καὶ μᾶς φωτίζει στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν τὰ εἶχε ὑπομείνει πρῶτος ὅλα καὶ μάλιστα στὸν ὕψιστο βαθμό;
Θὰ ρωτήσει κανείς: «Πῶς γίνεται Ἐκεῖνος πού μποροῦσε νὰ πολλαπλασιάσει τοὺς ἄρτους καὶ νὰ περπατάει στὸ νερό, σάν σὲ στέρεο ἔδαφος, νὰ μὴν μπορεῖ μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο κοπιαστικὸ καὶ μακρὺ ταξίδι, μ’ ἕνα Του λόγο (ἢ καὶ μὲ μιά Του σκέψη) ν’ ἀνοίξει ξαφνικὰ μιὰ πηγὴ μὲ νερὸ στὸ βράχο ἡ στὴν ἄμμο καὶ νὰ σβήσει τὴ δίψα του;». Σίγουρα αὐτὸ ἀνήκει στὴ δύναμή Του. Τὸ ἔκανε ὁ Μωυσῆς αὐτὸ στὴν ἔρημο. Τὸ ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἅγιοι στὸ ὄνομά Του, ἀπὸ τότε πού ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία μας. Πῶς λοιπὸν δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει ὁ Ἴδιος; Μποροῦσε, μὰ δὲν ἤθελε. Ποτὲ Του δὲν ἔκανε οὔτε ἕνα μοναδικὸ θαῦμα μόνο γιὰ τὸ δικό Του καλό, γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ ποτίσει ἤ νὰ ντύσει τὸν ἑαυτό Του.
Ὅλα τὰ θαύματα τὰ ἔκανε γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν ὑπάρχει σκιὰ ἰδιοτέλειας στὴ ζωή Του. Ἀκόμα κι ὅταν μικρὸ παιδὶ ἔφυγε γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ ξίφος τοῦ Ἡρώδη, δὲν τὸ ἔκανε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλά γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὥρα Του δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμα. Ὅταν ὅμως ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, δὲν προσπάθησε ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο, δὲν ἔφυγε. Ἀντίθετα, πῆγε νὰ τὸν συναντήσει. Ὅλα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, κάθε συμπεριφορά Του καὶ κάθε ἔργο πού ἔκανε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τὰ πάντα καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς κι ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη σοφία Του. Δός μοι πιεῖν.
Ὁ Δημιουργὸς τὸ ζητάει αὐτὸ ἀπὸ τὸ πλάσμα Του. Τὰ λόγια αὐτὰ ἀντηχοῦν ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ εἶπε μόνο στὴ Σὰμαρείτιδα. Ἀπευθύνονται σ’ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.
Δός μοι πιεῖν, λέει σήμερα ὁ Χριστὸς στὸν καθένα μας. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ νεροῦ, Ἐκεῖνος πού παρέχει τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς, τὰ ποτάμια καὶ τὶς πηγές, δὲν τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ διψάει γιὰ νερό. Διψάει γιὰ τὴν ἀγαθή μας θέληση, γιὰ τὴν ἀγάπη μας. Ὅταν τοῦ δίνουμε κάτι, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ δικό μας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δικό Του. Κάθε ποτήρι νερὸ πού ἔχουμε στὴ γῆ δικό Του εἶναι, Ἐκεῖνος τὸ δημιούργησε. Γιὰ κάθε ποτήρι ψυχροῦ ὕδατος πού δίνουμε στοὺς ἀδελφούς Του τοὺς ἐλαχίστους, ἔχει πληρώσει μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του. Μὲ τὴν ἀνεξάντλητη κι ἀμίμητη ταπείνωσή Του ὅμως δὲν ζητάει ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα ὡς Δημιουργὸς ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. Μᾶς δείχνει ἔτσι τὴν ταπείνωσή Του καὶ φανερώνει τὴν περιορισμένη καὶ ἐνδεή ἀνθρώπινη φύση Του. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ κάποιον ἄλλον, ὅπως ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξυπηρετήσει καὶ νὰ ἐλεήσει τὸν ἄλλον.
ΧΡΩΣΤΑΜΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΕΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Στή μέση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε νά τονώσει τὴν ἔμπνευση καὶ νά μᾶς ἐνισχύσει στόν ἀγῶνα νά προευπρεπίσουμε τίς ψυχὲς μας, γιά νά εἰσέλθουμε στήν ζωοποιὸ παρουσία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Παρομοίως στήν μέση τῆς περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου ἑορτάζουμε τήν Μεσοπεντηκοστή, ποὺ ἀναδαυλίζει τήν δίψα γιά τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς ἐνισχύει νά προσκαρτερήσουμε μέ προσευχὴ καὶ ὁλοένα αὐξανόμενο πόθο, «ἕως οὗ ἐνδυθῶμεν δύναμιν ἐξ ὕψους»[1]. Διότι ἂν δέν ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νά μᾶς συνδέσει μέ τὸν Χριστὸ αἰώνια, δέν μποροῦμε νά «περιπατήσωμε ἐν καινότητι» τῆς «ζωῆς»[2], ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου
Στήν σημερινὴ περικοπή, τῆς Σαμαρείτιδος, βλέπουμε τήν δίψα τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τήν δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Διακρίνουμε τὸ μέγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κενώνεται καὶ κυνηγάει τὸν ἄνθρωπο σὲ ὅλους τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς του καὶ τὸ μέγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀπὸ τὴν ἐσχάτη πτώση, μπορεῖ, ὅταν συνεργήσει μέ τὸν Θεό, νά ἀνέβει σὲ ὕψη ἀγγελικά.
Γιά τοὺς Ἰουδαίους οἱ Σαμαρεῖτες ἦταν μιαροὶ καὶ αἱρετικοί. Ἰδιαίτερα ἡ συνομιλία μέ γυναῖκα Σαμαρείτιδα θεωρεῖτο κάτι ἄκρως ὑποτιμητικό. Ὁ Χριστὸς ἔκανε τὴν ὑπέρβαση καὶ ὑπέδειξε ὅτι ἐκεῖνο πού διακρίνει τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ πνευματικὸ τους χάρισμα. Ὅταν ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάθε εἶδος ἀνθρωπίνης διακρίσεως καταργεῖται. Ἔθνος τῶν Χριστιανῶν δέν εἶναι οἱ Ἕλληνες ἤ οἱ Ῥῶσοι ἤ οἱ Ῥουμάνοι, ἀλλὰ ὅσοι ἔχουν λάβει τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ἔχοντας ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό, καθίστανται «γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν»[3].
Ὁ Χριστὸς στήν πορεία Του ἀπὸ τὴν Ἰουδαία πρὸς τήν Γαλιλαία διάβηκε ἀπὸ τήν Σαμάρεια. Ἐνῶ κάθισε νά ἀναπαυθεῖ στό πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ περιμένοντας τοὺς μαθητὲς Του νά ἀγοράσουν τρόφιμα, ἦλθε μιά γυναῖκα Σαμαρείτιδα μέ ἀτασθαλὴ βίο νά ἀντλήσει νερό. Ὁ Παντογνώστης Κύριος πού πεινᾶ καὶ διψᾶ μέχρι θανάτου γιά τήν σωτηρίᾳ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ταπεινώθηκε μπροστὰ στήν γυναῖκα αὐτὴ καὶ τῆς εἶπε: «Δός μοι πιεῖν»[4]. Ἐπιθυμώντας νά θεραπεύσει τίς πληγές πού τῆς εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία, τὴν τίμησε, γιά νά ἀποκαταστήσει τὴν ἀξιοπρέπειά της καὶ νά τὴν προετοιμάσει νά προσλάβει τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας Του.
Στήν ἔκπληξη τῆς γυναίκας πού τῆς ἀπηύθυνε λόγο ἕνας Ἰουδαῖος ῥαββῖνος, ὁ Κύριος ἄρχισε νά τῆς μιλᾶ γιά τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ παράδοξος λόγος τοῦ Κυρίου στόχευε νά διεγείρει στήν Σαμαρείτιδα πνευματικὴ ἔνταση καὶ διάθεση συνεργείας γιά τὸ θαῦμα πού θὰ ἐπιτελεῖτο, τὴν ἀνακαίνιση τῆς ψυχῆς της, τήν μεταποίηση μιᾶς γυναίκας αἱρετικῆς καὶ διαβεβλημένης στήν ἁγία μάρτυρα καὶ ἰσαπόστολο Φωτεινή. Στήν συνέχεια, γνωρίζοντας ὁ Χριστὸς ὅτι γιά νά δεχθεῖ ἡ γυναῖκα τὴν ἄφθαρτη δωρεὰ τοῦ Πνεύματος, ἔπρεπε νά προσέλθει μέ καθαρή καρδία, μὲ πολὺ λεπτὸ τρόπο, χωρὶς νά τὴν κατακρίνει, ἄρχισε νά ἐλέγχει τήν βιοτήν της.
Ὑπάρχει ἔλεγχος πού ἐξουθενώνει καὶ συντρίβει, καὶ ἔλεγχος προφητικός, ποὺ ἀναγεννᾷ καὶ ἐμπνέει. Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ, φωτίζει καὶ ἀποκαλύπτει τὴν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, συγχρόνως ὅμως τὸν θεραπεύει. Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς πρόκειται μᾶλλον γιά προφητικὴ ῥήση, ἡ ὁποία φωτίζει τὸν ἀκροατή νά ἀσπασθεῖ οἰκειοθελῶς τὸν λόγο αὐτὸν καὶ νά ἀναλάβει τὴν ἐκπλήρωσή του μέ ἔμπνευση. Τὰ παθήματα πού ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νά πλήξουν τὸν ἀνθρωπο καὶ ἡ παιδεία Του δέν εἶναι ἐκδίκηση ἤ τιμωρία. Ἀντιθέτως, εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ πόθου Του νά φέρει τὸν ἀποστάτη τῆς χάριτός Του σὲ κατάσταση πού νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τήν δωρεά Του, νά τὴν ἐκτιμήσει, νά τήν διαφυλάξει καὶ νά τὴν πολλαπλασιάσει πρὸς σωτηρία δικὴ του καὶ τῶν συνανθρώπων του. Ὅταν ὁ Κύριος ζήτησε ἀπὸ τήν Σαμαρείτιδα νά φωνάξει τὸν ἄνδρα της, ἐκείνη προσπάθησε νά συγκαλύψει τὴν ἀλήθεια τῶν ἁμαρτιῶν της. Ὡστόσο, ὁ Χριστὸς δέν τὴν ἐξευτέλισε, ἀλλὰ τίμησε τήν μικρή δόση ἀληθείας πού περικλειόταν στό ψεῦδος της, ἐπαναλαμβάνοντας μέ ἔμφαση, «καλῶς εἶπας» καί, «τοῦτο ἀληθῶς εἴρηκας». Ὁ Κύριος δέχθηκε καὶ καλλιέργησε τὸ σπέρμα τῆς ἀληθείας τῆς Σαμαρείτιδας, ὥσπου ὡρίμασε καὶ ἐξελίχθηκε σὲ ἐπίγνωση τῆς Ἀληθείας Του.
Ἡ καρδία της ἀλλοιώθηκε καὶ ὁ νοῦς της ἄνοιξε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς παρουσίας καὶ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου. Ἄρχισε νά ἀναζητᾶ ὀρθὸ προσανατολισμό, γιά νά καθορίσει τὴν πορεία της. Παρόλη τὴν ἠθικὴ ἀκαταστασία τῆς ζωῆς της, ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε δίψα Θεοῦ καὶ θεολογικὲς σκέψεις, ποὺ «ὡς ὀσμὴ εὐωδίας» εἵλκυσαν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά ἐπαναπαυθεῖ ἐπάνω της, ὥστε νά δεχθεῖ τὴν ὕψιστη ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ: «Ἐγώ εἰμι ὁ Μεσσίας». Ὁ Θεὸς δέν κατανοεῖται μέ τὸν νοῦ, ἀλλὰ πείθει μέ τὴν παρουσία Του. Ὁ λόγος τῆς χάριτός Του γίνεται νόμος ζωῆς, «ἐγγεγραμμένος ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις». Ἡ Σαμαρείτιδα προσδοκοῦσε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία. Ἡ ἐπαφή μέ τὸν Κύριο φώτισε τὸν νοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο πλάτυνε τὴν καρδία της. Στήν κλήση τοῦ Χριστοῦ ἀνταποκρίθηκε ὅπως καὶ οἱ Ἀπόστόλοι. Ἄφησε τὰ πάντα καὶ ἔδραμε νά εὐαγγελισθεῖ στούς ὁμοεθνεῖς της ὅτι «ηὗρε τὸν Μεσσίαν».
Ἡ ἀφήγηση αὐτὴ δείχνει εὐκρινῶς πῶς ἀνυψώνεται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου σταδιακὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία, ἀπὸ τήν στιγμή πού θὰ δεχθεῖ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ ἀρχὰς αἰσθάνεται στήν καρδία του τήν θεϊκὴ δύναμη τοῦ λόγου αὐτοῦ καὶ ἡ πίστη του κραταιώνεται. Στήν συνέχεια ἀναζητᾶ τὸν ὀρθὸ δόγμα, τὸ ὁποῖο καθαίρει τὸν ἐσωτερικὸ του ὀφθαλμό, καὶ ἔτσι ἀρχίζει νά διακρίνει τήν μορφή τοῦ Κυρίου. Ὅταν ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθειά Του, Φῶς ἐκχέεται στήν ψυχὴ του πού τὸν καθιστᾶ τέκνον ἡμέρας. Τότε ἐνώνεται μέ τὸν Θεό πού πρῶτος τὸν ἀγάπησε καὶ τὸν τίμησε καὶ Τὸν λατρεύει «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Ἐπιπλέον, ὁ τρόπος συνδιαλλαγῆς τοῦ Χριστοῦ μέ τήν γυναῖκα αὐτὴ δίνει ὑπόδειγμα προφητικῆς συναναστροφῆς μέ τοὺς συνανθρώπους μας. Ὁ Χριστὸς πρῶτα τίμησε τήν Σαμαρείτιδα, στήν συνέχεια τὴν ἔλεγξε μέ εὐγένεια ψυχῆς, καὶ ὅταν αὐτὴ δέχθηκε τὴν παιδεία Του καὶ ὁ νοῦς της μετατέθηκε σὲ πνευματικὰ νοήματα, τῆς ἀποκάλυψε ἀφ’ ἑνός ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τήν γνήσια λατρεία τοῦ Θεοῦ «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».
Τετάρτη 6 Μαΐου 2026
ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ
Η εικόνα της Οσίας Μυρτιδιώτισσας αγιογραφημένη
από το <<Εργαστήρι Εκκλησιοποιημένης Αγιογραφίας>>
της Ι. Μ. Αγίων Κυπριανού & Ιουστίνης, Φυλής Αττικής.
Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α':
<<Γερόντισσα Μυρτιδιώτισσα - Η Ασκήτρια της Κλεισούρας 1886-1974>>,
έκδοση <<Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής>>,
Φυλή Αττικής 1998.
Αναρτήσεις 19.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
<<Μικρά Είσοδος στον θαυμαστό κόσμο μιας σύγχρονης Αγίας>>
Ευρίσκομαι στην σκιά της Αγιονορείτικης Εικόνας <<Άξιον έστιν>> πολλούς μήνες τώρα... Το καντηλάκι Της ανάβει ακοίμητο... Ζήτησα την Χάρι Της και δεν με παρέβλεψε... Εργάζομαι τόσο καιρό και δεν απόκαμα... Ουράνια χαρά με πλημμύριζε συνεχώς και λαχτάρα να ολοκληρώσω την προσπάθεια... Ήμουν μέσα σ' έναν <<Κήπο Χαρίτων>>... Η ευωδία των αρετών της Αγίας Γεροντίσσης μ' έκανε να λησμονήσω την κόπωσι και τις δυσκολίες... Μπροστά μου είχα μικρά τεμάχια των Λειψάνων της' λίγα από τα μαλλάκια της' χώμα από το μνήμα της' ένα μέρος από το τσεμπέρι της' και μία κάρτα με την Εικόνα και το Μοναστήρι της Παναγίας Κλεισουργιωτίσσης... Η γνωριμία μου μαζί της ήταν ένας σταθμός στην πνευματική μου πορεία. Μετά την κοίμησί της, το 1974, επιθυμούσα διακαώς να γράψω ό,τι γνώριζα για τον θαυμαστό κόσμο αυτής της σύγχρονης Αγίας. Θα ήταν ίσως οικονομία Θεού που τώρα, είκοσι πέντε περίπου χρόνια μετά την είσοδό της στην αιώνια κατάπαυσι, αξιώνομαι τελικά να προσφέρω στις φιλόθεες ψυχές αυτήν την εργασία. Η καθυστέρησις έγινε αιτία να συγκεντρώσω νέο υλικό που φωτίζει από κάθε πλευρά την αγιασμένη προσωπικότητα της δούλης του Θεού Μυρτιδιωτίσσης Μοναχής. Στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας μετά την ενανθρώπισι του Σωτήρος μας, ο κοσμικός περίγυρος απειλεί να μας συνθλίψη μέσα στις συμπληγάδες της αλαζονείας και της σαρκικότητος. Η οδηγητική μορφή της γενναίας Ασκήτριας ας μας φωτίζη στο σταυροαναστάσιμο μονοπάτι της εσωτερικής συντριβής, της χαρμολύπης, της υπομονής, της ελπίδος, της ευσπλαχνίας... Προσπάθησα να εισδύσω στα άδυτα ενός θαυμαστού κόσμου, να προσεγγίσω ό,τι κρυβόταν κάτω από την εξωτερική ασημότητα μιας καταφρονεμένης γυναίκας. <<Τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλούσια>>... Ένας θησαυρός κρυμμένος στα ράκη, την ατημελησιά, την τραχύτητα... Συνεχής αφάνεια, για να φανερωθή ο Θεός' τόπος θεοφανείας για τους ταπεινούς... Έντιμη ενώπιον του Θεού και πολύτιμο σκεύος των θαυμασίων Του... Ζούσε από τώρα μυστικά την δόξα της Βασιλείας... Ανήκε στον γνώριμο χορό που μας συνεπαίρνει με την φωτεινή ομορφιά του και μας δίνει κουράγιο με τις <<παραδοξότητες>> και <<αντινομίες>> του... <<Γίγαντες ταπεινοί>>' συναρπαστικοί στην δόξα και την απλότητά τους' κατανυκτικοί στην αγιότητα και την μετάνοια' γενναίοι στην άσκησι και την ευγένεια' αθώοι στον πόνο και στην συγχωρητικότητα' ελεύθεροι στην υπακοή και την αγνότητα' αστραπηβόλοι στο βλέμμα και το δάκρυ τους' αρχοντικοί στον λόγο και την πράξι... Η κοινωνία μας μαζί τους, κοινωνία με τον Κύριό μας, με την Ελπίδα μας... Όσο θα υπάρχουν Άγιοι ανάμεσά μας, έστω και άγνωστοι στους πολλούς, θα υπάρχη ελπίδα... Και εφ' όσον πάντοτε θα υπάρχουν Άγιοι ως την <<Αποκάλυψιν>> Εκείνου, πάντοτε θα υπάρχη ελπίδα... Και έχουμε τόσο ανάγκη από ελπίδα... Και η <<ελπίς ου καταισχύνει>>... Αυτή ας είναι η παρηγοριά μας στο κατώφλι της τρίτης χιλιετίας...
+ Ο Ω. & Φ. Κ.
27.1.1998 εκ. ημ.
Ανακομιδή Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 1ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 2ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 3ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 4ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 5ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 6ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 7ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 8ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 9ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 10ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 11ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 12ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 13ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 14ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 15ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 16ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 17ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 18ον)
ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΑ-Η ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ 1886-1974 (ΜΕΡΟΣ 19ον)
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Δευτέρα 4 Μαΐου 2026
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΦΑΝΟΥΗΛ ΘΑΥΜΑΣΙΩΣ ΜΕΤΑΦΕΡΘΕΙΣΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Περί των θαυματουργών εικόνων του Αγίου Γεωργίου εν τη Ιερά Μονή του Ζωγράφου εν Αγίω Όρει ευρισκομένων
Περί της εκ της Μονής Φανουήλ θαυμασίως μεταφερθείσης
Επί της βασιλείας του Λέοντος Σοφού (886-912) ήσαν τρεις γνήσιοι αδελφοί, Μωϋσής, Ααρών και Βασίλειος και η καταγωγή τους ήταν από την μεγαλούπολι Λιγχίδα η οποία μετωνομάσθηκε αργότερα σε Όχριδα.
Αυτοί λοιπόν απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τον κόσμον, τον πλούτον, την δόξαν και να πάρουν το Αγγελικό Σχήμα. Έφθασαν στο Άγιον Όρος και αφού βρήκαν ήσυχον τόπον κατεσκεύασαν τρεις σκηνές όπου έμειναν γι' αρκετό διάστημα και συνηντώντο μόνο την Κυριακήν. Διεδόθη λοιπόν η φήμη της αρετής τους και γι' αυτό πολλοί προσήρχοντο κοντά τους και δεν έφευγαν.
Βρήκαν και ένα χώρο όπου έκτισαν Μοναστήρι. Αφού έκτισαν και τον Ναόν εσκέπτοντο πώς να τον ονομάσουν. Άλλοι έλεγαν να τον αφιερώσουν στον Άγιο Νικόλαο, άλλοι στον Άγιο Κλήμεντα Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος που ήταν και συμπατριώτης τους και ο καθένας λοιπόν ήθελε να δώση στο ναό το όνομα του Αγίου που έτρεφε μεγαλυτέραν ευλάβειαν.
Επειδή λοιπόν δεν συμφωνούσαν απεφάσισαν να προσφύγουν δια της προσευχής στο Θεό και να δεηθούν ώστε Αυτός να αποφασίση και διατάξη σε ποιόν από τους Αγίους Του θα αφιερώσουν τον Ναόν και ποια εικόνα θα ζωγραφίσουν στην σανίδα που ετοίμασαν. Προσευχήθηκαν λοιπόν και οι τρεις ο καθένας στο ησυχαστήριό του.
Κατά την διάρκεια που προσηύχοντο διεχύθη από τον νεόκτιστον Ναόν ένα ασυνήθιστον φως λαμπρότερον από τις ακτίνες του ηλίου γύρω από τα κελλιά των μοναχών. Οι μοναχοί κατελήφθησαν από φόβον και απορία και έμειναν προσευχόμενοι ολόκληρη την νύκτα.
Την επομένη το πρωί όταν κατέβηκαν οι μοναχοί στην Εκκλησίαν είδαν με θαυμασμό ότι στη σανίδα που ετοίμασαν να ζωγραφίσουν, εζωγραφήθη η εικόνα του Αγ. Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Απ' αυτήν μάλιστα έβγαινε η λάμψις που εφώτιζε τα ταπεινά ησυχαστήρια. Έτσι λοιπόν αφιερώθη η εκκλησία στον Άγιο Γεώργιον και η Μονή ωνομάσθη του Ζωγράφου.
Η θαυματουργική εικόνα υπήρχε στην Μονή του Φανουήλ που βρίσκεται στη Συρία κοντά στη Λύδδα. Κατά την μαρτυρία του Καθηγουμένου της Μονής Φανουήλ, Ευστρατίου, όταν κάποτε ο Θεός ηθέλησε και δικαίως, να τιμωρήση την Συρία και να την παραδώση στους Σαρακηνούς, η ζωγραφιά της εικόνος ξαφνικά απεχωρίσθη από την σανίδα και αφού ανυψώθη κρύφτηκε σε άγνωστον μέρος.
Οι μοναχοί τότε επειδή εφοβήθηκαν και ελυπήθηκαν από το θαύμα, αφού εγονάτισαν προσηύχοντο στο Θεό θερμά και με δάκρυα και τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψη που εκρύβη το πρόσωπον του Αγ. Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου.
Ο Πανάγαθος Θεός άκουσε την δέησιν των Μοναχών γι΄αυτό και παρουσιάσθηκε στον Καθηγούμενον Ευστράτιον ο Άγ. Γεώργιος, ο οποίος του είπε: «Μη λυπείσθε για μένα. Εγώ βρήκα για τον εαυτόν μου Μονήν της Παναγίας στον Άθω.
Εάν θέλετε σπεύσετε και σεις προς τα εκεί γιατί η οργή του Κυρίου είναι έτοιμη να πέση στην διεφθαρμένη Παλαιστίνη και σχεδόν σ' όλη την οικουμένη εξ αιτίας των αμαρτιών των Χριστιανών».
Αφού συνεκέντρωσε όλους τους Μοναχούς ο Καθηγούμενος τους ανακοίνωσε τα συμβάντα. Έπειτα εκάλεσε και τους εγκρίτους της πόλεως Λύδδης, τους ανήγγειλε τα όσα συνέβησαν περί της αγίας εικόνος και τους παρήγγειλε τα εξής:
«Εμείς φεύγουμε για την αγία Πόλιν της Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουμε τον Άγιον Τάφον του Κυρίου και ας γίνη το θέλημά Του. Εσείς εγκατασταθήτε στη Μονή για να την προφυλάξετε.
Με δάκρυα και με λύπη έπειτα ξεκίνησαν. Αφού έφθασαν στην Ιόππη βρήκαν πλοίον και ανεχώρησαν για το Όρος Άθω. Ύστερα από αρκετές ημέρες έφθασαν και επήγαν στην Μονή Ζωγράφου. Όταν μπήκαν στο Ναό, προς θαυμασμόν και έκπληξίν τους, είδαν την ζωγραφιά του Αγ. Γεωργίου, που είχαν στη Μονή Φανουήλ, νάναι προσκολλημένη χωρίς καμμιά αλλοίωσιν σε μια νέα σανίδα.
Τότε με συγκίνησι και δάκρυα εγονάτισαν μπροστά στην εικόνα και έλεγαν: «Γιατί μας προξένησες τόση λύπη, Μεγαλομάρτυς Γεώργιε;» Οι Μοναχοί της Ζωγράφου απορούσαν, γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα παράξενα. Όμως εκείνοι τους διηγήθηκαν τα συμβάντα και όλοι εδόξαζαν ολοψύχως τον Κυρίον και τον Άγ. Γεώργιον. Τον Καθηγούμενον Ευστράτιον τον έκαμαν Ηγούμενόν τους.
Από τότε άρχισαν να γίνωνται από την αγίαν εικόνα πολλά θαύματα γι' αυτό και ο κόσμος επήγαινε στη Μονή Ζωγράφου, να προσκυνήση τον Τροπαιοφόρον Γεώργιον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)
.jpg)



.jpg)

