ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ




Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

 



ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου προϋποθέτει τὴν ἀνακαίνισή του. Ἡ Ἐκκλησία πρεσβεύει τὴν καθολικὴ ἀλήθεια ὄχι μόνο στὸν χῶρο τῆς δογματικῆς ἀλλὰ καὶ στὸν χῶρο τῆς ἡθικῆς, διασφαλίζοντας ἔτσι καὶ τὴν καθολικὴ καταξίωση καὶ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Ὁ Χριστιανισμὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ ἔχει ὑπαρξιακὸ χαρακτήρα. Ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ νοοτροπία μας, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία μας, κατευθύνουν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὰ ἔξω. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Κάθε δώρημα τοῦ Θεοῦ ἔχει δυναμικὸ χαρακτήρα. Τὸ σῶμα εἶναι καλὸ καὶ δεκτικό τῆς ἀνακαινιστικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁ Χριστός, ἡ τελείωσις, ἡ θέωσις, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ἡ ψυχή, τὸ σῶμα, ἡ ἄσκησις.


προσέγγισή της ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ἀληθείας γιὰ τὸν ἄνθρωπο προϋποθέτει μεγάλο σεβασμὸ ἀπέναντί του. Ἀντιθέτως οἱ θεωρίες πού προβλήθηκαν κατὰ τοὺς νεώτερους χρόνους γιὰ τὴν προέλευση καὶ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου,ὅπως καὶ οἱ πρακτικὲς πού ἐφαρμόσθηκαν καὶ ἐφαρμόζονται ἀπέναντί του ὄχι μόνο κατὰ τὴν περίοδο τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων ἀλλὰ καὶ ἐφεξῆς μέχρι σήμερα,φανερώνουν φοβερὴ ὑποτίμηση καὶ περιφρόνηση τοῦ προσώπου του. Παράλληλα οἱ μεγαλόστομες διακηρύξεις γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου,ὅπως καὶ οἱ γιγάντιες προσπάθειες πού καταβάλλονται γιὰ τὴν αὐτοθέωσή του, ὄχι μόνο δὲν δικαιώνουν τὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ τὸν ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο καὶ αὐτοκαταστροφή. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀνθρωπολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη καὶ ἀφυπνιστικὴ στὴν ἐποχή μας.


ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, σύγχρονος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ ἡσυχαστικοῦ κινήματος στὴν Βουλγαρία, γράφει: « Ἐὰν μὴ γνῶμεν οἵους ἡμᾶς ἐποίησεν ὁ Θεός, οὐκ ἐπιγνωσόμεθα οἵους ἐποίησεν ἡ ἁμαρτία». Ἂν δηλαδὴ δὲν μάθουμε, πόσο σπουδαίους μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, δὲν θά καταλάβουμε σὲ ποιὸ κατάντημα μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία. Καὶ γιὰ νὰ μάθουμε πόσο σπουδαίους μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, πρέπει νὰ γνωρίσουμε αὐτὰ πού ἐκεῖνος ἀποκάλυψε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Προπαντὸς ὅμως πρέπει νὰ γνωρίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτει τὸν τέλειο ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένος χριστιανὸς ἀκόμα, συμβιβάζεται συνήθως μὲ τὴν ἐμπειρικὴ καταστασή του.


Τὴν θεωρεῖ φυσικὴ καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἀλλοτρίωσή του. Ἡ ὑποταγή του στὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας, πού εἶναι νόμος φθορᾶς καὶ θανάτου, τὸν ἀπονεκρώνει πνευματικά, τὸν ἐγκλωβίζει στὴν ἀτομικότητά του καὶ καθιστᾶ ἀδύνατη τὴ διάνοιξή του στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, πού τὸν καθιστᾶ ἀληθινὸ πρόσωπο. Βέβαια ἡ ἀγάπη εἶναι ἔμφυτη στὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ ἡ ἔμφυτη αὐτὴ ἀγάπη βρίσκεται ἐγκλωβισμένη στὴν φιλαυτία του. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔδωσε ὡς πρωταρχικὴ ἐντολὴ στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀγάπη: ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Χωρὶς τὴν διάνοιξη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, πού πραγματοποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς πρωταρχικῆς αὐτῆς ἐντολῆς, ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ καταξιωθεῖ καὶ νὰ τελειωθεῖ ὡς πρόσωπο.


Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιβάλλουν στὸν ἄνθρωπο πράγματα ξένα πρὸς τὴν φύση του. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ οἱ θεῖες ἐντολὲς δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τηρηθοῦν μόνο μὲ τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Ἡ ἀποσκίρτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ ἡ ὑποταγή του στὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου τὸν ἐξέτρεψαν ἀπὸ τὴν κατὰ φύση ζωὴ καὶ τὸν κατέστησαν φίλαυτο καὶ ἐγωκεντρικό. Γι’ αὐτὸ ἀδυνατεῖ νὰ τηρήσει τὶς ἐντολές, σύφωνα μὲ τὶς ὁποῖες θά λειτουργοῦσε ἡ αὐθεντικὴ φύση του, ὅπως αὐτὴ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.


ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου προϋποθέτει τὴν ἀνακαίνισή του. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτὴ δὲν εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γίνεται προσιτὴ στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν. Γι’ αὐτὸ χρειάζονται τὰ δύο αὐτὰ πράγματα. Μὲ τὴν μετάνοια ἐπιστρέφει ὁ ἄνθρωπος στὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποσκίρτησε, καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν ἐπανατόποθετεῖται στὴν κατὰ φύση πορεία τῆς ζωῆς του.


Σὲ αὐτὴν τὴν πορεία ζωῆς καλεῖ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, πού κορυφώνεται μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἐνανθρώπησή του. Ὁλόκληρο τὸ ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας, ὅπως καὶ κάθε ἐπιμέρους πτυχή του, σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναφέρεται στὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ Χριστολογία γίνεται καὶ ἀνθρωπολογία, γιατί παρουσιάζει τὸν αὐθεντικὸ ἄνθρωπο καὶ διανοὶγει τὴν προοπτική τῆς τελειώσεώς του. Γίνεται ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ δείκτης τῆς ἀσύλληπης τελειώσεώς του, πού ταυτίζεται μὲ τὴν θέωσή του.


Τὸ διπλὸ ὁμοούσιο τοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ μὲ τὴν Θεότητα καὶ ὡς ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, προσφέρει τὴν βάση καὶ τὴν προοπτική της αὐθεντικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν πνευματικὸ χῶρο τῆς τελειώσεως καὶ τῆς θεώσεώς του, πού εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή, ὡς «κοινωνία θεώσεως», εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος, μέσα στὸν ὁποῖο κερδίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν τέλεια καὶ ἀκατάλυτη ὑπόστασή του.


νακεφαλαιώνοντας ὁ Χριστὸς στὸ σῶμα του ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ καθιστώντας τοὺς πιστοὺς μέλη τοῦ σώματός του, τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκαθιστᾶ τὴν ὁμοουσιότητα τῆς ἀνθρωπότητας, τὴν ὁποία καὶ καλοῦνται νὰ φανερώσουν οἱ πιστοὶ ἔμπρακτα στὴ ζωή τους μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Γι’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι, ὅπως ἡ ἄρνηση τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ὁμοουσίου τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ δογματικὴ αἵρεση, ἔτσι καὶ ἡ ἄρνηση τῆς ἀποδοχῆς καὶ βιώσεως τοῦ ὁμοουσίου τῆς ἀνθρωπότητας ἀποτελεῖ ἡθικὴ αἵρεση. Ἡ ἀγάπη πού διαιρεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ δὲν συμπεριλαμβάνει ὅλους τούς ἀνθρώπους μαζὶ μὲ τοὺς ἐχθρούς δὲν εἶναι ὀρθόδοξη. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρεσβεύει τὴν καθολικὴ ἀλήθεια ὄχι μόνο στὸν χῶρο τῆς δογματικῆς ἀλλὰ καὶ στὸν χῶρο της ἡθικῆς, διασφαλίζοντας ἔτσι καὶ τὴν καθολικὴ καταξίωση καὶ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου.


Χριστιανισμὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Τὸν καλεῖ νὰ γὶνει συνοδοιπόρος καὶ μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀποτελεῖ κάποια ἡθικὴ ἡ κοινωνικὴ διδασκαλία. Οὔτε πάλι εἶναι ἁπλῶς κάποια θρησκεία, ἀλλὰ συνδέεται ἄρρηκτα καὶ συνυφαίνεται μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ καὶ κατὰ Χριστὸν ζωή. Ὁ χριστιανὸς βαπτίζεται, γιὰ νὰ ἐνταχθεῖ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ συμπορευθεῖ μαζί του· γιὰ νὰ γίνει μέτοχος τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ζήσει ὡς μιμητής του. «Ὡς οὖν ἐκεῖνος ἐβίω καὶ ἀπεβίω, καὶ ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη, οὕτω καὶ ἡμεῖς ζῶμεν καὶ ἀποθνήσκομεν καὶ ἀναστησόμεθα πάντες· τῆς δὲ ἀναλήψεως οὐ πάντες τευξόμεθα, ἀλλ’ ὅσοις τὸ ζῆν Χριστός ἐστι, καὶ τὸ δι’ αὐτὸν ἀποθανεῖν κέρδος, ὅσοι πρὸ τοῦ θἀνάτου τὴν ἁμαρτίαν διὰ μετανοίας καὶ τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας ἐσταύρωσαν».


ξίζει ἰδιαίτερα νὰ σημειωθεῖ ὅτι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅπως ἀναφὲρεται καὶ στὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἡ συμπόρευση μὲ τὸν Χριστὸ δὲν φθάνει μόνο ὡς τὸν σταυρὸ ἤ τὴν ἀνάσταση, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ στὴν ἀνάληψη, πού ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο στὴν αἰώνια δόξα καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἄλλωστε πραγματοποιεῖται καὶ ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Ἐκεῖ πραγματοποιεῖται καὶ ἡ κοινωνία «πάσης τῆς θεοειδοῦς ζωῆς».


εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὁδὸ τῆς τελειώσεως καὶ τῆς θεώσεώς του ἀρχίζει μὲ τὸ βάπτισμα καὶ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἐκκλησία. Ἡ συμβατικοποίηση ὅμως τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, πού συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἀνεύθυνη ἀντιμετώπιση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἀπὸ τοὺς ἀναδόχους, μεταθέτει τὴν ἐνεργοποίηση τῆς εἰσόδου τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὁδὸ τῆς τελειώσεως σὲ ὠριμότερη φάση τῆς ζωῆς του ἡ καὶ στὴν πλήρη ἐγκατάλειψή της. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας, ὅπου τὸ κοινωνικὸ περιβάλλον ἔχει χαλαρὴ συνήθως σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ οἱ χριστιανικὲς ἀρχὲς δὲν ἰσχύουν ὡς κοινωνικὰ αὐτονόητα.


Σήμερα εἶναι ἔντονος ὁ ἀποπροσανατολισμὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ σπάνια ἡ ἀποδοχὴ καὶ βίωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Τὰ ἐνδιαφέροντα τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι ὑλιστικὰ καὶ εὐδαιμονιστικά. Ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἐντολὲς του παραμερίζονται ἤ καὶ εὐτελίζονται. Ἡ σαρκικὴ ζωὴ καὶ τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντα ἀπολυτοποιοῦνται. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου διασκορπίζεται στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, προσκολλᾶται στὰ πράγματα καὶ παραλύει. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἐσωτερικὰ ἀκυβέρνητος καὶ περιέρχεται σὲ νοσηρὴ πνευματικὴ κατάσταση, πού χρειάζεται ριζικὴ θεραπεία.


Γιὰ τὴ θεραπεία αὐτὴ χρειάζεται νὰ αὐτοσυγκεντρωθεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἐπιστρέψει ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου ἀποσπάστηκε. Νὰ ἐπιστρέψει στὴν καρδιά του, δηλαδὴ στὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεώς του. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν περιφρονεῖ τὸ σῶμα. Δὲν τὸ ἀποστρέφεται, ἀλλὰ τὸ σέβεται καὶ τὸ τιμᾶ. Δὲν ἀκοῦς, ἀδελφέ μου, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τὸν ἀπόστολο πού λέει ὅτι «τὰ σώματα ἡμῶν ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστι», καὶ ὅτι «οἶκος Θεοῦ ἡμεῖς ἐσμεν», καὶ ὅτι λέει ὁ Θεὸς «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός»;


συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ ἔχει ὑπαρξιακὸ χαρακτήρα. Πραγματοποιεῖται μέσα στὸν ἄνθρωπο, στὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του, στὴν βαθιὰ καρδιά του, πού τὴν χαρακτηρίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς θρόνο τῆς χὰριτος. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο αὐτὴ τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει καὶ νὰ τὸν προσεγγίσει. Μιὰ σοβαρὴ πλάνη, πού καυτηρίασε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀντιπάλων του, ἀλλὰ καὶ πού ἑξακολουθεῖ νὰ διαδίδεται σήμερα μὲ τὶς δοξασίες τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, εἶναι ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ νὰ ὑψωθεῖ πρὸς κάποιο ὑπερβατικὸ ἀπόλυτο.


Μιὰ πλάνη, πού παρασύρει καὶ ὁρισμένους ἀπληροφόρητους Χριστιανοὺς σὲ ἀντιλήψεις καὶ πρακτικὲς ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Πολλοὶ αἱρετικοὶ καὶ ἀλλόθρησκοι θεωροῦν τὸ σῶμα κακό. Ἡ ὀρθόδοξη ὅμως Ἐκκλησία θεωρεῖ κακὴ μόνο τὴν προσήλωση τοῦ νοῦ στὸ σωματικὸ φρόνημα. Αὐτὴ ἀλλοτριώνει τὸν νοῦ καὶ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο πνευματικὰ παράλυτο. Ἀντίθετα τὸ σῶμα εἶναι καλὸ καὶ δεκτικό τῆς ἀνακαινιστικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γράφει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Θεότητα ἦταν κοινὴ στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, ἔτσι καὶ στὸ πρόσωπο κάθε πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι κοινὴ στὸν ὅλο ἄνθρωπο καὶ θεουργεῖ ὄχι μόνο τὴν ψυχὴ ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα του. Χαρακτηριστικὸ μάλιστα ἐδῶ εἶναι ὅτι γίνεται λόγος καὶ γιὰ ἐπιστροφὴ τοῦ σώματος στὸν ἑαυτό του μὲ τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν ἐξαγιασμὸ πού παρέχει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.


ναλύοντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, σημειὼνει ὅτι ἡ περιουσία πού πῆρε ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ξόδεψε ὁ νεώτερος γιὸς εἶναι πρὸ πάντων ὁ νοῦς. Ὅσο ὁ νοῦς ὑπακούει στὶς ἐντολὲς καὶ τὶς συμβουλὲς τοῦ Πατέρα, παραμένει συγκεντρωμένος καὶ ἔχει τὸν πλοῦτο τῆς φρονήσεως καὶ τῆς διακρὶσεως τῶν πραγμάτων. Ὅταν ὅμως ἀφηνιάσει καὶ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, τότε σκορπίζεται στὶς ποικιλόμορφες ὀρέξεις καὶ ἐπιθυμίες τῶν παθῶν. Μήπως αὐτὸ δένχαρακτηρίζει σήμερα τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἐκκοσμικευμένουΧριστιανοῦ;


γενικευμένη ἐξωστρέφεια τῆς ἐποχῆς μας, ἡ στροφὴ δηλαδὴ πρὸς τὸν ἔξω κὸσμο καὶ ἡ προσήλωση σὲ αὐτόν, ὄχι μόνο δὲν ἀποδοκιμάζεται, ἀλλὰ καὶ θεωρεῖται σπουδαία ἀρετή. Ἀντίθετα ἡ ἐσωστρέφεια, ἡ στροφὴ δηλαδὴ πρὸς τὸν ἔσω κόσμο, πρὸς τὸν ἔσω ἄνθρωπο, ἀντιμετωπίζεται ὡς νοσηρότητα καὶ ὀπισθόδρόμηση. Ἰδιαίτερα μάλιστα στὴ δημόσια ζωὴ ἀκοῦμε κάθε τόσο νὰ ἐξορκίζεται ἡ ἐσωστρέφεια ὡς ἀρνητικὸ καὶ νοσηρὸ φαινόμενο πού πρέπει νὰ ἐξαλειφθεῖ καὶ νὰ δώσει τὴν θέση της στὴν ἐξωστρέφεια.


λλὰ καὶ γενικότερα ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ νοοτροπία μας, ἡ ἐπιστὴμη καὶ ἡ τεχνολογία μας, κατευθύνουν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὰ ἔξω· τὸν ἐξωθοῦν πρὸς τὸν κόσμο, τὰ πράγματα, τὰ χρήματα, τὴν κατανάλωση, τὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰσθήσεων. Μερικὰ ἀπὸ τὰ νέα συνθήματα, πού προβλήθηκαν σὲ μεγάλα ἐμπορικὰ καταστήματα τῆς Εὐρώπης εἶναι: «Ἀγοράζω, ἄρα ὑπάρχω». «Ἀγόρασέ με, θά ἀλλὰξω τὴ ζωή σου». «Ἀγόρασέ με καὶ πάρε ζωή». Ἔτσι προωθεῖται ἡ πλήρης ὑποταγὴ τοῦ νοῦ στὶς αἰσθήσεις καὶ ἐμπεδώνεται ἡ προσκόλλησή του στὰ πράγματα. Ἐξαφανίζεται ἡ ἡγεμονικὴ θέση του στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ φαλκιδεύεται κάθε πνευματικὴ ἀνάταση γιὰ τὴν τελείωση τοῦ προσώπου.


Γι’ αὐτὸ τὸ πρῶτο πού χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος, ἰδιαίτερα σήμερα, εἶναι ἡ ἐπανεύρεση τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου καὶ ἡ συγκέντρωση τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιά του. Εἶναι αὐτὸ πού ἔκανε ὁ Ἄσωτος, ὅταν ἔφτασε στὴν ἀπόγνωση: Ἦλθεν «εἰς ἑαυτόν». Ἐπισκέφθηκε τὸν ἑαυτό του. Συνῆλθε καὶ συνειδητοποίησε τὴν πραγματικὴ κατάστασή του. Διαπίστωσε τὸ κατάντημά του. Πόνεσε γι’ αὐτό, καὶ πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀθρώπου στὸν Θεὸ προϋποθέτει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ του στὴν καρδιά του. Νοῦς, σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λέγεται καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, πού συνίσταται σὲ λογισμοὺς καὶ νοήματα, ἀλλὰ «καὶ ἡ ἐνεργοῦσα ταῦτα δύναμις, ἥτις καὶ καρδία καλεῖται παρὰ τῆς Γραφῆς».


νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, προσέχοντας τὸν ἑαυτό του καὶ παραμένοντας ἔξω ἀπὸ κάθε περισπασμό, ἀναζητεῖ καὶ ἀνυψώνεται μὲ τὴν προσευχὴ στὸν Θεό. Ἔτσι ὁ ἑνιαῖος νοῦς γὶνεται τρισσός, χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι ἑνιαῖος, καὶ συνάπτεται μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ πού εἰκονίζει. Καὶ ὅσο περισσότερο ἐπιστρέφει καὶ συγκεντρώνεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου στὴν καρδιά του, τόσο εὐκολότερη καὶ τελειότερη γίνεται ἡ ἀνύψωση καὶ ἡ σύναψή του μὲ τὸν Θεό. «Σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι ἐγὼ εἰμι ὁ Θεός», λέει ὁ Ψαλμωδός. Γιὰ νὰ γνωρίσει δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν ἱερὴ αὐτὴ σχόλη. Ἂν δὲν φροντίσει νὰ ἀφιερώσει κάποιον χρόνο γιὰ νὰ συγκεντρώσει τὸν διασκορπισμένο νοῦ του, ἂν δὲν ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὶς πολλαπλὲς μέριμνες καὶ φροντίδες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἂν δὲν ἡσυχάσει καὶ δὲν αὐτοσυγκεντρωθεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Στὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας στέκεται καὶ κτυπάει ὁ Χριστός, περιμένοντας νὰ τὸν ἀκούσουμε.


Γιὰ νὰ ἀκούσουμε ὅμως τὸ ἀρχοντικὸ κτύπημά του, χρειαζόμαστε ἡσυχία καὶ προσοχή. Χρειαζόμαστε αὐτά, πού μὲ τόση φροντίδα καὶ δύναμη καλλιεργοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅπως καὶ ὅλος ὁ ὀρθόδοξος ἡσυχασμός. Ἂν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι πρωταρχικὸς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, κατανοεῖ καὶ τὸν δυσερμήνευτο λόγο τοῦ ὁσίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου: «Ἀγάπησον τὴν ἀργίαν τῆς ἡσυχίας, ὑπὲρ τὸ ἐμπλῆσαι πεινώντας ἐν κόσμῳ καὶ ἐπιστρέψαι πολλὰ ἔθνη εἰς προσκύνησιν τοῦ Θεοῦ». Ὁ ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ κάποια περιθωριακὴ ἡ καιρικὴ ἐκδήλωση τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, ἀλλὰ βασικὴ καὶ διαχρονικὴ ἐπιδίωξή του. Καὶ ἡ ἡσυχία δὲν ἔχει καμία οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὴν ἀδράνεια ἤ τὴν ἀργία. Ἡ σχέση της μὲ τὶς καταστάσεις αὐτὲς εἶναι καθαρῶς ἐξωτερική, γιατί συνδέεται ὡς ἕνα βαθμὸ μὲ τὴν κατάπαυση τῶν σωματικῶν ἔργων.


ἡσυχασμὸς ὅμως ἀποτελεῖ κατεξοχὴν ἐνεργητικὴ κατάσταση, πού γίνεται μὲ κόπο καὶ σπουδὴ στὸ ἐσωτεριὸ τοῦ ἀνθρώπου· ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀπερίσπαστη τήρηση τῆς πρώτης καὶ μεγάλης ἐντολῆς, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ «ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλη τῇ ψυχὴ καὶ ἐν ὅλη τῇ διανοία». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ κάθε Χριστιανὸς πού θέλει νὰ τηρήσει κατὰ τὸν πληρέστερο τρόπο τὴν ἐντολὴ αὐτή, πού ἀποτελεῖ τὸ ἐφαλτήριο γιὰ τὴν τήρηση ὅλων τῶν ἄλλων ἐντολῶν, πρέπει νὰ λαμβάνει ὑπόψη του τὴν παράμετρο αὐτή. Μὲ τὴν περισυλλογὴ τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἐξέταση τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου ἀρχὶζει ὁ ἄνθρωπος νὰ διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀποκρουστικοῦ προσωπείου, πού δημιουργεῖται μὲ τὴν παρουσία τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ἀπομακρὺνει ἀπὸ τὸν Θεό.


διαπίστωση αὐτὴ θλίβει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν παρακινεῖ στὴν ἀπόρριψη τοῦ προσωπείου: «Ὁπηνίκα δ’ ἂν ὁ νοῦς αἰσθητοῦ παντὸς ἀπαναστῆ καὶ τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς περὶ ταῦτα τύρβης ἀνακύψη καὶ κατοπτεύση τὸν ἐντὸς ἄνθρωπον, πρῶτον μὲν ἐνιδῶν τὸ προσγεγενημένον εἰδεχθές προσωπεῖον ἐκ τῆς κάτω περιπλανήσεως, τοῦτο διὰ πένθους ἀπονίψασθε σπεύδει». Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἀποκρουστικοῦ προσωπείου εἶναι ἐπίπονο ἔργο καὶ δὲν κατορθώνεται χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τὰ φυτά, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὶς ταλαιπωρίες τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, γιὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ νὰ καρποφορήσουν, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ὑπομείνει πολλὲς ἑκούσιες καὶ ἀκούσιες δοκιμασίες, γιὰ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα.


πισημαίνει μάλιστα ὅτι χωρὶς τὴν ὑπομονὴ τῶν ἀκούσιων πόνων δὲν καρποφοροῦν οἱ ἑκούσιοι. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται νὰ προγυμνάζεται ὁ πιστὸς μὲ ἑκούσιους πόνους στὶς ἀκούσιες προσβολές. Ὁ ταπεινὸς μάλιστα ἄνθρωπος, πού ἔχει τὴν πτωχεία τοῦ πνεύματος, βλέπει ὅτι τοῦ χρειάζονται τὰ ἰσχυρότερα φάρμακα γιὰ τὴν μετάνοια. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο δέχεται πρόθυμα κάθε θλίψη καὶ πειρασμό, ἀλλὰ καὶ χαίρεται γι’ αὐτά, γιατί τὰ βλέπει ὡς φάρμακα πού θεραπεύουν τὴν ψυχὴ καὶ καθαρίζουν τὸ εἰδεχθές προσωπεῖο του. Ὅταν ἀποβληθεῖ τὸ προσωπεῖο αὐτό, ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, συγκεντρώνεται ὅλος στὴν καρδιά του καὶ ἀνυψώνεται στὸν Θεό. Ἡ καθολικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ προϋποθέτει μακροχρόνια ἄσκηση, προσοχὴ καὶ προσευχή.


Εἶναι σὲ ὅλους γνωστό, πόσο γρήγορα σκορπίζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς σὲ πλεῖστα ὅσα ἄσχετα πράγματα. Εἶναι γνωστό, πόσο εὔκολα μοιράζεται ἡ καρδιά του καὶ στρέφονται οἱ φροντίδες καὶ τὰ ἐνδιαφὲροντά του σὲ ἀντικείμενα ξένα ἡ καὶ ἀντίθετα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του. Καὶ ὅταν κάποιος εἶναι τόσο μοιρασμένος καὶ προσκολλημένος στὸν κόσμο καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, δὲν μπορεῖ νὰ τηρήσει πραγματικὰ τὴν πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. Ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ἀποτελοῦσε ἐξαρχῆς τὸν κύριο στόχο τοῦ μοναχισμοῦ, πού μὲ τὸν ἡσυχαστικὸ χαρακτήρα του ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἡ ἐπιδίωξη αὐτὴ γίνεται ἰδιαίτερα προβληματικὴ μὲ τὸ πνεῦμα πού ἐπικρατεῖ μέσα στὴν σύγχρονη κοινωνία.


ἡσυχία ὄχι μόνο ὡς ἐσωτερικὴ ἀλλὰ καὶ ὡς ἐξωτερικὴ ἀκόμη κατάσταση φαίνεται στὴν ἐποχὴ μας ἀπρόσιτη. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος ζεῖ μέσα σὲ μιὰ γενικότερη σύγχυση, διάσπαση καὶ ταραχή. Ἡ ἡσυχία πού ἐπαγγέλλεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προβάλλει στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο περισσότερο ὡς κάποια ρομαντικὴ οὐτοπία. Ὁ πολιτισμὸς τῆς ἐποχῆς μας καὶ τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο αὐτὴ κατευθύνεται βρίσκονται σὲ διαμετρικὰ ἀντίθετη κατεύθυνση. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἄσκηση, ἡ ἐκοὺσια φτώχεια, τὸ πνευματικὸ πένθος εἶναι πράγματα σχεδὸν ἄγνωστα. Ἀντιθέτως ἡ ἔπαρση, ἡ ἄνεση, ἡ κατανάλωση, ἡ ἐξωστρέφεια καὶ ἡ διασκέδαση προβάλλονται ὡς ὕψιστοι στόχοι. Καὶ αὐτὰ ἰσχύουν ὄχι μόνο γιὰ τὸν θρησκευτικὰ ἀδιάφορο κὸσμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἴδια τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Κυριαρχεῖ ὁ κόσμος καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση, ἐνῶ ἐγκαταλείπεται ὁ Θεὸς καὶ ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας.


Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ γίνεται κατανοητὴ καὶ ἡ σημαντικὴ ἕλξη πού ἀσκοῦν στὸν δυτικὸ κόσμο τὰ ἀνατολικὰ θρησκεύματα μὲ τὴν ἀσκητικὴ καὶ μυστικιστική τους διάσταση. Ἐδῶ ὀφείλουμε, νομίζω, νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἰδιαίτερη σπουδαιότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικαιρότητα πού ἔχει γιὰ τὸν σύγχρονο κόσμο τὸ πνεῦμα τοῦ ὀρθόδοξου ἡσυχασμοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος γνωρίσει τὸ πνεῦμα αὐτὸ καὶ προσεγγίσει τὴν εἰρὴνη καὶ τὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα πού προσφέρει, δὲν εἶναι λογικὸ νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀνάγκη γιὰ κάτι διαφορετικό. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του. Καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του, γιατί δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἀκατάλυτη ζωή. Παραταῦτα ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ἐλεύθερη συγκατάθεσή του.


Καὶ ἡ συμβολὴ του εἶναι μόνο τόση, πού ἁπλῶς ἐπιτρέπει στὸν Θεὸ νὰ προσφέρει τὴ χάρη του καί νά τὸν σώσει. Ὁ Ἄσωτος, ὅπως σημειώνεται στὴ σχετικὴ παραβολή, γύρισε στὸν Πατέρα, ἀλλὰ βρισκόταν ἀκόμα μακριά του, πρὶν ἐκεῖνος βγεῖ γιὰ νὰ τὸν συναντὴσει. Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος πού μετανοεῖ, ἐνῶ ἐπιστρέφει στὸν Θεό, βρίσκεται ἀκόμα μακριά του, πρὶν ὁ Θεὸς συγκαταβεῖ γιὰ νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἐλέγχει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τὸν κρίνει ἔχοντας ἐνὼπιὸν του τὸ πρότυπό τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἐντολῶν του, ὥστε νὰ συναισθάνεται τὴν κατάστασή του, νὰ πενθεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ ταπεινώνεται. Χωρὶς τὴν αὐτογνωσία, τὴν αὐτομεμψία καὶ τὸ πένθος γιὰ τὴν ἁμαρτία δὲν ὑπάρχει ἡ παράκληση τῆς σωτηρίας.


Τὸ πένθος, μὲ τὸ ὁποῖο ἀπομακρύνεται τὸ ἁμαρτωλὸ προσωπεῖο, συνδέεται καὶ συνυπάρχει πάντοτε μὲ τὴν πνευματικὴ πτωχεία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς συνδέει στενὰ στοὺς Μακαρισμοὺς τὰ δύο αὐτὰ πράγματα. Τὸ πένθος καὶ ἡ πνευματικὴ πτωχεία δὲν ἔχουν μόνο τὴν ἐπώδυνη πλευρά τους πού θλίβει τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὰ τὰ ἴδια γίνονται παράγοντες ἐσωτερικῆς εἰρήνης καὶ χαρᾶς. Καὶ ὅσο περισσότερο αὐξάνει τὸ μακάριο αὐτὸ πένθος καὶ ἡ πνευματικὴ πτωχεία τοῦ πιστοῦ, τόσο περισσότερο αὐξάνει καὶ ἑδραιώνεται μέσα του ἡ εἰρήνη καὶ ἡ χαρά. Ὁ συνδυασμὸς στὴ χριστιανικὴ ζωὴ τοῦ πένθους καὶ τῆς πνευματικῆς πτωχείας μὲ τὴ μακαριότητα εἶναι παράδοξος, ἀλλὰ καὶ δὲν κατορθώνεται συχνὰ στὴν πράξη. Ἐνῶ ὅμως τὸ παράδοξο τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ θά μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ καταρχὴν κατανοητό, ἀφοῦ καὶ στὸ σύνολό της ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι παράδοξη γιὰ τὸν κοσμικὰ σκεπτόμενο ἄνθρωπο, στὴν πράξη δημιουργεῖται πολλὲς φορὲς καὶ κάποιο σοβαρὸ λάθος, πού ἔχει ὡς συνέπεια νὰ προκαλοῦνται στοὺς πιστοὺς ἀπορίες ἤ καὶ δημιουργοῦνται νοσηρὲς καταστάσεις.


Κάποιος ὑπέβαλε στὸν μεγάλο ἀσκητὴ καὶ μαθητὴ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου Μάρκο τὸν Ἐρημίτη τὴν ἀκόλουθη ἐρώτηση: Πῶς μπορεῖ ἕνας πού κλείσθηκε σὲ κελλὶ καὶ καθημερινὰ νηστεύει, ἐγκρατεύεται, πτωχεύει, ξενιτεύεται, προσεύχεται καὶ ὑποφέρει πολλὲς ἄλλες παρόμοιες θλίψεις, νὰ φιληδονεῖ ἀπὸ ἀπιστία ἤ νὰ ἔχει πονηροὺς λογισμούς; Καὶ ὁ ὅσιος Μάρκος ἀπήντησε: Σωστὰ εἶπες ὅτι κάνοντας αὐτὰ ὑποφέρει πολλὲς θλίψεις. Γιατί, ἂν κάναμε τὶς φανερὲς ἀρετὲς πού ἀναφέραμε χωρὶς θλίψη καὶ μὲ χαρά, δὲν θά ἤμασταν φιλήδονοι στὸν νοῦ. Καὶ πρόσθεσε: Εἶναι ἀδύνατο αὐτὸς πού ὑποφέρει μὲ τοὺς σωματικοὺς ἀγῶνες νὰ μὴν ἀσχολεῖται ἀνάλογα μὲ τὶς προσβολὲς τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὥστε νὰ παρηγορεῖται ἀπὸ τὴ δυσαρέσκεια πού τοῦ προκαλοῦν οἱ ἀγῶνες του. Μὲ ἄλλα λόγια οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἔρχονται νὰ ὑποκαταστήσουν τὸ ἔλλειμμα χαρᾶς πού δημιουργεῖται μέσα του. Ποιὸ εἶναι λοιπὸν τὸ λάθος πού γίνεται ἐδῶ;


ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Πραγματοποιεῖται χριστιανικὴ ἄσκηση χωρὶς τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι πνεῦμα χαρᾶς καὶ ἐλευθερίας. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο παρεμηνεύεται τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ἀσκήσεως καὶ δημιουργεῖται στὸν πιστὸ ἕνα σοβαρὸ πνευματικό ἔλλειμμα χαρᾶς. Ἡ χριστιανικὴ ἄσκηση δὲν εἶναι ποτὲ αὐτοσκοπός. Εἶναι πορεία πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, πού δὲν δημιουργεῖ θλίψη ἤ πικρία, ἀλλὰ εὐτυχία καὶ χαρά. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ τὴν ἀποφυγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τότε καὶ ὁ Θεὸς προσφέρει τὴ χάρη του καὶ τὸν ἐνισχύει. Ἔτσι ἀπομακρύνονται τὰ πάθη, ἀποκαθίσταται ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν καὶ καλλιεργεῖται ἡ ταπείνωση, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννιέται καὶ μὲ τὴν ὁποία διατηρεῖται κάθε ἀρετή.


ταπείνωση καὶ ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν ἀποτελοῦν κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ τὸν νοητὸ χῶρο, μέσα στὸν ὁποῖο ἀναπτύσσονται τὰ διάφορα εἴδη τῆς ἀληθινῆς ἀρετῆς. Στὸ κέντρο ὑψώνεται τὸ βασίλειο τῆς ἀγάπης, πού ἔχει στὰ πρόθυρὰ του «τὸ προοίμιον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», τὴν ἀνεκλάλητη καὶ ἀναφαίρετη χαρά. Ἡ ὕπαρξη ἐλλείμματος χαρᾶς στὴ χριστιανικὴ ζωὴ μαρτυρεῖ ἐκκοσμίκευση καὶ παραποίησή της. Ἀποκαλύπτει παραθεώρηση τῆς χαρισματικῆς διαστάσεως πού καλλιεργεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς πρώτης καὶ μεγάλης ἐντολῆς, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Χωρὶς τὴν ἀγάπη αὐτήν, πού ἀποτελεῖ πηγὴ χαρᾶς καὶ ἐμπνεύσεως γιὰ τὸν πιστό, οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες γίνονται δύσκολοι καὶ μαρτυρικοί. Ἀντίθετα, ὅταν προτάσσεται ἡ ἀγάπη αὐτή, τότε καὶ οἱ ἐκ τῶν πραγμάτων δύσκολοι ἡ καὶ μαρτυρικοὶ ἀκόμα ἀγῶνες μποροῦν νὰ γίνονται ἀφορμὲς χαρᾶς. Αὐτὸ διδάσκει ἡ ἱστορία τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας.


Μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος» διανοίγεται ὁ ἄνθρωπος στὴν θεία ἀπειρότητα. Ἑνώνεται μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, γίνεται Χριστὸς κατὰ χάρη καὶ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅπως καὶ ὁ Χριστός. Βέβαια αὐτὸ κατορθώνεται καὶ βιώνεται μόνο προκαταρκτικὰ στὸν παρόντα κόσμο, γιὰ νὰ τελειωθεῖ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ πιστοὶ θά γίνουν ἕνα κατὰ τὸ πρότυπο τῆς Ἁγὶας Τριάδος καὶ θά εἰσέλθουν σὲ ἀτελεύτητη τελειότητα. Κάθε δώρημα τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔχει δυναμικὸ χαρακτήρα. Εἶναι τέλειο ἀλλὰ ὄχι τελειότατο. Καὶ δὲν εἶναι τελειότατο, γιὰ νὰ αὐξάνει ἐπ’ ἄπειρο.


ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ προκόβει ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού παρέχεται στὸν ἄνθρωπο τὸν δυναμώνει καὶ τὸν καθιστᾶ διαρκῶς δεκτικότερο μεγαλύτερης χὰριτος. Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς πού προσφέρει τὸν ἑαυτό του στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἄπειρος καὶ παρέχει «δαψιλῶς καὶ ἀφθόνως» τὴν χάρη του. Τί ἀπομένει λοιπόν, λέει ὁ Παλαμᾶς, γιὰ νὰ μὴν προκόβουν ἐπ’ ἄπειρο στὴν μετοχὴ τῆς χάριτος οἱ «υἱοὶ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»;



Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα



Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης


Β' ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2021)




Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Αχαρνών


Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

''Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ''. 20 ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΑΣΚΗΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ






Μέρος 12ον


Αυτός που θα προκόψει στην προσευχή δεν την συγκρίνει με κανένα από τα πράγματα του κόσμου, τα μάταια και πρόσκαιρα. Η αδιάκοπη προσευχή διώχνει από την ψυχή κάθε φόβο και δειλία και τη γεμίζει με την ευφροσύνη του Θεού.


Όλ' αυτά δημιουργούνται στον άνθρωπο από τη συναίσθηση της ίδιας του της αρρώστιας. Με την επίμονη προσευχή πλησιάζει τον Θεό και με πόθο τρέχει σ' Αυτόν, για να πάρει φως από το φως Του και χάρη από τη χάρη Του. 


Η χήρα, που αναφέρει το ιερό Ευαγγέλιο, παρακαλούσε και φώναζε δυνατά κι επίμονα πολλές φορές στον κριτή, να της αποδώσει το δίκιο της.


Κι εκείνος είπε: ''Τον Θεό και τους ανθρώπους δεν τους φοβάμαι ούτε τους υπολογίζω, αλλά για την επιμονή της θα της κάνω εκείνο που ζητάει''.


Όπως λοιπόν η χήρα φώναζε δυνατά για το δίκιο της, έτσι κι μείς πρέπει να παρακαλούμε με ταπείνωση τον Θεό, να μας στείλει τα χαρίσματά Του.


Γιατι η χήρα του Ευαγγελίου πέτυχε αυτό που ζητούσε, μολονότι ο κριτής την έδιωξε πολλές φορές, προσβάλλοντάς την κατά τον χειρότερο τρόπο.


Ο Θεός γνωρίζει τι μας ωφελεί και τι όχι. Γι' αυτό άλλοτε μας δίνει ό,τι Του ζητούμε και άλλοτε όχι. Ο Θεός θέλει το ψυχικό μας συμφέρον, μολονότι πολλές φορές δεν το καταλαβαίνουμε και ασύνετα ζητάμε να γίνει κάθε αίτημά μας δεκτό.


Ο πολυεύσπλαχνος Θεός αναβάλλει πολλές φορές να στείλει τη χάρη Του, κι αυτό το κάνει για να φωνάξουμε περισσότερο και με μεγαλύτερη δύναμη στην προσευχή, κι έτσι να Τον πλησιάσουμε.


Απ' αυτά που του ζητάμε άλλα τα δίνει αμέσως και άλλα αργότερα, αποβλέποντας στο ψυχικό μας συμφέρον. Εμείς βέβαια θέλουμε να μας απαντά πάντα αμέσως, αλλά ο Θεός σαν άριστος και μοναδικός παιδαγωγός μας απαντάει τότε, που θα μας ωφελήσει ψυχικά.


Άλλους πάλι τους αφήνει να δοκιμασθούν στους πειρασμούς, για να αποδειχθεί αν πραγματικά τον αγαπούν. Εάν ο άνθρωπος δεν αισθανθεί την αρρώστιά του, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο, επειδή νομίζει ότι είναι κάτι.


Και τότε απομακρύνεται ο Θεός απ' αυτόν. Γιατι η υπερηφάνεια είναι το μεγαλύτερο κακό που υπάρχει. Αυτός που έχει υπερηφάνεια δεν υπάρχει περίπτωση να φτάσει ποτέ στην τελειότητα.


Η ταπείνωση έρχεται με την συντριβή της καρδιάς και με την απομάκρυνση των λογισμών της υπερηφανείας. Κανένα πνευματικό έργο δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την ταπείνωση.


Μόνο με την ταπείνωση πλησιάζει κανείς τον Θεό και έρχεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο ταπεινός άνθρωπος δεν φοβάται τον πόλεμο που του κάνει ο διάβολος με τις αισχρές σκέψεις και τα σαρκικά πάθη.


Γνωρίζει ότι όλ' αυτά τα επιτρέπει ο Θεός για να μην πέσει στον εγωϊσμό, στο φοβερό αυτό και γεμάτο από δηλητήριο φίδι. Ο άνθρωπος όμως δεν πρέπει να ζητάει ο ίδιος τους πειρασμούς.


Αυτό που πρέπει να κάνει είναι να υπομένει τις δοκιμασίες, όταν τις επιτρέπει ο Θεός. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι προσεκτικός και να φροντίζει για την σωτηρία της ψυχής του περισσότερο απ' όλα τα πράγματα.


Γιατι η ψυχή μας αξίζει περισσότερο απ' όλο τον κόσμο, είπε ο Κύριος. Να κάνει το καλό, να έχει πίστη, να γνωρίζει την αδυναμία του και να ζητάει πάντα τη βοήθεια του Θεού.



Η καλλιέργεια της ψυχής μας 


Η άσκηση είναι η μητέρα του αγιασμού. Απ' αυτή γεννιέται η πρώτη σκέψη των μυστηρίων του Αγίου Πνεύματος. Ψυχή που μολύνθηκε από τα σαρκικά πάθη, δεν μπορεί ν' ανέβει στη Βασιλεία του Θεού, ούτε μπορεί να συναριθμηθεί με τους αγίους.


Τα δάκρυα και οι νηστείες δημιουργούν την ομορφιά της ψυχής, που στόλισμά της είναι οι αρετές. Οι θλίψεις και οι στενοχώριες βοηθούν την ψυχή στην πρόοδο την πνευματική και στην απόκτηση των αρετών.


Όλοι οι άγιοι πέρασαν από το καμίνι των θλίψεων κι έτσι απέκτησαν τις αρετές. Ν' αγωνίζεσαι μ' όλες τις δυνάμεις σου, μιμούμενος το πάθος του Χριστού, για να μπορέσεις να γευθείς τη δόξα Του.


Γιατι αν σταυρωθούμε μαζί με τον Χριστό και όπως ο Χριστός, θα δοξασθούμε μαζί Του.  Όπως ο Χριστός σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας, έτσι κι εμείς πρέπει να σταυρώνουμε τα πάθη μας και τις κακές μας επιθυμίες. 


Όποιος περιφρονεί την ανθρώπινη δόξα, αυτός θ' αξιωθεί ν' απολαύσει τη δόξα του Θεού. Για να φτάσει όμως κανείς σ' αυτή την κατάσταση, πρέπει να καθαρίζει συνέχεια την ψυχή του από κάθε σαρκική επιθυμία.


Για να προκόψεις στην αρετή, χρειάζεται να γνωρίσεις τον Θεό και να Τον αγαπήσεις. Και θα Τον γνωρίσεις καλύτερα όσο περισσότερο Τον αγαπάς. 


Πρέπει να σταυρώσεις τα πάθη σου και τις κακές σου επιθυμίες, για να έρθει μέσα στην ψυχή σου η χάρη Του. Η βάση των αρετών είναι η ταπείνωση.


Και για ν' αποκτήσουμε αρετές, πρέπει πρώτα να βάλουμε το θεμέλιο των αρετών, που είναι η ταπείνωση. Πρέπει ν' απαλλαγείς από τα σαρκικά πάθη, για να μπορέσεις να προκόψεις στην αρετή.


Η πρόοδος στην αρετή δεν είναι εύκολο πράγμα. Χρειάζεται αγώνας σκληρός για πολλά χρόνια. Πρώτα θα γνωρίσουμε την αρρώστιά μας, θα πιστέψουμε ότι είμαστε άρρωστοι πνευματικά, και μετά θα προχωρήσουμε στη θεραπεία.


Οι Πατέρες διδάσκουν ότι ποτέ στη ζωή μας δεν θα δούμε τον Θεό αν δεν κόψουμε τα πάθη μας. Αυτός είναι ο σωστός και μοναδικός τρόπος για να πλησιάσουμε τον Θεό.


Τα αγαθά της Ουράνιας Βασιλείας δεν δίνονται στους ράθυμους και σ' αυτούς που δεν έχουν καρπό αρετής. Οι θλίψεις, οι στενοχώριες, οι αρρώστιες, το βάρος της σάρκας, οι ανάγκες του σώματος, οι συμφορές και αυτός ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη βοήθεια του Θεού.


Αυτή όμως η βοήθεια θα έλθει, όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται ν' αποκτήσει τις αρετές. Μερικά πράγματα στα είπα πολλές φορές τα ίδια. Αυτό το έκαμα για να καταλάβεις καλά και να διαπιστώσεις πόση σημασία δίνω στην άσκηση της αρετής.


Γιατί αυτή δεν αποκτιέται με ωραία λόγια, αλλά με κόπο, με μόχθο και ιδρώτα. Είναι μακάριος ο άνθρωπος που συνεχώς ανεβαίνει.


''Κύριε, στρέψε τα πρόσωπά μας σε Σένα  και κάνε με βδελυγμία ν' αποστραφούμε την αμαρτία. Δος μας την δύναμη να Σ' αγαπήσουμε αληθινά και να φτάσουμε νικητές στο τέλος του δρόμου της ζωής αυτής.


Δυνάμωσέ μας, Κύριε, για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα σαρκικά πάθη και ν' αποκτήσουμε τις αρετές, τις τόσο απαραίτητες για να Σε πλησιάσει κανείς και να ενωθεί για πάντα μαζί Σου''.



 Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου
''Η Άσκηση στη Ζωή μας'' 
Είκοσι κείμενα για την Ορθόδοξη Πνευματική Ζωή 
βασισμένα στους Ασκητικούς Λόγους του Αββά Ισαάκ του Σύρου
έκδοση της Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής2006, σελ. 61 - 66.

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (2010)




Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥ ΤΙΝΟΣ ΜΕΤΡΙΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ




Στη Γαλατία της Ασιατικής Παφλαγονίας ζούσε κάποιος γεωργός που λεγόταν Μέτριος, και ήταν αρκετά ευκατάστατος. Αυτός λοιπόν, βλέποντας πως ο γείτονάς του είχε γιους, που τους ευνούχισε για να τους στείλει στην Κωνσταντινούπολη και να τους κάνει αξιωματούχους του βασιλιά, ζήλεψε κι άρχισε να παρακαλεί το Θεό:


-Κύριε, αν είμαι άξιος, χάρισε και σε μένα έν' αρσενικό παιδί, για να τό' χω στήριγμα στα γηρατειά μου και να δοξάζω τ' όνομά Σου το άγιο. Στο μεταξύ έφτασε η εποχή που γινόταν το ετήσιο πανηγύρι της Παφλαγονίας.


Ο Μέτριος φόρτωσε τη βοϊδάμαξά του με διάφορα πράγματα και κίνησε για το πανηγύρι. Εκεί, αφού άλλα πούλησε και άλλα αντάλλαξε, πήρε το δρόμο της επιστροφής.


Μετά από ώρα, θέλοντας να ξεκουράσει τα βόδια του, στάθηκε για λίγο σ' ένα λιβάδι με τρεχούμενο νερό. Καθώς όμως κοιτούσε καταγής, βλέπει ένα παλιό πουγγί.


Το παίρνει και, χωρίς να τ' ανοίξει, το πετάει στ' αμάξι. Μετά από λίγο σηκώθηκε και συνέχισε την πορεία του. Σαν έφτασε στο σπίτι του, απόθεσε το πουγκί, έτσι καθώς ήταν σφραγισμένο, σε σίγουρο μέρος.


Δε θέλησε ούτε το περιεχόμενό του να δει, ούτε να μιλήσει σε κανένα γι’ αυτό! Μα τι ήταν, αλήθεια, αυτός ο γεωργός; Απαθής; Άγιος; Άγγελος;… Τον άλλο χρόνο, την ίδια εποχή, φορτώνει πάλι ο Μέτριος τ’ αμάξι του, παίρνει μαζί του και το πουγγί, και ξεκινάει για το πανηγύρι.


Αφού έκανε χωρίς χασομέρι τις συνηθισμένες αγοραπωλησίες του, μάζεψε ό,τι ήταν να πάρει για το σπίτι του κι έφυγε πρώτος από την αγορά. Σταθμεύει και φέτος στο ίδιο λιβάδι.


Λύνει τα βόδια και τ’ αφήνει να βοσκήσουν. Ο ίδιος κάθεται παράμερα και παρατηρεί διακριτικά τους διαβάτες. Δεν αργεί να φανεί ένας άνθρωπος με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τη θλίψη.


Πλησιάζει, κάθεται κοντά στο Μέτριο κι αναστενάζει βαθιά. – Ποιος είσαι, αδελφέ μου; τον ρωτάει ο καλοκάγαθος γεωργός. Και για ποιο λόγο θλίβεσαι και στενάζεις; Ο άλλος, από τη μεγάλη του οδύνη, δε μπορούσε να μιλήσει.


Ο Μέτριος τον ξαναρώτησε με στοργή. Τότε ο άγνωστος αποκρίθηκε: – Και τι θα βγει, αδελφέ μου, αν σου πω τον πόνο μου; — Πες τον εσύ, και που ξέρεις; Μπορεί να σε παρηγορήσω, έστω και μ' ένα λόγο.


Ο άλλος στέναξε πάλι βαθιά. — Άκου τότε, είπε. Εγώ που με βλέπεις, αδελφέ, ήμουνα έμπορος τρανός. Πέρυσι λοιπόν, τέτοιον καιρό, πήρα χίλια φλουριά δικά μου, δανείστηκα κι άλλα ξένα, αγόρασα εμπορεύματα και ήρθα στο πανηγύρι.


Αφού πούλησα τις πραμάτειες μου, έβαλα σ’ ένα πουγγί χίλια πεντακόσια φλουριά, τό' δεσα σφιχτά με μεταξωτό κορδόνι, το σφράγισα κι έφυγα. 


Περνώντας όμως από τούτο το λιβάδι, όπου στάθηκα λίγο να ξεκουραστώ, τό' χασα. Όσο κι αν έψαξα, δε μπόρεσα να το βρω. Λες κι άνοιξε η γη και το κατάπιε. Έτσι, κατάντησα σε μεγάλη φτώχεια…


Κι εσένα όμως, αδελφέ μου, σε βλέπω φτωχό και κακοντυμένο. Σε τι μπορείς λοιπόν να με βοηθήσεις; Ο Μέτριος πείστηκε ότι σ’ εκείνον ανήκε το πουγγί. Το πήρε αμέσως από τ’ αμάξι και του το έδειξε.


Μήπως είναι τούτο το πουγγί που έχασες; ρώτησε. Ο έμπορος δεν πρόλαβε να πει ούτε λέξη. Αναγνωρίζοντας τη χαμένη περιουσία του, από την έκπληξη και τη χαρά έπεσε κάτω λιπόθυμος.


Ο Μέτριος έφερε νερό από την πηγή, του έβρεξε το πρόσωπο και τον συνέφερε. – Πες μου, αδελφέ, ξαναρώτησε μειλίχια. Δικό σου είναι το πουγγί; Ο έμπορος, με δάκρυα στα μάτια, έπεσε στα πόδια του γεωργού.


Ναι, Άγγελε του Θεού! έλεγε μέσα στους λυγμούς του. Δικό μου είναι! Και, καθώς βλέπω, ούτε καν το άνοιξες. Είναι σφραγισμένο, όπως το είχα. – Άνοιξέ το μπροστά μου, σε παρακαλώ, είπε ο Μέτριος.


Κι αν έχει μέσα όσα φλουριά μου είπες, τότε πιστεύω πώς σου ανήκει. Το άνοιξαν και μέτρησαν τα νομίσματα. Ήταν πραγματικά χίλια πεντακόσια! Ύστερα απ’ αυτό ο έμπορος παρακάλεσε το Μέτριο να πάρει σα δώρο τα πεντακόσια.


Εκείνος όμως ούτε να τ' ακούσει δεν ήθελε. Έπεσε στα πόδια του ο άλλος και τον ικέτευε να δεχτεί τουλάχιστον λίγα φλουριά. Μα ο αφιλάργυρος γεωργός ήταν αμετάπειστος. Σηκώθηκαν λοιπόν κι οι δυο, προσευχήθηκαν στο Θεό, αποχαιρέτισαν ο ένας τον άλλο και τράβηξαν χαρούμενοι για τα σπίτια τους.


Την ίδια νύχτα ο Μέτριος είδε στον ύπνο του έναν ολόλαμπρο άγγελο. — Ο Θεός, του είπε, για ν' αμείψει την πράξη σου, σου χαρίζει παιδί αρσενικό, που θα γίνει όπως ποθείς. Θα πάει στην Κωνσταντινούπολη, θ’ αποκτήσει δόξα μεγάλη και θα φέρει πολλά καλά στη γενιά σου.


Ξύπνησε ο γεωργός και δόξασε το Θεό για το καλό άγγελμα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η γυναίκα του γέννησε αγόρι. Το όνομα που θα έπαιρνε στο άγιο βάπτισμα, το αποκάλυψε στο Μέτριο πάλι άγγελος Κυρίου.


Κωνσταντίνος θα ονομαστεί το παιδί σου, του είπε. Ο μικρός Κωνσταντίνος λοιπόν, αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα, οδηγήθηκε στη Βασιλεύουσα. Η πρόνοια του Θεού τον έφερε στα χέρια της βασίλισσας, που τον έβαλε κοντά στο βασιλιά Λέοντα, το Σοφό.


Ο βασιλιάς πάλι τόσο πολύ τον συμπάθησε και τον τίμησε, που τον ανέβασε στα ανώτατα αξιώματα του κράτους, κάνοντας τον πατρίκιο και παρακοιμώμενο.


Από τη θέση αυτή, όπως είχε προαναγγείλει ο άγγελος στο Μέτριο, ο Κωνσταντίνος ευεργέτησε τους γονείς του και όλους τους συγγενείς του. Αυτόν λοιπόν τον ευλογημένο και χαριτωμένο Μέτριο πρέπει να μιμούνται και οι σημερινοί χριστιανοί, για ν' απολαύσουν και την ευτυχία του. 


Και σαν πέφτει στα χέρια τους χαμένο πράγμα, να μην το κρατούν, αν μάλιστα γνωρίζουν σε ποιόν ανήκει. Αυτή η πράξη λογίζεται σαν κλοπή. 


Αντίθετα, να ψάχνουν για τον κύριο του πράγματος και, όταν τον βρίσκουν, να του το παραδίνουν, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα. Αυτό είναι το χρέος των χριστιανών, σύμφωνα με το 10ο κανόνα του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, που λέει:


''Τους την εντολήν πληρούντας, εκτός πάσης αισχροκέρδειας πληρούν δει, μήτε μήνυτρα, ή σώστρα, ή εύρετρα, ή ω ονόματι ταύτα καλούσιν, απαιτούντας''.




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εκ του βιβλίου ''Διηγήσεις Φοβερές και Ωφέλιμες'',
 Από τα Μηναία της Εκκλησίας μας,
 έκδοση της Ι. Μ. Παρακλήτου, σελ. 86-91., 
Ωρωπός 1995.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

ΔΙΑΒΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ




Όσοι ἐκπίπτουν ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο Κανόνα Πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, συνήθως ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὸ βαθύτερο νόημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Παραδόσεων, λόγῳ πειρασμικῆς ὑποδείξεως ποὺ βλάπτει καίρια τὸν νοῦ τους.


Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναπτύσσουν διάφορες σοφιστεῖες γιὰ νὰ περιπλέξουν τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ τοὺς παρασύρουν στὸ σκότος, τὸ ὁποῖο περικαλύπτει τὴν διάνοια καὶ τὴν καρδιά τους. Ἡ τύφλωση τῆς διανοίας στὸ ὄνομα ἐγκοσμίων ἀρχῶν καὶ ἐπιταγῶν, ποὺ προξενεῖ νόθευση τῆς θεοπαραδότου ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιφέρει μόνον ταραχὴ καὶ σκάνδαλα καὶ ἀποδιώκει τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν Ὁμόνοια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Τότε παρατηρεῖται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἕνα θλιβερὸ παράδοξο: ἐπιχειρεῖται ἐκ τῶν ἔσω μία ἀνατροπὴ καὶ ἡ διαβρωτικὴ αὐτὴ διαδικασία εἶναι ἱκανὴ νὰ προκαλέσει ἀδιόρθωτη ζημία σὲ ψυχὲς ἀθάνατες, ἄν δὲν καταβληθεῖ προσπάθεια ἀποσοβήσεως τοῦ κακοῦ ἀπὸ ὅσα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας ζοῦν καὶ διακρατοῦν τὴν Πίστη καὶ Παράδοση Αὐτῆς.


Κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, τοὺς ἀληθινοὺς Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητὲς τοῦ θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, μόνον ἀκολουθῶντας τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων, φθάνουμε στὴν ἐν Χριστῷ τελείωση. Τὴν θεία Παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων Πατέρων εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ διαφυλάξουμε ἀκέραιη καὶ ἀμόλυντη («ἄτρωτόν τε καὶ ἀδιάστροφον») ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (βλ. Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Μικρὰ Κατήχησις [51], ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 142).


Γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ τοῦτο ἀπαιτεῖται «ὀχύρωση», βιωματικὰ καὶ γνωστικά, στὸν Κανόνα Πίστεως καὶ Παραδόσεως, στὴν Ἀποστολοπαράδοτη διδασκαλία τῶν Πατέρων μας. Γιὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς κατ’ ἐξοχὴν Συνόδου τῆς Παραδόσεως, τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἀφαίρεση οὔτε προσθήκη στὴν Παράδοση ποὺ φυλάσσεται στὴν Καθολικὴ (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία, διότι ὅποιος προσθέτει ἤ ἀφαιρεῖ κάτι ἀπειλεῖται μὲ τὴν μεγαλύτερη τιμωρία κατὰ τὴν θεία Γραφή: «ἐπικατάρατος ὁ μετατιθεὶς ὅρια» (Δευτ. 27:17).


τσι, οἱ Πατέρες Αὐτῆς διακηρύσσουν μὲ σθένος, ὅτι διαφυλάττουμε ἀμετακίνητα ὅλες τὶς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ὁρίσθηκαν γραπτῶς ἤ προφορικῶς, βαδίζοντες τὴν βασιλικὴ ὁδὸ καὶ ἀκολουθοῦντες τὴν Ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία. Καὶ ἀναφωνοῦν μὲ γενναία καὶ ἀτρόμητη παρρησία, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ὑποτιμοῦν ὁποιαδήποτε Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, εἴτε καταγεγραμμένη εἴτε προφορική, εἶναι ἄξιοι ἀναθεματισμοῦ!


ντὸς αὐτοῦ τοῦ παραδοσιακοῦ καὶ ἀγωνιστικοῦ πλαισίου κινοῦνται καὶ κατανοοῦνται τὰ κείμενα καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐτησίου τεύχους τοῦ ἀνὰ χεῖρας Περιοδικοῦ μας, ἐν σχέσει μὲ τὸ Ἡμερολογιακὸ θέμα, τὸ ὁποῖο πρὸ αἰῶνος συντάραξε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐπέφερε μεγάλη δοκιμασία στὶς ψυχὲς τοῦ Πληρώματος Αὐτῆς. Τὸ ὅτι προκλήθηκε ρῆγμα στὴν ἱερὰ Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξ αἰτίας τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο, διότι τὸ ὁμολόγησαν ἀκόμη καὶ Πατριάρχες ποὺ ἀντιτάχθηκαν, ὅπως καὶ μεγάλο μέρος Κλήρου καὶ Λαοῦ, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ποὺ προέκυψε ἦταν ἄκρως θλιβερὸ καὶ ψυχόλεθρο.


Μέχρι σήμερα τὸ θέμα ταλανίζει τοὺς πιστούς, διότι ἔχει ὑπεραποδειχθεῖ, ὅτι ἡ Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση ἀπέβλεπε στὸν «ἐκσυγχρονισμὸ» τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου καὶ ὄχι κατὰ Θεόν, καὶ μάλιστα βάσει προγράμματος εὐθυγραμμίσεως σὲ πολιτικὲς ὑποδείξεις καὶ σὲ φιλαιρετικὲς σκοπιμότητες καὶ βλέψεις.


ἀναφανεῖσα καὶ ἀναπτυχθεῖσα ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατακυριεύει καὶ καταδυναστεύει τοὺς πολλοὺς κατ’ ὄνομα Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, καὶ οἱ παράνομοι καὶ τυραννικοὶ ἡγέτες τους, ἐπικαθήμενοι σὲ θρόνους περιωπῆς, ποὺ ἄλλοτε στόλισαν Ἅγιοι καὶ Ὁμολογητὲς τῆς Πίστεως, ἀπαιτοῦν τὴν ὑποταγὴ πάντων στὰ ἄνομα προστάγματά τους, ἀπειλοῦντες καὶ τιμωροῦντες/διώκοντες μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον τοὺς καλῶς καὶ θεοπρεπῶς ἀνθισταμένους στὴν καταστροφική τους ὁδό.


Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν παρωδία, κάποιοι πιστοὶ ποὺ ἔχουν μέσα τους σπίθα θείου ζήλου καὶ κατανοοῦν τὴν πραγματικότητα, συνήθως εὐνουχίζονται ἐπιδέξια μὲ τὸ ἄλλοθι τῆς ἀνακηρύξεως ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς κάποιων γνωστῶν Γερόντων τοῦ 20οῦ αἰῶνος ὡς Ἁγίων, ὥστε νὰ ἀποδείξουν ὅτι αὐτοὶ διαχειρίζονται δῆθεν ὀρθῶς τὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουν τὴν δῆθεν στήριξη σὲ τοῦτο ὁσιακῶν μορφῶν, πρὸς παραπλάνησιν τῶν πολλῶν.


πειδὴ αὐτὴ ἡ τακτικὴ ὅπως φαίνεται ἔχει ἀρκετὴ ἐπιτυχία στοὺς σημερινοὺς χλιαροὺς καὶ ἄνευρους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι προτάσσουν λανθασμένα τῆς θείας Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας τὶς δῆθεν θεῖες πληροφορίες χαρισματούχων Γερόντων, ἔστω καὶ ἄν αὐτὲς ἔρχονται σὲ ἀντίθεση ἤ ἀντίφαση μὲ τὴν ὄντως Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, δημοσιεύεται ἐνδεικτικὰ τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ παρόντος τεύχους σχετικὰ μὲ τὸν γνωστὸ Γέροντα Ἰωσὴφ τὸν Σπηλαιώτη (†1959) καὶ τὸ Ἡμερολογιακὸ θέμα.


Τὸ κείμενο τίθεται στὴν ἑνότητα τῶν «Ἱστορικῶν Κειμένων», βασισμένο σὲ ἀρχειακὲς πηγὲς καὶ περιστατικά, ὥστε νὰ ἐξαχθοῦν τὰ ἀνάλογα συμπεράσματα. Στὴν ἑνότητα «Μορφὲς» παρουσιάζεται ἐπιγραμματικὰ ἕνας ταπεινὸς καὶ ἀθόρυβος Κληρικὸς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος ἔδρασε ἀποτελεσματικὰ καὶ ἀγωνιστικὰ στὴν Βόρεια Ἑλλάδα, ὁ μακαριστὸς π. Στυλιανὸς Μουσᾶς (†1979), κοιμηθεὶς σχετικὰ νέος ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ καθήκοντος. Ἡ σεπτὴ μορφή του ὄντως διδάσκει καὶ παραδειγματίζει.


Στὰ «Ἐπίσημα Κείμενα» δημοσιεύονται δύο διαμαρτυρίες τοῦ Συλλόγου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Θεσσαλονίκης τοῦ 1927, σχετικὰ μὲ τὴν παρεμπόδιση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου μὲ τὸ Πάτριο, ὅπως καὶ τὴν ἐξορία στὴν Θεσσαλονίκη εἰκοσάδος περίπου Ἁγιορειτῶν Σκητιωτῶν Πατέρων, λόγῳ μὴ μνημονεύσεως τοῦ Καινοτόμου Πατριάρχου τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείφθηκαν κυριολεκτικὰ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ «φοβερὸ παράπτωμά» τους!


ζῆλος τῶν ὑπερμάχων τῶν Πατρίων ἦταν μεγάλος καὶ ὑπερνικοῦσε κάθε ἀνθρώπινο φόβο, ἡ δὲ παρανομία τῶν ἐνόχων στηλιτευόταν εὐθαρσῶς. Στὰ «Ἄρθρα καὶ Δημοσιεύματα στὸν Τύπο» παραθέτουμε ἐκτενὲς σημαντικὸ κείμενο τοῦ 1926 ἀπὸ τὸν Βουλευτὴ Λακωνίας Δημ. Πετρακάκο, Νομικὸ μὲ εἰδίκευση στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο καὶ τὶς Πολιτικὲς Ἐπιστῆμες. Τὸ περιεχόμενό του, ἐνημερωτικό, ἀπολογητικὸ καὶ πολὺ καλὰ τεκμηριωμένο, ἀποδομεῖ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Μεταρρυθμιστῶν καὶ καλεῖ σὲ διόρθωση τοῦ προσφάτως τότε διαπραχθέντος ἡμαρτημένου.


κόμη, στὶς Ἐκδόσεις τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων τοῦ ἔτους 1933, παρουσιάζονται κάποια ἄγνωστα ἐν πολλοῖς ἔργα Ἀγωνιστῶν τῆς Ἀληθείας, Κληρικῶν, Μοναχῶν καὶ Λαϊκῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ γυναικῶν. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀκόμη καὶ ποιητικά, καὶ παρατίθενται χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματά τους. Δι’ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται ἡ γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ Πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, βάσει τῆς ὁποίας ἐκτίθεντο οἱ θεῖες Ἀλήθειες καὶ ἀντιμετωπίζοντο οἱ νεωτεριστικὲς ἐπιβουλές.


Τὸ σημαντικὸ ἀρχειακὸ-ἱστορικὸ ὑλικό, τὸ ὁποῖο παρουσιάζεται μὲ φιλαλήθεια καὶ κάθε δυνατὴ ἐπιμέλεια στὸ παρὸν τεῦχος μας, προστίθεται στὴν διάσωση Μαρτυριῶν καὶ Ἀγώνων ὑπὲρ Πίστεως. Ἡ ὑπενθύμιση αὐτῶν τῶν σημείων καὶ μνημείων τῆς Παραδόσεώς μας, ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς σήμερα μία πρόσκληση καὶ μία πρόκληση. Θὰ πρέπει προφανῶς νὰ ἀποδείξουμε στὴν πραγματικότητα ὅτι εἴμαστε ἄξιοι συνεχιστὲς ἱερῶν Προγόνων ἐν τῇ Πίστει. Σήμερα, καὶ ἡ Οἰκουμενιστικὴ ἀποστασία καλπάζει ἀνυποχώρητα, ἀλλὰ καὶ νέες σοβαρὲς δοκιμασίες τίθενται ἐνώπιόν μας, οἱ ὁποῖες κρίνουν τὴν πίστη καὶ τὸ ζῆλο μας καὶ ἀπαιτοῦν παραδοσιακὴ καὶ διακριτικὴ ἀντιμετώπιση.


ἐπιδημία τοῦ λεγομένου κορωνοϊοῦ ἔχει ἀνατρέψει τὰ πάντα στὴν σύγχρονη κοινωνία. Μάλιστα, μὲ τὴν εὐλογοφανῆ δικαιολογία προστασίας τῆς δημόσιας ὑγείας, οἱ ἰθύνοντες τῆς Πολιτείας εἰσῆλθαν ἀνεπίτρεπτα καὶ ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν, προκειμένου νὰ ἐπιβάλλουν μέτρα ὅμοια ἤ καὶ πιὸ αὐστηρὰ ἀπὸ ἄλλους κοινοὺς χώρους ἀνθρωπίνων συναθροίσεων. Ἡ ἀντιμετώπιση αὐτὴ δηλώνει πλήρη ἄγνοια τῶν θεολογικῶν καὶ πνευματικῶν ἀρχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ παραβλέπει καὶ ἀμφισβητεῖ ἀνοικτῶς καὶ σαφῶς τὴν Ἁγιοπνευματικὴ Ζωὴ καὶ Παράδοσή της καὶ πλήττει εὐθέως τὴν ἱερότητά της.


ἐκκοσμικευτικὴ καὶ ἱερόσυλη αὐτὴ ἐπιβουλὴ ἀποτελεῖ μία ἰσχυρὴ κρίση γιὰ ὅλα τὰ Μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν πολλοῖς πρωτόγνωρη καὶ ἀδιανόητη κατάσταση ποὺ διαμορφώνεται, ἀπαιτεῖ σθεναρὴ ἀπόδειξη τῆς Πίστεώς μας, διὰ τῆς Ὁμολογίας αὐτῆς μὲ θυσιαστικὴ ἕως καὶ μαρτυρικὴ διάθεση. Εἴθε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποδειχθοῦμε φύλακες ἀκλινεῖς τῆς Παραδόσεώς μας, ἐντὸς τοῦ χαρισματικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βιώματος, καὶ ὄχι ἀνεπαρκεῖς καὶ ἀπορριπτέοι Οἰκονόμοι τοῦ Οἴκου τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ!



Ἐκ τῆς Συντάξεως 

Δεκέμβριος 2020



Εκ του ορθοδόξου περιοδικού 
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
 ''Αρχείον του Ιερού Αγώνος'', 
Περιοδική Έκδοσις για την Ιστορία του Ιερού Αγώνος,
σελ. 1-6, τεύχος 10, έτος 2020
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ




Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ (2021)




Ιερός Ναός Παναγίας Προυσιωτίσσης Αγίας Παρασκευής Αττικής


ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ





Θα θυμούνται οι παλαιότεροι πως όταν εισερχόσουν σε ένα σχολείο ή έμπαινες σε μια αίθουσα διδασκαλίας, στους τοίχους αντίκριζες αναρτημένες ζωγραφιές ηρώων του Εικοσιένα ή ρητά, κυρίως από αρχαίους συγγραφείς και το Ευαγγέλιο.


Όσοι τα προλάβαμε αυτά έχουμε ανεξίτηλα αποτυπωμένες στην μνήμη μας τις μορφές των αγωνιστών ή ακόμη θυμόμαστε το «γνώθι σαυτόν» και το «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».


Όλα αυτά βέβαια εξοβελίστηκαν, όταν ξεκίνησε ο εξευρωπαϊσμός μας, όπως ευφυώς βαπτίστηκε η μετάλλαξη του Έλληνα σε γραικύλου. Και αν προβάλλεις την έξοχη παιδαγωγική τους αποστολή – θα αναφερθούμε παρακάτω- θα σε… σε αποστομώσουν με το εξής υψιπετές επιχείρημα οι ημιμαθείς τενεκέδες: «μα σε ποιον αιώνα ζούμε;». Μάλιστα.


Δηλαδή, οι πατεράδες και οι παππούδες μας που ζούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν βάρβαροι και απολίτιστοι και εμείς ξεχειλίζουμε από πολιτισμό και ευγένεια. Οι γιαγιάδες μας που τηρούσαν τις νηστείες, που έκαμαν μετάνοιες στην Παναγία, μπροστά στο ακοίμητο καντήλι της, ήταν μες στα σκοτάδια. (Συνήθιζε μια γιαγιά που έπινε καφέ με τις φιλενάδες της, να λέει: πάω να ετοιμάσω και τον «καφέ της Παναγίας μας». Και έπαιρνε το θυμιατό και θύμιαζε το εικόνισμά της και μοσχοβολούσε ο τόπος).


Οι γιαγιάδες μας που δεν ξαναπαντρεύονταν, όταν σκοτώνονταν οι λεβέντες άντρες τους στα πεδία των μαχών υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και απελευθερώνοντας τα σκλαβωμένα αδέλφια τους, σαν την Ναταλία Μελά, σαν την προγιαγιά μου, που «χάθηκε», αγνοείτο, ο άντρα της στην Μικρά Ασία, το 1922, αυτές λοιπόν η αληθινές Ρωμιές ζούσαν σε «μεσαίωνες» και εμείς ζούμε στον αιώνα των φώτων.


Δεν βλέπουμε γύρω μας τι γίνεται; Πολιτισμός με περίζωμα την ηθική ασχήμια είναι δυνατόν να υπάρξει; Ρωτούσε ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του: «Και τι το τέλος(=σκοπός) εκάστης κοινωνίας;». (1289α). Και απαντά ο ίδιος: «Ζην ευδαιμόνως και καλώς», που τα δυο τους συναιρούνται στην αρετή, το «ευ ζην». «Ουκ άρα τειχών ουδέ τριήρων, ουδέ νεωρίων δέονται οι πόλεις ει μέλλουσιν ευδαιμονήσειν, ουδέ πλήθους ουδέ μεγέθους άνευ αρετής», δηλαδή, οι πολιτείες δεν ευημερούν με καράβια και κτίσματα ούτε εξαιτίας του πλήθους και του μεγέθους τους, αλλά με την αρετή. (1295α).


Παιδεία της αρετής ήταν και η παιδεία της αρχαίας πόλης, κατόρθωμα που συνεχίστηκε για αιώνες σε τούτα εδώ τα χώματα, ως που κατέπεσαν πάνω της τα ξεσκλίδια της ψευτοπροοδευτικότητας, «για να κάνει τους Έλληνες ίσους στη συμφορά, να τους ισοπεδώσει στην δυστυχία». Ιω Γιαννόπουλου, «Πολιτεία και ήθος», Αθήνα 1983, σελ.221).


Και για να φτάσουμε από την παιδεία της αρετής στην παιδεία της… αρπαχτής, πλην των άλλων παραγόντων – έκπτωση του διδασκαλικού αξιώματος, διασυρμός του σχολικού βιβλίου-έπρεπε να αποσυρθούν από τις σχολικές αίθουσες και οι εικόνες των ανθρώπων που πραγμάτωσαν την αρετή: οι ήρωες και οι σοφοί. Μια ιδιότυπη εικονομαχία που κυριαρχεί στην παιδεία.


Γιορτάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, την αναστήλωση των ιερών εικόνων. Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια τα γνωστά, σκοτεινά κέντρα των χριστομάχων, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του λεγόμενου ουδετερόθρησκου σχολείου, βάλθηκαν να αποκαθηλώσουν από τις σχολικές τάξεις, μετά τους ήρωες, και τις εικόνες.


Στα σχολικά βιβλία Γλώσσας, οι σύγχρονοι Εικονομάχοι, σχεδόν πέτυχαν τον εξοβελισμό της ορθόδοξης αγιογραφίας. Μετά βίας σ’ όλα τα βιβλία Γλώσσας του Δημοτικού θα συναντήσεις 5-6 εικόνες. (Ακόμη και στις εορταστικές ενότητες- Χριστούγεννα, Πάσχα -παρελαύνουν οι φραγκοζωγραφιές, κάρτες, αυγά και χιονάνθρωποι, ενώ δεν θα βρεις, για παράδειγμα, εικόνα της Γέννησης του Χριστού στο κεφάλαιο για τα Χριστούγεννα της Ε’ Δημοτικού).


Κατ’ αυτούς το λιτό, «ανεξίκακον και αθεάτριστον» της βυζαντινής αγιογραφίας, δεν συνάδει με την παιδική ηλικία. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Χρησιμοποιώντας την εξαίρετη έκδοση της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέας, «τι ξέρεις εσύ για τις εικόνες» σημειώνουμε, εν περιλήψει, τα εξής:


Αν βάλουμε το παιδί να ζωγραφίσει π.χ. ένα δέντρο, εκείνο θα ακολουθήσει φυσικότατα τη βυζαντινή ζωγραφική. Θα ζωγραφίσει το δέντρο με κάθε του φύλλο χωριστά, ευδιάκριτα, τον κάθε καρπό ολόκληρο, συγκεκριμένο. Διότι το παιδί έχει έμφυτη την αίσθηση της ενότητας, ενώ η δυτική τέχνη, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της την αποσπασματικότητα, του δημιουργεί διλήμματα.


Το παιδί δηλαδή δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι μισό, π.χ. ένα σπίτι ή ένα βουνό μισό και το άλλο μισό να χάνεται μέσα στη σκιά. Στο παιδικό σχέδιο, όπως και το βυζαντινό, όλα φαίνονται, όλα παρατίθενται. Όλα τα φύλλα είναι πάνω στα δέντρα, τίποτε δεν είναι πεσμένο κάτω.


Επίσης το παιδί δεν δεσμεύεται από τους νόμους της οπτικής και της προοπτικής. Αν του πεις να ζωγραφίσει την οικογένειά του, θα ζωγραφίσει μεγαλύτερο τον πατέρα, λίγο μικρότερη τη μητέρα και τα παιδιά ακόμη μικρότερα. Θα ζωγραφίσει δηλαδή αξιολογικά, όπως κάνει και η βυζαντινή τέχνη. Έχουμε δει εικόνες στις οποίες το πρόσωπο που κυριαρχεί, ζωγραφίζεται μεγαλύτερο.


(Η Θεοτόκος στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού, ο Παύλος και ο Πέτρος στην εικόνα της Πεντηκοστής). Ζωγραφίζονται μεγαλύτεροι αξιολογικά, σύμφωνα με την πνευματική προοπτική. Ένα άλλο σημείο ταυτίσεως παιδικού σχεδίου και βυζαντινού, είναι η «θέα των αθεάτων». Η βυζαντινή εικόνα ιστορεί, όχι μόνο τα θεατά, αλλά και τα αθέατα ακόμη, πράγμα που δεν μπορεί να το κάνει η δυτική φαινομενοκρατική τέχνη.


Π.χ. στην εικόνα της ιάσεως του Παραλυτικού του Ευαγγελίου, εικονίζονται έξω από το σπίτι όσα διαδραματίζονται μέσα στο σπίτι, του οποίου οι άνθρωποι που μετέφεραν τον Παραλυτικό διέρρηξαν τη στέγη. Επειδή δεν ήταν δυνατόν να παρουσιαστούν καταλεπτώς τα γεγονότα, αν ζωγραφίζονταν μέσα στο σπίτι και θα παρέμεναν αθέατα, η βυζαντινή τέχνη βρίσκει αυτή τη λύση, τα παρουσιάζει σαν να διαδραματίζονται έξω. Ή σαν να γίνονται διάφανοι οι τοίχοι και να αποκαλύπτονται όλα.


Το ίδιο κάνει και το παιδί στη ζωγραφική του. Η θέα των αθεάτων είναι πολύ φυσική για το παιδί, γιατί μέσα του έχει μία ολοκληρωμένη θεώρηση του κόσμου, που δεν δεσμεύεται από τους νόμους της προοπτικής. Έτσι, αν το βάλεις να ζωγραφίσει το σπίτι του, το ζωγραφίζει σαν διάφανο. Οι άνθρωποι, τα έπιπλα, τα λουλούδια, είναι θεατά. Οι τοίχοι δεν εμποδίζουν τη θέα και της πιο μικρής λεπτομέρειας.


Ή αν του πεις να ζωγραφίσει τη θάλασσα, θα τη ζωγραφίσει έτσι ώστε τα ψάρια όλα ναι είναι ορατά, όπως το κάνει και η βυζαντινή τέχνη στην εικόνα της Βάπτισης. Είναι φανερό λοιπόν ότι η τέχνη αυτή είναι πολύ οικεία στο παιδί, δεν του δημιουργεί διλήμματα, δεν το κοντράρει και το ωριμάζει με τα μυστικά μηνύματα που του εμπνέει η αισθητική της: Ότι δηλαδή όλη η κτίση είναι δώρο του Δημιουργού.


Όλα είναι καμωμένα «καλά λίαν». Όλα είναι συμφιλιωμένα μεταξύ τους, και το όλο και το επί μέρους, η ηρεμία, η ειρήνη και η αρμονία ξεχύνονται από τη συνύπαρξή τους. Και έτσι το δοξολογικό βίωμα κτίζεται μυστικά και υπαρξιακά στην παιδική ψυχή.



Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς



Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (2002) - Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ




Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής:

 http://www.agioskyprianos.org


Ο ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ - ΑΓΑΠΗ, ΜΟΙΡΑΣΜΑ, ΠΡΟΣ ΦΟΡΑ


 
τρόπος ὕπαρξης ποὺ βασίζεται στὸ «νὰ ἔχεις», ἡ στάση ζωῆς ποὺ ἐπικεντρώνεται στὴν ἰδιοκτησία καὶ στὸ κέρδος, παράγουν ἀναπόφευκτα τὴν ἐπιθυμία –καὶ μάλιστα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα– γιὰ ἐξουσία. 


Προκειμένου νὰ ἀσκήσουμε ἔλεγχο ἐπάνω σὲ ἄλλες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐξουσία γιὰ νὰ σπάσουμε τὴν ἀντίστασή τους.


Προκειμένου νὰ διατηρήσουμε τὸν ἔλεγχο στὴν ἰδιοκτησία μας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐξουσία γιὰ νὰ τὴν προστατεύσουμε ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς τὴν πάρουν, διότι, ὅπως καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, δὲν θεωροῦν ποτὲ πὼς ἔχουν ἤδη ἀρκετά.


ἐπιθυμία νὰ κατέχουμε ἰδιοκτησία παράγει καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ χρησιμοποιήσουμε βία γιὰ νὰ ληστεύσουμε τοὺς ἄλλους, εἴτε μὲ ἄμεσο εἴτε μὲ ἔμμεσο τρόπο.


Γενικὰ, ὑπάρχοντας μὲ τὸν τρόπο τοῦ «νὰ ἔχεις», ἡ εὐτυχία τοῦ ἀτόμου ἔγκειται στὴν ὑπεροχή του ἐπάνω στοὺς ἄλλους, στὴν ἐξουσία του καί, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, στὴν ἱκανότητα του νὰ κατακτήσει, νὰ ληστεύσει, νὰ σκοτώσει.


Στὸν ἀντίποδα βρίσκεται ὁ τρόπος τοῦ «νὰ εἶσαι», ὅπου ἡ εὐτυχία τοῦ ἀτόμου ἔγκειται στὴν ἀγάπη, στὸ μοίρασμα, στὴν προσφορά...


Στὴν περίπτωσι αὐτή, ὁ μοναδικὰ γνήσιος τρόπος ὕπαρξης εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικὸς τρόπος ζωῆς, ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ ζωή ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ζωή.




Ὁ Ἐρανιστής

 † ὁ Μητροπολίτης Κυπριανός 

7.3.2021 ἐκ. ἡμ.

† Θεοδώρου Τήρωνος Θαῦμα κολλύβων 

† Ἁγίων Ἱερομαρτύρων Ἐφραίμ, Βασιλέως, Εὐγενίου, Ἀγαθοδώρου, Ἐλπιδίου, 
Καπίτωνος καί Αἰθερίου τῶν ἐν Χερσῶνι ἐπισκοπησάντων.

Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής 
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών:

Print Friendly and PDF