ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ






«ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»
 (Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).



Κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο, ἡ ᾿Εκκλησία μνημονεύει τήν εἰς ῞ᾼδου κάθοδον τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Οτι δηλαδή, κατά τίς τρεῖς ἡμέρες μετά τόν θάνατό Του καί μέχρι τῆς ἀναστάσεώς Του, ὁ Κύριος κατῆλθε στόν ῞ᾼδη, στόν τόπο, ὅπου εὑρίσκονταν φυλακισμένες οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κήρυξε καί, στή συνέχεια, μέ θεϊκή ἐξουσία ἀνέστησε καί ἐλευθέρωσε τίς ψυχές καί κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τά ταμεῖα τοῦ ζοφεροῦ αὐτοῦ τόπου. 1. ῾Η προσδοκία τοῦ διαβόλου ἦταν, ὅτι τελικά θά μποροῦσε νά κρατήσει ἕνα μέρος τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ ὑπό τήν ἐξουσία του. Αὐτός ἦταν ὁ ῞ᾼδης. 


Ο ῞ᾼδης δέν εἶναι τόπος, ἀλλά τρόπος ζωῆς τῶν πνευμάτων. Εἶναι δέ ὡς τρόπος καί κατάστασις ζωῆς ἀντίθετος τοῦ Παραδείσου. ᾿Εάν στόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐτυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τόν Θεό, στόν ῞ᾼδη ζεῖ δυστυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τούς διαβόλους. Στόν ῞ᾼδη κατέρχονταν ὅλοι οἱ ζῶντες. ᾿Εκεῖ δέν μποροῦσαν νά αἰνοῦν πιά τόν Θεό, νά ἐλπίζουν στήν δικαιοσύνη Του, στήν πιστότητά Του. Πρόκειται γιά μία ὁλοκληρωτική ἐγκατάλειψι. Σ᾿ αὐτόν τόν τραγικό χῶρο τῆς δυστυχίας καὶ ἀπελπισίας, κατέβηκε ὁ Χριστός γιά νά ἐλευθερώσει τούς αἰωνίους αἰχμαλώτους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονταν ἐκεῖ παρά τήν θέλησί τους. Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε τήν δύναμι καί τήν χαρά τοῦ διαβόλου, ὅτι εἶχε τήν δύναμι, μποροῦσε, νά ἐμποδίσει τούς δικαίους νά ζήσουν μέ τόν Θεό. Αὐτή τήν ἀδικία ἐπισημαίνει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ὅταν γράφει· «᾿Αλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Μωσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας» (Ρωμ. ε´ 14).


Ο ῞ᾼδης δέν ταυτίζεται μέ τήν κόλασι. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός κατέβηκε στόν ῞ᾼδη, ὁ καταδικασμένος πηγαίνει στήν κόλασι. Οἱ θύρες τοῦ ῞ᾼδη, ὅπου κατέβηκε ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἄνοιξαν, γιά νά μπορέσουν νά διαφύγουν οἱ αἰχμάλωτοί του, ἐνῶ, ὅταν ὁ κολασμένος κατεβαίνει στήν κόλασι, ἡ πόρτα της κλείνει πίσω του αἰωνίως καί δέν θά ἀνοίξει ποτέ. ῾Ο ῞ᾼδης καί ἡ κόλασις εἶναι τό βασίλειο τοῦ θανάτου καί, χωρίς τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, δέν θά ὑπῆρχε στόν κόσμο παρά μιά μόνο κόλασις καί ἕνας μόνο θάνατος, ὁ θάνατος μέ τήν ἀπεριόριστη δύναμί του. ᾿Εάν ὑπάρχει «δεύτερος θάνατος» (᾿Αποκ. κα´ 8), ξεχωριστός ἀπό τόν πρῶτο, εἶναι ἐπειδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός συνέτριψε μέ τό θάνατό Του «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (῾Εβρ. β´ 14-15).


Τήν κάθοδο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη ἑορτάζει καί πανηγυρίζει ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο. «Τοῦτό ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον». ῾Η θεολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας φωτίζει ἐπαρκῶς τό θέμα αὐτό, τό ὁποῖο ἀφορᾶ ὅλους μας. 2. ῾Η κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη εἶναι ἕνα ἄρθρο πίστεως, καί εἶναι πράγματι ἕνα βέβαιο δεδομένο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ῾Ο χριστολογικός κανόνας τοῦ ῎Ορθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου εἶναι ὕμνος, τραγούδι γιὰ τόν νεκρωμένο Θεό. ᾿Εάν «ὁ Θεὸς ἀνέστησε τὸν ᾿Ιησοῦν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πράξ. β´ 24), εἶναι ἐπειδή τόν βύθισε ἀρχικά στόν ῞ᾼδη, ἀλλά χωρίς ποτέ νά τόν ἐγκαταλείψει ἐκεῖ (πρβλ. Πράξ. β´ 31). ᾿Εάν ὁ Χριστός, στό μυστήριο τῆς ᾿Αναλήψεως, «ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι ἐπειδή «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς». ῎Επρεπε νά γίνει αὐτή ἡ φοβερή κάθοδος, γιά νά μπορέσει ὁ Χριστός νά «πληρώσῃ τὰ πάντα» καί νά βασιλεύσει ὡς Κύριος στό Σύμπαν (πρβλ. ᾿Εφεσ. δ´ 6).


Η χριστιανική πίστις ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος στόν οὐρανό μετά τήν ἀνάβασί Του ἀπό τούς νεκρούς (Ρωμ. ι´ 6-10). «῞Ινα σου τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, καταπεφοίτηκας, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆςϜ », ψάλλουμε τήν λαμπρά καί φωταυγῆ νύκτα τοῦ Μ. Σαββάτου. Τό τίμημα τῆς ταφῆς τοῦ Κυρίου γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν ἡ ἀφθαρσία καί ἡ καινοποίησι τῆς φύσεώς του.


῞Οπως ἡ φθορά ὑπῆρξε τό τίμημα τῆς ἁμαρτίας, ὡς νέκρωσις καί χωρισμός ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ ἀφθαρσία ὑπῆρξαν ὁ εἰδικός καρπός τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. 


Ο Χριστός μέ τόν θάνατο καί τήν ταφή Του ἀφαίρεσε τά ράκη τῆς φθορᾶς, τά ὁποῖα εἶχαν στοιβαχθεῖ σ᾿ αὐτήν ἀπό τήν παράβασι τοῦ ᾿Αδάμ καί ἔσβηναν τήν ὀμορφιά της· καί μέ τό αἷμα Του ἔπλυνε τό πλάσμα Του ἀπό τό μίασμα τῆς ἀρχαίας παρακοῆς, ἀφάνισε τήν δυσωδία τοῦ θανάτου, τήν ὁποία ἀπέπνεε τό πτῶμα τῆς ἁμαρτίας, ἐκούφισε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀπό τό βάρος τῆς ἀποστασίας του καί ἔκαμε ν᾿ ἀστράψει καί πάλι ἡ φύσις, νά ζωντανέψουν οἱ θεοειδεῖς χαρακτῆρες, νά λάμψει καί πάλι ἡ ἀρχέγονος ὀμορφιά της, ἐνδεδυμένη τήν ἄφθαρτη δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ὑπέρτατο λυτρωτικό ἀγαθό, τήν ἀφθαρσία δηλαδή καὶ τήν ἀθανασία, τό ὁποῖο κορυφοῦται στήν ἔνδοξη ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ψάλλει μέ ρίγη ἱερᾶς συγκινήσεως καί ἀνεκλάλητης χαρᾶς ἡ ᾿Ορθοδοξία. 3. ῾Η κάθοδος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη ὑπῆρξε θεοπρεπής καί ἔνδοξος. ῾Ο Κύριος πραγματοποίησε δύο καθόδους. Κατῆλθε ἀπό ψηλά ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ, τό πρῶτον. 


Καί κατῆλθε μέ ταπείνωσι καί πτωχεία. Δεύτερον, κατῆλθε ἀπό τήν γῆ στά βασίλεια τοῦ ῞ᾼδη. ᾿Εκεῖ ὅμως κατέβηκε παντοκρατορικά, μέ ὅλη τήν «ἄστεκτη» δυναστεία Του, ἐξουσιαστικῶς. Τόν εἶδαν οἱ δαίμονες καί τρόμαξαν. Τόν εἶδαν οἱ δίκαιοι καί ἀναπήδησαν μέ χαρά καί ἀγαλλίασι. ῾Ο ἅγιος ᾿Επιφάνιος, ᾿Επίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, στόν θεολογικώτατο λόγο του «Τῶ ἁγίῳ καί μεγάλῳ Σαββάτῳ» περιγράφει αὐτόν τόν θεοπρεπέστατο τρόπο τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν ῞Αδη· «Χθὲς (ἐννοεῖ τήν Μεγ. Παρασκευή) συνέβαινον τὰ τῆς οἰκονομίας, σήμερον τὰ τῆς ἐξουσίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀσθενείας, σήμερον τὰ τῆς αὐθεντίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος, σήμερον τὰ τῆς θεότητος ἐνδείκνυται. Χθὲς ἐρραπίζετο, σήμερον τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος τὸ τοῦ ῞ᾼδου ραπίζει οἰκητήριον. Χθὲς ἐδεσμεῖτο, σήμερον ἀλύτοις δεσμοῖς καταδεσμεῖ τὸν τύραννον. Χθὲς κατεδικάζετο, σήμερον τοῖς καταδίκοις ἐλευθερίαν χαρίζεται. Χθὲς ὑπουργοὶ τοῦ Πιλάτου αὐτῷ ἐνέπαιζον, σήμερον οἱ πυλωροὶ τοῦ ῞ᾼδου ἰδόντες αὐτὸν ἔφριξαν… 


Ο χθὲς τοίνυν οἰκονομικῶς τὰς λεγεῶνας τῶν ᾿Αγγέλων παραιτούμενος· σήμερον θεοπρεπῶς ὁμοῦ τε καὶ πολεμικῶς, καὶ δεσποτικῶς κάτεισι κάτω τοῦ ῞ᾼδου καὶ θανάτου. ῾Ως γοῦν τὰ παντόθυρα, καὶ ἀνήλια, καὶ ἀνέσπερα τοῦ ῞ᾼδου δεσμωτήρια καὶ οἰκητήρια ἡ θεόδημος τοῦ Δεσπότου κατέλαβεν αἰγληφόρος παρουσία, προφθάνει πάντας Γαβριήλ ἀρχιστράτηγος καὶ βοᾶ τό ῎Αρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν. Καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι.῞Αμα αἱ ἀγγελικαί δυνάμεις ἐβόησαν, ἅμα αἱ πύλαι ἐπάρθησαν, καὶ αἱ ἁλύσεις ἐλύθησαν, ἅμα οἱ μοχλοὶ κατεκλάσθησαν, ἅμα τὰ κλεῖθρα ἐξέπεσαν, ἅμα τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου ἐδονήθησαν, ἅμα αἱ ἐνάντιαι δυνάμεις εἰς φυγὴν ἐτράπησαν, ἔφριξαν, ἐσαλεύθησαν, κατεπλάγησαν, ἐταράχθησαν, ἠλλοιώθησαν, ἐθροήθησαν, ἔστησαν ὁμοῦ καὶ ἐξέστησαν, ἠπόρησαν ὁμοῦ καὶ ἐτρόμαξανϜ ᾿Εκεῖ γὰρ τότε διέκοψε Χριστός ἐν ἐκστάσει κεφαλὰς δυναστῶν» (ΒΕΠΕΣ 77, σελ. 151 & ἑξῆς, ἐκδ. ᾿Αποστολικῆς Διακονίας).


᾿Εδεήθημεν Θεοῦ σαρκουμένου καί νεκρουμένου», θεολογεῖ ἡ ποικίλη μοῦσα τῆς δικῆς μας αὐλῆς, τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, γιά νά μπορέσουμε νά ζήσουμε. Αὐτός μᾶς ζύμωσε μέ τήν θεότητά Του, μᾶς ἐνέδυσε τήν θεία εὐπρέπεια, μᾶς λάμπρυνε μέ τήν τριαδική δόξα Του, μᾶς χάρισε τήν ἀνάστασι καί τήν ζωή. «῾Ως ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος ὄντως καὶ παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστὲ ὁ τάφος σου, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως».




ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΡΙΧΝΟΥΝ ΤΟΥΦΕΚΙΑ ΤΗΝ ΛΑΜΠΡΗ




Τώρα λοιπόν, αδελφοί μου Χριστιανοί, σας βαστά η ψυχή σας, αντί να ευχαριστήτε και να δοξάζετε τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Θεό και Πατέρα και Πλάστη σας, εσείς να τον ατιμάζετε και να τον υβρίζετε με τα διαβολικά έργα που κάνετε τις ημέρες της Ανάστα­σής Του; Αυτός να πάθη τόσα και τόσα, για να θανατώση την αμαρτί­α, και εσείς πάλι να την ζωντανεύετε; Αυτός να αναστηθή, για να σας αναστήση από τα κακά, και εσείς πάλι να γκρεμίζεσθε σε αυτά; 


Και πότε; Σε εκείνες τις ίδιες ημέρες που αυτός σας ανέστησε. Ω μεγάλη αχαριστία! Ω ανήκουστη σκληροκαρδία των Χριστιανών! Εσείς που όλη την αγία Τεσσαρακοστή και την Μεγάλη Εβδομάδα σηκώνετε τα χέρια σας και προσεύχεσθε και τον σταυρό σας κάνετε, και όταν έλθη το Πάσχα, τολμάτε πλέον τα χέρια αυτά να τα κάνετε όργανα της α­μαρτίας και να παίζετε λύρες και ντέφια και άλλα διαβολικά παιχνίδια; Εσείς που με την γλώσσα αυτή και τα χείλη σας κοινωνείτε το Σώ­μα και το Αίμα του Χριστού και ψάλλετε τόσα πνευματικά και θεϊκά άσματα την ημέρα του Πάσχα, και έπειτα με αυτήν την ίδια την γλώσ­σα και χείλη να τραγουδάτε και να λέτε πορνικά και διαβολικά τραγούδια; 


Εσείς που με τα πόδια σας στέκεσθε στον Ναό του Θεού και κάνετε μετάνοιες και κλίνοντας τα γόνατα σας προσκυνείτε τον παν­τοκράτορα Θεό, και όταν έρχεται η Λαμπρή, σας βαστά η καρδιά να κτυπάτε τα ίδια τα πόδια σας; Να πηδάτε σαν τους τράγους; Να χορεύ­ετε σαν τρελλοί και δαιμονισμένοι; Και με τις άτακτες αυτές κινήσεις σας να προσκυνήτε τον διάβολο; Εσείς τέλος πάντων γίνεσθε ναός του Θεού και του Αγίου Πνεύματος στις άγιες ημέρες της Τεσσαρακοστής και του Πάσχα και εσείς οι ίδιοι πάλι να γίνεστε ναός του διαβόλου και των πονηρών πνευμάτων με τα σατανικά παιχνίδια και με τους χο­ρούς και τα τραγούδια; Αυτά είναι πράγματα, που δεν ταιριάζουν· εί­ναι πράξεις, που δεν σμίγουν, διότι ποιά ένωσι έχει το φως με το σκο­τάδι; Ο διάβολος με τον Χριστό; 


Ο ναός του Θεού με τον ναό των ειδώ­λων; Καθώς λέει ο Παύλος· «Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απί­στους. Γιατί ποιά σχέσι μπορεί να έχη η δικαιοσύνη με την ανομία; Ή τί κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι;» (Β’ Κορ. 6, 14). Καθώς λοιπόν λέμε ότι κατά το Πάσχα και τις ημέρες της Λαμπρής δεν πρέπει οι Χριστιανοί να παίζουν παιχνίδια και να χορεύουν και να τραγουδούν, έτσι παρομοίως λέμε ότι δεν πρέπει τις ημέρες του Πάσχα να ρίχνουν οι Χριστιανοί τουφέκια ή πιστόλια ή μάσκουλα και άλλα όμοια πυροβόλα. 


Διότι ο αναστημένος Χριστός, όχι μόνο δεν τα χρειάζεται αυτά, αλλά απεναντίας τα μισεί και τα αποστρέφεται· α) δι­ότι από αυτά τραυματίζονται πολλοί άνθρωποι, πολλές φορές μάλιστα και σκοτώνονται· β) διότι αυτά με τον θόρυβό τους δεν αφήνουν τους Χριστιανούς να ακούσουν την ακολουθία και τα πνευματικά τροπάρι­α και τα άσματα της αναστάσεως. Και αν κατά τα παλιά χρόνια υπήρ­χε το μπαρούτι και αυτά τα πυροβόλα όπλα και τα έριχναν οι Χριστιανοί κατά το Πάσχα, είναι βέβαιο πως όλοι οι άγιοι και θείοι Πατέρες θα έγραφαν σχετικά με αυτά και θα αγωνίζονταν να σταματήσουν μία τέτοια κακή και εθνική συνήθεια. 


Διότι των εθνικών είναι αυτή η συνή­θεια να ρίχνουν με αυτά κατά τις γιορτές τους και όχι των Χριστια­νών· διότι των Χριστιανών συνήθεια είναι να κτυπούν μόνο τις ιερές καμπάνες και τα σήμαντρα και να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη και τα άλλα χαροποιά άσματα της αγίας Αναστάσεως.



Πηγή: «Χρηστοήθεια των Χριστιανών», Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος Β’, 
Μεταφραστής: Βενέδικτος Ιερομόναχος Αγιορείτης
Εκδότης: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, Έτος έκδοσης: 2010.




Πηγή: https://alopsis.gr

ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΩ




Τω Αγίω και Μεγάλω Σαββάτω


Τῇ ἐπαύριον μετὰ τὴν Παρασκευήν, ἡμέρᾳ Σαββάτου, Μαρτίου κδʹ, συναχθέντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι πρὸς τὸν Πιλάτον παρεκάλεσαν αὐτὸν ἵνα ἀσφαλίσῃ τὸν τάφον τοῦ ᾿Ιησοῦ ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας διότι, καθὼς ἔλεγον οἱ θεομάχοι, ἔχομεν ὑποψίαν μήπως οἱ μαθηταὶ Αὐτοῦ, κλέψαντες διὰ νυκτὸς τὸ ἐνταφιασθὲν Αὐτοῦ σῶμα, κηρύξωσιν ἔπειτα εἰς τὸν λαὸν ὡς ἀληθινὴν τὴν ἀνάστασιν, ἣν προεῖπεν ὁ πλάνος ἐκεῖνος, ἔτι ζῶν· καὶ τότε ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Ταῦτα εἰπόντες πρὸς τὸν Πιλάτον καὶ λαβόντες ἄδειαν παρ᾿ αὐτοῦ, ἀπῆλθον καὶ ἐσφράγισαν τὸν τάφον, διορίσαντες πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ καὶ κουστωδίαν, τοὐτέστι φύλακας ἐκ τῶν φυλασσόντων τὴν πόλιν στρατιωτῶν. πόμνημα Πασῶν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἔτους, αἱ ἅγιαι Τεσσαρακοσταὶ εἶναι ἀνώτεραι κατὰ τὸ σέβας· καὶ πάλιν ἀπὸ τὰς ἄλλας Τεσσαρακοστάς, ἀνωτέρα εἶναι ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστή· ἀπὸ ταύτην δὲ πάλιν, ἀνωτέρα καὶ μεγαλυτέρα εἶναι ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάς· καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν Μεγάλην ῾Εβδομάδα, μεγαλύτερον καὶ θειότερον εἶναι τοῦτο τὸ μέγα καὶ ἅγιον Σάββατον. Λέγεται δὲ Μεγάλη ῾Εβδομὰς καὶ Μέγα Σάββατον, ὄχι διότι αἱ ἡμέραι ἢ αἱ ὧραι αὗται εἶναι τυχὸν μεγαλύτεραι, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τὰ μεγάλα καὶ ὑπερφυῆ τεράστια καὶ ἐξαίσια ἔργα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, κατὰ ταύτην τὴν ἑβδομάδα ἐπράχθησαν, διὰ τοῦτο λέγεται μεγάλη. Κατὰ τὴν ἑβδομάδα λοιπὸν ταύτην παθὼν ὁ Κύριος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν τὰ ζωηφόρα Αὐτοῦ Πάθη, κατὰ τὴν σήμερον οὔτε ἔπραξεν, οὔτε ἔπαθε τίποτε ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ σωματικῶς ἔκειτο εἰς τὸν Τάφον, ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, ἡ δὲ Παναγία Αὐτοῦ ψυχὴ εἶχε καταβῆ εἰς τὸν ᾍδην, διὰ νὰ ἐγείρῃ ἐκεῖθεν ὁμοῦ μὲ τὸν ἑαυτόν Του καὶ τοὺς Προπάτορας. Καθὼς ὅμως εἰς τὴν πρώτην κοσμογενεσίαν ὅλα τὰ ἄλλα ὁ Θεὸς εἰς τὰς ἓξ ἡμέρας ἐποίησε, κατὰ δὲ τὴν ὑστέραν ἡμέραν, ἤτοι τὴν ἕκτην, ἔπλασε καὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσχατον καὶ ἐντελῶς τελευταῖον δημιούργημα, ἀκολούθως δὲ τὴν ἑβδόμην κατέπαυσεν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα Του καὶ ἡγίασε τὴν ἡμέραν αὐτὴν ὀνομάσας Σάββατον, ὅπερ θέλει νὰ εἴπῃ κατάπαυσις, τοιουτοτρόπως καὶ ἐδῶ εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ νοητοῦ κόσμου, ἀφ᾿ οὗ ἄριστα καὶ καθὼς ἔπρεπεν ἔπραξεν ὅλα καὶ κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν πάλιν ἀνέπλασε τὸν φθαρέντα ἄνθρωπον, διὰ δὲ τοῦ ζωηφόρου Αὐτοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ ἑκουσίου θανάτου τὸν ἀνενέωσε, κατὰ τὴν ἑβδόμην ταύτην ἡμέραν κατέπαυσε τὴν τελείαν τῶν ἔργων του κατάπαυσιν, ὕπνον (ἤτοι θάνατον) ὑπνώσας τὸν ζωοποιὸν καὶ σωτήριον τῆς ἡμετέρας φύσεως. Κατῆλθε λοιπὸν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος μετὰ τῆς σαρκὸς εἰς τὸν Τάφον· κατέβη δὲ καὶ εἰς τὸν ᾍδην, μετὰ τῆς ἀκηράτου καὶ θείας Αὐτοῦ ψυχῆς, χωρισθείσης ἀπὸ τὸ Σῶμα μετὰ τὸν θάνατον, τὴν ὁποίαν Ψυχὴν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Πατρὸς παρέδωκε, μὲ φωνὴν μεγάλην εἰπών, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Λουκᾶν· «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. κγʹ 46), εἰς τὸν ὁποῖον ἄναρχον Πατέρα Του προσέφερε καὶ τὸ ἴδιον Αἷμά Του, χωρὶς νὰ τὸ ζητήσῃ, διὰ νὰ λυτρώσῃ τοὺς κατακρίτους ἡμᾶς. Δὲν ἐκρατήθη δὲ εἰς τὸν ᾍδην καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Ψυχή, καθὼς αἱ τῶν ἄλλων ῾Αγίων ψυχαί, καθόσον δὲν εἶχε ποτὲ καμμίαν μετοχήν, καθὼς αἱ ἄλλαι, ἀπὸ τὴν κατάραν τῶν Προπατόρων τοῦ γένους ἡμῶν, ἡ δὲ Θεότης ἦτο ἄκρως ἡνωμένη μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸ Σῶμα ἐν τῷ Σταυρῷ καὶ ἐν τῷ Τάφῳ, χωρὶς νὰ πάσχῃ τίποτε ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα. Καὶ φθορὰν μὲν ἔπαθε τὸ Κυριακὸν Σῶμα, ὅπερ εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς Ψυχῆς ἀπὸ τοῦ Σώματος, διαφθορὰν δέ, ἤτοι διάλυσιν τῆς Σαρκὸς καὶ τῶν μελῶν ἀφανισμόν, οὐδαμῶς. ᾿Αφ᾿ οὗ δέ, ὡς εἴπομεν καὶ χθές, ὁ ᾿Ιωσὴφ ἔθαψε τὸ θεῖον Σῶμα τοῦ Κυρίου, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἐπῆγαν εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ τοῦ εἶπον· «Αὐθέντα, ἐνεθυμήθημεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος, ὅταν ἔζη 2 ἀκόμη, εἶπεν ὅτι ὕστερον ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας θέλω ἀναστηθῆ. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὴν ἐξοχότητά σου, ὅπως προστάξῃς τοὺς στρατιώτας σου νὰ ἀσφαλίσουν, ὅσον εἶναι δυνατὸν καλύτερον, τὸν Τάφον Αὐτοῦ, μήπως ὑπάγουν οἱ μαθηταί Του τὴν νύκτα καὶ τὸν κλέψωσιν, ἔπειτα δὲ κηρύξωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἀνέστη ἀπὸ τῶν νεκρῶν καὶ τότε θέλει ἀκολουθήσει ἡ ἐσχάτη πλάνη, ἢτις θέλει εἶναι χείρων τῆς πρώτης» (Ματθ. κζʹ 63-64). Καθὼς λοιπὸν ἐζήτησαν, τοὺς ἐδόθη ἄδεια καὶ οὕτως ἔκαμαν. ᾿Αλλ᾿ ὦ κακοὶ συκοφάνται, ἂν ἦτο πλάνος ὁ Χριστός, τί φοβεῖσθε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ πλάνου, ἀφ᾿ οὗ τὸν ἐθανατώσατε, ὅτε ἔζη; Λοιπὸν ὁμολογουμένως ἀπέθανε καὶ ἐξ ἀνάγκης τοῦτο πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ. Πότε δέ, καὶ ποῦ φαίνεται νὰ εἶπεν εἰς τοὺς ᾿Ιουδαίους κοινῶς ὅτι· «Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι;» ῎Ισως τοῦτο συνεπέραναν ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ᾿Ιωνᾶ. Προσέξατε δέ, Χριστιανοί, καὶ ἐννοήσατε, ὅτι ὅσα ἐκεῖνοι οἱ ἀγνώμονες ἔπραττον ἦσαν ὅλα ἐναντία τῆς ἐπιθυμίας των. Διότι οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι φύλακες τοὺς ὁποίους ἔβαλον νὰ φυλάττουν τὸν Τάφον, ἐκεῖνοι ὑπῆρξαν ὕστερον καὶ μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾍδης ἀπὸ τοῦ νῦν κάτω συστρέφεται καὶ ἰλιγγιᾷ, αἰσθανόμενος ὅτι πάσχει προσβληθεὶς ὑπὸ δυνάμεως κραταιοτάτης καὶ ἀηττήτου. ῞Οθεν διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀδίκου καταπόσεως τοῦ στεῤῥοτάτου καὶ ἀκρογωνιαίου Λίθου, μέλλει μετ᾿ ὀλίγον νὰ ἐκβάλῃ καὶ ὅλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξ ἀρχῆς κατέφαγε καὶ τὴν παμφάγον του γαστέρα ἐγέμισε. (Μέγας Συναξαριστής, τ. ΙΓ´, σελ. 647-652, ἔκδ. Ϛ´, Ἀθῆναι 1998-2000).


Print Friendly and PDF