ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΚΑΛΥΒΙΤΗ



Μυριάδες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις δέχονται τό προσκλητήριο μήνυμα στ᾿ ἀκρογιάλι τῆς Γαλιλαίας τους. 

Ἀναρίθμητοι οἱ πιστοί ἀκόλουθοι τοῦ Ἰησοῦ. 

Ποικιλόμορφοι καί ἰδιόμορφοι κοσμοῦν τό πολύφωτο στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας. 

Στή δρᾶσι καί στήν ἀφάνεια, στό κήρυγμα καί στή σιωπή, γίνονται Μάρτυρες Χριστοῦ, 

πρακτικοί μεταφραστές τοῦ Εὐαγγελίου, 

φλογεροί ἐραστές τοῦ Θείου Διδασκάλου. 

Μιά μορφή συνηρπασμένη ἀπό τό Θεῖο Ἔρωτα εἶναι καί ὁ Όσιος Ιωάννης ο Καλυβίτης. 

Ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ πατρίδα του. 

Εὐτρόπιος συγκλητικός καί Θεοδώρα οἱ γονεῖς του. 

Καί οἱ δύο ὁμόζυγοι καί ὁμότροποι, πλούσιοι σέ ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά καί στήν ἀρετή. 

Εὐσεβεῖς καί φιλόχρηστοι φροντίζουν καί ἀγωνιοῦν γιά τήν σωστή ἀνατροφή τῶν τριῶν παιδιῶν, πού ὁ Κύριος τούς χαρίζει. 

Τά δυό τέκνα τους ἀνέρχονται σέ ὑψηλά ἀξιώματα κι εὐημεροῦν. 



Ὁ νεώτερος γιός, ὁ Ἰωάννης, ἐντρυφᾷ στὶς Ἱερὲς Γραφές, φωτίζεται, χαριτώνεται καὶ διαπιστώνει τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου. Εἶναι δώδεκα χρονῶν ὅταν ὁ Κύριος χτυπάει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς του. Ἡ συνάντησίς του μ᾿ ἕνα ζηλωτὴ Μοναχὸ τῆς Μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων ἀνάβει πυρκαϊὰ στὰ στήθη του. Τὸ Μοναχικὸ ἰδεῶδες ποθεῖ νὰ βιώσει. Ν᾿ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Κύριο ἐπιθυμεῖ. Καὶ ἱκετεύει τὸ Μοναχὸ νὰ τὸν πάρει μαζί του ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ ὑπόσχεσις δίνεται ἐπίσημα κι ὁ Ἰωάννης περιχαρὴς συνομιλεῖ ἀδιάλλειπτα μὲ τὸν Κύριό του. Οἱ γονεῖς καμαρώνουν τὸ ἐνάρετο παιδί τους. Κι ὁ Ἰωάννης ζητάει νὰ τοῦ δωρίσουν ἕνα Εὐαγγέλιο. Ἡ ἐπιθυμία του εὐπρόσδεκτη. Πολὺ σύντομα φθάνει στὰ χέρια του ἕνα χειρόγραφο ὁλόχρυσο Εὐαγγέλιο, δῶρο πολύτιμο. Ἡ χαρά του ἀπερίγραπτη. Ἡ δίψα του γιὰ μελέτη ἀκόρεστη. Ἡ εὐγνωμοσύνη του μεγάλη. Ἀλλὰ πάνω ἀπὸ τὴ στοργὴ τῶν γονέων του ὁ Ἰωάννης τοποθετεῖ τὴν ἀγάπη στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀπόφασίς του εἶναι ἀμετάκλητη. Ὁ Ἰωάννης ἀναμένει ἐναγώνια τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀββᾶ. Κι ἡ ὥρα τῆς συναντήσεως δὲν ἀργεῖ. Συναγάλλονται καὶ δοξολογοῦν τὸ Θεό. Ὁ Ἰωάννης γνωρίζει τὸν συναισθηματισμὸ τῶν γονέων του καὶ προβλέπει ἔντονες ἀντιδράσεις. Γι᾿ αὐτὸ θερμοπαρακαλεῖ τὸν Ἀββᾶ ν᾿ ἀναχωρήσουν κρυφά. Ἀνευρίσκουν πλοιάριο κι ἀναζητοῦν τὰ ναῦλα. Ὁ Ἰωάννης καταφεύγει στὴ μητέρα του. Ζητάει χρήματα γιὰ νὰ συμφάγει δῆθεν μὲ τοὺς φίλους του. Κι ἐξασφαλίζει ἑκατὸ νομίσματα κι ἕναν ὑπηρέτη γιὰ συνοδό. Συναντάει τὸν Μοναχό, προπληρώνει τὸν καπετάνιο τοῦ καραβιοῦ, συνεννοεῖται γιὰ τὸν τρόπο ἀναχωρήσεως κι ἀναμένει τὴ στιγμή. Ὁ ὑπηρέτης εἶναι ἕνα πρόβλημα, ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης τὸν ἀποστέλνει νὰ εἰδοποιήσει τοὺς φίλους του, ἐνῶ ὁ ἴδιος μὲ τὸν Ἀββᾶ, εὐνοϊκοῦ τοῦ καιροῦ, ἀναχωροῦν κρυφά. Ὁ ὑπηρέτης ἐπανέρχεται καὶ τὸν ἀναζητάει ἐπίμονα. Ἀναγγέλλει στοὺς γονεῖς τὴν ἐξαφάνισι τοῦ Ἰωάννου. Ἄναυδοι ἐνεργοῦν ἀστραπιαία. Ἀποστέλλουν ὑπηρέτες ἀνὰ τὴν πόλι σὲ ἀναζήτησι. Οἱ κόποι μάταιοι. Ὁ Ἰωάννης ἄφαντος. Οἱ γονεῖς του θρηνοῦν ἀπαρηγόρητα τὸ χαμό του. Ἡ μητρικὴ καρδιὰ σπαράζει. Τὸ πατρικὸ φίλτρο πληγώνεται. Καὶ οἱ δυὸ ὀδύρονται γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ λατρευτοῦ παιδιοῦ τους. Ἔχουν περάσει ἤδη τρεῖς ἡμέρες καὶ τὸ πλοῖο φθάνει στὴ Μονὴ τῶν Ἀκοίμητων. Ὁ Ἰωάννης προσκυνεῖ στὸ καθολικό, ὑποβάλλει τὰ σέβη του στὸν Ἡγούμενο, χαιρετᾶ ταπεινὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐκφράζει τὸν ἐνδόμυχο πόθο του νὰ ἐνδυθεῖ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα. Τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του καθιστᾷ δύσπιστο τὸν ἔμπειρο Γέροντα. Τονίζει τὶς δυσκολίες τοῦ δρόμου τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τὴν στενότητα τῆς τεθλιμμένης ὁδοῦ. Ὅμως οἱ δακρύβρεχτες θερμὲς παρακλήσεις, ἡ ἀποφασιστικότητα καὶ ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ἐχεγγυοῦν, ἀφοπλίζουν τὸν Γέροντα καὶ ἡ εἴσοδός του γίνεται ἀποδεκτή. Ὁ Ἰωάννης κείρεται Μοναχός. Δέχεται τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὶς ὁλόθερμες εὐχὲς τοῦ Ἡγουμένου γιὰ νικηφόρες μάχες κατὰ τοῦ Διαβόλου. Ἐπὶ ἕξι χρόνια γιγαντομαχεῖ. Ἐπιδίδεται σὲ αὐστηρὲς νηστεῖες, σὲ ἀδιάλειπτες προσευχές, σὲ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, σὲ σκληρὲς ἐξουθενώσεις, σὲ ἐντατικὴ μελέτη. Ἐργάζεται διαρκῶς. Ὑπακούει ἀναντίῤῥητα. Ὑπομένει ταπεινά. Ἀγωνίζεται ἀκατάπαυστα. Φθάνει σὲ ὕψη ἀρετῆς. Ἡ νεανικὴ μορφή του γίνεται ἀσκητική. Ἀλλὰ ὁ μισόκαλος Διάβολος φθονεῖ τὴν πρόοδό του καὶ τοῦ ἐνσπείρει λογισμοὺς ἐνθυμήσεως τῶν γονέων του, τῶν φίλων του, τῆς πρότερης ἄνετης ζωῆς του. Ἡ καρδιά του φλογίζεται. Τὸ κορμί του λιώνει. Στὰ πύρινα βέλη τοῦ Σατανᾶ ἀντιπαραθέτει ἔνθερμη κραυγὴ πρὸς τὸν Κύριον, ἔντονη καταπόνησι τοῦ σώματος. Ἡ μορφή του σκελετώνεται. Ἐξομολογεῖται στὸν Ἡγούμενο τὸν ἀμείλικτο πόλεμο τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Γέροντας λυπεῖται κατάβαθα, πονεῖ ὑπερβολικά, ὑποχωρεῖ κι ἐπιτρέπει τὴν ἀναχώρησί του. Τὸν ἀποχωρίζεται, ἀλλὰ τὸν συνοδεύει μὲ τὶς ὁλόθερμες εὐχές του. Ὁ Ἰωάννης ἀναχωρεῖ μὲ τὴν σθεναρὴ ἀπόφασι νὰ μὴν ἀποκαλυφθεῖ στοὺς γονεῖς του. Ἀπομακρύνεται καὶ χύνει καυτὰ δάκρυα. Φεύγει καὶ στέλνει θερμὲς ἱκετευτικὲς κραυγὲς στὸν Κύριο γιὰ ἀμέριστη συμπαράστασι, γιὰ διαρκῆ συμπόρευσι, γιὰ ἀδιάλλειπτη ἐνίσχυσι. Βαδίζοντας συναντᾶ ρακένδυτο Μοναχό. Ἀνταλλάσσουν τὰ ἐνδύματα, ζητάει τὶς εὐχές του, συμβαδίζουν λίγο κι ἀποχωρίζονται. Ὁ Ὅσιος μόνος πλησιάζει τὸ πατρικό του σπίτι. Γονυκλινὴς καὶ μετὰ δακρύων ἐπιζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ κατανικήσει τὸ Σατανᾶ. Εἶναι νύκτα. Ἤδη βρίσκεται μπροστὰ στὸ ἀρχοντόσπιστο τοῦ πατέρα του. Διανυκτερεύει προσευχόμενος ἐκτενῶς. Ξημερώνει κι ἡ τελικὴ μάχη ἀρχίζει. Ἕνας ρακένδυτος, σκελετωμένος, κατάχλωμος ζητιάνος ζητάει καλύβα στὸν κῆπο τοῦ ἄρχοντα Εὐτρόπιου. Ὁ ὑπηρέτης τὸν ἀποπέμπει. Ὁ Ἰωάννης ἱκετεύει γιὰ τὴν παραμονή του. Σὲ λίγο ἀντικρύζει τὸν πατέρα του. Δακρύζει, εὐχαριστεῖ τὸ Θεὸ καὶ στέλνει τὸ SOS. Πλησιάζει τὸν πατέρα του κι ἐπιζητεῖ τὴν εὐσπλαχνία του. «Ἄφησέ με, σὲ παρακαλῶ, νὰ μείνω στὸ προπύλαιο». Ἡ ὄψις του προκαλεῖ τὸν οἶκτο καὶ γίνεται δεκτὸ τὸ αἰτημά του κι ἐκπληρώνεται ἡ ἐπιθυμία του. Μιὰ καλύβα φτιάχνεται αὐθημερόν, κι αὐτὴ γίνεται ἡ ἔπαλξις, ὅπου κονταροχτυπιέται ὁ Ἰωάννης μὲ τὸ Διάβολο. Ἀγρυπνεῖ καὶ προσεύχεται. Νηστεύει αὐστηρὰ καὶ διαμοιράζει στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀτοὺς δούλους τὴν τροφή, ποὺ πλούσια του παρέχεται. Ταλαιπωρεῖ ὑπέρμετρα τὸ σῶμα καὶ θεώνει τὴν ψυχή. Ἡ μητέρα του φοβεῖται τὴν ἄγρια ὄψι του. Ὁ Διάβολος τὸν προκαλεῖ ν᾿ ἀποκαλυφθεῖ. Ὑπομένει ἀκλόνητα καὶ παραμένει γιὰ τοὺς γονεῖς του ὁ ἄγνωστος ζητιάνος. Ὁ Κύριος παρακολουθεῖ τὸν τριετῆ πολύμοχθο ἀγώνα του κι ἐμφανίζεται στὸν ὕπνο του. Ἐπιβραβεύει τὴν παντελῆ αὐταπάρνησι, τὴν τελεία ὑπομονή, τὴ βαθειὰ ταπείνωσι, τὴν περιφανῆ νίκη κατὰ τοῦ Διαβόλου κι ἀναγγέλλει τὴν μετὰ τριήμερο ἀναχώρησί του γιὰ τὴν προσωπικὴ συνάντησι μαζί Του καὶ τὴν συναγαλλίασι μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους. Πλησιάζει τὸ τέλος του Ὁ Ἰωάννης ξυπνάει καὶ ὑμνολογεῖ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἔκφρασι τῆς εὐαρέσκειας καὶ τὴν κατάταξι μὲ τοὺς Ἁγίους. Παρακαλεῖ συνάμα καὶ γιὰ τὴν ἄφεσι τῶν ἀνομιῶν τῶν γονέων του. Μετὰ καλεῖ τὸν ὑπηρέτη καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ μεταβιβάσει πρόσκλησι στὴ μητέρα του γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Ἡ μητέρα του φοβᾶται τὴν ἀγριότητά του κι ἀποῤῥίπτει τὴν πρόσκλησι. Ὁ Ὅσιος ἐπιμένει καὶ ζητεῖ νὰ τὴν ἰδεῖ. Ἀναγγέλλει τὴν μετὰ τρεῖς μέρες κοίμησί του καὶ τὴν ἐξαναγκάζει ν᾿ ἀποδεχθεῖ τὸ κάλεσμα. Στέλνει ὅμως δοῦλο καὶ τὸν φέρνουν στὸ σπίτι της. Ὁ Ὅσιος ἐκφράζει τὶς εὐχαριστίες του γιὰ τὴν ἐλεήμονα φιλοξενία κι ἀναθέτει στὸ Χριστὸ τὴν ἀπόδοσι τοῦ μισθοῦ. Ζητεῖ δὲ τὴν ἐκπλήρωσι μιᾶς ὕστατης ἐπιθυμίας, ἀφοῦ παίρνει τὴν ἔνορκη διαβεβαίωσι τῆς ἐκτελέσεως. «Νὰ μὴ γίνει ἀλλαγὴ ἐνδυμάτων κατὰ τὴν ταφή του καὶ νὰ ταφεῖ στὴν καλύβα, στὸ πεδίο τῆς μάχης καὶ τῆς νίκης μὲ τὸ Διάβολο». «Ἀντιπροσφέρει δὲ ὡς δῶρο τὸ χρυσοποίκιλτο Εὐαγγέλιο κι ἐπιστρέφει στὴν καλύβα. Ἡ μητέρα του ἀναγνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο, δῶρο δικό της στὸ λατρευτὸ παιδί της. Τὸ ἀνακοινώνει ἀμέσως στὸν Εὐτρόπιο καὶ σπεύδουν νὰ πληροφορηθοῦν ὅ,τι σχετικὸ γνωρίζει ὁ Ὅσιος γιὰ τὸν γυιό τους. Ἡ στιγμὴ εἶναι ἀνεπανάληπτη. Μπροστά του βρίσκονται οἱ γονεῖς του κι ἀναμένουν μὲ δάκρυα τὶς πληροφορίες. Ὁ Ὅσιος συγκλονίζεται ἀπὸ τὴ συγκίνησι κι ἀποκαλύπτεται. «Ἐγὼ εἶμαι ὁ γυιός σας Ἰωάννης. Τὸ Εὐαγγέλιο πιστοποιεῖ τὴν ταυτότητά μου». Καὶ διηγεῖται λεπτομέρειες τῆς ζωῆς του σὰν ἀπόδειξι τῆς ἀλήθειας τῶν λόγων του. Οἱ γονεῖς μένουν ἄναυδοι. Ἀντικρύζουν τὸ χαμένο παμπόθητο παιδί τους καὶ ἀγάλλονται. Θεωροῦν τὸ τέλος του καὶ θρηνοῦν γοερά. Οἱ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ πληροφοροῦνται καὶ συμμετέχουν στὴ χαρὰ καὶ στὸν πόνο τῶν γονέων. Ἀναλογίζονται τὴν ἀπαράμιλλη ὑπομονή του καὶ καταπλήσσονται. Ὁ Ὅσιος δίνει τὶς τελευταῖες παρηγορητικὲς νουθεσίες στοὺς γονεῖς του, εὐχαριστεῖ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν λαμπρὴ νίκη κατὰ τοῦ Διαβόλου, εὔχεται γιὰ τοὺς θλιμμένους γονεῖς του καὶ στὶς 15 Ἰανουαρίου παραδίδει τὴν ψυχή του πάλλευκη στὰ χέρια τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ λάβει τὸ στεφάνι τῆς νίκης. Ἡ μητέρα του ξεχνᾶ τὴν ὑπόσχεσί της καὶ τὸν ἐνδύει περίλαμπρα. Παρευθὺς γίνεται σεισμὸς κι ἀκούεται φωνή: «Βάλε τὰ ἐνδύματά μου γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθεῖς». Ἡ μάνα μένει παράλυτη καὶ ἄφωνη. Ὁ πατέρας ἐνθυμεῖται τὴν ἐντολὴ τοῦ παιδιοῦ τους, τὸν ἐνδύουν ρακένδυτα καὶ ἡ μητέρα θεραπεύεται. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Ὅσιος θαυματουργεῖ ποικιλότροπα.

 

Τό σῶμα του ἐνταφιάζεται μέ τήν συμμετοχή τοῦ Πατριάρχου, κλήρου καί λαοῦ στήν καλύβα. 

Ἐκεῖ ἀνεγείρεται ἀπό τούς γονεῖς του Ναός καί τό ὑπόλοιπό της περιουσίας διαμοιράζεται στούς φτωχούς. 

Διέρχονται τήν λοιπή ζωή τους θεάρεστα καί ἀπέρχονται στά Οὐράνια Σκηνώματα γιά νά συνευφραίνονται αἰώνια μέ τόν περιπόθητο γυιό τους Ἰωάννη. 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὑπόδειγμα μακρᾶς ὑπομονῆς, ὁλοκληρωτικῆς καταφρονήσεως τῶν πρόσκαιρων ἀπολαύσεων, καθολικῆς περιφρονήσεως τῆς ἐφήμερης δόξης, αὐστηρῆς ἐγκράτειας, ἄκρας ὑποταγῆς τῆς θελήσεώς του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τέλειας ἐχεμύθειας τῆς ταυτότητας τοῦ μέχρι τήν ὥρα τοῦ θανάτου του. 

Οἱ ἀρετές τοῦ προκλήσεις καί προσκλήσεις γιά μίμησι. 

Κι ἐμεῖς ταπεινοί τιμητές τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, ἀλλά καί πρόθυμοι μιμητές ἂς γίνουμε.




Εκ του Ιστοχώρου www. nektarios.gr. Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Όσιος Ιωάννης ο Καλυβίτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου