ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΛΟΦΗΣ ΠΟΛΗΣ



Δημοσιεύουμε σε συνέχειες ένα σχολαστικά περιγραφικό κείμενο περί των τελευταίων ημερών της Άλωσης της Βασιλεύουσας, αφενός μεν για να καταδείξουμε την νομοτελειακή συνέπεια της κατά Θεόν Αποστασίας, εφετέρου για να σκιαγραφήσουμε με έντονα χρώματα το όμοιον με την σημερινή δύσμορφη και δύσμοιρη εικόνα της εαλωμένης - από κοινοβουλευτικούς εκποιητές και ευρωπαίους, εωσφορικούς ευρωπαιστές - ημιθανής Πατρίδα μας. Λαός παντελώς αποστάτης, εξουσία διεφθαρμένη, ήθη πνευματικά τεθνεώτα, εποφθαλμιώντες άρπαγες, γειτονικοί λαοί, Καινοτόμος Εκκλησία πνευματικά έκπτωτη, συγκρητισμός και λατινόδουλοι ταγοί, Παπικοί Χριστοκτόνοι και ενχώριοι Ενωτικοί Μειοδότες, ζωή ερμητικά ξοδεμένη σε μια μετά Θεόν γενικευμένη, δαιμονική ανταρσία. Αποστασία και Συγκρητικός Οικουμενισμός είναι οι δύο μεγάλοι κάρφοι στο πληγωμένο Σώμα του παντεπόπτου Χριστού μας, λαός περί άλλων τυρβάζων και παναιρετικοί Νεοποχικοί Οικουμενιστές που διαστρέφουν, εκμαυλίζουν και εκποιούν τον ίδιο τον λόγο του Θεού. Το ''Μετανοείτε'' του Τιμίου Προδρόμου είναι - ίσως, όσο ποτέ - τόσο επίκαιρο, τόσο καθοριστικό και τόσο ψυχικά και πνευματικά αναγκαίο προς εφαρμογή. Ειδάλλως, όπως λέει και η γνωστή, αρχαιοελληνική παροιμία: ''Το Πεπρωμένον Φυγείν Αδύνατον''! Και ο νοών νοείτω. Γ. Δ.



Διανύουμε τις τρείς τελευταίες μέρες ζωής της Ελληνικής Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι ετοιμάζουν την μεγάλη έφοδο και κάθε βράδυ ανάβουν χιλιάδες φωτιές στο αχανές στρατόπεδό τους για να ενσπείρουν τρόμο στις καρδιές των αμυνομένων, ενώ παράλληλα με τα τύμπανα ακούγονται κραυγές μέχρι το πρώτο φως της ημέρας. Ο σουλτάνος κάνει την τελευταία απόπειρα για διαπραγματεύσεις και στέλνει τον Ισμαήλ Χαμουζά πασσά, αφέντη της Σινώπης και της Κασταμονής ο οποίος είχε καλές σχέσεις με τον Παλαιολόγο, για να του ζητήσει να δεχτεί τους όρους για να σωθεί τόσο ο ίδιος όσο και οι υπήκοοί του. Ο Δούκας μας έσωσε την στιχομυθία: - Iσμαήλ: "Γίνωσκε, ότι απηρτίσθησαν τα πάντα προς τήν γενικήν έφοδον, ην θέλομεν νυν επιχειρήσει αφιέμενοι την έκβασιν τω Θεώ. Τί λέγεις; Εκχωρείς εκ της πόλεως απερχόμενος όπου βούλεσαι μετά των σων αρχόντων καί των υπαρχόντων αυτοίς, καταλείπων τον δήμον αζήμιον και παρ'ημών και παρά σου, ή επιμένεις εις την αντίστασιν, δι'ης συ τε και οι μετά σου θέλετε απολέσει συν τη ζωή τα υπάρχοντα, οι δε άλλοι κάτοικοι αιχμαλωτευθέντες θέλουσι διασπαρή εν πάση γη;" 



-Κωνσταντίνος: "Έχε τα αφ' ημών αρπαγέντα αδίκως φρούρια και γήν, ως δίκαια, όρισε τον πληρωτέον σοι ετήσιον φόρον ανάλογον προς τους πόρους ημών και άπελθε εν ειρήνη. Το δε την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν ούτ' άλλου των κατοικούντων ενταύθα, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν μη φειδόμενοι της ζωής ημών." Να και η απάντηση του Παλαιολόγου σε ελεύθερη απόδοση από τον Νίκο Καζαντζάκη: " Αν θες ειρηνικά να πορευτείς μαζί μας, των Μουσουλμάνων βασιλιά, χαρά μεγάλη σε μένα, στους αρχόντους, στο λαό μου. Κι άκου: τα κάστρα και τη γής που μ'άρπαξες, το πλήθιο το ψυχομέτρι που μου σκλάβωσες, τα σβήνουμε απ' την παλιά κληρονομιά μας, χαρισμά σου. Κι ακόμα φόρο εγώ θα σου πλερώνω κι όλες σου τις ανομίες και τις ντροπές θα τις ξεχάσω, να τραβηχτείς μονάχα ειρηνικά απ' την Πόλη. Και μη γυρεύεις ό,τι μια ψυχή γενναία και περήφανη ποτέ δε θα δεχτεί να δώσει. Πιο πάνω απ΄ τη ζωή η τιμή θρονιάζει του ανθρώπου κι ομόγνωμα όλοι μας και λεύτερα κρατώντας στα χέρια το σταυρό και τ΄ άρματα, απαντούμε: Δεν παραδίνουμε την Πόλη, την ζωή μας πήραμε απόφαση να δώσουμε, απροσκύνητα για λευτεριά στο χώμα ετούτο πολεμώντας. Καλός για τ΄ ακριβό χατήρι της κι ο Χάρος." O σουλτάνος όταν άκουσε τήν περήφανη απάντηση του Παλαιολόγου συγκάλεσε συμβούλιο με όλους τούς Οθωμανούς αξιωματούχους, στρατηγούς και βεζύρηδες για να αποφασίσουν περί του πρακτέου. Ο μέγας βεζύρης Χαλήλ πασσάς, ο οποίος θεωρείται ότι χρηματίζοταν από τους Ρούμ καί ο οποίος εξ αρχής ήταν αντίθετος με τήν πολιορκία, μίλησε πρώτος και πρότεινε την αποχώρηση του στρατού, διότι η Πόλις άντεχε και πολλοί στρατιώτες του σουλτάνου είχαν χάσει την ζωή τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Μπορούσε δε αυτή η κατάστασις να προκαλέσει σταυροφορία εκ μέρους της Δύσης και να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν τον φοβερό ουγγρικό στρατό του Ουνυάδη ή τον παντοδύναμο στόλο της Βενετίας. Τον λόγο πήρε ο νεώτερος Ζαγανός πασσάς, ο οποίος εκπροσωπώντας τους νεώτερους αξιωματικούς παρότρυνε τον σουλτάνο για την μεγάλη επίθεση. Υπενθυμίζοντας την διχόνοια των χριστιανικών κρατών υποστήριξε ότι από τους Ευρωπαίους δεν θα έφτανε ποτέ βοήθεια. Τά δε τείχη είχαν καταρεύσει σε τρία τουλάχιστον σημεία και οι αμυνόμενοι είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Την ένθερμη ομιλία, την χειροκρότησε ο Τουραχάν πασσάς, Έλληνας στην καταγωγή, ο αρχιευνούχος, ο μέγας σείχης Ακ-Σεμζεδίν εφένδης, ο ουλεμάς Αχμέτ Κουράνης και πολλοί άλλοι. Ο Μωάμεθ αναθάρρησε και ανήγγειλε ότι σε τρεις μέρες θα γινόταν η μεγάλη έφοδος. Αμέσως διέταξε τον Ζαγανό πασσά νά προετοιμάσει τον στρατό και ειδικά το σώμα των γενίτσαρων. Κυριακή, 27 Μαΐου 1453. Ο νεαρός και ακούραστος σουλτάνος ξύπνησε νωρίς, πήρε την συνοδεία του και άρχισε να διατρέχει ολόκληρο το στρατόπεδο, από τον Κεράτιο έως την Προποντίδα. Οργάνωσε όλες τις λεπτομέρειες της επίθεσης, η οποία θα γινόταν από όλα τα μέρη των τειχών, ενώ ακόμα και ο στόλος θα προσέγγισε τα θαλάσσια τείχη για να απασχολεί τους εκεί αμυνομένους. Διαρκώς ενθάρρυνε τους στρατιώτες του, οι οποίοι τον επεφημούσαν: "Αλλάχ Ιλαλλάχ Μωχαμέτ Ρουσολαλλάχ", δηλαδή... "υπάρχει μόνο ένας θεός και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του." Κάθε Οθωμανός μαχητής έπαιρνε την θέση του και η υποχώρηση ή η λιποταξία ισοδυναμούσε με θάνατο. Ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν ακατάπαυστα μαζί με τίς προεργασίες της εφόδου. Το βράδυ άναψαν στο τουρκικό στρατόπεδο χιλιάδες φωτιές οι οποίες συνοδεύοταν από ισάριθμες κραυγές καί αλλαλαγμούς παγώνοντας τις καρδιές των αμυνομένων. Ο Μωάμεθ βρισκόταν στή σκηνή του, απέναντι από τό Μυρίανδρο καί τό Μεσοτείχιο, περιτριγυρισμένος από τους αγαπημένους του γενίτσαρους, οι οποίοι ήταν περίπου δώδεκα χιλιάδες. Συγκάλεσε πάλι σε συμβούλιο τούς στρατηγούς, τους χιλίαρχους, τους ναυάρχους, τους πασσάδες και τους βεζύρηδες και τους απηύθυνε τον παρακάτω λόγο, όπως μας τον σώζει ο αυτόπτης μάρτυρας Κριτόβουλος: "Γενναίοι άντρες και φίλοι, σας κάλεσα όχι μόνο για να σας θυμήσω για τους αγώνες που κάναμε και τους κινδύνους που περάσαμε για να αποκτήσουμε όλα αυτά τα αγαθά, αγώνες στους οποίους επιδείξατε ανδρεία και τόλμη, αλλά σας κάλεσα για νά σας υπενθυμήσω για τον απέραντο πλούτο που μας περιμένει σε αυτήν την Πόλη. Πλούτο, που βρίσκεται στο παλάτι του βασιλιά, στα μέγαρα των πλούσιων, αλλά και στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Όλα τα ιερά κειμήλια που είναι φτιαγμένα από χρυσό και ασήμι, όλοι οι πολύτιμοι λίθοι και τα μαργαριτάρια, τα έπιπλα και τα πολυτελή σπίτια θα γίνουν δικά σας. Έπειτα ακολουθούν ακόμα ωραιότερα αγαθά. Γυναίκες ωραιότατες, παρθένες έτοιμες για γάμο, ευγενείς κυρίες, νεότατα αγόρια καί κορίτσια, όλα αυτά θα γίνουν δικά σας για να τα γευθείτε και να τα απολαύσετε, ενώ όσους αιχμαλώτους πιάσετε, θα τους έχετε ή δούλους ή θα τους πουλήσετε για να κερδίσετε και άλλα χρήματα. Και δέν είναι μόνο αυτά. Αποκτούμε την ενδοξότερη πόλη των Ρωμιών, βασιλεύουσα όλης της Οικουμένης, με τά ωραιότερα κτίσματα που έχουν φτιαχτεί ποτέ. Με αυτήν την Πόλη θα γίνουμε παντοδύναμοι καί ενδοξότεροι. Οι αμυνόμενοι είναι ολιγάριθμοι και άπειροι στον πόλεμο, ενώ εμείς είμαστε μεγάλο πλήθος και οι καλύτεροι μαχητές του κόσμου. Αυτοί είναι κουρασμένοι και άυπνοι, ενώ εμείς ξεκούραστοι και χορτασμένοι από φαί και ύπνο. Εσύ Χαμουζά με τον στόλο σου θα περικυκλώσεις τα θαλάσσια τείχη και θα βάλεις διαρκώς από τα καταστρώματα των πλοίων, εσύ Ζαγανέ πέρασε την ξύλινη γέφυρα και με τά πλοία να επιτεθείς στα τείχη του Κερατίου, εσύ Καρατζά να διαβείς την τάφρο και με κλίμακες να προσπαθήσετε να ανέβετε στα τείχη, ομοίως και εσείς Ισαάκ καί Μαχμούτ, ενώ εμείς Χαλίλ θα επιτεθούμε στην κοιλάδα του Λύκου, στην μέση του τείχους, όπου τα ρήγματα είναι πολύ μεγάλα." Διαφορετική ήταν η ατμόσφαιρα εντός των τειχών. Ο Λεονάρδος μας πληροφορεί για τις αναρίθμητες λιτανείες των εικόνων και των λειψάνων των αγίων εκ μέρους των πιστών. Πλήθη από γέροντες, γυναίκες και παιδιά με δάκρυα στα μάτια προσεύχονταν και έψελναν αδιάκοπα, ακολουθώντας με γυμνά πόδια τους ιερείς, κατά μήκος των τειχών, οι οποίοι περιέφεραν τις εικόνες και ιδιαίτερα την θαυματουργή εικόνα της Οδηγήτριας. Ο Βασιλεύς εκάλεσε όλους τους 'Ελληνες και Ιταλούς ευγενείς, στρατιωτικούς και πολιτικούς αρχηγούς. Η σκηνή υπήρξε επιβλητική και ο λόγος του Κωνσταντίνου, όπως σώθηκε από τον πιστό του φίλο Φρατζή, θα μείνει στην ιστορία, ως ένα ηθικό δίδαγμα για την στάση των εντίμων και ηρωϊκών αντρών. Ο λόγος ήταν αντάξιος του Ομηρικού "Υπέρ βωμών καί εστιών", αντάξιος του Λεωνίδα καί των 300 Σπαρτιατών με το "Μολών Λαβέ" και το "Ο ξειν αγγέλειν Λακαιδεμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι", αντάξιος των λόγων του Πλάτωνος "Μητρός τε και Πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιοτέρων εστί η Πατρίς": "... Παρακαλώ υμάς ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής, ως πάντοτε έως του νυν εποιήσατε, κατά των εχθρών της Πίστεως ημών. Παραδίδωμι δε υμίν την εκλαμπροτάτην και περίφημον ταύτην Πόλιν και Πατρίδα ημών και Βασιλεύουσαν των πόλεων. Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί, ότι δια τέσσαρα τινα οφειλέται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον ή ζήν· πρώτον μεν υπέρ της Πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της Πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του Βασιλέως ως χριστού κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων. Λοιπόν, αδελφοί, εάν χρεωσταί εσμέν υπέρ ενός εκ των τεσσάρων αγωνίζεσθαι έως θανάτου, πολλώ μάλλον υπέρ πάντων τούτων ημείς, ως βλέπετε προφανώς, και εκ πάντων μέλλομεν ζημιωθήναι. Εάν διά τα εμά πλημμελήματα παραχωρήση ο Θεός την νίκην τοις ασεβέσιν, υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ήν Χριστός εν τω οικείω αίματι ημίν εδωρήσατο, κινδυνεύομεν· ο έστι κεφάλαιον πάντων. Και εάν τον κόσμον όλον κερδήση τις και την ψυχήν ζημιωθή, τι το όφελος; Δεύτερον, πατρίδα περίφημον τοιούτως υστερούμεθα και την ελευθερίαν ημών. Τρίτον, Βασιλείαν την ποτέ μεν περιφανή, νυν δε τεταπεινωμένην και ωνειδισμένην και εξουθενωμένην απωλέσαμεν, και υπό του τυράννου και ασεβούς άρχεται. Τέταρτον δε και φιλτάτων τέκνων και συμβίων και συγγενών υστερούμεθα. Αυτός δε ο αλιτήριος ο αμηράς πεντήκοντα και επτά ημέρας άγει σήμερον αφ’ ού ημάς ελθών απέκλεισεν και μετά πάσης μηχανής και ισχύος καθ’ ημέραν τε και νύκτα ουκ επαύσατο πολιορκών ημάς και χάριτι του παντεπόπτου Χριστού Κυρίου ημών εκ των τειχών, μετά αισχύνης άχρι του νυν πολλάκις κακώς απεπέμφθη... Τους αγρούς ημών και κήπους και παραδείσους και οίκους ήδη πυριαλώτους εποίησε· τους αδελφούς ημών τους Χριστιανούς, όσους εύρεν, εθανάτωσε και ηχμαλώτευσε· την φιλίαν ημών έλυσε.



Ελθών ουν, αδελφοί, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πώς εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας Βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνω τε και υπεράγνω Δεσποίνη ημών Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσεν και εχαρίσατο την Κυρίαν είναι και Βοηθόν και Σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των Χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν. Και ούτος ο ασεβέστατος, την ποτε περιφανή και ομφακλίζουσαν ως ρόδον του αγρού βούλεται ποιήσαι υπ’ αυτόν. Ή εδούλωσε σχεδόν, δύναμαι ειπείν, πάσαν την υφ’ ήλιον...." Μετά τον λόγο του ο Παλαιολόγος αγκάλιασε όλους τούς παρευρισκομένους και τους ζήτησε να τον συγχωρέσουν αν ποτέ τους έβλαψε σε κάτι. Και όλοι Βενετοί, Γενουάτες, 'Ελληνες ενωτικοί και 'Ελληνες ανθενωτικοί αγκάλιασαν ο ένας τον άλλο ξέροντας, ότι ζουν τις τελευταίες ώρες της ζωής τους. Υποσχέθηκαν ότι δεν θα τρέξουν να σώσουν τις οικογένειές τους ή τις περιουσίες τους, αλλά θα αγωνίζονταν για την πατρίδα μέχρι τελικής πτώσης. (Mάλιστα σύμφωνα με τον Pears, οι μαχητές που πήγαν στο εξωτερικό τείχος, έκλεισαν τις πύλες του εσωτερικού τείχους, πίσω από τήν περίβολο, ώστε να είναι αδύνατη η υποχώρηση. Τόσο αποφασισμένοι ήταν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων). Και από πέτρα να ήταν κάποιος, γράφει ο Φρατζής, δεν θα ήταν δυνατό να μην δακρύσει στους τελευταίους εναγκαλισμούς των αμυνομένων....! {Συνεχίζεται...}. Μέρος 1ον.


 

Εκ του Ιστολογίου CONSTANTINOPLE. Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου