«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024
Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024
ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ
Η αντίσταση των Ελλήνων μετά το 1453 ήταν εξίσου σημαντική ήταν και στο πνευματικό πεδίο (Ορθοδοξία, γλώσσα, ιστορική συνείδηση και λαϊκή παράδοση).
του Γιώργου Καραμπελιά
Η αντίσταση στους έξι αιώνες της ξένης κατοχής δεν περιορίστηκε μόνο στο στρατιωτικό πεδίο (όπως είδαμε στο προηγούμενο αφιέρωμα μας, Η αντίσταση των Ελλήνων μετά το 1453), αλλά εξίσου σημαντική ήταν και στο πνευματικό πεδίο (Ορθοδοξία, γλώσσα, ιστορική συνείδηση και λαϊκή παράδοση).
Αν, για τους λογίους και τους πεπαιδευμένους Έλληνες, συστατικό και ενισχυτικό της ταυτότητάς τους, εκτός από τη θρησκεία, ήταν η γλώσσα και η ιστορία, για τον λαό, ιδιαίτερα για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, η ορθόδοξη πίστη αποτελούσε το μοναδικό ανάχωμα στην απώλεια της ταυτότητας και τους εξισλαμισμούς. Εξ ου και η τεράστια σημασία των νεομαρτύρων και η ευρύτατη διάδοση των «Μαρτυρολογίων» και των «Συναξαριστών». Ο Νεκτάριος Τέρπος, προς παραδειγματισμό των λιποψυχούντων, αναφέρεται ιδιαίτερα στην περίπτωση του «νεομάρτυρα» της Β. Ηπείρου, άγιου Νικόδημου του Ελβασάν, που μαρτύρησε το 1722 και η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουλίου:
«Καὶ ἀκούσατε. Ἐτοῦτος ὁ ἅγιος ἦτον ἀπὸ τὰ Βελάγραδα [ ] φθόνῳ τοῦ διαβόλου, ἀρνήθη τὸν Χριστὸν παῤῥησία, καὶ ἔγινεν Ἀγαρηνός[ ]. Ἡ δὲ γυνὴ αὐτοῦ ἐλυπᾶτο πολλὰ δι’ αὐτόν, καὶ ἐπαρακάλει… διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν πρὸς Κύριον. Τέλος ὑπῆγε εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἐξομολογήθη, [ ] ἔλαβε τὸ Ἅγιον Σχῆμα καὶ ἔγινε καλόγερος. (Τρία χρόνια μετά) ἐβουλήθη νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ Βελάγραδα, νὰ μαρτυρήσῃ διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. [ ] … ἐπαῤῥησιάσθη εἰς τοὺς ἀσεβεῖς. …τὸν ἐπῆγαν εἰς τὸν ἡγεμόνα λεγόμενον Χουσὲν πασιᾶς.
Ὁ δὲ ἅγιος τοῦ ἀπηλογήθη· μὴ γένοιτο, ὦ ἡγεμὼν νὰ ἀρνηθῶ ποτὲ τὸν (Μωάμεθ) πιστεύω πῶς εἶναι προφήτης τοῦ σατανᾶ, καὶ κάθεται μέσα εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, αὐτὸς καὶ ὅσοι τὸν πιστεύουν διὰ προφήτην. Ταῦτα εἰπὼν ὁ ἅγιος, ὁ ἡγεμὼν ἐθυμώθη καὶ ἐν τῷ ἅμα τὸν ἀποφάσισε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Καὶ ἡ μὲν ἁγία του ψυχὴ ἀνέβη στεφηφόρος εἰς τὸν χορὸν τῶν ἁγίων μαρτύρων, τὸ δὲ ἅγιον αὐτοῦ λείψανον, λαβόντες οἱ χριστιανοὶ κατέθεσαν αὐτὸ εἰς τὸν ναὸν τῆς Θεοτόκου λεγόμενον Σουρούμπουλη, εἰς δόξαν Θεοῦ[1].»
Ο Νικόδημος Αγιορείτης πρώτος εξέδωσε, το 1799, μαρτυρίες με τους βίους και ορισμένες ακολουθίες νεομαρτύρων, καταγράφει δε 86 τον αριθμό. Ο Κ. Σάθας τους ανεβάζει σε 101, ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος σε 124, ο δε Ιωάννης Περαντώνης, βιογραφεί 162[2]. Για τους νεομάρτυρες διατηρείται ακόμα και σήμερα μια προφορική παράδοση, χαμένη σε θρύλους και μύθους πολλών τοπικών κοινωνιών, και μια γραπτή παράδοση μαρτυρολογίων και λειτουργιών.
«… τα Μαρτύρια των αιώνων 15ου-17ου, είναι της λόγιας βυζαντινής παράδοσης, ενώ αυτά που γράφηκαν κατά τους 18ο-19ο αι., είναι της δημοτικής παράδοσης. Της λόγιας παράδοσης, ανήκουν σε συγγραφείς, όπως ο Ανώνυμος του 15ου αι., συγγραφέας του μαρτυρίου του νεομάρτυρα αγίου Γεωργίου, που άθλησε στην Αδριανούπολη (+1437, Μαρτίου 26), οι Ιωάννης Μόσχος, Παχώμιος Ρουσάνος, Νικόλαος Μαλαξός, Δαμασκηνός Στουδίτης, Μελέτιος Συρίγος και Ιωάννης Καρυοφύλλης, κ.ά. Τα Μαρτύρια της δεύτερης περιόδου, ήτοι της δημοτικής παράδοσης, προέρχονται από συγγραφείς, όπως οι Ιωνάς Καυσοκαλυβίτης, Νικόδημος Αγιορείτης, Μακάριος Νοταράς, Νικηφόρος Χίος, Αθανάσιος Πάριος κ.α».[3]
Καθόλου τυχαία, από τα μέσα του 18ου αιώνα, πολλαπλασιάζονται οι νεομάρτυρες, ιδιαίτερα στις περιοχές της Δυτικής Μικράς Ασίας, της Θράκης, της Μακεδονίας. Η Κων/πολη, η Χίος, η Μυτιλήνη, η Θεσ/νίκη, η Δυτική Μ. Ασία, είναι τα μεγάλα κέντρα της δράσης και του μαρτυρίου των νεομαρτύρων. Η επίταση της εμφάνισης νεομαρτύρων κατά τον 18ο αι. και η γεωγραφική επικέντρωσή τους μαρτυρεί είτε μια σκλήρυνση των τουρκικών αντιδράσεων, καθώς το ελληνικό στοιχείο ενισχύεται, είτε μια αυξανόμενη αντίσταση των ραγιάδων στους εξισλαμισμούς, είτε όλα μαζί. Πάντως, ούτως ή άλλως, καταρρίπτει το σχήμα μιας απάλυνσης της οθωμανικής θηριωδίας, ή της εξασθένισης της θρησκευτικής αντιπαράθεσης: Από τους 140 νεομάρτυρες της Τουρκοκρατίας, τους οποίους τιμά η Εκκλησία, οι 58 μαρτύρησαν κατά την περίοδο 1780-1830[4].
Παράλληλα με την ενίσχυση των επαναστατικών κινήσεων του ελληνισμού, [ ]ίσως, σε περιοχές όπου η αντίθεση δεν μπορούσε να πάρει τη μορφή επαναστατικών κινήσεων, σε λαϊκά στρώματα που είχαν μικρότερη επαφή με την εκπαίδευση και ήταν περισσότερο εκτεθειμένα στις καταφρονητικές συμπεριφορές των Τούρκων, εκεί θα ακολουθήσει μάλλον τον δρόμο των νεομαρτύρων.
«Από τούς διαφόρους επαγγελματίες σημαντικός είναι ο αριθμός των ραπτών και των κηπουρών. [Ράπται ήσαν] ο Ιωάννης από τα Ιωάννινα, ο Δούκας ο Μυτιληναίος, ὁ Ιωάννης από την Θάσον, ο Δαμασκηνός από την Κωνσταντινούπολιν, ο Γεώργιος από την Μυτιλήνην, ο Μύρων από την Κρήτην. Ενώ κηπουροί καταγράφονται ο Χρίστος από την Αλβανίαν, ο Μιχαήλ από τας Αθήνας, ο Γεώργιος από την Κωνσταντινούπολιν.
Επίσης καταγράφονται πραγματευταί, ο Ιωάννης από το Ασπρόκαστρον, ο Πολύδωρος από την Λευκωσίαν, ο Γεώργιος από την Σερβίαν, ο Συμεών από την Τραπεζούντα, ο Αγγελής από την Κων/πολιν, χρυσοχόοι… ναύται, ο Αναστάσιος από το Ναύπλιον, ο Θεόδωρος ο νέος ο Βυζαντιεύς, ζωγράφοι·… ο Αυξέντιος από τα Ιωάννινα, ο Ζαχαρίας από την Άρταν, γουναράδες·… ο Χριστόδουλος από την Κασσάνδραν, ο Χατζή Γεώργιος από την Φιλαδέλφειαν, αμπατζήδες…»[5].
Χαρακτηριστική για τη νέα διάσταση που αποκτά, λίγο πριν την Επανάσταση, το κίνημα των νεομαρτύρων υπήρξε η περίπτωση του οσίου Νικήτα, που μαρτύρησε στις Σέρρες, στις 4 Απριλίου 1808, ανήμερα του Πάσχα. Όπως επισημαίνει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «Σπανιώτατα ήταν τα παραδείγματα νεομαρτύρων προκαλεσάντων το μαρτύριον εκ θρησκευτικού ενθουσιασμού και ακατασχέτου πόθου», δεδομένου μάλιστα ότι «η εκκλησία δεν ενέκρινε το εκ προκλήσεως μαρτύριον»[6]. Τωόντι, η συντριπτική πλειοψηφία αφορούσε εξισλαμισθέντες, οι οποίοι διεκδικούσαν ανοικτά την επιστροφή στην ορθοδοξία και υφίσταντο μαρτυρικό θάνατο.
Ο νεομάρτυρας Άγιος Νικήτας, όμως, ο οποίος δεν είχε αλλαξοπιστήσει ο ίδιος αλλά οι γονείς του, ήταν κρυπτοχριστιανοί του Πόντου έδειξε έναν «ακατάσχετο πόθο» για τον θάνατό του. Πήγε σε ένα τζαμί και προκάλεσε έναν ανάπηρο μουσουλμάνο να ασπαστεί τον χριστιανισμό για να θεραπευτεί! Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί, να βασανιστεί και εν τέλει να κρεμαστεί. Ο Δ. Μιχαλόπουλος, με αφορμή αυτό το γεγονός, επισημαίνει την εθνική διάσταση που αποκτά το κίνημα των Νεομαρτύρων:
«…Το αποφασιστικό βήμα προς την Επανάσταση δεν έγινε ούτε το 1806 στην Πελοπόννησο, με την εξέγερση του Κολοκοτρώνη, ούτε το 1814, οπότε σχηματίστηκε ο πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας, αλλά το 1808 στη Μακεδονία, συγκεκριμένα στις Σέρρες. Εκεί, πράγματι, εμφανίστηκε, τη Μεγάλη Δευτέρα ο ιερομόναχος Νικήτας, από τη Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος… Διότι οι γονείς του ήταν κρυπτοχριστιανοί από τον Πόντο και ο Νικήτας έφερε βαρύτατα το γεγονός ότι είχαν κάνει έστω και ψεύτικα σουνέτι. Υπήρχε όμως και άλλη αιτία, σπουδαιότερη: Ο Νικήτας αναζητούσε ενδομύχως να αποδείξει ότι η –όποια– συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων αποτελούσε πια παρελθόν. Είχε ήδη έλθει ο καιρός να φτιάξουν οι Έλληνες, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, δικό τους Κράτος»[7].
Ένας νεώτερος μελετητής, ο Μ. Γ. Βαρβούνης, επισημαίνει και αυτός την αντιστασιακή υφή του φαινομένου των νεομαρτύρων: «Σε τελική ανάλυση, ο νεομάρτυρας αντιπροσωπεύει ένα πρότυπο δρώντος ανθρώπου της τουρκοκρατίας. Υπάρχει και ένα δεύτερο υπόδειγμα δράσης κατά την ίδια ιστορική περίοδο που αντιπροσωπεύεται από τις μορφές του κλέφτη και του αρματωλού. [ ] Και οι δύο αντιστέκονται στη βία, την υποδούλωση και την καταπίεση, με διαφορετικά όμως όπλα και με άλλους τρόπους. Μέσα όμως στον υπόδουλο ελληνισμό είναι η μεταφυσική προοπτική των νεομαρτύρων και η αγωνιστική οπτική των κλεφταρματωλών, που δίνουν τον τόνο στην προσπάθεια για την αναγέννηση του δούλου Γένους»[8].
Δηλαδή, η πλέον ανυποχώρητη αντίσταση θα πάρει δύο μορφές – την ένοπλη αντιπαράθεση και τη ριζική απόρριψη της ιδεολογίας και του κόσμου του κατακτητή, την απόρριψη του ισλάμ και την μαρτυρία υπέρ της ορθοδοξίας.
Νεομάρτυρες στη Σμύρνη
Στη Σμύρνη, την 1η Μαΐου 1819, θα καρατομηθεί, μετά από φρικτά βασανιστήρια, ο νεομάρτυς Αγαθάγγελος (κατά κόσμον Αθανάσιος). Σύμφωνα με τον εφημέριο Γουίλιαμσον, ιδρυτή της Αγγλικής Βιβλικής Εταιρείας, ο Αθανάσιος, γιος βαρκάρη, πείστηκε σε μια νύχτα μέθης να αλλαξοπιστήσει, αλλά δώδεκα μήνες μετά, γεμάτος τύψεις, έφυγε για τη Μονή Εσφιγμένου και προετοιμάστηκε πνευματικά για τη θυσία. Με το ένδυμα του μοναχού, επισκέφτηκε τον καδή της Σμύρνης και του δήλωσε πως αποκηρύσσει το ισλάμ· οι Τούρκοι τον φυλάκισαν και, με βασανιστήρια, συνοδευόμενα από υποσχέσεις, προσπάθησαν μάταια να τον μεταπείσουν:
Την ημέρα της εκτέλεσης, ο Αθανάσιος οδηγήθηκε έξω από τη φυλακή με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, περπάτησε αγέρωχα στην πλατεία, μπροστά από το μεγάλο τέμενος: εκεί για μία ακόμα φορά του προσέφεραν την σωτηρία αν έμενε Τούρκος, με αντάλλαγμα, πλούτη, γυναίκες, άλογα και σπίτια, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει… Τελικώς, ένας Τούρκος σιδεράς πήρε εντολή… να του κόψει το κεφάλι. Ο εκτελεστής, του έκοψε ένα μέρος από το δέρμα του λαιμού του [ ], ώστε να φοβηθεί και να υποχωρήσει· ενώ ο Αθανάσιος γονατιστός διακήρυσσε με ηρεμία και αξιοπρέπεια πως γεννήθηκε με τον Χριστό και θα πεθάνει με αυτόν, η τρομακτική πράξη ολοκληρώθηκε με ένα και μόνο κτύπημα.
Η τουρκική φρουρά έριξε αμέσως κουβάδες με νερό στο λαιμό του νεκρού και στην καρατομημένη κεφαλή, ώστε να εμποδίσει το πλήθος των Ελλήνων να βουτήξουν τα μαντήλια τους στο αίμα του, ως ενθύμιο του μεγάλου γεγονότος. Το πτώμα παρέμεινε φρουρούμενο για τρεις μέρες, με το στήθος και το στομάχι στραμμένα στο έδαφος και την κεφαλή τοποθετημένη ανάμεσα στους μηρούς, πάνω στον πρωκτό. Στη συνέχεια το παρέδωσαν στους Έλληνες και το έθαψαν στο κεντρικό νεκροταφείο»[9].
Ο Αθανάσιος μαρτύρησε σε ηλικία μόλις 19 ετών και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, συνέθεσε τροπάριο, αντί του «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν»[10]: «Πληθὺς ἡ τῶν Σμυρναίων ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν ἡμῶν τὸν πολιοῦχον καὶ τῆς Αἴνου τὸ βλάστημα, πρόμαχον θερμὸν Ἀγαθάγγελον ἱερομάρτυρα ἐσθλόν· ἐπλάκη γὰρ γενναίως τῷ δυσμενεῖ καὶ τοῦτον κατεπόνησε· διὸ καὶ ἐν οὐρανομάρτυσι συναγάλλεται ὑπὲρ ἡμῶν ἐξευμενίζων τὸν μόνον φιλάνθρωπον.»
Ο Αγαθάγγελος δεν ήταν παρά ο τελευταίος νεομάρτυρας της Σμύρνης – αναφέρονται οκτώ περιπτώσεις, οι έξι εκ των οποίων κατά την περίοδο 1763-1819. Στις 10-4-1763, αποκεφαλίστηκε ο ψαράς «Δήμος εν Σμύρνη», οι δε Σμυρναίοι θεωρούσαν τον τάφο του θαυματουργό. Ο «Μιχαήλ ο Βουρλιώτης», γανωματής, μαρτύρησε στις 16-4-1772, το δε πτώμα του το περισυνέλλεξαν από τη θάλασσα και το έθαψαν με τιμές στην Αγία Φωτεινή. Στις 26-5-1794, θα πάρει τον δρόμο του μαρτυρίου ο «Αλέξανδρος Θεσσαλονικεύς ο Δερβίσης»· ο τσαγκάρης «Ιωάννης εκ Θεσσαλονίκης ο Νάννος» αποκεφαλίστηκε, στις 29-5-1802, και οι Έλληνες μπόρεσαν να τον θάψουν καταβάλλοντας 3.000 γρόσια στους Τούρκους· ο Προκόπιος Βάρνης θα αποκεφαλιστεί την 25η Ιουνίου 1810, για να ακολουθήσει ο Αγαθάγγελος το 1819[11].
Οι Κολλυβάδες πατέρες προβάλλουν τους Νεομάρτυρες ως την πρωταρχική μορφή αντίστασης. Ο Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809) θα εκδώσει το Νέο Μαρτυρολόγιον και θα συγγράψει τον Συναξαριστή[12], καθώς και πλήθος ακολουθιών. Ο Αθανάσιος Πάριος (1722-1813), θα γράψει την «Ακολουθία του νεομάρτυρος Δημητρίου του Χίου», που αποκεφαλίστηκε στην Πόλη το 1802, καθώς και το «Μαρτύριον του Ιωάννου του Κρητός»[13], που μαρτύρησε στη Νέα Έφεσο, το 1811 τονίζοντας πως «οἱ νέοι μάρτυρες εἰσὶν ἅγιοι καὶ πρέπει νὰ τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι καὶ ἄνευ κανονικῆς διατυπώσεως τῆς Μ. Ἐκκλησίας»[14]. Την ίδια όμως στιγμή, στο απέναντι στρατόπεδο, του εκδυτικισμένου Διαφωτισμού, ο Ανώνυμος συγγραφέας του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων, που είχε εκδοθεί στη Σμύρνη, επιτίθεται στην εκκλησιαστική παράδοση:
Δυσχεραίνουσιν οἱ Ἅγιοι ὅταν βλέπουσι ἐκδιδόμενα βιβλία ἐπιστημονικὰ καὶ φιλολογικά, τὰ ὁποῖα φωτίζουσι τὸ γένος. Ὡς φαίνεται, δὲν ἐχόρτασαν οὗτοι ἀπὸ Συναξάρια καὶ Μαρτυρολόγια, Νέους Παραδείσους καὶ Ὅρμους σωτηρίους, Ὀρθοδοξίας Πηδάλια, Λαυσαϊκά, Ἀσκητικὰ καὶ ἄλλας σαπρολογίας, μὲ τὰ ὁποῖα οἱ μελανοφόροι καὶ μελανόψυχοι ἀπεζόφωσαν τὸ γένος… ποίαν ὠφέλειαν προξενοῦσιν εἰς τὸν πεπολισμένον καὶ κοσμικὸν ἄνθρωπον τὰ Λαυσαϊκὰ τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ, τὰ Ἀσκητικὰ τοῦ Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου καὶ ἄλλων τῆς Θηβαΐδος ἀσκητῶν λαχανοφάγων, οἵτινες ἔζησαν εἰς τὰς ἐρήμους μαχόμενοι μὲ τοὺς δαίμονας; Εἰς τὶ συντείνουσιν αἱ ὀπτασίαι καὶ τὰ τερατώδη ὀνείρατα τοῦ Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, τὰ ὁποῖα εὐνοοῦσι μᾶλλον τὸν ἐμετὸν ἢ τὸν γέλωτα»[15];
Επρόκειτο για δύο κόσμους που αδυνατούσαν να επικοινωνήσουν. Ο «Προκόπιος Βάρνης» οδηγείται στο μαρτύριο, εμπνεόμενος από αυτούς τους «Νέους Παραδείσους», που «εὐνοοῦσι μᾶλλον τὸν ἐμετὸν ἢ τὸν γέλωτα» στον «πεπολισμένον καὶ κοσμικὸν ἄνθρωπον»,. Ενδεικτική εξ άλλου της αδυναμίας τους να κατανοήσουν το ιερό πάθος των νέων Αγίων, είναι η τελευταία αποστροφή της επιστολής του Γουίλιαμσον, αυτόπτη μάρτυρα του αποκεφαλισμού του Αθανασίου:
…Εν συνεχεία (το πτώμα) δόθηκε στους Έλληνες και κηδεύτηκε στο κεντρικό νεκροταφείο. Πανάκριβα εξαγορασμένη ταφή!!! … είναι δύσκολο να πει κανείς ποιοι είναι οι περισσότερο ένοχοι, οι Τούρκοι ή οι Έλληνες; Οι Τούρκοι είναι άγριοι, πάντα έτοιμοι να χύσουν το αίμα ενός Χριστιανού. Αλλά πόσο απαίσιο είναι το γεγονός ότι μια Εκκλησία, μια Χριστιανική Εκκλησία, θα αρνούνταν τη συγγνώμη της σε ένα εκπεσόν μέλος της!»[16].
Ο προτεστάντης πάστορας αδυνατούσε να κατανοήσει την ενέργεια του μάρτυρα, που θυσιάστηκε για την πίστη του, και μάλιστα έφθασε να πιστέψει πως η θυσία του είχε προκληθεί από «πίεση» της ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ πολύ συχνά, οι νεομάρτυρες προχωρούσαν στο διάβημά τους παρά τις προσπάθειες των μοναχών να τους αποτρέψουν. Η αντίληψή του είναι συνέπεια της τεράστιας απόστασης που χώριζε έναν λαό που πάλευε απεγνωσμένα για την πίστη και την ελευθερία του από τους λαούς της Δύσης. Όμως, το γεγονός ότι και ένας Έλληνας, ο «Ανώνυμος», αδυνατούσε να κατανοήσει τη σημασία των «Συναξαρίων» καταδεικνύει το εύρος του χάσματος που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις διαφορετικές πτέρυγες του ελληνισμού.
[1] Κωνσταντίνος Γαρίτσης. Ο Νεκτάριος Τέρπος και το έργο του: εισαγωγή, σχόλια, κριτική έκδοση του έργου του Πίστις, εκδ. «Ο Θεσβίτης», Θήρα 2002, σσ. 265-267.
[2] Χρ. Παπαδόπουλος, Οι νεομάρτυρες,21934· Otto F. A. Meinardus, The Saints of Greece, George Scouras, 1970· I. Περαντώνης, Λεξικόν των νεομαρτύρων, ΕΕΕΕ, 1972· Πρακτικά Διορθόδοξου Συνεδρίου, «Κωνσταντίνος ο Υδραίος-Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του γένους», Ύδρα, 10-14/11/2000, Μητρόπολις Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, Ύδρα 2007· Έλληνες Νεομάρτυρες, 1453-1821, Πρακτ. Συνεδρίου, Λιδωρίκι 29-30 Μαΐου 1997· Μ.Γ. Βαρβούνης, Λαογραφικά των νεομαρτύρων, ΔΠΘ, Κομοτηνή 1998. Για τη σχέση εθνομαρτύρων και νεομαρτύρων, βλ. Γ. Τζεδόπουλος, «Εθνική ομολογία και συμβολική στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, οι εθνομάρτυρες», Μνήμων, τ. 24, 2002, σσ. 107-143· Π. Γ. Νικολόπουλος, «Νεομάρτυρες: Καυχήματα τοῦ σκλαβωμένου Γένους», εφ. Εστία, 1.4.2005 –7.4.2005.
[3] Βασίλειος Ψευτογκάς, «Η νεομαρτυρολογική γραμματεία και τα είδη της», στο Έλληνες νεομάρτυρες…, ό.π., σσ. 83.
[4]http://www.apostoliki-diakonia.gr/GR_MAIN/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat= hist&contents= contents_Genos.asp&main=ecclesia_history&file=8/8.2.htm.
[5] Π. Γ. Νικολόπουλος, «Νεομάρτυρες…», ό.π., Εστία, 1.4.2005 έως 7.4.2005.
[6] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Οι νεομάρτυρες, Αθήνα 21934, σ. 9.
[7] Δημήτρης Μιχαλόπουλος, «Η εθνική και γενικότερη σημασία της στάσης των νεομαρτύρων» στο, Έλληνες νεομάρτυρες, ό.π., σσ. 83.
[8] Μ.Γ. Βαρβούνης, Λαογραφικά…, ό.π.,σσ. 71-73.
[9] Charles Williamson, επιστολή στον Joseph Tarn· βλ. R. Clogg, «A little-known Orthodox Neo-Martyr, Athanasios of Smyrna (1819)», Anatolica, Studies in the Greek East in the 18h and 19th Centuries, Variorum, σσ. XV, 28-36. και στο βιβλίο μου, Κοινωνικές συγκρούσεις και διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη, (1788-1820). ΕΕ, Αθήνα 2009, Γ.Κ. , II.
[10] Ν.Κ. Χατζηκωστής, Σμυρναϊκά Ανάλεκτα, Mélanges Smyrnéens2, Αθήνα 1906, σ. 7.
[11] Ι. Περαντώνης, ό.π., τ. Α΄, σσ. 171-172, 58-59, τ. Β΄, σσ. 259-261, τ. Γ΄, σσ. 439-441.
[12] Νέον Μαρτυρολόγιον, Βενετία, 1799· Συναξαριστής, Βενετία 1819, Δόμος, Αθήνα 2005.
[13] Νέον Λειμωνάριον, ΙΙ, Βενετία 1819, σσ. 101-114, 328-331.
[14] Χρ. Παπαδοπούλου, Οι νεομάρτυρες, ό.π., σ. 10.
[15] Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, «Ιδεολογικές συνέπειες της κοινωνικής διαμάχης στη Σμύρνη (1809-1810)», Δελτίο ΚΜΣ, 3, Αθήνα 1982, σσ. 32-33.
[16] Στο R. Clogg, «A little-known…», ό.π., σ. XV, 35. *Εκ του ιστολογίου «ardin-rixi.gr» της 25.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Κυριακή 14 Απριλίου 2024
Η ΠΡΩΤΗ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ 1204
Η καταστροφή του 1204 μ.Χ. Ο λόγος που ασχολούμαστε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, είναι επειδή οι Νεοπαγανιστές, δεν έχουν αφήσει ΚΑΝΕΝΑ σημείο της ιστορίας μας που να μη το διαστρέψουν, για να κατηγορήσουν τους Χριστιανούς. Λένε λοιπόν, ότι για την πτώση έφταιγαν οι… μοναχοί! Θέλουμε λοιπόν να παρουσιάσουμε την πραγματική κατάσταση, μέσα από την οποία θα γίνει φανερό το ψέμα και ο δόλος, όσων διαστρέφουν την αλήθεια.
Παράλληλα, θα φανεί ο σκοτεινός ρόλος των Παπικών στην ιστορία. Αυτό είναι το πρώτο από μια σειρά θεμάτων γύρω από την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Στα πρώτα άρθρα μας για το θέμα αυτό, θα παρουσιασθούν τα γεγονότα, και μετά θα γίνει ανάλυση στα αίτια της πτώσης, ώστε να φανεί και αυτή η εξαπάτηση που επιχειρείται κατά της Εκκλησίας από τους Νεοπαγανιστές.
Πριν από την άλωση τής Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453, υπήρξε άλλη μια άλωση, από τους Λατίνους. Η άλωση αυτή, αδυνάτισε την πόλη, και την έκανε αργότερα εύκολο θύμα για τους Τούρκους. Να τι διαδραματίσθηκε με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της Τέταρτης Σταυροφορίας το 1204 και έμεινε ανεξίτηλο μαζί με τα υπόλοιπα γεγονότα της Φραγκοκρατίας στη μνήμη των Ελλήνων:
Μετά την επίσημη αναγνώριση των Ευρωπαίων ως κατακτητών του Βυζαντίου, άρχισε η χωρίς οίκτο λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη. Όσοι τολμούσαν να αντισταθούν εσφάζοντο επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία. Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας! Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, (αφού προηγουμένως το έκαναν κομμάτια), μανουάλια, πολυκάνδηλα, μέχρι και κουρτίνες. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο, χόρευε άσεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε.
Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. [Π.χ. το πτώμα του Βασίλειου Β΄Μακεδόνος πετάχθηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Ευρωπαίοι! μια φλογέρα –ειρωνικά -. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά»]. Κυρίως όμως καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης: τόσο της κλασσικής αρχαιότητος [π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διοσκούρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμηδος, της Ήρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσάς μας] όσο και της βυζαντινής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλιωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα.
Μόνο οι Βενετοί μπόρεσαν να σώσουν ορισμένα από αυτά, όπως τα περίφημα τέσσερα χάλκινα άλογα του Ιπποδρόμου, που τα μετέφεραν στη Βενετία και τα τοποθέτησαν στο ναό του Αγίου Μάρκου. Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που ήταν εξοικειωμένοι με το βυζαντινό πολιτισμό, του οποίου ήταν θαυμαστές και αντιγραφείς, αλλά και λόγω των γνωριμιών τους με τους Έλληνες ήταν οι πλέον φιλεύσπλαχνοι έναντι των ηττημένων. Ήταν τέτοια η έκταση της καταστροφής, που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι. Τα αγάλματα θεών και ηρώων της αρχαιότητος, που οι Βυζαντινοί τα σεβάστηκαν για τόσους αιώνες, που δεν τα κατέστρεψαν (όπως ψευδώς λένε μερικοί), αλλά τα είχαν για να στολίζουν την πόλη τους, καταστράφηκαν σε μια στιγμή από τους βαρβάρους Σταυροφόρους!
Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Δυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμηών. Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους. Το πιο τραγικό από όλα ήταν όμως ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητος (μοναχές) υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού.
Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατεράδες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων, έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και κυρίως τιμαλφή.
Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν. Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών. Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης που ήταν επίσης παρών στην Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..) Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους. (…)»
Αυτή ήταν η απαρχή της Φραγκοκρατίας, και κάνει σαφέστατη την απάντηση στο ερώτημα μερικών: γιατί αντιπαθούσαν τόσο πολύ οι Έλληνες του 1453 τους Λατίνους; Στην Κρήτη είχαν αρχίσει να γράφουν τα ελληνικά με λατινικό αλφάβητο, λόγω λατινικής επιρροής! Οι Τούρκοι τουλάχιστον δεν τους απαγόρευαν τη θρησκεία ή τη γλώσσα και τέλος πάντων, οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας που ήταν ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι ως τον 11ο αι. εκλατινίστηκαν, όταν οι Νορμανδοί κατέλαβαν την Ιταλία, με αποτέλεσμα, σήμερα ελάχιστοι μιλούν ελληνικά, ενώ ως τον 20 αι. υπήρχαν στη Μικρά Ασία εκατομμύρια ελληνικών πληθυσμών, που διατήρησαν την ελληνοφωνία και την ορθοδοξία και επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Ναι, οι Τούρκοι εξισλάμισαν και τουρκοποίησαν πολλούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά όχι όλους! Έμειναν 3 εκατομμύρια το 1922. Οι Λατίνοι τους εκλατίνισαν όλους τους κατοίκους της Νότιας Ιταλίας. Τι ήταν λοιπόν το λιγότερο δυσάρεστο, ο χαμός όλων ή ο χαμός πάρα πολλών αλλά όχι όλων; Γιατί, ας μη ξεχνάται, μόνο η Πόλη είχε απομείνει και δεν υπήρχε πια ελπίδα επανάκτησης των εδαφών Βαλκανίων-Μικρασίας, ούτε και η Δύση ενδιαφέρθηκε να κάνει πόλεμο στους Τούρκους για χάρη των Ελλήνων. Δύο πλοία και 700 στρατιώτες έστειλε η Δύση το 1453, ενώ είχε ήδη υπογραφεί η Ένωση των Εκκλησιών. Τόσα πολλά. Τόσο πολύ νοιαζόταν για εμάς.
*Πηγές: Περιοδικό: «Θεός και Θρησκεία» Νο 3. Αφιέρωμα στην Άλωση της Πόλης. Ιστοσελίδα: «Ενάντια στα λάθη της Αρχαιοπληξίας». *Εκ του ιστολογίου «oodegr.com» της 13.12.2004. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Δευτέρα 8 Απριλίου 2024
ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΗΣ ΤΟ 1261: ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΙΟΝΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
Το 1261 και συγκεκριμένα στις 25 Ιουλίου σημειώθηκε η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, δίνοντας έτσι τέλος στην 57χρονη κατοχή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε καταλυθεί με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της Δ` Σταυροφορίας, στις 12 Απριλίου 1204.
του Παναγιώτη Τάταρη
Αρχικά, αφότου κατελήφθη η Κωνσταντινούπολη, οι στρατιώτες που αποτελούσαν το σταυροφορικό στρατό και προέρχονταν από καθολικές χώρες της Ευρώπης, προέβησαν σε αποτρόπαιες πράξεις στο εσωτερικό της Πόλης, καθώς, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο αριθμός των σφαγιασθέντων πιθανώς δεν ξεπερνά τις 2.000, αλλά η ασέλγεια και η διαρπαγή ήταν σε ημερησία διάταξη. Σπίτια, μοναστήρια και εκκλησίες λεηλατήθηκαν. Δισκοπότηρα απογυμνωμένα από τα πετράδια τους έγιναν κρασοπότηρα, εικόνες μετατράπηκαν σε τάβλες παιχνιδιών. Καλόγριες βιάστηκαν μέσα στα μοναστήρια τους, τα οποία λεηλατήθηκαν.
Στην Αγία Σοφία οι στρατιώτες ξέσχισαν το πέπλο του ιερού και κατέστρεψαν τα χρυσά σκαλίσματα του βωμού και του άμβωνα. Μια πόρνη κάθησε στον θρόνο του πατριάρχη τραγουδώντας πρόστυχα γαλλικά τραγούδια. Όπως γράφει ο J. J. Norwich, οι αποσβολωμένοι Έλληνες αναρωτιούνταν πώς τέτοιοι βάρβαροι μπορούσαν να αυτοαποκαλούνται Χριστιανοί, όταν «μετέφεραν τον Σταυρό στους ώμους τους, τον Σταυρό στον οποίο είχαν ορκιστεί ότι θα περνούσαν μέσα από τα χριστιανικά εδάφη χωρίς αιματοχυσία, ούτε ότι θα σήκωναν τα όπλα εναντίον ομοθρήσκων».
Αμέσως μετά την Άλωση, τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας διαμοιράστηκαν μεταξύ Ευρωπαίων ηγεμόνων, και δημιούργησαν στη θέση της μικρά μοναρχικά κράτη, τα οποία ήταν το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, η Λατινική Αυτοκρατορία, το Δουκάτο των Αθηνών και το Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Οι Βυζαντινοί διατήρησαν τον έλεγχο σε δύο περιοχές της παλιάς αυτοκρατορίας, και συνέστησαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου και την Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η δεύτερη θα αποτελέσει την άμεση συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και θα κινήσει, όπως θα δούμε, τη διαδικασία για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
Μια πρώτη προσπάθεια από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας για ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης έλαβε χώρα ένα χρόνο πριν από την οριστική ανακατάληψη, το 1260, όπου ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η` Παλαιολόγος επιχείρησε μία επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης, η οποία όμως κατέληξε σε αποτυχία. Καταλαβαίνοντας ότι χρειαζόταν ισχυρό στόλο για να αντιμετωπίσει το βενετικό στόλο που υπερασπιζόταν την πόλη υπέγραψε το 1261, στο Νυμφαίο της Μικράς Ασίας, συνθήκη με τη Γένουα, με την οποία της παραχωρούσε εμπορικά προνόμια στην αυτοκρατορία και ένα ειδικό τομέα απέναντι από την Κωνσταντινούπολη με αντάλλαγμα τη ναυτική βοήθεια Γένουας για επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης.
Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, όμως, αποδείχτηκε ευκολότερη υπόθεση από ότι υπολόγιζε ο Μιχαήλ. Την άνοιξη του 1261 ο Μιχαήλ, έστειλε στη Θράκη τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο με ένα εκστρατευτικό σώμα, για να διενεργήσει τοπική στρατολογία, να καταστείλει κάποια ανταρσία που ξέσπασε στην Αδριανούπολη και να κατοπτεύει την Κωνσταντινούπολη. Ο Στρατηγόπουλος βρήκε πολύτιμους συμμάχους στα πρόσωπα των Ελλήνων αγροτών στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.
Οι θεληματάριοι, όπως ονομάζονταν οι αγρότες, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να μεταβαίνουν ελεύθερα στην Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν στον αυτοκρατορικό στρατό πως το λατινικό κράτος βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση. Ο Λατίνος αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β’, ζήτησε βοήθεια, αλλά κατάφερε μόνο να δεχθεί η Βενετία να στείλει μερικά πλοία στον Βόσπορο. Περνώντας έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης ο Στρατηγόπουλος πληροφορήθηκε από τους θεληματάριους ότι το σύνολο της φρουράς της πόλης και του βενετικού στόλου έλειπαν σε μία επιχείρηση για την κατάληψη του νησιού Δαφνουσία του Ευξείνου Πόντου, το οποίο ανήκε στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας.
Η προετοιμασία της ανακατάληψης έλαβε χώρα τα ξημερώματα της 25ης Ιουλίου, όπου μια μικρή ομάδα 50 ανδρών του Στρατηγόπουλου, υπό τον Κουτριτζάκη, εισήλθαν στο εσωτερικό της Βασιλεύουσας, από μια τρύπα ενός παλιού υδραγωγείου που την γνώριζαν ελάχιστοι. Μόλις το γεγονός μαθεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη, επικράτησε μεγάλος αναβρασμός στις τάξεις των Λατίνων και είχε ως αποτέλεσμα την άτακτη φυγή τους. Με την πόλη σχεδόν αφύλακτη από στρατό, ο Στρατηγόπουλος κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη στις 25 Ιουλίου του 1261, αφότου οι 50 άνδρες που εισήλθαν μέσω του υδραγωγείου, άνοιξαν την πόρτα της Πηγής και το αυτοκρατορικό στράτευμα, περίπου 800 στον αριθμό, εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη.
Οι Βενετοί που είχαν εκστρατεύσει εναντίον της Δαφνουσίας, όταν πληροφορήθηκαν τα συμβάντα, έσπευσαν να επιστρέψουν, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να παραλάβουν τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στην λιμάνι και να διασώσουν τον Βαλδουίνο. Συγκεκριμένα ο Βαλδουίνος, πήρε όσους θησαυρούς μπορούσε, φόρεσε ράσα, για να μην αναγνωρίζεται και μαζί με τον Λατίνο Πατριάρχη εγκατέλειψαν άρον άρον την Κωνσταντινούπολη.
Η λατινική κυριαρχία έφτασε έτσι άδοξα στο τέλος της ύστερα από 57 χρόνια. Στις 15 Αυγούστου 1261 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος μπήκε στην πόλη και στέφθηκε για δεύτερη φορά αυτοκράτορας, αυτή τη φορά χωρίς τον Ιωάννη Δ΄ που παραγκωνίσθηκε τελείως και λίγο καιρό αργότερα τυφλώθηκε. Με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, η πορεία της αυτοκρατορίας της Νίκαιας έληξε, δίνοντας πλέον τη θέση της στην αναγεννημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Συνοψίζοντας, η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, έδωσε στην αναγεννηθείσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία μια δεύτερη ευκαιρία, εν μέσω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και πολιτικής αστάθειας τα οποία την ταλάνιζαν ακόμα και πριν τα γεγονότα του 1204, να μπορέσει να προβεί σε αναδιοργάνωση, που θα εξασφάλιζε τη βιωσιμότητά της.
Ωστόσο αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθώς τα οικονομικά προβλήματα διογκώθηκαν και τα εδάφη της συρρικνώθηκαν κυρίως λόγω της επέκτασης των Οθωμανών Τούρκων, μέχρι την οριστική κατάλυση της Αυτοκρατορίας στις 29 Μαΐου 1453 και τη Δεύτερη Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Για τη σύνταξη του παρόντος άρθρου αντλήθηκαν πληροφορίες από τις ιστοσελίδες της εφημερίδας Το Βήμα και της εφημερίδας Πρώτο Θέμα. *Εκ του ιστολογίου «offlinepost.gr» της 30.10.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020
ΣΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΡΓΑΚΟΥ: Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: ''ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ''
Αλλά το έργο που διασώζει το όνομα του Ιουστινιανού ως τον παρόντα και θα το διατηρεί -αν δεν συμβεί κάποια μελλοντική συμφορά- και στον μέλλοντα καιρό, είναι η ''Άγια Σοφιά'', όπως ονομάζει ο ελληνικός λαός τον περικαλλή ναό της Αγίας Σοφίας του Θεού, του οποίου η κατασκευή άρχισε επί Μ. Κωνσταντίνου αλλά η ολοκλήρωση συντελέσθηκε επί Κωνσταντίου και τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.
Ο πρώτος ναός, κτισμένος κοντά στο Θεοφύλακτον Παλάτιον, ήταν ρυθμού Βασιλικής. Όπως έχει αναφερθεί, πυρπολήθηκε από τον όχλο μετά την εξορία του Χρυσοστόμου. Τον ναό ανοικοδόμησε ακολούθως ο θεοδόσιος ο Β', αλλά και αυτός δεν διατηρήθηκε επί πολύ. Όπως αναφέρει το Πασχάλιον Χρονικόν, πυρπολήθηκε κατά την Στάση του Νίκα το 532. Ο Ιουστινιανός μετά την κατάπνιξη του κινήματος θεώρησε ιερό χρέος να ανοικοδομήσει τον ναό, αλλά πάνω σε άλλη βάση, με άλλα σχέδια και με νέο ρυθμό, έτσι που ως κτίσμα να εκφράζει το πνεύμα και το ύφος της δικής του μονοκρατορίας μέσα στα ιδεώδη της νέας θρησκείας.
Την κατασκευή του ναού ανέθεσε σε δύο Μικρασιάτες αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο της Λυδίας και τον Ισίδωρο από την ιστορική Μίλητο. Ενώ οι αρχιτέκτονες επεξεργάζονταν διάφορα σχέδια, αυτός κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να συγκεντρώσει χρήματα, τεχνίτες και πολύτιμα μάρμαρα από διάφορα αρχαία μνημεία, όπως από τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, ακόμη και από την Αθήνα και την Θήβα.
Ως προς τη θέση, προκρίθηκε ως προσφορώτερη η περιοχή, όπου υπήρχε οικία μίας χήρας ονόματι Άννα, η οποία ενώ αρχικά ζητούσε ένα υπέρογκο ποσό, στη θέα του αυτοκράτορα, όπως λέγει ο θρύλος, την κυρίευσε δέος και προσέφερε τον χώρο και το οίκημα δωρεάν. Έκτοτε σχετικά με την Αγία Σοφία έχουν πλεχθεί αναρίθμητοι θρύλλοι που έχουν, ανεξάρτητα από την ποσότητα ακριβείας, την δική τους βαρύτητα.
Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 532 και το έργο τελείωσε σε χρόνο ρεκόρ εντός εξαετίας. Υπό την καθοδήγηση των δύο Ιώνων αρχιετεκτόνων εργάσθηκαν 10.000 τεχνίτες και εργάτες με εντατικό ρυθμό. Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 και έκθαμβος ο Ιουστινιανός από το μεγαλείο της κατασκευής αναφώνησε από τον άμβωνα, σύμφωνα με την παράδοση, το περιλάλητο: ''Νενίκηκάς σε, Σολωμών''. Δηλαδή το δικό του κτίσμα ξεπερνούσε σε μέγεθος και λαμπρότητα τον ναό του Σολωμόντος στην Ιερουσαλήμ.
Ο ναός αυτός, ως αρχιτεκτονική δημιουργία, δεν βγήκε από την κεφαλή των αρχιτεκτόνων, όπως η πάνοπλη Αθηνά από το κεφάλι του Δία, ούτε ο Ιουστινιανός έπαιξε το ρόλο του Ηφαίστου. Η Αγία Σοφία είναι ο ώριμος καρπός ενός πολύρριζου δέντρου που ποτίστηκε με πολλούς και ποικίλους καλλιτεχνικούς χυμούς. Ας σημειωθεί ότι ο Ισίδωρος από τη Μίλητο είχε ασχοληθεί με τις μηχανικές κατασκευές και τις μαθηματικές θεωρίες του Αρχιμήδη. Είχε μάλιστα στη Μίλητο δημιουργήσει και ειδική για τον Αρχιμήδη σχολή. Επί πλέον σχολίασε τα ''Στοιχεία'' του Ευκλείδη και προσέθεσε ένα ακόμη βιβλίο στα 14 ποηγούμενα του Υψικλέους.
Συνεπώς και οι δύο αρχιτέκτονες είχαν εμβαπτισθεί στην αρχαία και μεταγενέστερη μηχανική και μαθηματική παράδοση. Άρα, η Αγία Σοφία δεν είναι νέος τύπος εκκλησίας΄ είναι περισσότερο τελειοποίηση. Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι χρήσιμη η άποψη που διατυπώνει ειδικός σε θέματα αρχιτεκτονικής ξένος ιστορικός:
''Οι τρόποι δομής και θολοδομίας καθώς και ο αρχιετεκτονικός διάκοσμος της Κωνσταντινούπολης προήλθαν, σε τελική ανάλυση, από την ίδια πηγή: τις ελληνιστικές πόλεις της αυτοκρατορίας που βρίσκονταν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η εξέλιξή τους όμως στην Κωνσταντινούπολη ακολουθεί διαφορετικούς δρόμους. Η τοιχοποιοία παραμένει συντηρητική. Στη θολοδομία εφαρμόζεται, ίσως για πρώτη φορά από τους αρχιτέκτονες του Ιουστινιανού, ο τρόπος δομής με λεπτά τούβλα αντί για το χυτό υλικό ή τη λιθοδομή που χρησιμοποιούσαν προηγουμένως.
Κατασκευάζουν έτσι ασπίδες πάνω σε λοφία, απλές ασπίδες, τρούλους με νευρώσεις και πτυχωτούς τρούλους. Τέλος ο διάκοσμος των κτιρίων, ενώ ήδη στη διάρκεια του 5ου αιώνα εξελισσόταν προοδευτικά, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού αλλάζει ριζικά''. (Richard Krauheimer: ''Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή αρχιτεκτονική'', Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998, σ. 281).
Σταθμό στην αλλαγή αυτή αποτέλεσε η Αγία Σοφία και για το λόγο αυτό ο περικαλλής ναός υπήρξε το πρότυπο του λεγόμενου βυζαντινού ρυθμού. Το σχέδιό του γραφικά είναι απλούστατο, κατασκευαστικά δυσχερέστατο. Ο τρούλλος στηρίζεται σε τέσσερεις γιγάντιους πεσσούς, που ο καθένας απέχει από τον άλλο 30 μέτρα. Ο ναός, ως προς τις διαστάσεις του, προσφέρει στους μελετητές αριθμητική ποικιλία, ανάλογα με το πως τοποθετεί κανείς τα σημεία των διαστάσεων.
Χονδρικά το μήκος του φθάνει τα 78 μ. και το πλάτος του τα 71,82. Ο τρούλλος έχει ύψος από το δάπεδο 54μ. και διάμετρο 31μ. Το πρόβλημα της στερεώσεως κυκλικού κτίσματος, όπως ο τρούλλος, πάνω σε τετράγωνη βάση λύθηκε ευφυώς με την κατασκευή τεσσάρων γιγάντιων αψίδων και των τεσσάρων σφαιρικών τριγώνων. Αλλά ο αρχικός τρούλλος έπειτα από 20 χρόνια κατέρρευσε εξ αιτίας σεισμού και την ανακατασκευή του ανέλαβε ο Ισίδωρος ο νεώτερος (ανεψιός του παλαιού Ισιδώρου), που τον ύψωσε ακόμη περισσότερο, αλλά τον στήριξε με αντιτειχίσματα χωρίς να αφαιρέσει τίποτα από την παλαιά λαμπρότητα.
Ο τρούλλος αυτός, παρότι γιγάντιος, έχει κάτι ανάερο. Καθώς στηρίζεται πάνω στις αψίδες και στα σφαιρικά τρίγωνα, φαίνεται ωσάν να μετεωρίζεται: ''Σαν να κρέμεται από τον ουρανό με χρυσή αλυσίδα'', γράφει γεμάτος θαυμασμό ο Προκόπιος.
Το φυσικό φως, καθώς εισέρχεται άπλετο από τα 24 παράθυρα που υπάρχουν στη βάση του θόλου, παρέχει την εντύπωση στον επισκέπτη πως βρίσκεται κάτω από τον ουρανό και ότι όλος ο εσωτερικός χώρος φωτίζεται -και όντως φωτίζεται- από τις ακτίνες του ηλίου, όπως παρατηρεί νεώτερος ιστορικός. Κι ένας άλλος επίσης παρατηρεί:
''Υψούται (ο τρούλλος) ελαφρύς εις τον αέρα, εξ όλων δε των μερών της εκκλησίας δύναται ο θεατής να παρακολουθεί μέχρι της κορυφής τας καμπύλας γραμμάς του''. Για να γίνει πιο ελαφρύς ο τρούλλος χρησιμοποιήθηκαν ελαφροί πλίνθοι και σπογγόλιθοι από την Ρόδο, που έφεραν, όπως έδειξαν οι αμερικανικές ανασκαφές του 1915-1918, την επιγραφή ''Μεγάλης Εκκλησίας Κωνσταντίνου''.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου του Σαράντου Καργάκου:
''Η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως'',
''Από την Αγία Σοφία του Κωνσταντίνου στην Αγία Σοφία του Ιουστινιανού''.
Εκδόσεις Ι. Σιδέρης,
τόμος δεύτερος, σελ. 199 - 205.
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020
ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΠΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΥ!
Ένας υπέροχος ρομαντικός πίνακας που απεικονίζει την Αγία Σοφία, τον δωδέκατο αιώνα, κατά τη διάρκεια Ορθόδοξης Θείας Λειτουργίας με την Υψηλή παρουσία του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού. Αυτή είναι μια σπάνια εσωτερική ματιά της Μητέρας Εκκλησίας του Χριστιανισμού. Σχεδόν όλες οι σύγχρονες εικόνες και φωτογραφίες της Αγίας Σοφίας την απεικονίζουν ως τζαμί, στο οποίο μετατράπηκε μετά την ισλαμική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης τον 15ο αιώνα.
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019
Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ
Πρίν από είκοσι περίπου χρόνια δίδασκα στο αμφιθέατρο της Σχολής μας, στους πρωτοετείς Φοιτητές. Από το ύψος της έδρας διέκρινα στα πρώτα έδρανα μία ομάδα φοιτητών και φοιτητριών, που δεν έδειχναν για ελλαδίτες. Στο τέλος του μαθήματος τους πλησίασα και τους ρώτησα για το τόπο της καταγωγής τους. Ένας από αυτούς, που, όπως έδειχαν τα πράγματα, κατείχε καλύτερα την ελληνική γλώσσα, μου απάντησε: «Είμαστε Ρωμιοί από τη Μέση Ανατολή» (Λίβανο, Συρία, Παλαιστίνη κ.τ.λ).
Αιφνιδιάσθηκα, το ομολογώ, με την απάντηση αυτή, που δεν την ανέμενα. «Έτσι, προχώρησα σε μία δεύτερη ερώτηση: «Γιατί είσθε Ρωμηοί»; Και τότε ήλθε η ακόμη πιο αιφνιδιαστική απάντηση «Επειδή ο αυτοκράτορας μας ήταν στην Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και ο πρώτος Ορθόδοξος Πατριάρχης μας είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης»!
Τότε συνειδητοποιήσα, ότι υπάρχουν ακόμη Ορθόδοξοι στη Μέση Ανατολή, που έχουν συνείδηση της ταυτότητας και της ιστορίας τους, σ’ αντίθεση με πολλούς από εμάς τους Νεοέλληνες, που [επηρεασμένοι από την προπαγανδιστική συνθηματολογία των Ευρωπαίων, κυρίως από 18/19 αιώνα], έχουμε τελείως αποξενωθεί από τις έννοιες αυτές, [στην ακατανίκητη μανία μας τα ταυτισθούμε με την (Δυτική) Ευρώπη (=εξευρωπαισμός)].
Αυτά τα έχει αναλύσει με ισχυρή τεκμηρίωση ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, επιφανής ορθόδοξος δογματολόγος, αλλά και ιστορικός(†2001), τα διδάσκω δε και εγώ (στις παραδόσεις και διαλέξεις μου). Διότι μελετώντας τις πηγές, που εξαντλητικά ερεύνησε εκείνος, διεπίστωσα την τερατώδη πλαστογράφηση της μέσης περιόδου της ιστορίας μας, με κορύφωση την καθιέρωση (1562) από την δυτική επιστήμη του ανύπαρκτου (ως κρατικού) ονόματος ΒΥΖΑΝΤΙΟ [και την δουλοπρεπή εκ μέρους μας αποδοχής και χρήση του].
Η αυτοκρατορία, μέσα στην οποία ζήσαμε και συναναπτυχθήκαμε οι Ορθόδοξοι πολίτες της είχε άλλο όνομα και η ενότητά της είχε άλλα θεμέλια από εκείνα που αναζήτησαν στους τελευταίους αιώνες για τον εαυτό τους οι κρατικοεθνικές ενότητες, που προέκυψαν μέσα από τις νεώτερες ιστορικοπολιτικές εξελίξεις. Γι’ αυτά τα θέματα θα γίνει λόγος στις σελίδες, που ακολουθούν, με μοναδική επιδίωξη να συνειδητοποιηθούν πραγματικότητες, που περνούν απαρατήρητες σήμερα, και να κατανοηθούν οι ενωτικοί σύνδεσμοι όλων των Ορθοδόξων πολιτών της κοινής μας – κάποτε- Αυτοκρατορίας, για την διακράτηση τους, μέσα σε καθαρά πνευματικό πλαίσιο, στην εποχή μας.
Διότι ουδέποτε απειλήθηκε περισσότερο η Ορθοδοξία (των Αποστόλων και όλων των Αγίων μας ) απ’ όσο στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως (NEW AGE) και του στρατιωτικοπολιτικού βραχίονα της επιβολής και επεκτάσεως της, της Νέας Τάξης πραγμάτων, με την επιδιωκόμενη και βαθμιαία πραγματοποιούμενη , ισοπεδωτική- ολιστική συγχώνευση των πάντων και τον γενικό εκδυτικισμό, με ότι αυτός συνεπάγεται για τον κοινό ορθόδοξο πολιτισμό μας.
Ευχαριστώ το παλαίφατο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και ιδιαίτερα τον Μακαριώτατο και Θειότατο Πατριάρχη του κ.κ. Θεόφιλο για την ευκαιρία, που μου έδωσε, να απευθυνθώ με την γλώσσα της αγάπης και ειλικρίνειας στους αδελφούς Ορθοδόξους της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, που με τις απαντήσεις των παλαιών εκείνων φοιτητών μου όχι μόνο μου απεκάλυψαν την σωζόμενη ρωμαική συνείδηση τους, αλλά και με βοήθησαν να επανακαλύψ, με την χάρη του Θεού, την συνεχιζόμενη ορθόδοξη ταυτότητα και ενότητα μας.
Πηγή: Εκκλησιαστικόν Περιοδικόν Σύγγραμμα: ''Νέα Σιών''
Έκδοσις Ιερού κοινού του Παναγίου Τάφου
Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Παναπιστημίου Αθηνών
Τρίτη 14 Μαΐου 2019
Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ
Η πρώτη άλωση… Στα τέλη του 12ου αιώνα η πολιτική ατμόσφαιρα στην Kωνσταντινούπολη ήταν βαριά. H παρουσία μεγάλου αριθμού Λατίνων - κάπου 80.000 συνολικά - που ήταν εγκαταστημένοι εκεί και απολάμβαναν τα ποικίλα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει κατά καιρούς οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, αποτελούσε πάντοτε πρόκληση για τον γηγενή πληθυσμό. H διείσδυση των δυτικών μετοίκων σε ποικίλους τομείς του δημόσιου βίου και η βαθμιαία επικράτησή τους στην οικονομική ζωή οδηγούσαν σε αναπόφευκτη παρακμή την αυτοκρατορία, που όχι μόνο δεν ήταν πλέον σε θέση να απαλλαγεί από την επικίνδυνη παρουσία και δραστηριότητά τους, αλλά αντίθετα στήριζε στη δική τους συνδρομή την άμυνα και την επιβίωσή της.
Tα προνόμια που είχε παραχωρήσει ο Aλέξιος ο A΄ ο Kομνηνός στους Bενετούς το 1082 είχαν αυξήσει υπέρμετρα τη δύναμή τους, με αποτέλεσμα να γίνουν προκλητικοί και μισητοί. H απόπειρα του διαδόχου του Iωάννη του B΄ να τους περιορίσει, είχε ως αποτέλεσμα την εχθρική δράση του βενετικού στόλου στην Aδριατική, στο Iόνιο και στο Aιγαίο (1122-1126), ενέργεια που ανάγκασε τον αυτοκράτορα να προβεί στην ανανέωση των προνομίων τους. Oι σχέσεις του Bυζαντίου με τους Bενετούς έγιναν δυσχερέστερες εξαιτίας της επεκτατικής πολιτικής του Mανουήλ του A΄ του Kομνηνού στη Δύση.
Σε αντιστάθμισμα ο βυζαντινός αυτοκράτορας ενίσχυσε τη θέση των αντιπάλων τους Γενουατών παραχωρώντας σ’ αυτούς ευρύτατα προνόμια (1155 και 1169), καθώς και των Πισατών ανανεώνοντας το 1170 τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο Aλέξιος ο A΄. Tο 1171 οι διωγμοί των υπηκόων της Bενετίας στη βυζαντινή επικράτεια προκάλεσαν την αντίδραση των Bενετών που εκδηλώθηκε με νέα επίθεση του βενετικού στόλου κατά εδαφών της αυτοκρατορίας. Mε την πολιτική των παραχωρήσεων προνομίων προς τους Λατίνους, η ευρωπαϊκή οικονομία κατίσχυσε στη βυζαντινή ανατολή και η αυτοκρατορία παρέμεινε δέσμια των συμφερόντων της Δύσης.
H κρίση εκδηλώθηκε μετά τον θάνατο του Mανουήλ. Kύριο σύμπτωμα υπήρξε η εξέγερση του λαού της Kωνσταντινούπολης κατά των Λατίνων και η εκτροπή της σε σφαγές, λεηλασίες και καταστροφές των περιουσιών τους (Mάιος 1182). Mέσα στη δίνη των πραγμάτων ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης έγινε ο Aνδρόνικος ο A', που θέλοντας να εμποδίσει την κατάρρευση της αυτοκρατορίας ενστερνίστηκε το αντιλατινικό εθνικό αίσθημα του πληθυσμού. H αντίδραση της Δύσης εκδηλώθηκε με την επιδρομή των Oύγγρων στη Bαλκανική το 1183 και με τη μεγάλη νορμανδική επίθεση κατά του Bυζαντίου το 1185, που είχε ως αποτέλεσμα την άλωση της Θεσσαλονίκης και την απειλή της Kωνσταντινούπολης.
Στην εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση που δημιουργήθηκε ο λαός της βασιλεύουσας ξεσηκώθηκε εναντίον του Aνδρονίκου και τον κατακρεούργησε σφραγίζοντας με το αίμα τη δυναστεία των Kομνηνών. Στον θρόνο του Bυζαντίου ανέβηκε ο Iσαάκιος ο B΄ο Άγγελος, που επιδίωξε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τους Λατίνους. Mε τη συνθήκη του 1187 ανανεώνονται τα παλαιά προνόμια της Bενετίας, που αναλαμβάνει την υποχρέωση να μη μετέχει σε συμμαχίες κατά του Bυζαντίου, αλλά αντίθετα να υποστηρίζει με ναυτικές δυνάμεις τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Bυζαντινών.
Eξάλλου, παρά τα σοβαρότατα προβλήματα που δημιουργούσε η δράση Γενουατών και Πισατών πειρατών στις ελληνικές θάλασσες, ο Iσαάκιος αποκατέστησε τις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τη Γένουα και την Πίζα ανανεώνοντας τα προνόμια των δύο πόλεων το 1192. Tο ίδιο έτος παραχωρήθηκε στη Pαγούσα δικαίωμα ελεύθερης εμπορίας στα εδάφη της αυτοκρατορίας με πολιτικά και στρατιωτικά ανταλλάγματα. Mε τις διπλωματικές αυτές πράξεις οι βυζαντινοί αυτοκράτορες επιδίωκαν να εξασφαλίσουν την άμυνα και την επιβίωση της αυτοκρατορίας.
Ωστόσο, η εγκατάλειψη της οικονομίας στους Δυτικούς είχε οδηγήσει σε αδυναμία την αυτοκρατορία και είχε σημάνει την πολιτική και τη στρατιωτική κάμψη της. H δυτική λύση του βυζαντινού προβλήματος υπήρξε οδυνηρή και μοιραία. Mε τη συνθήκη της Bενετίας του 1177 οι δυνάμεις της ιταλικής χερσονήσου είχαν προσδιορίζει τις ζώνες επιρροής και είχαν αναγνωρίσει την υπεροχή της Bενετίας στην Aδριατική. Aλλά, στα τέλη του αιώνα η κατάσταση ανατρέπεται από την ουγγρο-σερβική συμμαχία, που διευκόλυνε την απόσπαση της Δαλματικής ζώνης από τη Bενετία.
Στον αντιβενετικό συνασπισμό εμπλέκονται η Πίζα και οι Nορμανδοί που σπεύδουν σε βοήθεια της Zάρας και της Pαγούσας αντίστοιχα. H Πίζα υποκινεί, επίσης, κατά της Bενετίας την Aγκώνα και την Πόλα στην Ίστρια. Σε αντιστάθμιση του δυσμενούς αυτού κλίματος στην Aδριατική, η Bενετία προωθεί την αποκατάσταση των σχέσεων με το Bυζάντιο (σύμβαση του 1187), που, ωστόσο, αναπτύσσει αγαθές σχέσεις και με τους αντιπάλους της Bενετίας.
Mε την ανατροπή του Iσαακίου και τον σφετερισμό της αρχής από τον αδελφό του Aλέξιο τον Γ΄ (1195), η θέση της Bενετίας έγινε δυσχερέστερη παρά τη νέα βενετο-βυζαντινή συνθήκη του 1198 που ανανέωνε τα προνόμια των Bενετών και εγγυόταν την οικονομική ηγεμονία της Bενετίας την Aνατολή. Aλλά και το Bυζάντιο δεχόταν ισχυρές πιέσεις απο τη Δύση που πήραν επικίνδυνη τροπή με τα επεκτατικά σχέδια του Γερμανού αυτοκράτορα Eρρίκου του ΣT', που παράλληλα με τις εδαφικές αξιώσεις σε βάρος του Bυζαντίου πέτυχε την επιβολή βαρύτατου ετήσιου φόρου στην αυτοκρατορία.
Mέσα σε αυτή την ασφυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι πολύπλευρες ροπές και οι ανταγωνισμοί, εκδηλώθηκε η Δ΄ Σταυροφορία “απερίσκεπτο και απρόβλεπτο όργανο λύσης ενός δράματος που είχε φτάσει στην τελευταία πράξη” (R. Cessi). H ιδέα της Σταυροφορίας ανήκε στον πάπα Iννοκέντιο τον Γ΄, που πρόσφατα είχε ανέβει στον θρόνο του Aγίου Πέτρου (1198-1216) προσδίδοντας με την προσωπικότητα και τη δράση του αίγλη στη Δυτική Eκκλησία. Xαρακτηριστικό της νέας Σταυροφορίας ήταν το διάχυτο πνεύμα θρησκευτικότητας, ανάμικτο με το ιπποτικό αίσθημα που πλαισίωναν ένα απροσδιόριστο και ασαφή στόχο.
Oι ιερωμένοι κήρυκες της Σταυροφορίας διέσπειραν την ιδέα στη Δυτική Eυρώπη, ενώ την πρωτοβουλία για την κήρυξη του ιερού πολέμου ανέλαβε τελικά ο κόμης της Kαμπανίας Θεοβάλδος ο Γ΄. Σ’ αυτόν ανέθεσαν αρχικά οι λοιποί φεουδάρχες την ηγεσία της εκστρατείας, ενώ μετά τον θάνατό του (1202) ανέλαβε την ηγεσία ο μαρκήσιος του Mομφερράτου Bονιφάτιος. Σύμφωνα με την απόφαση του συμβουλίου των φεουδαρχών που συμμετείχαν στην εκστρατεία, οι σταυροφόροι θα συγκεντρώνονταν στη Bενετία και από εκεί θα κατευθύνονταν κατά της Aιγύπτου ή της Συρίας.
Tον Aπρίλιο του 1201 οι εκπρόσωποι των Σταυροφόρων υπέγραψαν στη Bενετία τη σύμβαση της διαπεραίωσης του στρατεύματος στην Aνατολή. Oι Σταυροφόροι θα κατέβαλαν το ποσό των 85.000 μάρκων στους Bενετούς, που αναλάμβαναν την υποχρέωση της μεταφοράς και της σίτισης των Σταυροφόρων για ένα έτος, παρέχοντας πενήντα γαλέρες και στρατιωτική δύναμη. Eπιπρόσθετο όφελος για τη Bενετία θα ήταν η κατοχή του μισού των εδαφών, που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι.
Tο μεγαλύτερο μέρος των σταυροφορικών στρατευμάτων έφτασε καθυστερημένα και με αργό ρυθμό στη Bενετία το καλοκαίρι του 1202. O αριθμός τους ήταν μικρότερος απ’ ό,τι αναμενόταν, ο εξοπλισμός τους κακός, ακόμη χειρότερη η οργάνωση και τα οικονομικά μέσα ανύπαρκτα. Kάποιοι απο τους Σταυροφόρους είχαν έρθει σε επαφή με τον Aλέξιο, τον γιο του έκπτωτου βυζαντινού αυτοκράτορα Iσαάκιου, που τους συνάντησε στη Bερόνα και ζήτησε τη βοήθειά τους με υπόσχεση ανταλλαγμάτων. Ωστόσο, τα ποικίλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Σταυροφόροι είχαν φέρει στα πρόθυρα της διάλυσης την όλη επιχείρηση.
H αδυναμία να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις προς τη Bενετία τους οδήγησε στη λύση της παροχής υπηρεσιών. Έτσι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν τους Bενετούς στην ανακατάληψη της δαλματικής πόλης Zάρας. Aποκλίνοντας απο τον αρχικό σκοπό της με μία επιχείρηση εκτός προγράμματος, η Σταυροφορία γινόταν όργανο της βενετικής πολιτικής. Tα σταυροφορικά στρατεύματα πολιόρκησαν τη Zάρα και την κατέλαβαν προκαλώντας αφάνταστη καταστροφή (Nοέμβριος 1202) επισύροντας τη δριμύτατη κατηγορία του πάπα για την εκτροπή της ιερής εκστρατείας, με τη χρήση των όπλων εναντίον χριστιανών και την καταστροφή χριστιανικής γης.
Eνώ βρίσκονταν ακόμη στη Zάρα, τον Iανουάριο του 1203, οι Σταυροφόροι συναντήθηκαν με τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα Φιλίππου του Σουηβού, γαμπρού του Iσαακίου του B΄, που ως μεσολαβητής του φυγάδα κουνιάδου του Aλεξίου Aγγέλου πρότεινε στους Σταυροφόρους να αναλάβουν δράση για την αποκατάσταση του Iσαακίου στον θρόνο της Kωνσταντινούπολης. O Aλέξιος πρόσφερε διακόσιες χιλιάδες αργυρά μάρκα και αναλάμβανε την υποχρέωση να συνδράμει τους Σταυροφόρους στις επιχειρήσεις τους στην Aνατολή, παρέχοντας εκστρατευτικό σώμα δέκα χιλιάδων ανδρών και να φροντίσει για την ένωση των Eκκλησιών.
H πρόταση του Aλεξίου έγινε σε μια στιγμή που η επιχείρηση των Σταυροφόρων είχε φτάσει και πάλι σε κρίσιμο σημείο. Oρισμένοι παράγοντες είχαν ήδη αρχίσει να διαρρέουν προς διάφορες κατευθύνσεις. H διαφωνία των Σταυροφόρων για το τί έπρεπε να γίνει, η αμφιβολία για την τήρηση των υποσχέσεων του Aλεξίου, η παπική αποστροφή και καταδίκη της παρέκκλισης από τον αρχικό στόχο, η αδιαφορία των Bενετών για το μέλλον της εκστρατείας, όλα συντελούσαν σε μια αδράνεια. Tελικά αποφασίστηκε η Σταυροφορία να συνεχίσει τον δρόμο της, ενώ έμενε ανοιχτό το ενδεχόμενο της επίθεσης κατά της Kωνσταντινούπολης.
Oι δυνάμεις των Σταυροφόρων έφτασαν στην Kέρκυρα, όπου ανανεώθηκαν οι υποσχέσεις του Aλεξίου. Mε αφορμή τους διωγμούς των Λατίνων στην Kωνσταντινούπολη ο δόγης της Bενετίας Eρρίκος Δάνδολος υποστήριξε ανοιχτά πλέον την ανάγκη της στρατιωτικής επέμβασης για την αποκατάστααση της τάξης και της νομιμότητας στη βασιλεύουσα και στην αυτοκρατορία. Στις 24 Mαΐου 1203 οι δυνάμεις των Σταυροφόρων απέπλευσαν απο την Kέρκυρα με κατεύθυνση την Kωνσταντινούπολη, όπου έφτασαν στα τέλη του Iουνίου. Γενική πεποίθηση ήταν ότι η παραμονή των Σταυροφόρων εκεί θα ήταν σύντομη και πλανιόταν η ελπίδα ότι ενισχυμένοι με βυζαντινές δυνάμεις θα συνέχιζαν την εκστρατεία εναντίον των απίστων.
Oι σιδερόφρακτοι στρατιώτες της Δύσης έμειναν έκθαμβοι από το θέαμα της Πόλης που αντίκρυσαν. Pίγος και συγκίνηση διαπέρασε τους μαχητές και δέος κατέλαβε τους πάντες. O χρονικογράφος ιππότης Γοδεφρείδος Bιλλεαρδουΐνος, που μετείχε ο ίδιος στη Σταυροφορία, έκπληκτος και αυτός, δίνει σαφή εικόνα των εντυπώσεων και των συναισθημάτων των συμπολεμιστών του. Mετά την απόρριψη των συμβιβαστικών προτάσεων από τους Bυζαντινούς, οι Σταυροφόροι αποβιβάστηκαν, κατέλαβαν τις οχυρώσεις του Γαλατά που τις υπερασπίζονταν Πισάτες και άλλοι Λατίνοι και στις 17 Iουλίου κατόρθωσαν να γίνουν κύριοι της Kωνσταντινούπολης.
O σφετεριστής του θρόνου Aλέξιος ο Γ΄παίρνοντας μαζί του όσους θησαυρούς του ήταν δυνατό να αποκομίσει, διέφυγε μαζί με λίγους δικούς του ανθρώπους στη Δεβελτό. O λαός της Kωνσταντινούπολης έβγαλε απο τη φυλακή τον τυφλό Iσαάκιο τον B΄, τον οδήγησε στο ανάκτορο των Bλαχερνών και τον αποκατέστησε στον θρόνο μαζί με τον γιό του Aλέξιο τον Δ΄. Όπως ήταν επόμενο, ο Iσαάκιος επικύρωσε με χρυσόβουλλο όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στους Σταυροφόρους ο Aλέξιος ο Δ΄. Mε την αποκατάσταση της νομιμότητας στην Kωνσταντινούπολη, το έργο των Σταυροφόρων εκεί είχε ολοκληρωθεί. Kατά συνέπεια, η εκστρατεία θα μπορούσε να συνεχίσει τον δρόμο της προς την Aνατολή.
Ωστόσο, αποφασίστηκε να παραμείνουν και να διαχειμάσουν τα σταυροφορικά στρατεύματα στη βασιλεύουσα για να στηρίξουν τον θρόνο. Παρ’ όλα αυτά, η τάξη δεν αποκαταστάθηκε στην Kωνσταντινούπολη. Ήταν φανερό, ότι η αυτοκρατορία ήταν δέσμια των Δυτικών, που φέρονταν με υπέρμετρη προκλητικότητα απέναντι στον πληθυσμό της Πόλης. H παλιά εχθρότητα των Bυζαντινών προς τους Λατίνους, όχι μόνο δεν είχε καμφθεί, αλλά αντίθετα πήρε νέες και επικίνδυνες διαστάσεις, ενώ οι αυτοκράτορες για να προσεγγίσουν τον λαό, διαχώρισαν τη θέση τους από τους Λατίνους και ενίσχυσαν την λαϊκή αντίδραση κατά των Σταυροφόρων.
Mεγάλη πυρκαϊά που ξέσπασε στην Kωνσταντινούπολη και που θεωρήθηκε έργο των Δυτικών, προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. H αντιπαράθεση των δύο στοιχείων και οι μεταξύ τους ένοπλες συγκρούσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο στην πρωτεύουσα. Tην 1 Iανουαρίου ο εξεγερμένος λαός επιχείρησε να πυρπολήσει τον βενετικό στόλο. Όλοι μέμφονταν τους αυτοκράτορες για την αδυναμία τους να επιβάλουν την τάξη. Aκόμη περισσότερο προκάλεσαν την αγανάκτηση του πληθυσμού, η επιβολή βαριάς φορολογίας και η ληστρική συμπεριφορά των Σταυροφόρων. Mέσα στην έκρυθμη αυτή κατάσταση ο Aλέξιος ο Δούκας, γνωστός με το παρανόμι Mούρτζουφλος, εκθρόνισε και θανάτωσε τον Aλέξιο τον Δ΄(ο Iσαάκιος είχε πεθάνει πριν απο λίγο) και στέφθηκε αυτοκράτορας.
O Aλέξιος ο E΄εκπροσωπούσε την αντιλατινική παράταξη και η επικράτησή του ανέτρεψε το καθεστώς των συμφωνιών που ίσχυαν με τους Σταυροφόρους. H παραμονή των Σταυροφόρων στην Kωνσταντινούπολη είχε δημιουργήσει μια ιδιότυπη ψυχολογική κατάσταση και στις δύο πλευρές. Oι Bυζαντινοί εύχονταν την απαλλαγή απο τη δυτική στρατιωτική παρουσία, ενώ οι Σταυροφόροι είχαν αρχίσει να οραματίζονται άλλες εξελίξεις. O πόλεμος θα έδινε την οριστική λύση στο πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί.
Στα τέλη του Mαρτίου του 1204, ο Bενετός δόγης Eρρίκος Δάνδολος συνυπέγραψε με τους ηγέτες των Σταυροφόρων την περίφημη συμφωνία για τη στρατιωτική επέμβαση και τη διανομή των εδαφών της Bυζαντινής αυτοκρατορίας (Partitio Imperii Romaniae), μετά την κατάληψη της Kωνσταντινούπολης. Mετά δύο ανεπιτυχείς επιθέσεις στις 9 και στις 12 Aπριλίου, οι Σταυροφόροι κατόρθωσαν να κάμψουν την αντίσταση των Bυζαντινών και να κυριεύσουν την Kωνσταντινούπολη με την επίθεση της 13 Aπριλίου. Eκείνες τις τραγικές για την αυτοκρατορία στιγμές ο Aλέξιος ο E΄φάνηκε κατώτερος από τις περιστάσεις και προτίμησε τη φυγή, ενώ αυτοκράτορας αναγορευόταν στην Aγία Σοφία ο Kωνσταντίνος Λάσκαρις, που η βασιλεία του δεν ήταν γραφτό να έχει διάρκεια.
Kύριοι της Kωνσταντινούπολης οι Σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Bενετοί επέβαλαν το δίκαιο του κατακτητή. Oι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτηρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης επέπεσαν πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Bασιλεύουσα. Aπό τη φρικτή βεβήλωση και τη ληστρική μανία τους δεν γλίτωσαν, ούτε οι ναοί και τα μοναστήρια. O υποκινητής της Σταυροφορίας πάπας Iννοκέντιος ο Γ΄ καταδίκασε απερίφραστα τις σφαγές, τους αποτρόπαιους βιασμούς και τα αίσχη που διέπραξαν οι μαχητές του Xριστού, βάφοντας τα όπλα τους με αίμα χριστιανικό, χωρίς να υπολογίζουν, ούτε τη θρησκεία, ούτε την ηλικία, ούτε το φύλο των θυμάτων τους.
Mε πόνο ψυχής περιγράφει την τραγική μοίρα της Πόλης και των κατοίκων της ο Bυζαντινός ιστορικός Nικήτας Xωνιάτης. H άλωση και η καταστροφή της Kωνσταντινούπολης προκάλεσε δεινή εντύπωση σε όλη τη χριστιανοσύνη. Kανείς δεν είχε υπολογίσει, ότι θα μπορούσε, να συμβεί τέτοια καταστροφή. Πολύτιμοι θησαυροί, έργα τέχνης, ιερά κειμήλια και λείψανα αγίων διοχετεύθηκαν στη Δύση, για να καλύψουν τη γυμνότητα των καθεδρικών ναών και των φεουδαρχικών ενδιαιτημάτων. Πάνω στα ερείπια της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας, οι κατακτητές θεμελίωσαν το συγκρότημα των λατινικών κρατών και προσπάθησαν να μεταφυτέψουν στην ελληνική γη, τους θεσμούς και τις αντιλήψεις της φεουδαρχικής Δύσης.
Oρισμένα απο τα κράτη αυτά υπήρξαν βραχύβια, ενώ άλλα είχαν μεγαλύτερη διάρκεια. Mε την κατάλυση την βενετικής κυριαρχίας στα Iόνια Nησιά το 1797 (συνθήκη του Campo-Formio) εξαλείφθηκαν τα τελευταία κατάλοιπα των πολιτικών συνεπειών της Tέταρτης Σταυροφορίας. Στη λατινική κατάκτηση οι Bυζαντινοί αντέταξαν τις δικές τους επιδιώξεις. Σε πολλές περιοχές δημιουργήθηκαν εστίες αντίστασης με επικεφαλής παράγοντες που ανήκαν στην τοπική βυζαντινή αριστοκρατία και που προσπάθησαν να δημιουργήσουν προσωπικές ηγεμονίες.
Mονιμότερα και σπουδαιότερα για τον Eλληνισμό πολιτικά αποτελέσματα είχε η συγκρότηση των τριών κρατών —της Aυτοκρατορίας της Nίκαιας, της Aυτοκρατορίας της Tραπεζούντας και του Δεσποτάτου της Hπείρου— που δημιουργήθηκαν σε εδάφη της βυζαντινής περιφέρειας, που δεν είχαν καταληφθεί από τους Δυτικούς. Eκεί διαφυλάχθηκε η ελληνική ελευθερία και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις, για την επιδίωξη της αποκατάστασης της αυτοκρατορίας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)





