ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Η ΠΟΛΗ ΑΛΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΘΟΥΜΕ



ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ



29 Μαΐου 1453. 

Μετά από σκληρή πολιορκία πολλών εβδομάδων, η Πόλη πέφτει στα χέρια των Τούρκων! 

Ο ήχος των σπαθιών και οι ανατριχιαστικές κραυγές απόγνωσης, 

πόνου, τρόμου και απελπισίας ακούγονται από όλες τις πλευρές της Βασιλεύουσας: 

– Παναγίτσα μου, βόηθα μας! – Χριστέ μου! 

– Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μας εγκατέλειψες; 

Οι χριστιανοί αδυνατούν να πιστέψουν αυτό που συμβαίνει· 

νομίζουν ότι βλέπουν ένα κακό όνειρο. 

Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, για να ευχαριστήσει τους στρατιώτες του, 

τούς δίνει την άδεια για τρεις ολόκληρες μέρες να κάνουν ό,τι θέλουν! 

Φωτιές παντού! Οι χριστιανοί βασανίζονται και κατακρεουργούνται! 

Τα καλντερίμια της Κωνσταντινούπολης βάφονται με χριστιανικό αίμα. 

Οι γυναίκες βιάζονται ομαδικά! 

Γι’ αυτούς, οι βιασμοί των «απίστων» γυναικών δεν είναι αμαρτία. 

Επιτρέπονται από το ιερό τους βιβλίο, το «Άγιο και Υπερουράνιο» Κοράνιο, 

όπως το αποκαλεί ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος!1 



Ο Πορθητής εορτάζει τη νίκη του με ένα πλούσιο γεύμα που παραθέτει στους αξιωματικούς του. Τη χαρά και τα πανηγύρια, όμως, των κατακτητών, θα τα επισκιάσει ένα αναπάντεχο γεγονός: Την ώρα του γεύματος μία τεράστια ανοιχτή παλάμη εμφανίζεται στον τοίχο και προκαλεί φόβο και αναστάτωση στους συνδαιτυμόνες! Ειδικά τον Μωάμεθ τον λούζει κρύος ιδρώτας! «Τι ήταν αυτό; Μούντζα;» αναρωτιέται. Μία φοβερή σκέψη τριβελίζει το μυαλό του και του προκαλεί πανικό: «Μήπως ο Αλλάχ θέλει να μου δείξει ότι αποδοκιμάζει αυτό που έκανα, που κατέλαβα την πρωτεύουσα των βυζαντινών; Μήπως αυτό ήταν σημάδι της οργής Του απέναντί μου;» Ο νεαρός Σουλτάνος (21 ετών!) δεν ξεχνά ότι η βιολογική του μητέρα ―η οποία πέθανε όταν ήταν μικρός―ήταν χριστιανή· το ίδιο και η μητριά του, την οποία υπεραγαπούσε! Όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι από τη στενοχώρια του. Το πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, διατάζει να του φέρουν μπροστά του όλους τους ιμάμηδες και τους σοφούς του στρατού του. Αυτοί, όμως, ομολογούν ότι αδυνατούν να εξηγήσουν το όραμα. Τότε, κάποιοι τον πληροφορούν ότι στην Πόλη υπάρχει ένας άγιος μοναχός τον οποίο σέβονται και ευλαβούνται πολύ οι χριστιανοί. Λίγες ώρες αργότερα μπροστά στον φοβερό σουλτάνο στέκεται ένας ταπεινός και ρακένδυτος καλόγερος. Το όνομα του Γεννάδιος. «Δώσε μου καιρό μία εβδομάδα για να προσευχηθώ στο Θεό μου και να σου απαντήσω» αποκρίνεται στον Τούρκο. Έτσι, μία εβδομάδα αργότερα λέει στον Μωάμεθ τα εξής φοβερά λόγια: «Με το όραμα αυτό, βασιλιά μου, ο Θεός σού στέλνει ένα μήνυμα: Ότι Αυτός σου έδωσε την Πόλη. Δεν την πήρες εσύ! Αν υπήρχαν έστω και πέντε αληθινοί χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα την κατακτούσες!»2 Ο νεαρός Σουλτάνος εντυπωσιάστηκε από την απάντηση του μοναχού, αλλά και ανακουφίστηκε. Ηρέμησε ψυχολογικά. «Ζήτησε μου ό,τι θες και θα σου το δώσω» τού υποσχέθηκε, ευχαριστημένος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Γεννάδιος ζήτησε από τον σουλτάνο να φερθούν οι κατακτητές καλά στους χριστιανούς· να μην τους καταπιέζουν. Λίγο αργότερα, «ψήφῳ κλήρου και λαού» ο Γεννάδιος Σχολάριος θα γίνει ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση.


ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ «ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ» ΤΗΝ ΠΟΛΗ;



Η αποκάλυψη του Θεού, ότι δηλαδή αν υπήρχαν έστω και πέντε πραγματικοί χριστιανοί στην Πόλη, αυτή δεν θα έπεφτε, είναι παράδοξη. Στη βασιλεύουσα υπήρχαν εκατοντάδες μοναχοί και κληρικοί που προσεύχονταν καθημερινά ζητώντας το έλεος του Θεού. Πώς λοιπόν ο Κύριος λέγει ότι δεν υπήρχαν ούτε πέντε χριστιανοί; Για να δοθεί απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να γυρίσουμε το χρόνο 15 χρόνια πίσω, το 1438. Από τότε ο κίνδυνος των Οθωμανών διαγράφονταν απειλητικός στον ορίζοντα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν αδυνατισμένη στρατιωτικά, κυρίως μετά την φοβερή άλωση του 1204 από τους παπικούς σταυροφόρους. Ο τότε αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄, ευελπιστώντας στη βοήθεια του πανίσχυρου τότε Πάπα, ο οποίος είχε μεγάλη επιρροή σε ισχυρούς βασιλείς της Δύσης, έσυρε την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου στην Ιταλία. Εκεί, το 1439, όλοι οι επίσκοποι της Συνόδου (πλην του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού) υπέγραψαν την επαίσχυντη Ένωση με τους παπικούς, στη γνωστή σύνοδο της Φερράρας -Φλωρεντίας. Αυτήν την ψευδοσύνοδο, όμως, την ακύρωσε ο ίδιος ο ευσεβής λαός της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος περίμενε με άγριες διαθέσεις στο λιμάνι την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας. Κόντεψε να πετάξει τους επισκόπους στα νερά του Βοσπόρου που, πανικόβλητοι και μετανιωμένοι ομολογούσαν ότι έσφαλαν και έλεγαν: «αυτό το χέρι που υπέγραψε να κοπεί»! Δυστυχώς όμως, το κακό δεν σταμάτησε εκεί. Από τότε ο πιστός λαός της Κωνσταντινούπολης διχάστηκε και διαιρέθηκε σε δύο παρατάξεις: τους «ενωτικούς» και τους «ανθενωτικούς» (Όπως ακριβώς και σήμερα είναι διαιρεμένος στους «φιλοπατριαρχικούς» και τους «αντιοικουμενιστες»). Οι πρώτοι, συμμαχώντας με τους κοσμικούς και άθεους της εποχής εκείνης, καθώς και με την πολιτική εξουσία (όπως και σήμερα οι Οικουμενιστές) προσπαθούσαν να σπείρουν το φόβο στο λαό, υποστηρίζοντας ότι χωρίς τη βοήθεια της Δύσης η πόλη ήταν καταδικασμένη στην καταστροφή. Η δεύτεροι, έχοντας πνευματικό οδηγό τον επίσκοπο Εφέσου, Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, προσπαθούσαν να καθησυχάσουν το λαό τονίζοντάς του ότι μόνο με τη βοήθεια του Θεού μπορούσε να αντιμετωπιστεί η μεγάλη απειλή. Ο Γεννάδιος Σχολάριος ήταν πνευματικό παιδί του Αγίου Μάρκου και μετά το θάνατο του Αγίου ανέλαβε αυτός την πνευματική ενίσχυση του λαού. Έστελνε συνέχεια επιστολές3 στον νέο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο και σε άλλους αξιωματούχους (αλλά και επισκόπους) παρακαλώντας τους να μην συνθηκολογήσουν με τον αντίχριστο Πάπα, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την μεγάλη ανάγκη των προγόνων μας, τούς έστειλε ιταμό τελεσίγραφο. Με κυνικότητα, τούς έγραφε ότι έπρεπε η Κωνσταντινούπολη να αναγνωρίσει, άνευ όρων, τις αποφάσεις της Φλωρεντίας, αν ήθελε να βοηθηθεί από την Δύση. Δυστυχώς, οι απεγνωσμένες εκκλήσεις του Γεννάδιου έπεσαν στο κενό. Επικράτησε ο φόβος, η υποτέλεια και ο ραγιαδισμός σε πολιτική ηγεσία, κλήρο και λαό. Διαβάζοντας την Αγία Γραφή καταλαβαίνουμε πως ο Θεός δεν ίσταται απαθής θεατής της ανθρώπινης Ιστορίας, αλλά –ως Δίκαιος Κριτής– επεμβαίνει αμείβοντας την αρετή και τιμωρώντας την κακία βασιλέων και λαών. Ο Κύριος, κατά καιρούς, προειδοποιούσε –δια μέσου των Προφητών– τον περιούσιο λαό Του, ότι αν αποστατούσε από την ορθή Πίστη ή τον ηθικό Νόμο, θα επέτρεπε να αιχμαλωτιστεί ο Ισραήλ από βάρβαρους λαούς, όπως και έγινε! (βλ. Δευτερονόμιον 28:15 και 28:49-52, Ιερεμία 5:15-19, Αμώς 6:14, Αββακούμ 1:3-10 και άλλα). Η Γραφή βοά ότι αν απωλεσθεί η συμμαχία του Θεού δεν επαρκούν όλες οι ανθρώπινες διπλωματίες, συμφωνίες, αμυντικοί εξοπλισμοί κ.λ.π. «Ἐάν μή Κύριος φυλάξη πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων» (Ψαλμοί 127:2). Έτσι, παρά το πλήθων των αμαρτιών των προγόνων μας, ο Θεός δεν θα επέτρεπε την άλωση της Πόλης, αν δεν συνέβαινε κάτι πολύ χειρότερο: Η πτώση στο θέμα της Πίστεως. Πολλές φορές στο παρελθόν η βασιλεύουσα πολιορκήθηκε από τον εχθρό και μάλιστα υπό δυσμενέστερες συνθήκες, αλλά πάντοτε η Παναγία την σκέπαζε και την βοηθούσε γιατί ο λαός, παρά την αμαρτωλότητά του, δεν διαπραγματευόταν την Πίστη του. Έλεγε τη γνωστή ρήση: «καλύτερα τούρκικο φέσι παρά φράγκικη τιάρα»! Όμως, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, μόλις πέντε μήνες πριν την Άλωση και δεκατρία έτη μετά την υπογραφή του προδοτικού ενωτικού όρου της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας έγινε συλλείτουργο Ορθοδόξων και Παπικών στο οποίο μνημονεύτηκε ο Πάπας και ο λατινόφρονας Πατριάρχης Γρηγόριος! (ο οποίος είχε τα ίδια «πιστεύω» με τον νυν Πατριάρχη Βαρθολομαίο) Το ανίερο αυτό συλλείτουργο έγινε για να επικυρώσει, ουσιαστικά, την «Ένωση». Προτίμησαν οι πρόγονοί μας τη συμμαχία του παναιρετικού παπισμού από τη συμμαχία του Θεού, γι’ αυτό και «η Πόλις εάλω». Ο γνωστός «Θρήνος της Πόλης» λέει: «Πάψετε το Χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια, γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει».


ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ: Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΕΡΙΞΕ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΛΛΟΙΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ!




Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγάλος αυτός άγιος και προφήτης, που η Εκκλησία μας εορτάζει στις 24 Αυγούστου, λέγει τα εξής φοβερά λόγια: «Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας, έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερα το εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολήν και του το έδωκε δια εδικόν μας καλόν… Και τι; Άξιος ήτον ο Τούρκος να έχη βασίλειον; Αλλά ο Θεός του το έδωκε δια το καλόν μας.Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, οπού ήτον τόσα ρηγάτα [=βασίλεια] εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κοκκινην Μηλιά και του το εχάρισε; Διατί ήξευρεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την Πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα δώσ’ του [=χρήματα] και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μην κολασθούμεν το έδωκε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλλον να μας φυλάη»4 Αυτός ο λόγος του Αγίου Κοσμά θα πρέπει να μας συγκλονίσει και να μας αφυπνίσει:



Ο Άγιος λέει ότι ο Θεός προτίμησε να πέσει ο Ελληνισμός 

στα χέρια ενός τυραννικού δυνάστη που σκότωνε, βίαζε, έκλεβε, βασάνιζε, 

εξισλάμιζε και ατίμαζε τους χριστιανούς, 

γιατί είδε –με την παντογνωσία Του– ότι αν έμενε ελεύθερος 

θα πάθαινε κάτι απείρως χειρότερο: 

Θα έχανε την ορθή Πίστη του και θα εκλατινιζόταν! 

Προτίμησε ο Θεός τη βαριά σκλαβιά των τεσσάρων αιώνων, 

από την εξωτερική «ελευθερία» που θα ήταν, όμως, πνευματική δουλεία! 

(«Τί γάρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ; 

ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; » Ματθ. 16:26) 

Ως εκ τούτου, κατά τον Άγιο, 

η Τουρκική σκλαβιά ήταν… ευλογία Θεού και ο Τούρκος ένα «τσομπανόσκυλο» 

που μας φύλαξε από τον Πάπα! 

Αλήθεια, 

τι έχουν να μας πουν για όλα αυτά οι πατριαρχικοί 

και οι υποστηρικτές τους που μας λένε, ξεδιάντροπα, σήμερα, 

ότι, δήθεν ο Ρωμαιοκαθολικισμός είναι Εκκλησία με έγκυρα μυστήρια και αποστολική διαδοχή; 

Τί έχουν να πουν για όλα αυτά;


Απόσπασμα άρθρου του Βασιλείου Π. Κερμενιώτη εκ του Ιστολογίου ''Πενταπόσταγμα''. 
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Βασίλειος Π. Κερμενιώτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου