ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

O 18ΧΡΟΝΟΣ ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΕ ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΓΛΩΝ: «ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΘΑ ΜΕ ΚΡΕΜΑΣΕΤΕ, ΖΩΤΩ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ»...



O 18χρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης που περιφρόνησε την αγχόνη των Άγγλων: «Ζητώ την ελευθερία»




Ο 18χρονος ήρωας Ευαγόρας Παλληκαρίδης, όπως πολλά παιδιά της ηλικίας του, μπολιάστηκαν με τα ιδανικά των μεγαλυτέρων που αγωνίζονταν για την Ελευθερία και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.


του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη


Ο νεανικός ενθουσιασμός, τους έκανε να μην υπολογίζουν ακόμα και τη ζωή τους. Και αυτό το βλέπουμε στο πρόσωπο του Βαγορή (Ευαγόρα), όταν πάσχιζαν οι δικηγόροι στη δίκη του να τον αθωώσουν κι εκείνος δεν τους άφηνε περιθώρια υπεράσπισης! Κατηγορήθηκε, ότι στις 18-12-1956 συνελήφθη να μεταφέρει οπλοπολυβόλο μπρέν και τρεις γεμιστήρες από την Λυσό στη Λευκωσία.


Στη δίκη του τον ρώτησε ο δικαστής: « Έχεις να είπης τι, διατί να μην σου επιβληθεί ποινή;». Ο Βαγορής παραδέχτηκε την ενοχή του λέγοντας: « Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Ελλην Κύπριος, όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.» Αυτές τις γενναίες, παλικαρίσιες κουβέντες είπε στους δικαστές, οι οποίοι ασυγκίνητοι, στυγνοί, έβγαλαν, χωρίς το ελαφρυντικό της εφηβικής λεβεντιάς, την ετυμηγορία τους : Εις θάνατον!


Μάταιες προσπάθειες να αποτραπεί η εκτέλεση. Την επομένη της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον στρατηγό Χάρντινγκ, που του ζητούσαν να απονείμει χάρη στο συμμαθητή τους. Τότε αρχίζει ένας τεράστιος αγώνας για να αποτραπεί η εκτέλεση.


Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας παντού! Η κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητεί την παρέμβαση του βασιλιά Παύλου, η ελληνική κυβέρνηση και η Βουλή, βομβαρδίζουν με τηλεγραφήματα την αγγλική κυβέρνηση και τον ΟΗΕ. Αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες, συντεχνίες, διανοούμενοι, απλοί πολίτες ακόμα και Άγγλοι βουλευτές προσπαθούν να ματαιώσουν την εκτέλεση, αλλά ο σκληρός δήμιος της Κύπρου σερ Χάρντινγκ και η αγγλική διπλωματία, απορρίπτουν το αίτημα απονομής χάριτος.


Παρηγορούσε τη μητέρα του με αστεία. Το απόγευμα της 13-3-1957, ο Ευαγόρας, γράφει σ’ ένα κομμάτι χαρτί: «Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί».


Ακριβώς τα μεσάνυχτα, αφού μεταλάβει, καλούν την μητέρα του να τον αντικρίσει για τελευταία φορά και αυτός την παρηγορεί: « Μη θρηνείς μάνα, πεθαίνω για την Ελλάδα». Η μητέρα του είπε αργότερα: «μου έλεγε αστεία και προσπαθούσε να με παρηγορήσει…» Σε μεγάλη απόσταση ακούγονταν οι φωνές διαδηλωτών για την ΕΟΚΑ και την Ένωση με την Ελλάδα.


Ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής της ΕΟΚΑ, απαγχονίζεται από τους Άγγλους σε ηλικία μόλις 18 ετών, χωρίς να βγάλει δάκρυ κι ενταφιάζεται μέσα στη φυλακή για να μη γίνει ο τάφος του λαϊκό προσκύνημα. Είναι τα περίφημα Φυλακισμένα Μνήματα στη Λευκωσία. Το «εγερτήριο σάλπισμα» του Βαγορή…


Έγραψε ο Βαγορής:


«Παλιοί συμμαθηταί !Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας,
κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα,
κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό.
Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε.
Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο.
Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μέσ’ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές…»
Ο Ευαγόρας Παλλικαρίδης εκτελέστηκε στις 14 Μαρτίου του 1957.



*Εκ του ιστολογίου «mixanitouxronou.gr. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα».


Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ: 29 ΜΑΪΟΥ 1453




Μια «ΑΠΟΦΡΑΔΑ ΤΡΊΤΗ», δύο ημέρες πριν ξεψυχήσει η άνοιξη, την 29η Μαΐου 1453, ξεψύχησε και έπαψε οριστικά να χτυπά η καρδιά του Βυζαντίου: η Κωνσταντινούπολη. Στις 29 Μαΐου του έτους 1453, την αποφράδα ημέρα Τρίτη, ανήμερα της γιορτής της Αγίας Θεοδοσίας (που μαρτύρησε επί Εικονομαχίας), η Κωνσταντινούπολη, η θρυλική Βασιλεύουσα, πρωτεύουσα της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταλύθηκε από τους Οθωμανούς Μογγόλους αφού έκαναν περισσότερο από 200 χρόνια για να φτάσουν έως εκεί… από τα βάθη της Ασίας, τις Μογγολικές στέπες. Tα άλλοτε πανίσχυρα τριπλά τείχη της, που πάνω τους συνετρίβησαν στρατιές βαρβάρων, βαριά τραυματισμένα από τα κανόνια του σουλτάνου Μωάμεθ B’, δεν άντεξαν την τελική επίθεση του μικτού Μογγολικού στρατού. Οι κουρασμένοι και λιγοστοί υπερασπιστές της δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν τις στρατιές των «απίστων», των άτακτων Βασιβουζούκων, των Σπαχήδων ιππέων πολεμιστών και του στρατού των γενιτσάρων, κι’ άλλων Μογγόλων. H κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ήταν για τον Χάν Mωάμεθ B’ όνειρο και στόχος ζωής. Ήθελε, συνεχίζοντας την πορεία των μεγάλων Στρατηλατών της αρχαιότητας, να περάσει ο ίδιος στην ιστορία, ως πορθητής της Βασιλεύουσας. Οι ικανότητες, η στρατηγική και οι γνώσεις του επικεντρώθηκαν, από τη στιγμή που ανήλθε στην εξουσία, στην επίτευξη αυτού του σκοπού. H Bασιλίς των Πόλεων, που αντιμετώπισε περισσότερες από 20 πολιορκίες σε όλη τη διάρκεια του ιστορικού παρελθόντος της και είχε κατακτηθεί μόνο από τις στρατιές των Σταυροφόρων, τα τελευταία πριν από την Άλωση χρόνια, είχε καταντήσει φάντασμα του ίδιου του εαυτού της. Από την άλλοτε πανίσχυρη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν είχε απομείνει παρά μόνο η Κωνσταντινούπολη, ένα Χριστιανικό φρούριο μέσα σε έναν κλοιό από Μουσουλμανικές κατακτήσεις. Το γενεσιουργό αίτιο της Άλωσης του 1453 έχει χρονικό βάθος και εντοπίζεται στην πρώτη Άλωση (1204), όταν στην απόρθητη μέχρι τότε Πόλη «μπουκάρισαν» οι φάλαγγες της Τέταρτης Σταυροφορίας. Και μπορεί μεν η πρώτη (1204) να στάθηκε αντιστρέψιμη αφού η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε (1261), αλλά το παλαιό σθένος δεν ανακτήθηκε ποτέ. Επέστρεψαν δηλαδή οι Βυζαντινοί αλλά το Κράτος εξαρθρωμένο, σ’ όλη τη διάρκεια της Παλαιολόγιας περιόδου, βρισκόταν σε μαρασμό. Ας το πούμε πιο ωμά: ψυχορραγούσε και αδύναμο ν‘ αντιμετωπίσει την Οθωμανική σφοδρότητα, έσβησε. H δραματικότερη ίσως στιγμή στην ιστορία του Ελληνισμού, η άλωση της Κωνσταντινούπολης, την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, αποτελεί ταυτόχρονα ένα ορόσημο για την Ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, αφού ουσιαστικά ολοκληρώνει με τον πιο τραγικό τρόπο την περίοδο που έμεινε γνωστή ως “Μεσαίωνας”. Το κρατικό μόρφωμα που οι Δυτικοί ιστορικοί κατά το 17ο-18ο αιώνα ονόμασαν “Βυζάντιο”, ήταν στην πραγματικότητα η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – ο νόμιμος διάδοχος της Ρώμης, της μεγαλύτερης και ισχυρότερης Αυτοκρατορίας που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη....




Η ΠΟΛΗ ΑΛΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΚΛΑΤΙΝΙΣΘΟΥΜΕ 


ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΒΡΥΕΝΝΙΟΝ


ΜΙΚΡΑ ΒΑΜΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


29 ΜΑΙΟΥ 1453 - 29 ΜΑΙΟΥ 2024: ΚΟΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΜΕΙΟΔΟΣΙΑΣ


ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453: Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ (ΜΕΡΟΣ 1ο)


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ - ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ (ΜΕΡΟΣ Β')


ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ: ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ


ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΤΟ 1453...


ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ


ΓΙΑΤΙ ΣΒΗΣΤΗΚΕ Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ 1204, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΜΝΗΜΗ;


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΒΑΣΙΛΙΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ (1453) 1ο ΜΕΡΟΣ


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΒΑΣΙΛΙΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ (1453) 2ο ΜΕΡΟΣ


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΒΑΣΙΛΙΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ (1453) 3ο ΜΕΡΟΣ


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΒΑΣΙΛΙΔΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ (1453) 4ο ΜΕΡΟΣ (ΤΕΛΟΣ)


ΜΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ (Α' ΜΕΡΟΣ)




Ήρθα άπό την Βιέννη, — άλλά δέν πρόκειται νά σας μιλήσω γιά μουσική. “Η μάλλον ναί! Γιατί ή γιγαντιαία ιστορική τοιχογραφία πού θέλω νά σάς δείξω είναι και μιά ήρωϊκή συμφωνία, άφοϋ μάς άναστατώνει άκόμη και τώρα έγγίζοντας τά πιό γνήσια στρώματα τοϋ άνθρώπου. Συχνά σταματούμε βουβοί και μπερδεμένοι στήν σκέψι μπροστά σέ ό,τι συνέβη, σέ ό,τι μάς κόβει άκόμη άπό τόν φόβο τήν άνάσα. Είναι πράγματι μιά ήρωϊκή συμφωνία, γραμμένη μέ αίμα των προγόνων μας πού θυσιάστηκαν και μέ τά δάκρυα έκείνων πού έμειναν πίσω, κάπου στήν Ελλάδα. Και ό,τι περίσσεψε είναι έγγραφα — τά έγγραφα ξένων άρχείων. Γι’ αύτά θέλω νά σάς μιλήσω. Θά υποφέρουμε βέβαια άπό τήν άνάμνησι, άλλά θά άποζημιωθούμε ίσως μέ τήν διαπίστωση ότι θά μάθουμε νεώτερα, κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες. Περισσότερο φώς στήν ιστορία μας δέν μπορεί νά κάνει κακό — τουλάχιστον σέ όσους πιστεύουν στήν πρόοδο και στήν έλευθερία.



Γράφει ο Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης


Τό άντικείμενο της εργασίας αύτής είναι οί διωγμοί τών συμπατριωτών μας τών Ποντίων στά χρόνια τοϋ πρώτου μεγάλου πολέμου. Πολλοί άπ’ αύτούς έπέζησαν και είχαν καί τό κουράγιο μάλιστα νά τούς περιγράψουν σέ άπομνημονεύματα, σέ ιστορικές συνθέσεις, σέ συλλογές τών λευκών βίβλων. Καί ή τέχνη δέν έμεινε άδιάφορη. Ή ποίησι καί τό μυθιστόρημα, τό θέατρο καί ή ζωντανή στοματική παράδοσι άνάμεσα ατούς επιζώντες, καλλιέργησαν σάν ένα είδος κρυφής λατρείας τόν πόνο γιά τήν πατρίδα πού ήθελαν νά ξεχάσουν καί δέν ξεχνιόταν. Όταν, σ’ ένα πληθυσμό 700.000 Ποντίων, 350.000 περίπου έκτοπίζονται καί περίπου 180.000 έξοντώνονται, ένώ τό ύπόλοιπο ξεριζώνεται άπό τά χώματα μέ τά οποία είχε ζυμωθή, όχι χτές, όχι προχτές, άλλά άπό πάντοτε, έ, τότε τουλάχιστο άπό καιρό οέ καιρό νά στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στήν καταστροφή καί σάν σέ μνημόσυνο νά μελετούμε τις θυσίες καί τούς νεκρούς μας.


Τίποτε άλλο. Γιατί — καί πρέπει αύτό νά τό πούμε έδώ — δέν ξέρουμε περίπτωση στήν έλληνική ιστορία, πού νά άξιοποιήσαμε τό μαρτύριο καί τήν θυσία μέ τήν βοήθεια της έπιστήμης, της τέχνης καί της πολιτικής. Καί ό τελευταίος πόλεμος άπέδειξε ότι σάν “Ελληνες δέν έχουμε τό μονοπώλιο τής θυσίας, άλλά καί μάς θύμησε ότι έχουμε τό προνόμοιο μιάς άλλης μοναδικότητας. Νά πολεμούμε, νά ύποφέρουμε, καί νά χαιρόμαστε ότι συνεχίζουμε αύτό πού είμαστε. Καί είναι καλό αύτό πού είμαστε. Έχει κάποιο μεγαλείο ή έθνική μας αύτή άφέλεια.


Τί περιέχουν τά άρχεία


Επανέρχομαι λοιπόν στά έγγραφα της Βιέννης. Έν πρώτοις μερικές λέξεις γιά τίς νέες σπουδαίες αύτές πηγές τής εύρωπαϊκής ιστορίας. Τά άρχεία αύτά της παλαιάς Αύστροουγγαρικής μοναρχίας δόθηκαν τό 1958 έλεύθερα στήν ιστορική έρευνα μέχρι τό 1918, έπειτα άπό σχετική άπόφασι τής Αύστριακής Κυβερνήσεως. Είμαι σέ θέσι νά γνωρίζω ότι ή Αύστριακή Δημοκρατία δέν θα έδέχετο να παρακρατήση ώρισμένα άποθέματα άπό τά άποδεσμευμένα έγγραφά της, άκόμη καί άν αύτά τά έγγραφα δέν θά ήσαν πολύ εύχάριστα εις αύτήν ή έκείνην τήν χώραν, εις αύτήν ή έκείνην τήν ιστορική προσωπικότητα. Για μιά κακώς έννοουμένη άβροφροσύνη είναι πολύ ύψηλό άντίτιμο ή συγκάλυψις τής ιστορικής άλήθειας.


Καί τώρα τό έρώτημα! Σέ ποιά μεγάλα θέματα τοΰ Ποντιακού ‘Ελληνισμού τής έποχής τοϋ πρώτου πολέμου μάς δίνουν μιά νέα, ή συμπληρωματική ή καί άποκαλυπτική άπάντησι τά έγγραφα τής Βιέννης; Έν πρώτοις στό πρόβλημα τών σχέσεων Ελλήνων καί Τούρκων καί πώς οί σχέσεις αύτές χάλασαν μέ τόν καιρό γιά νά οδηγήσουν στις γνωστές ώμότητες. “Αλλο θέμα: Ποιό ρόλο έπαιξε ό Διχασμός ώς πρός τήν μοίρα τοϋ Ποντιακού Ελληνισμού καί ποιός ύπήρξε ό έμπνευστής καί ό ρυθμιστής τών εκτοπίσεων καί τοϋ μακελειού. Πώς δημιουργήθηκαν τά άνταρτοσώματα τών Ποντίων, τό ισοζύγιο τών καλών καί τών δεινών πού δημιούργησαν καί τίς σχέσεις των πρός τον ρωσικό στρατό και τά ρωσικά υποβρύχια. Μας παρέχουν άκόμη τά έγγραφα αύθεντικές περιγραφές της έξορίας και των σφαγών των Ελλήνων καί των Αρμενίων τοΰ Πόντου, τίς έπίσημες συνομιλίες γύρω άπό τά θέματα των ξένων προσβευτών καί προξένων μέ τήν Τουρκική Κυβέρνησι καί τίς τοπικές αρχές ή καί τήν επίσημη αλληλογραφία μεταξύ των κυβερνήσεων Βερολίνου-Βιέννης καί Κωνσταντινουπόλεως. Θά ανέφερα ώς τελευταίο, άλλά δέν είναι τελευταίο σέ σημασία, τό άλλο κέρδος πού έχουμε άπό τά νέα αύτά έγγραφα της Βιέννης.


Δηλαδή τόν ρόλο πού έπαιξαν κρυφά ή φανερά στήν δραματική αύτή έποχή προσωπικότητες τοϋ Πόντου, γνωστές καί τιμημένες οικογένειες, νοικοκυραίοι, άνθρωποι τοϋ λαού. Καί μέσα σ’ όλα τά άναρίθμητα έλληνικά ονόματα των ξένων έγγράφων, λάμπουν άπό έσωτερική μεγαλοπρέπεια δύο μαρτυρικές μορφές τοϋ Πόντου καί της Εκκλησίας μας. Ό Τραπεζοϋντος Χρύσανθος καί ό Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης. Δύο ιεράρχες πού ήσαν Ισως διαφορετικοί στόν χαρακτήρα καί στήν πολιτική των. Αποδεικνύεται όμως ότι ήσαν αί δύο όψεις της ίδιας δύναμης πού λέγεται Μικρασιατικός ‘Ελληνισμός. Κι άν θά μέ ρωτήσετε ώς πρός τό γενικό συμπέρασμα άπό τήν έρευνα αύτή γύρω άπό τήν ιστορία καί τίς θυσίες τοϋ Πόντου, θά σας άπαντοΰσα μέ μιά λέξι: Περηφάνεια είναι τό άποτέλεσμα, περηφάνεια γιά κάθε τι τό Ποντιακό, γιά κάθε άνθρωπο, γιά κάθε πέτρα τής χαμένης μας πατρίδας. 'Ηταν ένας κόσμος καθαρός, άγνός στά συναισθήματα καί τίς πράξεις του. Ήσαν συνειδήσεις χωρίς λεκέδες.


Αλλά καιρός είναι νά σάς δώσω καί τό άντίκρυσμα τής ύπερηφάνειας αύτής πού αισθάνθηκα στήν Βιέννη, διαβάζοντας τά ντοκουμέντα μακρυά άπό τήν Ελλάδα καί άκόμη πιό μακρυά άπό τόν Πόντο. Γιά τά θέματα πού έθιξα θά σάς παρουσιάσω τά χαρακτηριστικά τεκμήρια τής ύψηλής πολιτικής καί τών χαμηλών λειτουργών της.


Τό «Κρητικό ζήτημα»


Οί σχέσεις Ελλήνων καί Τούρκων στόν Πόντο μετά τήν ϊδρυσι τοϋ ‘Ελληνικού κράτους βελτιώνονται συνεχώς καί μετά τόν Ρωσοτουρκικό πόλεμο τοϋ 1876 μπορούν νά χαρακτηρισθούν ώς καλές γενικώς. Κατά βάθος βέβαια διεπίστωναν οί ξένοι διπλωμάται ότι ήταν μια νόθος κατάστασις. Στούς Τούρκους διέκριναν τήν κρυφή λαχτάρα, πότε θά έρθη ή ήμέρα Χ γιά νά έξοφληθοϋν μέ τούς Έλληνας παλιοί λογαριασμοί. Μέ τό Κίνημα τών Νεοτούρκων τοΰ 1908 καί τήν δημιουργία τοϋ Κρητικού Ζητήματος παρουσιάζονται οί πρώτες ρωγμές. Ό τουρκικός έθνικισμός άνατινάζει τά θεμέλια μιας άνεκτής συμβιώσεως αιώνων. Ή Αύστροουγγαρία, πού έστήριζε καί αύτή τήν ϋπαρξί της στήν ειρηνική συμβίωσι διαφόρων έθνοτήτων, διαβλέπει τόν κίνδυνο γιά τήν οθωμανική αύτοκρατορία, άλλά πρός τό παρόν έκεΐνο πού τήν ένδιαφέρει είναι νά συμμετάσχη στό μοίρασμα ώς μεγάλη δύναμις καί νά πάρη καί μεγάλη μερίδα. Όλες οί έκθέσεις τών διπλωματών της μέχρι τήν έκρηξι τοΰ πολέμου άναφέρουν τά γεγονότα έναντίον τών Ελλήνων όπως συνέβησαν καί σχεδόν βλέπουμε τούς διπλωμάτας νά κινοϋν τό κεφάλι ώς πρός τήν τουρκική νοημοσύνη. Άκοϋστε μιά τέτοια έκθεσι τοϋ αύστριακοϋ προξένου Μόριτς, γραμμένη στήν Τραπεζούντα στις 14 Ιουνίου 1910. Γράφει πρός τόν ύπουργόν τών Εξωτερικών “Αλοίς Έρενταλ.


«Χθές έλαβε χώραν εδώ μία διαδήλωσις Τούρκων διά τό Κρητικόν Ζήτημα. Εις ένα δημόσιον κήπον έγένοντο δεκτοί έθελονταί. Έδηλώθησαν περίπου 500, ήλικίας 14 έως 70 ετών. Ή όλη ύπόθεσις είχε τήν σφραγίδα τής σκηνοθεσίας, μολονότι δέν αμφισβητείται ότι οί Τούρκοι λαμβάνουν σοβαρώς ύπ’ όψιν τάς διαμαρτυρίας των καίτάς αξιώσεις ώς πρός τό Ζήτημα τής Κρήτης. Εις αύτήν τήν διάθεσιν οφείλεται καί τό γεγονός ότι ή συγκέντρωσις έγινε μέ μεγάλην συμμετοχήν τοϋ πληθυσμού, άν καί ή πλειονότης άπετελεϊτο άπό περιέργους. Εις μίαν λευκή ν σημαίαν άνεγράφετο μέ κόκκινον χρώμα ή τουρκική φράσις: “Κρήτη ή θάνατος”. Ό πρώτος ομιλητής ήτο ένας μολλάς, ό οποίος έπειτα άπό είκοσάλεπτον προσευχήν έκλεισε τόν λόγον του μέ τό έξης έρώτημα: “Ό Αλλάχ καίό προφήτης νά είναι μάρτυρες ότι θάχύσωμεν τό αίμα μας υπέρ τής πατρίδος μέχρι τελευταίας ρανίδος;” Ή άπάντησις ήτο ένα μυριόστομον: “Ναι είμεθα έτοιμοι”.»


Καί ήσαν έτοιμοι γιά όλα. Ή περίοδος τοΰ μπούκοτάζ κάθε ελληνικού έχει άρχίσει. Τά έλληνικά πλοία περνούν σχεδόν άδεια άπό τά ποντιακά λιμάνια. Ακόμη καί οί περιβόητοι τούρκοι καϊκτσήδες συμμετέχουν καθ’ ύψηλήν έντολήν στήν έξαψι τοϋ τουρκικοϋ αύτοΰ έθνικισμοϋ. Ό φόβος άρχίζει νά τυλίγη τόν Ελληνισμό τοϋ Πόντου. Οί διορατικώτεροι βλέπουν τήν μελλοντική καταστροφή καί ζοΰν ήδη τώρα στήν σκιά της. Οί βαλκανικοί πόλεμοι καί ή ελληνική έπέκτασις άνησυχοϋν αύτήν τήν φορά τούς Τούρκους. Ό φόβος πηγαίνει πρός τό μέρος τους. Οί άπειλές είναι πλέον άνοικτές. Τά έγγραφα τής Βιέννης μεταβιβάζουν τούς πύρινους λόγους τών ήγετών τοϋ νεοτουρκικού κομιτάτου «Ένωσις καί Πρόοδος». Νά τί είπε ό ομιλητής Όμέρ Νατζή μπέης σέ μιά συγκέντρωσι τής Τραπεζοϋντος, σύμφωνα μέ μιά έκθεσι τοϋ προξένου Μόριτς τής 29ης Νοεμβρίου 1913:


«Πρίν άναχωρήσω αύριο γιά τήν Κωνσταντινούπολη είπε ό Νατζή μπέης, θεωρώ πατριωτικό μου καθήκον νά σας πώ ότι κάθε Οθωμανός πρέπει νά σκέπτεται πάντοτε τήν έκδίκησι πού πρέπει νά έτοιμάσωμε κατά τών έχθρών μας. Μάλιστα, ή έκδίκησι πρέπει νά είναι τό έμβλημά μας έναντίον τού βασιλιά Κωνσταντίνου, τού θερμόαιμου αύτοΰ Έλληνος («Βυ gapkin Yunan Konstantin»), πού πιστεύει ότι είναι ό κληρονόμος τών βυζαντινών αυτοκρατόρων καί γι ‘ αύτό τόν λόγο θέλει νά λέγεται Κωνσταντίνος ό Δωδέκατος. Πρέπει νά δείξωμε μεγαλύτερο πατριωτισμό. Βρίσκομε άκόμη στήν αύτοκρατορία μας πόλεις μέ τά άρχαϊα τους έλληνικά ονόματα, Τραπεζούς, Αμισός, Αγιά Σοφιά καί άλλα. Γιατί δέν τ’ αλλάξαμε καί γιατί δέν τ’ άλλάζουμε τώρα;».


Οί σφαίρες τοϋ Σεραγιέβου καί τά γεγονότα τών πρώτων μηνών τοϋ πολέμου άπλοποίησαν τίς σχέσεις ‘Ελλήνων καί Τούρκων. Τώρα έλειπαν πλέον καί τά προσχήματα. Γράφει ό αύστριακός πρόξενος τής Τραπεζοΰντος Κβιατκόβσκι τον Ιούνιο τοϋ 1914: «Οί κυβερνώντες Νεότουρκοι βασίζονται έπί ένός μέρουςτοϋ ύπαλληλικοϋ κόσμου, κατόπιν ατούς χαμάληδες, τούς άραμπατζήδες, και διό τήν προπαγανδιστικήν των δραστηριότητα στηρίζονται εις τούς καϊκτσήδες των όποιων τάς καταχρήσεις ευνοούν διά μιας σιωπηρός ανοχής. Κατ’ αύτόν τόν τρόπον ώδήγησαν αί τελευταίοι βουλευτικοί έκλογαί, παρά τήν έντυπωσιακήν άποχήν των έκλογέων, εις πλήρη νίκην των νεοτούρκων υποψηφίων, οί οποίοι αντιπροσωπεύουν άπλώς τήν μειονότητα τοϋ πληθυσμού». Αύτά γράφει ό αύστριακός διπλωμάτης άπό τήν Τραπεζούντα, ένώ έπειτα άπό ένα χρόνο, τόν Σεπτέμβριο τοϋ 1915, διαβάζομεν εις μίαν αύστριακήν έκθεσιν άπό τήν Άμισόν, τά έξης χαρακτηριστικά:


«Οί έδώ Τούρκοι είναι ώς έπί τό πλείστον μέ τό μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων. Μόνο μία μικρή μερίς έχθρική πρός τό Κομιτάτον «Ένωοις και Πρόοδος» είναι έναντίον μας. Οί Έλληνες εύρίσκονται άνευ έξαιρέσεων μέ το μέρος τών έχθρων μας διά τόν λόγον ότι έχομεν συμμαχήσει μέ τούς Τούρκους. Ή ύπό τής Ελλάδος άκολουθουμένη πρός ήμάς φιλική πολιτική δέν ευρίσκει μεταξύ των ούδεμίαν άπήχησιν. Ό διακαής των πόθος είναι νά εισέλθουν συντόμως εις τήν Κωνσταντινούπολη οί “Αγγλοι και οί Γάλλοι διά νά τούς ελευθερώσουν άπό τόν τουρκικόν ζυγόν». Ό Ιδιος αύστριακός διπλωμάτης της Αμισού γράφει άκόμη: « Όλοι οί Έλληνες τής Τουρκίας θεωρούν ώς πραγματικήν των πατρίδα τήν Ελλάδα, ένώ οί έθνικοί των στοχασμοί κατευθύνονται άποκλειστικά πρός τάς Αθήνας».


Γερμανοί καί Τούρκοι


Αλλά στάς Αθήνας μαίνεται ό Διχασμός. Είναι Σεπτέμβριος τοϋ 1915. Ό Βενιζέλος άναγκάζεται νά παραιτηθή γιά δεύτερη φορά. Αιτία τό τηλεγράφημα τοϋ Πασσάρωφ. Ή Βουλγαρία παροτρύνεται νά χτυπήση τήν Σερβία. Ή Ελλάς μένει ούδετέ-ρα παρά τις συμμαχικές της ύποχρεώσεις. Οί Κεντρικές Δυνάμεις καί μαζύ τους ή Τουρκία είχαν κερδίσει τόν πρώτο γύρο. Οί Νεότουρκοι πιστεύουν ότι έφτασε ή μεγάλη τους ήμέρα. Τό στρατιωτικό πνεύμα τής Γερμανίας, πού δέν άγαπά κανενός είδους δισταγμό, βρίσκει στό πρόσωπο τών Νεοτούρκων τόν άδίστακτο έκτελεστή τών πιό βάρβαρων μέτρων. Στρατολόγησι τοϋ χριστιανικού πληθυσμού, ένταξι στά περιβόητα τάγματα έργασίας καί έκτόπισι τών παραλιακών πρός τήν ένδο-χώραν είναι τά πρώτα μέτρα τοϋ στρατάρχου Λίμαν Φόν Σάντερς. Αύτός έδωσε τις θεωρητικές αύτές ντιρεκτίβες, οί Τούρκοι τις έξετέλεσαν, καί ώς άμοιβή τοϋ έδωσαν τόν τίτλο τοϋ πασά. Πριν όμως άκούσουμε τόν ίδιο αύτόν Γερμανό φεσοφόρο στρατάρχη, άς δοϋμε πώς έσκέπτοντο οί ίδιοι οί Τούρκοι ώς πρός τά μέτρα κατά τών Ελλήνων. Από τά μέτρα αύτά ύπέφερε έως θανάτου ή πόλις τής Αμισού καί τής περιοχής της. Τρομαγμένος καί αύτός ό αύστριακός πρόξενος τής Αμισοϋ Κβιατκόβσκι, ένημερώνει τόν Νοέμβριο τοϋ 1916 τήν κυβέρνησί του μέ τά έξής:


«Ή διάθεσις τών Τούρκων άπέναντι τών Ελλήνων έκφράζεται έντονώτατα μέ τάς δύο κάτωθι γνώμας τοϋ έδώ μουτεσαρίφη Ραφέτ μπέη, ό όποιος είναι κατά τά άλλα ένας ήσυχος άνθρωπος. Εις τάς 26 Νοεμβρίου τρέχοντος έτους (1916) μου είπε ό Ραφέτ μπέης: “Τελικά μέ τούς Έλληνας πρέπει νά ξεκαθαρίσωμε όπως καί μέ τούς Αρμενίους. Ή Ελλάς θά είσέλθη εις τόν πόλεμον τό άργότερον κατά τάς διαπραγματεύσεις τής ειρήνης, οπότε θά είμεθα έλεύθεροι γιά δράσι”. »Μετά δύο ή μέρας μού είπεν ό Ραφέτ μπέης: “Πρέπει τώρα νά τελειώνουμε μέ τούς Έλληνες. Έστειλα σήμερα εις τά περίχωρα τάγματα διά νά σκοτώσουν έπάνω στό δρόμο κάθε Έλληνα”.»


Καί τό μακελειό άρχισε.


Ό θάνατος περιοδεύει σέ πανάρχαιες πολιτείες τοϋ Πόντου. Οί Έλληνες έξοντώνονται κατά χωριά. Οί γυναίκες βιάζονται, οί πρόκριτοι οδηγούνται στήν κρεμάλα, άν γλυτώσουν άπό τά δεινά τής έξορίας, οί περιουσίες λεηλατούνται. Είναι άδύνατο νά άναφέρομε έδώ τό πλήρες χρονικό τοϋ έγκλήματος. Οί έκθέσεις τών προσεβευτών καί τών προξένων φαίνονται σάν νά έχουν άποσπασθή άπό φανταστικά μυθιστορήματα συγγραφέων πού τούς χτύπησε ή τρέλλα. Ιδού μερικά άποσπάσματα άπό τάς έκθέσεις τοϋ μαρκησίου Παλλαβιτσίνι, πρεσβευτοϋ τής Αύστροουγγαρίας στήν Κωνσταντινούπολι. Άφοροϋν τήν πόλι έκείνη πού ύπέφερε ίσως περισσότερο άπό κάθε άλλη. Άφοροϋν τή Σαμψούντα! Νά τί συνέβαινε, σε στυλ τηλεγραφήματος: «11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5έλληνικάχωριά, κατόπιν έκάησαν. Οί κάτοικοι έξετοπίσθησαν. 12 Δεκεμβρίου 1916: Εις τά περίχωρα τής πόλεως καίονται χωριά.


14 Δεκεμβρίου: Ολόκληρα χωριά καίονται μαζί μέ τά σχολεία καί τις έκκλησίες. Ό πληθυσμός έχει παραδοθή εις τήν μεγαλύτερη άθλιότητα
16 Δεκεμβρίου: Χθές έκαψαν τό μεγαλύτερο καπνοχώρι.
17 Δεκεμβρίου 1916: Εις τήν περιφέρειαν τής Σαμψούντος έκαψαν 11 χωριά. Μαίνεται ή λεηλασία. Κακοποιούνται οί χωρικοί.
31 Δεκεμβρίου 1916: 18 έλληνικά χωριά κάηκαν έξ ολοκλήρου, 15 έν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες έβιάσθησαν. Έλεηλάτησαν άκόμη καί έκκλησίας».
Στις 20 Ιανουαρίου 1917 γράφει ό πρέσβυς Παλλαβιτσίνι πρός τόν ύπουργόν του στήν Βιέννη:


«Έκ Σαμψούντος άγγέλλονται νέοι έκτοπισμοί καί φυλακίσεις Ελλήνων. Ή κατάστασις τών έξορισθέντων προκαλεί τήν άπόγνωσιν. Όλους τούς άναμένει ό θάνατος. Προσπάθησα νά έπιστήσω τήν προσοχή τοϋ Μεγάλου Βεζύρη έπί τών γεγονότων καί νά τονίσω πόσον λυπηρό ν θάήτοέάν οί διωγμοί τοϋ έλλη νικοϋ στοιχείου θά έλάμβανον τήν μορφήν καί τάς διαστάσεις τών άρμενικών διωγμών. Ό Μέγας Βεζύρης μοί ύπεσχέθη ότι θά προσπαθήση νά άσκήση τήν έπιρροήν του έπί τοϋ Ταλαάτ μπέη καί τοϋ Έμβέρ πασά». Τήν ίδια ύπόσχεσι έδωσε ό διαβόητος αύτός Ταλαάτ μπέης καί στόν Αμερικανό πρέσβυ. Είπε ότι θά έξαιρέση άπό τούς έκτοπισμούς τουλάχιστο τίς γυναίκες καί τά παιδιά. Αλλά τήν έπομένη ήμέρα κιόλας, 31 ‘Ιανουαρίου 1917, εκμυστηρεύεται ό αιμοσταγής αύτός πασας καί Μέγας Βεζύρης Ταλαάτ μπέης τά έξης σ’ ένα αύστριακό πράκτορα: «Βλέπω γιά τήν Τουρκία νά πλησιάζη ή ώρα νά ξεκαθαρίσουμε τώρα μέ τούς Έλληνες όπως τό 1915 μέ τούς Αρμενίους».


Τίς έπίσημες αυτές ειδήσεις μεταβιβάζει ό υπουργός των Εξωτερικών της Αύστρίας πρός τό Βερολίνον μέ τό έρώτημα τί δέον γενέσθαι. Ό ύπουργός συνοδεύει τίς έκθέσεις των πρεσβευτών του μέ τό έξης έρώτημα: «Αί έκ της Τουρκίας καταφθάνουσαι ειδήσεις καθιστούν όλονέν καί πιθανωτέραν τήν ύπόθεσιν, ότι αί συνέπειαι αί προκληθεϊσαι έκ της άγκιστρώσεως των Ρώσων εις τάς τουρκικός άκτάς της Μαύρης Θαλάσσης μεταξύ των έκεϊ χριστιανικών (ελληνικών) πληθυσμών, δηλαδή οι σχηματισμοί ανταρτικών σωμάτων, χρησιμεύουν ώς προσχήματα διά τούς Τούρκους διό μίαν έκτεταμένην γενικήν καταδίωξιν τοϋ έλληνικού στοιχείου, μέ τήν έκδηλον τάσιν νά έξοντώσουν ολοσχερώς τούς Έλληνας ώς έχθρούς τού κράτους όπως προγενεστέρως καί τούς Αρμενίους. Τήν τακτικήν αύτήν έφαρμόζουν οι Τούρκοι καταπολεμοϋντες όχι μόνον τούς άντάρτας άλλά καί έκτοπίζοντες τούς πληθυσμούς, άνευ διακρίσεως της δυνατότητος άν θά έπιζήσουν, άπό τάς άκτάς εις τό έσωτερικόν τής χώρας χωρίς τήν λήψιν καταλλήλων μέτρων έκ μέρους τής τουρκικής διοικήσεως, ώστε οι έκτοπιζόμενοι νά είναι έκτεθειμένοι εις τήν άθλιότητα καί τόν έκ πείνης θάνατον.


Τά έγκαταλειπόμενα σπίτια τών έξοριζομένων λεηλατούνται εις τό πλείστον ύπό τών τουρκικών ταγμάτων τιμωρίας, ή καίονται καί καταστρέφονται. Καί όλα τά άλλα μέτρα, τά οποία εις τούς διωγμούς τών Αρμενίων εύρίσκοντο εις τήν ήμερησίαν διάταξιν, έπαναλαμβάνονται τώρα έναντίον τών Ελλήνων. Τά γεγονότα αύτά, συνεχίζει ό Αύστριακός ύπουργός, ένδείκνυται φυσικά νά προκαλέσουν εις όλόκληρον τόν πολιτισμένον κόσμον κύμα άγανακτήσεως έναντίον τοϋ τουρκικού καθεστώτος. Εκτός αύτού ύφίσταται και ό κίνδυνος, ή Ελληνική Κυβέρνησις, τής όποιας ή στάσις άπέναντι της Τουρκίας ούδαμώς έμπνέεται ύπό της φροντίδος διά τό ελληνικόν στοιχεϊον τής οθωμανικής αύτοκρατορίας, θά ήτο δυνατόν νά έγκαταλείψη την έν λόγω στάσιν της έάν καταλήξη εις τό συμπέρασμα ότι δέν είναι εις θέσιν νά άποτρέψη τήν μοϊραν τών συμπατριωτών της εις τήν Τουρκίαν». *Από το περιοδικό Ελλοπία τ. 8, Χειώμνας 1991-1992, σελ. 44-47. *Εκ του ιστολογίου «cognoscoteam.gr» της 30.7.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΝΙΚΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΠΟΔΟΜΗΤΕΣ




Ο λαός μας σέβεται την εθνική ταυτότητα και δεν πέφτει εύκολα θύμα των διαφόρων αποδομητικών τάσεων. Χιλιάδες τόννοι μελανιού έχουν χυθεί για να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της Επαναστάσεως του 1821 και για να αμφισβητηθεί το Κρυφό Σχολειό, αλλά οι Έλληνες, στη μεγάλη πλειοψηφία μας, δεν δεχόμασε αμάσητες τις διάφορες προπαγάνδες. Αυτό τουλάχιστον καταδεικνύει η έρευνα Κοινής Γνώμης για την Επανάσταση του 1821, την οποία διενήργησε το Κέντρο Φιλελευθέρων Μελετών σε συνεργασία με την εταιρία δημοσκοπήσεων Marc.


του Κων/νου Χολέβα


Η έρευνα, η οποία παρουσιάσθηκε στις 8.7.2020, καταγράφει την πεποίθηση του 90,4% των ερωτηθέντων ότι η Επανάσταση ήταν πρωτίστως εθνική. Υπάρχουν απαντήσεις γύρω στο 50% για τον κοινωνικό, φιλελεύθερο ή θρησκευτικό χαρακτήρα του 1821. Θεωρώ ευχάριστη έκπληξη το μεγάλο ποσοστό της σωστής απάντησης.


Όλα τα κείμενα των πρωταγωνιστών και οι Διακηρύξεις των Εθνικών Συνελεύσεων μιλούν για μία εξέγερση Ελλήνων Ορθοδόξων εναντίον ενός αφόρητου ζυγού από δύναμη αλλοεθνή και αλλόθρησκη. Έχει σημασία η αφύπνιση των Ελλήνων, διότι επί δεκαετίες κατεβλήθη εργώδης προσπάθεια από τη μαρξιστική προπαγάνδα να τονισθεί ο ταξικός- δήθεν- χαρακτήρας της επαναστάσεως.


Από τις άλλες απαντήσεις της έρευνας κρατώ τη μεγάλη δημοτικότητα του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, καθώς και την πολύ χαμηλή δημοτικότητα του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, οπαδού της πλήρους υποταγής στη Μεγάλη Βρετανία. Τον Μαυροκορδάτο προβάλλουν ως πρότυπο πολιτικού ορισμένοι από τους σύγχρονους μελετητές του 1821. Ευτυχώς οι Έλληνες προτιμούμε τον απροσκύνητο, ευφυή αλλά και συνειδητά πιστό Χριστιανό Θ. Κολοκοτρώνη.


Το Κρυφό Σχολειό ήταν υπαρκτό, υποστηρίζει το 71,7 % των ερωτηθέντων. Και βέβαια ήταν υπαρκτό, διότι μέχρι το 1650 δεν ήταν καθόλου εύκολο να λειτουργήσουν ελεύθερα σχολεία για τους υποδούλους. Αλλά και αργότερα η αυθαιρεσία του κατακτητή τα άνοιγε και τα έκλεινε χωρίς να δίνει λόγο. Οι αμφισβητίες του Κρυφού Σχολειού εξυπηρετούν δύο στόχους:


Πρώτον, να υπονομευθεί ο πατριωτικός ρόλος του Ορθοδόξου Κλήρου και δεύτερον να εξωραϊσθεί η Τουρκοκρατία ως μία περίοδος «αρμονικής συνυπάρξεως εθνοτήτων». Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έχουν παρουσιασθεί σοβαρά και ακλόνητα στοιχεία για το πώς και πότε λειτούργησε η κρυφή παιδεία των Ελλήνων.


Η Εκκλησία διαδραμάτισε σημαντικό και θετικό ρόλο κατά την Επανάσταση, απαντά το 72, 1 % των ερωτηθέντων. Παρά τις επιθέσεις και τα ανιστόρητα επιχειρήματα, που ακούγονται κατά καιρούς, περισσότεροι από τους 7 στους 10 Έλληνες αναγνωρίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως παράγοντα αγωνιστικότητος και ως πνευματικό καθοδηγητή του Έθνους σε δύσκολες στιγμές.


Τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν τη θετική επίδραση των τεκμηριωμένων βιβλίων και των υποστηρικτών της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Πιστοποιούν επίσης την αποτυχία των αποδομητών. Μία πρόβλεψη: Τώρα κάποιοι θα αρχίσουν να συκοφαντούν τον Κολοκοτρώνη! *Άρθρο στην «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» της 12.7.2020. *Εκ του ιστολογίου «kryfosxoleio.com» της 28.7.2020. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

ΘΕΣΑΛΛΟΝΙΚΗ: 112 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ - ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ, Η ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΜΕ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ




Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον Οθωμανικό ζυγό, στις 26 Οκτωβρίου 1912, αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γεμάτη ηρωισμό και στρατιωτική δεινότητα. Μετά από μια σειρά επιτυχιών του ελληνικού στρατού και καθοριστικών αποφάσεων, η πόλη έμελλε να περάσει ξανά σε ελληνικά χέρια, ενώ η ηρωική πράξη του Νικολάου Βότση να τορπιλίσει το τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» συνέβαλε σημαντικά στο ηθικό των Ελλήνων.


Στο παρόν αφιέρωμα, καταγράφονται τα γεγονότα που σημάδεψαν εκείνες τις κρίσιμες ημέρες του Οκτωβρίου 1912, με νέες λεπτομέρειες να φωτίζουν τη στρατηγική και τις γεωπολιτικές πιέσεις που επέδρασαν στις αποφάσεις της εποχής.


Η ανατίναξη του «Φετχί Μπουλέντ» (18/10/1912)


Οχτώ μέρες πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, μια αναπάντεχη επιτυχία του Νικολάου Βότση, η βύθιση μετά από τορπιλισμό στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης του τουρκικού θωρηκτού «Φετχί Μπουλέντ», προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού σε όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα δε στους Έλληνες κατοίκους της Θεσσαλονίκης.


Ο Υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης, είχε γεννηθεί στην Ύδρα και καταγόταν από παλαιά ναυτική οικογένεια του νησιού. Όταν άρχισε ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος, ο Βότσης ήταν κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «11». Αποστολή του ήταν να επιτηρεί την περιοχή του Ελευθεροχωρίου, στην παραλία της Κατερίνης, για να μην γίνει εκφόρτωση πολεμικών εφοδίων και τροφίμων προς τους Τούρκους. Ο Βότσης πλέοντας σε όλη την έκταση του Θερμαϊκού, αποφάσισε να δράσει όπως οι θρυλικοί πυροβολητές του 1821. Να μπει δηλαδή κρυφά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και να βυθίσει το τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» που ναυλοχούσε εκεί, αποτελώντας απειλή για τα ελληνικά στρατεύματα που πλησίαζαν στην πόλη.


Πραγματικά, το τορπιλοβόλο «11», μπήκε τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το βύθισμα του τορπιλοβόλου, επέτρεψε στον Βότση να το οδηγήσει στο λιμάνι χωρίς να το αντιληφθούν οι Τούρκοι πυροβολητές του Καραμπουρνού. Επίσης, ο Βότσης κατάφερε με το τορπιλοβόλο να αποφύγει το φράγμα των ναρκών που είχαν ποντίσει οι Τούρκοι για την προστασία του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Στις 11.30 μ.μ., ο Ν. Βότσης, εξαπέλυσε τις τορπίλες του και το «Φετχί Μπουλέντ», βυθίστηκε. Ο ιμάμης του πλοίου και 6 ναύτες που κοιμούνταν στην πλώρη του σκοτώθηκαν.


Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης


Από τις 22 Οκτωβρίου 1912, οι πρόξενοι των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, μετά την ήττα των Τούρκων στη μάχη των Γιαννιτσών, άρχισαν να κινούνται προς την κατεύθυνση της παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες ειρηνικά. Ο Ταχσίν πασάς, επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων, αρχικά συμφώνησε αλλά στη συνέχεια άρχισε να κωλυσιεργεί , βλέποντας και την καθυστέρηση στις κινήσεις των Ελλήνων, λόγω της διστακτικότητας του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. Ίσως πίστευε ότι θα λάβει ενισχύεις από τουρκικά στρατεύματα ή καθυστερούσε καθώς είχε μάθει ότι η Βουλγαρική μεραρχία υπό τον στρατηγό Todorov. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήθελε ή να εξωθήσει Έλληνες και Βούλγαρους σε σύγκρουση ή να παραδώσει την πόλη στους Βούλγαρους.


Όμως, η τουρκική κυβέρνηση, καθώς ο βουλγαρικός στρατός βρισκόταν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, έκρινε ότι αν η Βουλγαρία καταλάμβανε και τη Θεσσαλονίκη, θα σχημάτιζε ένα κράτος άμεσα απειλητικό για την οθωμανική αυτοκρατορία στη Βαλκανική. Έτσι, έδωσε εντολή στον Ταχσίν πασά να παραδώσει την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Στις 16.20 της 25/10/1912, οι Ευρωπαίοι πρόξενοι συνοδεύοντας τον Τούρκο στρατηγό Σαδίκ, έφτασαν στο Ελληνικό Στρατηγείο, και δήλωσαν στον Διάδοχο Κωνσταντίνο ότι ο αρχιστράτηγος Ταχσίν είναι έτοιμος να του παραδώσει την Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος όμως προέβαλε σκληρούς όρους και έδωσε στον Ταχσίν προθεσμία 16 ωρών για να απαντήσει κατά πόσο τους αποδέχεται.


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που παρακολουθούσε με αγωνία την πορεία του βουλγαρικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη, όταν έμαθε ότι ο Κωνσταντίνος δεν μπήκε άμεσα στην πόλη στις 25 Οκτωβρίου, εξοργίστηκε. Έστειλε στον Κωνσταντίνο το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Αρχηγόν στρατού: Παραγγέλεσθε να αποδεχθείτε προσφερόμενην παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθετε εις ταύτην άνευ χρονοτριβής. Καθιστώ υμάς υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν, έστω και στιγμής. Υπουργός Στρατιωτικών Ελευθ. Βενιζέλος». (Αριθμ. πρωτοκόλλου υπουργ. Στρατιωτικών, 80,20).



Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 1912


Στις 00.30, ο Διάδοχος λαμβάνει τηλεγράφημα από τον Λάμπρο Κορομηλά που τον ενημερώνει ότι στις 24 Οκτωβρίου οι Βούλγαροι κατέλαβαν τις Σέρρες και συνεχίζουν την πορεία τους προς τη Θεσσαλονίκη. Στις 5 π.μ. έφτασαν στο Τοπσίν (σήμερα Γέφυρα), μετά από εντολή του Ταχσίν Πασά, ο ταξίαρχος του πυροβολικού Chefic πασάς με τον διευθυντή πολιτικών υποθέσεων, ελληνικής καταγωγής Καραμπιμπέρη. Τους δέχθηκε ο τότε επιτελάρχης Β. Δούσμανης με εντολή του Κωνσταντίνου και ζήτησε την παράδοση της πόλης άνευ όρων. Η αντιπροσωπεία των Τούρκων ζήτησε να παραμείνουν στη διάθεση του Ταχσίν πασά 5.000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσύλλεκτων και την προστασία των άοπλων αιχμαλώτων. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό και οι Τούρκοι ζήτησαν δίωρη προθεσμία για να απαντήσουν.


Στις 9.30 π.μ. με βάση το εκπονηθέν σχέδιο στρατιάς, μονάδες του πεζικού και η ταξιαρχία ιππικού κινήθηκαν προς τη Θεσσαλονίκη, σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από τους Τούρκους. Στις 10.00 π.μ. οι πρόξενοι συναντήθηκαν και πάλι στο Διοικητήριο με τον βαλή, τους εκπροσώπους των κοινοτήτων και τον Chefic πασά ,εκπρόσωπο του Ταχσίν πασά που εξακολουθούσε να επιμένει στην εξαίρεση των 5.000 όπλων. Οι πρόξενοι θεώρησαν ότι η στάση αυτή έκρυβε υστεροβουλία και αποχώρησαν αρνούμενοι να συμμετάσχουν σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις, επιρρίπτοντας στον Ταχσίν πασά την ευθύνη για ό, τι θα συνέβαινε.


Ο βαλής με τον Chefic πασά έφυγαν για να συναντηθούν με τον Ταχσίν στο στρατηγείο στο Νταούτ Μπαλί (Ωραιόκαστρο). Ο Ταχσίν δεν άλλαξε γνώμη και έστειλε πάλι τους Chefic-Καραμπιμπέρη στη Γέφυρα. Συναντήθηκαν ξανά με τον Β. Δούσμανη ο οποίος χαρακτήρισε απαράδεκτο τον όρο για τα 5.000 όπλα. Οι Τούρκοι επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και ο Δούσμανης έσπευσε να ενημερώσει τον Διάδοχο. Στις 12.30 το στρατηγείο έλαβε τηλεγράφημα από (άγνωστο) πράκτορα που βρισκόταν μέσα στη Θεσσαλονίκη, που υποστήριζε ότι: «Παρά τοις αρμοδίοις κύκλοις υπάρχει πεποίθησις ότι ο Ταχσίν συνεργούντος και αυτού του βαλή καταφεύγουν εις τας χρονοτριβάς ταύτας ελπίζοντες επέμβασιν Ευρωπαϊκήν ότι δε άμεσον κτύπημα θα επιφέρει το ποθούμενον».


Στις 13.00 ο Κορομηλάς στέλνει νέο τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο: «Α.Β.Υ. Διάδοχον - Κατ’ επισήμους πληροφορίας Βούλγαροι κατέλαβον Δράμα χθες. Εις απάντησιν τηλεγραφήματος Υψηλότητας περί των εις Τζαμιά υπό των Τούρκων μεταβληθεισών Εκκλησιών, Κυβέρνησις συμφωνεί μεθ’ υμών ότι δέον να επαναφερθώσιν εις λατρείαν Χριστού. Η του Αγίου Δημητρίου εν Θεσσαλονίκη περιέχει του Αγίου τον τάφον. Ολόκληρος δε πόλις αναμένει είσοδον Ελληνικού Στρατού ίνα τελέσει εκεί εορτασμόν».


Λίγο πριν τις 15.00 κι ενώ ο Διάδοχος παρακολουθούσε έφιππος με το επιτελείο του την προέλαση της 1ης και 7ης Μεραρχίας από λόφο κοντά στο Σιαμλί, ένα μικρό τσιφλίκι ανατολικά του Ίγγλις (Αγχίαλος), εμφανίστηκε ο ανθυπίλαρχος Μαραθέας με μήνυμα του διοικητή της ταξιαρχίας ιππικού Καραμαλίκη, που ανέφερε πως στις 10.00 στο χωριό Αποστολάρ (Απόστολοι), η εμπροσθοφυλακή της ταξιαρχίας, συνάντησε φάλαγγα ιππικού και πεζικού Βούλγαρων και Σέρβων προερχόμενων από τη Δοϊράνη, που κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη και ότι σε απόσταση τριών ωρών κινούνταν από το δρόμο των Σερρών προς το Νότο η 7η βουλγαρική μεραρχία με επικεφαλής τον στρατηγό Georgi Todorov.


Ο Καραμαλίκης έστειλε τον ίλαρχο Λεβίδη, ο οποίος γνώριζε ρωσικά, για να συνεννοηθεί. Τότε, το στρατηγείο κατάλαβε ότι οι Βούλγαροι κινούνταν προς τη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Ο Διάδοχος έστειλε τον Μαραθέα με ιδιόχειρη επιστολή στα γαλλικά στον Todorov, με την οποία τον ενημερώνει ότι βρίσκεται «…επί κεφαλής του Ελληνικού στρατού έμπροσθεν της πόλεως αυτής (της Θεσσαλονίκης) εις την οποίαν θα εισέλθω απόψε».


Επίσης, τον συμβουλεύει να μην ταλαιπωρεί τα στρατεύματα του με την «…ασκόπου προς Θεσσαλονίκης προελάσεως» και να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του όπου υπάρχει επείγουσα στρατιωτική ανάγκη. Παράλληλα, ο Κωνσταντίνος έστειλε τον (τότε) υπίλαρχο Παπάγο στην 7η Μεραρχία με τη διαταγή: «Σπεύσατε να καταλάβετε την Θεσσαλονίκην». Η 7η Μεραρχία του Κλεομένη Κλεομένους, εκείνες τις ώρες συγκεντρωνόταν μεταξύ Ντουντουλάρ (Διαβατά) και Χαρμανκιόι (Ελευθέριο-Κορδελιό).


Την ίδια εντολή έστειλε ο διάδοχος και προς το απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινόπουλου, ενώ ειδοποιήθηκε και ο Καλλέργης, επικεφαλής της 2ης μεραρχίας που βρισκόταν στο Πουρνάρι (στο μέσο της απόστασης μεταξύ Αποστόλων και Θεσσαλονίκης), να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την παρεμπόδιση της προέλασης των Βούλγαρων προς τη Θεσσαλονίκη.


Στο μεταξύ, ο Chefik πασάς επέστρεψε στο τουρκικό στρατηγείο. Ο Ταχσίν, έχοντας λάβει αρνητικές απαντήσεις από όλους τους διοικητές του, στο ερώτημα που τους έθεσε αν μπορούν να αμυνθούν αξιοπρεπώς και βλέποντας την «ελληνική τανάλια» να σφίγγει την Θεσσαλονίκη, αποφάσισε να παραδώσει την πόλη και έστειλε στον Κωνσταντίνο την εξής επιστολή: «Προς την Υψηλότητα τον Πρίγκιπα Κωνσταντίνο, αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού. Έχω την τιμή να πληροφορήσω την Υμετέραν Υψηλότητα, ότι αποδέχομαι τη χθεσινή πρόταση της Υψηλότητάς σας. Χασάν Ταχσίν πασάς. Διοικητής της 8ης Στρατιάς του Οθωμανικού Στρατού».


Στις 16.00, έφιππος Τούρκος αξιωματικός παρέδωσε ανοιχτό φάκελο με την παραπάνω επιστολή στον λοχαγό Αλεξάνδρο Μαζαράκη. Στις 17.30 ο, Μαζαράκης με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Σπύρο Αλιμπέρτη παρέδωσαν την επιστολή στον Διάδοχο, ο οποίος έστειλε τον λοχαγό του πυροβολικού Αθανάσιο Εξαδάκτυλο με διαταγή να διακοπεί η προέλαση. Παράλληλα, Τούρκοι κήρυκες έφιπποι αλλά και με ποδήλατα κινούνταν κοντά στα ελληνικά στρατεύματα, μεταδίδοντας την πληροφορία ότι η Θεσσαλονίκη και ο τουρκικός στρατός είχαν παραδοθεί. Στο μεταξύ, ο βουλγαρικός στρατός συνέχιζε την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη, έχοντας λάβει εντολή από την Σόφια για άμεση είσοδο στην πόλη.


Με νέα του επιστολή, ο Διάδοχος ενημέρωνε τον Todorov ότι η Θεσσαλονίκη είχε παραδοθεί. Επίσης, ο Κωνσταντίνος έστειλε λεπτομερή έκθεση των γεγονότων στο βασιλιά Γεώργιο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ενώ ανέθεσε στους Δούσμανη και Μεταξά να μεταβούν στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσουν τον Ταχσίν πασά και να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης, όπως του είχε ζητήσει ο Οθωμανός στρατιωτικός.


Τους δύο αξιωματικούς συνόδευσαν εθελοντικά ο υπολοχαγός του Πεζικού Δ. Γεωργίου και ο ιππέας Μ. Μπαλτατζής. Η συνάντηση έγινε τελικά στο Διοικητήριο. Οι συνομιλίες με τον Ταχσίν πασά έγιναν στα ελληνικά, καθώς αυτός είχε σπουδάσει στη Ζωσιμαία σχολή των Ιωαννίνων! Το πρωτόκολλο παράδοσης συντάχθηκε στα Γαλλικά και υπογράφτηκε στη 1.30 μετά τα μεσάνυχτα. Αντίγραφα δεν κρατήθηκαν, ούτε στα ελληνικά, ούτε στα τουρκικά. Ωστόσο, στο πρωτόκολλο, ως ημέρα παράδοσης, αναφέρεται η 26η Οκτωβρίου και ώρα 23.30.


Αυτό έγινε και για συμβολικούς εθνικούς -θρησκευτικούς λόγους, για να τιμηθεί ο προστάτης και πολιούχος της πόλης Άγιος Δημήτριος, αλλά και για να τεκμηριωθεί επίσημα ότι ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την πόλη μία μέρα νωρίτερα, κάτι που αποδείχθηκε σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο στις βουλγαρικές αξιώσεις για την κυριαρχία της πόλης. Στον ελληνικό στρατό, παραδόθηκαν αιχμάλωτοι 1.000 Τούρκοι αξιωματικοί, 25.000 οπλίτες, ενώ περιήλθαν στην κατοχή του 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 7.000 ντουφέκια, 1.200 άλογα και άφθονο πολεμικό υλικό.


Ο ελληνικός στρατός στην Θεσσαλονίκη


Στις 8.15 π.μ. της 27ης Οκτωβρίου, οι Δούσμανης και Μεταξάς επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψουν συμπληρωματικό πρωτόκολλο με τον Ταχσίν πασά. Από το προηγούμενο βράδυ όμως, ορισμένοι εύζωνοι και Έλληνες αξιωματικοί, είχαν μπει σε ομάδες στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Παρασκευόπουλο, το πρώτο ελληνικό τμήμα που εισήλθε στην πόλη, ήταν το απόσπασμα χωροφυλάκων υπό τον αξιωματικό Μανώλη Μανωλικίδη, ενώ σύμφωνα με τον Χαρίλαο Χαρίση, πρώτος μπήκε ουλαμός της 4ης ίλης του 1ου ιππικού συντάγματος.


Όταν οι Δούσμανης και Μεταξάς, συνοδευόμενοι από τον λοχαγό Αθανάσιο Εξαδάκτυλο και τον δεκανέα Ίωνα Δραγούμη, βοηθό στα πολιτικά ζητήματα έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, βρήκαν Ελληνίδες και Έλληνες κάθε ηλικίας να ζητωκραυγάζουν στους δρόμους κρατώντας ελληνικές σημαίες. Στις 9.00 π.μ. ο Δούσμανης με τον Μεταξά πήγαν στο ρωσικό προξενείο, όπου ανακοίνωσαν στον Ρώσο πρόξενο Belaiev την παράδοση της πόλης.


Το ίδιο έγινε και με τον πρόξενο της Μ. Βρετανίας Henry Lamb. Ο Δραγούμης είχε πληροφορίες ότι οι πρόξενοι σκόπευαν να αποβιβάσουν αγήματα από τα αγκυροβολημένα στο λιμάνι πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων με σκοπό την κατάληψη και φρούρηση της πόλης, κυρίως μετά από έντονη επιμονή του Αυστριακού προξένου Kral. Το συμπληρωματικό πρωτόκολλο υπογράφτηκε και στάλθηκε στον Διάδοχο, ο οποίος όμως, εξοργίζοντας ακόμα και αξιωματικούς, όπως τον Δούσμανη, επέμενε να μην μεταβεί στη Θεσσαλονίκη.


Σταδιακά, ο ελληνικός στρατός, άρχισε να μπαίνει στην πόλη, γνωρίζοντας την αποθέωση από τον ελληνικό πληθυσμό της. Γράδει ο Κ. Ζωρογιαννίδης: «27η Οκτωβρίου. Περί την 6ην πρωινήν ώραν ολόκληρος η Μεραρχία εισήρχετο και κατελάμβανε την Θεσσαλονίκην υπό τον έξαλλον ενθουσιασμόν των κατοίκων και τους ραντισμούς δι’ ανθέων εκ των παραθύρων και την εξωστών των οικιών. Οι Εβραίοι στα μαύρα και κατηφείς».


Και ο Α. Βακαλόπουλος: «Από τον καταυλισμό του ως το Διοικητήριο και απ’ αυτό ως τους στρατώνες οι άνδρες βάδιζαν τρεις ολόκληρες ώρες μέσα σε αποθέωση. Έξαλλοι από τον ενθουσιασμό οι κάτοικοι ζητωκραύγαζαν, φώναζαν, τραγουδούσαν εθνικά τραγούδια. Από τους εξώστες, τα παράθυρα, τις στέγες, τις σκαλωσιές των κτιρίων ρίχνοντας ανθοδέσμες, κουφέτα, αφήνοντας περιστέρια, κορδέλες άσπρες και γαλάζιες».


Ο Κωνσταντίνος, καθώς πλέον οι Βούλγαροι βρίσκονταν έξω από τη Θεσσαλονίκη, αποφάσισε τελικά να μπει στην πόλη, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμα και η ελάχιστη καθυστέρηση, ίσως ήταν μοιραία. Στις 5.00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1912, έφτασε με τους επιτελείς του στον σιδηροδρομικό σταθμό Μοναστηρίου και διέταξε τον διοικητή της 7ης Μεραρχίας Κλεομένη, να εμποδίσει την είσοδο των Βούλγαρων στην πόλη.


Για να επισφραγίσει την ελληνική κυριαρχία, ο Διάδοχος διέταξε τον πρίγκιπα Ανδρέα να παρουσιαστεί στον Άγγλο ναύαρχο, αρχηγό της αγγλικής μοίρας που βρισκόταν στο λιμάνι και να του ζητήσει να χαιρετήσει την ελληνική σημαία, η έπαρση της οποίας θα γινόταν στις 7.00 στον Λευκό Πύργο. Ο Άγγλος δέχθηκε, ζήτησε όμως να ανταποδοθεί ο χαιρετισμός με βολές πυροβολικού.


Στις 8.00 ο Διάδοχος με τους επιτελείς του συναντήθηκε στο Διοικητήριο με τον Ταχσίν πασά, ο οποίος του παρέδωσε και επίσημα την πόλη και αποχώρησε. Στις 12.00 το μεσημέρι έγινε δοξολογία στον, τότε, μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά, στις 13.30 παρέλαση ενώπιον του Κωνσταντίνου από τους άνδρες της 1ης Μεραρχίας ενώ στις 14.30 ο Διάδοχος δέχτηκε στο Διοικητήριο τις αρχές της πόλης, τους θρησκευτικούς αρχηγούς, τους πρόξενους και τον κυβερνήτη του αγγλικού πολεμικού πλοίου που βρισκόταν στο λιμάνι. Την επόμενη μέρα, 29 Οκτωβρίου 1912, στις 10.30 π.μ. ο Βασιλιάς Γεώργιος με τη συνοδεία του μπήκαν στη Θεσσαλονίκη επισφραγίζοντας και τυπικά την απελευθέρωση της πόλης, 482 χρόνια μετά την άλωσή της από τους Τούρκους.



Τα βουλγαρικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη


Ενώ ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη ,έφτασε σ’ αυτή ο Βούλγαρος στρατηγός Todorov ζητώντας να εισέλθει στην πόλη ένα βουλγαρικό τάγμα καθώς λόγω της κακοκαιρίας ο στρατός του είχε δεινοπαθήσει. Ο Διάδοχος δέχθηκε το αίτημα φιλοξενίας ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση συγκυριαρχίας (condominimum). Τελικά στην Θεσσαλονίκη μπήκε ένα ολόκληρο βουλγαρικό σύνταγμα ,παρελαύνοντας μάλιστα ,στις 29 Οκτωβρίου 1912. Όλοι οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης δέχτηκαν με ψυχρότητα την εμφάνιση και παραμονή στην πόλη των Βουλγάρων που προοιωνίζονταν νέες συγκρούσεις για τη «νύμφη του Θερμαϊκού».


Πολύς λόγος έχει γίνει για την αργοπορία του Κωνσταντίνου να μπει στη Θεσσαλονίκη. Αυτό προκάλεσε την οργή του Βενιζέλου, τη σύγκρουση μεταξύ των δύο ανδρών και ήταν προανάκρουσμα του εθνικού διχασμού και των όσων ακολούθησαν. Ο Σαράντος Καργάκος γράφει: «Αν η Θεσσαλονίκη είχε καταληφθεί στις 23-24 Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος πιθανώς να πρόφθαινε τον σερβικό στρατό και να έμπαινε μαζί του στο Μοναστήρι με δικαίωμα της συγκατοχής. Αλλ’ όλοι post factum (εκ των υστέρων, μετά τα γεγονότα) είμαστε σοφοί. Ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να χύσει κι άλλο αίμα για τη Θεσσαλονίκη. Έβλεπε ότι το αίμα θα χρειαζόταν για την επίτευξη άλλων αντικειμενικών σκοπών».


Έτσι γράφτηκαν ένας θριαμβικός επίλογος με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και ένας θλιβερός πρόλογος, με την είσοδο των βουλγαρικών στρατευμάτων σ’ αυτή ,που τερματίστηκε με τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.






Πηγές:


Γιάννης Μέγας, «Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1912-1913», UNIVERSITY STUDIO PRESS, 2011.
ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, «Η ΕΛΛΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ», ΑΘΗΝΑ 2012.
Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ.-1983», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΤ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ, 1983.
*Εκ του ιστολογίου «protothema.gr» της 26.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, Ο «ΗΛΙΟΣ»ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (1870 – †13 Οκτωβρίου 1904)




O Παύλος Μελάς, γεννήθηκε στην Μασσαλία της Γαλλίας στις 19 Μαρτίου 1870. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του πλούσιου εμπόρου Μιχαήλ Μελά και της Κεφαλλονίτισσας Ελένης Βουτσινά. Η οικογένεια των Μελάδων είχε ρίζες, που έφθαναν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, όπου, επί Ρωμανίας, τα μέλη της ήταν ανώτεροι αξιωματούχοι[1]. Το αρχικό επώνυμο της οικογένειας λέγεται ότι ήταν «Στρατηγόπουλος»[2], το οποίο άλλαξε σε «Μέλας»[3] και κατόπιν σε «Μελανιάς»[4] για να καταλήξει σε «Μελάς»[5]. Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι Μελάδες έμεναν στο Κάστρο των Ιωαννίνων, αλλά, μετά την καταστολή της επανάστασης του Διονυσίου του Φιλοσόφου, διασκορπίστηκαν στην Ρωσία, στην δυτική Ευρώπη και σε άλλες περιοχές της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


της Ευαγγελίας Κ. Λάππα


Το 1874, η οικογένεια του Παύλου Μελά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μελάς, βοηθούσε τους τότε αλύτρωτους Έλληνες, κυρίως Κρητικούς και Μακεδόνες, να επαναστατήσουν εναντίον των Τούρκων, στέλνοντάς τους όπλα. Εκείνη την εποχή, διαδραματίστηκαν κρίσιμα γεγονότα για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Στις 3 Μαρτίου 1878, μετά την νίκη της Ρωσίας στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877 – 1878), υπεγράφη η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία μεταξύ άλλων, αναγνωριζόταν η Βουλγαρία ως ανεξάρτητο κράτος και της αποδίδονταν εδάφη από την Καστοριά, μέχρι και την Καβάλα, εις βάρος των ελληνικών δικαίων.


Στόχος της Ρωσίας με αυτήν την συνθήκη, ήταν η κάθοδος στην Μεσόγειο, έχοντας δορυφόρους τις σλαβικές χώρες. Αν και η συνθήκη ακυρώθηκε από το συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, οι Βούλγαροι[6], με την καθοδήγηση των Ρώσων, άρχισαν να στέλνουν στη Μακεδονία, ενόπλους που ονομάζονταν «κομιτατζήδες». Αυτοί κατατρομοκρατούσαν τον ελληνικό πληθυσμό και τον πίεζαν με τη βία, να εγκαταλείψει το Πατριαρχείο και να ενταχθεί στην Βουλγαρική Εκκλησία, την λεγόμενη Εξαρχία. Η τελευταία, με την βοήθεια της Ρωσίας, είχε αποσχιστεί από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο την είχε κηρύξει ως σχισματική το 1870.


Ο Παύλος Μελάς πέρασε τα πρώτα μαθητικά του έτη στο σχολείο Βούλγαρη και έπειτα στο Γυμνάσιο Πλάκας, που το τελείωσε σε ηλικία δεκαέξι ετών. Το 1885, ως τελειόφοιτος του Γυμνασίου, έζησε έντονα τα γεγονότα της βίαιης προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Μάλιστα, σχεδίαζε να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει ως αντάρτης στα ελληνοτουρκικά σύνορα, προκειμένου να πολεμήσει. Τελικά, λόγω ενός ατυχήματος, στο οποίο έσπασε στο πόδι του, παρέμεινε στην Αθήνα.


Το 1886, όντας αποφασισμένος να γίνει στρατιωτικός, ετοιμάσθηκε να δώσει εξετάσεις για την Σχολή Ευελπίδων, γιατί έλεγε από τότε: «Ο στρατιώτης από τους άλλους μια παραπάνω πιθανότητα έχει να θυσιασθή για την Πατρίδα». Τον Αύγουστο του 1886, γράφει στις προσωπικές σημειώσεις του: «Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι’ αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει… Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις…»[7]. Τον Σεπτέμβριο του 1886, εισήχθη στην Σχολή Ευελπίδων, ενώ ορκίστηκε ως πρωτοετής Ευέλπις τον επόμενο μήνα. Τον Αύγουστο του 1891, απεφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.


Στις 11 Οκτωβρίου 1892, νυμφεύθηκε την Ναταλία, κόρη του δικαστικού και πολιτικού Στεφάνου Δραγούμη, που καταγόταν από το Βογατσικό της Καστοριάς. Από τον γάμο του, απέκτησε δύο παιδιά, τον Μιχαήλ, που τον φώναζαν Μίκη και την Ζωή, που την φώναζαν Ζέζα. Στις 12 Νοεμβρίου 1894, ιδρύθηκε η οργάνωση «Εθνική Εταιρεία», η οποία, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του κα ταστατικού της, είχε ως σκοπό «την αναζωπύρωσιν του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνησιν επί των συμφερόντων των δούλων Eλλήνων και την παρασκευήν της απελευθερώσεως αυτών διά πάσης θυσίας»[8]. Ο Παύλος Μελάς υπήρξε ιδρυτικό μέλος αυτής της οργάνωσης. Εκεί συμμετείχαν, αρχικώς, στρατιωτικοί, αλλά από τον Σεπτέμβριο του 1895, μετά την τροποποίηση του καταστατικού της οργάνωσης, γίνονταν μέλη και γνωστές προσωπικότητες του Ελληνισμού.


Ανάμεσα στα μέλη της Εθνικής Εταιρείας συμπεριλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, οι λόγιοι Κωστής Παλαμάς, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Γεώργιος Σουρής, Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, οι στρατιωτικοί Παναγιώτης Δαγκλής και Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, αλλά και ο τότε Ανθυπολοχαγός Μηχανικού Ιωάννης Μεταξάς, με τον οποίο, μάλιστα, ο Παύλος Μελάς διατηρούσε αλληλογραφία[9].


Τον Μάιο του 1896, ξέσπασε επανάσταση στην Κρήτη, την οποία ενίσχυσαν εθελοντές από τον Ελληνικό Στρατό. Στα τέλη του Αυγούστου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρεχώρησε στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας. Στα τέλη Οκτωβρίου, όμως, λόγω της μη εφαρμογής του νέου οργανισμού, ξέσπασαν νέες ταραχές. Στις 25 Ιανουαρίου 1897, εκηρύχθη στην Χαλέπα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Τούρκοι ως αντίποινα προέβησαν σε έκτροπα. Η τότε Ελληνική Κυβέρνηση Δηλιγιάννη, έπειτα από πιέσεις της Εθνικής Εταιρείας, απέστειλε ένα σώμα εθελοντών υπό τον Τιμολέοντα Βάσσο στην Κρήτη, ώστε να συμβάλουν στην Επανάσταση. Τότε, ο Παύλος Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου 1897 διετάχθη να επιστρέψει με την μονάδα του στον στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας θα αναχωρούσε Στρατός για την Κρήτη. Παρ΄ όλη την πίκρα του, που η δική του μονάδα δεν θα μετείχε σε αυτή την επιχείρηση, εν τούτοις, συμμετέχοντας στη γενική χαρά γράφει στις σημειώσεις του: «…με κόπο συγκρατώ τα δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά με αυτήν καί δι΄ αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή»[10].


Το εγχείρημα, όμως, προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία απείλησε με πόλεμο. Προ αυτής της απειλής, στην Ελλάδα, εκηρύχθη γενική επιστράτευση. Ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης διόρισε Αρχιστράτηγο τον τότε διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, ο οποίος αναχώρησε για την Λάρισα και ανέλαβε την αρχηγία των δυνάμεων του θεσσαλικού κάμπου στις 15 Μαρτίου 1897. Ο Παύλος Μελάς εστάλη στο μέτωπο της Θεσσαλίας, ως Διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας, με έδρα την Λάρισα. Στα τέλη Μαρτίου 1897, καταρτίστηκαν σώματα της Εθνικής Εταιρείας, τα οποία είχαν ως σκοπό να περάσουν τα σύνορα για να προετοιμάσουν το έδαφος για την προσδοκώμενη προέλαση του Στρατού. Ο Παύλος Μελάς, έχοντας επιτύχει άδεια των ανωτέρων του, συνόδευσε ένα από αυτά τα σώματα από τον Βόλο ως την Καλαμπάκα. Άργησε, όμως, να το αποχωρισθεί στο δάσος Βερεντζή και να επιστρέψει στην Λάρισα, κάτι που του στοίχισε φυλάκιση. Η ποινή του, όμως, διεκόπη απότομα με την έναρξη των εχθροπραξιών στις 5 Απριλίου 1897[11]. Η εισβολή, στη Μακεδονία, ενός σώµατος 2.500 εθελοντών της Εθνικής Εταιρείας, υπήρξε η θρυαλλίδα για την έκρηξη του πολέμου.


Ο Παύλος Μελάς, όντας αισιόδοξος για την έκβαση του πολέμου, γράφει στους γονείς του: «…Αν ο Θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια…»[12]. Σημειώνουμε ότι εκείνες τις ημέρες επικρατούσε μια έντονη ατμόσφαιρα αισιοδοξίας και σιγουριάς για την νίκη στην Ελληνική κοινή γνώμη. Μετά από δέκα ημέρες, όμως, η οικτρή κατάσταση και η άτακτη φυγή του Ελληνικού Στρατού απογοήτευσε τον Παύλο Μελά και τον αηδίασε, ιδίως όταν κάποιοι έριχναν όλη την ευθύνη στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο.


Γράφει χαρακτηριστικά στην σύζυγό του, Ναταλία: «Επροσπάθησα να δώσω θάρρος εις τους συντρόφους μου, να τους πείσω να κάμωμεν κάτι απερίσκεπτον, αλλά γενναίον. Εις μάτην όμως, διότι και εγώ είχα την πεποίθησιν ότι το παν, το πάν εχάθη. Και το ακόμη τρομερώτερον είναι ότι αρχίζουν ταραχαί εις το εσωτερικόν και όλως αδίκως, σε βεβαιώ. Όλοι είναι κουρδισμένοι εναντίον του Διαδόχου,αλλά τι θέλεις να κάμη; Οι ηλίθιοι, που φωνάζουν εναντίον του, έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου , ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός… Κανείς δεν εσκέφθη να θυσιασθή μαχόμενος. αλλά τι λέγω; 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πως έρχονται Τούρκοι…»[13]


Δεν είχε άδικο σε αυτά τα λόγια του ο Παύλος Μελάς. Ο Ελληνικός Στρατός ήταν πραγματικά σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση, εκτός από το Ναυτικό που υπερείχε του τουρκικού. Οι περισσότεροι στρατιώτες δεν ήσαν ικανοί να χειρισθούν τα όπλα, κάποιοι αξιωματικοί εξασκούντο για πρώτη φορά σε πόλεμο, ενώ οι περισσότεροι ιππείς δεν είχαν άλογα. Ο Αρχιστράτηγος είχε μεταφέρει την όλη κατάσταση σε μήνυμά του στην Αθήνα, με τέσσερις λέξεις: «Στερούμεθα απελπιστικώς των πάντων!»[14]. Οι ευθύνες για την ήττα, όμως, δεν χρεώθηκαν μόνον στον διάδοχο Κωνσταντίνο, αλλά και στην Εθνική Εταιρεία, προκειμένου να μειωθεί το γόητρό της. Ο καταμερισμός των ευθυνών της, ανετέθη σε ανακριτική επιτροπή της Βουλής, η οποία, όμως, λόγω διάλυσης του Σώματος, δεν έφερε εις πέρας την αποστολή της. Η Εθνική Εταιρεία, αφού παρέδωσε στο Εθνικό Σκοπευτήριο, όλο το υπό κατοχή της πολεμικό υλικό και το ποσό των 300.000 δραχμών, διελύθη το 1899.


Λόγω της ήττας στον πόλεμο του 1897, η Ελλάδα υπέστη διεθνή οικονομικό έλεγχο, καθώς έπρεπε να πληρώσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμική αποζημίωση, που μετά από διαπραγματεύσεις ορίστηκε στις 4.000.000 τουρκικές λίρες. Το ποσό αυτό μπορούσε να βρεθεί μόνο με εξωτερικό δάνειο, που ήταν, όμως, αδύνατο να συναφθεί, αν προηγουμένως δεν ρυθμίζονταν τα παλιά χρέη και δεν παρέχονταν ασφαλείς εγγυήσεις. Τελικά, στις 21 Φεβρουαρίου 1898, η Βουλή ψήφισε νόμο και ο διεθνής οικονομικός έλεγχος άρχισε να λειτουργεί υπό Διεθνή Οικονομική Επιτροπή από τις 28 Απριλίου. Μετά την λήξη του πολέμου, ο Παύλος Μελάς επέστρεψε με κακή ψυχολογική κατάσταση στην Αθήνα. Έμεινε αξύριστος, εκδηλώνοντας το πένθος του για τον πατέρα του, που είχε αποβιώσει τον Ιούνιο του 1897, αλλά και για την εθνική ντροπή της ήττας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ήταν ευερέθιστος και γεμάτος θυμό, ενώ σκεπτόταν, ακόμα, και την παραίτηση από τον Στρατό. Έφθασε να «είναι υβριστικός» προς την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, και άλλαζε η διάθεσή του, µόνο όταν σκεφτόταν τους υπόδουλους Έλληνες της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Η κατάσταση στην Μακεδονία χειροτέρευσε και οι Βούλγαροι, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του ελεύθερου Ελληνικού κράτους, ξεσπούσαν με λύσσα πάνω στον Ελληνισμό. Βούλγαροι και Ρώσοι αξιωματικοί τέθηκαν επικεφαλής των κομιτατζήδων και επέδραμαν ανενόχλητοι στη Μακεδονία. Όσοι χωρικοί δέχονταν να εγκαταλείψουν το Πατριαρχείο, και να ενταχθούν στην Εξαρχία, γλίτωναν από την τρομοκρατία των Βουλγάρων.


Ο τότε Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει στα απομνημονεύματά του σε τι κατάσταση ήταν η Καστοριά και η περιφέρειά της όταν το 1901, ο ίδιος έγινε εκεί Μητροπολίτης: «Όταν έφθασα εκεί, βρήκα τον τόπο σε άθλια κατάστασι. Ο πόλεμος του ’97 ήταν ακόμα πρόσφατος. Οι Τούρκοι, από μίσος για την Ελλάδα, υπεστήριζαν τας εξαρχικάς αξιώσεις, οι Βούλγαροι επωφελούντο της ψυχολογικής καταστάσεως και ήταν κύριοι του τόπου. Οι βλέψεις του Βουλγαρικού Κομιτάτου έφθαναν ως τον Αλιάκμονα, και τα Καστανοχώρια, και γι αυτό το στρατόπεδο των συμμοριών στήθηκε στα Κορέστια της Καστοριάς, για ν΄ αποδείξουν μια μέρα στην ευρωπαϊκή διπλωματία, ότι στην Καστοριά έπρεπε να χαραχθούν τα σύνορα της ονειροπολουμένης Μεγάλης Βουλγαρίας.… Το Βουλγαρικό Κομιτάτο, εκτελώντας το ανθελληνικό του σχέδιο, άρχισε να ρίχνη τον ένα ύστερα από τον άλλο τους στύλους των ελληνικών κοινοτήτων, για να εμπνεύση τον πανικό και να υποτάξη τον πληθυσμό στη βουλγαρική Εξαρχία. Το ελληνικό αίμα άρχισε να βάφη τη γη της Μακεδονίας. Τα σλαβόφωνα χωριά, μπρος στο τραγικό δίλημμα «Εξαρχία ή θάνατος», αποσκιρτούσαν στην Εξαρχία, και, μάλιστα, καθώς με τον καιρό επληθύνοντο κι οι συμμορίες, με την εμφάνιση νέων οπλαρχηγών… ».[15]


Παρ΄ όλη αυτήν την κατάσταση, το Ελληνικό Κράτος, λόγω κυβερνητικής αστάθειας[16], οικονομικής[17] και στρατιωτικής αδυναμίας[18], αλλά και πολιτικής ανικανότητας[19], δεν προέβαινε σε δυναμικές επεμβάσεις[20]. Αρκείτο σε ακαδημαϊκές διαμαρτυρίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις Μεγάλες Δυνάμεις[21], καθώς και στην υποστήριξη συνεργασίας των Ελλήνων Προξένων με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως[22]. Αυτή η τακτική είχε αποφέρει κάποια αποτελέσματα[23], αλλά όχι και τόσο σημαντικά. Ήταν τέτοια η κατάσταση, που οι Βούλγαροι προμηθεύονταν όπλα, μέσα από την Αθήνα, και τα μετέφεραν στην Μακεδονία, προκειμένου να εξοπλίσουν τις συμμορίες των κομιτατζήδων. Ο Καραβαγγέλης έστελνε επίσημες εκθέσεις στην Ελληνική Κυβέρνηση[24], ζητώντας ενισχύσεις, αλλά επειδή δεν λάμβανε απαντήσεις, ξεκίνησε να αλληλογραφεί με αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, όπως τον Παύλο Μελά, τον Γεώργιο Τσόντο, τον Παναγιώτη Δαγκλή και άλλους. Στην αλληλογραφία του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου, για λόγους ασφαλείας.


Το 1902, ο γυναικάδελφος του Παύλου Μελά, Ίων Δραγούμης, κατόπιν δικής του επιθυμίας, τοποθετήθηκε ως υποπρόξενος στο Ελληνικό προξενείο της πόλης του Μοναστηρίου. Εκεί οργάνωσε την άμυνα των Ελλήνων, εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας και στήριζε τον Ελληνισμό σε όλη την Δυτική Μακεδονία, συνεργαζόμενος στενά με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Όντας ανήσυχος, όμως, για την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η Μακεδονία, έγραφε συνεχώς στην Ελληνική Κυβέρνηση να στείλει ενισχύσεις, ώστε να γίνουν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Συγχρόνως, αλληλογραφούσε με τον Παύλο Μελά, με τον οποίο συνεργαζόταν στενά. Παράλληλα, μέχρι το 1903, ο Μελάς μάθαινε Βουλγαρικά, αγόραζε χάρτες, συναναστρεφόταν Μακεδόνες που βρίσκονταν στην Αθήνα, ενημέρωνε τους άλλους αξιωματικούς για όσα συνέβαιναν, ενώ έκανε εράνους για αγορά οπλισμού για τους Έλληνες της Μακεδονίας.


Στις 20 Ιουλίου 1903, ξέσπασε βουλγαρικό κίνημα στην Δυτική Μακεδονία, το λεγόμενο Ίλιντεν, κατά την διάρκεια του οποίου διεπράχθησαν ωμότητες και φρικαλεότητες των Βουλγάρων, εναντίον των Ελλήνων. Πολλά Ελληνικά χωριά καταστράφηκαν, όπως το Κρούσοβο. Ο Τουρκικός Στρατός, αν και κατέστειλε το κίνημα, προέβη σε ωμότητες κυρίως εναντίον των Ελλήνων, παρά εναντίον των Βουλγάρων. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να αφυπνισθεί το Ελληνικό Κράτος και να αναλάβει ενεργή δράση[25]. Ωστόσο, λόγω του φόβου επαναλήψεως του 1897, η τότε Ελληνική Κυβέρνηση Θεοτόκη δίσταζε να αποφασίσει τον ένοπλο αγώνα[26].


Στις αρχές του 1904, χάρη στην διαμεσολάβηση και την επιμονή του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου[27], η Ελληνική Κυβέρνηση εδέχθη να αποσταλούν στην Μακεδονία τέσσερις αξιωματικοί, ο λοχαγός Πεζικού Αλέξανδρος Κοντούλης, ο υπολοχαγός Αναστάσιος Παπούλας, ο ανθυπολοχαγός Γεώργιος Κολοκοτρώνης και ο ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Παύλος Μελάς. Τα διαβατήριά τους εκδόθηκαν με ψευδώνυμα, προκειμένου να μην γίνουν αντιληπτοί από τις τουρκικές αρχές. Το ψευδώνυμο που διάλεξε ο Παύλος ήταν Μίκης Ζέζας. Σκοπός τους ήταν να μελετήσουν την κατάσταση στην Μακεδονία και να εισηγηθούν μέτρα για ένοπλο αγώνα. Σημειώνουμε ότι αυτής της αποφάσεως, είχε προηγηθεί συνάντηση του Έλληνος οπλαρχηγού Καπετάν Κώττα με τον διάδοχο Κωνσταντίνο[28]. Φθάνοντας στην Μακεδονία, οι αξιωματικοί περιόδευσαν σε διάφορα Ελληνικά χωριά, των οποίων οι Έλληνες κάτοικοι τους δέχονταν με χαρά. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι υποψιάστηκαν την παρουσία του Παύλου Μελά στην Μακεδονία, η Ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει στην Αθήνα. Εκείνος, όμως, αν και αρχικά αρνήθηκε να υπακούσει, τελικά, πείστηκε από τον Αλέξανδρο Κοντούλη και επέστρεψε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 1904. Μετά από λίγες μέρες, ανεκλήθησαν και οι υπόλοιποι αξιωματικοί. Ο Μελάς και ο Κοντούλης εισηγήθηκαν στην Ελληνική Κυβέρνηση την άμεση ενίσχυση του Καραβαγγέλη και όλων όσων εργάζονταν στην υπόδουλη Μακεδονία.


Στις 22 Μαΐου 1904, ιδρύθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο, με πρόεδρο τον διευθυντή της εφημερίδος «Εμπρός» Δημήτριο Καλαποθάκη. Ενετάχθησαν εκεί, ως μέλη, πολλοί επιφανείς Έλληνες, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ιωάννης Ράλλης[29], ο Γεώργιος Μπαλτατζής[30], ο Στέφανος Δραγούμης, ο Πέτρος Σαρόγλου, ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη, ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης – Αινιάν, ο τότε Ανθυπολοχαγός Ιππικού Αλέξανδρος Παπάγος (από το 1906)[31] και άλλοι. Μέλος του Μακεδονικού Κομιτάτου υπήρξε και ο Παύλος Μελάς. Σκοπός του Μακεδονικού Κομιτάτου ήταν «….η άμυνα του Ελληνισμού εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Αλβανία κατά πάσης αποπείρας προς μείωσίν του και η επαναφορά των χωρίων ή ατόμων εις τας τάξεις αυτού, όσα ακουσίως ηναγκάσθηκαν να αποσχιθώσιν ημών και ακουσίως μένουσιν εις το σχίσμα….». Χάρη στην δράση του Μακεδονικού Κομιτάτου, εστάλησαν οπλισμός, αλλά και Ελληνικά ανταρτικά σώματα στην Μακεδονία, κυρίως Κρητών και Μακεδόνων. Όλα αυτά ήταν εν γνώσει της Ελληνικής Κυβερνήσεως, την οποία ενημέρωνε ο Καλαποθάκης.


Στα τέλη Ιουνίου του 1904, Κοζανίτες επισκέφτηκαν τον Μελά και του ζήτησαν να μεσολαβήσει, ώστε να σταλούν Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να οργανώσουν συστηματικά την άμυνά τους. Στις 9 Ιουλίου 1904, ο Μελάς, προκειμένου να βοηθήσει τους Κοζανίτες, αφού έλαβε άδεια είκοσι ημερών από τον Στρατό, ταξίδευσε πάλι στην Μακεδονία, με το ψευδώνυμο «Πέτρος Δέδες». Στις αλλεπάλληλες και με μεγάλη μυστικότητα συναντήσεις, που είχε με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη και στη Σιάτιστα, πρότεινε να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της Αμύνης, να διενεργήσουν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να τονώσουν το φρόνημα των ατόλμων, και η Εκκλησία να συμπαρασταθεί με κάθε τρόπο. Φθάνοντας στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά και συνεννοήθηκε μαζί του για την κλιμάκωση του ανταρτοπολέμου εναντίον των κομιτατζήδων.


Στις 3 Αυγούστου 1904, ο Μελάς γύρισε στην Αθήνα, όπου βρήκε καθαρότερες διαθέσεις και, αφού εξέθεσε στον τότε Έλληνα Πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη την κατάσταση, ζήτησε άδεια να συγκροτήσει ανταρτικό σώμα, προκειμένου να πολεμήσει στην Μακεδονία. Τελικά, με εντολή του Μακεδονικού Κομιτάτου, αναχώρησε για την Μακεδονία, για τρίτη φορά, ως αρχηγός σωμάτων Καστοριάς – Μοναστηρίου, με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Λίγο πριν από την αναχώρησή του, εξομολογείτο στην σύζυγό του: «…Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος, ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον, είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν»[32]. Ευρισκόμενος στην Λάρισα, έστειλε νέο γράμμα προς την σύζυγό του, στο οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων: «…Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν, όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου…».[33]


Το ανταρτικό σώμα, που διοικούσε, αποτελείτο από 30 άνδρες και το καθοδηγούσαν τρεις οδηγοί που γνώριζαν τα μέρη. Ένας εξ αυτών, όμως, ονόματι Αθανάσιος Βάγιας, εγκατέλειψε κρυφά το ανταρτικό σώμα του Μελά και, φθάνοντας στα Γρεβενά, ειδοποίησε τους Τούρκους. Ο Μελάς, εξοργισμένος, έγραψε στις σημειώσεις του: «Αν ποτέ τον απαντήσω, θα μου πληρώσει την άτιμον αυτήν προδοσίαν»[34]. Το γεγονός αυτό δυσκόλεψε τις κινήσεις του σώματός του, το οποίο, μετά από πορεία έντεκα ημερών, έφτασε στο Άργος Ορεστικό τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου. Την επόμενη ημέρα, εισήλθε στο Κωσταράζι της Καστοριάς, όπου ξεκουράστηκε εκεί για δύο ημέρες. Από εκεί, αφού δέχθηκαν τη βοήθεια του Γερμανού Καραβαγγέλη και διανυκτέρευσαν φιλοξενούμενοι στην Μονή Τσιριλόβου, κατευθύνθηκαν στο Βογατσικό και ενημερώθηκαν για τις ωμότητες των κομιτατζήδων. Ο Μελάς, αν και δεν ενέκρινε σκληρά αντίποινα, έδρασε αποφασιστικά.


Κατόπιν, περιόδευσε σε διάφορα χωριά, ενθαρρύνοντας τους Έλληνες να μένουν πιστοί στην Ορθοδοξία και επαναφέροντας στους κόλπους του Πατριαρχείου, όσους είχαν προσχωρήσει από φόβο στην Βουλγαρική Εξαρχία. Κάποιοι Έλληνες κατετάγησαν στο ανταρτικό σώμα του. Με ορμητήριο τα χωριά Λιγκοβάνη[35] και Λέχοβο[36], απέκρουε επιθέσεις Βουλγάρων κομιτατζήδων, αλλά όταν έπιανε αιχμάλωτους, όχι μόνο δεν τους φόνευε, αλλά και τους άφηνε ελεύθερους, με την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφαν στην Ορθοδοξία και δεν θα πείραζαν ξανά τους Έλληνες. Περιόδευσε σε πολλά χωριά, όπως το Κουμανίτσοβο[37], το Στρέμπενο[38] και άλλα, συναντώντας πολλούς Έλληνες, που αγωνίζονταν εναντίον των Βουλγάρων. Έκλεινε τα βουλγαρικά σχολεία και τις εξαρχικές εκκλησίες που με τη βία είχαν ανοίξει και συγκροτούσε τοπικές ένοπλες ομάδες. Έτσι, οργάνωσε την περιοχή ανατολικά του όρους Βιτσίου. Ακολούθως, στόχευε να οργανώσει την ελληνική αντίσταση στο Μοναστήρι και τις γύρω περιοχές. Παρ΄ όλη την απροθυμία κάποιων χωριανών να τον συνδράμουν, τις κακές καιρικές συνθήκες, τις ασθένειες, τους θανάτους, αλλά και τις λιποταξίες που συνέβαιναν στο ανταρτικό σώμα του, ο Παύλος Μελάς δεν πτοείτο και συνέχιζε το έργο του. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1904, μετά από μια αποτυχημένη επιδρομή εναντίον των Βουλγάρων στο χωριό Νερέτι[39] της Φλώρινας, ακολούθησε συμπλοκή του σώματος του Παύλου Μελά με τον τουρκικό Στρατό.


Στις 13 Οκτωβρίου 1904, λόγω καιρού, αποφάσισαν να περάσουν την νύχτα στο χωριό Στάτιστα[40], στην οικία του Μακεδονομάχου ιερέα Καντζάκη. Οι Τούρκοι, όμως, κατόπιν προδοσίας από τον Βούλγαρο κομιτατζή Μήτρο Βλάχο, έφθασαν στα Στάτιστα και περικύκλωσαν την οικία του παπα – Καντζάκη. Άρχισαν να κτυπούν με τους υποκόπανους την πόρτα και να ζητούν να ανοίξουν οι ένοικοι, ειδάλλως θα πυρπολούσαν το κτήριο. Ο Μελάς έδωσε εντολή στους αντάρτες του να πυροβολήσουν εναντίον των Τούρκων, ενώ ο ίδιος με έναν από αυτούς κατέβηκε από τον δεύτερο όροφο της οικίας που κρυβόταν. Όταν νύχτωσε, ο Παύλος Μελάς, μαζί με πέντε αντάρτες του βγήκε στον περίβολο της οικίας. Τότε, ακούστηκε ένας πυροβολισμός, που πλήγωσε τον Μελά στην μέση. Δεν γνωρίζουμε, εάν ο πυροβολισμός προήλθε από Τούρκο ή κατά λάθος από τον συναγωνιστή του, Λάκη Πύρζα, ο οποίος ήταν μαζί του. Εν πάσει περιπτώσει, ο Μελάς μεταφέρθηκε στον στάβλο της οικίας, όπου και ξεψύχησε. Οι περισσότεροι αντάρτες του κατόρθωσαν να διαφύγουν και μετά από περιπέτειες έφτασαν στο Ζέλοβο[41], όπου ενετάχθησαν στο Ελληνικό ανταρτικό σώμα του Κρητικού οπλαρχηγού Ευθυμίου Καούδη[42]. Αρκετοί, όμως, για διάφορους λόγους επέστρεψαν στο Ελληνικό Κράτος[43]. Το βράδυ της συμπλοκής στα Στάτιστα, επτά από αντάρτες του Παύλου Μελά συνελήφθησαν από τους Τούρκους, ενώ δύο από αυτούς διέφυγαν μεν, αλλά μάλλον χάθηκαν και ψήθηκαν ζωντανοί στον κλίβανο από τους κομιτατζήδες.


Την ίδια νύχτα, ο Παύλος Μελάς θάφθηκε στα Στάτιστα, από τους κατοίκους του χωριού. Σύντομα, όμως, έφτασε στο Ζέλοβο ο διερμηνέας του Γενικού Προξενείου Μοναστηρίου, Βασίλειος Αγοραστός, για να μεριμνήσει για την ταφή του αρχηγού. Αφού ενημερώθηκε πως οι ντόπιοι είχαν φροντίσει γι’ αυτήν, έστειλε απεσταλμένο να παραλάβει κρυφά το άψυχο σώμα και να το μεταφέρει στο Ζέλοβο. Ο προεστός των Στατίστων Ντίνας Στεργίου επιχείρησε την εκταφή του Μελά, αλλά τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε στο χωριό τουρκικό απόσπασμα. Ο Στεργίου, ευρισκόμενος σε κίνδυνο να συλληφθεί από τους Τούρκους, έκοψε το κεφάλι του Παύλου Μελά, το οποίο έβαλε σε ένα σακίδιο, έθαψε πάλι το σώμα και κατόρθωσε να διαφύγει στο Ζέλοβο και από εκεί στο Πισοδέρι.


Στις 18 Οκτωβρίου 1904, θάφθηκε το κεφάλι του Παύλου Μελά στο χώρο μπροστά από την Ωραία Πύλη του παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής Πισοδερίου, παρουσία του Βασιλείου Αγοραστού. Ο τελευταίος στην αναφορά του, με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 1904, γράφει: «Παρεσκευάσαμεν, ακολούθω,ς τα διά την κηδείαν χρειώδη, κατεσκευάσαμεν κιβώτιον, επρομηθεύθημεν σάβανον, εξ εκείνων του Παναγίου Τάφου, ειδοποιήθη ο ιερεύς Παπά Σταύρος, και, όταν ήδη ήσαν τα πάντα έτοιμα, εξεκινήσαμεν εν τω σκότει φέροντες μεθ’ ημών πάντα τα χρειώδη, εγώ δέ τον σάκκον, τον οποίον εναπέθεσα προ της εικόνος της Μητρός του Χριστού, μέχρις ού εξορυχθή ο ταφίσκος. Εκεί, εν τω ρηθέντι παρεκκλησίω, προς της ωραίας Πύλης, αφ’ ού εξωρύχθη ο ταφίσκος, εκομίσθη το κιβώτιον, εν ώ επιστρώσας το σάβανον έθηκα ιδίαις μου χερσί την τιμίαν κεφαλήν, κοσμήσας διά των ανθέων του δάσους της Αγίας Τριάδος. Κατόπιν, ανάψαντες λαμπάδα ηρξάμεθα να ψάλλωμεν, εν ολολυγμοίς, την νεκρώσιμον ακολουθίαν»[44].


Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι ζητούσαν πιεστικά να πληροφορηθούν που βρισκόταν θαμμένος ο Μελάς, υποβάλλοντας μάλιστα, σε βασανιστήρια πολλούς κατοίκους των Στατίστων και απειλώντας τους, με εμπρησμό του χωριού τους. Ωστόσο, κανείς δεν προέβη σε αποκαλύψεις. Τελικά, οι Τούρκοι, λόγω πληροφοριών από τις Ελληνικές εφημερίδες, ανακάλυψαν το σώμα του Παύλου Μελά, το οποίο ξέθαψαν και μετέφεραν στην Καστοριά. Αξίζει να επισημανθεί πως δεν γνώριζαν την πραγματική ταυτότητα του Μελά, παρά μόνο ότι το σώμα ανήκε σε κάποιον Μίκη Ζέζα, αρχηγό των Ελλήνων ενόπλων της Μακεδονίας. Το πληροφορήθηκαν μόνον από επιστολές, που βρήκαν πάνω του. Στην Καστοριά, ο Καραβαγγέλης, κατόπιν πιέσεων προς τους Τούρκους[45] επέτυχε να του παραδοθεί το ακέφαλο σώμα του Μελά[46], το οποίο και έθαψε στο νεκροταφείο, αντίκρυ από την Μητρόπολη. Γράφει στα απομνημονεύματά του χαρακτηριστικά: «Το μετέφερα αμέσως στο μητροπολιτικό μέγαρο και κείνη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου. Το θρηνήσαμε όλη τη νύχτα και την άλλη μέρα πολύ πρωί, όπως είχα υποσχεθή στον καϊμακάμη, το έθαψα με λίγους ανθρώπους της εμπιστοσύνης μου, για να αποφύγω άλλους θορύβους και συγχύσεις του λαού. Τον έθαψα στο νεκροταφείο αντίκρυ από τη Μητρόπολι»[47].


Το 1907, κατόπιν αιτήματος της Ναταλίας Μελά, το σώμα και το κεφάλι του Παύλου Μελά ενταφιάστηκαν στο αριστερό κλίτος του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών, κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό της Καστοριάς. Στο Ελληνικό Κράτος, μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του Μελά, αναταράχθηκε όλος ο κόσμος, ακόμη κι αυτοί, που δεν συμμερίζονταν τις αγωνίες του. Το γεγονός αυτό αναζωπύρωσε περισσότερο την ευαισθησία όλων των Ελλήνων για τη Μακεδονία και συνετάραξε μαζικά τον Ελληνισμό. Συγκεκριμένα, «…η θλιβερά είδησις του θανάτου του Παύλου Μελά ταχέως έφτασεν εις Αθήνας. Οι κώδωνες των εκκλησιών εσήμανον πενθίμως και ενώ εις την πρωτεύουσαν και την λοιπήν Ελλάδαν πολύ ολίγοι εγνώριζον την έξοδον του εις την Μακεδονίαν, εν τούτοις ο θάνατος του εθρηνήθη ως εθνικού ηρώος. Κύματα αγανακτήσεως συνετάραξαν το Πανελλήνιον και απ΄ άκρου εις άκρον της χώρας εζητείτο εκδίκησις. Μέχρι τότε το Μακεδονικόν ζήτημα αφεώρα ένα μικρόν τμήμα του όλου Ελληνισμού. Από της στιγμής όμως εκείνης καθίστατο πλέον αγών επιβιώσεως όλου του Έθνους. Από της απόψεως αυτής ο Θάνατος του Μελά απετέλεσε πραγματικόν εγερτήριον σάλπισμα. Οι συνάδελφοι του αξιωματικοί εζήτουν να μεταβούν εις την Μακεδονίαν δια να εκδικηθούν τον θάνατον του και όλοι οι Έλληνες αντελήφθησαν ότι ζωτικά συμφέροντα του Ελληνισμού διακυβεύοντο εις τον χώρο της. Εάν αυτά τα συμφέροντα δεν κατωχυρούντο, τότε η Ελλάς θα έζη πάντοτε υπό την ασφυκτικήν πίεσιν ενός ισχυρού βορείου γείτονος….»[48].


Ο Ίων Δραγούμης έγραφε αργότερα για τον αντίκτυπο του θανάτου του Παύλου Μελά: «Ο Παύλος Μελάς σκοτώθηκε στη Στάτιστα της Μακεδονίας ένα βράδυ το φθινόπωρο του 1904. Και οι Έλληνες ξύπνησαν. Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είναι τυφλοί οι άνθρωποι. και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είναι και μικροί. Σπίθες κοντές είναι οι στιγμές που ξυπνούν και νοιώθουν τη μετριότητα που βαρύνει επάνω τους. Σπίθα είναι, όταν λέγουν. – Ω, τι ανυπόφορη που είναι η μετριότητά μου! Τέτοια σπίθα τους άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχασθούν πόσο μεγαλύτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είναι ο Παύλος Μελάς, για να καταφέρει να τους ανάψει. Και με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν. Έτριψαν τα μάτια τους, κάπως ξιππασμένοι, και είπαν μέσα τους, γιατί ντρέπουνταν να το διαλαλήσουν. – Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς, και σκοτώθηκε γι αυτή! Και άλλοι εσυμπέραναν. – Ώστε βρίσκονταν ακόμα μετά το 1897 αξιωματικοί στο Στρατό, και ζωή στο Έθνος! Λοιπόν, ζήτω το Έθνος!»[49]


Επίσης, στρεφόμενος προς τα Ελληνόπουλα, ο Δραγούμης έγραφε: «Σε σας στρέφομαι, παιδιά του Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω, αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια, ας είναι και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμού μη λησμονείτε ποτέ το θάνατο του Παλικαριού, αλλά προπάντων μη λησμονείτε τη ζωή του, τον ενθουσιασμό του, δηλαδή και τη δύναμη και την τόλμη, μη λησμονείτε και την ιδέα που για κείνη δούλεψε και υπέφερε, ούτε την πανώρια χώρα, όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες. Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει.»[50] Αντί επιλόγου, παρατίθεται μια επιστολή του Παύλου Μελά προς σε έναν νεαρό Εύελπι, στον οποίο και αναφέρει:


«Η ζωή είναι πόλεμος. Η γη σου είναι φρούριο και χρέος σου η νίκη. Μη μιλάς, να σκέπτεσαι, ν’ αγαπάς, να μην πονάς. Ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος. Πολέμα για τα ιδανικά σου, για τα Ελληνικά ιδανικά του ανθρωπισμού. Πολέμα για την Μεγάλη Ιδέα. Άνδρες που περπατούν στη ζωή ευθυτενείς και με γαλήνη, μαθημένοι να πονούν χωρίς να υποφέρουν, να νικούν χωρίς να θριαμβολογούν, να νικώνται χωρίς να μοιρολογούν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί άνδρες, θεμέλια γενεών. Αυτοί οι Ευέλπιδες, οι αυριανοί ηγήτορες του Έθνους. Νεαρέ Εύελπι μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια, πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια του σε γεμίζουν παλικάρι. Περισσότερο να προσβάλλεσαι όταν σε κυριεύει ο πόνος. Μη θυμώνεις, χειρότερα είναι να χτυπήσεις, έστω και εάν μόλις κρατιέσαι με έναν κόμπο στο λαιμό. Να φύγεις είναι δειλία. Μόνος σου αποφάσισες να γίνεις Αξιωματικός. Απελπισία, ύστερα γελάς και από την μια μεριά στην άλλη γίνεσαι άνδρας, δηλαδή μαθαίνεις να κρατάς μέσα σου τον πόνο και την απορία, έτσι χωρίς να φαίνεται, αλλά να επιμένεις πάντα στον σκοπό σου, στα όνειρά σου. Αν προχωρήσω, ακολουθείστε με.. Αν υποχωρήσω, σκοτώστε με… Αν σκοτωθώ, εκδικηθείτε με. Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας) Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού, Τάξις 1891.»






Πηγές:


Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957.
Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979.
Δραγούμη Ίωνος, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Εκδόσεις Μαλλιαρής – Παιδεία
Η επιστολή του Παύλου Μελά προς τον νεαρό Εύελπι… Παύλος Μελάς (ή Μίκης Ζέζας) | https://patridamouelladamou.wordpress.com/2012/10/22/η-επιστολή-του-παύλου-μελά-προς-τον-νεα/
Ιωάννης Π. Μεταξάς – Στρατιωτικός | https://www.ioannismetaxas.gr/Stratiotikos.html
Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958.
Κοεμτζοπούλου Νικόλαου, Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήνα 1968.
Κοντογιαννίδη Τάσου, Η ταπεινωτική ήττα του πολέμου του 1897 – Επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα | http://www.pontos-news.gr/article/163933/i-tapeinotiki-itta-toy-polemo…
Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
Μαστέλλου – Γιαννάκενα Ελίνας, Ο Παύλος Μελάς και ο Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 1908), Ο σκοπός του και οι ήρωες του, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Αθήνα 2018.
Παπαγιαννόπουλου Τάκη, δημοσιογράφου – εφέδρου αξιωματικού, Στρατάρχης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ, ο εκλεκτός της ιστορίας, Αθήναι 1987.
Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014.
[1] Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 17.
[2] ο. π.
[3] ο. π.
[4] ο. π.
[5] ο. π.
[6] Οι Βούλγαροι, ήταν λαός μογγολικής καταγωγής, που εγκαταστάθηκε αρχικώς στον Βόλγα ποταμό, που διασχίζει την Ρωσία. Στα τέλη του 7ου αιώνα, μετακινήθηκαν στην Χερσόνησο του Αίμου, όπου και εκσλαβίσθηκαν. Η ακριβής προέλευση του ονόματός τους, είναι αμφίβολη. Κατά μία εκδοχή, συνδέεται με τον Βόλγα ποταμό, ενώ σύμφωνα με τον Κεραμόπουλο, το όνομά τους βγαίνει από την λέξη «βουργάροι» που σημαίνει οροφύλακες. (Πηγή: Βλ. Νεότερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικού του «Ηλίου», τόμος 4, σελ. 752.) Ως αντίδραση στην προσπάθεια εκχριστιανισμού τους από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, πολλοί από αυτούς είχαν ασπασθεί τον Βογομιλισμό, αίρεση με μανιχαϊστικές και δυϊστικές απόψεις. (Πηγή: Βούρτση Ροζάννας, Καθαροί, οι «αιρετικοί» της Γνώσης και της Αγνότητας στο Μυστικές Εταιρείες, Εκδόσεις Αρχέτυπο, 7η έκδοση, σελ. 26. Βλ. Γεωργαλά Γεωργίου, Εις Βυζάντιον οδηγός, Σειρά: Βυζάντιον Ε΄, Εκδόσεις Ερωδιός, σελ. 104, 110 – 111.) Επίσης, έχοντας δημιουργήσει ένα δικό τους υποτελές έθνος-κράτος, εξεγείρονταν εναντίον της Ρωμανίας, πράγμα που δείχνει εξίσου την αντίδρασή τους στον εξελληνισμό τους. (Πηγή: Ο πραγματικός Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος | https://cognoscoteam.gr/ο-πραγματικός-βασίλειος-β΄-ο-βουλγαρο/) Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι Βούλγαροι, ποτέ δεν υπήρξαν λαός ενταγμένος στην Ρωμανία, δεν υπήρξαν ποτέ Ρωμιοί, όπως διατείνονται λανθασμένα κάποιοι σύγχρονοι νεοτερίζοντες ιστορικοί.
[7] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 28 – 29.
[8] Βλ. Παύλος Μελάς, ένας άνθρωπος της εποχής του, από το Αρχείο της Ναταλίας Ιωαννίδη, Επιμέλεια: Περσεφόνη Γ. Καραμπάτη – Βασίλειος Νικόλτσιος, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 102. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Καταστατικό της Εθνικής Εταιρείας, ο κάθε Έλληνας που κατατασσόταν στην Εθνική Εταιρεία, έπρεπε να ήταν «ανεγνωρισμένων φρονημάτων και αισθημάτων» (άρθρο 4) και υποχρεούτο «να ορκισθή επί του Ιερού Ευαγγελίου και επί λόγω τιμής ότι θέλει τηρήση απόλυτον εχεμύθειαν όρκου του και υποχρεούται να τηρή αυτόν εφ΄ όρου ζωής…» (άρθρο 5) Βλ. ο. π.
[9] https://www.ioannismetaxas.gr/Stratiotikos.html Μάλιστα, σώζεται μια επιστολή του Ιωάννη Μεταξά προς τον Παύλο Μελά, με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1896 και βρίσκεται σήμερα στο αρχείο της εγγονής του τελευταίου, Ναταλίας Ιωαννίδη.
[10] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[11] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 94.
[12] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 96.
[13] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998, σελ. 97 – 98.
[14] Κοντογιαννίδη Τάσου, Η ταπεινωτική ήττα του πολέμου του 1897 – Επιβολή διεθνούς οικονομικού ελέγχου στην Ελλάδα | https://www.pontosnews.gr/387690/ellada/i-tapeinotiki-itta-tou-polemou-tou-1897-ka/
[15] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 7 – 8.
[16] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 124.
[17] ο. π.
[18] ο. π.
[19] ο. π.
[20] ο. π.
[21] ο. π.
[22] ο. π., σελ. 126.
[23] ο. π.
[24] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 9.
[25] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 130.
[26] ο. π., σελ. 131.
[27] Κοεμτζοπούλου Νικόλαου, Καπετάν Κώττας, ο πρώτος Μακεδονομάχος, Αθήνα 1968.
[28] ο. π.
[29] Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957, σελ. 32.
[30] Βλ. και Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998. Βλ. και Αργυρόπουλου Περικλέους Αλεξάνδρου, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1957, σελ. 33.
[31] Παπαγιαννόπουλου Τάκη, δημοσιογράφου – εφέδρου αξιωματικού, Στρατάρχης ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ, ο εκλεκτός της ιστορίας, Αθήναι 1987, σελ. 21 – 22.
[32] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[33] Μελά Ναταλίας, Παύλος Μελάς, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1998.
[34] Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
[35] Λιγκοβάνη: σημερινή Ξυλούπολη της Θεσσαλονίκης
[36] Λέχοβο: σημερινό Ηρωικό της Φλώρινας
[37] Κουμανίτσοβο: σημερινή Λιθιά Καστοριάς
[38] Στρέμπενο: σημερινά Ασπρώγεια της Φλώρινας
[39] Νερέτι: σημερινός Πολυπόταμος της Φλώρινας
[40] Στάτιστα: σημερινό Μελάς Καστοριάς
[41] Ζέλοβο: σημερινό Ανταρτικό της Φλώρινας.
[42] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 155.
[43] ο. π.
[44] Βλ. Αθανασόπουλου Ιωάννου – Παύλος Μελάς. Η δράση του στη Μακεδονία και το αμφιλεγόμενο τέλος του | https://www.istorikaxronika.gr/2023/05/blog-post.html
[45] Καραβαγγέλη Γερμανού, Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος – Πηνελόπη Δέλτα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1958, σελ. 34 – 35.
[46] ο. π., σελ. 35.
[47] ο. π.
[48] Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1979, σελ. 154 – 155.
[49] Δραγούμη Ίωνος, Μαρτύρων και Ηρώων αίμα, Εκδόσεις Μαλλιαρής – Παιδεία, σελ. 3.
[50] ο. π., σελ. 4 – 5. *Εκ του ιστολογίου «evaggelialappa.gr» της 17.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


▲ ▼
Print Friendly and PDF