ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων

Ερώτηση πρός τον ιερό συγγραφέα



Καλά έκανες, Πάτερ, που μου παράθεσες και τους λόγους των Αγίων για το ζήτημά μας. Ακούγοντάς σε να λύνεις τις απορίες μου θαύμαζα πώς γινόταν η αλήθεια ολοφάνερη· μου ερχόταν όμως στο νου, αφού κάθε λόγος αντικρούεται με λόγο, όπως είπες και συ ο ίδιος, μήπως υπάρχει κάποια αντιλογία και για όσα υποστηρίζεις εσύ. Μα επειδή γνωρίζω ότι μόνο η έμπρακτη μαρτυρία είναι αναμφισβήτητη, κι έχω ακούσει και τους Αγίους να λένε τα ίδια μ’ εσένα, δε φοβάμαι πιά τίποτα τέτοιο. Γιατί όποιος δεν πείθεται στους Αγίους, πώς θα είναι αξιόπιστος ο ίδιος; 



Και πώς δε θα αθετεί το Θεό των Αγίων; Γιατί Αυτός ο ίδιος είπε στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους μετέπειτα Αγίους: «Όποιος αθετεί εσάς, αθετεί εμένα»(Λουκ. 10, 16), δηλαδή την ίδια την αλήθεια. Πώς λοιπόν θα γίνει αποδεκτός από εκείνους που ζητούν την αλήθεια, ο αντίπαλος της αλήθειας; Γι’ αυτό σε παρακαλώ, Πάτερ, να με ακούσεις να σου εκθέσω και το καθένα από τα άλλα όσα άκουσα από τους ανθρώπους εκείνους που ασχολούνται όλη τους τη ζωή με την ελληνική παιδεία. Και τότε να μου πεις κι εσύ τη δική σου γνώμη σχετικά μ’ αυτά και να προσθέσεις και τις σχετικές γνώμες των Αγίων. Οι αντίθετοι δηλαδή υποστηρίζουν ότι κακώς κάνομε που προσπαθούμε να κλείνομε το νου μας μέσα στο σώμα. Μάλλον, λένε, πρέπει να προσπαθούμε να τον εξωθούμε με κάθε τρόπο έξω από το σώμα. Γι’ αυτό και διασύρουν πολύ μερικούς από τους δικούς μας και γράφουν εναντίον τους, επειδή συμβουλεύουν τους αρχαρίους να κοιτάζουν το σώμα τους και να οδηγούν μέσα τους με την αναπνοή το νου τους, λέγοντας ότι δεν είναι χωρισμένος ο νους από την ψυχή. Αφού λοιπόν δεν είναι χωρισμένος, πώς να τον στείλει κανείς εκεί που βρίσκεται; Ακόμη ισχυρίζονται ότι τάχα οι δικοί μας λένε πως και τη θεία χάρη την εισάγουν μέσα τους από τα ρουθούνια. Εγώ όμως, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι συκοφαντία, γιατί κάτι τέτοιο δεν άκουσα από κανένα δικό μας, έβγαλα το συμπέρασμα ότι και για τα υπόλοιπα επιτίθενται από κακία. Γιατί αυτοί συνηθίζουν και για ανύπαρκτα να κατηγορούν τους ανθρώπους, και τα υπαρκτά να διαστρέφουν. Εσύ όμως, Πάτερ, δίδαξέ με, για ποιο λόγο φροντίζομε να φέρνομε μέσα μας με κάθε επιμέλεια το νου, και δεν το νομίζομε κακό να τον περικλείομε στο σώμα. Απόκριση, ότι για κείνους που διάλεξαν να προσέχουν τον εαυτό τους στην ησυχία, δεν είναι ανώφελο να προσπαθούν να συγκρατούν το νου τους μέσα στο σώμα. Αδελφέ, δεν ακούς τον Απόστολο που λέει ότι τα σώματά μας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα μας(Α΄ Κορ. 6, 19); Και πάλι, ότι είμαστε οίκος του Θεού, όπως λέει ο Θεός: «Θα κατοικήσω και θα περπατήσω μέσα τους και θα είμαι Θεός τους»(Β΄ Κορ. 6, 16); Αφού λοιπόν το σώμα εκ φύσεως είναι φτιαγμένο για να γίνει κατοικητήριο του Θεού, ποιος λογικός άνθρωπος θα έκρινε ανάξιο κόπο το να εγκαταστήσει το νου του μέσα σ’ αυτό; Γιατί κι ο Θεός έβαλε το νου εξαρχής να κατοικήσει μέσα στο σώμα; Άραγε κι Αυτός κακώς έπραξε; Αυτά τα λόγια, αδελφέ, αρμόζει να λέμε στους αιρετικούς, που υποστηρίζουν ότι το σώμα είναι κακό και δημιούργημα του πονηρού. Εμείς όμως νομίζομε κακό να είναι ο νους στα σαρκικά φρονήματα, και όχι κακό να είναι μέσα στο σώμα, αφού ούτε το σώμα είναι κακό. Γι’ αυτό εκείνοι που έχουν στραμμένη σ’ όλη τους τη ζωή την ύπαρξή τους στο Θεό, αναφωνούν μαζί με το Δαβίδ προς το Θεό: «Δίψασε για Σένα η ψυχή μου, αλλά πόσες φορές κι η σάρκα μου!»(Ψαλμ. 62, 2), και: «Η καρδιά μου και η σάρκα μου αναγάλλιασαν με την παρουσία του ζώντος Θεού»(Ψαλμ. 83, 3). Και προσθέτουν μαζί με τον Ησαΐα: «Η κοιλιά μου θα αντηχήσει σαν κιθάρα και τα σπλάχνα μου σαν χάλκινο τείχος που εγκαινίασες Εσύ»(Ησ. 16, 11), και: «Από το φόβο Σου, Κύριε, λάβαμε μέσα μας το Πνεύμα της σωτηρίας Σου, κι έχοντας σ’ Αυτό την πεποίθησή μας δε θα πέσομε, αλλά θα πέσουν εκείνοι που μιλούν εμπνεόμενοι από τη γη(Ησ. 26, 17-18) και κατηγορούν ψευδώς τα επουράνια λόγια και βιώματα ως γήινα». Γιατί αν και ο Απόστολος ονομάζει το σώμα θάνατο λέγοντας «Ποιος θα με λυτρώσει από το σώμα τούτο του θανάτου;»(Ρωμ. 7, 24), αλλ’ αυτό το λέει απλώς γιατί το πρόσυλο και σωματικό φρόνημα είναι σωματοειδές. Γι’ αυτό παραβάλλοντάς το με το πνευματικό και θείο φρόνημα, δίκαια το ονόμασε σώμα· και όχι απλώς σώμα, αλλά θάνατο σώματος. Και λίγο παραπάνω, φανερώνοντας σαφέστερα ότι δεν κατηγορεί τη σάρκα, αλλά την αμαρτητική ροπή που εισήλθε σ’ αυτήν με την παράβαση του Αδάμ, λέει: «Είμαι δούλος πουλημένος στην αμαρτία»(Ρωμ. 7, 14)· κι ο πουλημένος, δεν είναι γεννημένος δούλος. Και πάλι λέει: «Γνωρίζω ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή στη σάρκα μου, το αγαθό»(Ρωμ. 7, 18). Βλέπεις λοιπόν, ότι δε λέει τη σάρκα, αλλά το κακό που κατοικεί μέσα της. Επομένως, αυτός ο νόμος που βρίσκεται στα μέλη μας κι αντιστρατεύεται στο νόμο του νου(Ρωμ. 7, 23) είναι κακό να κατοικεί μέσα στο σώμα, και όχι ο νους. Γι’ αυτό κι εμείς αντιπαρατασσόμαστε σ’ αυτόν το νόμο της αμαρτίας, προσπαθούμε να τον διώξομε από το σώμα και εγκαθιστούμε μέσα σ’ αυτό την επιτήρηση του νου, με την οποία νομοθετούμε το πρέπον σε κάθε δύναμη της ψυχής και σε κάθε μέλος του σώματος. Στις αισθήσεις, ποιά να αντιλαμβάνονται και σε τι βαθμό· το έργο αυτό του πνευματικού νόμου λέγεται εγκράτεια. Στο παθητικό μέρος της ψυχής, εισάγομε την άριστη έξη, η οποία λέγεται αγάπη. Αλλά με το νόμο αυτό βελτιώνομε και το λογιστικό, απομακρύνοντας κάθε τί που εμποδίζει τη διάνοια να ανυψωθεί στο Θεό· το μέρος αυτό τούτου του νόμου το λέμε νήψη. Αφού τώρα καθαρίσει κανείς το σώμα του με την εγκράτεια και κάνει το θυμό και την επιθυμία αφορμές αρετών με την αγάπη και παρουσιάσει καθαρό το νου του με την προσευχή στο Θεό, τότε αποκτά και βλέπει μέσα του τη χάρη που υποσχέθηκε ο Κύριος στους καθαρούς στην καρδιά. Και τότε θα μπορέσει να πει μαζί με τον Παύλο: «Ο Θεός που είπε να λάμψει το φως μέσα από το σκοτάδι, Αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσομε τη δόξα του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Έχομε όμως το θησαυρό αυτό μέσα σε πήλινα δοχεία, δηλαδή στα σώματά μας»(Β΄ Κορ. 4, 6-7). Αν λοιπόν κρατήσομε το νου μας μέσα στο σώμα, αυτό θα είναι ανάξιο της μεγαλοσύνης του νου; Ποιος μπορεί να προβάλει κάτι τέτοιο, όχι πνευματικός, αλλά ένας με νου, γυμνό από τη θεία χάρη, νου όμως άνθρωπου; Η ψυχή μας είναι μία οντότητα πολυδύναμη και χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα που δημιουργήθηκε να ζει μαζί της. Ποιά λοιπόν είναι τα μέλη που χρησιμοποιεί ως όργανα για να ενεργεί η δύναμή της εκείνη που ονομάζομε νου; Αλλά, βέβαια, κανείς δεν υπέθεσε ποτέ ότι η διάνοια είναι εγκατεστημένη στα νύχια, ούτε στα βλέφαρα, ούτε στα ρουθούνια ή στα χείλη. Όλοι συμφωνούν ότι είναι μέσα μας, διαφωνούν όμως μερικοί ως προς το πρώτο από τα μέσα μας που μεταχειρίζεται ως όργανο. Άλλοι θεωρούν ότι είναι εγκατεστημένη, σαν μέσα σε ακρόπολη, στον εγκέφαλο. Άλλοι πάλι παραχωρούν στη διάνοια σαν όχημα, το κέντρο της καρδιάς και το ψυχικό πνεύμα που βρίσκεται καθαρότατο εκεί. Εμείς τώρα, γνωρίζομε με ακρίβεια ότι το λογιστικό βρίσκεται στην καρδιά σαν σε όργανο, όχι όμως μέσα σ’ αυτήν όπως σε δοχείο, γιατί είναι ασώματο, ούτε έξω, γιατί είναι ενωμένο με αυτήν. Και τούτο δεν το διδαχτήκαμε από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον Πλάστη του ανθρώπου, που λέει στα Ευαγγέλια ότι δεν είναι τα εισερχόμενα από το στόμα, αλλά τα εξερχόμενα που μολύνουν τον άνθρωπο· γιατί από την καρδιά βγαίνουν οι λογισμοί(Ματθ. 15, 11 και 19). Παρόμοια λέει και ο μέγας Μακάριος: «Η καρδιά είναι ο ηγεμόνας όλης της υπάρξεως. Κι όταν κυριαρχήσει η χάρη σ’ όλα τα μέρη της καρδιάς, τότε βασιλεύει πάνω σε όλους τους λογισμούς και σ’ όλα τα μέλη. Γιατί εκεί είναι ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής». Η καρδιά μας λοιπόν είναι το ταμείο των λογισμών και το πρώτο σαρκικό όργανο του λογιστικού. Όταν λοιπόν φροντίζομε να εξετάζομε και να διορθώνομε το λογιστικό μας με ακριβή νήψη, με ποιο άλλο τρόπο θα το πετύχομε αυτό, παρά αφού συγκεντρώσομε το νου μας που είναι διασκορπισμένος έξω με τις αισθήσεις και τον ξαναφέρομε μέσα μας και μάλιστα στην καρδιά μας, στο ταμείο των λογισμών; Γι’ αυτό και ο Μακάριος —όνομα και πράγμα—, αμέσως στη συνέχεια όσων είπε παραπάνω, προσθέτει: «Εκεί λοιπόν πρέπει να προσέχομε, αν η χάρη έγραψε τους νόμους του Πνεύματος». Πού εκεί; Στο ηγεμονικό όργανο, στο θρόνο της χάρης, όπου ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής, δηλαδή στην καρδιά. Βλέπεις ότι είναι πολύ μεγάλη ανάγκη, αυτοί που διάλεξαν να προσέχουν στην ησυχία τον εαυτό τους, να επαναφέρουν και να περικλείουν μέσα στο σώμα το νου, και μάλιστα στο ενδότατο σώμα του σώματος, αυτό δηλαδή που αποκαλούμε καρδιά; Αν, κατά τον Δαβίδ, όλη η δόξα της θυγατέρας του Βασιλιά βρίσκεται μέσα της(Ψαλμ. 44, 14), πώς εμείς θα τη ζητήσομε κάπου έξω; Κι αν, κατά τον Απόστολο, ο Θεός έδωσε το Πνεύμα Του στις καρδιές μας να κράζει· «Αββά, Πατέρα!»(Γαλ. 4, 6), πώς εμείς δε θα προσευχόμαστε μέσα σ’ αυτές μαζί με το Πνεύμα; Κι αν, κατά τον Κύριο των Προφητών και των Αποστόλων, η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα μας(Λουκ. 17, 21), πώς δε θα βρεθεί έξω από τη βασιλεία των ουρανών εκείνος που προσπαθεί να βγάλει το νου του από μέσα του; Κι ο σοφός Σολομών λέει: «Η υγιής καρδιά επιζητεί αίσθηση»(Παροιμ. 15, 14), την οποία ο ίδιος σε άλλο μέρος την ονόμασε νοερή και θεία. Προς αυτήν και οι Πατέρες μάς προτρέπουν όλους και λένε: «Ο νοερός νους έχει οπωσδήποτε και νοερή αίσθηση· αυτή, που είναι και δεν είναι μέσα μας, να μη σταματήσομε να επιζητούμε ποτέ». Βλέπεις λοιπόν ότι κι αν κανείς προθυμοποιηθεί να παλαίψει κατά της αμαρτίας και να κάνει κτήμα του την αρετή, κι αν επιζητήσει να βρει το βραβείο του αγώνα της αρετής, ή μάλλον τον αρραβώνα του βραβείου της αρετής, δηλαδή τη νοερή αίσθηση, ότι είναι απαραίτητο να επαναφέρει το νου του μέσα και στο σώμα και στον εαυτό του; Το να οδηγούμε το νου όχι έξω από το σωματικό φρόνημα, αλλά έξω από αυτό το σώμα, για να πετύχει τάχα εκεί νοερά θεάματα, αυτό είναι η μεγαλύτερη ελληνική πλάνη, η ρίζα και η πηγή κάθε κακοδοξίας, εφεύρεση και μάθημα δαιμόνων, γεννά την ανοησία και γεννιέται από την παραφροσύνη. Γι’ αυτό κι εκείνοι που μιλούν έτσι με την έμπνευση των δαιμόνων, έχουν χάσει τα λογικά τους και δεν εννοούν ούτε εκείνα που λένε. Εμείς όμως επαναφέρομε το νου όχι μόνο μέσα στο σώμα και στην καρδιά, αλλά και μέσα στον εαυτό του. Ας κατηγορούν λοιπόν εκείνοι που λένε ότι, αφού δεν είναι χωρισμένος ο νους, αλλά βρίσκεται μέσα στην ψυχή, πώς θα τον στείλει κανείς πάλι μέσα; Όπως φαίνεται, αγνοούν ότι άλλο είναι η ουσία του νου και άλλο η ενέργεια. Ή μάλλον, αν και ξέρουν, πήγαν με το μέρος των απατεώνων θεληματικά, ξεγελώντας με την ομωνυμία. Επειδή δηλαδή δεν καταδέχονται την απλότητα της πνευματικής διδασκαλίας, εκείνοι που είναι ακονισμένοι για αντιλογίες από τη διαλεκτική —σύμφωνα με τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου—, ανατρέπουν τη δύναμη της αλήθειας με τις εναντιώσεις της ψευδώνυμης γνώσεως και με την πιθανοφάνεια των σοφισμάτων. Τέτοιοι πρέπει να είναι οι μη πνευματικοί που έχουν την αξίωση να κρίνουν τα πνευματικά και να διδάσκουν. Γιατί βέβαια δεν τους διαφεύγει τούτο- ότι ο νους δεν είναι όπως τα μάτια που βλέπουν τα άλλα ορατά, αλλά δε βλέπουν τον εαυτό τους. Ο νους ενεργεί παρατηρώντας τα άλλα, όσα χρειάζεται, κι αυτό το ονομάζει «κατ’ ευθείαν κίνηση του νου» ο Μέγας Διονύσιος· επανέρχεται όμως στον εαυτό του και ενεργεί καθ’ εαυτόν, όταν βλέπει τον εαυτό του. Αυτό το ονομάζει «κυκλική κίνηση του νου» ο ίδιος Διονύσιος. Αυτή η ενέργεια του νου είναι η ανώτερη και κατεξοχήν ταιριαστή σ’ αυτόν, με την οποία, ξεπερνώντας καμιά φορά τον εαυτό του συναντά το Θεό. Γιατί λέει ο Μέγας Βασίλειος: «Ο νους που δε διασκορπίζεται προς τα έξω…». Βλέπεις από αυτό ότι ο νους βγαίνει από μέσα; Έχει λοιπόν ανάγκη να επιστρέψει. Γι’ αυτό συνεχίζει ο Μέγας Βασίλειος: «…επιστρέφει πρός τον εαυτό του, και δια μέσου του εαυτού του ανεβαίνει στο Θεό σαν από δρόμο χωρίς κίνδυνο πλάνης». Γιατί αυτού του είδους η κίνηση του νου, όπως λέει και ο απλανής εκείνος θεωρός των νοερών Διονύσιος, είναι αδύνατον να περιπέσει σε οποιαδήποτε πλάνη. Από την κίνηση λοιπόν αυτή ο πατέρας της πλάνης, ο διάβολος, θέλοντας πάντοτε να απομακρύνει τον άνθρωπο και να τον οδηγεί σ’ εκείνην που επιτρέπει είσοδο στις πλάνες του, δε βρήκε ποτέ μέχρι σήμερα, απ’ όσο γνωρίζω, κανένα συνεργό που να αγωνίζεται με ωραία λόγια να τραβά τους άλλους σ’ αυτή. Τώρα φαίνεται ότι βρήκε βοηθούς, αν όπως είπες, υπάρχουν τέτοιοι. Αυτοί λοιπόν και λόγους συγγράφουν που οδηγούν σ’ αυτές τις απόψεις τους και προσπαθούν να πείσουν τους πολλούς ότι είναι καλύτερο να κρατούν έξω από το σώμα το νου όταν προσεύχονται, ακόμα κι εκείνους που ασπάσθηκαν τον ανώτερο και ησυχαστικό βίο. Και δε σέβονται ούτε το χαρακτηριστικό ορισμό που έδωσε ο Ιωάννης, ο οποίος κατασκεύασε με λόγους για μας την Κλίμακα που ανεβάζει στον ουρανό, ότι δηλαδή, ησυχαστής είναι αυτός που αγωνίζεται να περιορίσει τον ασώματο νου μέσα στο σώμα. Τα ίδια μας δίδαξαν και οι πνευματικοί μας πατέρες, και ευλόγως. Αν δηλαδή δεν περιορίσει το νου μέσα στο σώμα, πώς θα τον έχει μέσα του, αυτόν που είναι ντυμένος με το σώμα και που σαν χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσεως απλώνεται μέσα σ’ όλη αυτή τη μορφοποιημένη ύλη; Η καθορισμένη εξωτερική επιφάνεια της ύλης αυτής (του σώματος) δεν μπορεί να δεχτεί την ουσία του νου όσο καιρό ζει παίρνοντας μορφή ζωής κατάλληλη πρός τη συνάφειά της με το νου. Βλέπεις λοιπόν, αδελφέ, πώς όχι μόνο πνευματικά, αλλά και από την ανθρώπινη πλευρά εξετάζοντας τα πράγματα, αποδείχτηκε ότι είναι αναγκαιότατο να οδηγούν ή να κατέχουν το νου μέσα στο σώμα όσοι αποφάσισαν να γίνουν αληθινά κύριοι του εαυτού τους και Μοναχοί κατά τον εσωτερικό άνθρωπο; Δεν είναι λοιπόν ανάρμοστο να διδάσκει κανείς τους αρχαρίους να βλέπουν κυρίως στον εαυτό τους και με την αναπνοή να στέλνουν μέσα τους το νου. Γιατί εκείνον, που δεν έγινε ακόμη θεωρός του εαυτού του, κανείς φρόνιμος δε θα τον εμποδίσει να συγκεντρώνει μέσα του το νου του με διάφορες επινοήσεις. Ο νους λοιπόν εκείνων που μόλις πριν από λίγο μπήκαν σ’ αυτόν τον αγώνα, και όταν συγκεντρώνεται, δραπετεύει συνεχώς και πρέπει αυτοί να προσπαθούν συνεχώς να τον επαναφέρουν, τους διαφεύγει όμως καθώς είναι αγύμναστοι, γιατί είναι πάρα πολύ δυσκολοπαρατήρητος και πιο ευκίνητος από ο,τιδήποτε άλλο. Γι’ αυτό υπάρχουν εκείνοι που τους συμβουλεύουν να προσέχουν στην αναπνοή που συνέχεια διαχέεται και ξαναμαζεύεται, και να την κρατούν για λίγο, ώστε μαζί με αυτήν να συγκρατούν και το νου, μέχρις ότου, προχωρώντας με τη βοήθεια του Θεού στο καλύτερο και κάνοντας το νου τους ακίνητο προς τα γύρω του και καθαρό απ’ όλα, μπορέσουν να τον συγκεντρώσουν σε ενοειδή συνέλιξη *. Αυτό μπορεί να το δει κανείς να επακολουθεί αυτόματα στην προσοχή του νου· γιατί αυτή η πνοή εισέρχεται κι εξέρχεται με ηρεμία και σε κάθε προσπάθεια που απαιτεί συγκέντρωση, ιδιαίτερα σ’ όσους ησυχάζουν κατά το σώμα και τη διάνοια. Αυτοί δηλαδή, σαββατίζοντας πνευματικά και παύοντας —όσο είναι εφικτό— όλα τα έργα τους, απορρίπτουν κάθε έργο των ψυχικών δυνάμεων μεταβατικό και εξωτερικό και σχετιζόμενο με τις διάφορες γνώσεις, όπως επίσης κι όλες τις μέσω των αισθήσεων αντιλήψεις και γενικά κάθε ενέργεια του σώματος που υπόκειται στην εξουσία μας. Ακόμη, απορρίπτουν και όποια δεν υπόκειται τελείως στην εξουσία μας, όπως για παράδειγμα την αναπνοή, σε όσο βαθμό μπορούν. Όλα αυτά γίνονται χωρίς κόπο και φροντίδα σ’ εκείνους που πρόκοψαν στο έργο της ησυχίας. Γιατί κατ’ ανάγκην συμβαίνουν αυτόματα όλα αυτά με την τέλεια είσοδο της ψυχής στον εαυτό της. Στους αρχαρίους όμως δε θα δεις κανένα από τα παραπάνω να γίνεται χωρίς κόπο. Όπως λοιπόν στην αγάπη ακολουθεί η υπομονή, —γιατί η αγάπη τα στέργει όλα(Α΄ Κορ. 13, 7)—, κι εμείς διδασκόμαστε να βιάζομε τον εαυτό μας για να κατορθώνομε την υπομονή, ώστε να φτάσομε μέσω αυτής στην αγάπη, έτσι είναι και στα παραπάνω. Και τι άλλο περισσότερο να πούμε; Όλοι οι πεπειραμένοι γελούν μ’ εκείνους που από απειρία νομοθετούν τα αντίθετα. Γιατί δάσκαλος των πραγμάτων αυτών δεν είναι ο λόγος, αλλά ο κόπος και η πείρα έπειτα από κόπους, η οποία και το συμφέρον καρπώνεται, και αποστρέφεται τους άκαρπους λόγους των φιλονείκων και επιδεικτικών. Κι αφού, όπως λέει κάποιος από τους μεγάλους Πατέρες σχετικά μ’ αυτά, ο εσωτερικός άνθρωπος, μετά την παράβαση του Αδάμ, συνηθίζει να εξομοιώνεται με τα εξωτερικά σχήματα, πώς δε θα βοηθήσει πολύ εκείνον που καταγίνεται με προθυμία να στρέψει το νου του στον εαυτό του, έτσι που να μην ακολουθεί την «κατ’ ευθείαν», αλλά την κυκλική κίνηση που είναι απλανής, το να μην περιφέρει τα μάτια του εδώ κι εκεί, αλλά να τα στηρίζει όπως σε κάποιο στήριγμα στο στήθος του ή στον ομφαλό; Συστρέφοντας δηλαδή όσο μπορεί εξωτερικά τον εαυτό του σαν κύκλο, παρόμοια με την κυκλική κίνηση του νου που επιδιώκει μέσα του, με το σχήμα αυτό του σώματος θα στείλει μέσα στην καρδιά του και τη δύναμη του νου που διαχέεται έξω με την όραση. Αν τώρα και του νοητού θηρίου η δύναμη είναι στον ομφαλό της κοιλιάς(Ιώβ 40, 16), γιατί εκεί είναι και η δύναμη του νόμου της αμαρτίας και του παραχωρεί τόπο, γιατί κι εμείς να μη στήσομε στο ίδιο σημείο, οπλισμένο με την προσευχή, τον πνευματικό νόμο που αντιστρατεύεται στο νόμο αυτό(Ρωμ. 7, 23); Κι αυτό, ώστε το πονηρό πνεύμα που εκδιώχθηκε με το λουτρό της παλιγγενεσίας, να μην ξαναγυρίσει μαζί με άλλα επτά πνεύματα πονηρότερα και κατοικήσει πάλι μέσα και γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα(Ματθ. 12, 45). «Πρόσεχε στον εαυτό σου»(Δευτ. 15, 9), λέει ο Μωυσής, δηλαδή σε όλα σου, όχι σε μερικά μόνο και σε άλλα ν’ αδιαφορείς. Με ποιό μέσο να προσέχεις; Φυσικά με το νου σου, γιατί με τίποτε άλλο δεν μπορείς να προσέχεις τον εαυτό σου σε όλα. Αυτή λοιπόν τη φύλαξη βάλε στη ψυχή και στο σώμα σου, και με αυτή θ’ απαλλαγείς εύκολα από τα πονηρά σωματικά και ψυχικά πάθη. Προστάτεψε λοιπόν τον εαυτό σου, κυβέρνησέ τον, επίβλεψέ τον ή μάλλον, πάντοτε να τον προστατεύεις και να τον παρακολουθείς και να τον εξετάζεις. Έτσι θα υποτάξεις στο πνεύμα τη σάρκα που αφηνιάζει, και ποτέ δε θα γίνει κρυφό αμάρτημα μέσα στην καρδιά σου(Δευτ. 15, 9). Αν, όπως λέει ο Εκκλησιαστής, το πνεύμα που εξουσιάζει τα πονηρά πνεύματα και πάθη ορθωθεί εναντίον σου, μην αφήσεις τον τόπο σου(Εκκλ. 10, 4), δηλαδή μην αφήσεις ούτε μέρος της ψυχής ούτε μέλος του σώματος χωρίς επιτήρηση. Έτσι και τα πονηρά πνεύματα που σε πειράζουν θα νικήσεις, και σ’ Εκείνον που εξετάζει καρδιές και νεφρούς(Ψαλμ. 7, 10) θα παρουσιαστείς με παρρησία χωρίς εξέταση, αφού εσύ τα εξέτασες πρωτύτερα. «Αν κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δε θα κρινόμασταν από το Θεό»(Α΄ Κορ. 11, 31), λέει ο Παύλος. Κι αφού δοκιμάσεις το μακάριο πάθος του Δαβίδ, θα πεις κι εσύ στο Θεό: «Το σκοτάδι δε θα σκοτισθεί από Σένα, Κύριε, και η νύχτα θα μου φωτιστεί σαν ημέρα· γιατί Εσύ έκανες κτήμα Σου τους νεφρούς μου»(Ψαλμ. 138, 12-13). Δεν έκανες, λέει, δικό Σου ολόκληρο το επιθυμητικό της ψυχής μου μόνο, αλλά οποιαδήποτε σπίθα της επιθυμίας αυτής μέσα στο σώμα, αφού επέστρεψε στην καρδιά που τη δημιουργεί, διά μέσου αυτής πέταξε ψηλά σε Σένα και από Σένα έχει κρεμαστεί και σε Σένα είναι προσκολλημένη. Όπως δηλαδή το επιθυμητικό της ψυχής εκείνων που είναι προσηλωμένοι στις αισθητές και φθαρτές ηδονές, κενώνεται ολόκληρο προς τη σάρκα και γι’ αυτό γίνονται ολόκληροι σάρκες και το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να παραμείνει σ’ αυτούς(Γεν. 6, 3), έτσι και εκείνων που ανύψωσαν το νου στο Θεό και έχουν εξαρτήσει την ψυχή τους από το θείο πόθο, η σάρκα μεταποιείται και ανυψώνεται μαζί με την ψυχή και απολαμβάνει μαζί της τη θεία ένωση και γίνεται κτήμα και κατοικία του Θεού, μη έχοντας πιά μέσα της φωλιασμένη την έχθρα εναντίον του Θεού, μήτε επιθυμώντας αντίθετα με το Πνεύμα(Γαλ. 5, 17). Ποιος είναι ο πιο αρμόδιος τόπος για το πονηρό πνεύμα που επιτίθεται από κάτω στη σάρκα και το νου μας; Δεν είναι η σάρκα, μέσα στην οποία, όπως λέει ο Απόστολος, δεν κατοικεί κανένα αγαθό, προτού εγκατασταθεί μέσα της ο νόμος της ζωής(Ρωμ. 7, 18); Αυτή λοιπόν τη σάρκα δεν πρέπει ποτέ να την αφήνομε χωρίς να την προσέχομε. Πώς λοιπόν θα ήταν δική μας; Και πώς δε θα την αφήσομε; Ή πώς θα αποκρούσομε την ανάβαση του πονηρού εναντίον της, και μάλιστα όσοι δε γνωρίζομε ακόμη να αντιμετωπίζομε πνευματικά τα πονηρά πνεύματα; Πώς αλλιώς, παρά αν και με το εξωτερικό σχήμα εξασκηθούμε να προσέχομε στους εαυτούς μας; Και γιατί αναφέρω τους αρχαρίους, όταν υπάρχουν και μερικοί από τους τελειότερους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν αυτό το σχήμα στην προσευχή κι έκαναν το Θεό να τους ακούσει. Κι αυτοί δεν είναι μόνο μετά Χριστόν, αλλά και πριν από την έλευσή Του σ’ εμάς. Κι ο ίδιος ο τελειότατος στη θεοπτία Ηλίας, αφού στήριξε το κεφάλι του στα γόνατα και συγκέντρωσε έτσι με μεγαλύτερη φιλοπονία το νου στον εαυτό του και στο Θεό, έλυσε την πολύχρονη εκείνη ανομβρία(Γ΄ Βασ. 18, 42). Αυτοί, αδελφέ, από τους οποίους λες ότι τ’ άκουσες αυτά, μου φαίνεται ότι πάσχουν από τη νόσο των Φαρισαίων. Γι’ αυτό και δε θέλουν να παρατηρούν και να καθαρίζουν το εσωτερικό του ποτηριού(Ματθ. 23, 25), δηλαδή την καρδιά τους. Και δεν ακολουθούν τις παραδόσεις των Πατέρων, αλλά σπεύδουν να καθίσουν πιο μπροστά απ’ όλους σαν νέοι νομοδιδάσκαλοι. Δεν καταδέχονται το σχήμα της τελωνικής προσευχής που οδήγησε σε δικαίωση, και παρακινούν και τους άλλους που προσεύχονται να μην ασπάζονται αυτό που περιέγραψε ο Κύριος στα Ευαγγέλια λέγοντας ότι ο τελώνης δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό(Λουκ. 18, 13). Αντίθετα, τον τελώνη φιλοτιμούνται να μιμηθούν εκείνοι που όταν προσεύχονται έχουν στραμμένο προσεκτικά το βλέμμα τους στον εαυτό τους. Κι όσοι τους ονομάζουν ομφαλοψύχους, τους συκοφαντούν απροκάλυπτα— γιατί ποιος από αυτούς είπε ποτέ ότι η ψυχή είναι στον ομφαλό; Εκτός λοιπόν που ξεσκεπάστηκαν ότι επιτίθενται συκοφαντικά, αποδείχτηκαν και υβριστές των αξιέπαινων εκείνων κι όχι διορθωτές κάποιων που σφάλλουν, και ότι γράφουν για χάρη όχι της ησυχίας και της αλήθειας, αλλά της κενοδοξίας, και ούτε για να οδηγήσουν στη νήψη, αλλά για να απομακρύνουν από αυτή. Γιατί και την εργασία αυτή κι εκείνους που με επιμέλεια την έχουν αναλάβει, προσπαθούν να εξευτελίσουν με κάθε τρόπο, κατηγορώντας την κατάλληλη αυτή τεχνική που χρησιμοποιείται. Και δε θα δυσκολεύονταν να ονομάσουν κοιλιοψύχους ούτε το Δαβίδ που είπε ότι «ο νόμος του Θεού είναι στο μέσο της κοιλιάς μου»(Ψαλμ. 39, 9), ούτε τον Ησαΐα που είπε στο Θεό ότι «η κοιλιά μου θ’ αντηχήσει σαν κιθάρα και τα σπλάχνα μου σαν χάλκινο τείχος που εγκαινίασες εσύ»(Ησ. 16, 11), και γενικά να διαβάλουν όλους εκείνους που με σωματικά σύμβολα υποδηλώνουν και ονομάζουν και ανιχνεύουν τα νοερά και θεία και πνευματικά. Αλλά αυτοί σ’ εκείνους δε θα προξενήσουν καμία βλάβη, ή μάλλον θα τους προξενήσουν και μακαρισμούς και περισσότερη προσθήκη των ουρανίων στεφάνων. Οι ίδιοι όμως θα μείνουν έξω από τα ιερά παραπετάσματα και ούτε τις σκιές της αλήθειας δε θα μπορέσουν να ατενίζουν. Και υπάρχει μεγάλος φόβος μήπως λάβουν και αιώνια τιμωρία, επειδή όχι μόνο ξεχώρισαν τους εαυτούς των από τους Αγίους, αλλά και επετέθηκαν με λόγια εναντίον τους. Γνωρίζεις βέβαια το βίο του Συμεών του Νέου Θεολόγου· ένα θαύμα ήταν ολόκληρος σχεδόν κι είχε δοξαστεί από το Θεό με υπερφυσικά θαύματα. Ξέρεις και τα συγγράμματά του, που αν τα πει κανείς συγγράμματα ζωής δε θα σφάλει. Γνωρίζεις επίσης και τον όσιο εκείνο Νικηφόρο, ο οποίος αφού έζησε πολλά χρόνια στην ηρεμία και την ησυχία, ύστερα αποσύρθηκε στα πιο ερημικά μέρη του Αγίου Όρους και ασχολήθηκε με τη συλλογή όλων των πατερικών αποσπασμάτων που αναφέρονται στη νηπτική εργασία, τα οποία μας τα παρέδωσε σ’ ένα λόγο του. Οι δύο αυτοί Άγιοι σαφώς συμβουλεύουν σ’ όσους θέλουν, αυτό το οποίο λες ότι μερικοί προσπαθούν να ανατρέψουν. Και γιατί ν’ αναφέρω τους παλιούς Αγίους; Άνδρες λίγο πριν από εμάς, μαρτυρημένοι και αποδεδειγμένοι με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, μας τα παρέδωσαν όλα αυτά με το στόμα τους. Και τον Θεολόγο τούτον (τον Συμεών) τον ανεκήρυτταν αληθινό θεολόγο και ασφαλή επόπτη της αλήθειας των μυστηρίων του Θεού. Έχεις ακούσει για τον όνομα και πράγμα Θεόληπτο, τον επίσκοπο Φιλαδέλφειας, από την οποία σαν από λυχνία φώτισε όλο τον κόσμο· για τον Αθανάσιο που στόλισε τον πατριαρχικό θρόνο για πολλά χρόνια και που το λείψανό του τίμησε ο Θεός· τον Νείλο εκείνο τον Ιταλό, το ζηλωτή του Μεγάλου Νείλου· το Σελιώτη και τον Ηλία, οι οποίοι δεν είναι καθόλου κατώτεροι από τον προηγούμενο· τον Γαβριήλ και τον Αθανάσιο, οι οποίοι είχαν αξιωθεί να λάβουν και προφητικό χάρισμα. Έχεις ακούσει γι’ αυτούς και για πολλούς άλλους πριν από αυτούς και μαζί με αυτούς και μετά από αυτούς, που επαινούν και παρακινούν όσους θέλουν να κρατούν αυτή την παράδοση, την οποία οι νέοι δάσκαλοι της ησυχίας, χωρίς να γνωρίζουν ίχνος ησυχίας, και συμβουλεύοντας όχι από πείρα, αλλά από διάθεση φλυαρίας, δοκιμάζουν να αθετούν και να διδάσκουν άλλα και να την εξευτελίζουν, χωρίς καμιά ωφέλεια των ακροατών. 



Εμείς όμως, με μερικούς από τους Αγίους αυτούς και προσωπικά μιλήσαμε και τους είχαμε δασκάλους. Πώς λοιπόν ν’ αγνοήσομε αυτούς που έχουν διδαχτεί από τη χάρη και την πείρα, και να στραφούμε σ’ εκείνους που προχώρησαν στη διδασκαλία από οίηση και αγάπη λογομαχίας; Δεν είναι βέβαια δυνατό κάτι τέτοιο. Και συ λοιπόν να τους αποφεύγεις αυτούς, αναφωνώντας με σύνεση μαζί με τον Δαβίδ: «Ευλόγει, ψυχή μου, τον Κύριο, και όλα τα εντός μου ευλογείτε το άγιο όνομά Του»(Ψαλμ. 102, 1). Και παρέχοντας τον εαυτό σου πειθήνιο στους Πατέρες, άκουγέ τους πώς μας προτρέπουν να στέλνομε πάντοτε μέσα μας το νου.



Μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης, εκδόσεις Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, (σελ. 279 - 288).


 Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου