ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ



Πρόλογος εκ του βιβλίου ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ'' του Αλέξανδρου Καλόμοιρου



Το βιβλίο αυτό γράφηκε πριν από εικοσιεπτά χρόνια, με την ελπίδα 

μήπως βοηθήσει να αναχαιτισθεί η εκκλησιαστική μοιχεία του Οικουμενισμού. 

Αλίμονο όμως! Η ελπίδα εκείνη αποδείχθηκε φρούδα. 

Ο Οικουμενισμός όχι μόνον προχώρησε και έφθασε στην κοινή λατρεία 

και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο, αλλά ξεπέρασε και αυτά τα όρια του Χριστιανισμού, 

έγινε θρησκευτικός συγκρητισμός και σατανική πανθρησκεία, 

τύπου Ασίζης και ''Νέας Εποχής''. 

Το κακό ήρθε σιγά και ύπουλα, από πολύ παλιά. 

Είναι το ''μυστήριο της ανομίας'', που ''ενεργείται'' διαρκώς και περισσότερο

 με την πάροδο των αιώνων και τείνει προς την εσχατολογική αποκορύφωσή του. 

Για μας εδώ στην ορθόδοξη ανατολή, η τελευταία φάση του άρχισε να διαγράφεται 

εμφανέστερα κατά την διάρκεια του περίφημου ''αιώνα των φώτων'', 

με τον ''Μεγάλο'' Πέτρο και τη ''Μεγάλη'' Αικατερίνη της Ρωσίας 

και όλους εκείνους τους ''ορθόδοξους'', που εκστατικοί μαθήτευαν 

στα ειδωλολατρικά ''φώτα'' της Δύσης. 



Διδάσκαλοι με μεγάλο όνομα, σαν τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Κοραή, δίδασκαν στην Ελλάδα την ειδωλολατρία και τους νεώτερους φιλοσόφους της Δύσεως και διαπληκτίζονταν οι λόγιοι από τα Ιωάννινα μέχρι το Φανάρι, για το ποιοι φιλόσοφοι ήταν ανώτεροι, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ή ο Leibnitz, ο Wolff και ο Locke. Οι λίγοι μοναχοί του Αγίου Όρους, που είχαν αληθινά χριστιανικό φρόνημα, έβλεπαν με θλίψη την ματαιολογία των κατ' όνομα ορθοδόξων Χριστιανών και αδιάφοροι για την κοσμική σοφία, έβοσκαν στον τερπνό και φωτεινό λειμώνα των συγγραμμάτων των αγίων διδασκάλων της Εκκλησίας, όπου επιλάμπει ο Χριστός και μόνον. Αποτέλεσμα ήταν να επέλθει ανάμεσα στα δύο αυτά αντίθετα ρεύματα, τέτοια ψυχική διάσταση, ώστε στο Άγιον Όρος να εξελιχθεί, με ελάχιστη κατά τα φαινόμενα αφορμή, η περίφημη περί μνημοσύνων και κολλύβων μάχη, που είχε δραματικές για τον τόπο συνέπειες. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για σύγκρουση του πατερικού πνεύματος της Ορθοδοξίας με το πνεύμα του κόσμου, που φορούσε κι αυτό μοναχική περιβολή. Τα θλιβερά εκείνα γεγονότα, που προσπάθησα κι εγώ να περιγράψω με συντομία στο περιοδικό «Οι Ρίζες» (Τεύχη 23 και 24) είναι το κλειδί για την κατανόηση της Ιστορίας μας των δύο τελευταίων αιώνων. Πολύ πριν γίνει ο διωγμός της Ορθοδοξίας από τον Φαρμακίδη και τους Βαβαρούς, είχε γίνει ένας άλλος διωγμός στην ίδια την καρδιά του Άθωνα. Και τον διωγμό εκείνον, τον πρώτο, δεν τον έκαναν χωροφύλακες, αλλά μοναχοί, συνεπικουρούμενοι από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Λίγοι έχουν αντιληφθεί, πόσο καίρια σημασία είχε ο διωγμός των Κολλυβάδων από το Άγιον Όρος για τις μετέπειτα εξελίξεις σ’ ολόκληρο τον χώρο της ορθόδοξης ανατολής. Χωρίς την σωστή εκτίμηση των γεγονότων αυτών, δεν μπορούμε να καταλάβουμε από ποια ''σκάλα'' κατεβήκαμε στο ''υπόγειο'' που βρισκόμαστε σήμερα, και θα παραμείνει αίνιγμα, πως λαοί που έδωσαν στην Εκκλησία του Χριστού τόσους αγίους και μάρτυρες, έφθασαν στις μέρες μας να παραδώσουν την Ορθοδοξία στους εχθρούς της, χωρίς αντίσταση. Πολλά έχουν γραφεί για το καλό που έγινε στην υπόλοιπη Ελλάδα από τους μοναχούς με πατερικό φρόνημα και βίωμα, που διωγμένοι από το Άγιο Όρος από τους εκεί συνασκητές τους και με το χλευαστικό παρωνύμιο ''Κολλυβάδες'', εγκατεστάθηκαν και ασκήτεψαν σε διάφορα νησιά του Αιγαίου στα τέλη του 18ου αιώνα. Ελάχιστα, όμως έχουν γραφεί για το κακό που έγινε στό ίδιο το Άγιον Όρος από την ολοκληρωτική ερήμωσή του από τους φορείς της ορθοδόξου Παραδόσεως ή για το κακό που έγινε στις ορθόδοξες χώρες από το γεγονός αυτό. Το Άγιον Όρος είναι το μοναστικό κέντρο της Ορθοδοξίας για ολόκληρη τη δεύτερη μετά Χριστόν χιλιετηρίδα, ο δε μοναχισμός είναι η καρδιά της Ορθοδοξίας. Τα γεγονότα του 18ου αιώνα έμειναν η αθεράπευτη πληγή της καρδιάς αυτής. Ο κύριος αγωγός της πνευματικής μας Παράδοσης διακόπηκε και οι σποραδικές και διάσπαρτες εστίες της κατακερματίστηκαν και αποδυναμώθηκαν ολοσχερώς σε διάστημα μικρότερο του αιώνος. Η άνθηση της Ορθοδοξίας στα νησιά του Αιγαίου και η παράλληλη και αντίστοιχη άνθηση της Παϊσιανής παράδοσης στη Μολδαβία και τη Ρωσία δεν είχαν την απαιτούμενη μάζα για να συνεχίσουν την πρώθησή τους μέσα στους αντίξοους καιρούς. Ήταν δύο μεγάλοι ποταμοί με καθαρό και δροσερό νερό, που η πηγή τους, το Άγιον Όρος, είχε στερέψει. Τα μνημεία της φωτεινής εκείνης εποχής είναι σήμερα ερείπια εγκαταλλειμένων μοναστηριών, όπως του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, του Νιαμέτς στη Ρουμανία, της Όπτινα στη Ρωσία. Το κακό, το επισφράγησαν οι δύο μεγάλες καταστροφές, της Μικράς Ασίας και της Ρωσίας. Όταν το 1924 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Εκκλησία της Ελλάδος κατήργησαν το εορτολόγιο των Ορθοδόξων και έφεραν στη θέση του το εορτολόγιο του Πάπα Γρηγορίου, πολλοί ευσεβείς άνθρωποι στην Ελλάδα κατάλαβαν, ότι οι ποιμένες τους ''θέλουν να μας φραγκέψουν'' και έπαψαν να έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Έμειναν όμως χωρίς επισκόπους, χωρίς πρεσβυτέρους και χωρίς ναούς. Τότε ήρθε αρωγός στον λαό το Άγιον Όρος, που κι αυτό δεν είχε δεχθεί την καινοτομία και το μεγάλο μέρος των μοναχών του δεν μνημόνευε τον καινοτόμο Πατριάρχη. Έτσι, οι ιερομόναχοι και οι απλοί μοναχοί του Αγίου Όρους έγιναν οι καθοδηγητές του Ορθόδοξου Λαού, που χλευαστικά ονομάστηκαν ''Παλαιοημερολογίτες''. Όμως, τι είδους Ορθοδοξία έδωσαν οι αγιορείτες αυτοί στον λαό που διψούσε για την αλήθεια και ήθελε να μείνει στην πίστη και στην ευσέβεια των Πατέρων του; Ποια άλλη εκτός από την «Ορθοδοξία» των διωκτών εκείνων αγιορειτών του 18ου αιώνος, που είχαν φορτώσει στην ψυχή τους το αίμα των δολοφονημένων Κολλυβάδων; Γιατί, αυτή η πίστη, αυτή η παράδοση, αυτή η ευσέβεια είχε μείνει στό Άγιον Όρος μετά την αποπομπή των Κολλυβάδων. Κάθε πνευματικός γυιός αυτήν την παράδοση κληρονομούσε από τον πνευματικό του πατέρα, αυτήν την παράδοση που η Αγία Γραφή ονομάζει «παράδοση των ανθρώπων». ''Διατί παραβαίνετε την εντολή του Θεού δια την παράδοσιν υμών; Υποκριταί! Καλώς προεφήτευσε περί υμών Ησαϊας λέγων ''εγγίζει μοι ο λαός ούτος τω στόματι αυτών και τοις χείλεσι με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού μάτην δε σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίαν εντάλματα ανθρώπων...'' (Ματθ. ιε΄). Να λοιπόν, πως φθάσαμε να ενσκήψει η λαίλαπα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού επάνω μας και να μην υπάρχουν άνθρωποι να προβάλουν αντίσταση. Ποιος να αντισταθεί; το πλήθος των αδιαφόρων και απονευρωμένων ψυχών των Χριστιανών της καλοπέρασης, που χειροκροτούν κάθε νεωτερισμό και τρέφονται πνευματικά με ορθοδοξόμορφο δυτική ευσέβεια ή οι προδομένοι από τους γεροντάδες και πνευματικούς τους φιλομόναχοι, που αν συναντούσαν σήμερα έναν από εκείνους τους αγίους κολλυβάδες του 18ου αιώνα θα τον προπηλάκιζαν και θα τον εξευτέλιζαν πολύ χειρότερα από τους πνευματικούς των προγόνους; Οι σημερινοί ''ορθόδοξοι'' διδάχθηκαν δυο ειδών ''Ορθοδοξίες''. Ή την «Ορθοδοξία» του «χαρά και γέλιο και καμάρι» ή την μοναστική «Ορθοδοξία» της αντικολλυβαδικής παραδόσεως. Την πατερική Ορθοδοξία λίγοι την γνωρίζουν και ελάχιστοι την αγαπούν και αγωνίζονται να την ζήσουν. Όμως αυτή είναι η μόνη που έχει το ''ύδωρ το ζών'', που κάνει ζωντανές τις ψυχές των ανθρώπων, ώστε να μπορούν να αγωνιστούν για την αλήθεια. Πως λοιπόν, να αναχαιτισθεί ο Οικουμενισμός, αφού φυτεύθηκε σε τόσο πρόσφορο έδαφος; Οι ορθόδοξοι χριστιανοί των τελευταίων καιρών ''την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς και δια τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ' ευδοκήσαντες εν τη αδικία'' (Θεσσ. Β΄, β΄ 10-12). Εκεί που φθάσαμε, μόνο θαύμα μπορεί να μας σώσει, όσους βέβαια θέλουμε να σωθούμε. Γιατί έχουμε μπροστά μας την δαιμονική ειδωλολατρική πανθρησκεία με ορθοδοξοφανή πολλές φορές προσωπεία και από πίσω μας δεν έχουμε την παράδοση και το παράδειγμα για να μας καθοδηγήσει και να μας στηρίξει. Εμείς, οι έσχατοι Χριστιανοί, δεν έχουμε δίπλα μας αγίους ανθρώπους για να μας δείξουν τον δρόμο, ζωντανοί προς ζωντανούς, όπως γινόταν παλιά. Έχουμε όμως σε αφθονία κάτι που δεν το είχαν οι παλιοί, έχουμε τα βιβλία των αγίων. Ο Θεός οικονομεί για την κάθε γενεά με αγάπη και δικαιοσύνη. Ας επωφεληθούμε λοιπόν, από το μερίδιο το δικό μας. Ο Θεός κάνει και σήμερα θαύματα, όπως παλιά και θα μας σώσει, αν δεν συμβιβασθούμε με κανένα ψέμα και αν αποφασίσουμε ''πάντα παθείν διά την ευσέβειαν''. Αν θέλουμε να μείνουμε αληθινοί μαθητές του Χριστού στα χρόνια των μεγάλων θλίψεων που έρχονται, πρέπει να πάρουμε την απόφαση να είμαστε αληθινοί σε όλα, έστω και αν χρειαστεί να μείνουμε μόνον δύο ή τρεις συνηγμένοι στό Όνομά Του. Το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας, δεν έφερε μέχρι τώρα κανένα εμφανές αποτέλεσμα. Είναι όμως τόσο επίκαιρα, τα όσα είναι γραμμένα σ’ αυτό, ώστε πολλοί θα νομίσουν ότι το έγραψα σήμερα και όχι πριν από 27 ολόκληρα χρόνια. Εν τούτοις, το κείμενο παραμένει αναλλοίωτο, όπως ακριβώς τυπώθηκε το 1964. Ούτε γράμμα δεν έχει αλλάξει. Το μόνο καινούργιο είναι αυτός ο πρόλογος. Σήμερα, φυσικά δεν πιστεύω, ότι μπορεί να αναχαιτισθεί το κακό. Θέλω, μόνο να μην χαθεί η μαρτυρία της αλήθειας. Αυτό είναι το δικό μας ανθρώπινο καθήκον. Τα υπόλοιπα, τα ξέρει μόνον ο Θεός. Δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο σημεία του κειμένου, που πρέπει να διορθωθούν. Το πρώτο είναι στη σελίδα 35. Γράφω: ''Ο λόγος για τον οποίον απεφασίσθη η εισαγωγή του νέου ημερολογίου στην Ελλάδα, ούτε αστρονομικός, ούτε θεολογικός ήταν''. Ότι ο λόγος δεν ήταν αστρονομικός είναι αλήθεια, αλλά ότι δεν ήταν, ούτε θεολογικός είναι λάθος. Η αλλαγή του ημερολογίου ήταν η πρώτη πράξη του Οικουμενισμού, η πρώτη εμπράγματη εφαρμογή του. Με την εισαγωγή του δυτικού εορτολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδος πραγματοποιήθηκε η εορτολογική ένωσή της με τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Τα στάδια της ενώσεως των Ανατολικών με τους Δυτικούς είχαν περιγραφεί επίσημα στην περίφημη εγκύκλιο ''προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού'', που κυκλοφόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ όλες τις αερετικές και ορθόδοξες Εκκλησίες το 1920, τέσσερα χρόνια πριν από την αλλαγή του ημερολογίου στην Ελλάδα (βλέπε Ι. Καρμίρη, ''Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας'', τόμος β΄). Στην εγκύκλιο αυτή, η αλλαγή του εορτολογίου περιγράφεται σαν το πρώτο βήμα, η πρώτη φάση της ενώσεως των Εκκλησιών, που πρέπει να προηγηθεί όλων των άλλων. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να διορθωθεί είναι στη σελίδα 95, εκεί που γράφω για τις ρωσικές Εκκλησίες. Η διαφορά ανάμεσα στο Πατριαρχείο της Μόσχας και την Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς, που δεν έχει εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο, δεν ήταν τόσο επιφανειακή, όσο νόμισα τότε. Το Πατριαρχείο της Μόσχας ταυτίστηκε με το αντίθεο κομμουνιστικό κράτος το 1927 επί Σεργίου, που έγινε Πατριάρχης, επειδή δέχθηκε να διακηρύξει τα εντελώς αντίθετα απ’ όσα είχε διακηρύξει η Σύνοδος του 1917-18 και ο Πατριάρχης Τύχων, που μαρτύρησε δηλητηριασμένος το 1925. Μέχρι σήμερα, το Πατριαρχείο Μόσχας είναι υπάκουα υποταγμένο στο σοβιετικό κράτος από το οποίο και χρηματοδοτείται. Τι δρόμο θα ακολουθήσει στο μέλλον η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς δεν το ξέρω, ένα είναι βέβαιο, το 1983 η Εκκλησία αυτή αναθεμάτισε επίσημα την αίρεση του Οικουμενισμού και όσους κοινωνούν μ’ αυτήν. Ο αναθεματισμός αυτός πήρε κεντρική θέση στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και διαβάζεται έκτοτε επίσημα σε κάθε ορθόδοξο ναό την Κυριακή της Ορθοδοξίας μαζί με τα άλλα αναθέματα των από αιώνων αιρετικών. Όσα έγιναν μέσα στα 27 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη έκδοση, δικαίωσαν την κάθε γραμμή του βιβλίου αυτού. Υπήρξαν διάσημοι πνευματικοί τότε που, όταν διάβασαν τα χειρόγραφα εισηγήθηκαν στους εκδότες ή να μη δημοσιευθεί το βιβλίο ή να αλλάξει, για να μη φέρει χωρίς λόγο ταραχή στην Εκκλησία. ''Μετά από κάθε κακοκαιρία έλεγαν, ξαναβγαίνει ο ήλιος. Μόλις πεθάνει ο Αθηναγόρας, η Ορθοδοξία θα ξαναλάμψει στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως''. Ο Αθηναγόρας πέθανε, αλλά η Ορθοδοξία δεν ξαναέλαμψε, ούτε και θα ξαναλάμψει στα Πατριαρχεία της Ανατολής, όπως δεν ξαναέλαμψε δέκα αιώνες τώρα στο Πατριαρχείο της Ρώμης.


 

Η αδιάκριτη αισιοδοξία των πνευματικών 

είναι μια από τις αιτίες της αδράνειας των ορθοδόξων μπροστά στην αποστασία των ποιμένων τους, 

που προφήτεψε ο Απόστολος Παύλος (Β΄ Θεσσ. β΄3). 

Ο Κύριος δεν ήταν καθόλου αισιόδοξος για την εξέλιξη των γεγονότων και μας είχε εξηγήσει, 

όπως εξ’ άλλου και όλοι οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, 

ότι, όσο περνάει ο καιρός και θα πλησιάζει η ένδοξη Δευτέρα Παρουσία 

και η ανάσταση και η ανακαίνιση των πάντων, 

θα πηγαίνουμε από το κακό στό χειρότερο, 

σε σημείο να κινδυνεύσουν στο τέλος να χαθούν και οι εκλεκτοί. 

«Πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών, άρα ευρήσει την πίστην επί της γής;» (Λουκ. ιη΄, 8). 

Στο τέλος, είπε ο Κύριος, η ανθρωπότητα θα είναι όπως ήταν στις μέρες του Νώε 

και στις μέρες του Λωτ, δηλαδή Σόδομα και Γόμορα (Λουκ. ιζ΄ 26, 28). 

Η αποστασία των ποιμένων δεν θα αφήνει τους ποιμενόμενους να ανανήψουν, 

διότι θα τους ζητούν να κάνουν υπακοή σ’ αυτούς, 

που οι ίδιοι δεν κάνουν υπακοή στο Χριστό,

τον οποίο οι περισσότεροι, ούτε αγαπούν, ούτε καν πιστεύουν σ’ Αυτόν.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Πρόλογος εκ του βιβλίου του Αλέξανδρου Καλόμοιρου: ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ''. 
Ταπεινές σκέψεις ενός Ορθοδόξου για τις προσπάθειες ενώσεως της Μιας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις δήθεν Εκκλησίες της Δύσεως. 
Εκδόσεις ''Ζέφυρος,'' Β' έκδοση 1995, σελίδες 3 - 5. 
Ο Πρόλογος αυτός γράφηκε τον Απρίλιο του 1989, ένα περίπου χρόνο πριν τον θάνατο του συγγραφέα. 
Στην φωτογραφία της ανάρτησης, ο προηγούμενος αρχιμανδρίτης της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, 
άγιος Γέροντας π. Ευθύμιος Εσφιγμενίτης. Να έχουμε την ευχή του.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος


1 σχόλιο:

  1. ''Εμείς, οι έσχατοι Χριστιανοί, δεν έχουμε δίπλα μας αγίους ανθρώπους για να μας δείξουν τον δρόμο, ζωντανοί προς ζωντανούς, όπως γινόταν παλιά. Έχουμε όμως σε αφθονία κάτι που δεν το είχαν οι παλιοί, έχουμε τα βιβλία των αγίων''
    Δε συμφωνώ με το πρώτο σκέλος της φράσης,επειδή και σήμερα ΑΚΟΜΗ έχουμε αγίους ανθρώπους ανάμεσά μας αλλά αθόρυβα εργάζονται μέρα και νύχτα. Μόνο που είναι ελάχιστοι,και δυσεύρετοι. Και στην εποχή των μεγάλων πατέρων υπήρχε η ίδια αντίληψη ότι δεν υπάρχουν,αλλά υπήρχαν. Αν πραγματικά θέλεις να σωθείς και το ζητήσεις από το Θεό σου στέλνει άνθρωπο ή μάλλον σε στέλνει σε άνθρωπο προς θεραπεία. Την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού εκτός από φτωχούς,χωριάτες,χωρίς περγαμηνές και αναγνωρισιμότητα που διέκριναν την αγιότητα του,ποιός από τους ΄μεγάλους΄τον αναγνώρισε εν ζωή,του συμπαραστάθηκε,ελάχιστοι.. Νομίζω δε πρέπει ακόμη να μηδενίζουμε τα πάντα,ΑΚΟΜΗ υπάρχει μαγιά και η πίστη δεν έχει χαθεί από φλογερούς πλην αθόρυβους ταπεινούς εργάτες του Ευαγγελίου,να παρακαλάμε να τους κρατάει εν ζωή για να μας βοηθάνε,να μας ενθαρρύνουν,να μας οικοδομούν γιατί τους έχουμε ανάγκη,γιατί αν δεν υπάρχουν τότε αλίμονο μας.. Σίγουρα τα κείμενα που έχουμε στη διάθεση μας είναι πολύτιμοι οδηγοί,είναι κι αυτά μια παρακαταθήκη και απλανείς οδηγοί για μια κοινωνία που εν πολλοίς συσχηματίζεται με το κοσμικό φρόνημα. Ο Χριστός να μας φωτίζει και να μας στέλνει περισσότερους εν ζωή πνευματικούς οδηγούς,αλλά κι εμείς με τη σειρά μας για να μας στείλει πρέπει να ομολογούμε με το τρόπο του ο καθένας την ορθή πίστη μας με κάθε εύλογο τρόπο. Αν είμαστε αδιάφοροι και λιγοστεύουμε δε χρειάζονται περισσότεροι αν δε τους..θέλουμε,τους καλεί κοντά του ο Χριστός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή