«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024
«ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ Α'»: ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο
Έχεις κι έναν πέμπτο δρόμο μετάνοιας, εύκολο κι αυτόν, με τον οποίο μπορείς ν' απαλλαχθείς από το βάρος των αμαρτιών.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ: «ΑΣΚΗΤΙΚΑ» - ΛΟΓΟΣ Ε': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΣΘΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Α')
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του αγίου Ισαάκ του Σύρου:
«Ασκητικά»
εκδόσεις «Μαρίας Β. Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 23-26.
Φωτοτυπική ανατύπωσις της εκδόσεως 1871.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Χάριτι Θεού προβαίνουμε στην ηλεκτρονική μεταφορά αποσπασματικών αναρτήσεων, από το πασίγνωστο έργο του αγίου αββά Ισαάκ του Σύρου «ΑΣΚΗΤΙΚΑ», από φωτοτυπική ανατύπωση του 1871, που επιμελήθηκαν οι εκδόσεις «Ρηγοπούλου». Το βιβλίο μπορεί να αναγνωσθεί στο διαδίκτυο σε μορφή PDF, ωστόσο θεωρήσαμε, πως για την αποτελεσματικότερη ανάγνωσή του, θα ήταν, ίσως, καλύτερα να αναγνωσθεί σε τακτικές αποσπασματικές αναρτήσεις, ίσως για να γίνει πιο κατανοήσιμο. Τα «ΑΣΚΗΤΙΚΑ» ήταν και το βιβλίο που συνιστούσε συνεχώς και επιμόνως ο αγαπημένος μας Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, λέγοντας: «Να διαβάζετε καθημερινά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο. Εγώ πολύ ωφελήθηκα από αυτά που γράφει. Ένα μικρό κομμάτι κάθε μέρα...». Ο όσιος καταγόταν από γονείς Σύρους. Γεννήθηκε στη Νινευΐ της Μεσοποταμίας ή κατά τη γνώμη άλλων κοντά στην Έδεσσα της Συρίας. Ενώ ήταν στο απόγειο της νεότητός του, άφησε τον κόσμο και εγκαταστάθηκε μαζί με τον αδελφό του σε ένα κοινόβιο της περιοχής. Εκεί φόρεσε το αγγελικό σχήμα του μοναχού και ασκήθηκε με κοπιώδεις αγώνες στις αρετές της μοναχικής ζωής. Αργότερα, πλέον ώριμος πνευματικά, αποχώρησε σε ένα ερημικό και ήσυχο μέρος, όπου κατοίκησε μόνος με μόνο τον Θεό. Επιδόθηκε με ζήλο στη νοερή προσευχή και αξιώθηκε από το Θεό μεγάλων χαρισμάτων. Στα κείμενά του σημειώνει πως για μεγάλο χρονικό διάστημα δέχθηκε πολλούς πειρασμούς στο ερημητήριό του και πληγές από τα πονηρά πνεύματα, αλλά πάντοτε με τη βοήθεια της θείας Χάριτος τα υπερκερούσε και ενδυνάμωνε πνευματικά και ψυχικά. Ο «Ευεργετινός» είναι γεμάτος από αποσπάσματα των Λόγων του. Σ' αυτόν άλλωστε παραπέμπει ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός στα έργα του, που δημοσιεύονται στην «Φιλοκαλία», ο 'Οσιος Νικηφόρος ο Μονάζων, διδάσκαλος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και ο 'Αγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο οποίος συνιστά στους Ησυχαστές την μελέτη των Λόγων του. Ο 'Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς άλλωστε σημειώνει: «...καρπόν της προσευχής ο 'Αγιος Ισαάκ προσηγόρευσε τον φωτισμόν· φησί γαρ [ο ῞Αγιος Ισαάκ], «καθαρότης εστί νοός, εφ' η διαυγάζει εν τω καιρώ της προσευχής το φως της Αγίας Τριάδος· και τότε ο νους υπεράνω της προσευχής γίνεται και ου δεί καλείν ταύτην προσευχήν, αλλά τοκετόν της καθαράς προσευχής, της διά του Πνεύματος καταπεμπομένης» και πάλι «προσευχή εστί καθαρότης νοός, ήτις μόνη εκ του φωτός της Αγίας Τριάδος μετ' εκπλήξεως τέμνεται...». Ευχόμαστε στους αναγνώστες μας την καλή και εποικοδομητική ανάγνωση, προς πνευματική τέρψη και καρποφορία των λόγων που δίδαξε ο ουρανοπολίτης αυτός, παραδομένος πλήρως στον Θεό, ερημίτης.
Γ. Δ.
ΛΟΓΟΣ Ε': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΣΘΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΚΑΙ ΕΞ ΟΛΩΝ, ΟΣΑ ΘΟΛΩΝΟΥΣΙ ΚΑΙ ΣΚΟΤΙΖΟΥΣΙ ΤΟΝ ΝΟΥΝ
Ο ΘΕΟΣ έδωκε πολλήν τιμήν εις τους ανθρώπους δια της μαθήσεως των δύο νόμων του τε φυσικού και του γραπτού, δια της οποίας μαθήσεως εχάρισεν εις αυτούς φωτισμόν, και πανταχόθεν ήνοιξεν εις αυτούς πάσαν κεκλεισμένην θύραν, ίνα εισέλθωσιν εις την σωτηριώδη επίγνωσιν του Θεού. Θέλεις πιστόν μάρτυρα δια τα ειρημένα; συ ο ίδιος γενού εις εαυτόν, και δεν θέλεις απωλεσθή· εάν δε θέλης και έξωθεν να γνωρίσης τούτο, έχεις άλλον διδάσκαλον και μάρτυρα, ίνα σε οδηγήση απλανώς εις την οδόν της αληθείας.
Ο συγκεχυμένος και τεθολωμένος νούς δεν δύναται ν’ αποφύγη την λήθην, και η σοφία του Θεού δεν ανοίγει την εαυτής θύραν εις τον τοιούτον νούν. Όστις δυνηθή να εννοήση ακριβώς, εις τι απολήγει όλων των πραγμάτων το τέλος, αυτός άλλον διδάσκαλον δεν χρειάζεται, ίνα μάθη παρ’ αυτού την αποφυγήν των βιωτικών πραγμάτων. Ο εν αρχή υπό του Θεού δοθείς νόμος εις τον άνθρωπον, είναι η θεωρία των ποιημάτων αυτού· ο δε γραπτός νόμος προσετέθη ακολούθως μετά την παράβασιν του Αδάμ.
Όστις δεν απομακρύνει εαυτόν θεληματικώς από τα αίτια των παθών, σύρεται άκων και μη βουλόμενος υπό της αμαρτίας· τα δε αίτια της αμαρτίας είναι ταύτα, ο οίνος, αι γυναίκες, ο πλούτος και η ευρωστία του σώματος· όχι ότι αυτά φυσικώς είναι αμαρτίαι· αλλ’ ότι η φύσις του ανθρώπου εκ τούτων ευκόλως κλίνει εις τα πάθη της αμαρτίας, και δια τούτο ο άνθρωπος οφείλει να παραφυλάττηται καλώς εκ τούτων. Εάν πάντοτε ενθυμήσαι την ιδίαν σου ασθένειαν, δεν θέλεις παραβή τον όρον της εκ τούτων προφυλάξεως.
Εις μεν τους ανθρώπους είναι μισητή η πτωχεία, εις δε τον Θεόν πολύ περισσότερον είναι μισητή η υπερήφανος ψυχή, και ο υψηλά φρονών νους. Εις μεν τους ανθρώπους είναι τίμιος ο πλούτος, εις δε τον Θεόν η συντετριμμένη και τεταπεινωμένη ψυχή. Όταν θέλης να κάμης αρχήν θεαρέστου τινος εργασίας, ετοίμασον πρώτον τον εαυτόν σου εναντίον των πειρασμών, οίτινες μέλλουσι να σοι συμβώσι, και μη διαστάσης ποσώς·
διότι συνήθειαν έχουσιν οι εχθροί, όταν ίδωσι τινά ν’ αρχίση μετά θερμής πίστεως καλήν τινα πολιτείαν, δια διαφόρων τρόπων και φοβερών πειρασμών να εμποδίσωσιν αυτόν, ίνα ούτος φοβηθή εις την αρχήν, και ψυχρανθή η καλή αυτού προαίρεσις, και μη έχη πλέον ποσώς του λοιπού θερμότητα τινά προς εκτέλεσιν της θεαρέστου ταύτης εργασίας· όχι διότι έχουσι τόσην δύναμιν οι εχθροί ημών δαίμονες, (διότι εάν το πράγμα είχεν ούτω, δεν ηδύνατο ποτέ τις να πράξη το καλόν), συγχωρούνται όμως υπό του Θεού, καθόσον είμεθα πεπληροφορημένοι καλώς απο του δικαίου Ιώβ.
Συ λοιπόν ετοιμάζου ν’ απαντήσης ανδρείως τους πειρασμούς, οίτινες αντίκεινται εις τας αρετάς, και τότε άρχου της εργασίας αυτών· καθότι εάν δεν προετοιμασθής εις απόκρουσιν των πειρασμών, άπεχε εκ της εργασίας των αρετών. Όταν ο άνθρωπος διστάζη να πιστεύση, ότι έχει τον Θεόν βοηθόν εις την καλήν εργασίαν των αρετών, αυτός φοβείται και εκ της ιδίας αυτού σκιάς, και εν καιρώ της ευθηνίας και πλησμονής ευρίσκεται πεινασμένος, και εν καιρώ της ιδίας αυτού γαλήνης πληρούται από ζάλην και ταραχήν·
όστις όμως ελπίζει εις την βοήθειαν του Θεού, ενδυναμούται κατά την καρδίαν· οι δε άνθρωποι θέλουσι τιμήσει αυτόν, και οι εχθροί αυτού θέλουσιν επαινέσει αυτόν. Αι εντολαί του Θεού είναι τιμιώτεραι αφ’ όλους τους θησαυρούς του κόσμου, και όστις φυλάττει αυτάς, εντός αυτών ευρίσκει τον Θεόν. Όστις φοβείται τας αμαρτίας, αυτός θέλει διαβή άνευ προσκόμματος την επίφοβον οδόν, και εν καιρώ σκότους έμπροσθεν και εντός αυτού θέλει εύρει φως ιλαρόν· του φοβουμένου τας αμαρτίας ο Κύριος φυλάττει τα διαβήματα, και εν καιρώ παραπτώματος θέλει προφθάσει αυτόν το έλεος του Θεού.
Όστις λογίζεται τα αμαρτήματα αυτού μικρά και ποταπά, πίπτει εις άλλα μεγαλύτερα και χειρότερα των πρώτων, και επταπλασίως θέλει τιμωρηθή. Όστις αδιαλείπτως επασχολείται εις την θεωρίαν του Θεού, αυτός αποκτά αυτόν θησαυροφύλακα· ο δε επιθυμών τα πανάγια αυτού θελήματα, θέλει έχει οδηγούς τους επουρανίους αγγέλους. Σπείρε την ελεημοσύνην σου μετά ταπεινώσεως, και θέλεις θερίσει εν ημέρα κρίσεως έλεος. Όσων αμαρτημάτων χάριν απώλεσας το καλόν, διά της αποχής αυτών πάλιν απέκτησον αυτό.
Οβολόν χρεωστείς εις τον Θεόν, δεν δέχεται παρά σου αντ' αυτού μαργαρίτην, δηλαδή την σωφροσύνην απώλεσας, δεν δέχεται ο Θεός παρά σου την ελεημοσύνην, εν όσω συ επιμένεις εις την πορνείαν' διότι ο Θεός θέλει παρά σου τον αγιασμόν του σώματος' επειδή παρέβης την εντολήν του Θεού, χωρίς να σκεφθής, ότι δι' αυτήν και μόνην΄αφήκας την κτήσιν του κόσμου' και διά τι αφήκας την σωτηρίαν της ψυχής σου, και ήλθες να πολεμήσης δι' άλλα;
Είπεν ο άγιος Εφραίμ, ότι εν καιρώ του θέρους μη αντιπολεμής την καύσιν του ηλίου με ενδύματα του χειμώνος' ούτως έκαστος εξ ημών ό,τι σπείρει, τούτο θέλει και θερίσει' και πάσα ασθένεια διά των ιδίων αυτής φαρμάκων θεραπεύεται' και συ τυχόν ενώ νικάσαι υπό του πάθους του φθόνου, διά τι αγωνίζεσαι και πολεμείς τον ύπνον;
Εν όσω το αμάρτημά σου είναι μικρόν και εισέτι τρυφερόν, εκρίζωσον αυτό, πριν ή πλατυνθή και ωριμάση' όταν σοι φαίνεται μικρόν το ελάττωμά σου, μη αμελήσης αυτό' επειδή προϊόντος του χρόνου θέλεις εύρει αυτό τύραννον απάνθρωπον, και ως αιχμάλωτος δούλος θέλεις τρέχει δέσμιος έμπροσθεν αυτού' όστις όμως εξ αρχής αγωνισθή κατά του πάθους αυτού, ταχέως θέλει νικήσει αυτό.
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΛΟΓΟΙ:
Α'. Περί αποταγής και μοναχικής πολιτείας
Β'. Περί απαρνήσεως κόσμου και αποχής της προς τους ανθρώπους παρρησίας
Γ'. Περί αναχωρήσεως, και ότι δεν πρέπει να δειλιώμεν και να φοβώμεθα, αλλά να στηρίζωμεν την καρδίαν εις την προς Θεόν πεποίθησιν, και να έχωμεν θάρρος και αδίστακτον πίστιν, ως έχοντες φρουρόν και φύλακα τον Θεόν
Δ'. Περί του πόθου του κόσμου
Ε'. Περί του απομακρύνεσθαι εκ του κόσμου, και εξ όλων, όσα θολώνουσι και σκοτίζουσι τον νουν
ς'. Περί της ωφελείας της προερχομένης εκ της φυγής του κόσμου
Ζ'. Περί τάξεως και καταστάσεως των αρχαρίων, και όσα άλλα ανήκουσιν εις αυτούς
Η'. Περί λεπτής τάξεως της διακρίσεως
Θ'. Περί τάξεως της μοναχικής πολιτείας συντομίας τε και διαφοράς και πώς, και τίνι τρόπω γεννώνται αι αρεταί η μία από την άλλην
Ι'. Περί του δια τίνος τρόπου φυλάττεται το κάλλος της μοναχικής πολιτείας, και τις είναι ο τρόπος της δοξολογίας του Θεού
ΙΑ'. Περί του ότι δεν πρέπει ο δούλος του Θεού, όστις επτώχευσεν από τα του κόσμου, και εξήλθεν εις αναζήτησιν του Θεού, επειδή δεν έφθασεν εις την επίγνωσιν της αληθείας, να φοβηθή και να παύση πλέον από την αναζήτησιν του Θεού, και να ψυχράνη την θέρμην αυτού, την γεννωμένην από τον θείον πόθον και την έρευναν των θείων μυστηρίων, από τα οποία αίτια του φόβου αυτού συμβαίνει να ταράττηται ο νους δια της ενθυμήσεως των παθών
ΙΒ'. Περί του πώς οφείλει να κάθηται ο διακριτικός εις την ησυχίαν
ΙΓ'. Περί του ότι είναι ωφέλιμος εις τους ησυχαστάς η αργία από τας φροντίδας, και επιζήμιος η είσοδος και η έξοδος εκ του κελλίου αυτών
ΙΔ'. Περί αλλαγής και τροπής, της γινομένης εις τους οδεύοντας την οδόν της ησυχίας, ήτις είναι ωρισμένη υπό του Θεού
ΙΕ'. Περί των ησυχαστών, πότε άρχονται να γνωρίζωσι, που έφθασαν δια των πνευματικών αυτών κόπων, πλέοντες την απέραντον θάλασσαν της ησυχαστικής ζωής, και πότε δύνανται να ελπίσωσιν ολίγον, ότι οι κόποι αυτών ήρχισαν να δίδωσιν εις αυτούς καρπούς
Ις'. Περί των τρόπων των αρετών
ΙΖ'. Περί ερμηνείας των τρόπων της αρετής, και ποία είναι η δύναμις και η διαφορά εκάστου
ΙΗ'. Περί του πόσον γίνεται το μέτρον της γνώσεως, και τα μέτρα τα περί της πίστεως
ΙΘ'. Περί πίστεως και ταπεινοφροσύνης
Κ'. Περί του, πόσην τιμήν έχει η ταπεινοφροσύνη, και πόσον ο βαθμός αυτής είναι ανώτερος [...]
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του αγίου Ισαάκ του Σύρου:
«Ασκητικά»
εκδόσεις «Μαρίας Β. Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 23-26.
Φωτοτυπική ανατύπωσις της εκδόσεως 1871.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (Β)
«Μεγάλες μορφές και Μεγάλες Στιγμές του ΄21».
Δεύτερη έκδοση: «Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ», Απρίλιος 2021, σελ. 500-503.
«Και το βιβλίο αυτό είναι καρπός ευγνωμοσύνης προς τους πολυπληθείς ακροατές/μαθητές μου του «Λαϊκού Πανεπιστημίου», που κατακλύζουν κάθε Τρίτη την αίθουσα τελετών της γεραράς «Εταιρείας Φίλων του Λαού», για να ακούσουν πέμπτη χρονιά φέτος τα μαθήματά μου, παρά το νυκτερινό της ώρας (7-9 μ.μ.).
Στα μαθήματα αυτά προσέρχονται παιδιά όλων των ηλικιών, από 20 έως 85 ετών. Άλλα κρατούν σημειώσεις, άλλα κρατούν μαγνητόφωνα.
Αυτά μου έδωσαν το έναυσμα, το ερέθισμα και την ώθηση να δώσω στις παραδόσεις μου μορφή βιβλίου.
Την πρώτη χρονιά εδίδαξα έναν κύκλο μαθημάτων υπό τον τίτλο Το βυζαντινό ναυτικό, που πήρε μορφή καλαίσθητου βιβλίου από τις εκδόσεις Ιω. Σιδέρη (2007), τη δεύτερη χρονιά εδίδαξα τους πολιτικούς θεσμούς και τα πολιτικά σώματα της σπαρτιατικής πολιτείας, την τρίτη την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου,
που το 2008/09 σε πολύ διευρυμένη μορφή και με σπάνια βιβλιογραφία εκδόθηκε από τις Εκδόσεις ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΩΝ - ΚΑΡΤΕΡΗΣ, την τέταρτη χρονιά παρέδωσα «Το λυκόφως της Σπάρτης»,
που μαζί με τις προηγούμενες παραδόσεις μου αποτέλεσαν την πρωταρχική μαγιά για να συγγραφεί και να εκδοθεί το δίτομο έργο μου Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης (Gutenberg, 2006).
Πέρσι είχα την ευκαιρία να διδάξω τρεις κύκλους μαθημάτων: α) Οι Τούρκοι και το Βυζάντιο, β) Το τουρκικό imperium και γ) Τουρκοκρατία, που πήραν μορφή βιβλίου και εκδόθηκαν σε καλαίσθητη μορφή από τις εκδόσεις Λεωνίδα Γεωργιάδη.
Τα φετινά μαθήματα θα είναι αφιερωμένα στην Ελληνική Επανάσταση. Αλλά το βιβλίο αυτό δεν εξετάζει καταλεπτώς το μεγάλο εκείνο γεγονός.
Περιορίζεται αυστηρώς σε όσα προτίθεμαι να παραδώσω και αυτά είναι ό,τι λέγει ο τίτλος: Μεγάλες μορφές και μεγάλες στιγμές του '21.
Όχι όλος ο Αγώνας στην πολυμορφία και την πολύπτυχη διάστασή του.
Οι βασικοί λόγοι είναι δύο: Εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να συμπεριληφθεί όλος ο Αγώνας σε σειρά δίωρων -ανά δεκαπενθήμερο- μαθημάτων ενός εξαμήνου και, δεύτερον -πέρα από άλλες εκδοτικές μου δραστηριότητες- μία τρίτομη ή τετράτομη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως,
που θα εξετάζει εξονυχιστικά, με πνεύμα κριτικό και -στο μέτρο του ανθρώπινα δυνατού- αντικειμενικά κάθε γεγονός, είτε αυτό είναι στρατιωτικό, είτε πολιτικό, είτε διπλωματικό.
Και για τον λόγο αυτό υπάρχει ένας διαχωρισμός:
Στους δύο πρώτους τόμους εξετάζονται τα στρατιωτικά γεγονότα και στον τρίτο τα πολιτικά, διπλωματικά, οικονομικά γεγονότα, καθώς και ό,τι μπορεί να έχει σχέση με την οργάνωση της παιδείας στη διάρκεια της πολυχρονίου πολεμικής δοκιμασίας.
Το βιβλίο αυτό, λόγω όγκου και τεράστιου κόστους, μόνο αν βρεθεί χορηγός θα καταστεί εφικτό να εκδοθεί.
Ευελπιστούμε ότι κάποιος θα συνδράμει.
Όχι πάντως η ελληνική πολιτεία.
Αυτή με τίμησε και με τιμά με το υπέρτατο βραβείον: «το κώνειον»!
(Απόσπασμα εκ του προλόγου)
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Σαράντου Καργάκου: «Νεότερη Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β'»,
Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Σε κάθε επανάσταση γίνονται αγριότητες. Φυσικά, πάμπολλες έγιναν και στη διάρκεια της Επαναστάσεως του '21.
Αλλά το μεγαλείο του '21 συνίσταται όχι μόνο στα μεγάλα έργα, αλλά και στο γεγονός αυτοί που είδαν, αυτοί που συμμετείχαν,
αυτοί που διέπραξαν και τα φρικτά έργα, δεν τα απέκρυψαν' τα απεκάλυψαν και τα στιγμάτισαν.
Έχω διαβάσει σχεδόν όλα όσα έχουν γράψει οι πρωταγωνιστές των επαναστάσεων από τον 18ο ως τον 20ο αι.
Πουθενά ή σπάνια υπάρχει στα κείμενά τους ομολογία εγκλήματος.
Δεν έχω αφήσει αδιάβαστο κανένα βιβλίο απ' όσα έγραψαν οι μεγάλοι Γερμανοί και Σοβιετικοί πολέμαρχοι.
Οι μεν μπορεί να κατηγορούν τους δε για αγριότητες, αλλά ποτέ τον εαυτό τους.
Οι Γερμανοί απλώς γράφουν πως, ό,τι κακό γινόταν, διεπράττετο εν αγνοία τους.
Τους έλειψε το θάρρος της ομολογίας. Στους αγωνιστές του '21, όχι.
Ας επανέλθουμε, όμως, στον Μακρυγιάννη. Μετά την επίθεση εναντίον της Άρτας, ασθένησε και πήγε στο Μεσολόγγι προς θεραπεία. Μετά την ανάρρωσή του έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις της Αν. Στερεάς, άρχισε να εξελίσσεται σε μικροκαπετάνιο και να δρα κάτω από τη βαριά σκιά του Ανδρούτσου. Παρότι Ανδρούτσος και Γκούρας τον έκαναν πολιτάρχη στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης δεν διστάζει να στιγματίσει τη φιλαργυρία, τη σκληρότητα και την τυραννική άσκηση της εξουσίας τους, χωρίς να παραβλέπει τη στρατιωτική αξία τους.
Ο Μακρυγιάννης δεν ήθελε τη στρατιωτική, ήθελε μια πολιτική εξουσία, μια κυβέρνηση που να συντονίζει τα πάντα. Γι' αυτό με τους λίγους άνδρες του στις 25 Οκτωβρίου 1823 κατέβηκε στην Πελοπόννησο και έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία του Βουλευτικού. Ήταν υπέρ της πολιτικής νομιμότητας. Γράφει: «Και οι Γύφτοι νάχουν την κυβέρνησιν, εγώ θα υποτάζωμαι» (ό.π., σ.133). Ήδη, όμως, το χάσμα είχε ανοίξει. Οι συγκρούσεις άρχισαν και σ' αυτές έλαβε μέρος στο πλευρό της κυβερνήσεως και ο Μακρυγιάννης.
Στη Δαλαμανάρα μάλιστα πολέμησε εναντίον του Νικηταρά. Η κατάσταση, πάντως, του προκαλεί οδύνη. «Μοιράστηκαν οι καλοί πατριώτες να προκόψουν την πατρίδα» γράφει πικρά (ό. π., σ.106). Συμμετέχει, αλλά ψυχικά απέχει. Όταν ο Ανδρ. Ζαϊμης στη δεύτερη φάση του Εμφυλίου τον καλεί κοντά του έναντι μισθού χιλίων γροσίων τον μήνα, ο Μακρυγιάννης, αηδιασμένος από το άσκοπο αιματοκύλισμα, του απαντά: «Πενήντα χιλιάδες να μου δώσετε, κρέας διά Εμφύλιον πόλεμον δεν πουλώ» (ό.π., σ.118).
Ωστόσο, παρά τα υπέροχα αυτά λόγια, εξακολουθούσε να υπηρετεί την κυβέρνηση Κουντουριώτη και του Μαυροκορδάτου, που δεν παύει, ωστόσο, στα Απομνημονεύματα να κακολογεί, χωρίς πάλι να δικαιώνει και την άλλη πλευρά: «Μούτζες και στρούτζες νάχουν και τόνα μέρος και τ' άλλο» γράφει απογοητευμένος (ό.π., σ.126). Είναι κι αυτός βουτηγμένος στη διαμάχη.
Αφού για κάποιο διάστημα έμεινε στην Ύδρα για λόγους προστασίας και ο Κουντουριώτης του έδωσε βαθμό αντιστρατήγου, θόλωσε από τον βαθμό η πνευματική του όραση κι έκανε εκστρατεία στα ενδιάμεσα της Μεσσηνίας, όπου παραλίγο να συλληφθεί. Με τους λίγους συντρόφους του επέστρεψαν στην Τριπολιτσά κι από εκεί στο Ναύπλιο. Εξήγησε στα μέλη της κυβερνήσεως ότι το μεγαλύτερο μέρος του Μοριά στέκεται στο πλευρό του Κολοκοτρώνη και πως οι κυβερνητικοί με τις υπάρχουσες δυνάμεις είναι αδύνατον να υπερισχύσουν.
Και τότε του ανετέθη μια θλιβερή αποστολή: να γίνουν ώστε να έλθουν ρουμελιώτικα στρατεύματα στον Μοριά, για να νικήσουν τους «στασιαστές». Πράγματι, ο Μακρυγιάννης έφθασε στην Αθήνα και συνεννοήθηκε με τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους, που όντως έφθασαν στον Μοριά και επιδόθηκαν σε πόλεμο και άγριες λεηλασίες. Στον Εμφύλιο αυτό συμμετείχαν και ο Γ. Καραϊσκάκης, ο Κ. Τζαβέλας και ο Γιάννης Γκούρας. Τα όσα φρικτά έγιναν τότε περιγράφονται σε αυτόν τον τόμο (Π. Π. Γερμανός, σσ. 115-117, Θ. Κολοκοτρώνης, σσ. 206-211).
Το θλιβερό επακόλουθο όλης αυτής της αδελφοσφαγής ήταν να αχρηστευθεί όλη η πολεμική και πολιτική αφρόκρεμα του Μοριά, ο Ιμπραήμ να βγει τον Φεβρουάριο του 1825, όταν μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και τους λίγους τακτικούς, μπόρεσαν να νικήσουν στους Μύλους της Λέρνης τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ (βλ. πλήρη περιγραφή σε αυτόν τον τόμο, σ. 248-249). Τότε είναι που είπε στον Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ τα αθάνατα λόγια:
...«Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε με έναν τρόπον ότι η τύχη μας έχει εμάς τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και τώρα, όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε' τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν' και όταν κάνουν αυτείνη την απόφαση, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»... (ό.π., τ. Α', σσ. 170-171).
Κι ακόμα σε τέσσερεις Γάλλους αξιωματικούς (ο γαλλικός στόλος ναυλοχούσε στον Αργολικό) που του υπέδειξαν την αδυναμία των Ελλήνων ο Μακρυγιάννης έδωσε την ίδια λεωνίδεια απάντηση:
...«Ξέραμεν ότ' είναι πολλοί αυτείνοι και μαθητικοί [=τακτικοί] κ' έχουν και κανόνια και όλα τα μέσα' εμείς απ' ούλα είμαστε αδύναμοι' όμως ο Θεός φυλάγει και τους αδύνατους' κι αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκεία μας και πολεμούμεν όσο μπορούμεν εναντίον της τυραγνίας' κι ο Θεός βοηθός. Αυτός είναι θάνατος γλυκός, ότι κανένας δεν θα γένη αθάνατος' κι όταν ο Χάρος θάρθη να μας πάρη, όταν θέλη, αρρώστους και δυστυχείς, καλύτερα σήμερα να πεθάνωμεν». Με φίλησε ένας απ' αυτούς και τον φίλησα κι εγώ. Ύστερα φύγαν... (Ό,π., σσ. 173-174).
( Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίου του Σαράντου Καργάκου:
Νεότερη Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β',
<<Μεγάλες μορφές και Μεγάλες Στιγμές του ΄21>>.
Δεύτερη έκδοση: <<Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ>>, Απρίλιος 2021, σελ. 500-503.
Κυριακή 25 Αυγούστου 2024
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντασχιλίων καὶ πλέον ἀνθρώπων, ὁ Χριστὸς διέταξε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μεταβοῦν μὲ τὸ πλοῖο στὴν ἀπέναντι πόλη μέχρι νὰ ἀπολύσει τὸ πλῆθος. Ἀφοῦ ἔφυγε ὁ κόσμος, ὁ Χριστὸς μεταβαίνει σὲ κάποιο ὄρος ὅπου, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τῆς βραδιᾶς, ἀρχίζει νὰ προσεύχεται. Τὸ συνήθιζε αὐτὸ ὁ Κύριός μας. Ζητοῦσε τὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα γιὰ τὴν δική μας φώτιση, μετάνοια καὶ σωτηρία.
Αὐτὴ τὴν ἡσυχία ἔμελλε νὰ ἀγαπήσουν ἀμέτρητοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανὲς καὶ νὰ τὴν ἀναζητήσουν στὶς ἐρήμους καὶ στὰ Μοναστήρια, ὅπου ὡς κεντρικὴ ἀσχολία εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν διὰ μέσου τῆς ἄσκησης καὶ τῆς ἐγκατάλειψης τῶν ἐγκοσμίων ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Μακάριοι καὶ τρισευλογημένοι ὅσοι ἀγάπησαν καὶ ἀφιερώθηκαν στὴν ἡσυχία.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἡσυχία τοῦ ὄρους ὅπου προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς, οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουν μιὰ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ὁ ἄνεμος εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν κατεύθυνσή τους, τὰ κύματα ὑψώνονται ἀπειλητικὰ καὶ ἡ σωτηρία τους εἶναι ἀβέβαιη. Ἄλλη μιὰ φορὰ εἶχε συμβεῖ αὐτό, ἀλλὰ τότε ἦταν καὶ ὁ Διδάσκαλος μαζί τους στὸ πλοῖο. Τότε εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ἄνεμο καὶ στὴ θάλασσα νὰ ἠρεμήσουν καὶ ἐπικράτησε ἡ γαλήνη. Τώρα, ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεὶ γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἐπέτρεψε νὰ μείνουν μόνοι καὶ νὰ δοκιμασθοῦν γιὰ νὰ καταλάβουν τὶ σημαίνει ἀγώνας, τὶ σημαίνει ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμη τῆς πίστης. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ τῆς ζωῆς τους, οἱ Μαθητὲς ἀναζητοῦν ἐντονώτερα τὸν Θεάνθρωπο. Φωνάζουν γιὰ βοήθεια, ἀλλὰ ποιός νὰ τοὺς ἀκούσει στὰ μισὰ τῆς θάλασσας καὶ στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας; Καὶ ὅμως, κάποιος τοὺς ἀκούει∙ Ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε ἀκούει ὅσους Τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ τρέχει πρὸς ὅσους Τὸν καλοῦν.
Τὴν ταραχή τους ἔρχεται νὰ μετατρέψει σὲ μεγάλο τρόμο ἕνα παράδοξο θέαμα: κάποιος περπατάει πάνω στὴ θάλασσα! «Φάντασμα;», σκέφτονται ἀμέσως. Ὥσπου ἀκούγεται ἡ γλυκιὰ φωνή Του: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὁ Κύριος εἶναι καὶ ἦρθε νὰ τοὺς σώσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, καθὼς μόνοι τους δὲν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος Σωτῆρας.
Ὁ πιὸ ἔνθερμος Μαθητής, ὁ Πέτρος, Τοῦ λέει: «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». Τέτοια ἦταν ἡ λαχτάρα του γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἶπε «διάταξέ με νὰ περπατήσω στὴ θάλασσα», ἀλλὰ «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». «Ἔλα» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός. Ἀμέσως, ὁ Πέτρος κατεβαίνει ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπατᾶ στὴ θάλασσα. Οὐσιαστικά, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κατάφερε κάτι τὸ ἀκατόρθωτο. Προσέξτε. Ὄχι μόνος του, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν Ἀνάληψη ἐκφράζεται μὲ τὴν εὐλογία τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Διαδόχων τους. Δυστυχῶς, πολλοὶ ἐνῶ βλέπουν τὸ καλὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ λαμβάνεις τὴν εὐλογία, τὸ ἀκατόρθωτο δηλαδὴ νὰ γίνεται κατορθωτό, σπεύδουν νὰ κινηθοῦν κατὰ τὴν ἀτομική τους βούληση, κάνουν ὅ,τι νομίζουν, ἀποφεύγουν τὴν ὑπακοή. Ἀκόμη, ὅμως καὶ σωστὰ νὰ εἶναι ὅ,σα κάνουν, τοὺς περιμένει ἡ πλήρης ἀποτυχία.
Ὁ Πέτρος, λοιπόν, περπατᾶ στὴ θάλασσα καὶ πλησιάζει τὸν Χριστό. Ὕστερα, ὅμως, ἀρχίζει νὰ βάζει διάφορους λογισμοὺς στὸ μυαλό του∙ «ὤχ, εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἀέρας. Τί κάνω; Δὲν θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ, θὰ πέσω!». Αὐτὰ σκεπτόμενος, πράγματι ἄρχισε νὰ βουλιάζει. Ἂν καὶ δίπλα στὸν Χριστό, δείλιασε καὶ ἔπεσε. Ζήτησε, τότε, ἀμέσως τὴν βοήθειά Του: «Κύριε, σῶσόν με!». Καὶ ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν σήκωσε γλιτώνοντάς τον ἀπὸ τὸν θάνατο.
Αὐτὲς οἱ δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καθρεφτίζουν τὴν ζωὴ ὅλων μας. Ἀφενός, ὅταν ἀπουσιάζει ὁ Χριστὸς ἀπὸ κοντά μας, ἄγρια θαλασσοταραχὴ μᾶς ἀπειλεῖ καὶ κατανοοῦμε πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε. Θλίψη καὶ φόβος γεμίζει τὴν ψυχή μας καὶ τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἀνέβηκε στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἔρχεται, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ μᾶς διατάζει: Ποτὲ μὴν ἀπελπίζεστε. Θάρρος νὰ ἔχετε! Βλέπω τὰ βάσανά σας καὶ εἶμαι δίπλα σας.
Ἀφετέρου, ὅπως ὁ Πέτρος, καὶ ἐμεῖς βλέποντάς Τον νὰ ἔρχεται ὡς Λυτρωτής, μὲ τὴν εὐλογία Του κατεβαίνουμε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ ξεκινᾶμε τὸ ἀκατόρθωτο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων∙ προχωροῦμε σὲ ἕναν ἀγῶνα ὑπὲρ φύσιν μὲ σκοπὸ νὰ φθάσουμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς θεοὶ κατὰ χάριν. Στὴν πορεία, ὅμως, ἐνδεχομένως λογισμοὶ νὰ πειράξουν τὸ μυαλό μας: «ἄραγε θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ;».
Ξέρετε, ὁ λογισμὸς ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς «μυρμηγκολέων». Στὴν ἀρχὴ εἶναι μικρὸς, ἀλλὰ ἂν δὲν τὸν διώξουμε ἀμέσως καὶ τὸν ἀφήσουμε νὰ μεγαλώσει, γίνεται λιοντάρι καὶ μᾶς τρώει. Ἔτσι καὶ τώρα, αὐτοὶ οἱ μικροὶ λογισμοὶ μποροῦν νὰ μᾶς ρίξουν στὴ θάλασσα τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ θανάτου. Ἄν, ὅμως, καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν Πέτρο ζητήσουμε τὴν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό, Ἐκεῖνος θὰ ἁπλώσει φιλάνθρωπα τὸ χέρι Του, θὰ μᾶς σηκώσει καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν αἰώνια Ζωή.
Μετ’ εὐχῶν,
ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
«ΓΟΥΟΚΙΣΜΟΣ»: ΑΦΥΠΝΙΣΗ Ή ΝΕΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ
Αν και διακηρυγμένος στόχος του κινήματος “Woke” είναι η κατάργηση των κοινωνικών διακρίσεων, στην πράξη ο «γουοκισμός» επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια.
του Κώστα Παπαχρήστου
Το λεξικό των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι πάντα δεκτικό σε νέες προσθήκες. Ειδικά αν έχουν την τάση να προκαλούν διχασμούς στην κοινωνία, χωρίζοντάς την σχεδόν μανιχαϊστικά σε «θύτες» και «θύματα» (η λέξη «ρατσισμός», που έφτασε να υπερασπίζεται ακόμα και το «δικαίωμα» των καπνιστών να βλάπτουν την υγεία των άλλων σε δημόσιους χώρους, είναι ένα κλασικό παράδειγμα).
Τα τελευταία χρόνια το λεξικό εμπλουτίστηκε με μια λέξη που ηχεί παράξενα: «γουοκισμός». Αναφέρεται στο λεγόμενο κίνημα “Woke”, που σημαίνει αφύπνιση (ή επαγρύπνηση) απέναντι σε κάθε μορφή διάκρισης εις βάρος των κοινωνικών μειονοτήτων (εθνοτικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών, κλπ). Το “woke” προέρχεται από την αγγλική λέξη “to wake”, που σημαίνει ξυπνώ, αφυπνίζω.
Ο γουοκισμός εστιάζει σε μειοψηφικές κοινωνικές ομάδες τις οποίες θεωρεί ότι υπόκεινται σε «διάκριση» και «καταπίεση». Κάθε ομάδα ορίζεται με βάση ένα κοινό χαρακτηριστικό το οποίο, υποτίθεται, κατωτεροποιεί την ομάδα στη συνείδηση της υπόλοιπης κοινωνίας. Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να είναι το φύλο, η φυλή, η θρησκεία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, κλπ. Η επιχείρηση άρσης της διάκρισης γίνεται σε δύο επίπεδα, ένα ηθικό / ιδεολογικό και ένα πολιτικό.
Κατά πρώτον, τίθεται σε αμφισβήτηση αυτό τούτο το χαρακτηριστικό που ορίζει την ομάδα. Για παράδειγμα, αν η ομάδα περιλαμβάνει άτομα που δυσφορούν για το βιολογικό φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους, η woke απάντηση είναι ότι βιολογικό φύλο δεν υφίσταται ως αντικειμενική έννοια αλλά το «φύλο» ενός ατόμου ορίζεται κατά το δοκούν, με βάση τις επιθυμίες και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ίδιου του ατόμου (θεωρία του «κοινωνικού φύλου»). Σαν άλλο παράδειγμα, η υπεράσπιση του «δικαιώματος» στην (συχνά παράνομη) μετανάστευση επιστρατεύει το ιδεολόγημα των «ανοιχτών συνόρων», αφού «η Γη ανήκει σε όλους».
Σε επόμενο ηθικό/ιδεολογικό επίπεδο, επιδιώκεται η καθολική ενοχοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, εκείνων δηλαδή που δεν ανήκουν στην «καταπιεζόμενη» μειονοτική ομάδα. Έτσι, π.χ., αν είσαι λευκός Ευρωπαίος, είσαι εξ ορισμού και «κληρονομικώ δικαιώματι» συνυπεύθυνος για όλα τα εγκλήματα ρατσισμού και αποικιοκρατίας που διέπραξαν ακόμα και οι μακρινοί πρόγονοί σου! Ο ιστορικός ρατσισμός, δηλαδή, αντισταθμίζεται με έναν αντίστροφο ρατσισμό που εναλλάσσει τους ρόλους θύτη και θύματος. Επίσης, αν τυχόν είσαι ετεροφυλόφιλος, κουβαλάς οπωσδήποτε στο DNA σου την ρατσιστική προκατάληψη όλων των «στρέιτ» απέναντι στις άλλες σεξουαλικές ταυτότητες.
Φυσικά, η ηθική απαξίωση της πλειοψηφίας συνεπάγεται αυτόματα την ηθική υπεροχή της μειονοτικής ομάδας. Και, το αίσθημα ηθικής υπεροχής οδηγεί σε πολιτική διεκδίκηση. (Την πολιτικοποίηση της «ηθικής» την βιώσαμε πριν μερικά χρόνια στη χώρα μας, αλλά σε καθαρά πολιτικό επίπεδο.) Πρώτο θύμα πολιτικής δράσης είναι η ελευθερία του λόγου, η οποία καταργείται de jure με βάση το δόγμα της «πολιτικής ορθότητας», και de facto με τη δράση ακτιβιστικών ομάδων που εμποδίζουν κάθε δημόσια έκφραση μη-αρεστών απόψεων, με τρόπους που θυμίζουν τα διαβόητα τάγματα εφόδου μιας άλλης εποχής. Οδηγούμαστε έτσι στη λεγόμενη «κουλτούρα της ακύρωσης» (“cancel culture”), δηλαδή την απαγόρευση κάθε εκφοράς δημόσιου λόγου που δεν υπηρετεί τους σκοπούς του «δικαιωματισμού» (φαινόμενο που απαντάται ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς χώρους).
Ακολουθεί η προσπάθεια χειραγώγησης της εκπαίδευσης, με στόχο την ενσωμάτωση και διδασκαλία συχνά αντι-επιστημονικών θέσεων που απηχούν τα ιδεολογικά δόγματα κοινωνικών μειοψηφιών (όπως, π.χ., η «θεωρία του φύλου», σύμφωνα με την οποία, όπως προαναφέραμε, το φύλο του ανθρώπου δεν καθορίζεται από την ίδια τη Φύση αλλά από τη βούληση του ατόμου). Έως ότου επιτευχθεί ο απώτατος στόχος: η μειοψηφική θέση να αποκτήσει επίσημο θεσμικό χαρακτήρα, έτσι ώστε η αποδοχή της να καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο της κοινωνίας. Και, όπως επισημαίνει η Nathalie Heinich [1], η εξαναγκαστική επιβολή μιας μειοψηφικής ιδεολογίας στο σύνολο μιας κοινωνίας αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ολοκληρωτισμού.
Αν και διακηρυγμένος στόχος του, λοιπόν, είναι η κατάργηση της περιθωριοποίησης και η συμπεριληπτικότητα, στην πράξη ο γουοκισμός επιδιώκει να επιβάλει την μειοψηφική άποψη ως μοναδική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια, την οποία οφείλουν να υπερασπίζονται ακόμα και οι νόμοι της πολιτείας. Οποιαδήποτε έκφραση αμφισβήτησης, συνεπώς, θα συνεπάγεται τιμωρία. Έτσι, π.χ., ένας δάσκαλος θα είναι δυνατό να χάνει τη θέση του αν αρνείται να διδάξει σε μικρά παιδιά την «θεωρία του φύλου». Ο ναζισμός και ο σταλινισμός χαμογελούν ειρωνικά από τα σκοτεινά υπόγεια της Ιστορίας...
Κλείνω το σημείωμα με μία, ας την πούμε, φιλοσοφική νότα. Όπως έχουμε αναφέρει, ένα από τα ιδεολογικά μέσα που χρησιμοποιεί ο γουοκισμός στη μάχη κατά των κοινωνικών ανισοτήτων είναι η αμφισβήτηση της σημασίας των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν τους ανθρώπους και οδηγούν σε διακρίσεις. Στόχος είναι, δηλαδή, η επίτευξη δικαιοσύνης μέσω μίας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης κοινωνικής ομοιομορφίας. Εν τούτοις, οι ίδιοι οι νόμοι της Φύσης μάς διδάσκουν ότι, ακόμα και σε συμπαντικό επίπεδο, η πορεία προς την ομοιομορφία είναι πορεία προς τον θάνατο, σύμφωνα με το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα [2].
Στην κλίμακα του ανθρώπινου μικρόκοσμου, μία μορφή ανομοιομορφίας είναι ο βιολογικός διαχωρισμός του είδους σε δύο απόλυτα διακριτά φύλα. Το να αμφισβητούμε, χάριν ομογενοποίησης, αυτόν τον διαχωρισμό, αφαιρώντας από την έννοια «άνθρωπος» την ιδιότητα «φύλο» (βιολογικό και όχι «κοινωνικό», φυσικά!), είναι σαν να απορρίπτουμε το στοιχείο που εξασφαλίζει τη συνέχεια του είδους, σαν να επιθυμούμε το τέλος του Ανθρώπου. Και μάλιστα, πριν αποφασίσει να πεθάνει το ίδιο το Σύμπαν, σε συμμόρφωση με τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο. Μαζί με την παράνοια των πολέμων και την κλιματική κρίση, ο Άνθρωπος μοιάζει για μία ακόμα φορά να γίνεται νομοθέτης της αυτοκαταστροφής του!
[1] Nathalie Heinich, «Γουοκισμός: ο νέος ολοκληρωτισμός;» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2023).
[2] https://www.tovima.gr. *Εκ του ιστολογίου «ardin-rixi.gr» της 21.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΥΔΑΤΑ
Μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων στὴν ἔρημο καὶ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους, ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἀνάγκασε» τοὺς μαθητές Του νὰ ἀνέβουν στὸ πλοῖο καὶ νὰ πᾶνε στὴν ἄλλη ὄχθη τῆς λίμνης, ὡσότου ἀπολύσει τοὺς ὄχλους.
Ὁ ὄχλος ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο καὶ ἐκπλησσόταν μὲ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε. Ὡστόσο δὲν εἶχαν μπορέσει νὰ εἰσέλθουν στὸ μυστήριο τοῦ λόγου Του. Ὁ κόσμος, ἔχοντας χορτάσει μὲ τοὺς ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύς, καὶ βεβαίως μὲ τὴν εὐλογία ποὺ τοὺς συνόδευε, ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνακηρύξει τὸν Χριστὸ Βασιλέα, ἐπίγειο ὅμως. Οἱ μαθητὲς ἐπίσης πρὶν τὴν Ἀνάσταση καί ἰδιαίτερα πρὶν τὴν ἐπιφοίτηση του Ἁγίου Πνεύματος δὲν ἦταν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν πειρασμὸ αὐτόν. Δὲν ἐξελάμβαναν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὥστε νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔμελλε μὲν «λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ», ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπίσης ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου. Γιὰ νὰ προστατεύσει τὸ πνεῦμα τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν πνευματικὸ μολυσμὸ τῆς φιλαρχίας, ὁ Κύριος τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἀποχωρήσουν πρὶν ἀπὸ Αὐτόν.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀπέλυσε τὸν ὄχλο καὶ ἔπειτα ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατ’ ἰδίαν. Πιθανὸν τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς Του πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα ἦταν νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαό Του καὶ ἰδιαίτερα τοὺς ἐκλεκτούς Του ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐγκόσμιας δυνάμεως· νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ πνευματικὴ κατανόηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Προσώπου Του, στὴν κατανόηση ὅτι ἡ Βασιλεία Του «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».
Ἡ Γεννησαρὲτ εἶναι μικρὴ λίμνη, ἀλλὰ ἂν σηκωθεῖ θύελλα, μπορεῖ νὰ γίνει μεγάλη τρικυμία. Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση ὁ ἄνεμος ἦταν ἐνάντιος στὸν πλοῦ τῆς βάρκας τῶν μαθητῶν καὶ σηκώθηκαν τόσο μεγάλα κύματα, ποὺ κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ κίνδυνο ναυαγίου τοῦ πλοίου τῶν μαθητῶν1. Πάλι οἱ μαθητὲς κλυδωνίζονταν, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν μόνοι τους. Τὴν προηγούμενη ὁ Κύριος ἦταν μαζί τους. Ἂν καὶ «ἐκάθευδεν», ἡ Παρουσία Του δημιουργοῦσε στοὺς μαθητὲς αἴσθηση ἀσφάλειας. Μόλις αἰσθάνθηκαν τὸν κίνδυνο, ἔτρεξαν νὰ ἐκζητήσουν τὴ βοήθειά Του καὶ ἀκολούθησε «γαλήνη μεγάλη».
Τώρα ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄφησε μόνους ὅλη τὴ νύχτα νὰ βασανίζονται στὴ θαλασσοταραχὴ χωρὶς νὰ ἔχουν ἐλπίδα σωτηρίας, ἴσως γιὰ νὰ γίνουν πιὸ δόκιμοι, ἴσως γιὰ νὰ διεγείρει στὴν καρδιά τους τὸν πόθο γιὰ τὸν Σωτήρα τους. Κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νυκτός, δηλαδὴ πιθανὸν μεταξὺ τρεῖς καὶ ἕξι τὰ ξημερώματα, τοὺς ἐπισκέφθηκε βαδίζοντας πάνω στὴ μανιασμένη θάλασσα. Βεβαίως, γιὰ τὸν Παντοκράτορα Κύριο, τὸν Δημιουργὸ Οὐρανοῦ καὶ γῆς, ποὺ κρέμασε «τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων» δὲν ἦταν κάτι τὸ θαυμαστὸ νὰ περιπατεῖ πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ ξηρά.
Γιὰ τοὺς μαθητὲς ὅμως τὸν φόβο τῆς ἐπικείμενης καταστροφῆς ἀκολούθησε ἄλλος φόβος. Ὅταν ἀντίκρισαν τὸν Κύριο νὰ πλησιάζει τὸ πλοῖο τους ταράχθηκαν καὶ τρομαγμένοι ἔκραξαν. Ἴσως στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας δὲν ἀναγνώρισαν τὸν Χριστό, ἴσως ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους, ἀλλὰ θεώρησαν ὅτι εἶχε πεθάνει καὶ ὅτι τὸ πνεῦμα Του ἐρχόταν πρὸς αὐτούς. Ἴσως νὰ σκέφτηκαν ὅτι ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ ἦταν πράγγελος τοῦ θανάτου τους. Πάντως ἔβγαλαν κραυγὴ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς τους πρὸς τὸν «μόνον δυνάμενον σῴζειν αὐτοὺς ἐκ θανάτου»2.
Ὁ Κύριος «εὐθέως» κατεύνασε τὸν φόβο τους λέγοντας μὲ τὴν οἰκεία καὶ ἀγαπημένη σὲ αὐτοὺς φωνή Του, ποὺ ἀπό μόνη της διαλύει τὴν ταραχὴ καὶ ἐμπνέει θάρρος: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὅπως καὶ ἡ λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση, ἔτσι καὶ ἡ ζωὴ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι μιὰ ἀτελείωτα τρικυμιώδης θάλασσα. Τὰ πάθη, οἱ κάθε λογῆς θλίψεις καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι σὰν γιγαντιαῖα ἀπειλητικὰ κύματα ποὺ ὀρθώνονται ἀπὸ τὸν θυελλώδη ἄνεμο, δηλαδὴ τὸ δολοφονικὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου ποὺ «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ»3. Ἀντιμέτωπος μὲ τὴ φρικτὴ αὐτὴ προοπτική, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται φόβου. Οἱ σκέψεις του ταράσσονται καὶ σκότος καλύπτει τὴν ψυχή του. Ἐνίοτε βυθίζεται τόσο βαθιὰ στὴν ἀπελπισία, ποὺ φαίνεται ὅτι τὰ ὁρμητικὰ κύματα θὰ συντρίψουν τὴν ψυχή του καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει ἐλπίδα βοηθείας.
Ἂν στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς βαθειὰς θλίψεως ποὺ καταπλακώνει τὴν ψυχή του, ἂν ἐκχύσει τὴν καρδιά του πρὸς τὸν Φιλάνθρωπο Θεὸ ἀπευθύνοντάς Του κραυγή, ἡ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ νομίζει ὅτι καταποντίζεται στὴν ἄβυσσο, θὰ γίνει ἡ ἀρχὴ ἑνὸς μεγάλου καὶ ἀπερίγραπτου θαύματος, τῆς αἰώνιας σωτηρίας του μέσα στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων καὶ ὅλων τῶν τετελειωμένων πνευμάτων. Στὸν πονεμένο ἄνθρωπο, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ θεραπεύσει τὶς πληγές του.
Ἔτσι, ὅταν πνίγουν τὸν ἄνθρωπο οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ ἀρρώστιες καὶ οἱ δοκιμασίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἂν βρεῖ τὴ δύναμη νὰ κράξει πρὸς τὸν Θεό: «Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, σῶσον», Αὐτὸς ὡς Θεὸς Παράκλητος καὶ Παρηγορητὴς ἀπαντᾶ μὲ τὴ γλυκειὰ καὶ οἰκεία στὴν καρδιὰ φωνή Του: «Μὴ φοβoῦ, λαός μου». «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος Ἰσραήλ, ὁ σῴζων σε»4. «Μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι»5. Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀνεκλάλητη εἰρήνη ἐκχέεται στὴν καρδιά του καὶ βρίσκει τὴ δύναμη νὰ περπατᾶ ἄφοβα πάνω στὴ θάλασσα τῶν μεριμνῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς, πάνω ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν, κατευθείαν πρὸς τὸν Κύριο.
Ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ βρίσκει στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἄγκυρα σωτηρίας. Δέχεται τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὸ ἐφαρμόσει. Πιάνεται ἀπὸ αὐτό, στηρίζεται σὲ αὐτὸ καὶ μπροστά του ἀνοίγεται διέξοδος σωτηρίας. Τὸ ὄντως μεγαλύτερο θαῦμα στὴν πλάση, ἡ ἕνωση τῆς καρδιᾶς του μὲ τὸ Παντοκρατορικὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐπιτελεῖται μέσα του. Ὁ ἄνθρωπος τότε ἀφήνει πίσω κάθε μέριμνα τοῦ βίου τούτου καὶ ξεχνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ βάσανα τῶν πληγῶν του, διότι βρῆκε ἀμύθητο θησαυρό, ἀνώτερο ἀπὸ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ διανοηθεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Στὸ ἑξῆς ὁλοένα καὶ περισσότερο θέλει νὰ προσομιλεῖ μὲ τὸν οὐρανό, καὶ ὅταν κοιτάζει τὴ γῆ, συνειδητοποιεῖ ἀκόμη βαθύτερα τὴ φτώχειά της. Πάλι μὲ αὐξανόμενο πόθο στρέφεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ μόνο θέλει νὰ κράζει συνεχῶς στὸν Θεὸ ποθώντας τελειότερη ἕνωση μαζί Του.
Ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ποὺ ἡ ἄφατη Πρόνοιά Του κατεργάζεται καθημερινά, δὲν ἔχουν τέλος. Ἔχουν μόνον ἕνα σκοπό: Νὰ διεγείρουν κραταιότερη πίστη καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερο πλήρωμα εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγαπητικῆς ἑνώσεως μαζί Του γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Ἡ Ἐκκλησία ἐπίσης ἔχει παρομοιασθεῖ μὲ βάρκα ποὺ πλέει καὶ ἐνίοτε κλυδωνίζεται στὸ μανιασμένο πέλαγος τοῦ κόσμου. Συχνὰ κινδυνεύει, πλὴν ὅμως οὐδέποτε καταποντίζεται, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχουν κάποιοι πάνω της ποὺ ἀφήνουν μεγάλη κραυγὴ πρὸς τὸν Θεό, δεόμενοι γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πληρώματος τῆς βάρκας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ κραυγὴ τῶν Ἀποστόλων στὴ σημερινὴ διήγηση εἶναι καὶ ἡ κραυγὴ τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, «Κύριε, σῷσον ἡμᾶς», καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»6 ἀπαντᾶ: «Θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε»· «ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»7.
Ἂς ἐπιστρέψουμε ὅμως στὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Πέτρος εἶχε πολλὴ θέρμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλό του. Ἦταν ὅμως ἐκ χαρακτῆρος αὐθόρμητος καὶ λίγο προπετής. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιες φορὲς προκαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐπιτιμήσει. Ὅταν προσπάθησε γιὰ παράδειγμα νὰ ἀποτρέψει τὸν Χριστὸ ποὺ βάδιζε ἀκάθεκτα πρὸς τὸν Σταυρό, ὁ Κύριος ἀποκάλεσε τὸν Πέτρο, «σατανᾶ». Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ παρακλητικοί, ἀλλὰ καὶ προκλητικοὶ λόγοι τοῦ Πέτρου πρὸς τὸν Κύριο: «Εἰ Σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός Σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα», δείχνουν τὴν τρυφερὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε γι’ Αὐτόν, ἐπίσης ὅμως καὶ μιὰ τάση ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Ἦταν σὰν νὰ εἶχε ξεχάσει τὴν παρουσία τους.
Ὁ Χριστὸς στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἀποπῆρε τὸν μαθητῆ Του. Τὸν πρόσταξε μόνον: «Ἐλθέ». Καὶ ὁ Πέτρος πράγματι ὑπάκουσε, πήδηξε ἀπὸ τὴ βάρκα καὶ ἄρχισε νὰ περπατᾶ στὰ κύματα, λαχταρώντας νὰ σπεύσει πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου του. Ὄντως, γιὰ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεό, ἀπαιτεῖται ὅλη ἡ ὁρμητικότητα τῆς καρδιᾶς του. Γιὰ νὰ περπατήσει ὁ ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τοῦ κόσμου σπεύδοντας νὰ συναντήσει τὸν Κύριο, χρειάζεται νὰ ἔχει καρδιὰ σὰν ἐκείνη τοῦ Πέτρου. Ἐνῶ ὅμως ἀρχικὰ ὁ Πέτρος ἦταν ὅλος μιὰ ὁρμὴ καρδιᾶς, ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ σκέφτεται. Ὅρμησε μὲ τὴν καρδιά του στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα μὲ τὸ βλέμμα του προσηλωμένο στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἠγαπημένου Κυρίου καὶ κατόρθωσε νὰ περπατήσει ὅπως καὶ Αὐτὸς ἐπὶ τὰ ὕδατα. Καθόσον δηλαδὴ εἶχε τὸ βλέμμα του στερεωμένο στὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ὑπερέβη κάθε πειρασμὸ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ἔγινε ὑπερκόσμιος.
Ὡστόσο, ὅταν ἀπέσπασε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀντίκρισε γύρω του τὸν σάλο τῶν κυμάτων, ἡ ὁρμητικότητά του κατεπνίγη. Ἀσθένησε ἡ πίστη του καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ χάρη της, ποὺ τὸν ἐνίσχυε καὶ τὸν ἔκανε ἀνάλαφρο, τὸν ἐγκατέλειψε. Εἰσῆλθαν οἱ αἰσθήσεις, τὸν κατέλαβε ὁ φόβος τοῦ θανάτου, καὶ ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Γνώριζε ὅμως ἀπὸ ποῦ νὰ ἐκζητήσει βοήθεια. «Ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῷσον με». Καὶ εὐθέως ὁ Κύριος τὸν ἅρπαξε. Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Πέτρο εἶναι τύπος ἐκείνου ποὺ καθημερινὰ συμβαίνει στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει πίστη καὶ ὑπακοὴ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, ὅσο κοιτάζει στερρῶς στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Τελειωτῆ τῆς πίστεώς μας, περπατᾶ πάνω ἀπὸ ὄφεις καὶ σκορπιούς. Βεβαίως, χρειάζεται μεγάλη καύση καρδιᾶς, γιὰ νὰ μὴν παρεκκλίνει τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο. Χρειάζεται φλόγα ποὺ νὰ ἀναλώνει καθετὶ ἄλλο. Τότε, ὅ,τι καὶ νὰ ἔλθει, ἀρρώστια, συκοφαντία, δωγμός, δὲν κλονίζει τὸν πιστό. Γνωρίζει ὅτι ὁ Κύριος ἔδωσε τὴ ζωή, Αὐτὸς τὴ συντηρεῖ καὶ τὴν παρατείνει, Αὐτὸς μπορεῖ καὶ νὰ τὴν πάρει. Εὐθὺς ὅμως ὅταν εἰσέλθει ὁ νοῦς καὶ ἀρχίσουν οἱ ὑπολογισμοί, ὁ ἄνθρωπος γίνεται θύμα τῶν παθῶν τοῦ κόσμου.
Ὁ Θεὸς ὅπως ἄφησε καὶ τοὺς μαθητὲς ὅλη τὴ νύχτα νὰ παιδεύονται στὴ θύελλα, χορηγεῖ καὶ στὸν ἄνθρωπο θλίψεις καὶ ἐπιτρέπει πειρασμούς, γιὰ νὰ ταλαιπωρηθεῖ, νὰ πονέσει καὶ τελικὰ νὰ βγάλει ἐκ βαθέων κραυγή: «Ἐλθὲ καὶ ποίησον Σὺ Αὐτὸς ἐν ἐμοὶ τὸ θέλημά Σου. Τὰ προστάγματά Σου δὲν χωροῦν ἐν τῇ στενῇ μου καρδίᾳ, καὶ ὁ πεπερασμένος μου νοῦς δὲν συλλαμβάνει τὸ περιεχόμενον αὐτῶν… Ἐὰν Σὺ δὲν εὐδοκήσεις νὰ κατοικήσῃς ἐν ἐμοί, ἀναποφεύκτως θὰ πορευθῶ εἰς τὸ σκότος»8. Ἂν ἡ ἔλλειψη πίστεως βρεῖ δίοδο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀρχίσει νὰ καταποντίζεται, ἐνθυμούμενος τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου δὲν τὰ χάνει. Κράζει καὶ πάλι: «Κύριε, σῷσόν με», καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖ, γιὰ νὰ τοῦ ἁπλώσει χεῖρα βοηθείας. Τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὴ ζοφερὴ ἄβυσσο καὶ τὸν σώζει. Ὅπου ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, ἐκεῖ ἡ πιὸ τρικυμιώδης ταραχὴ μετατρέπεται σὲ γαλήνη μεγάλη. Καὶ ὁ ἄνθρωπος γεμάτος ἀπὸ δέος καὶ εὐγνωμοσύνη, ὁμολογεῖ στὸν Σωτήρα του: «Ἀληθῶς, Θεοῦ Υἱὸς εἶ», «ὁ Ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ»9.
Ὁ ἄνθρωπος πλασμένος ἐκ τοῦ μηδενός, δὲν εἶναι τίποτε. Οὔτε ὁ Θεὸς τοῦ χρωστᾶ τίποτε· ἀπὸ ἀκατάληπτη ἀγαθότητα σώζει. Ἡ δύναμη, ἡ δόξα, ἡ σωτηρία ἀνήκουν σὲ Αὐτόν. Ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἐπετίμησε τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ τὴν ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου. Ἡ τρικυμία κόπασε, μόνον ὅταν ὁ Κύριος μὲ τὸν Πέτρο μπῆκαν στὸ πλοῖο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ ὁ Πέτρος εἶχε ἤδη γίνει ἰσχυρότερος τοῦ πειρασμοῦ. Ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν σὲ θλιβερὲς δοκιμασίες σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ γευθοῦν τὸ «κρῖμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ»10. Αὐτὴ εἶναι ἡ παδιαγωγικὴ χεῖρα τοῦ Πατέρα μας, ποὺ ποθεῖ νὰ μὴ χαθεῖ κανένας, ἀλλὰ ὅλοι νὰ παραμείνουν σταθερὰ καὶ ἀπαρέγκλιτα στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ τελικὰ νὰ ὁμοιωθοῦν μὲ Αὐτόν. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς ἤδη διάβηκε αὐτὴ τὴν ὁδό, τὴν καθάρισε γιὰ χάρη μας, καὶ στὸν τόπο μας νίκησε τὸν κόσμο.
Μέσῳ τῆς νίκης τῶν πειρασμῶν ὁ Χριστιανὸς ἀποκτᾶ βαθιὰ ριζωμένη μέσα του τὴ γνώση ὅτι μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τίποτε. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ὅμως μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἅλμα πάνω ἀπὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἀνορθώθηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ παρόντος αἰῶνος. Μαθαίνει νὰ ὑπερνικᾶ τοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει τὴ δική του ἀδυναμία, καὶ ἔτσι γίνεται συγκαταβατικὸς καὶ συμπονετικὸς μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Συνειδητοποιεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέτει τὴν ἐλπίδα του σὲ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ βάζει καινούργια ἀρχὴ καὶ νὰ κάνει νέο ἅλμα πίστεως. Στὶς θλίψεις καὶ στοὺς κινδύνους μαθαίνει νὰ στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ νὰ κράζει μὲ ὅλη τὴν καρδιά του πρὸς Αὐτόν, διότι μόνον τότε ὁ Κύριος, ποὺ ποθεῖ ὅλη τὴν καρδιά του, τὸν ἀποδέχεται.
Ὁ ἄνθρωπος φθάνει νὰ ὁμολογήσει μὲ ταπεινὴ εὐγνωμοσύνη ὅτι, αὐτὴ ἡ πίστη ποὺ «νικᾶ τὸν κόσμον»11 καὶ τὸν θάνατο εἶναι Θεοῦ δῶρον, ὄχι δική του. Δίνει ἔτσι σταθερὰ δόξα στὸν Θεὸ καὶ παίρνει ἐπάνω του τὴ μομφὴ γιὰ τὶς ἀποτυχίες, τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἁμαρτίες του. Ἀγωνίζεται νὰ αὐτοσμικρυνθεῖ, ὥστε νὰ μεγαλυνθεῖ καὶ νὰ δοξασθεῖ ὁ Εὐεργέτης του, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ζωή, τὸ φῶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ἀμήν. Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου.
1. Βλ. Ματθ. 8,23-27.
2. Βλ. Ἑβρ. 5,7.
3. Α’ Πέτρ. 5,8.
4. Βλ. Ἡσ. 43,3.
5. Βλ. Ἡσ. 43,5.
6. Βλ. Ἑβρ. 13,8.
7. Ἰωάν. 16,33.
8. Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 205.
9. Βλ. Α’ Τιμ. 1,15.
10. Βλ. Α’ Πέτρ. 4,17.
11. Βλ. Α’ Ἰωάν. 5,4. *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 22.8.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε(:είμαστε και οι δύο [:και ο Παύλος και ο Απολλώς] ένα, διότι και εκείνοι που φυτεύουν και εκείνοι που φυτεύουν είμαστε συνεργάτες του Θεού στο έργο Του που αποβλέπει στην σωτηρία μας. Είστε αγρός που ανήκει στον Θεό και καλλιεργείται από Αυτόν. Είστε οικοδομή του Θεού που κτίζεται από Αυτόν με όργανά Του και κτίστες Του εμάς)»[Α΄Κορ.3,9].
Πρόσεξε ότι αποδίδει και σε αυτούς έργο όχι μικρό, αφού προηγουμένως απέδειξε ότι το παν είναι έργο του Θεού. Επειδή δηλαδή πάντοτε συμβουλεύει πειθαρχία στους άρχοντες, για τον λόγο αυτόν δεν υποτιμά απόλυτα τους διδασκάλους. «Θεοῦ γεώργιον(:είστε αγρός που ανήκει στον Θεό και καλλιεργείται από Αυτόν)». Επέμεινε δηλαδή στη μεταφορά, επειδή είπε «φύτεψα» [βλ. Α΄Κορ. 3,6: «ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ηὔξανεν(:εγώ ο Παύλος φύτεψα σε σας την πίστη με το κήρυγμά μου, ο Απολλώς πότισε τη νεοφυτεμένη πίστη σας, αλλά ο Θεός την αύξανε. Χωρίς όμως την αύξηση αυτή, η σπορά ούτε θα φύτρωνε, ούτε θα ριζοβολούσε, ούτε θα καρποφορούσατε)»]. «Εφόσον είστε αγρός του Θεού, είναι δίκαιο να ονομάζεστε όχι από το όνομα αυτών, που τον καλλιεργούν, αλλά από το όνομα του Θεού· διότι ένας αγρός δεν παίρνει το όνομά του από αυτόν που το καλλιεργεί, αλλά από τον ιδιοκτήτη».
«Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε(:είστε οικοδομή του Θεού που κτίζεται από Αυτόν με όργανά Του και κτίστες Του εμάς)». Επίσης η οικοδομή δεν είναι του τεχνίτη, αλλά του ιδιοκτήτη. «Και αν είστε οικοδομή, δεν πρέπει να έχετε διάσπαση, διότι τούτο δεν θα ήταν οικοδομή. Εάν είστε αγρός, δεν πρέπει να έχετε διαιρέσεις, αλλά να περιτειχίζεστε με ένα φράκτη, τον φράκτη της ομόνοιας». «Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα (:σύμφωνα με την χάρη του Θεού που μου δόθηκε για να θεμελιώνω εκκλησίες ανάμεσα στα έθνη, σαν έμπειρος αρχιτέκτονας έχω βάλει θεμέλιο στερεό)»[Α΄Κορ.3,10]. Σοφό αποκάλεσε εδώ τον εαυτό του, όχι από έπαρση, αλλά δίνοντας σε αυτούς πρότυπο και δείχνοντας ότι τούτο είναι χαρακτηριστικό του σοφού, το να θέτει ένα θεμέλιο. Πρόσεξε λοιπόν πώς ομιλεί με μετριοφροσύνη. Αφού δηλαδή είπε τον εαυτό του σοφό, δεν άφησε να εννοηθεί ότι η σοφία είναι δική του, αλλά αφού προηγουμένως απέδωσε όλο τον εαυτό του στον Θεό, τότε αποκάλεσε σοφό τον εαυτό του· διότι λέγει «κατά τη χάρη του Θεού που μου δόθηκε». Δηλαδή δείχνει συγχρόνως ότι και το παν είναι του Θεού και ότι τούτο προπαντός είναι χάρις, το να μη γίνονται διαιρέσεις, αλλά το όλο έργο να στηρίζεται σε ένα θεμέλιο.
«ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ(:άλλος όμως συνεχίζει πάνω σε αυτό το κτίσιμο. Ο καθένας από τους κτίστες ας προσέχει πώς οικοδομεί πάνω στο θεμέλιο)». Εδώ νομίζω ότι στη συνέχεια εισάγει αυτούς στον αγώνα της πνευματικής ζωής, αφού τους συνένωσε και τους έκανε ένα. «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾿Ιησοῦς Χριστός (:αυτός δεν έχει πλέον δουλειά με το θεμέλιο· διότι κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από Εκείνον που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στη βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ. 3,11]. Και δεν την έχει αυτήν τη δυνατότητα, εφόσον υπάρχει ο αρχιτέκτονας· εάν όμως τεθεί το θεμέλιο, δεν υπάρχει πλέον αρχιτέκτονας.
Κοίταξε πώς αποδεικνύει το όλο θέμα ακόμη και με κοινές έννοιες. Αυτό λοιπόν που λέγει, σημαίνει το εξής: «Κήρυξα τον Χριστό, σας έδωσα το θεμέλιο, προσέχετε τώρα πώς συνεχίζετε την οικοδομή, μήπως με κενοδοξία, μήπως αποσπάτε τους μαθητές για να τους προσκολλήσετε σε ανθρώπους». Ας μην δίνουμε λοιπόν προσοχή στις αιρέσεις· «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον (:κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από Εκείνον που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στη βάση της οικοδομής)»[Α΄Κορ.3,11].
Ας οικοδομούμε λοιπόν επάνω σε αυτό το θεμέλιο και ας είμαστε προσκολλημένοι σε αυτό ως θεμέλιο, ως κλήμα αμπέλου, και ας μην υπάρχει τίποτε μεταξύ εμάς και του Χριστού, διότι αν υπάρξει κάτι στο μέσο, αμέσως χανόμαστε. Το κλήμα δηλαδή τρέφεται από τον χώρο στον οποίο βρίσκεται· και η οικοδομή στέκεται επειδή τα διάφορα μέρη της είναι συνδεδεμένα· μόλις υπάρξει διάσταση των μερών, χάνεται, διότι δεν έχει πού να στηριχθεί. Λοιπόν, να μην κρατιόμαστε απλώς από τον Χριστό, αλλά να προσκολληθούμε σε Αυτόν· διότι αν απομακρυνθούμε, χανόμαστε· «ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ(:ιδού, αυτοί οι οποίοι απομακρύνονται από Εσένα, θα καταστραφούν με τον πνευματικό θάνατο, διότι Εσύ με τη δίκαιη κρίση Σου αφάνισες και θα αφανίζεις πάντοτε καθένα που αποστατεί από Εσένα)», λέγει[Ψαλμ.72,27]. Ας προσκολλιόμαστε σε Αυτόν και μάλιστα ας προσκολλιόμαστε μέσα από τα έργα μας· «Ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ(:και θα μείνετε στην αγάπη που σας έχω, εάν φυλάξετε τις εντολές μου, όπως κι εγώ, από τότε που έγινα και άνθρωπος, έχω τηρήσει τις εντολές του Πατέρα μου και μένω στην αγάπη Του εξακολουθώντας πάντοτε να Του είμαι αγαπητός, χωρίς ποτέ να μειώνεται η αγάπη Του προς Εμένα)»[Ιω.15,10]. Και μάλιστα μας ενώνει με πολλά παραδείγματα.
Πρόσεξε λοιπόν. Αυτός είναι η κεφαλή, εμείς το σώμα· μήπως είναι δυνατόν να υπάρξει κανένα κενό διάστημα μεταξύ της κεφαλής και του σώματος; Αυτός είναι το θεμέλιο, εμείς η οικοδομή· Αυτός άμπελος, εμείς κλήματα· Αυτός είναι ο Νυμφίος, εμείς η νύμφη· Αυτός ο ποιμένας, εμείς τα πρόβατα· Εκείνος είναι η οδός, εμείς αυτοί που βαδίζουν σε αυτήν· εμείς επίσης είμαστε ναός, Αυτός είναι ο ένοικος· Αυτός είναι ο πρωτότοκος, εμείς οι αδελφοί Του· Αυτός είναι ο κληρονόμος, εμείς οι συγκληρονόμοι· Αυτός είναι η ζωή, εμείς οι ζώντες· Αυτός είναι η ανάσταση, εμείς οι αναστημένοι· Αυτός είναι το φως, εμείς οι φωτιζόμενοι.
Όλα αυτά φανερώνουν ένωση και δεν αφήνουν να υπάρχει κανένα κενό στο μέσο, ούτε το παραμικρό· διότι όποιος απομακρύνεται λίγο, προχωρώντας θα απομακρυνθεί πολύ. Το σώμα π.χ. καταστρέφεται, αν η συνοχή του διακοπεί με ξίφος σε κάποιο σημείο· και η οικοδομή καταρρέει, αν έχει έστω και μικρό κενό· και το κλήμα γίνεται άχρηστο, αν αποκοπεί από τη ρίζα έστω και για λίγο. Ώστε αυτό το μικρό δεν είναι μικρό, αλλά σχεδόν είναι το παν. Όταν λοιπόν κάνουμε ένα μικρό πλημμέλημα ή δείξουμε έστω και λίγη ραθυμία, ας μην αδιαφορήσουμε για το μικρό του παραπτώματος, διότι τούτο ταχέως θα γίνει μέγα, εάν αμελήσουμε. Κατά παρόμοιο τρόπο ένα ένδυμα, εάν αρχίσει να σχίζεται και αμελήσουμε για αυτό, σχίζεται τελείως· επίσης, εάν αδιαφορήσουμε για έναν όροφο, από τον οποίο κατέπεσαν λίγα κεραμίδια, αυτός φέρει την κατάρρευση σε ολόκληρη την οικία.
Έχοντας λοιπόν στον νου μας αυτά ποτέ να μη καταφρονούμε τα μικρά παραπτώματα, για να μην πέσουμε στα μεγάλα· αν όμως τα καταφρονήσουμε και φτάσουμε στο βάθος των κακών, ούτε τότε να καταληφτούμε από απόγνωση, επειδή φτάσαμε εκεί, για να μη βαρύνει η κεφαλή μας· διότι είναι δύσκολο ένας από εκεί να ανέλθει στη συνέχεια, εάν δεν έχει πλήρη νηφαλιότητα, και αυτό όχι μόνο λόγω του μήκους, αλλά και λόγω της ίδιας της θέσεως· διότι και η αμαρτία είναι βάθος και προξενεί θλίψη σε όσους φέρει κάτω. Όπως ακριβώς εκείνον που πίπτουν μέσα σε πηγάδι δεν είναι εύκολο να ανέλθουν, αλλά χρειάζονται άλλους να τους σύρουν επάνω, έτσι και αυτός που έφτασε σε βάθος αμαρτημάτων. Ας ρίξουμε λοιπόν σχοινιά προς αυτούς και ας τους σύρουμε προς τα επάνω· και μάλλον τούτο πρέπει να γίνει όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τους εαυτούς μας· να δέσουμε και τους εαυτούς μας, και, αν θέλουμε, θα ανέλθουμε όχι τόσο, όσο κατεβήκαμε, αλλά πολύ περισσότερο. Καθόσον μάλιστα ο Θεός βοηθεί, διότι «δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού έως αυτός μετανοήσει και επιστρέψει»[Ιεζ.18,23: «μὴ θελήσει θελήσω τὸν θάνατον τοῦ ἀνόμου, λέγει Κύριος, ὡς τὸ ἀποστρέψαι αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτόν;(: “Μήπως, τάχα, Eγώ θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού”, λέγει ο Κύριος, “όπως και όσο θέλω και επιθυμώ να απαρνηθεί αυτός τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής του, να επιστρέψει μετανοημένος προς Εμένα, για να ζήσει για πάντα και να μη λάβει τον αιώνιο πνευματικό θάνατο;”)»].
Κανείς λοιπόν να μην καταλαμβάνεται από απόγνωση, κανείς να μην παθαίνει ό,τι παθαίνουν οι ασεβείς· διότι εκείνοι πίπτουν στο αμάρτημα αυτό. Διότι «ὅταν ἔλθῃ ἀσεβὴς εἰς βάθος κακῶν, καταφρονεῖ, ἐπέρχεται δὲ αὐτῷ ἀτιμία καὶ ὄνειδος(:όταν ο ασεβής και χωρίς φόβο Θεού άνθρωπος πάρει τον κατήφορο και ολισθήσει εις βάθος κακών, αναίσχυντος πλέον και πωρωμένος καταφρονεί τους πάντες. Για τον λόγο αυτόν επέρχεται εναντίον του ο εξευτελισμός και η καταισχύνη)» [Παρ.18,3]. Ώστε δεν είναι το πλήθος των αμαρτημάτων, που φέρει την απόγνωση, αλλά ο τρόπος σκέψεως του ασεβούς. Και αν λοιπόν ακόμη έχεις όλη την κακία, πες προς τον εαυτό σου: «Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και επιθυμεί την δική μας σωτηρία»· διότι λέγει: «καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ(:και με τη μετάνοια και τις καλές αποφάσεις σας, ελάτε να συζητήσουμε, λέγει ο Κύριος· και, εάν οι ψυχές σας εξαιτίας των αμαρτιών σας είναι κόκκινες, εγώ θα τις καταστήσω λευκές σαν το χιόνι· και, εάν είναι ακόμη περισσότερο κατακόκκινες από το μέγεθος και το πλήθος των αμαρτημάτων που είχατε διαπράξει, εγώ θα τις κάνω λευκές σαν το μαλλί των προβάτων)» [Ησ.1,18].
Ας μην αποκάμουμε λοιπόν, διότι δεν είναι η πτώση τόσο δυσάρεστη, όσο το να παραμένει κανείς στην πτώση· ούτε είναι φοβερό το να τραυματιστεί κανείς, όσο το να τραυματιστεί και να μη θέλει να θεραπευτεί. «Τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; ἢ τίς παῤῥησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν;(:Ποιος από τους ανθρώπους δύναται να καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά και καθαρή από τον ρύπο της αμαρτίας; Ή ποιος μπορεί να πει με παρρησία ότι είναι καθαρός από αμαρτίες; Κανείς.)» [Παρ.20,9]. Αυτά τα λέγω όχι για να σας κάνω ραθυμότερους, αλλά για να σας εμποδίσω να πέσετε σε απόγνωση εξαιτίας των πολλών σας αμαρτιών. Θέλεις να μάθεις γιατί ο Κύριός μας είναι Αγαθός; Ο τελώνης ανήλθε στον ναό να προσευχηθεί, όντας γεμάτος από μύρια κακά, και αφού είπε μόνο: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:Κύριε και Θεέ μου, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό)» [Λουκά 18,13], κατήλθε συγχωρημένος.
Εξάλλου και δια του προφήτου ο Θεός λέγει: «δι᾿ ἁμαρτίαν βραχύ τι ἐλύπησα αὐτὸν καὶ ἐπάταξα αὐτὸν καὶ ἀπέστρεψα τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐλυπήθη καὶ ἐπορεύθη στυγνὸς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ. τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ ἑώρακα καὶ ἰασάμην αὐτὸν καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν καὶ ἔδωκα αὐτῷ παράκλησιν ἀληθινήν(: τον αμαρτωλό, επειδή παρέβη το θέλημά μου και αμάρτησε, για λίγο διάστημα τον τιμώρησα και τον λύπησα. Τον έπληξα και γύρισα αλλού το πρόσωπό μου. Αυτός όμως λυπήθηκε και πορεύτηκε θλιμμένος τον δρόμο της ζωής του. Εγώ είδα την μετά από αυτά αλλαγή των δρόμων της ζωής του και τον θεράπευσα από την ασθένειά του. Τον παρηγόρησα, έδωσα σε αυτόν πραγματική παρηγορία)» [Ησ.57,17-18]. Τι είναι ίσο με αυτήν τη φιλανθρωπία; «Επειδή και μόνο κατάλαβε το λάθος του, λυπήθηκε και μετανόησε», λέγει, «του συγχώρησα τα αμαρτήματα». Εμείς όμως ούτε αυτό κάνουμε, και για τον λόγο αυτόν παροργίζουμε τον Θεό πάρα πολύ· διότι Αυτός που εκδηλώνει ευσπλαχνία ακόμη και αν λιγάκι Τον παρακαλέσουμε, όταν δεν Τον παρακαλέσουμε ούτε τόσο λίγο, εύλογα αγανακτεί και απαιτεί να τιμωρηθούμε με την έσχατη τιμωρία. Ποιος λοιπόν λυπήθηκε πότε για τις αμαρτίες του; Ποιος στέναξε; Ποιος χτύπησε το στήθος του με συντριβή; Ποιος φρόντισε; Εγώ τουλάχιστον νομίζω, κανείς· αλλά όμως οι άνθρωποι για πάρα πολλές ημέρες θρηνούν μεν για συγγενείς και φίλους τους που πέθαναν, για απώλεια χρημάτων, ούτε καν όμως το σκεπτόμαστε ότι καθημερινώς χάνουμε την ψυχή μας. Πώς λοιπόν θα μπορέσεις να συγχωρηθείς από τον Θεό, όταν ούτε καν γνωρίζεις ότι αμάρτησες;
«Ναι», λέγει ίσως κάποιος, «αμάρτησα». Μου λες «Ναι» με τη γλώσσα, πες μου αυτό με τη διάνοια και συγχρόνως αναστέναξε, για να είσαι συνεχώς χαρούμενος. Καθόσον μάλιστα, εάν στενοχωριόμαστε με τα αμαρτήματά μας, εάν στενάζαμε για τα σφάλματά μας, τίποτε άλλο δεν θα μας έθλιβε, διότι αυτή η οδύνη θα απομάκρυνε κάθε λύπη μας. Ώστε και κάτι άλλο θα κερδίζαμε μαζί με την εξομολόγηση, δηλαδή το να μη βυθιζόμαστε στις θλίψεις του παρόντος βίου, ούτε να αλαζονευόμαστε για τις λαμπρότητές του· και έτσι επίσης πολύ θα εξιλεώναμε τον Θεό, όπως ακριβώς με όσα κάνουμε τώρα, Τον παροξύνουμε. Πες μου λοιπόν· εάν έχεις ένα δούλο και ενώ αυτός έπαθε πολλά κακά από τους συνδούλους του, για μεν τα άλλα δεν λέγει τίποτε, αλλά φροντίζει μόνο να μην εξοργίζει τον κύριό του, άραγε δεν αξίζει γι' αυτό και μόνο να καταπαύσει την οργή σου; Και το αντίθετο· αν δεν φροντίζει καθόλου για τα σφάλματά του προς τους συνδούλους του, δεν θα τον τιμωρήσεις περισσότερο; Έτσι κάνει και ο Θεός· όταν μεν αδιαφορούμε για την οργή Του, οργίζεται περισσότερο· όταν όμως φροντίζουμε να βελτιωνόμαστε, η οργή Του είναι ηπιότερη, και μάλλον ούτε καν οργίζεται πλέον. Θέλει δηλαδή εμείς οι ίδιοι να ζητούμε την τιμωρία των αμαρτημάτων μας και δεν την απαιτεί πλέον ο ίδιος. Για τον λόγο αυτόν δηλαδή και μας απειλεί με τιμωρία, για να εξαφανίσει την αδιαφορία με τον φόβο· όταν λοιπόν φοβηθούμε και μόνο την απειλή, δεν μας αφήνει να δοκιμάσουμε την τιμωρία.
Κοίταξε λοιπόν προς τον Ιερεμία τι λέγει: «ἦ οὐχ ὁρᾷς τί αὐτοὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς Ἱερουσαλήμ; οἱ υἱοὶ αὐτῶν συλλέγουσι ξύλα, καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν καίουσι πῦρ, καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν τρίβουσι σταῖς τοῦ ποιῆσαι χαυῶνας τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἔσπεισαν σπονδὰς θεοῖς ἀλλοτρίοις, ἵνα παροργίσωσί με(:Αλήθεια, δεν βλέπεις τι κάνουν αυτοί στις διάφορες πόλεις του 'Ιούδα και στους δρόμους της Ιερουσαλήμ; Τα παιδιά τους μαζεύουν ξύλα, οι γονείς τους καίνε αυτά στη φωτιά, ενώ οι γυναίκες τους ζυμώνουν ζυμάρια, για να κατασκευάσουν άρτους, προσφορές προς τιμήν της στρατιάς των αστέρων του ουρανού και να προσφέρουν σπονδές σε ξένους θεούς, για να με εξοργίζουν εναντίον τους)»[Ιερ.7,17-18]. Να φοβόμαστε μήπως και για μας λεχθεί κάτι τέτοιο. Δεν βλέπεις τι κάνουν αυτοί; Κανένας δεν επιζητεί τα του Χριστού, αλλά όλοι επιζητούν τα δικά τους. Οι υιοί τους τρέχουν σε ασέλγειες, οι πατέρες τους σε πλεονεξία και αρπαγή, οι γυναίκες τους όχι μόνο δεν συγκρατούν, αλλά αντιθέτως προκαλούν τους άντρες τους στις εντυπωσιακές βιοτικές ενασχολήσεις. Στάσου λοιπόν στην αγορά· ρώτησε αυτούς που φεύγουν και έρχονται και κανένα δεν θα δεις να φροντίζει για πνευματικό θέμα, αλλά όλοι να τρέχουν για τα σαρκικά. Μέχρι πότε δεν θα συνέλθουμε; Μέχρι πότε θα βρισκόμαστε σε ύπνο βαθύ; Δεν χορτάσαμε τα κακά; Και όμως και χωρίς λόγους αρκεί και μόνη η πείρα των πραγμάτων να μας διδάξει για τη ματαιότητα και την καθολική αθλιότητα των παρόντων. Άνθρωποι λοιπόν που καλλιεργούσαν την ανθρώπινη σοφία και δεν γνώριζαν τίποτε από τα μέλλοντα, επειδή κατανόησαν την πολλή ευτέλεια των παρόντων πραγμάτων, για αυτό και μόνο απέστησαν.
Πώς λοιπόν εσύ θα συγχωρηθείς, αφού σύρεσαι κάτω και δεν καταφρονείς τα μικρά και παρέρχεσαι τα μεγάλα και αιώνια, εσύ που ακούς τον ίδιο τον Θεό να σου δείχνει αυτά και να σου τα αποκαλύπτει και ενώ έχεις τέτοιες υποσχέσεις από Αυτόν; Ότι βεβαίως αυτά δεν είναι ικανά να προσφέρουν αληθινή ικανοποίηση, το έδειξαν αυτοί που απέχουν από αυτά και χωρίς να τους έχουν δοθεί από αλλού υποσχέσεις για ανώτερα. Ποιο δηλαδή πλούτο ανέμεναν και ήλθαν στην πτωχεία; Κανένα, αλλά διότι γνώριζαν πολύ καλώς ότι η πενία αυτού του είδους είναι ανώτερη από τον πλούτο. Ποια ζωή ήλπισαν και άφησαν την άνετη ζωή και παραδόθηκαν στη σκληραγωγία; Ουδεμία, αλλά διότι κατανόησαν την ίδια τη φύση των πραγμάτων και αναγνώρισαν ότι αυτό είναι πολύ καταλληλότερο και για τη φιλοσοφία της ψυχής και για την υγεία του σώματος. Αυτά λοιπόν εμείς έχοντας στον νου μας και ενθυμούμενοι συνεχώς τα μέλλοντα αγαθά, ας αποχωριστούμε από τα παρόντα, για να λάβουμε εκείνα τα μέλλοντα με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει δόξα, δύναμις, τιμή τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΟΜΙΛΙΑ Θ΄ από το Υπόμνημα στην Α΄προς Κορινθίους επιστολή
«Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει· εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:εγώ λοιπόν θεμελίωσα καλά. Εάν όμως κανείς χτίζει πάνω στο θεμέλιο αυτό με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους, ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια,του κάθε κτίστη το έργο θα γίνει φανερό· διότι η ημέρα της Κρίσεως θα το σκεπάσει και θα το φανερώσει. Και θα το ξεσκεπάσει, διότι η ημέρα εκείνη θα αποκαλυφτεί μαζί με την ενέργεια της θείας δικαιοσύνης, που είναι δραστική σαν φωτιά. Και ο Θεός θα ζυγίσει με ακρίβεια για να αποκαλύψει ποιο είναι το έργο του καθενός, και θα φανερώσει την πραγματική του αξία σαν τη φωτιά που κατακαίει κάθε εύφλεκτο υλικό. Εάν το έργο που έκανε κάποιος κτίζοντας στο αιώνιο θεμέλιο, δηλαδή τον Χριστό, αντέξει και δεν καεί από την φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα πάρει μισθό. Εάν το έργο κάποιου άλλου κατακαεί και δεν αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα ζημιωθεί, διότι οι κόποι του δεν θα ανταμειφθούν. Και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες της φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως)» [Α΄Κορ.3,12-15].
Αυτό εδώ το ζήτημα, που θίγεται τώρα, δεν μας είναι δευτερεύον, αλλά αναφέρεται στα πλέον αναγκαία και σε αυτά, τα οποία όλοι οι άνθρωποι ζητούν να μάθουν, δηλαδή εάν τύχει τέλους το πυρ της κολάσεως. Το ότι δεν έχει τέλος το πυρ της κολάσεως, ο Χριστός το κατέστησε σαφές λέγοντας: «καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλὸν σοί ἐστι κυλλὸν εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται(:και αν σου γίνεται αφορμή αμαρτίας το χέρι σου, δηλαδή κάποιο πρόσωπο ή πράγμα πολύ συνδεδεμένο μαζί σου και πολύ χρήσιμο σε σένα, κόψε το από πάνω σου. Σε συμφέρει περισσότερο να μπεις στην αιώνια ζωή κουλός, παρά με τα δύο χέρια σου να πας στη γέεννα, στο πυρ που δεν σβήνει ποτέ. Είναι προτιμότερο να υποστείς τη βαρύτερη θυσία στον κόσμο αυτό και να αποχωριστείς πράγματα ή πρόσωπα που σου είναι χρήσιμα και αγαπητά, παρά η προσκόλλησή σου σε αυτά να σε ρίξει στην κόλαση, όπου το σκουλήκι που θα κατατρώει χωρίς να εξαφανίζει εκείνους που θα είναι εκεί, δεν θα έχει τέλος˙ και η φωτιά που θα τους κατακαίει χωρίς να τους αποτεφρώνει, δεν θα σβήσει. Η τιμωρία τους δηλαδή θα είναι ατελεύτητη και αιώνια)» [Μάρκ.9,44].
Και γνωρίζω μεν ότι παραλύετε από φόβο, όταν ακούτε αυτά, αλλά τι να κάνω; Καθόσον μάλιστα ο Θεός παραγγέλλει αυτά συνεχώς να αντηχούν, λέγοντας: «διαμάρτυραι τῷ λαῷ(:έντονα μίλησε και δώσε αυτές τις εντολές σε αυτόν τον λαό)» [Έξ.19,10]· και εγώ έχω ταχθεί στη διακονία του λόγου και κατά συνέπεια είναι ανάγκη να είμαι ενοχλητικός στους ακροατές χωρίς να το θέλω, αλλά διότι αναγκάζομαι. Ή μάλλον, εάν θέλετε, δεν θα είμαι ενοχλητικός· διότι λέγει: «οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς(:και πράγματι, όποιος δεν πειθαρχεί στους άρχοντες, εναντιώνεται στη διαταγή του Θεού· διότι οι άρχοντες δεν εμπνέουν φόβο για τα καλά έργα που συντελούν στην κοινωνική δικαιοσύνη και πρόοδο, αλλά για τα κακά, που διαταράσσουν την κοινωνική ασφάλεια και τάξη. Θέλεις, λοιπόν, να μη φοβάσαι τους άρχοντες της εξουσίας; Κάνε οτιδήποτε συντελεί προς το καλό της κοινωνίας, και θα έχεις έπαινο από τους άρχοντες)»[Ρωμ. 13,3]. Ώστε είναι δυνατόν όχι μόνο να μη με ακούτε με αποστροφή, αλλά και με ευχαρίστηση.
Το ότι λοιπόν δεν έχει τέλος το πυρ της κολάσεως και ο Χριστός το φανέρωσε· και ο Παύλος επίσης, δείχνοντας ότι η κόλαση είναι αιώνια, λέγει ότι οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν με αιώνιο όλεθρο [Β΄Θεσ.1,9: «οἵτινες δίκην τίσουσιν ὄλεθρον αἰώνιον ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ(:αυτοί θα τιμωρηθούν με αιώνια εξολόθρευση μακριά από το πρόσωπο του Κυρίου και την ένδοξη δύναμή Του)»]· και πάλι: «Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοὶ, οὔτε μαλακοὶ, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε κλέπται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι(:αυτό που κάνετε το κάνετε λοιπόν από άγνοια; Δεν γνωρίζετε ότι οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού; Μην πλανάστε. Ούτε οι πόρνοι, ούτε οι ειδωλολάτρες, ούτε οι μοιχοί, ούτε οι εκθηλυμένοι και θηλυπρεπείς, ούτε οι αρσενοκοίτες, ούτε οι πλεονέκτες, ούτε οι κλέφτες, ούτε οι μέθυσοι, ούτε αυτοί που εμπαίζουν και βρίζουν τους άλλους, ούτε οι άρπαγες με κανένα τρόπο δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού)» [Α΄Κορ. 6,9-10]. Και προς τους Εβραίους εξάλλου έλεγε: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον(:να επιδιώκετε να έχετε ειρήνη με όλους. Επιδιώκετε και τον αγιασμό και την καθαρότητα της καρδιάς από κάθε πάθος· διότι χωρίς τον αγιασμό, κανείς δεν θα δει τον Κύριο)»[Εβρ.12,14].
Εξάλλου και ο Χριστός για εκείνους που θα Του πουν εκείνη τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως: «Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;(:Κύριε, Κύριε, στο όνομά Σου δεν προφητεύσαμε, πιστεύοντας ότι είσαι ο Μεσσίας και Υιός του Θεού; Και πιστεύοντας σε Εσένα δεν βγάλαμε δαιμόνια; Και πιστεύοντας σε Εσένα δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και τώρα λοιπόν δεν θα μπούμε στη βασιλεία Σου;)», λέγει τα εξής: «καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν(:και τότε θα διακηρύξω ξεκάθαρα σε αυτούς ότι ποτέ δεν σας αναγνώρισα ως δικούς μου. Φύγετε μακριά μου εσείς που εργαζόσασταν την ανομία, διότι τα χαρίσματά μου τα χρησιμοποιήσατε όχι για τη δική μου δόξα, αλλά σύμφωνα με τα δικά σας θελήματα και τους εγωιστικούς σας σκοπούς)»[Ματθ.7,22-23]. Και οι παρθένες που αποκλείστηκαν, δεν εισήλθαν ποτέ πλέον, και για όσους δεν Του έδωσαν τροφή λέγει ότι θα οδηγηθούν σε κόλαση αιώνια [Ματθ.25,46: «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον»].
Και μη με ρωτάς πώς ισχύει η δικαιοσύνη, εάν η κόλαση δεν έχει τέλος· διότι, όταν ο Θεός κάνει κάτι, να υπακούς στις αποφάσεις και μην εξετάζεις με την ανθρώπινη λογική τα λεγόμενα. Άλλωστε πώς δεν θα ήταν δίκαιο να τιμωρείται αυτός, ο οποίος, ενώ από την αρχή δέχτηκε μύριες ευεργεσίες, έπραξε κατόπιν άξια κολάσεως, και δεν έγινε καλύτερος ούτε με απειλή, ούτε με ευεργεσία; Εάν δηλαδή εξετάζεις το δίκαιο του πράγματος, έπρεπε εξαρχής και κατευθείαν να απολεσθούμε σύμφωνα προς τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης· καθόσον και αν ακόμη είχαμε πάθει τούτο, το γεγονός αυτό θα έδειχνε και φιλανθρωπία. Όταν δηλαδή κάποιος υβρίζει έναν, ο οποίος καθόλου δεν τον αδίκησε, τιμωρείται σύμφωνα προς τη δικαιοσύνη· όταν όμως κάποιος υβρίζει τον ευεργέτη, ο οποίος δεν του έκανε μεν προηγουμένως κανένα κακό, αντίθετα του έκανε άπειρα καλά, Αυτόν που και τη ζωή Του έδωσε και Θεός Του είναι και του έδωσε ψυχή και του χάρισε μύρια και εφόσον θα θελήσει και στον ουρανό θα τον ανεβάσει, όταν μετά από τόσες ευεργεσίες αυτόν τον Ευεργέτη όχι μόνο απλώς Τον υβρίζει, αλλά και καθημερινώς Τον υβρίζει με τις πράξεις του, ποιας συγνώμης θα είναι άξιος; Δεν βλέπεις πώς τιμώρησε τον Αδάμ για μία αμαρτία;
«Ναι», λέγει ίσως κάποιος· «τον τιμώρησε διότι έδωσε σε εκείνον παράδεισο και τον έκανε να απολαύσει την πολλή εύνοιά Του». Και βεβαίως το να αμαρτάνει κάποιος, ενώ έχει πλήρη ασφάλεια, δεν είναι ίσο με το να αμαρτάνει ευρισκόμενος σε πολλή θλίψη. Το φοβερό δηλαδή είναι τούτο, ότι δεν αμαρτάνεις ευρισκόμενος στον παράδεισο, αλλά στις άπειρες δυσκολίες του παρόντος βίου, και όμως δεν γίνεσαι σωφρονέστερος· ομοιάζεις με κάποιον που είναι δεμένος με την πονηρία και ζει αναγκαστικά με αυτήν. Και όμως σου υποσχέθηκε ανώτερα και από τον παράδεισο· και δεν σου τα έδωσε ακόμη, για να μη μειώσει τη δύναμή σου στον καιρό των αγώνων, ούτε τα αποσιώπησε, για να μην καταβληθείς από τους κόπους. Και ο μεν Αδάμ έκανε μία αμαρτία και προκάλεσε ολόκληρο τον θάνατό του· εμείς όμως καθημερινά κάνουμε άπειρα πλημμελήματα. Εάν λοιπόν εκείνος, που έκανε μία αμαρτία, και που προσδοκούμε αντί του παραδείσου τον ουρανό; Είναι ενοχλητικός ο λόγος και λυπεί τον ακροατή· και γνωρίζω τούτο από ό,τι παθαίνω εγώ ο ίδιος· η καρδιά μου δηλαδή ταράσσεται και πάλλει και όσον ακούω να γίνεται λόγος για την κόλαση, τόσο περισσότερο τρέμω και καταρρέω από τον φόβο. Αλλά είναι ανάγκη να τα λέγουμε αυτά, για να μην καταντήσουμε στην κόλαση. Εσύ δεν έλαβες παράδεισο, ούτε ξύλα και φυτά, αλλά ουρανό και ουράνια αγαθά. Και εφόσον καταδικάστηκε εκείνος που έλαβε λιγότερα και δεν τον έσωσε καμία δικαιολογία, πολύ περισσότερο θα υποστούμε ανεπανόρθωτα κακά εμείς, που διαπράττουμε περισσότερες αμαρτίες και έχουμε κληθεί για ανώτερα.
Σκέψου λοιπόν πόσο χρόνο μένει το γένος μας στον θάνατο εξαιτίας μιας αμαρτίας. Έχουν περάσει περισσότερα από πέντε χιλιάδες έτη, και όμως ο θάνατος εξαιτίας μιας αμαρτίας δεν έχει ακόμη καταργηθεί. Και ούτε μπορούμε να πούμε ότι ο Αδάμ άκουσε προφήτες, ότι είδε άλλους να τιμωρούνται για τα αμαρτήματά τους, οπότε ήταν φυσικό να φοβηθεί και να σωφρονιστεί από αυτό το παράδειγμα των άλλων· διότι τότε ήταν πρώτος και μόνος, αλλά όμως τιμωρούνταν. Εσύ όμως τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσες να προβάλλεις ως δικαιολογία, εσύ ο οποίος έγινες χειρότερος μετά από τόσα πολλά παραδείγματα, εσύ ο οποίος καταξιώθηκες τόσου Πνεύματος και όμως φέρεις μαζί σου όχι μία ούτε δύο και τρεις, αλλά μύριες αμαρτίες. Επειδή δηλαδή τα αμαρτήματα γίνονται σε σύντομη στιγμή, μη νομίζεις για τον λόγο αυτόν ότι και η κόλαση διαρκεί μία στιγμή. Δεν βλέπεις τους ανθρώπους, οι οποίοι πολλές φορές εξαιτίας μιας κλοπής και μιας μοιχείας, που συνέβη σε μία σύντομη στιγμή, δαπάνησαν ολόκληρο τον βίο τους σε δεσμωτήρια και μεταλλεία, παλαίοντας με συνεχή πείνα και μύριους θανάτους; Και κανείς δεν τους έσωσε, ούτε είπε ότι, επειδή το αμάρτημα συνέβη σε σύντομο χρονικό διάστημα, πρέπει και η τιμωρία της αμαρτίας να είναι ισοδύναμη και να διαρκεί ίσο χρόνο.
«Αλλά», θα έλεγε κάποιος, «αυτοί που κάνουν αυτά είναι άνθρωποι, ο Θεός όμως είναι φιλάνθρωπος». Πρώτον μεν ούτε οι άνθρωποι βέβαια επιβάλλουν αυτές τις ποινές από ωμότητα, αλλά από φιλανθρωπία· και ο Θεός επίσης, όπως είναι φιλάνθρωπος, έτσι και τιμωρεί αυστηρά: «κατὰ τὸ πολὺ ἔλεος αὐτοῦ, οὕτως καὶ πολὺς ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ· ἄνδρα κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ κρίνει(:όσο μεγάλο είναι το έλεός Του, τόσο μεγάλη είναι και η δίκαιη τιμωρία, που αποστέλλει. Αυτός κρίνει τον κάθε άνθρωπο σύμφωνα με τα έργα του)»[Σοφ.Σειρ.16,12]. Όταν λοιπόν λέγεις ότι είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, τότε είναι σαν να μου λες ότι είναι μεγαλύτερη η αιτία της τιμωρίας μας, διότι αμαρτάνουμε προς έναν τέτοιο Θεό. Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος έλεγε: «Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος(:είναι φοβερό να πέσει κανείς στα χέρια του αληθινού Θεού, που δεν είναι νεκρός σαν τα είδωλα, αλλά ζει πάντοτε)»[Εβρ.10,31]. Προσέξτε, σας παρακαλώ, την πύρινη δύναμη των λόγων, διότι ίσως από αυτό να έχετε κάποια παρηγορία. Ποιος από τους ανθρώπους δύναται να τιμωρήσει τόσο αυστηρά, όσο τιμώρησε ο Θεός, με το να προκαλέσει κατακλυσμό και την πανωλεθρία τόσο πολλών ανθρώπων και στη συνέχεια με το να βρέξει πυρ και να εξαφανίσει τους πάντες [:στα Σόδομα και στα Γόμορα]; Ποια τιμωρία ανθρώπων δύναται να είναι τέτοια; Δεν βλέπεις ότι και η κόλαση που προήλθε από αυτήν την αιτία ότι είναι σχεδόν αθάνατη; Έχουν παρέλθει τέσσερις χιλιάδες έτη, και όμως η τιμωρία των Σοδομιτών εξακολουθεί να ισχύει. Όπως δηλαδή η φιλανθρωπία Του είναι μεγάλη, έτσι είναι μεγάλη και η τιμωρία.
Και πράγματι· εάν μεν είχε παραγγείλει πράγματα βαρέα και αδύνατα, ίσως θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει τη δυσκολία των νόμων· εφόσον όμως είναι πάρα πολύ εύκολα, τι θα μπορούσαμε να προβάλουμε ως δικαιολογία για το ότι δεν κάνουμε ούτε και αυτά; Αν και βέβαια μπορείς, εάν θέλεις, και όσοι το κατόρθωσαν μας κατηγορούν· αλλά όμως ο Θεός δεν φέρεται προς εμάς με αυτήν την απαιτητικότητα, ούτε μας διέταξε ή μας νομοθέτησε αυτά, αλλά άφησε την εκλογή να ανήκει στη διάθεση αυτών που ακούνε τον λόγο Του. Μπορείς όμως να είσαι σώφρονας στον γάμο και μπορείς να μη μεθάς. Δεν μπορείς να χαρίσεις όλα τα χρήματά σου; Αν και βέβαια μπορείς, και το μαρτυρούν όσοι το έκαναν· αλλά όμως ούτε το επέβαλε αυτό, αλλά παρήγγειλε να μην είμαστε άρπαγες και να βοηθούμε από τα υπάρχοντά μας όσους έχουν ανάγκη. Και αν κάποιος λέγει ότι «Δεν μπορώ να αρκεστώ στη γυναίκα μου μόνο», εξαπατά τον εαυτό του και παραλογίζεται, και έχει κατηγόρους εκείνους που ζουν με σωφροσύνη χωρίς να έχουν σχέσεις με γυναίκα. Πες μου λοιπόν: Δεν μπορείς να μην κακολογείς; Δεν μπορείς να μην καταριέσαι; Και όμως, το να κάνει κανείς αυτά είναι βαρύ, όχι το να μην τα κάνει. Ποια λοιπόν δικαιολογία έχουμε για το ότι δεν τηρούμε αυτά, που είναι τόσο ελαφρά και εύκολα; Καμία δεν μπορούμε να προβάλουμε.
Από όλα λοιπόν όσα λέχτηκαν είναι φανερό ότι η κόλαση είναι αιώνια· επειδή όμως μερικοί νομίζουν ότι ο λόγος του Παύλου λέγει το αντίθετο, εμπρός, αφού φέρουμε στο μέσο το θέμα, ας το εξετάσουμε και αυτό. Αφού δηλαδή είπε: «εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται (:εάν το έργο που έκανε κάποιος κτίζοντας στο αιώνιο θεμέλιο, δηλαδή τον Χριστό, αντέξει και δεν καεί από την φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα πάρει μισθό· εάν το έργο κάποιου άλλου κατακαεί και δεν αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα ζημιωθεί, διότι οι κόποι του δεν θα ανταμειφθούν)», πρόσθεσε, «αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες τις φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στην φωτιά της Θείας Κρίσεως)»[Α΄Κορ.3,14-15]. Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε γι' αυτό; Προηγουμένως είχε πει: «εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει (:εγώ λοιπόν θεμελίωσα καλά. Εάν όμως κανείς χτίζει πάνω στο θεμέλιο αυτό με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους, ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια, του κάθε κτίστη το έργο θα γίνει φανερό· διότι η ημέρα της Κρίσεως θα το σκεπάσει και θα το φανερώσει. Και θα το ξεσκεπάσει, διότι η ημέρα εκείνη θα αποκαλυφτεί μαζί με την ενέργεια της θείας δικαιοσύνης, που είναι δραστική σαν φωτιά. Και ο Θεός θα ζυγίσει με ακρίβεια για να αποκαλύψει ποιο είναι το έργο του καθενός, και θα φανερώσει την πραγματική του αξία σαν τη φωτιά που κατακαίει κάθε εύφλεκτο υλικό)»[Α΄Κορ. 3,12-13].
Καταρχάς ας εξετάσουμε ποιο είναι το θεμέλιο και ποιος ο χρυσός, ποιοι οι πολύτιμοι λίθοι, ποια η χόρτος και ποια η καλάμη. Το μεν θεμέλιο ο ίδιος σαφώς δήλωσε ότι είναι ο Χριστός με το να πει: «θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾿Ιησοῦς Χριστός (:αυτός δεν έχει πλέον δουλειά με το θεμέλιο· διότι κανένας δεν μπορεί να βάλλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από εκείνον που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στην βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ.3,11]. Η οικοδομή νομίζω ότι είναι οι πράξεις. Αν και βέβαια μερικοί λένε ότι και αυτό το ίδιο έχει λεχθεί περί διδασκάλων και μαθητών και περί διεφθαρμένων αιρέσεων, αλλά ο λόγος αυτός δεν γίνεται δεκτός· διότι, εάν αυτό είναι έτσι, πώς το μεν έργο χάνεται, ο οικοδομών όμως θα σωθεί, έστω και ως δια πυρός; Διότι ο αίτιος μάλλον θα έπρεπε να τιμωρηθεί· τώρα όμως θα συμβεί να τιμωρείται περισσότερο το έργο της οικοδομήσεως. Δηλαδή εάν μεν ο διδάσκαλος έχει γίνει ο αίτιος του κακού, είναι άξιος να τιμωρηθεί αυστηρά· πώς λοιπόν θα σωθεί; Εάν πάλι δεν είναι αίτιος, αλλά παρά τον δικό του δύστροπο χαρακτήρα, οι μαθητές του έχουν γίνει τέτοιοι, καθόλου δεν είναι άξιος να τιμωρηθεί, αλλά ούτε και να υποστεί καμία ζημία αυτός που έκανε καλή οικοδομή. Πώς λοιπόν λέγει ότι «θα υποστεί ζημίες»; Άρα είναι φανερό ότι ομιλεί περί πράξεων. Επειδή δηλαδή πρόκειται στη συνέχεια να στραφεί προς τον πόρνο, κάνει ένα προοίμιο αρκετά πιο πριν· διότι γνωρίζει, καθώς ομιλεί περί άλλου θέματος, να προετοιμάζει για άλλο θέμα, για το οποίο πρόκειται να ομιλήσει· πράγματι, λοιπόν, επιτιμώντας τους πιστούς για το ότι δεν κρατούν τους εαυτούς τους στα άριστα προετοίμασε τον λόγο περί των μυστηρίων.
Ότι επείγεται τώρα να ασχοληθεί με τον πόρνο αποδεικνύεται από το ότι, αφού μίλησε περί του θεμελίου, πρόσθεσε: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς (:είπα αρκετά για τους κτίστες. Ας έρθω τώρα και σε αυτούς που αντί να κτίζουν, καταστρέφουν την οικοδομή. Δεν γνωρίζετε από την πείρα της χριστιανικής ζωής σας ότι είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας; Εάν λοιπόν κανείς με την πλανεμένη διδασκαλία του και τους φατριασμούς του καταστρέφει τον ναό του Θεού, θα τον καταστρέψει αυτόν ο Θεός. Και θα τον καταστρέψει διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος. Είναι αφιερωμένος στον Θεό και είναι δικό Του κτήμα. Είναι ιερός και απαραβίαστος. Και τέτοιος ναός, ναός του Θεού άγιος, είστε εσείς)»[Α΄Κορ.3,16-17] Αυτά τα έλεγε διαταράσσοντας από τη στιγμή αυτήν με τον φόβο την ψυχή του πόρνου. «Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην(:εάν όμως κανείς χτίζει πάνω στο θεμέλιο αυτό με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους,ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια)»[Α΄Κορ.3,12]· δηλαδή μετά την πίστη, χρειάζεται οικοδόμηση· για τον λόγο αυτόν και αλλού λέει: «Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις(:αφού λοιπόν τα πιστεύετε και τα ξέρετε αυτά για τους πεθαμένους, να παρηγορείτε ο ένας τον άλλο με τους λόγους αυτούς της ελπίδας που σας γράφω)» [Α΄Θεσ. 4,18· πρβλ. Α΄Κορ.5,11: «νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν(:τώρα όμως σας έγραψα να μην συναναστρέφεστε με κάποιον που, ενώ φέρει το όνομα μόνο του αδελφού, στην πραγματικότητα όμως είναι πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή υβριστής ή κακόγλωσσος, ή μέθυσος ή άρπαγας. Με τέτοιον χριστιανό δεν πρέπει ούτε να τρώτε μαζί του)»]· καθόσον και ο τεχνίτης και ο μαθητευόμενος συνεισφέρουν στην οικοδόμηση· για τον λόγο αυτόν λέγει: «Καθένας να προσέχει πώς χτίζει».
Εάν αυτά είχαν λεχθεί περί πίστεως, δεν θα υπήρχε λόγος να λεχθούν, διότι στην πίστη πρέπει όλοι να είναι ίσοι, επειδή μια είναι η πίστη· στην αρετή του βίου δεν είναι δυνατόν να είναι όλοι ίδιοι. Η πίστη δηλαδή δεν είναι δυνατόν σε άλλον να είναι μικρότερη, και σε άλλον καλύτερη, αλλά είναι η ίδια σε όλους που αληθινά πιστεύουν· στη ζωή όμως είναι δυνατόν άλλοι μεν να είναι περισσότερο φιλόπονοι, άλλοι πάλι ραθυμότεροι· και οι μεν πρώτοι είναι επόμενο να ζουν ορθότερο βίο, ενώ οι δεύτεροι να είναι υποδεέστεροι· και είναι επόμενο άλλοι μεν να έχουν κατορθώσει τα μεγαλύτερα, άλλοι δε τα μικρότερα· άλλοι μεν να έχουν κάνει τα μεγαλύτερα σφάλματα, άλλοι δε τα ελαφρότερα. Για τον λόγο αυτόν είπε: «χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην (:με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους, ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια)»[Α΄Κορ.3,12].
«Ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται(:το έργο του καθενός θα γίνει φανερό)». Εδώ εννοεί την πράξη. «Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται. εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:εάν το έργο που έκανε κάποιος κτίζοντας στο αιώνιο θεμέλιο, δηλαδή τον Χριστό, αντέξει και δεν καεί από την φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα πάρει μισθό· εάν το έργο κάποιου άλλου κατακαεί και δεν αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα ζημιωθεί, διότι οι κόποι του δεν θα ανταμειφθούν. Και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες τις φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στην φωτιά της Θείας Κρίσεως)»[Α΄Κορ.3,13]. Και βέβαια, εάν αυτό λεγόταν για μαθητές και διδασκάλους, ούτε θα έπρεπε να τιμωρηθούν οι διδάσκαλοι, εάν οι μαθητές δεν τον είχαν ακούσει. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν λέει: «Καθένας θα λάβει τον μισθό του ανάλογα με τον κόπο του· όχι ανάλογα με το αποτέλεσμα, αλλά ανάλογα με τον κόπο». Σε τι ευθύνονται οι διδάσκαλοι, εάν δεν έδιναν προσοχή αυτοί που άκουγαν; Άρα και από εδώ φαίνεται ότι ο λόγος είναι για έργα.
Η σημασία αυτού που λέει, είναι η εξής: Εάν κάποιος διάγει κακό βίο, αλλά έχει ορθή πίστη, δεν θα τον βοηθήσει η πίστη του να μην τιμωρηθεί, εφόσον το έργο κατακαίεται. Το δε «κατακαήσεται» σημαίνει ότι δεν θα αντέξει τη δύναμη του πυρός. Αλλά όπως ακριβώς, εάν κάποιος έχοντας χρυσά όπλα, διέλθει ποταμό πυρός, εξέρχεται από αυτόν λαμπρότερος, εάν όμως διερχόταν αυτόν έχοντας χορτάρι, όχι μόνο δεν ωφελεί σε τίποτε, αλλά και τον εαυτό του καταστρέφει, έτσι συμβαίνει και με τα έργα. Δεν το λέγει δηλαδή αυτό σαν να διαλεγόταν για πραγματικά πρόσωπα και για κατακαιόμενους, αλλά επειδή ήθελε να αυξήσει περισσότερο τον φόβο και να αποδείξει ότι εκείνος που ζει στην κακία δεν έχει καμία ασφάλεια· και για τον λόγο αυτόν έλεγε «θα υποστεί ζημίες». Να μια τιμωρία. «Αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες τις φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στην φωτιά της Θείας Κρίσεως)»[Α΄Κορ. 3,15]. Να και η δεύτερη. Αυτό που λέγει, σημαίνει το εξής: «Δεν θα χαθεί και ο ίδιος έτσι όπως τα έργα, εκμηδενιζόμενος, αλλά θα μείνει μέσα στο πυρ». Το πράγμα, λέγει, χρειάζεται βέβαια σωτηρία, και για τον λόγο αυτόν πρόσθεσε: «οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός (:όπως σώζεται κανείς από το πυρ)»· διότι, ως γνωστό, συνηθίζουμε να λέμε για τις ύλες που δεν κατακαίονται και δεν αποτεφρώνονται αμέσως, ότι διατηρούνται στο πυρ.
Μη νομίσεις όμως, επειδή άκουσες τη λέξη «πῦρ», ότι αυτοί που κατακαίονται οδηγούνται στην ανυπαρξία. Εάν όμως ονομάζει σωτηρία και την τιμωρία αυτού του είδους, μην απορείς, διότι συνηθίζει να χρησιμοποιεί εύηχες λέξεις για όσα ηχούν κακώς και για τα καλά τις αντίθετες λέξεις· όπως π.χ. η λέξη «αιχμαλωσία» θεωρείται ότι σημαίνει κάτι το κακό, αλλά ο Παύλος την χρησιμοποιεί για καλό, λέγοντας: «λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ(:αιχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη ώστε να υπακούει στον Χριστό)» [Β΄Κορ. 10,5]. Και πάλι χρησιμοποιεί εύηχες λέξεις για κακά πράγματα, λέγοντας: «ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ, οὕτω καὶ ἡ χάρις βασιλεύσῃ διὰ δικαιοσύνης εἰς ζωὴν αἰώνιον διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν(: έτσι ώστε όπως ακριβώς βασίλευσε η αμαρτία, που έκανε αισθητό το τυραννικό κράτος της με τον θάνατο, έτσι να βασιλεύσει και η χάρις με το δώρο της δικαιώσεως και σωτηρίας, για να επικρατήσει η αιώνια ζωή με τη μεσιτεία του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας)» [Ρωμ.5,21], αν και η λέξη «βασιλεία» είναι εύηχη λέξη. Έτσι και εδώ· με τον να πει «θα σωθεί», δεν έκανε υπαινιγμό για τίποτε άλλο, παρά για το μέγεθος της τιμωρίας, σαν να έλεγε ότι ο αμαρτωλός αυτός θα τιμωρείται συνεχώς.
Στη συνέχεια προσθέτει σαν συμπέρασμα τα εξής: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; (:είπα αρκετά για τους κτίστες. Ας έρθω τώρα και σε αυτούς που αντί να κτίζουν, καταστρέφουν την οικοδομή. Δεν γνωρίζετε από την πείρα της χριστιανικής ζωής σας ότι είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;)»[Α΄Κορ.3,16]. Επειδή δηλαδή στην προηγούμενη ομιλία ομίλησε για εκείνους που διαιρούν την Εκκλησία, μέμφεται στη συνέχεια και τον πόρνο, ουδέποτε βέβαια ονομαστικά, αλλά αόριστα υπαινίσσεται τον διεφθαρμένο βίο του και διαχωρίζει το αμάρτημα από τη δωρεά, η οποία του είχε ήδη δοθεί. Κατόπιν αποτρέπει και τους άλλους από όσα ακριβώς είχαν ήδη πράξει· διότι πάντοτε κάνει αυτό, λαμβάνοντας ως αφορμή όσα πρόκειται να συμβούν ή έχουν ήδη συμβεί, είτε λυπηρά, είτα αγαθά. Από μεν τα μέλλοντα λέγει: «ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται(:διότι η ημέρα της Κρίσεως θα το σκεπάσει και θα το φανερώσει. Και θα το ξεσκεπάσει, διότι η ημέρα εκείνη θα αποκαλυφτεί μαζί με την ενέργεια της θείας δικαιοσύνης, που είναι δραστική σαν φωτιά)»[Α΄Κορ.3,13], ενώ από όσα έχουν συμβεί λέγει: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός (:είπα αρκετά για τους κτίστες. Ας έρθω τώρα και σε αυτούς που αντί να κτίζουν, καταστρέφουν την οικοδομή. Δεν γνωρίζετε από την πείρα της χριστιανικής ζωής σας ότι είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας; εάν λοιπόν κανείς με την πλανεμένη διδασκαλία του και τους φατριασμούς του καταστρέφει τον ναό του Θεού, θα τον καταστρέψει αυτόν ο Θεός)»[Α΄Κορ.3,16-17].
Βλέπεις τη σφοδρότητα του λόγου; Αλλά όσο είναι άγνωστο το πρόσωπο του κατηγορουμένου, δεν είναι τόσο βαρύς ο λόγος, διότι όλοι συμμετέχουν στον φόβο, που προέρχεται από την επιτίμηση. «Φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός», δηλαδή θα τον καταστρέψει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Παύλος καταριέται να τον καταστρέψει ο Θεός έναν τέτοιον άνθρωπο, αλλά ότι προφητεύει. «Ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς(:και θα τον καταστρέψει διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος. Είναι αφιερωμένος στον Θεό και είναι δικό Του κτήμα. Είναι ιερός και απαραβίαστος. Και τέτοιος ναός, ναός του Θεού άγιος, είστε εσείς)»[Α΄Κορ.3,17], ενώ ο πόρνος είναι βέβηλος. Κατόπιν για να μη φανεί ότι απευθύνεται προς εκείνον, αφού είπε: «Διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος», πρόσθεσε: «Και αυτός ο ναός είστε εσείς». «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός(:ας μην εξαπατά κανείς τον εαυτό του νομίζοντας ότι δεν θα τον φθείρει ο Θεός όταν αυτός φθείρει τον ναό του Θεού με τα σχίσματά του. Και επειδή τα κόμματα αυτά γίνονται από την ιδέα ότι ο αρχηγός του ενός είναι καλύτερος από τον αρχηγό του άλλου, σας προσθέτω ότι, αν κανείς μεταξύ σας νομίζει ότι είναι σοφός επειδή έχει την σοφία του κόσμου που βρίσκεται μακριά από τον Θεό, αυτός ας γίνει μωρός με το να αποδεχθεί το κήρυγμα που ο κόσμος το θεωρεί κουταμάρα· και ας σταματήσει να έχει εμπιστοσύνη στη σοφία του και την κρίση του, για να γίνει πραγματικά σοφός)» [Α΄Κορ.3,18]. Και αυτό το λέγει για εκείνον[:τον πόρνο της Κορίνθου που τους σκανδάλιζε με τη συμβίωσή του με τη γυναίκα του πατέρα του], διότι νόμιζε ότι δήθεν είναι κάτι και υπερηφανευόταν για τη σοφία του.
Και για να μη φανεί ότι επί πολύ αποτείνεται προς αυτόν, χωρίς να είναι ο κύριος σκοπός του, αφού τον έβαλε σε αγωνία και τον παρέδωσε στον φόβο, πάλι φέρει τον λόγο στο κοινό αμάρτημα και λέγει: «Εάν κάποιος μεταξύ σας νομίζει ότι είναι είναι σοφός κατά την κρίση του κόσμου αυτού, ας γίνει μωρός, για να γίνει σοφός»[Α΄Κορ.3,18]. Και το κάνει αυτό στη συνέχεια με πολλή παρρησία, διότι πράγματι τους αντιμετώπισε επιτυχώς· διότι και αν ακόμη κάποιος είναι πλούσιος ή έχει ευγενή καταγωγή, είναι ο ευτελέστερος των ευτελών, όταν κυριευτεί από την αμαρτία. Δηλαδή, όπως ακριβώς αν κάποιος είναι βασιλιάς και γίνει δούλος βαρβάρων, είναι ο δυστυχέστερος από όλους, έτσι συμβαίνει και με την αμαρτία· η αμαρτία δηλαδή είναι βάρβαρη και δεν γνωρίζει να ευσπλαχνίζεται την ψυχή, την οποία κατέλαβε μία φορά, αλλά την τυραννάει έως ότου να καταστρέψει αυτούς που τη δέχονται.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
Πηγές:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-i-ad-corinthios.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλίες Η΄και Θ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2015, τόμος 18, σελίδες 228- 259.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 24.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)
.jpg)
.jpg)




