ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΕΡΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ



Ουδεμία εποχή εμποδίζει να αναδειχτούν εκλεκτοί αγωνισταί, δίκαιοι και άγιοι. 

Πάντοτε, αλλά και σήμερον, υπάρχουν εκλεκτοί, άγιοι, πιθανόν δε και να βιούν ανάμεσά μας υπό το κάλυμμα όμως της ταπεινοφροσύνης και απλότητος, το οποίον περιφρουρεί και αποκρύπτει την αρετήν του αγίου. 

Επιτρέπει δε ο Θεός, εις μεγάλον βαθμόν ή και εις όλην την έκτασιν, να γίνεται γνωστή, να αποκαλύπτεται η αγιότης και η αρετή ορισμένων αγωνιστών, μετά την κοίμησίν των, μετά την εκ του κόσμου τούτου αποδημίαν των. 

Και τούτο παραχωρείται, όχι δια να αποκηρύξομεν ημείς ως Δίκαιον ή άγιον τον εκλεκτόν Του, αλλά δια να ωφεληθώμεν, ελεγχθώμεν, παρηγορηθώμεν και δοξάσομεν το Άγιον όνομά Του, ''εν τοις αγίοις αυτού''. 

''Ελεγχθώμε'', διότι παραδείγματα τοιούτων αγωνιστών δια την εποχήν μας, απτελούν ''καυστικούς ελέγχους'' της ιδικής μας ματαιοδοξίας και πνευματικής χλιαρότητας. 

Κατά τας ημέρας μας, μια συγκλονιστική εμφάνησις, μετά κοίμησιν οκτώ ετών, ενός εκλεκτού, αγίου, Γέροντος έλαβε χώρα και χρέος να κάμωμεν γνωστή την σεπτήν μορφήν του μακαριστού Γέροντος, ως και το θαυμάσιον και παρηγορητικόν τούτο γεγονός. 

Πρόκειται περί του 

πατρός-Γέροντος ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΑΞΕΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ,

ιερομονάχου.



Ο π. Ιωάννης, εγεννήθη εις την Σμύρνην Μικράς Ασίας, το έτος 1899. Γαλουχηθής υπό των σεπτών γονέων του, ΜΑΡΙΑΣ, μετέπειτα ΜΑΡΚΕΛΛΗΣ μοναχής και του πατρός του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ τα νάματα της ευσεβείας και αγάπης προς τον Χριστόν μας και αιχμαλωτισθείς υπό του θείου έρωτος, εις νεαράν ακόμη ηλικίαν, ανεχώρησε δια το Άγιον Όρος. Η μοναχική αφιέρωσις και η ασκητική ζωή, ήσαν οι έμπυροι πόθοι του. Διακριτικοί όμως και σεβάσμιοι Γέροντες, ίσως και προορατικοί, δεν του επέτρεψαν να παραμείνει εις το Άγιον Όρος, λόγω των πολλών οικογενειακών υποχρεώσεων - καθηκόντων: Γονείς ηλικιωμένοι και τρεις κατά σάρκα αδελφαί. Μετά βαθυτάτης λύπης - πίκρας, επέστρεψεν, θεωρών την επιστροφήν ως θείαν επιταγήν και υπακούων εις αυτήν. Επέστρεψεν εις τον κόσμον, φέρων όμως μεθ΄αυτού την έρημον του Αγίου Όρους και με έτι σφοδροτέραν την επιθυμίαν της αφιερώσεως.


Ηξιώθη μετά πάροδον ολίγων ετών, 

ως ιερομόναχος πλέον, να χειροθετήσει μοναχήν, ο ίδιος, 

την μητέρα του ΜΑΡΙΑΝ, μετονομασθείσαν εις ΜΑΡΚΕΛΛΑΝ Μοναχήν. 

Εν συνεχεία 

και διαδοχικώς και τας τρίας κατά σάρκα αδελφάς του. 

Ήδη η μικρά συνοδεία και με την προσέλευσιν και άλλων δύο ψυχών, 

επετελέσθη, 

ιδρυθέντος ωστόσο και του πρώτου Ησυχαστηρίου εις Αμφιάλην Πειραιώς υπό του π. Ιωάννου, 

μετά ευρυχώρου Ιερού Ναού, του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου. 

Ο Γέρων ακροθιγώς 

θα σημειώσωμεν ορισμένα εμφανή και βασικά χαρακτηριστικά του, 

ήτο εις μυστικός, αυστηρότατος ασκητής δια τον εαυτόν του, 

αλλά πρότυπον αγαθού ποιμένος, στοργικού πατρός, με βασικόν χάρισμά του, το υπερβάλλον της αγάπης του διά τους άλλους. 

Κατά τας δυσμάς του βίου του ίδρυσε και την εις Νέαν Πεντέλην Αττικής περικαλή Ιεράν Μονήν της Αγίας Τριάδος, 

η οποία κατακοσμεί πυκνοπευκόφυτον βουνοπλαγιάν της Νέας  Πεντέλης. 

Εις την ιερήν ταύτην μονήν, υπάρχει και ο τάφος με το σεπτόν σκήνωμά του. 


Όσοι παρηκολούθησαν έστω και μίαν θείαν λειτουργίαν του, σίγουρα θα έχουν εις την μνήμην των, μίαν από τας σπανίας θείας λειτουργίας, διότι ο λειτουργός της ήτο όλος ως ''από πυρός φλόγα''. Το πρόσωπόν του έλαμπεν, οι δε οφθαλμοί του, παιδικοί και εξώκοσμοι, και τους οποίους δεν ήτο δυνατόν άδακρυς κανείς να ατενίζει. Αι δύο ιεραί Μοναί του, έγιναν καταφύγια πενήτων και πονεμένων. Ουδείς έφευγε λυπημένος από τον π. Ιωάννη ή άνευ ψυχικής ωφελείας, οι δε πτωχοί και αδικημένοι, εύρισκον τον στοργικόν πατέρα και αντιλήπτορα εις το πρόσωπον του Γέροντος. Η ειρήνη και η πραότης, ως αποτέλεσμα της κατοικήσεως του Αγίου Πνεύματος εντός του, ήτο πάντοτε εμφανής εις το πρόσωπον του Γέροντος, την μετέδιδε δε και ειρήνευεν και εζωοποίει όσους τον επλησίαζον. 


Εν ζωή, επεσκέφθη τον Άγιον Γέροντα Ιερώνυμον της Αιγίνης, 

τον γνωστόν και από την στήλην των ''παραινέσεων'' της εφημερίδος μας, 

δι΄εξομολόγησιν προφανώς ή συζήτησιν, 

ο οποίος μόλις τον ατένισεν, εις το κελλί του, του λέγει: 

''Εγώ δεν εξομολογώ, κακώς ήλθες εις εμένα. 

Εγώ δεν εξομολογώ, γιατι να κάμετε τόσον κόπον και να έλθετε εδώ''; κ.λ.π., με αποτέλεσμα να φύγει δακρυσμένος ο Γέρων π. Ιωάννης ως και η Γερόντισσα αδελφή του και μία άλλη Μοναχή, αι οποίαι τον συνόδευον.

Όταν έφυγαν, η Γερόντισσα η οποία διηκόνει τον π. Ιερώνυμον, του λέγει: 

''Γέροντα, τι είπες στον π. Ιωάννη και έφυγεν λυπημένος; 

Κανείς δεν φεύγει από σένα με λύπη, γιατι το έκαμες αυτόν; 

Και ο π. Ιερώνυμος απήντησεν: 

''Καλογραία, με είπεν να εξομολογηθεί αυτός σε μένα! 

Πώς εγώ να εξομολογήσω αυτόν, που μόλις μπήκε μέσα, γέμισε το κελλίον μου φως; 

Δεν είδες πως έλαμπεν το πρόσωπό του; 

Άμα κοιμηθεί ο π. Ιωάννης, σημεία θα δείξει''. 


Και πράγματι και πάλιν ο π. Ιερώνυμος επαληθεύεται εις ό,τι προείπεν. Ήδη, σημεία παράδοξα δια τας ημέρας μας, δημεία αγιότητος, θα μπορούσε κανείς να είπει, έχοντα σχέσιν με τον π. Ιωάννην, σποραδικώς και εις διαφόρους πιστούς εκδηλούνται. Η εν αρχή αναφερομένη εμφάνησις του Γέροντος, εγένετο την 13ην του μηνός Ιουανουαρίου ε. ε. εις την Ιεράν Μονήν της Αγίας Τριάδος εις Ν. Πεντέλην, έχει δε κατ΄ακριβή περιγραφήν του ευσεβούς νέου εις τον οποίον ενεμφανίσθη, ως ακολούθως: ''Το πρωί της Κυριακής 13ης του μηνός Ιανουαρίου, ώρα 9 και 30΄πήγα στο Μοναστήρι της Αγίας Τριάδος (στην Ν. Πεντέλη). Από το βράδυ είχα μεταφέρει με έναν συγγενή μου τον κ. Ιωάννη λαμαρίνες, δια να κάμω μία μεταλλικήν δεξαμενή (διαστάσεις 1,25 χ 2,50 χ 1,25). Δεν μπορούσε να έλθει καμμία Γερόντισσα από την Ι. Μονήν του Αγίου Δημητρίου και ανέβηκα μόνος μου να δουλέψω. Αφού εισήλθα, εκλείδωσα την πόρτα του αυλογύρου με το κλειδί που μου είχαν δώσει, πήγα εις την Εκκλησίαν και προσκύνησα τας αγίας εικόνας και μετά πήγα, δια να κατασκευάσω την δεξαμενήν. Επειδή οι λαμαρίνες ήσαν μεγάλες, έπεφταν, και παιδευόμουν μέχρι τρία τέταρτα της ώρας, για να τις σηκώσω, να τις κολλήσω, έφθασα δε εις σημείον που ήθενα να τ΄αφήσω και να φύγω. Ξαφνικά ακούω βήματα (η ώρα ήταν δέκα παρά τέταρτον). Κοιτάζω προς τα εκεί που ακούγονταν τα βήματα (δηλ. προς την σκάλαν που έρχεται από το Ιερόν του Ναού της Αγίας Τριάδος και από τους τάφους). 


Βλέπω έναν ηλικιωμένον ρασοφόρον με άσπρα γένεια και κανονικό ανάστημα να έρχεται προς εμένα. 

Μόλις επλησίασε λίγο, μου λέγει: 

''Γεια σου Νίκο. 

Θέλεις βοήθεια;'' 

Του λέγω: ''Ποιός σε έστειλε;'' 

Μου απαντά: ''Με έστειλαν από τον Άγιον Δημήτριον''. 

Είπα τότε με τον νουν μου, Γέροντα άνθρωπον μου έστειλαν να με βοηθήσει; 

Αφού επλησίασε, σκέφθηκα μήπως ήτο κανένα σατανικό και ήθελα να κάνω τον Σταυρόν μου. 

Μόλις όμως πήγε αυτός να με βοηθήσει στις λαμαρίνες, έκανε τον Σταυρόν του. Κατόπιν είδα, ότι και το σκουφάκι του είχε σταυρόν. 

Τον ρωτάω, πως τον λένε. 

Μου αποκρίνεται: ''Θα την κολλήσεις καλά την δεξαμενήν''. 

Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να με βοηθά. 

Μετά από λίγο, τον ξαναρωτώ πως τον λένε: Μου λέγει: 

''Έχω και εγώ βοηθήσει εδώ στο μοναστήρι''. 

Τον ρωτώ: ''Πού μένετε;'' Μου απαντά: ''Εδώ από πάνω''. 

Σκέφθηκα τότε ότι εδώ κοντά μένει και έχει βοηθήσει άλλοτε. 

Αφού τελείωσε η βοήθεια που ήθελα, μου λέγει: ''Με χρειάζεσαι άλλο;'' 

Του αποκρίνομαι, όχι. 

Τότε, λέγει, ''να φύγω και εγώ γιατι έχω και εγώ δουλειά!'' 

Τον ευχαρίστησα και του είπα να πάει στο καλό, 

αφού τότε του φίλησα το χέρι. 


Εξεκίνησε να φύγει από κει που ήρθε. ''Δεν φεύγετε από εδώ που είναι ίσωμα,'' του λέγω. Και μου απαντά: ''Δεν πειράζει, θα φύγω από εδώ που ήρθα''. Τον είδα να ανεβαίνει την σκάλα και να φεύγει προς τα εκεί που ήταν το Ιερόν και οι τάφοι. Στις 12 και 30΄με πήραν τηλέφωνο από τον Άγιον Δημήτριον, να μάθουνε τι κάνω. Το πρώτο που τους είπα ήταν: ''Τί μου στείλατε γέροντα άνθρωπον να με βοηθήσει; Μου απάντησαν: ''Εμείς δεν στείλαμε κανέναν.'' Τους είπα ότι είχε έλθει έναν γέρων ρασοφόρος και με βοήθησε. Μου είπαν να προσέξω μήπως ήταν κανένας κλέπτης και κλέψει το Μοναστήρι. Εγώ τους είπα, δεν φαίνεται δια τέτοιος. Και μου απεκρίθησαν: ''Άφησε τότε το βράδυ που θα έλθουμε να σε πάρουμε, μας τα λες''. Απ΄εκείνην την στιγμήν το μυαλό μου σκεφτόταν το πώς είχεν εισέλθει μέσα στο Μοναστήρι αυτός ο άνθρωπος, αφού οι πόρτες ήταν κλειστές και η μάντρα ψηλή 3 μέτρα, που αποκλείεται για άνθρωπον να πηδήξει να εισέλθει μέσα και ποσο μάλλον αν είναι γέρων. Η δε φυσιογνωμία του μου φαινόταν ότι ήταν γνωστή, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ, που τον είχα δει. Το βράδυ που ήρθαν να με πάρουν, με ρώτησε η Γερόντισσα: ''Είχες επισκέψεις;'' Της είπα, ''ναι'', ''αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως μπήκε αυτός ο άνθρωπος μέσα, και η φυσιογνωμία του είναι γνωστή και δεν μπορώ να θυμηθώ, που τον έχω δει''. Τότε, μου είπε: ''Δεν του άνοιξες εσύ την πόρτα;'' Της είπα, ''όχι''. Με ρωτά: ''Ποιός να ήταν αυτός ο άνθρωπος; 


Αν τον δεις σε φωτογραφία, τον γνωρίζεις;'' 

Και πήγε και μου έφερε μίαν φωτογραφίαν. 

Τότε διαπίστωσα 

ότι ο εικονιζόμενος της φωτογραφίας ήτο ο ίδιος ο πρωινός επισκέπτης. 

''Αυτός'', μου είπεν η Γερόντισσα, είναι ο παπα-Γιάννης! 

Εγώ της είπα ''δεν γνωρίζω το όνομά του, αυτό που γνωρίζω είναι ότι ο πρωινός επισκέπτης.'' 

Και περνούσα τόσες φορές εμπρος από την φωτογραφίαν του, (περί της 15 φορές) 

που ήτο επάνω εις τους τοίχους και δεν τον έβλεπα και 

ούτε το μυαλό μου πήγε κατ΄αυτόν τον χρόνον αλλού. 

Εγώ δεν γνώριζα τον πατέρα Ιωάννην ζωντανόν, αν τον γνώριζα, 

θα τρόμαζα, 

όταν τον είδα.''


Νικόλαος Βασιλόπουλος



Ας δοξάσομεν τον Θεόν, διότι και ένας ακόμη εκλεκτός Του, ένας ''Γέρων'' της εποχής μας δύναται να προστεθεί εις το σύγχρονον Συναξάρι και διότι το Ευαγγέλιό Του συνεχίζεται να γράφεται με το παράδειγμα και την ζωήν εν γένει εκλεκτών Του συγχρόνων μας, ημείς δε εξαιτούμενοι τας ευχάς του Γέροντος Ιωάννου, μη εις ''κενόν'' την χάριν ειδεξώμεθα, ''υποστρέψωμεν εις τον οίκον μας'', τον οίκον της ψυχής. ''Εκβάλλωμεν καινά και παλαιά,'' και αγωνισθώμεν ενσυνειδήτως και αποφασιστικώς δια την καλλιτερευσίν μας και την κατοίκησιν του Αγίου Πνεύματος εντός μας, μιμούμενοι τον γλυκή και άγιον τούτον Γέροντα.


Σ.Ν.


Σημείωση του ιστολογίου μας:
Το εις άνω κείμενο αποτελεί άρθρο της εφημερίδας 

''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ'', 

αριθ. φύλλου 236-237 

και δημοσιεύθηκε διαδικτυακά από το 

ιστολόγιο ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ'' ΕΔΩ

από όπου και το αντιγράψαμε διά πνευματική μας ωφέλεια 

και ωφέλεια όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Εισαγωγή του κειμένου στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου