«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: Η ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ
«Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ γνωρίζει, μολονότι ἁγνοεῖ τὰ ἄλλα· ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ γνωρίζει καί σένα καὶ τὰ ἄλλα, μακάριος δὲν εἶναι γι’ αὐτό, ἀλλά μόνο ἐπειδὴ γνωρίζει ἐσένα»
Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία οἱ μακάριοι θὰ εἶναι ὅμοιοι καί ἴσοι μὲ τοὺς Ἀγγέλους καί ὄχι «λίγο κατώτεροι ἀπὸ αὐτούς» καί οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Θὰ εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους καί παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὄντας τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ» (Λουκ. 20,36)· καί ὅπως εἶπε ὁ μακάριος Αὐγουστῖνος· «Ὅταν θὰ δοῦμε τὸ πρόσωπό σου χωρὶς κάλυμμα στὸ πρόσωπο, τότε τί θὰ μᾶς ἐμποδίση ὥστε νὰ εἴμαστε λίγο παρακάτω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους; Μᾶλλον ὅμοιοι κατὰ πάντα καί ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους θὰ εἴμαστε» (Εὐχὴ ιε’ ἡ ζ’). Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία ἡ ζωὴ θὰ εἶναι μόνο ζωὴ χωρὶς θάνατο! Ἡ χαρὰ μόνο χαρὰ χωρὶς λύπη! Ἡ ἡμέρα μόνο ἡμέρα χωρὶς νύκτα! Ἡ εὐτυχία μόνο εὐτυχία χωρὶς δυστυχία! Συνοπτικά, στὴν ὁποία μακαριότητα τὰ καλὰ θὰ εἶναι μόνο καλὰ χωρὶς κανένα κακὸ· γι’ αὐτό, λοιπόν, εἶπε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος: «Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα ὅσα θέλει καί δὲν ἐπιθυμεῖ κανένα φαῦλο».
Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου! Στὴν ὁποία δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι ἀπὸ αἰσθητὸ ἥλιο καί ἀπὸ αἰσθητὴ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ εἶναι γι’ αὐτούς ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη, γιὰ νὰ τοὺς φωτίζη αἰώνια: «Δὲν θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ἀκόμη ὁ ἥλιος γιὰ φῶς ἡμέρας, οὔτε ἀνατολὴ σελήνης θὰ σὲ φωτίζη τὴν νύκτα, ἀλλά θὰ ὑπάρχη γιὰ σένα ὁ Κύριος φῶς αἰώνιο καί ὁ Θεὸς ἡ δόξα σου παντοτινὰ» (Ἡσ. 60, 19).
Γι’ αὐτό, λοιπόν, καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος λύνοντας τὴν ἀπορία μερικῶν, ποὺ ζητοῦσαν νὰ μάθουν ποιὰ διαφορὰ ἔχει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λέει: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι κατανόησις τῆς γνήσιας, προαιώνιας γνώσεως τῶν ὄντων, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τους, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεό. Ἐνῶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μετάδοσις κατὰ χάρι τῶν ἀγαθῶν, ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν Θεὸ» (κεφ. ψ’ τῆς β’ ἑκατοντ. τῶν θεολογικῶν).
Βλέπε ἐδῶ, ὅτι μόνα τὰ φυσικὰ προσόντα στὸν Θεὸ προστίθενται στοὺς μακάριους πρὸς θέα καὶ γνῶσι καί ἀπόλαυσι, ὄχι, ὅμως καὶ ἡ Θεία οὐσία, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται αὐτὰ φυσικὰ καὶ ἀχώριστα· γιατί αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον ἀκατάληπτη, ἀλλά καί ἐντελῶς ἄγνωστη καί ἀόρατη στοὺς μακάριους.(Ἡσ. 60, 19). Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ λύχνο γιὰ νὰ φέγγη τὴν νύκτα, οὔτε σπίτια, γιὰ νὰ κατοικοῦν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη γι’ αὐτοὺς καὶ λύχνος καί κατοικία: «Καὶ νύκτα δὲν θὰ ὑπάρχη καὶ δὲν θὰ χρειάζονται λυχνάρι καί τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, γιατί ὁ Κύριος θὰ τοὺς φωτίζη καί θὰ βασιλεύσουν αἰώνια» (Ἀποκ. 22, 5). Καί πάλι: «Καί ναὸ δὲν εἶδα σ’ αὐτὴν διότι ναὸς της εἶναι ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτορας καί τὸ Ἀρνίο» (Ἀποκ.. 22, 22).
Δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκη οἱ μακάριοι οὔτε ἀπὸ ἀέρα οὔτε ἀπὸ φαγητό, οὔτε ἀπὸ πιοτό, οὔτε ἀπὸ κανένα ἄλλο ἐπιθυμητὸ πράγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὁ Θεὸς θὰ γίνη σ’ αὐτούς ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ πράγματα, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ βασιλεύση πλήρως πάνω σὲ ὅλα» (Α’ Κορ. 15, 28), τὸ ὁποῖο ρητὸ ἑρμηνεύοντας ὁ θεολόγος Γρηγόριος λέει: «Στὸν καιρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως θὰ εἶναι ὁ Θεὸς πάνω σὲ ὅλα … ὅταν δὲν θὰ εἴμαστε διαμοιρασμένοι σὲ πολλά, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καί τὰ πάθη, μὴ ἔχοντας καθόλου μέσα μας τὸν Θεὸ ἤ ἔχοντάς τον ἐλάχιστα, ἀλλά ὁλόκληροι θὰ εἴμαστε χωρητικοί ὅλου τοῦ Θεοῦ καί μόνου· γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ τελείωσις, πρὸς τὴν ὁποία σπεύδουμε νὰ φθάσουμε» (Λόγ. β’ περί Υἱοῦ).
Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, ἡ ὁποία εἶναι ὁ τελευταῖος καί ἔσχατος σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε μὲ τὴν δημιουργία καί ἀναπλάσθηκε μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία· καί γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία: Ὤ, μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, στὴν ὁποία οἱ μακάριοι βλέποντας στὸ τρισήλιο φῶς τῆς δόξας τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, θὰ λένε στὸν Κύριο ἐκεῖνο ποῦ τοῦ εἶπε καί ὁ Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξε μας τὸν Πατέρα καί μας ἀρκεῖ»· καί στὴν ὁποία μακαριότητα βρισκόμενος καί σύ, ἀδελφέ, θὰ εἶσαι ὄχι πλέον μακάριος, ἀλλ’ αὐτὴ σχεδὸν ἡ ἴδια μακαριότητα, ὅπως σοῦ ὑπόσχεται ὁ Κύριος λέγοντας:
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026
ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΟΜΩΝΥΜΗΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΝΑ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ
Την Τετάρτη, 21 Μαΐου/3 Ιουνίου 2026, γύρω στις 22:30, εκοιμήθη η σεβάσμια Ηγουμένη Μητέρα Ελισάβετ, η αγαπημένη Ηγουμένη της Μονής της Αγίας Ελισάβετ της Μεγάλης Δούκισσας της Ρωσίας, στην Αίτνα, της Καλιφόρνια, εν πλήρη ειρήνη. Στις 3:30 μ.μ. Την επομένη, 22 Μαΐου/4 Ιουνίου 2026, η νεκρώσιμος ακολουθία τελέστηκε από τον Επίσκοπο Αυξέντιο και τον τοπικό κλήρο, σύμφωνα με το αρχαίο μοναστικό έθιμο να ενταφιάζεται το σώμα πριν από τη δύση του ηλίου την ημέρα της κοιμήσεως. Με προσευχή παρευρέθηκε και ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Πελαγονίας Μάξιμος, ο οποίος επισκέφθηκε για χάρη των εργασιών έναρξης που έγιναν το προηγούμενο Σάββατο στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή Αγίου Φωτίου. Η Αδελφότητα του Μοναστηρίου της Αγίας Ελισάβετ της Μεγάλης Δούκισσας της Ρωσίας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής του Αγίου Φωτίου, όπου διάφορες Μητέρες και Αδελφές υπηρετούν ως διοικητές, μέλη ΔΕΠ, μέλη του προσωπικού και σε άλλες ανεπίσημες ιδιότητες. αρκετές από τις μοναχές είναι ακόμη και απόφοιτοι του Σεμιναρίου. Η Μητέρα Ελισάβετ αφήνει πίσω της ανθρώπους που θρηνούν την αναχώρησή της, αλλά και που παρηγορούνται για την καλή ανταμοιβή που περιμένει την σεβαστή Ηγουμένη τους και ομοίως τους δίνει τόλμη ενώπιον του Θεού μας. *Από το κανάλι του you tube «Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Φωτίου» στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.youtube.com/@spotsedu
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
Μέ τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων, κατακλείεται ὁ κινητός κύκλος τῶν ἑορτῶν, πού ἄρχισε ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου. Στό κατανυκτικό Τριῴδιο καί στό χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο μᾶς παρουσίασε ἡ Ἐκκλησία ὅλο τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας μέ κέντρο τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα. Εἴδαμε τήν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων καί τήν ἀνόρθωσι τοῦ γένους μας διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χαιρετίσαμε τήν ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στόν κόσμο καί πανηγυρίσαμε τήν γέννησι τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τόν ἐγκαινισμό καί τήν ἔκχυσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἐπί πᾶσαν σάρκα». Σέ στενό σύνδεσμο μέ τήν ἑορτή αὐτή εὑρίσκεται ἡ παροῦσα ἑορτή, ἡ σφραγίς καί τό τέλος τῆς μεγάλης ἑορταστικῆς περιόδου. Ἔρχεται δηλαδή σάν ἀπόδειξις τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο. Γιατί μᾶς παρουσιάζει τούς καρπούς τῆς σπορᾶς ἐκείνης, τόν θερισμό τῶν λευκῶν χωρῶν πού ἐστάλησαν νά θερίσουν οἱ ἀπόστολοι. Καί ὅπως παρατηρεῖ πολύ ὡραῖα ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάριο τῆς ἡμέρας: οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν τήν ἑορτή αὐτή μετά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά νά δείξουν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος διά τῶν ἀποστόλων ἐπέτυχε νά ἁγιάσῃ καί νά σοφίσῃ τό ἀνθρώπινο φύραμα καί νά ἀποκαταστήσῃ τούς ἀνθρώπους στήν θέσι τῶν ἀγγέλων διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέ τήν προσφορά τοῦ μαρτυρικοῦ των αἵματος, εἴτε μέ τήν ἐνάρετο πολιτεία καί διαγωγή των. Καί ἔργο ὑπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει τό Πνεῦμα, ὁ Θεός, καί ἀνεβαίνει ὁ χοῦς, ὁ ἄνθρωπος. Ἀνεβάζει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τήν θεωθεῖσα σάρκα καί ἕλκει μαζί της καί ἐκείνους πού θέλουν νά πράξουν ἔργα συνδιαλλαγῆς μέ τόν Θεό. Οἱ πρίν ἀποξενωμένοι ἀπό τόν Θεό, ἑνώνονται μέ τόν Θεό καί γίνονται φίλοι Του. Τά ἔθνη προσφέρουν τήν ἀπαρχή των, τούς ἁγίους Πάντας. Ἀλλά καί ἕνας δεύτερος λόγος προεκάλεσε τήν σύστασι τῆς συλλογικῆς αὐτῆς ἑορτῆς. Πολλοί ἅγιοι εἶναι γνωστοί καί τιμῶνται μέ ἑορτές καί πανηγύρεις ἀπό τήν ἐκκλησία. Καί σέ πολλούς ὅμως ἄλλους ἐσκήνωσε τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί τούς καθηγίασε. Ἔμειναν ὅμως ἄγνωστοι καί ἀφανεῖς. Αὐτούς λοιπόν τούς ἀγνώστους της ἁγίους τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία, ὅσους «κατά Χριστόν ἐπολιτεύσαντο ἐν Ἰνδοῖς καί Αἰγυπτίοις καί Ἄραψι καί Μεσοποταμίᾳ τε καί Φρυγίᾳ καί τοῖς ἄνωθεν τοῦ Εὐξείνου. ἔτι δέ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἑσπερίᾳ ἄχρι καί αὐτῶν τῶν Βρεττανικῶν νήσων, ἁπλῶς εἰπεῖν ἐν Ἀνατολῇ καί Δύσει». Καί ἕνας τρίτος λόγος προβάλλεται ἀπό τόν συναξαριστή. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅσοι χωριστά τιμῶνται θά ἦταν ἐπιβεβλημένο νά συναθροισθοῦν σέ μία κοινή ἑορτή, γιά νά δειχθῇ μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὅτι ὅλοι μαζί γιά ἕνα Χριστό ἀγωνίσθηκαν, σέ ἕνα κοινό στάδιο, τό στάδιο τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς, ἔτρεξαν, ἑνός Θεοῦ δοῦλοι ἦσαν καί ἀπό αὐτόν ἀξίως ἔλαβαν τούς στεφάνους τῆς νίκης. Γιά νά εἶναι ἔτσι ἡ κοινή ἑορτή κοινή παρόρμησις στούς πιστούς, πού πιστεύουν στόν ἴδιο Χριστό καί εἶναι δοῦλοι τοῦ ἰδίου Θεοῦ καί ἀγωνίζονται ὅπως καί ὅλοι ἐκεῖνοι στόν στίβο τοῦ ἀθλήματος τῆς κατά Χριστόν πολιτείας. Παρόρμησις, ἀλλά καί βεβαία ἐλπίς, ὅτι τήν δόξα ἐκείνων θά κατακτήσουν καί οἱ σημερινοί ἀγωνισταί καί στόν χορό ἐκείνων θά συναριθμηθοῦν καί ἐκεῖνοι, πού βαστάζουν σήμερα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα» (Ματθ. 20, 12). Ὅτι ἡ ἑορτή αὐτή θά εἶναι αὔριο καί δική μας ἑορτή, ὅταν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὐδοκήσῃ νά μᾶς καλέσῃ στόν μακάριο κόσμο τῆς θριαμβευούσης στόν οὐρανό Ἐκκλησίας. Γιατί μέ τήν ἐλπίδα αὐτή ζοῦν τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅτι καί αὐτά πού ἀκούουν σήμερα τό «Τῇ σήμερον ἡμέρᾳ, Κυριακῇ μετά τήν Πεντηκοστήν, τήν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐν Ἀσίᾳ, Λιβύῃ καί Εὐρώπῃ, Βορρᾷ τε καί Νότῳ, ἁγίων πάντων ἑορτήν ἑορτάζομεν» κάποτε θά συνεορτάζουν καί θά συνεορτάζωνται μαζί μέ αὐτούς. «Τοῦ Κυρίου μου πάντας ὑμνῶ τούς φίλους, εἴ τις δέ μέλλων εἰς τούς πάντας εἰσίτω».
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''ΝΑ ΜΙΜΗΘΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ'' (1983)
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ: ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ
Η ΙΕΡΑ ΕΙΚΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2024)
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Η ΘΕΟΔΡΟΜΗ ''ΠΑΡΕΛΑΣΗ'' ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!
ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: «ΑΓΙΟΙ ΕΣΕΣΘΕ, ΟΤΙ ΕΓΩ ΑΓΙΟΣ ΕΙΜΙ»
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ!
«ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ»: ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α' 1935-2013 (ΟΜΙΛΙΑ 3η)
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
KYΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΤΣ: ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΙΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2023)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ( Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2022)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ( Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
«Τοιγαρούν και ημείς τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων…
Δ’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. ιβ΄ 1)».
Δ’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. ιβ΄ 1)».
Με τη σημερινή γιορτή των Αγίων Πάντων κλείνει ο κύκλος των κινητών γιορτών με επίκεντρο το Πάσχα. Την ίδια όμως στιγμή είναι και ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα αφετηρία μετά την πεντηκοστή και την ίδρυση της πρώτης Εκκλησίας. Μάλιστα αυτή η γιορτή έρχεται να επιβεβαιώσει όχι μόνο τα αγαθά αποτελέσματα της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος, αλλά και τα σωτήρια αποτελέσματα της σταυρικής θυσίας του Κυρίου.
Όλοι οι Άγιοι, με την ομολογία της πίστεως, με το ήθος και την αγιότητα στην καθημερινή τους ζωή, ιδιαίτερα δε με το μαρτύριο της ζωής τους, έδωσαν την καλύτερη μαρτυρία για τη γνησιότητα τόσο της πίστεως, όσο και της αγάπης τους προς το Χριστό.
Είναι πραγματικά μεγάλο αυτό το πλήθος των Αγίων και που ας σημειωθεί αυξάνεται ως τις μέρες μας και θα αυξάνεται ως τη συντέλεια των αιώνων. Δεν είναι δε καθόλου υπερβολική η σημερινή αναφορά της Αποστολικής περικοπής για «νέφος μαρτύρων», λόγω της στρατιάς των εκατομμυρίων μαρτύρων.
Μάλιστα, όπως το «νέφος» λειτουργούσε προστατευτικά στη διάρκεια της παραμονής των Ιουδαίων στην έρημο, έτσι και τώρα το νέφος των μαρτύρων λειτουργεί προστατευτικά υπέρ των ανθρώπων και πρόσθετα ενεργεί ως ζωντανός μάρτυρας της παρουσίας του Θεού. Το νέφος των μαρτύρων και Αγίων της Εκκλησίας επιβεβαιώνει ότι ο δρόμος του σταυρού είναι δύσκολος, αλλά όχι αδιάβατος.
Ο δρόμος του σταυρού περνά μεν από τη στενή και τεθλιμμένη πύλη, οδηγεί όμως εις αναψυχήν. Από αυτή την τεθλιμμένη πύλη καλούμαστε να περάσουμε κι εμείς. Κατά το σημερινό «Απόστολο», «Ας τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου, που έχουμε μπροστά μας. Ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί.
Αυτόν που, αντί για τη χαρά που θα μπορούσε να έχει υπέμεινε το σταυρικό θάνατο, περιφρονώντας ην ατίμωση και κάθισε στα δεξιά του θρόνου του Θεού». Ο Σταυρός του Κυρίου που δεσπόζει όχι μόνο στο ύψος του εικονοστασίου, αλλά ιδιαίτερα δεσπόζει στη ζωή της Εκκλησίας, εκφράζει την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο.
Μέσα από αυτή την αγάπη μας καλεί να απαγκιστρωθούμε από τα δεσμά της αμαρτίας, να συσταυρωθούμε μαζί Του και να οδηγηθούμε στη σωτηρία. Έτσι, μέσα από το σταυρό, σαν αμφίδρομη πορεία αγάπης, βρίσκει την ολοκλήρωση και σωτηρία του ο κάθε άνθρωπος. Μια πορεία που ακολούθησαν οι Άγιοι Πάντες και οι οποίοι στο τέλος δικαιώθηκαν.
Όμως, πέρα από τη μνήμη και τιμή των Αγίων Πάντων, τιμά σήμερα η Εκκλησία της Κύπρου τον ιδρυτή και προστάτη της, τον Απόστολο Βαρνάβα. Ο Βαρνάβας καταγόταν από την Κύπρο, ήταν Ιουδαίος Λευίτης, γνωστός με το όνομα Ιωσήφ και τον οποίο οι Απόστολοι ονόμασαν Βαρνάβα, όνομα που μεταφράζεται «ο άνθρωπος της παρηγοριάς» (Πραξ. δ΄ 36).
Ο Βαρνάβας δεν είναι απλά «υιός Παρακλήσεως» σαν όνομα, αλλά αναδεικνύεται με έργα η άμεση σχέση του με το Άγιο Πνεύμα, αφού πρώτος είχε την τιμή να επιλεγεί ως Απόστολος και μαζί με τον Παύλο να εκχριστιανίσει τη γενέτειρα του την Κύπρο (Πραξ. ιγ΄ 2-12).
Ο Βαρνάβας, αποτελεί χωρίς υπερβολή μια από τις σημαντικότερες μορφές της πρώτης Εκκλησίας. Ενδεικτικά μπορούμε να πούμε ότι γίνεται η Τρίτη μεγαλύτερη αναφορά του ονόματος από το βιβλίο «πράξεις των Αποστόλων» που καταγράφει τη ζωή της πρώτης Εκκλησίας καθώς και τη δράση των Αποστόλων. Έτσι, μετά το όνομα των Αποστόλων Παύλου και Πέτρου έρχεται σε συχνή αναφορά το όνομα του Αποστόλου Βαρνάβα.
Μέσα από τις εικοσιμία αναφορές στο βαρνάβα του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων επιβεβαιώνεται με πράξεις, με έργα η αμεσότητα του με το Άγιο Πνεύμα και ότι στ’ αλήθεια «ήταν άνθρωπος αγαθός και γεμάτος Άγιο Πνεύμα και πίστη» (Πραξ. ια΄ 24) αφού πρωτοστατεί στη διάθεση της προσωπικής περιουσίας για τις ανάγκες των άλλων Χριστιανών. (Πραξ. δ΄ 36).
Ακόμα οδηγεί τον Σαύλο (Παύλο) στους άλλους Αποστόλους και εγγυάται τη μεταστροφή του στη Χριστιανική πίστη (Πραξ. θ΄ 27). Οι Απόστολοι, εκτιμώντας την πίστη και τις δυνατότητες του Βαρνάβα τον στέλλουν στην Αντιόχεια της Συρίας για να οργανώσει τους εκεί Χριστιανούς. Όμως, ως άνθρωπος με βαθειά ταπεινοφροσύνη, φέρνει για βοήθεια από την Ταρσό τον Σαύλο (Παύλο) (Πραξ. ια΄ 25-26).
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2024)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, στολισμένη καὶ ἀγαλλομένη, τιμᾶ τὴν σύναξη πάντων τῶν ἀληθινῶν της τέκνων, ὅλων ὅσοι τίμησαν καὶ λάτρευσαν τὸν Θεὸ εἰλικρινά, ἐπωνύμων, ἀνωνύμων, Ἀποστόλων, Προφητῶν, Ἱεραρχῶν, Μαρτύρων, Ὁσίων καὶ Δικαίων. Μία ἑβδομάδα μετὰ τὴν φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τιμοῦμε ὅλους ἐκείνους ποὺ συγκροτοῦν τὴν οὐράνια Ἐκκλησία, τοὺς Ἁγίους μας.
Οἱ Ἅγιοι Πάντες ἀποτελοῦν τὰ καθημερινά μας στηρίγματα. Μὲ τὴν πρεσβεία τους κρατιόμαστε στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, παρὰ τὰ προβλήματα τῆς καθημερινότητας. Ἀποτελοῦν τοὺς ἀληθινούς μας φίλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάντα πρόθυμοι νὰ μᾶς συμπαρασταθοῦν στὶς δυσκολίες, πάντοτε θὰ μᾶς συμβουλεύσουν γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας καὶ ποτὲ δὲν θὰ μᾶς προδώσουν. Τέλος, ἀποτελοῦν τοὺς λαμπροὺς ὁδοδεῖκτες μας. Αὐτοὺς τιμοῦμε σήμερα.
Βεβαίως, ἡ ἀληθινὴ τιμὴ τῶν Ἁγίων δὲν περιορίζεται στὸ σήμερα, στὶς ψαλμωδίες καὶ στὶς γιορτινὲς τράπεζες. «Τιμὴ Μάρτυρος, μίμησις Μάρτυρος» καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ κάθε Ἁγίου, μᾶς διδάσκει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουμε τοὺς Ἁγίους, τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε γιὰ νὰ γίνουμε Ἅγιοι, πρέπει νὰ τὸ θεωροῦμε μεγάλη εὐλογία, διότι ἂν εἴχαμε μόνο τὸν Δεσπότη Χριστὸ νὰ μιμηθοῦμε, πολλοὶ θὰ προφασίζονταν ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι Θεός, ἐνῶ ἐμεῖς χοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἀδύναμοι νὰ ἀνταποκριθοῦμε στοὺς νόμους ποὺ χάραξε.
Τώρα, ὅμως, δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πρόφαση, διότι καὶ οἱ Ἅγιοι χοϊκοὶ ἄνθρωποι ἦταν καὶ ὅμως κατάφεραν μὲ τὸ χοϊκό τους σῶμα νὰ κατακτήσουν τὸν Οὐρανό. Πῶς κατάφεραν αὐτὸν τὸν ὑψηλὸ στόχο καὶ πῶς διακρίθηκαν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους κερδίζοντας τὸν χαρακτηρισμὸ «Ἅγιοι»;
Ἀρχικά, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι Ἅγιοι γίναμε ὅλοι ὅσοι βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δυστυχῶς, ὅμως, τὴν ἁγιότητα τὴν χάνουμε στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας μὲ τὶς ἁμαρτίες μας. Αὐτό, λοιπόν, ποὺ κατάφεραν οἱ Ἅγιοι εἶναι νὰ διατηρήσουν τὴν Ἁγιότητα καὶ ἂν ποτὲ συνέβη νὰ μολυνθοῦν ὡς ἄνθρωποι, προσέτρεχαν στὸ δεύτερο Βάπτισμα, στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως.
Μετὰ τὸ Βάπτισμα -ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τῆς ἁγιότητας- τὴν θέση παίρνει ἡ ὁμολογία, γιὰ τὴν ὁποία ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Μᾶς λέει ὁ Κύριος: ἐκεῖνον ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήσει ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, θὰ τὸν ὁμολογήσω κὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα, ἐνῶ ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἀρνηθεῖ, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κὶ ἐγώ. Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ ὄχι μόνο στὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ στὶς πράξεις.
Ὅταν κάνει λόγο γιὰ ὁμολογία δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴν ὁμολογία ἐνώπιον τῶν τυράννων. Μποροῦμε νὰ ὁμολογήσουμε τὴν πίστη μας μέσα ἀπὸ καθημερινές, ἁπλὲς πράξεις: συμμετέχοντας στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, προσευχόμενοι στὸ σπίτι μας, διατηρῶντας ἄσβεστο τὸ καντήλι στὰ εἰκονίσματα, θυμιάζοντας, κάνοντας τὸν Σταυρό μας ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό, ἀρνούμενοι νὰ συμμετάσχουμε σὲ ὅ,τι παραβαίνει τὶς ἀρχές μας.
Ὅλα αὐτά, ὅμως, ὄχι γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη κρύβεται μέσα στὴν ἀληθινὴ ὁμολογία τὴν ὁποία, δυστυχῶς, πολλοὶ ἔχουν παρερμηνεύσει. Οἱ Ἅγιοι ὁδηγήθηκαν στὴν ὁμολογία ὡς ἀληθινοὶ ἐκφραστὲς τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Δὲν ἔκαναν ὁμολογία γιὰ νὰ φανοῦν καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους.
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ: ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ
Ἐάν θέλετε, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι μιά ἰδιόμορφος ὀρθόδοξος Ἐγκυκλοπαίδεια.
Εἰς αὐτούς δύναται νά εὕρη κανείς ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς μίαν ψυχήν πεινασμένην καί διψασμένην
διά τήν αἰωνίαν Δικαιοσύνην καί αἰωνίαν Ἀλήθειαν μέσα εἰς αὐτόν τόν κόσμον.
Πεινασμένην
καί διψασμένην διά τήν θείαν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν.
Ἐάν διψᾶς τήν πίστιν, θά τήν εὕρης πλουσίαν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καί θά χορτάσῃς τήν ψυχήν σου
μέ τροφήν διά τήν ὁποίαν ποτέ δέν θά ξαναπεινάσῃς.
Ἐάν ποθῇς τήν ἀγάπην, τήν ἀλήθειαν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἐλπίδα, τήν πραότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν μετάνοιαν, τήν προσευχήν
ἤ ὁποιανδήποτε ἀρετήν καί ἄσκησιν, εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» θά εὕρῃς ἕνα πλῆθος ἁγίων διδασκάλων
διά κάθε ἄσκησιν καί θά λάβῃς τήν βοήθειαν τῆς χάριτος διά κάθε ἀρετήν.
Ἐάν περνᾶς μαρτύρια διά τήν πίστιν σου εἰς τόν Χριστόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ παρηγορήσουν
καί θά σέ ἐνθαρρύνουν, θά σέ ἐνδυναμώσουν καί θά σέ ἀναπτερώσουν, ὥστε τά μαρτύριά σου
νά μεταβληθοῦν εἰς χαράν.
Εἶσαι εἰς ὁποιονδήποτε πειρασμόν; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ βοηθήσουν νά τόν νικήσῃς καί τώρα καί πάντοτε. Ἐάν πάλιν εὑρίσκεσαι εἰς κίνδυνον ἀπό τούς ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας σου, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ ὁπλίσουν μέ τήν «πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 6, 11, 13) καί σύ θά τούς πολεμήσῃς καί θά τούς διαλύσῃς ὅλους, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς ὅλην σου τήν ζωήν.
Ἐάν ἐξ ἄλλου εὑρίσκεσαι ἐν μέσῳ ὁρατῶν ἐχθρῶν καί διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σοῦ δώσουν τό θάρρος καί τήν δύναμιν τῆς ὁμολογίας, διά νά ὁμολογῇς ἄνευ φόβου τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Κύριον εἰς ὅλους τούς κόσμους, τόν Ἰησοῦν Χριστόν.θά στέκης διά τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου Του ἀκλόνητος μέχρι θανάτου, ὁποιουδήποτε θανάτου, καί θά αἰσθανθῇς τόν ἑαυτόν σου δυνατώτερον ἀπό κάθε θάνατον καί ἀπό κάθε ἐχθρόν τοῦ Χριστοῦ.
Ὑποφέρων διά τόν Χριστόν, θά ἀλαλάζῃς ἀπό χαράν, αἰσθανόμενος μέ ὅλον σου τό εἶναι, ὅτι ἡ ζωή σου εὑρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, πέραν ὅλων τῶν θανάτων, κρυμμένη σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ (Κολ. 3, 3).
Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» δείχνουν πολυαρίθμους ἀλλά πάντοτε βεβαίους δρόμους σωτηρίας, φωτισμοῦ, ἁγιασμοῦ, μεταμορφώσεως, χριστοποιήσεως, θεώσεως.δείχνουν ὅλους τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις κατανικᾷ τήν ἁμαρτίαν, τήν κάθε ἁμαρτίαν.πῶς νικᾷ τό πάθος, τό κάθε πάθος.πῶς νικᾷ τόν θάνατον, τόν κάθε θάνατον.πῶς νικᾷ τόν δαίμονα, τόν κάθε δαίμονα.
Ἐδῶ εὑρίσκεται φάρμακον διά κάθε ἁμαρτίαν, καί διά κάθε πάθος θεραπεία, ἀπό κάθε θάνατον ἀνάστασις, καί ἀπό κάθε διάβολον ἀπελευθέρωσις, ἀπό ὅλα μαζί τά κακά ἡ σωτηρία. Δέν ὑπάρχει πάθος, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, πού νά μή ὑποδεικνύεται μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον νικᾶται, νεκρώνεται, ἐκριζώνεται.
Εἰς αὐτούς φαίνεται ὁλοκάθαρα, ὅτι δέν ὑπάρχει πνευματικός θάνατος, ἐκ τοῦ ὁποίου δέν θά ἦτο δυνατή ἡ ἀνάστασις μέ τήν θείαν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος καί Ἀναληφθέντος Κυρίου Ἰησοῦ.δέν ὑπάρχει βάσανον ἤ θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ κακοπάθεια, τήν ὁποίαν ὁ Κύριος διά τήν εἰς Αὐτόν πίστιν νά μή μεταβάλλῃ βαθμηδόν ἤ διά μιᾶς εἰς μίαν ἤρεμον καί κατανυκτικήν χαράν.
Πῶς γίνεται κανείς ἀπό ἁμαρτωλός δίκαιος; Ἰδού, ὅτι ἔχομεν ἕνα πλῆθος ἀπό συγκλονιστικά παραδείγματα μέσα εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων! Πῶς δύναται κανείς ἀπό ληστής, πόρνος, μέθυσος, ἄσωτος, φονεύς, μοιχός, νά γίνῃ ἅγιος; Δι᾽ αὐτό θά εὕρωμεν πάμπολλα παραδείγματα ἐδῶ.
Ἐπίσης – πῶς ἀπό ἕναν φίλαυτον, φιλόζωον, ἰδιοτελῆ, ἄπιστον, ἄθεον, ὑπερήφανον, φιλάργυρον, ἐμπαθῆ, ἕνα κακοῦργον, ἕνα διαφθαρμένον, ὀργίλον, πονηρόν, ὕπουλον, χαιρέκακον, φθονερόν, κενόδοξον, φιλόδοξον, κακοήθη, ἅρπαγα καί ἀνελεήμονα, πῶς γίνεται ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά μᾶς τό δείξουν καί ἐξηγήσουν.
Ἀλλ᾽ ἐπίσης εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ἔχομεν παρά πολλά καί θαυμαστά παραδείγματα διά τό πῶς ἕνας νέος γίνεται ἅγιος νέος, μία κόρη γίνεται ἁγία κόρη, πῶς ἕνας γέρος γίνεται ἅγιος γέρος, πῶς μία γερόντισσα γίνεται ἁγία γερόντισσα, πῶς ἕνα παιδί γίνεται ἅγιο παιδί, πῶς οἱ γονεῖς γίνονται ἅγιοι γονεῖς, πῶς ἕνας υἱός γίνεται ἅγιος υἱός, πῶς μία θυγατέρα γίνεται ἁγία θυγατέρα, πῶς μία οἰκογένεια γίνεται ἁγία οἰκογένεια, πῶς μία κοινωνία γίνεται ἁγία κοινωνία, πῶς ἕνας ἱερεύς γίνεται ἅγιος ἱερεύς, πῶς ἕνας ἐπίσκοπος γίνεται ἅγιος ἐπίσκοπος, πῶς ἕνας βοσκός γίνεται ἅγιος βοσκός.
Πῶς ἕνας γεωργός γίνεται ἅγιος γεωργός, πῶς ἕνας βασιλεύς γίνεται ἅγιος βασιλεύς, πῶς ἕνας ἐργάτης γίνεται ἅγιος ἐργάτης, πῶς ἕνας δικαστής γίνεται ἅγιος δικαστής, πῶς ἕνας δάσκαλος γίνεται ἅγιος δάσκαλος, πῶς ἕνας καθηγητής γίνεται ἅγιος καθηγητής, πῶς ἕνας στρατιώτης γίνεται ἅγιος στρατιώτης, πῶς ἕνας ἀξιωματικός γίνεται ἅγιος ἀξιωματικός, πῶς ἕνας κυβερνήτης γίνεται ἅγιος κυβερνήτης,
πῶς ἕνας γραμματεύς γίνεται ἅγιος γραμματεύς, πῶς ἕνας ἔμπορος γίνεται ἅγιος ἔμπορος, πῶς ἕνας μοναχός γίνεται ἅγιος μοναχός, πῶς ἕνας οἰκοδόμος γίνεται ἅγιος οἰκοδόμος, πῶς ἕνας ἰατρός γίνεται ἅγιος ἰατρός, πῶς ἕνας τελώνης γίνεται ἅγιος τελώνης, πῶς ἕνας ἐπαγγελματίας γίνεται ἅγιος ἐπαγγελματίας, πῶς ἕνας φιλόσοφος γίνεται ἅγιος φιλόσοφος, πῶς ἕνας ἐπιστήμων γίνεται ἅγιος ἐπιστήμων,
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ!
Αφανείς άγιοι, μάρτυρες που τα βασανιστήριά τους δεν μαθεύτηκαν ποτέ, άγνωστοι στους ανθρώπους αλλά γνωστοί στον Θεό, τιμούνται, όπως όρισε η Εκκλησία, την τελευταία Κυριακή του Πεντηκοσταρίου.
Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι αφιερωμένη σε όλους αυτούς τους αγίους, που με την πίστη, την αφοσίωσή τους στον Χριστό και τα μαρτύρια που υπέμειναν, κέρδισαν όχι μόνο τον Παράδεισο αλλά και μια θέση στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας και ας μην έμαθαν ποτέ οι Χριστιανοί το όνομά τους ή στοιχεία για τη ζωή τους.
Την Κυριακή των Αγίων Πάντων τιμούμε και εορτάζουμε όσους αγίασε το Άγιο Πνεύμα, τους Προπάτορες και τους Πατριάρχες, τους Προφήτες και τους Αποστόλους, τους Μάρτυρες και τους Ιεράρχες, τους Οσιομάρτυρες και τους Ιερομάρτυρες, τους Όσιους και τους Δίκαιους, τις άγιες γυναίκες και όλους τους υπόλοιπους ανώνυμους αγίους.
Η Κυριακή των Αγίων Πάντων ολοκληρώνει τον κινητό κύκλο των εορτών που άρχισε από την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου (Τελώνου και Φαρισαίου). Αποτελεί τη σφραγίδα της εορταστικής αυτής περιόδου που παρουσιάζει στους Χριστιανούς τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους Άγιους Πάντες. Συνιστά την απόδειξη του έργου της Εκκλησίας.
Η εορτή των Αγίων Πάντων θεσπίσθηκε την εποχή του Λέοντος του Σοφού (866- 912). Τους πρώτους αιώνες, η εορτή περιελάμβανε μόνο τους μάρτυρες. Το συναξάρι της ημέρας αναφέρει ότι την ημέρα αυτή επιτελείται η μνήμη «των αγίων και καλλινίκων μαρτύρων των εν πάση τη οικουμένη κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάτων υπέρ του ονόματος του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού».
Μετά τον θάνατο της ευλαβούς συζύγου του Θεοφανούς, ο Λέων Σοφός έκτισε ναό στην μνήμη της, με σκοπό να τον τιμήσει στο όνομά της. Όταν ανακοίνωσε την πρόθεσή του αυτή στην Εκκλησία, του υποδείχθηκε ότι θα πρέπει να περάσει πολύς χρόνος για να αποκτήσει η μακαριστή Θεοφανώ το «τίμιον και σεβάσμιον» της αφιέρωσης ενός ναού.
Ο Αυτοκράτορας, τότε, δέχθηκε την υπόδειξη αυτή και αφιέρωσε τον ναό που έφτιαξε στην μνήμη πάντων των αγίων απανταχού της γης. Παρότι η γιορτή ξεκίνησε ως τιμή των μαρτύρων και επεκτάθηκε στη συνέχεια για όλους τους αγίους, οι σοφοί άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας θέσπισαν τη συγκεκριμένη συλλογική εορτή για να μας δείξουν ότι το Άγιο Πνεύμα κατεβαίνει στον κόσμο και εξυψώνεται στον ουρανό ο χωμάτινος άνθρωπος. Αυτοί που ήταν πριν αποξενωμένοι από τον Θεό, μπορούν τώρα να γίνουν άγιοι.
Η αγιότητα δεν είναι για κάποιους λίγους και εκλεκτούς αλλά για όλους. Έτσι, η ανθρωπότητα, διά των Αγίων Πάντων, αναπληρώνει το τάγμα εκείνο των Αγγέλων που κατέπεσε από τους ουρανούς. Ένας ακόμη λόγος για την καθιέρωση της συγκεκριμένης γιορτής, γνωστών και αγνώστων αγίων μαζί, είναι για να υπογραμμισθεί ο κοινός λόγος για τον οποίο αγωνίσθηκαν όλοι.
Οι άγιοι, όλοι μαζί, αγωνίσθηκαν σε ένα κοινό στάδιο αρετής για τον Τριαδικό Θεό. Συνέστησαν την «μίαν Εκκλησίαν», προτρέποντας τους ανθρώπους να αγωνιστούν με όλες τις δυνάμεις τους, όπως εκείνοι. Η εορτή των Αγίων Πάντων διαθέτει ακόμη ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό, καθώς έχει και προληπτικό χαρακτήρα. Έχει θεσπισθεί και για τους «επιγενησομένους αγίους», για αυτούς, δηλαδή, που θα αγιάσουν στο μέλλον.
ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ: «ΕΠΑΛΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ 2026
ΕΠΑΛΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥ
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Τρίτη 2 Ιουνίου 2026
«ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ;»
Ἡ γιαγιὰ Κωνσταντῖνα φροντίζει τὶς «ὀρφανὲς ψυχοῦλες» Κάθε μέρα, ἀπὸ νωρὶς τὸ πρωΐ, στὰ Κοιμητήρια, μιὰ συμπαθέστατη γιαγιὰ ἔρχεται στὸν ναὸ τὸν Ἁγίων Πάντων καὶ ἀφοῦ περάσει ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι νὰ ἀσπαστεῖ τὴν Εἰκόνα, θὰ ἀνάψει τὰ κεράκια της, θὰ μοῦ δώσει ἐμένα καραμελίτσα, θὰ μοῦ πεῖ «Δόξα τῷ Θεῶ ποὺ ξημέρωσε καὶ σήμερα» καὶ θὰ ἀρχίσει ἕναν σκληρὸ ἀγῶνα προσφορᾶς ἕως καὶ τὸ μεσημέρι, νὰ ἀνάβει τὰ καντηλάκια τῶν κεκοιμημένων μὲ δικό της λάδι καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ αὐτοὺς μὲ τὸν δικό της τρόπο.
Τὴν ἐρώτησα καὶ ἐγὼ μιὰ ἡμέρα μὲ ἀπορία: - Γιαγιά, πόσους συγγενεῖς ἔχεις ἐδῶ;... Μὲ κοίταξε ἡ γιαγιὰ μὲ βλέμμα ἔκπληκτο! - Γιατὶ ρωτᾶς Παππούλη μου; Γιὰ τὰ καντηλάκια ποὺ ἀνάβω; - Ναί, τῆς ἀπαντῶ. - Ὅλοι ἐδῶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι Παππούλη μου, ὅπως καὶ ἐγώ. Συγγενεῖς μου εἶναι ὅλοι! Ἐδῶ ἐγώ, ὅπως καταλάβατε, ἔνιωσα πνευματικὰ πολὺ μικρὸς μπροστά της! Καὶ συνεχίζει ἡ γιαγιά: Ἐγὼ ἀνάβω τὰ καντηλάκια στὶς ψυχοῦλες ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια δὲν ἔρχεται κανεὶς καὶ δὲν ἔχουν κανένα πίσω νὰ τοὺς τὰ ἀνάψει ἢ ποὺ ἀδιαφοροῦν καὶ νὰ τοὺς τὰ ἀνάψουν γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους. Βλέπω χαλασμένους τάφους ποὺ οὔτε κἂν τὰ ὀνόματά τους δὲν ξεχωρίζουν.
Δὲν δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἕνα κεράκι καὶ μιὰ προσευχούλα, καλέ μου παππούλη; Ἐπειδὴ οἱ δικοί τους τοὺς ξέχασαν; Ἐγώ, Παππούλη μου, πέρασα τὰ 90 χρόνια τῆς ζωῆς μου καὶ ὁ Θεὸς μὲ κρατάει ὄρθια γιὰ αὐτὲς τὶς ὀρφανὲς ψυχοῦλες. Μωράκια, Παππούλη μου, μόλις λίγων μηνῶν, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ζωὴ ἀγγελάκια ποὺ χρόνια τώρα δὲν πατάει κανείς! Στρατιῶτες ποὺ πολέμησαν, γιὰ νὰ εἶμαι σήμερα ἐγὼ ἐδῶ καὶ νὰ σοῦ μιλάω, καὶ δὲν τοὺς ἀνάβει ἕνα κεράκι κανείς. Καὶ πολλὲς ἄλλες ψυχοῦλες. Δὲν δικαιοῦνται ἕνα κεράκι ἀπὸ ἐμᾶς;
Ἐπειδή, Παππούλη μου, κάποιοι ἔχουν τὴν συνήθεια νὰ λένε: «Γιατί νὰ πάω στὰ μνήματα νὰ ἀνάψω κερί; Ἐκεῖ εἶναι;». Ὄχι, Παππούλη μου, δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ ψυχὲς τὸ νιώθουν τὸ κεράκι καὶ τὴν παρουσία μας, ἐμεῖς ἁπλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ συλλάβουμε! Εἶναι σκληρὸς ὁ κόσμος, Παππούλη μου, τρῶμε, πίνουμε, διασκεδάζουμε γιὰ χρόνια μαζὶ καὶ μετὰ ποὺ θὰ ἔρθει ὁ θάνατος δὲν ἐπισκέπτονται τοὺς δικούς τους, γιὰ νὰ μὴν χαλάσει ἡ καρδούλα τους. Μόνο στὰ καλὰ δηλαδή, καὶ στὰ ἄσχημα ὅλα τελειώνουν γιὰ πάντα. Διαγραφή!
Τὸ μόνο ποὺ λυπᾶμαι, Παππούλη μου, ὅταν φύγω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ζωή, ποιός θὰ τοὺς τὰ ἀνάβει; Γι᾿ αὐτό, Παππούλη μου, ἔχω ἕνα τετράδιο καὶ γράφω καθημερινὰ ὅσα ὀνόματα μπορῶ, γιὰ νὰ τὰ δώσω στὶς ἐκκλησίες νὰ τὰ μνημονεύουνε, ὅταν ἐγὼ πλέον δὲν θὰ μπορῶ...
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ: ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΩΝΕΙ, ΔΕΝ ΔΙΑΙΡΕΙ
του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμοτίμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
1. Ὁ νέος Πύργος τῆς Βαβέλ: Παγκοσμιοποίηση καί Οἰκουμενισμός
Παρακίνηση γιά τήν συγγραφή τοῦ παρόντος κειμένου μᾶς ἔδωσε ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία οἱ θεοκίνητοι συγγραφεῖς τῶν ἐξαίσιων ὕμνων παρουσιάζουν τίς σωτηριώδεις διαστάσεις τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν ἐπί τούς ἁγίους μαθητάς καί ἀποστόλους» καί τῆς μόνιμης στή συνέχεια παρουσίας καί ἐνεργείας Του στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Μία σπουδαία διάσταση τῆς ἐνεργείας καί δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἑνότητα ὅσων ἀνθρώπων γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καί ἐνσωματώνονται στό ἕνα καί μοναδικό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχει κεφαλή τόν Χριστό.
Ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ μέν Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τό δέ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού ζωοποιεῖ τό σῶμα καί συνδέει, ἑνώνει, τά μέλη μέ τήν κεφαλή καί μεταξύ τους[1]. Ἐκκλησία καί Ἅγιο Πνεῦμα συνδέονται ὀντολογικά· δέν ὑπάρχει ᾽Εκκλησία, ἐκεῖ ὅπου δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅπως ἐμφαντικά τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος «εἰ μή Πνεῦμα παρῆν οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία, εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστιν»[2].
Ὁ ἴδιος θεοφόρος Πατήρ διδάσκει ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τίποτε ἀπό ὅσα σχετίζονται μέ τή σωτηρία μας, τό ὁποῖο δέν προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα: «…Τί γάρ εἰπέ μοι τῶν συνεχόντων τήν σωτηρίαν τήν ἡμετέραν οὐχί διά Πνεύματος ἡμῖν ᾠκονόμηται; Διά τούτου δουλείας ἀπαλλαττόμεθα, εἰς ἐλευθερίαν καλούμεθα, εἰς υἱοθεσίαν ἀναγόμεθα καί ἄνωθεν, ὡς εἰπεῖν, ἀναπλαττόμεθα, τό βαρύ καί δυσῶδες τῶν ἁμαρτημάτων φορτίον ἀποτιθέμεθα· διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ἱερέων βλέπομεν χορούς, διδασκάλων ἔχομεν τάγματα· ἀπό τῆς ἐνταῦθα πηγῆς καί ἀποκαλύψεων δωρεαί καί ἰαμάτων χαρίσματα καί τά λοιπά πάντα, ὅσα τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κοσμεῖν εἴωθεν, ἐνταῦθα ἔχει τήν χορηγίαν»[3]. Ἡ ἄποψη αὐτή τοῦ Χρυσοστόμου ὅτι τά πάντα εἰς τήν Ἐκκλησίαν χορηγοῦνται ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ κοινό τόπο τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπί παραδείγματι ἀπαριθμῶν συχνά τίς δωρεές καί ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κυρίως εἰς τό Περί Ἁγίου Πνεύματος ἔργο του, λέγει ὅτι «οὐδέ γάρ ἐστιν ὅλως δωρεά τις ἄνευ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν κτίσιν ἀφικνουμένη»[4]. Αὐτό ἐπαναλαμβάνει ἐπίσης ὁ πολύ ἀγαπητός εἰς τούς Ὀρθοδόξους ὕμνος τῆς Πεντηκοστῆς: «Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξε, ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας».
Πολύ γρήγορα ὁ διηρημένος καί διεσπασμένος εἰδωλολατρικός κόσμος μέ τό ἅπλωμα τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο ὁλόκληρο βρῆκε στό σωτηριῶδες κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ἕνα σπουδαῖο ἑνοποιητικό παράγοντα, ὁ ὁποῖος κατά μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο στήν ἱστορία ἕνωσε ὅλους τούς ἀνθρώπους σέ μία νέα, χριστιανική οἰκουμένη· ἰδιαίτερα ἀπό τότε πού ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, θεόθεν παρακινηθείς, διέγνωσε ὅτι ἡ μόνη πνευματική δύναμη πού θά μποροῦσε νά ἐπιτύχει τήν ἑνότητα στήν πολυπολιτισμική καί πολυθρησκειακή - διαθρησκειακή ἀπέραντη Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία ἦταν ὁ Χριστιανισμός. Ἡ Pax Romana μέ πολιτικά καί στρατιωτικά, ἀκόμη καί οἰκονομικά, μέτρα δέν μπόρεσε νά ἑνοποιήσει τόν κόσμο, ὅπως κατόρθωσε στή συνέχεια, ἐπί μία χιλιετία ἀταλάντευτα καί στή δεύτερη χιλιετία μέ διασπάσεις, ἡ Pax Christiana, χωρίς πολέμους καί βία, ἀλλά μέ τό κήρυγμα τῆς εἰρήνης, τῆς ὁμόνοιας, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καί τῆς καταλλαγῆς.
Αὐτήν τήν πολυδιάσπαση καί πολυπολιτισμικότητα τοῦ παλαιοῦ κόσμου, πού ὁδηγοῦσε σέ ἀντιπαλότητες, πολέμους καί βία, ἐπιχειροῦν νά ἐπαναφέρουν σήμερα τυραννικά καί ἐν κρυπτῷ, ὅσοι εὐαγγελίζονται τήν δῆθεν Νέα Ἐποχή καί τήν Νέα Τάξη πραγμάτων, μέ καυχησιολογίες γιά τά τεχνολογικά καί ἠλεκτρονικά ἐπιτεύγματα, μέ τά ὁποῖα, ὅπως φάνηκε καί στήν κρίση τῆς λοίμωξης τοῦ Κορωνοϊοῦ, ἐπιχειροῦν νά χειραγωγήσουν τόν κόσμο ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, νά τοῦ στερήσουν τήν εἰρήνη, τήν ἀνάπαυση, τήν ἄμυνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀφοβία μπροστά στόν θάνατο, νά καταστήσουν τούς ἀνθρώπους δειλά καί φοβισμένα ὄντα, ὑπάκουα στίς καταστροφικές ἐντολές καί ὑποδείξεις τους.
ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΑΓΩΝΑ
Ως ύμνος της πνευματικής ζωής με τα στοιχεία που την διαμορφώνουν, μπορεί να χαρακτηριστεί το Αποστολικό Ανάγνωσμα που θα ακουστεί την Κυριακή στους Ιερούς μας Ναούς. Αλλά για να φανεί και στο σημείο αυτό η αντίθεση του κοσμικού φρονήματος με τη χριστιανική ζωή, θα εξετάσουμε να δούμε τι εννοούν οι μακράν της Εκκλησίας ως «πνευματικό άνθρωπο».
Είναι γνωστό ότι οι κύκλοι που δεν έχουν σχέση με τη ζωή του Χριστού, θεωρούν ως πνευματικούς ανθρώπους αυτούς, που έχουν να δείξουν κάποια καλλιέργεια του νου. Δηλ. τους επιστήμονες, τους συγγραφείς, τους λογοτέχνες και καλλιτέχνες και γενικώς όσους φαίνεται ότι κινούνται στο χώρο της διανόησης.
Φυσικά, υπάρχουν και αυτοί που έχουν ρίξει τόσο πολύ τον πήχη του ορθού τρόπου ζωής, ώστε στους «πνευματικούς ανθρώπους» περιλαμβάνουν και όσους, αφού δεν έχουν αφήσει τίποτε όρθιο, από ηθικής απόψεως και φυσιολογικού τρόπου ζωής, προσπαθούν να περάσουν στην κοινωνία ως αποδεκτό και δήθεν φυσιολογικό το «αισχρόν εστί και λέγειν» (Εφεσ. Ε΄12).
Και, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα «κανάλια» των Μ.Μ.Ε. από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, αυτό το έργο και αυτό τον σκοπό υπηρετούν. (Υπογραμμίζουμε τον όρο «κανάλι», διότι συμπεριλαμβάνει – υπονοεί και τον «βούρκο»).
Αλλά ας αφήσουμε «τα μυστικά του βάλτου» και όσους επιμένουν να ταυτίζουν το «πνεύμα» με την βρωμιά, και ας ανέλθουμε στις υψηλές κορυφές, για να αναπνεύσουμε τον καθαρό αέρα του Πνεύματος και ν΄ ατενίσουμε την έκπαγλη ομορφιά της αγιότητας. Να μελετήσουμε τι η Αγία μας Ορθοδοξία, τι ο λόγος του Θεού, θεωρούν ως πνευματικό άνθρωπο. Ποιος λοιπόν είναι ο δυσεύρετος αυτός άνθρωπος; Ποια είναι τα στοιχεία του και πού βρίσκεται;
Πραγματικά Πνευματικός άνθρωπος, αδελφοί μου, είναι αυτός ο οποίος, ανεξαρτήτως γνώσεων, επαγγέλματος ή άλλων ασχολιών, μέσα στην ύπαρξή του φιλοξενεί «Πνεύμα Θεού»! Είναι αυτός που «άγεται» και κατευθύνεται στην όλη του ζωή από το Πνεύμα το Άγιον. Είναι αυτός ο οποίος αγωνίζεται να έχει τον Χριστό μέσα του και ως εκ τούτου: «Ει δε Χριστός εν υμίν, το μεν σώμα νεκρόν δι' αμαρτίαν, το δε πνεύμα ζωή διά δικαιοσύνης», και βιώνει τα όσα αναφέρει στην προς Ρωμαίους Επιστολή ο Απόστολος Παύλος. (Ρωμ. Η' 9 – 14).
Μιλούμε δηλαδή για τον αναγεννημένο άνθρωπο. Γι' αυτόν που έχει «γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος», όπως αποκάλυψε στο Νικόδημο ο ίδιος ο Κύριος. (Ιωάν. Γ' 5). Αυτός δηλ. που ζει τη μυστηριακή ζωή της Αγίας μας Εκκλησίας, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται. Και πρωτίστως, αγαπά εξ' όλης της ψυχής του τον Θεό, σκέπτεται τον ουρανό και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία και αγωνίζεται να μιμηθεί τους Αγίους, να γίνει φίλος τους και αδελφός τους.
Γενικώς, άνθρωπος του Πνεύματος του Θεού, είναι αυτός ο οποίος διαποτίζεται με την άκτιστη Χάρη της Αγίας Τριάδος και αποφεύγει οτιδήποτε είναι δυνατόν να λυπήσει το Πνεύμα το Άγιον. «Και μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον του Θεού, εν ω εσφραγίσθητε εις ημέραν απολυτρώσεως» (Εφεσ. Δ΄30). Ώστε υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσά μας; Ίσως ρωτήσουν κάποιοι. Μα, αυτό είναι το μόνο βέβαιο! Ουδέποτε έπαυσαν και πάντοτε θα υπάρχουν αυτές οι ψυχές που αγάπησαν και αγαπούν τον Θεό παραπάνω από οτιδήποτε άλλο στη ζωή τους.
Και αποτελεί μεγάλη αλήθεια αυτό που διδάσκουν εν προκειμένω οι θείοι Πατέρες μας, ότι «ο Πατήρ αποκαλύπτεται διά του Υιού, ο Υιός διά του Αγίου Πνεύματος, και το Πνεύμα το Άγιον αποκαλύπτεται και εμφανίζεται διά μέσου των Αγίων του Θεού»! Ας έχει δόξα αιώνια ο Τριαδικός Θεός, διότι μας χαρίζει σε κάθε γωνιά της γης και σε κάθε εποχή, αυτούς τους «ουρανοπολίτες».
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ;
Στον Πέτρο Σ. που ρωτά.
Διάβασες στο Ευαγγέλιο τους λόγους του Χριστού: «Πάσα αμαρτία και βλασφημία αφεθήσεται τοις ανθρώποις, η δε του Πνεύματος βλασφημία ουκ αφεθήσεται τοις ανθρώποις… ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι» (Ματθ.12, 31-32). Και ρωτάς τι σημαίνει βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος;
Είναι η βλασφημία κατά της αλήθειας και της ζωής, που προέρχονται από το Αγιο Πνεύμα του Θεού. Ο άπιστος που μισεί και διώκει την αλήθεια του Θεού, βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος. Ο αυτόχειρας που μισεί και αφαιρεί τη ζωή του, βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος. Εφόσον το Αγιο Πνεύμα αποκαλείται και Πνεύμα της Αληθείας και της ζωής. Στο ευαγγέλιο του Ιωάννη γράφεται ότι ο Χριστός τρεις φορές επικαλέσθηκε το 'Αγιο Πνεύμα με τη σημασία του Πνεύματος της Αληθείας:
«Ο δε παράκλητος, το Πνεύμα το 'Αγιον ο πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν…» (Ιωάν. 14,26) -«όταν δε έλθη ο παράκλητος ον εγώ πέμψω υμίν παρά του πατρός, το Πνεύμα της αληθείας…» (Ιωάν. 15,26)- «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. 16,13). Εκείνος, λοιπόν,που αρνείται και χλευάζει το Αγιο Πνεύμα, αρνείται και χλευάζει τον Θεό που είναι το Πνεύμα της Αληθείας. Ρωτάς γιατί αυτό το αμάρτημα δεν συγχωρείται ενώ κάθε άλλο αμάρτημα συγχωρείται. Κοίταξε, στον Ζακχαίο συγχωρέθηκε το αμάρτημα της φιλαργυρίας, σε αμαρτωλές γυναίκες τα σαρκικά αμαρτήματα, του ληστή στο σταυρό οι ληστείες και σε πολλούς άλλους πολλά άλλα αμαρτήματα.
Γιατί λοιπόν να μην συγχωρείται και η άρνηση, η απιστία, ο χλευασμός κατά του Αγίου Πνεύματος; Επειδή στα μεν πρώτα υπάρχει ντροπή και μετάνοια ενώ στο δεύτερο δεν υπάρχει. Στα μεν πρώτα, λοιπόν, ο άνθρωπος αν και αμαρτάνει διαθέτει ντροπή και φόβο που τον συνδέει με τον Θεό, ενώ στο δεύτερο η σχέση με τον Θεό διακόπτεται και ο ασεβής άνθρωπος ανεπίστρεπτα και εντελώς απομακρύνεται από τον Θεό. Στα μεν υπάρχει αδυναμία στο δε εμμονή. Στα μεν η ψυχή ταξιδεύει στο σκοτάδι και αποκαλεί το σκοτάδι φως. Στο δε συμβαίνει ο άνθρωπος να μην έχει την παραμικρή διάθεση να σωθεί και είναι γνωστό ότι ο Θεός δεν σώζει με τη βία.
Μια άλλη βλασφημία προς το Άγιο Πνεύμα είναι η έχθρα προς τη ζωή και η αφαίρεση της ζωής από τον εαυτό σου. Το Άγιο Πνεύμα αποκαλείται και χορηγός της ζωής, δωρητής της ζωής. Έτσι όταν ο άνθρωπος λαμβάνει ζωή από το Άγιο Πνεύμα αλλά αγνοεί από που έλαβε τούτο το δώρο μη ευχαριστώντας τον Θεό, μπορεί να του συγχωρεθεί. Ακόμα και κάποιος που γνωρίζει από που έλαβε το πολύτιμο αυτό δώρο και παρόλα αυτά δεν ευχαριστεί τον Θεό, μπορεί να του συγχωρεθεί.
Αλλά όταν κάποιος λαμβάνει ζωή από το Άγιο Πνεύμα και με περιφρόνηση την πετά, αυτός δεν πρόκειται να συγχωρεθεί. Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει πριν απ’ όλα να καταλάβουμε τι σημαίνει συγχώρεση. Συγχώρεση του αμαρτωλού σημαίνει να του επιστραφεί πλήρως η ζωή. Αλλά όταν κάποιος δεν θέλει τη ζωή πολύ δε περισσότερο τη μισεί και την αρνείται, ο Θεός δεν έχει τι άλλο να του δώσει. Γι’ αυτό και τον διαγράφει από το βιβλίο της ζωής.
ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Η «τελευταία» μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής έχει επικρατήσει να αποκαλείται και γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας. Τι είναι όμως Εκκλησία, η οποία γεννήθηκε σαν σήμερα, 50 ημέρες μετά από την Ανάσταση του Θεανθρώπου; Σύμφωνα με την ορθόδοξη Δογματική, «η Εκκλησία είναι ο τόπος και ο τρόπος της λυτρωτικής παρουσίας του αναστάντος Κυρίου εις τον λυτρωμένον κόσμον». Είναι το Σώμα του Χριστού, ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας, ο μοναδικός τόπος, όπου ο Τριαδικός Θεός είναι παρών και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, είναι ο μοναδικός τόπος, όπου ένας άνθρωπος μπορεί να σωθεί φθάνοντας στον σκοπό, για τον οποίο δημιουργήθηκε: στο «καθ’ ομοίωσιν», να γίνει δηλαδή θεός κατά χάριν. Η Εκκλησία λοιπόν, εμφανίσθηκε αρχικά ως αυτός ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, όπως ο ίδιος αναφέρει συχνά, εστάλη από τον Θεό Πατέρα, για να σώσει τον κόσμο. Ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία κατά την επίγεια παρουσία του, Τής αποκάλυψε όλη την αλήθεια (Ιω. 1,18˙ 15,15) και Την οργάνωσε με την εκλογή και εγκατάσταση των δώδεκα Αποστόλων στο έργο της διάδοσης του Ευαγγελίου (Λουκ. 6,13 και Ματθ. 28,19-20), οι οποίοι με την ιδιότητά τους ως «μάρτυρες» της παρουσίας Του (Λουκ. 24,46-49 και Πράξ. 1,8), ήσαν οι μόνοι επιφορτισμένοι να διαδώσουν και να εξασφαλίσουν την συνέχεια του ευαγγελικού μηνύματος. Έτσι, έχουμε το εξής σχήμα: Ο Θεός Πατήρ αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο, «ώστε τον Υιόν τον μονογενή έδωκεν, ινα πας ο πιστεύων εις αυτόν, μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3,16). Ο Χριστός που αποστέλλεται από τον Πατέρα στον κόσμο (Ιω. 3,16-17˙ 17,3-25), παραδίδει στους Αποστόλους, όσα άκουσε από τον Θεό Πατέρα (Ιω. 15,15). Κατά την Πεντηκοστή αποστέλλει σε αυτούς τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα, για να τους οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιω. 16,13). Οι Απόστολοι που αποστέλλονται από τον Χριστό στον κόσμο (Ματθ. 28,19-20˙ Ιω. 17,18), την ημέρα της Πεντηκοστής «επλήσθησαν Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. 2,4) και κατόπιν παραδίδουν στην Εκκλησία, όσα άκουσαν από τον Χριστό (Α’ Ιω. 1,1-3) και διδάχθηκαν από το Άγιο Πνεύμα (Λουκ. 12,12˙ Ιω. 14,26). Η Εκκλησία που ιδρύθηκε από τον Χριστό και οργανώθηκε από τους Αποστόλους, παραδίδει στα Μέλη Της την σώζουσα αλήθεια διά του λόγου και των Μυστηρίων Της. Επομένως, η Εκκλησία κατέχει αυτό, το οποίο δέχθηκε από τους Αποστόλους, οι Απόστολοι από τον Χριστό, ο Χριστός από τον Θεό. Σύμφωνα με τον Άγιο Ειρηναίο επίσκοπο Λυώνος, οι Απόστολοι, αφού έλαβαν κατά την Πεντηκοστή «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49), εξήλθαν στις επαρχίες της οικουμένης για να διδάξουν την μεγαλωσύνη του Θεού και να μεταδώσουν το Άγιο Πνεύμα που έλαβαν από τον ίδιο τον Κύριο. Έτσι, εγκαθίδρυσαν την Εκκλησία, η οποία είναι ο μοναδικός τόπος, όπου υπάρχει και επαναπαύεται το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα δεν θα γεννιόταν και δεν θα εξακολουθούσε να υπάρχει η Εκκλησία. Εντός της Εκκλησίας ο άνθρωπος λαμβάνει «Πνεύμα υιοθεσίας» (Ρωμ. 8,15), τελειούται η σωτηρία του και πραγματώνεται ο αγιασμός, η μεταμόρφωση και η θέωσή του. Η Εκκλησία είναι αναμφισβήτητα ο μόνος χώρος, όπου προσφέρεται η λυτρωτική δύναμη του Χριστού διά του Αγίου Πνεύματος. Κατά τον Άγιο Ειρηναίο, όπου είναι η Εκκλησία, εκεί βρίσκεται και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί βρίσκεται και η Εκκλησία και όλη η χάρις. Σύμφωνα με τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, η θεία Αποκάλυψη πραγματοποιήθηκε από τον Χριστό μέχρι και την Ανάληψη στους ουρανούς. Με την γέννηση της Εκκλησίας κατά την Πεντηκοστή και στη συνέχεια, το Άγιο Πνεύμα μας γνωρίζει τον Χριστό με όλα όσα έχει να μας προσφέρει. Αυτό λοιπόν, ολοκλήρωσε το λυτρωτικό έργο του Χριστού συγκροτώντας την Εκκλησία κατά την Πεντηκοστή, ενέπνευσε την καταγραφή ενός μέρους της Αποκάλυψης, την Καινή Διαθήκη˙ φωτίζει τους κατά καιρούς Πατέρες της Εκκλησίας να απαντούν στα παντός είδους ανθρώπινα ερωτήματα˙τελεί τα ζωοποιά Μυστήρια της Εκκλησίας˙ενώνει τον Χριστό με εκείνους που πιστεύουν σ’ Αυτόν τηρώντας τις εντολές Του˙συνεχίζει να διατηρεί την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, να την αναζωογονεί και να την τρέφει με την ενεργή παρουσία Του. Κατά συνέπεια εμείς οι Χριστιανοί, κανένα πνευματικό έργο δεν μπορούμε να πράξουμε χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Ούτε καν να επικαλεσθούμε το όνομα του Θεού, να προσευχηθούμε δηλαδή, χωρίς να υπάρχει ο φωτισμός από το Πανάγιο Πνεύμα, αφού όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, «ουδείς δύναται ειπείν͵ Κύριος Ιησούς͵ ει μη εν πνεύματι αγίω» (Α’Κορ. 12,3). Σκοπός του Χριστιανού είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, έλεγε ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο τόπος λοιπόν, όπου υπάρχει ο Παράκλητος, είναι μόνον η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, η μοναδική ασφαλής κιβωτός της σωτηρίας μας, γι’ αυτό και ο Χριστιανός οφείλει να είναι, όσο το δυνατόν περισσότερο εγκεντρισμένος σ’ Αυτήν και ενεργό μέλος Της, για να ενωθεί με τον Χριστό και να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: ''ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ''
Εἰς τήν Πεντηκοστήν
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Α´. Μεταβολήν τοῦ νοῦ.
Β´. Μεταβολήν τῆς καρδίας.
Γ´. Μεταβολήν τῆς γλώσσης.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, πῶς τό Πανάγιον Πνεῦμα ὅταν κατέβη εἰς τό ὑπερῷον ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, ὡσάν ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος καί βροντή, ἐγέμισεν ὅλον τόν οἶκον, εἰς τόν ὁποῖον ἦσαν καθήμενοι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καί ἐπροσηύχοντο· «καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι» (Πραξ. β´. 2)·
καί τόν ἔκαμεν ὡσάν μίαν κολυμβήθραν, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, διά νά βαπτίσῃ τούς Ἀποστόλους μέ τήν θείαν χάριν του, περί τοῦ ὁποίου τούτου βαπτίσματος προεῖπεν εἰς αὐτούς ὁ Κύριος· «ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας (Πράξ. α´ 5).
Ἐπλήρωσε δέ τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτόν ἀπεργαζομένη πνευματικήν, καί πληροῦσα τήν τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν, ἥν καί αὐτήν ἀναλαμβανόμενος πρός αὐτούς ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μέν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ…ἀλλά καί τήν κλῆσιν ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε·
διά γάρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου, ὄντως υἱοί βροντῆς γεγόνασιν οἱ Ἀπόστολοι» (Λόγος εἰς τήν Πεντηκ.) Τότε δή τότε αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐνήργησεν εἰς τούς Ἀποστόλους τρεῖς μεταβολάς (καί αὐταί αἱ μεταβολαί εἶναι κυρίως ὁ καρπός καί τῶν παρόντων πνευματικῶν γυμνασμάτων).
Ἡ α´ μεταβολή ἦτο τοῦ νοός τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία μετέβαλεν εἰς αὐτούς ἐκείνας τάς πρώτας ἰδέας ὅπου εἶχον περί τῶν πράγματων τοῦ κόσμου τούτου καί τούς ἔκαμε νά γνωρίσουν καθαρά τό ταπεινόν καί μάταιον τῶν παρόντων ἀγαθῶν, καί ἐξεναντίας νά γνωρίσουν τό μεγαλεῖον καί αἰώνιον τῶν μελλόντων, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὅπου ὀλίγον προτήτερα φιλονικοῦσαν ἀναμεταξύ τους ποῖος ἀπό αὐτούς νά ἦτο ὁ πρῶτος καί μεγαλύτερος· «ἐγένετο δέ καί φιλονικία ἐν αὐτοῖς τό τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» (Λουκ. κβ´ 24).
Ὕστερα ἀφ᾿ οὗ ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐμετροῦσαν διά μεγάλην εὐτυχίαν, τό νά εἶναι μικρότεροι ἀπό ὅλους· τό νά καταφρονοῦνται ἀπό ὅλους διά τόν Χριστόν καί τό νά λογίζωνται ἀσθενεῖς, μωροί, ἄτιμοι, ὄνειδος, σκύβαλα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων· «ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν, ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ἡμεῖς ἄτιμοι, ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγεννήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α´ Κορ. δ´ 10).
Τώρα ἀδελφέ στοχάσου ἀνίσως ἔγινε καί εἰς ἐσέ αὐτή ἡ μεταβολή τοῦ νοός διά μέσου τούτων τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων ὅπου ἀνάγνωσες καί ἕως εἰς ποῖον βαθμόν ἔφθασες, διότι ἀνίσως καί ἕως τώρα ἐνόμισες ἕνα μεγάλον καλόν, τό νά σέ τιμοῦν καί νά σέ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ὑπόληψιν, τό νά ζῇς εἰς τήν καρδίαν πάντων, ἤγουν τό νά σέ ἀγαποῦν ὅλοι, τό νά γυρεύης πάντοτε καινούργιαις ἡδοναῖς καί νά ἐξοδεύης εἰς αὐταῖς τόν καιρόν ὅπου σοῦ ἐδόθη διά νά κερδίσης τά αἰώνια ἀγαθά
καί τό νά ζῇς μέ τέλη καί ἀντιρρήσεις κοσμικάς, φανερόν εἶναι ὅτι ὁ νοῦς σου ὡδηγεῖτο ἕως τώρα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί πρέπει διά τοῦτο νά λυπῆσαι καί νά μετανοῇς διότι ἀπέθανεν ὁ Χριστός καί ἀνέστη καί ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ὄχι διά νά σοῦ δώσῃ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου.'Aλλά διά νά σοῦ δώσῃ τό Πνεῦμα τό ἰδικόν του καί ἐσύ μέ τήν κακήν ζωήν ὅπου ἔζησες δέν ἔγινες δεκτικός τοῦ θείου του Πνεύματος· «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. β´ 12).
Πρέπει ὅμως ἀπό τώρα καί ὕστερα νά εἶσαι ἀποφασισμένος νά κάμνης ὅλα τά ἐναντία, ἤγουν νά ὁδηγῆσαι μέ τάς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά μή λογιάζῃς ἄλλην τιμήν, παρά ἐκείνην ὅπου σέ μεγαλύνει ἐμπρός εἰς τόν Θεόν καί νά μή ψηφᾷς ἄλλο καλόν, παρά ἐκεῖνο ὅπου σοῦ προξενεῖ τήν ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου.
Εἶναι καλόν σημάδι πῶς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἄρχισε νά φωτίζῃ τόν νοῦν σου καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό ἐκεῖνον ὅπου ἤσουν εἰς ἄνδρα ἄλλον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ· «καί ἐφαλεῖται ἐπί σέ Πνεῦμα Κυρίου, καί στραφήσῃ εἰς ἄνδρα ἄλλον» (Α´. Βασιλ. ι´. 6) καί πρέπει διά τοῦτο νά χαίρῃς καί νά εὐχαριστῇς τόν Κύριον
ὅπου σέ ἐφώτισε μέ τό Ἅγιόν του Πνεῦμα, διά νά μή περιπατῇς πλέον ὡσάν νήπιος, ἀλλά ὡσάν ἄνδρας τέλειος· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐφρόνουν ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου» (Α´. Κορ. ιγ´ 11)· καί διά νά μή ἀκολουθῇς πλέον τό φρόνημα τῆς σαρκός ὅπου εἶναι θάνατος ἀλλά τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος ὅπου εἶναι ζωή· «τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος· τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ζωή καί εἰρήνη» (Ρωμ. η´. 6).
Αἰσχύνθητι λοιπόν διά τήν περασμένην ζωήν ὅπου ἔζησες ὄχι ὡσάν οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὡσάν ξένος καί ἀλλότριος, μέ τό νά μή εἶχες τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή κατά τόν Ἀπόστολον· «εἴ τις Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔχει οὗτος, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. η´ 9). Καί παρακάλεσαι ταπεινῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα νά μεταβάλη τελείως τόν νοῦν σου εἰς τό θεῖον του θέλημα, φωτίζωντάς τον μέ τήν χάριν του.
Ὄχι κατά τήν ἐπιφάνειαν ἀλλά κατά βάθος διά νά μή ὑστερηθῇς καί ἐσύ τόν φωτισμόν καί τήν χάριν του καί νά λέγῃς μέ τόν Δαβίδ· «καί τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καί αὐτό οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλμ. λζ´ 10)· ἀλλά μᾶλλον νά λαμβάνης ἐπάνω εἰς τόν ἁμυδρότερον φωτισμόν, ἄλλον καθαρώτερον καί λαμπρότερον φωτισμόν καί νά λέγῃς· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).
Πῶς δέ νά συγκρατῇς τόν φωτισμόν τοῦτον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τόν νοῦν σου καί πῶς νά μή τόν ἀφήσῃς νά σβύσῃ; Ἄκουσον τί σοῦ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος· καθώς τό φῶς τοῦ λύχνου μέ τό λάδι ἀνάπτει καί συγκρατεῖται, καί ὅταν σωθῇ τό λάδι τότε σβύνει καί αὐτό, ἔτσι καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάπτει καί μᾶς φωτίζει, ὅταν ἔχωμεν καλά ἔργα, καί ἐλεημοσύνην εἰς τήν ψυχήν μας.
Ὅταν δέ τά καλά ἔργα λείψουν καί ἡ ἐλεημοσύνη, ἀναχωρεῖ ἀπό ἡμᾶς καί τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «καθάπερ γάρ τό λυχνιαῖον φῶς ἐλαίῳ κατέχεται καί ἀναλωθέντος τούτου, κᾀκεῖνο σβέννυται, οὕτω δή καί ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, παρόντων μέν ἡμῖν ἔργων ἀγαθῶν, καί ἐλεημοσύνης πολλῆς ἐπιχεομένης τῇ ψυχῇ, μένει καθάπερ ἐλαίῳ κατεχομένη ἡ φλόξ· ταύτης δέ οὐκ οὔσης, ἄπεισι καί ἀναχωρεῖ» (Τόμ. Θ´ λόγος 55). Καθώς καί τό Πνεῦμα Κυρίου ὅπου ἐδόθη εἰς τόν Σαούλ, ἀνεχώρησεν ἀπό λόγου του μέ τό νά μή εἶχε γνώμην ὀρθήν καί ἔργα θεάρεστα· «Πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπό Σαούλ» (Α´. Βασιλ. ις´ 14· διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος παραγγέλει γράφων· «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α´. Θεσσ. ε´ 19).
Λέγει γάρ ὁ μέγας Βασίλειος καί καθώς ἄλλη μέν θερμότης εὑρίσκεται εἰς τά σώματα καθ᾿ ἕξιν πολυχρόνιος, ἄλλη δέ κατά διάθεσιν ὀλιγοχρόνιος, ἔτσι καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, εἰς ἄλλους μέν παραμένει καθ᾿ ἕξιν διά τήν στρεότητα τῆς καλῆς των γνώμης, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Ἐλδάδ καί Μωδάδ, περί τῶν ὁποίων γράφουσιν οἱ ἀριθμοί, ὅτι ἐπροφήτευον πάντοτε· εἰς ἄλλους δέ μόνον εὑρίσκεται ὡς διάθεσις, καί γρήγορα ἀναχωρεῖ διά τό ἀστερέωτον τῆς γνώμης των,
ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Σαούλ καί εἰς τούς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι μίαν φοράν μόνον ἐπροφήτευσαν, καί ὕστερον ἔχασαν τῆς προφητείας τό χάρισμα.
Ὡς ἐν σώμασιν ὑγίεια, ἤ θερμότης, ἤ ὅλως εὐκίνητοι διαθέσεις, οὕτω καί ἐν ψυχῇ πολλάκις ὑπάρχει τό πνεῦμα, τοῖς διά τό τῆς γνώμης ἀνίδρυτον εὐκόλως ἥν ἐδέξατο χάριν ἀπωθουμένοις οἷος ὁ Σαούλ καί οἱ πρεσβύτεροι οἱ ἑβδομήκοντα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, πλήν τοῦ Ἐλδάδ καί Μωδάδ· «τούτοις γάρ μόνοις ἐκ πάντων φαίνεται παραμεῖναν τό Πνεῦμα· καί ὅλως εἴ τις τούτοις τήν προαίρεσιν παραπλήσιος» (Κεφ. κς´. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).
Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν β´. μεταβολήν ὅπου ἔκαμε τό Πανάγιον Πνεῦμα εἰς τήν καρδίαν τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἀρχήν ἦσαν τόσον φιλόζωοι, τόσον φιλόσαρκοι, τόσον δειλοί, ὅπου διά νά φυλάξουν τήν ζωήν τους, ὁ ἕνας ἄφησε τόν διδάσκαλόν του εἰς τό πάθος καί ἔφυγε γυμνός· «καί εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθει αὐτῷ περιβεβλημένος σινδόνα ἐπί γυμνοῦ… ὁ δέ καταλιπών τήν συνδόνα γυμνός ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν» (Μαρκ. Ιδ´ 51. (Οὗτος ἦτο ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, ὅστις ἐφόρει ἕνα μόνον ἱμάτιον εἰς ὅλην του τήν ζωήν, ὡς λέγει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος),
ὁ ἄλλος τόν ἠρνήθη καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνεχώρησαν· «καί ἀφέντες αὐτόν πάντες ἔφυγον». (Μαρκ. ιδ´. 51). Καί τόσον ἦσαν τρομαγμένοι ὡσάν λαγωοί ὅπου ἔστεκαν κεκλεισμένοι ἀπό τόν φόβον τους μέσα εἰς τό ὑπερῶον καί δέν ἐτόλμων νά εὔγουν ἔξω σχεδόν εἰς ὅλον τό διάστημα τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν ὅπου ἐπέρασαν μετά τήν Ἀνάστασιν ἀλλ᾿ ἀφ᾿ οὗ κατέβη εἰς αὐτούς τό Ἅγιον Πνεῦμα, μετέβαλε τήν ἀσθένειαν τῆς καρδίας των εἰς ἀνδρείαν καί γενναιότητα.
Ὅθεν εὐγῆκαν ἔξω ὡσάν τόσοι ἄφοβοι λέοντες καί ἐκήρυττον τόν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν ἐμπρός εἰς ὅλον τό πλῆθος τοῦ λαοῦ μέ μέτωπον ἀνοικτόν, μέ στῆθος ἀνδρειωμένον καί μέ τόλμην καί παρρησίαν χωρίς νά δειλιάσουν οὔτε ἀπό φοβερισμούς, οὔτε ἀπό δαρμούς, οὔτε ἀπό βάσανα καί μαρτύρια, οὔτε ἀπό τόν ἴδιον θάνατον· ἀλλ᾿ ἐπεθύμουν ταῦτα πάντα ὡς τρυφάς καί ξεφαντώματα καί ἔχαιρον ὑπερβολικά ὅταν τά ἐλάμβανον· «οἱ μέν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πραξ. ε´. 41).
Τότε ἤθελες ἰδεῖ ἐκεῖνον τόν δειλότατον καί φιλόζωον Πέτρον, ὅπου πρότερον δέν ἠδυνήθη νά ἀκούσῃ χωρίς φόβον οὔτε ἕνα ψιλόν λόγον ἑνός δυστυχισμένου κορασίου, πῶς ἐστάθη μέ τόσην ἀφοβίαν καί τόλμην καί ἐδημηγόρησε μεγαλοφώνως ἔμπροσθεν εἰς ἕνα μυριάριθμον πλῆθος ἀνθρώπων, χωρίς νά στοχάζεται πῶς εἶναι ὁλότελα ἄνθρωποι ἀλλά πῶς εἶναι κνώδαλα καί φυτά ἤ λίθοι, καί μέ τήν δημηγορίαν του εἵλκυσεν εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τρεῖς χιλιάδας λαοῦ· «σταθείς δέ Πέτρος σύν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τήν φωνήν αὐτοῦ, καί ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς» (Πράξ. β´. 14).
Τότε ἤθελες ἰδῇ ἐκείνους τούς ἁλιεῖς καί ἀγραμμάτους πλουτισμένους ἀπό τόσην σοφίαν καί σύνεσιν, ὥστε νά κάμνουν τούς σοφούς καί γραμματισμένους νά ἐξίστανται καί νά ἀποροῦν· «καί καταλαβόμενοι, ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καί ἰδιῶται ἐθαύμαζον». (Πράξ. δ´ 13). Καί τοῦτο διατί; διότι ἔδωκεν εἰς τήν καρδίαν αὐτῶν χῦμα γνώσεως τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σολομῶντος· «καί ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σολομών καί χῦμα καρδίας» (Γ´ Βασιλ. δ´ 29)· καί διότι " ἥψατο Κύριος καρδίας αὐτῶν ὡς γέγραπται» (Α´ Βασιλ. ι´ 26).
Ὤ χάρις! ὤ ἐνέργεια! ὤ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ὅταν μίαν φοράν ἀνάψῃ τήν καρδίαν, τούς λαγῳούς κάμνει λέοντας, τούς ἀδυνάτους δυνατούς, τούς ἀσόφους σοφούς, τούς πηλίνους κατασκευάζει πυρίνους καί τούς πρῴην ἀνδριάντας μεταβάλλει εἰς ἄνδρας τελείους. Καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὅπου ὁ Θεός ὑπεσχέθη νά δώσῃ διά τοῦ Προφήτου Μιχαίου λέγων· «οὐκ ἔσται ὁ ἐπακούων αὐτῶν, ἐάν μή ἐγώ ἐμπλήσω ἰσχύν ἐκ Πνεύματος Κυρίου» (Μιχ. γ´ 8).
Τώρα καί ἐσύ ἀδελφέ ὅπου ἀναγινώκεις ταῦτα, στοχάσου, ἐάν ἔλαβες αὐτήν τήν γενναιότητα καί θέρμην εἰς τήν καρδίαν σου διά νά μή φοβῆσαι σάρκα, κόσμον καί κοσμοκράτορα, τοῦτο εἶναι σημεῖον πῶς μετεβλήθης ἀπό τό Πνεῦμα Κυρίου, καθώς εἶναι γεγραμμένον· «τότε μεταβαλεῖ τό Πνεῦμα καί διελεύσεται, καί ἐξιλάσεται· αὕτη ἡ ἰσχύς τῷ Θεῷ μου» (Ἀββακ. α´ 11).
Στοχάσου, καί ἐάν ἐσύ προτήτερα ἐγύρευες μέ ὅλην τήν ὁρμήν τῶν ἐπιθυμιῶν σου τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, τά πλούτη, τάς δόξας, τάς ἡδονάς καί ἐλόγιαζες ὅτι ἦτο μακαριώτερος ὅποιος εἶχεν ἀπό αὐτά τά ἀγαθά περισσότερα, ἤξευρε ὅτι ἕως τώρα ἦτο ἡ καρδία σου πεπαλαιωμένη, ἀναίσθητος καί πεπωρωμένη ὡσάν πέτρα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τῆς σαρκός.
Καί λυπήσου διά τοῦτο καί μετανόησον, πώς εἰς τόσους χρόνους τῆς ζωῆς σου, δέν ἔγινες ἄξιος νά λάβῃς διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μίαν καινούργιαν καρδίαν αἰσθητικήν τοῦ συμφέροντός σου, τήν ὁποίαν ὑπεσχέθη νά σοῦ δώσῃ ὁ Θεός· «καί δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν καί πνεῦμα καινόν δώσω ὑμῖν· καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ὑμῶν καί δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην καί τό πνεῦμά μου δώσω ἐν ὑμῖν» (Ἰεζεκ. λς´. 26).
Ἐάν δέ τώρα γυρεύῃς ὅλα τά ἐναντία καί ἀντί νά ὑπερηφανεύεσαι διά τά πλούτη, ἐσύ περισσότερον ταπεινώνεσαι καί χαίρεις εἰς τήν πτωχείαν· ἀντί νά θέλῃς τάς τρυφάς καί τά ξεφαντώματα, ἐσύ ἀγαπᾷς τήν ὀλιγάρκειαν καί ἐγκράτειαν, ἤξευρε, ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἄρχισε νά μεταβάλῃ τήν καρδίαν σου εἰς ἄλλην καρδίαν, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ. «Καί ἐγενήθη ὥστε ἐπιστραφῆναι τῷ ὤμῳ αὐτοῦ ἀπελθεῖν ἀπό Σαμουήλ, μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεός καρδίαν ἄλλην». (Α´. Βασίλ. ι´. 9).
Ὅθεν εὐφράνθητι καί εὐχαρίστησαι τόν Κύριον, ὅπου διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο σοῦ ἐκαθάρισε τόν νοῦν, ἀλλά καί σοῦ ἐθέρμανε τήν καρδίαν καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό σαρκικόν εἰς πνευματικόν· ἀπό νήπιον μωρόν, εἰς ἄνδρα σοφόν· καί ἀπό κοσμικόν καί ἐθνικόν, εἰς ἀληθινόν χριστιανόν. Τοιαύτας γάρ θεοπρεπεῖς καί παραδόξους μεταβολάς συνειθίζει νά ἐνεργῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς θεολογεῖ περί αὐτοῦ ὁ Μέγας Θεολόγος Γρηγόριος· «τοῦτο τό Πνεῦμα (σοφώτατον γάρ καί φιλανθρωπότατον) ἄν ποιμένα λάβῃ, ψάλτην ποιεῖ πνευμάτων πονηρῶν κατεπᾴδοντα καί βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ ἀναδείκνυσιν·
ἐάν αἰπόλον συκάμινα κνίζοντα, προφήτην ἐργάζεται· τόν Δαβίδ καί τόν Ἀμώς ἐνθυμήθητι· ἐάν μειράκιον εὐφυές λάβῃ πρεσβυτέρων ποιεῖ κριτήν καί παρ᾿ ἡλικίαν· μαρτυρεῖ Δανιήλ ὁ νικήσας ἐν λάκκῳ λέοντας· ἐάν ἁλιέας εὕρῃ, σαγηνεύει Χριστῷ, κόσμον ὅλον τῇ τοῦ λόγου πλοκῇ συλλαμβάνοντας. Πέτρον λάβε μοι καί Ἀνδρέαν καί τούς τῆς βροντῆς υἱούς τά πνευματικά βροντήσαντας· ἐάν τελώνας, εἰς μαθητείαν κερδαίνει καί ψυχῶν ἐμπόρους δημιουργεῖ· φησί Ματθαῖος, ὁ χθές τελώνης, καί σήμερον εὐαγγελιστής· ἐάν διώκτας θερμούς, τόν ζῆλον μετατίθησι, καί ποιεῖ Παύλους ἀντί Σαύλων καί τοσοῦτον εἰς εὐσέβειαν, ὅσον εἰς κακίαν κατέλαβε». (λογ. Εἰς τήν Πεντηκοστήν).
Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, διότι ἕως τώρα ἤσουν μακράν ἀπό τέτοιους συλλογισμούς, πορευόμενος ἐν τοῖς κακοῖς θελήμασι τῆς καρδίας σου καί μή δίδωντας τόπον εἰς αὐτήν, διά νά κατοικήσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· καί συντόμως εἰπεῖν, διότι ἔζησες ὡσάν ἕνας ψυχικός μόνον ἄνθρωπος, ὅς οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος· «μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι καί οὐ δύναται γνῶναι» (Α´. Κορ. β´ 14). Κάμε ἀπόφασιν εἰς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σου, νά μή λυπήσης πλέον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ καμμίαν ἄτακτον καί κακήν ὄρεξιν τῆς καρδίας σου, κατά τήν παραγγελίαν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Ἀπόστολος·
«καί μή λυπῆτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. δ´. 30)· μηδέ νά ἐναντιωθῇς ὡς σκληροκάρδιος εἰς τό Ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, κατά τούς σκληροκαρδίους ἐκείνους Ἑβραίους, πρός τούς ὁποίους εἶπεν ὁ Στέφανος· «σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καί τοῖς ὠσίν· ὑμεῖς ᾀεί τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε» (Πράξ. ζ´. 51)· ἀλλά νά δώσῃς ὅλην τήν καρδίαν σου εἰς αὐτό μέ ὅλας της τάς ἐπιθυμίας διά νά ἐνοικήσῃ καθώς αὐτό τό ἴδιον πνεῦμα σέ προστάζει λέγον· «υἱέ δός μοι τήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´. 26).
Θέλεις δέ δώσει τήν καρδίαν σου εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐάν μελετᾷς πάντοτε εἰς αὐτήν τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ μίαν ἀδιάλειπτον προσευχήν. Ἐπειδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μολονότι καί ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ὅμως εἶναι καί λέγεται καί Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ διά τήν ὁμοουσιότητα καί ἐν τῷ Υἱῷ ἀναπαύεται καί χαίρει ὅταν αὐτός ὀνομάζεται· «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις, κράζον ἀββᾶ ὁ Πατήρ»· (Γαλ. δ´. 6)·"
ἵνα διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς καί πνευματικῆς προσευχῆς , ἐν μέν τῷ Πνεύματι θεωρῇς τόν Υἱόν, ἐν δέ τῷ Υἱῳ θεωρῇς τόν Πατέρα", ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· καί ἵνα καταξιωθῇς διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς ἐργασίας, νά εὕρῃς καί νά ἰδῇς νοερῶς τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔλαβες μέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τήν ἔχωσες δέ ὡσάν σπινθῆρα μέσα εἰς τά πάθη καί ἁμαρτίας.
Καί τέλος πάντων, ἐπειδή καί τό Πανάγιον Πνεῦμα· ὁ ἄλλος παράκλητος, τό συμπληρωτικόν πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος· ὁ χορηγός πάντων τῶν χαρισμάτων ἡ ζωή τῶν ζώντων· ἡ κίνησις τῶν κινουμένων· καί ἡ τελειότης ἁπάντων τῶν ὄντων, ἠθέλησεν ἐκ μόνης τῆς φιλανθρωπίας του νά εἰδοποιήσῃ εἰς τήν καρδίαν σου τάς πρώτας γραμμάς καί τό πρῶτον σχέδιον τῆς χάριτός του, παρακάλεσαί τον νά μή σέ ἀφήσῃ ἀτελῆ ἀλλά νά φέρῃ εἰς τελειότητα αὐτήν τήν εἰδοποίησιν καί τό ἔργον ὅπου ἄρχισεν εἰς ἐσέ, χαρίζωντάς σου τό χάρισμα τῆς διαμονῆς καί τῆς μέχρι τέλους ὑπομονῆς ἐν τῇ αὐτοῦ χάριτι, τό ὁποῖον χάρισμα
εἶναι τό μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά χαρίσματα καί αὐτό μόνον συνιστᾷ καί ἐπισφραγίζει τόν ἑκάστου προορισμόν κατά τούς θεολόγους καί διά τοῦ χαρίσματος τούτου νά σέ ἀξιώσῃ ἀπό ἐδῶ ἀκόμη, νά γίνῃς ὅλος πνευματικός, ὅλος ἀγγελοειδής, ὅλος ἅγιος καί υἱός Θεοῦ, καί Θεός κατά χάριν, ἀπ᾿ ἐκεῖ ὅπου εἶσαι τώρα γῆ καί σποδός· καθώς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελθόν εἰς ψυχήν ἀνθρώπου, ἔδωκε μέν ζωήν, ἔδωκε δέ ἀθανασίαν· ἤγειρε κείμενον· τό δέ κινηθέν κίνησιν ἀΐδιον ὑπό Πνεύματος Ἁγίον, ζῶον ἅγιου ἐγένετο· ἔσχε δέ ἄνθρωπος ἀξίαν πνεύματος εἰσοικισθέντος ἐν αὐτῷ προφήτου, ἀποστόλου, ἀγγέλου Θεοῦ, ὤν πρό τοῦ, γῆ καί σποδός»· (ὁμιλ. Περί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, ἧς ἡ ἀρχή, ἐνθυμηθῶμεν πᾶσα ψυχή).
Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν γ´. μεταβολήν ὅπου ἐνήργησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰς τήν γλῶσσαν τῶν Ἀποστόλων· διότι ἐκεῖνοι ὅπου προτήτερα δέν ἐλαλοῦσαν ἄλλο παρά γήϊνα καί χαμερπῆ διά δόξας καί τιμάς προσωρινάς καί ματαίας· «δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. ι´. 37)· ἐκεῖνοι ὅπου ἐλάλουν περί τοῦ Χριστοῦ ταπεινά καί εὐτελῆ· «ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι καί ποιήσωμεν σκηνάς τρεῖς, μίαν σοί καί Μωσεῖ μίαν καί μίαν Ἠλίᾳ» (Λουκ. θ´. 33).
Ἐκεῖνοι ὅπου πρότερον ἔφθασαν ἕως καί νά συμφωνήσουν μέ τόν Ἰούδαν καί νά κατηγορήσουν τήν εὐλογημένην ἐκείνην Μαρίαν καί νά θυμωθοῦν καταπάνω της, διότι ἄλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ μέ τόσον πολυέξοδον μῦρον, λέγοντες μέ ἀγανάκτησιν· «εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἠδύνατο γάρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καί δοθῆναι πτωχοῖς καί ἐνεβριμῶντο αὐτῇ» (Μάρκ. ιδ´. 4).
Αὐτοί λέγω οἱ ἴδιοι, ὕστερα ἀπό τόν ἐρχομόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἐλαλοῦσαν πλέον δι᾿ ἄλλο, παρά διά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, διά ὑψηλά καί μεγάλα πράγματα διά τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, διά τήν θεολογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά τό ἀκατανόητον μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας· διότι εἶναι Θεός ἀληθινός ὁ Χριστός· μέ ρητορικήν ἀνήκουστον, μέ ἐλευθεροστομίαν ἀσύγκριτον καί μέ γλῶσσας διαφόρους· «ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ". (Πράξ. β´ 11).
Τώρα στοχάσου ἐσύ ἀγαπητέ τά λόγια ὅπου ὡμιλοῦσες προτήτερα ἀπό τά παρόντα γυμνάσματα, καί τά λόγια ὅπου πρέπει τώρα νά λαλῇς, διά νά λάβῃς καί ἐσύ τήν μεταβολήν αὐτήν τῆς γλώσσης ἀπό τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τήν γλῶσσαν σοῦ τήν ἔδωκεν ὁ Θεός ἀδελφέ ὄργανον διά νά λαλῇς ὅλα τά καλά ὄχι τά κακά. Ὅθεν πρέπει νά τήν μεταχειρίζεσαι καί ἐσύ κατά τόν σκοπόν ὅπου ὁ Θεός σοῦ τήν ἔδωκεν· ἤγουν εἰς τό νά δοξολογῇς καί νά αἰνῇς μέ αὐτήν πάντοτε τόν Θεόν, καί νά μελετᾷς τά θεῖα του λόγια καθώς γέγραπται· «πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β´ 11).
Καί πάλιν «καί ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τήν δικαιοσύνην σου, ὅλην τήν ἡμέραν τόν ἔπαινόν σου»· (Ψαλμ. λδ´. 32)· καί ὄχι εἰς τό νά λαλῇς λόγια ἀνευλαβῆ κατά τοῦ Θεοῦ καί εἰς τό νά ὀνομάζῃς τό θεῖον του ὄνομα εἰς πράγματα μάταια· «οὐ λήψῃ γάρ φησι τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ» (Ἐξοδ. κ´. 7) εἰς τό νά κατηγορῇς καί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτόν σου καί ὄχι εἰς τό νά τόν ἐπαινῇς μόνος σου «ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καί μή τό σόν στόμα· ἀλλότριος, καί μή τά σά χείλη» (Παροιμ. κζ´. 2).
Εἰς τό νά συμβουλεύῃς τόν ἀδελφόν σου ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶναι συμφέροντα εἰς τήν σωτηρίαν του καί νά στερεώνῃς εἰς τό καλόν καί τήν ἀρετήν, καί ὄχι εἰς τό νά ἀκονᾷς ὡς μάχαιραν τήν γλῶσσάν σου κατ᾿ αὐτοῦ περιπαίζωντάς τον, κατηγορῶντάς τον καί ὑβρίζωντάς τον καταφρονητικῶς μέ θυμόν· «ἠκόνησαν ὡς ραμφαίαν τήν γλῶσσαν αὐτῶν» (Ψαλμ. ξγ´. 30) ἤ καί δίδωντάς του κακάς συμβουλάς μέ λόγια ἁπαλά μέν καί φιλικά, ἐπίβουλα δέ καί ἐχθρικά, διά νά τόν κακοποιήσῃς καί νά τόν βλάψῃς· «ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπέρ ἔλαιον καί αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ. νδ´. 24).
Καί διά νά εἰπῶ μέ ἕνα λόγον, εἰς τήν γλῶσσάν σου πρέπει νά ἔχῃς τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τῆς παλαιᾶς καί νέας Γραφῆς· τά περί τῆς θείας προνοίας· τά περί τῆς κρίσεως· καί τά περί τῆς ἀγαθότητός του· καί ὅλαι αἱ συνομιλίαι σου νά ᾖναι περί πνευματικῶν καί θείων πραγμάτων καί περί ὠφελείας ψυχικῆς. Ἐάν περί τοιούτων μεταχειρίζεσαι τήν γλῶσσάν σου, ἤξευρε, ὅτι ὁ Κύριος ἔπλασε νοερῶς τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καθώς ἔπλασε ποτέ καί τοῦ κωφοῦ καί μογιλάλου·
«καί πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ… καί ἐλύθη ὁ δεσμός τῆς γλώσσης αὐτοῦ». (Μάρκ. ζ´ 33). Καί εἶναι καλόν σημάδι, ὅτι ἄρχισε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά μεταβάλῃ καί τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καί νά λαλῇ αὐτό δι᾿ αὐτῆς, ὡς ποτέ ἐλάλει καί διά τῶν Ἀποστόλων καί διά τοῦ Δαβίδ «Πνεῦμα Κυρίου ἐλάλησεν ἐν ἐμοί καί ὁ λόγος αὐτοῦ ἐπί γλώσσης μου» (Β´. Βασιλ. κγ´. 2).
Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, πῶς ἕως τώρα ἐλάλεις ὡσάν ἕνας σαρκικός καί νήπιος καί ὄχι ὡσάν πνευματικός καί τέλειος ἄνδρας· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν» (Α´. Κορ. ιγ´ 11) καί ἡ γλῶσσά σου ἐμελέτα τήν ἀδικίαν, καθώς λέγει ὁ Ἡσαΐας· «ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀδικίαν μελετᾷ» (νθ´. 3).
Ἀποφάσισαι εἰς τό ἑξῆς νά μή ἀφήνῃς νά εὔγουν ἀπό τό στόμα σου λόγια σαπρά, λόγια γελοιώδη καί μάταια, ἀλλά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη πρός οἰκοδομήν τῶν ἀκουόντων, καθώς σοῦ παραγγέλει ὁ Ἀπόστολος· «πᾶς λόγος σαπρός ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν μή ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴτις ἀγαθός πρός οἰκοδομήν ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσιν» (Ἐφέσ. δ´ 29)· διότι ὁ λόγος εἶναι σκιά τοῦ ἔργου, καθώς εἶπεν ἕνας σοφός (Οὗτος ἐστίν ὁ Δημόκριτος εἰπών· «λόγος ἔργου σκιή»)·
καί οἱ λόγοι οἱ κακοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά κακά, καθώς καί ἐκ τοῦ ἐναντίου οἱ λόγοι οἱ καλοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά καλά. Διά τοῦτο εἶπε καί ὁ Σολομῶν, ὅτι εἰς τό χέρι τῆς γλώσσης στέκεται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος· «θάνατος καί ζωή ἐν χειρί γλώσσης» (Παροιμ. ιη´. 21). Καί καθώς ὅποιος βαστᾷ μυρωδικά καί τόν ἑαυτόν του εὐωδιάζει καί τούς ἄλλους ὁμοίως καί ὅποιος βαστᾷ βρωμερά καί τόν ἑαυτόν βρωμίζει καί τούς ἄλλους· τοιουτοτρόπως καί ὅποιος λαλεῖ τά καλά λόγια, ἤ τά κακά καί τόν ἑαυτόν του ὠφελεῖ, ἤ βλάπτει καί τούς ἀκούοντάς του.
Καί τέλος πάντων, παρακάλεσαι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά δυναμώσῃ τοῦτο ὅπου ἄρχισε νά ἐνεργῇ εἰς ἐσέ· «δυνάμωσον ὁ Θεός τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν» (Ψαλμ. ξζ´. 31)· καί νά δείξῃς μίαν τελείαν μεταβολήν εἰς τήν γλῶσσάν σου διά τῆς χάριτός του, ὥστε νά μή σέ ἀφήσῃ νά σφάλῃς πλέον μέ αὐτήν εἰς κανένα λόγον ἄπρεπον· «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ (Ἰακώβ. γ´. 2)·
ἀλλά νά μεταχειρισθῇ τήν γλῶσσάν σου ὡσάν ἕνα κονδύλι, διά νά τήν κινῇ μέ τήν δεξιάν του εἰς τό νά λαλῇς ἐκεῖνα μόνον ὅπου αὐτό θέλει καί βούλεται· ὥστε ὅπου, σύ μέν νά λέγῃς· «ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου» (Ψαλμ. μδ´ 2)· ἐκεῖνοι δέ ὅπου σέ βλέπουν καί σοῦ ἀκούουν, νά λέγουν· «αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου». (Ψαλμ. ος´ 10).
Πηγή: <<Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ>>.
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)






.jpg)
.jpg)




