ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΥ - Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΩΣ «ΘΥΣΙΑ» ΣΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΜΑΣ» (2026)


 


Εἰσήγησις στὴν Δ´ Σύναξι Οἰκοδομητικὴ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας 




† Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου 26.1/ 8.2.2026 



δελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· ῾Ο Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν!... Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι!... Μὲ τὸ «ἄνοιγμα» τοῦ Τριωδίου, τὴν προηγουμένη Κυριακή, ἄρχισε γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς μία νέα πορεία, ἕνα ταξίδι συναρπαστικό, πρὸς τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονοῦμε, ὅτι ὅλη μας ἡ ἐπίγειος ζωὴ ἀποτελεῖ μίαν πορείαν, μίαν συνεχῆ ἐπάνοδο στὸ Φῶς καὶ τὴν Ἀγάπη καὶ τὴν Κοινωνία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ψευδαίσθησις τῶν Πρωτοπλάστων, ὅτι θὰ φθάσουν στὴν Θέωσι μέσῳ τῆς συμβουλῆς τοῦ ὄφεως, ὡδήγησε τὸ Γένος μας στὴν πτῶσι, στὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Φῶς, στὴν εἴσοδο σὲ μία κατάστασι σκότους πνευματικοῦ, σὲ μία –τρόπον τινά– ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὸ Βασίλειο τῆς Ἁγιότητος καὶ τῆς Ἀπαθείας, καὶ ἕναν ἐγκλεισμὸ στὸ βασίλειο τῆς ἐμπαθείας, τοῦ πόνου, τῆς λύπης καὶ τοῦ στεναγμοῦ.


2α. Ἡ ἕλξις τοῦ εἰδώλου μας Στὸ Μήνυμα τῆς Πρωτοχρονιᾶς τοῦ ἔτους 2018, εἴχαμε ὑπογραμμίσει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἁγία Γέννησις τοῦ Σωτῆρος μας, καὶ ἡ προσωπική μας Ἀναγέννησις ἐν Χριστῷ, μᾶς ὁδηγοῦν ἀπ᾿ εὐθείας ἐνώπιον μιᾶς ἱερᾶς Κλίμακος, μὲ τρεῖς φωτεινὲς Βαθμίδες: “Ἀπαρνησάσθω”: ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας... “ Ἀράτω”: ἀγώνας κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας... “ Ἀκολουθείτω Μοι”: πορεία χωρὶς τὸν ἑαυτό μας...». Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ὁμηρικὴ πάλη μὲ τὸν ἐμπαθῆ ἑαυτό μας, αὐτὴ ἡ ἡρωϊκὴ ἐν Χριστῷ προσπάθεια, προκειμένου νὰ δραπετεύσουμε ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ Φιλαυτία μας, συνιστᾶ μία πορεία λυτρωτική, μία «Εὐλογημένη μυστικὴ ἄρνηση τῆς ἕλξεως ποὺ ἀσκεῖ πάνω μας τὸ εἴδωλό μας».


Αὐτὴ ἡ ἕλξις τοῦ εἰδώλου μας εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς γνησίας ἐν Χριστῷ Ἀγάπης, ἀναιρεῖ τὴν Φιλανθρωπία καὶ τὴν Φιλοθεΐα. Μὲ ὅσα ἔχουμε ἀναφέρει στὶς προηγούμενες ταπεινὲς Ὁμιλίες μας, γιὰ τὶς Θεμελιώδεις Ἀρχὲς τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, οὐσιαστικὰ ὑπογραμμίσαμε, μὲ ἰδιαίτερα μάλιστα ἔμφασι, ὅτι «Ἡ ἀληθινὴ δομὴ τῆς Ἀγάπης εἶναι ὁ Σταυρός. Ὑπάρχει ὁ κάθετος ἄξονας τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, καὶ ὁ ὁριζόντιος ἄξονας τῆς Ἀγάπης πρὸς τὸν Πλησίον. Πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ δύο ἄξονες, οἱ ὁποῖοι τεμνόμενοι, σχηματίζουν τὸν Σταυρό. Καὶ “Σταυρὸς” σημαίνει “νὰ πεθάνης”. Καὶ ὁ “θάνατος ἀπὸ Ἀγάπη” σημαίνει “Ἀνάστασι καὶ Νέα Ζωή”». Θὰ ἤθελα λοιπὸν ἀπόψε νὰ φωτίσουμε περισσότερο τὸ πάθος τῆς Φιλαυτίας ἢ Αὐταρεσκείας ἢ Αὐτο-ειδωλολατρίας, ἐφ᾿ ὅσον ἡ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ περίφημη Αὐτογνωσία, διὰ τῆς σταυρικῆς Ταπεινώσεως, τῆς βαθειᾶς Αὐτομεμψίας καὶ τῆς ὑψοποιοῦ Μετανοίας, μᾶς ὁδηγεῖ σταδιακὰ στὴν φωτιστικὴ Θεογνωσία, στὴν Θέωσι.


πικαλοῦμαι, ὅπως πάντα, τὴν εὐλογία τοῦ Ἀειμνήστου Πατρός, Γέροντος καὶ Μητροπολίτου μας † Κυπριανοῦ, ὡς καὶ τὶς πολύτιμες προσευχές Σας, προκειμένου νὰ συμβάλουμε ἀπόψε στὴν αὔξησι τοῦ θεαρέστου ζήλου, τοῦ ζήλου γιὰ τὴν κατεδάφισι τοῦ εἰδώλου τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ φρικτοῦ πάθους τῆς Φιλαυτίας, τοῦ δαιμονικοῦ Ναρκισσισμοῦ. Ἡ Προστασία τῆς Θεοτόκου νὰ εἶναι μαζί μας!... «Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου». (Ψαλμ. ν΄ 17)


β. Ἀνατομία τοῦ Ναρκισσισμοῦ Ὑποθέτω, ὅτι ὅλοι ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν Σας τὸν μῦθο γιὰ τὸν Νάρκισσο, ἀλλὰ θὰ κάνω μία περιληπτικὴ ἀναφορά, προκειμένου νὰ γίνουν κατανοητὰ ὅσα θὰ ἐπακολουθήσουν. Ὁ Νάρκισσος, σύμφωνα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Μυθολογία, ἦταν ἕνας πανέμορφος νέος ἀπὸ τὴν Βοιωτία, υἱὸς τῆς Νύμφης Λειριώτης καὶ τοῦ ποταμοῦ Κηφισοῦ. Κάποτε, εἶδε τὸ πρόσωπό του στὰ νερὰ κάποιας πηγῆς στὶς Θεσπιές. Ἔτσι, «ἀνακάλυψε» τὴν ὀμορφιά του, ἡ ὁποία τὸν ἔθελξε τόσο πολύ, ὥστε ἐρωτεύθηκε τὸν ἑαυτό του, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ αὐτοθαυμαζόμενος στὸ κάτοπτρο τῶν ὑδάτων. Βύθισε τὸ χέρι του στὰ νερά, γιὰ νὰ πιάση τὸ εἴδωλό του, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε. Ἀπόμεινε στὴν θέσι αὐτὴ αὐτοθαυμαζόμενος. Τὸ ἀνικανοποίητο πάθος γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν ὡδήγησε στὸν μαρασμὸ καὶ στὸν θάνατο. Στὴν θέσι του φύτρωσε ἕνα ὡραῖο ἄνθος, ὁ νάρκισσος.


πὸ τὸν μῦθο αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔχει μία ποικιλία ἐκδοχῶν, γεννήθηκε ὁ ὅρος «Ναρκισσισμός», ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διακρίνονται γιὰ τὴν Φιλαυτία τους, τὴν Αὐταρέσκεια, τὸν Αὐτοθαυμασμό, τὴν Αὐτολατρία, τὴν Ἀνθρωπαρέσκεια, τὴν Φιλαρέσκεια, τὴν Mαταιοδοξία, τὴν Ἀλαζονεία, τὸν Ἐγωκεντρισμό, τὴν Ἐγωπάθεια, τὴν Αὐτοπροβολή, τὴν Αὐτο-εξιδανίκευσι, τὴν Αὐτο-απασχόλησι, τὴν Αὐτοκολακεία, τὴν Αὐτο-εκτίμησι, τὴν Ἐγωμανία, τὴν Ἐγωλατρία... Θὰ μποροῦσα νὰ προσθέσω: τὴν Ὑπεροψία, τὴν Ἔπαρσι, τὴν Οἴησι, τὴν Κομπορρημοσύνη, τὴν Μεγαλαυχία, τὴν Ξυπασιά....


Ναρκισσισμὸς δὲν εἶναι μία διαστροφή, μὲ τὴν ὁποία ἀσχολοῦνται μόνον οἱ Ψυχίατροι, οἱ Ψυχολόγοι-Ψυχαναλυτὲς καὶ Ψυχοθεραπευτές· εἶναι ἕνα πάθος πολύμορφο, τὸ ὁποῖο ἀναλύουν καὶ ἀνατέμνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες στὰ θεόπνευστα Κείμενά τους, αἰῶνες πρὶν ἀσχοληθοῦν οἱ σύγχρονοί μας ἐπιστήμονες. Ὁ Ναρκισσισμὸς συνυφαίνεται μὲ κάθε ἐκδήλωσι τῆς ζωῆς, τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἔχη θέσει τὴν σφραγῖδα του σὲ ὅλες τὶς συνιστῶσες τῆς σύγχρονης ζωῆς καὶ νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸν Πολιτισμὸ τοῦ Ναρκισσισμοῦ, γιὰ τὴν Ἐποχὴ τοῦ Ἐγώ, γιὰ τὴν Ναρκισσιστικὴ Ἰδεολογία, γιὰ τὸν Συλλογικὸ Ναρκισσισμό, γιὰ τὸν Ναρκισσισμὸ στὰ Κοινωνικὰ Δίκτυα, γιὰ τὴν Κουλτούρα τῆς Αὐτολατρίας... Σήμερα τὰ νερὰ τῆς πηγῆς, στὰ ὁποῖα καθρεπτίσθηκε ὁ Νάρκισσος, εἶναι οἱ ὀθόνες, οἱ φορητὲς καὶ οἱ σταθερές, ποὺ ἔχουν κατακλύσει τὸν κόσμο· ὥστε νὰ ἐπαληθεύεται πλήρως ἡ διαπίστωσις τοῦ μακαριστοῦ Παπαδιαμάντη: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρίας».


Μία πρόσφατος ἱσπανικὴ Μελέτη, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε σὲ 591 ἐφήβους καὶ τοὺς γονεῖς τους, ἀπέδειξε ὅτι ὁ Ναρκισσισμὸς ἀποτελεῖ τὸν «σπόρο τῆς βίας ἀπὸ τὰ παιδιὰ πρὸς τοὺς γονεῖς τους». «Ὁ καθρέφτης μετατρέπεται σὲ ἕνα ἀντικείμενο, ποὺ χωρὶς αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν. Ἐρωτεύονται τὸ εἴδωλό τους καὶ πιστεύουν, ὅτι ἀξίζουν εἰδικὴ μεταχείριση, ἐνῶ δὲν διστάζουν νὰ γίνουν ἐπιθετικοί, ἂν δὲν τὴν ἀποκτήσουν». Ἂν εἴχαμε ἐνώπιόν μας ἕνα εἰλικρινὲς θῦμα τοῦ Ναρκισσισμοῦ, θὰ ὁμολογοῦσε –ἴσως καὶ μὲ ἀναιδῆ ἐπιθετικότητα– τὰ ἑξῆς: «Θέλω νὰ πάρω ἀπὸ τὸν ἄλλο τὴν αἴσθησι ὅτι ἀξίζω - ὅτι μὲ θέλει - ὅτι τοῦ εἶμαι ἐπιθυμητός - ὅτι τοῦ εἶμαι ἀναγκαῖος· θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου σημαντικόν· κατὰ βάθος περιφρονῶ - ὑποτιμῶ - ἀπαξιώνω τὸν ἄλλο·


δικαιοῦμαι ἀναγνώρισι καὶ ἰδιαίτερα προνόμια· ὅ,τι προσφέρω στοὺς ἄλλους εἶναι ὑψίστης σπουδαιότητος· ἀπαιτῶ τὴν προσοχή - τὸν θαυμασμό - τὴν ἀναγνώρισι τοῦ περιγύρου μου· ἀναμένω τὴν εὐγνωμοσύνη τῶν ἄλλων· εἶναι αὐτονόητο δικαίωμά μου ἡ εὔνοια τῶν ἄλλων· ἔχω σφοδρὴ ἐπιθυμία γιὰ προσοχὴ καὶ θαυμασμό· περιφρονῶ τοὺς ἄλλους καὶ ἀδιαφορῶ γι᾿ αὐτούς, διότι –ὡς ἀντίπαλοι– φθονοῦν τὴν πολυειδῆ καὶ αὐτονόητη ἀνωτερότητά μου· δὲν χρεωστῶ σὲ κανέναν τίποτε - οἱ πάντες μοῦ 5 ὀφείλουν· ἀπεχθάνομαι ὁποιοδήποτε πλαίσιο ἀμφισβητεῖ τὸ μεγαλειῶδες τῆς προσωπικότητός μου!...». Τελικά, αὐτὴ ἡ ὑπερ-συγκέντρωσις τοῦ ἐμπαθοῦς αὐτοῦ ἀνθρώπου στὸν ἑαυτό του, δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ ναρκισσευόμενος προτιμᾶ τὴν ἀπόσυρσι καὶ τὴν μοναξιά· ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: «Ἀναζητᾶ τὸ πλῆθος, ἀναζητᾶ θαυμαστές, ἐπιδοκιμαστὲς ἢ ἀκόμη καὶ ἐπικριτὲς τοῦ εἰδώλου του –ἀρκεῖ νὰ ἀσχολοῦνται μ᾿ αὐτόν– γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μόνος».


ν τούτοις, ὁ Νάρκισσος, ὁ Αὐτάρεσκος μένει θλιβερὰ μόνος. «Κανένας δὲν ἑλκύεται ἀπὸ αὐτὸν ποὺ κατασκευάζει “καθρέφτες” γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ βλέπει τοὺς ἄλλους σὰν “καθρέφτες” του». Ἔτσι μόνος καὶ αὐτο-θαυμαζόμενος, διαλύεται στὸν βωμὸ τῆς αὐτο-λατρίας του. Ἐδῶ προλαμβάνω μία ἔνστασι: Μήπως εἶναι ὑπερβολικὲς αὐτὲς οἱ ἀναλυτικὲς ἀναφορὲς στὸν Ναρκισσισμό;...


Μήπως αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ ἀφοροῦν μόνον τὶς ἐπώνυμες διασημότητες, τὴν βιομηχανία τοῦ θεάματος;... Ἀσφαλῶς, ὄχι!... Ὅπως προανέφερα, ὁ Ναρκισσισμὸς δίδει τὸ παρὼν σὲ κάθε ἐκδήλωσι τῆς ζωῆς: «Συχνὰ ἀδιόρατος παρασύρει τὸν ἄνθρωπο ν᾿ ἀντικατοπτρίζει παντοῦ τὸ εἴδωλό του. Ὑστερα τὸν ρίχνει στὴν ἀσφυκτικὴ παγίδα τῆς Αὐταρέσκειας, τῆς Αὐτοϊκανοποίησης καὶ τοῦ Αὐτο-θαυμασμοῦ».


γ. Κενοδοξία καὶ Ὑπερηφάνεια Ὁ Ναρκισσισμὸς εἰσδύει, ἂς μὴ φανῆ ὑπερβολή, ἀκόμη καὶ στὰ ἱερώτερα τῆς ὑπάρξεώς μας: στὴν ἐν Χριστῷ Ζωή, στὴν σχέσι καὶ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεό. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια περιγράφουν τὶς λεπτὲς ἐκφάνσεις τοῦ συνωνύμου μὲ τὸν Ναρκισσισμὸ πάθους τῆς Κενοδοξίας, τὸ ὁποῖο καλλιεργούμενο φθάνει στὴν μισόθεη Ὑπερηφάνεια. Προτοῦ ὅμως νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ἐνδεικτικὲς πατερικὲς ἀναλύσεις, θὰ Σᾶς διαβάσω ἕνα σύγχρονό μας γεγονός, ἀρκετὰ πρακτικὸ καὶ ὠφέλιμο. «Κάποτε, ἕνας Ἱερεὺς μὲ ἔντονη ἐνοριακὴ δρᾶσι καὶ μὲ πλῆθος ἔργων κοινωνικῆς πρόνοιας, κηρυγμάτων καὶ πολλαπλῆ δημιουργία διαφόρων κύκλων μελέτης Ἁγίας Γραφῆς, διηγήθηκε τὰ ἑξῆς. Εἶχε ἕναν συνάδελφο Λειτουργὸ τοῦ Ὑψίστου, ποὺ ἦταν λίαν κακόφωνος καὶ τὸν ὁποῖον συνεχῶς κορόϊδευε.


ἴδιος πίστευε, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου του καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκκλησιαζομένων ὠφείλοντο ἀποκλειστικὰ στὶς δικές του προσπάθειες, καὶ ὑπερηφανευόταν γι᾿ αὐτές. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ ἐν λόγῳ Ἱερεύς, τὸν ὁποῖον κορόϊδευε, εἰρωνευόταν καὶ περιφρονοῦσε, εἶδε στὸν ὕπνο του ὕστερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἕναν Ἄγγελο Κυρίου νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιόν του, νὰ τὸν κοιτάζη μὲ πολλὴ αὐστηρότητα, νὰ τὸν ἁρπάζη ἀπὸ τὰ γένεια, νὰ τὸν ταρακουνᾶ καὶ συγχρόνως νὰ τοῦ λέη: Δὲν ντρέπεσαι; Μάθε το μιὰ γιὰ πάντα: Ὅλη ἡ ἐπιτυχία τῶν δῆθεν ἔργων σου ὠφείλετο στὶς προσευχὲς τοῦ ἀδελφοῦ σου ποὺ περιφρονοῦσες, ὁ ὁποῖος νυχθημερὸν προσευχόταν καὶ γιὰ τὸν φωτισμό σου καὶ γιὰ τὸ ἔργο σου! Ξύπνησε τρομαγμένος, τοῦ ἔκαμε Σαρανταλείτουργο καὶ πήγαινε ἐπὶ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο καὶ κάθε ἡμέρα τοῦ διάβαζε Τρισάγιο.


πὸ τότε ἄλλαξε στάσι καὶ τὴν νοοτροπία τῶν λογισμῶν του, ὅτι δῆθεν μόνον τὰ ἔργα σώζουν τὸν ἄνθρωπο» [«ἐργοσωτηρία»]. (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, «Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς», σελ. 198-199, Πειραιὰς 20142 ) •●• 1. Ὅσιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος († 435) Γράφων ὁ περίφημος αὐτὸς Ὅσιος «πρὸς Κάστορα Ἐπίσκοπον περὶ τῶν ὀκτὼ τῆς κακίας Λογισμῶν», ἀναλύει παραστατικώτατα τὸν « ἕβδομον ἡμῖν ἀγῶνα, πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Κενοδοξίας». «Πολύμορφον τοῦτο καὶ λεπτότατον πάθος, καὶ οὐ ταχέως, οὐδὲ ὐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ πειραζομένου, καταλαμβανόμενον. Καὶ γὰρ τῶν ἄλλων παθῶν αἱ προσβολαὶ φανερώτεραι τυγχάνουσιν καὶ εὐκολωτέραν πως τὴν πρὸς αὐτὰς μάχην ἔχουσι, τῆς ψυχῆς ἐπιγινωσκούσης τὸ πολέμιον καὶ διὰ τῆς ἀντιρρήσεως καὶ προσευχῆς τοῦτον εὐθέως ἀνατρεπούσης.


δὲ τῆς κενοδοξίας κακία, πολύμορφος οὖσα, καθὰ ἔρχεται, δυσκαταγώνιστος τυγχάνει. Καὶ γὰρ ἐν παντὶ ἐπιτηδεύματι, καὶ ἐν φωνῇ καὶ λόγῳ καὶ σιωπῇ καὶ ἐν ἔργῳ καὶ ἀγρυπνίᾳ καὶ ἐν νηστείαις καὶ ἐν εὐχῇ καὶ ἐν ἀναγνώσεσι καὶ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ μακροθυμίᾳ. Διὰ πάντων γὰρ τούτων ἐπιχειρεῖ τὸν στρατιώτην τοῦ Χριστοῦ κατατοξεύειν. Καὶ γάρ, ὅντινα μὴ δυνηθῇ πολυτελείᾳ ἐνδυμάτων πρὸς κενοδοξίαν ἀπατῆσαι, τοῦτον δι᾿ εὐτελοῦς ἐσθῆτος ἐπιχειρεῖ πειράζειν. Καὶ ὃν οὐκ ἠδυνήθη διὰ τιμῆς ἐπᾶραι, τοῦτον διὰ τοῦ φέρειν δῆθεν ἀτιμίαν εἰς ἀπόνοιαν αἴρει. Καὶ ὃν οὐ ἠδυνήθη πεῖσαι δι᾿ ἐπιστήμην λόγων κενοδοξεῖν, διὰ σιωπῆς ὡς ἥσυχον δῆθεν δελεάζει. Καὶ ὃν οὐκ ἠδυνήθη πεῖσαι διὰ πολυτελείας βρωμάτων χαυνῶσαι, τοῦτον διὰ νηστείας πρὸς ἔπαινον ἐκλύει. Καὶ ἁπλῶς πᾶν ἔργον, πᾶν ἐπιτήδευμα, πρόφασιν πολέμου παρέχει τῷ πονηρῷ τούτω δαίμονι.


τι δὲ πρὸς τούτοις καὶ κλῆρον φαντάζεσθαι ὑποβάλλει. Μέμνημαι γάρ τινος Γέροντος, ἡνίκα ἐν τῇ Σκήτῃ διέτριβον, ἀπελθόντος εἰς κέλλαν τινὸς ἀδελφοῦ, ἐπισκέψεως χάριν, ὃς πλησιάσας αὐτοῦ τῇ θύρᾳ, ἀκούει ἔνδον λαλοῦντος αὐτοῦ· καὶ νομίσας ὁ Γέρων ἀπὸ Γραφῆς αὐτὸν μελετᾶν, ἔστη ἀκρουώμενος· καὶ αἰσθάνεται παραφρονοῦντος ὑπὸ τῆς κενοδοξίας καὶ ἑαυτὸν χειροτονοῦντος Διάκονον καὶ τοῖς Κατηχουμένοις ἀπόλυσιν παρέχοντος. Ὡς οὖν ἤκουσε τούτων ὁ Γέρων, ὠθήσας τὴν θύραν εἰσῆλθε καὶ ἀπαντήσας αὐτῷ ὁ ἀδελφός, προσεκύνησε κατὰ τὸ ἔθος καὶ ἠξίου μαθεῖν παρ᾿ αὐτοῦ, εἰ πολλὴν ὥραν ἔχει πρὸς τὴν θύραν ἱστάμενος· ὁ δὲ Γέρων χαριέντως πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίθη· “Ἄρτι, φησίν, ἦλθον, ὅτε σὺ τὴν ἀπόλυσιν τοῖς Κατηχουμένοις ἐπετέλεις”. Ὁ δὲ Ἀδελφός, ταῦτα ἀκούσας, ἔπεσε παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Γέροντος καὶ παρεκάλει αὐτὸν εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅπως ῥυσθῇ ταύτης τῆς πλάνης. Τούτων δὲ ἐμνήσθην, δεῖξαι βουλόμενος, καὶ εἰς πόσην ἀναισθησίαν φέρει τὸν ἄνθρωπον οὗτος ὁ δαίμων.


βουλόμενος τοίνυν τελείως ἀθλῆσαι καὶ τὸν τῆς δικαιοσύνης στέφανον τελείως ἀναδήσασθαι, πᾶσι τρόποις σπουδάσει τὸ πολύμορφον τοῦτον θηρίον νικῆσαι. Πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων πάντοτε τὸ ὑπὸ τοῦ Δαβὶδ εἰρημένον· “Κύριος διεσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων”. Καὶ μηδὲν ποιείτω περιβλεπτόμενος τὸ τῶν ἀνθρώπων ἔπαινον. Ἀλλὰ τὸν παρὰ τοῦ Θεοῦ μισθὸν μόνον ἐπιζητείτω· καὶ ἀπορρίπτων ἀεὶ τοὺς ἐπερχομένους ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ λογισμοὺς καὶ ἐπαινοῦντας αὐτόν, ἐξουδενούτω ἑαυτὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· οὕτως γὰρ δυνήσεται, σὺν Θεῷ, ἀπαλλαγῆναι τοῦ πνεύματος τῆς κενοδοξίας». (Φιλοκαλία, τ. Α΄, σελ. 78-79, ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1957) «Ἡ κενοδοξία εἶναι πάθος πολύμορφο καὶ πολὺ λεπτὸ καὶ δὲν τὸ ἐννοεῖ γρήγορα οὔτε ἐκεῖνος ποὺ πειράζεται ἀπὸ αὐτό. Ἐπειδὴ οἱ προσβολὲς τῶν ἄλλων παθῶν εἶναι πιὸ φανερὲς καὶ εὐκολότερα καταπολεμοῦνται, καθὼς ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τὸν ἐχθρὸ καὶ μὲ τὴν ἀντίρρηση στὶς προσβολές του καὶ τὴν προσευχή, ἀμέσως τὸν ἀνατρέπει.


κενοδοξία ὅμως, μὲ τὸ νὰ εἶναι πολύμορφη ὅπως εἴπαμε, δύσκολα νικιέται. Γιατὶ φανερώνεται σὲ κάθε πράξη καὶ σὲ φωνὴ καὶ σὲ λόγο καὶ σὲ σιωπὴ καὶ σὲ ἔργο καὶ σὲ ἀγρυπνία καὶ σὲ νηστεία καὶ σὲ προσευχὴ καὶ σὲ πνευματικὲς ἀναγνώσεις καὶ σὲ ἡσυχία καὶ σὲ μακροθυμία. Μὲ ὅλα αὐτὰ προσπαθεῖ νὰ προσβάλλει τὸν στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ ἀπατήσει στὴν κενοδοξία μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν ρούχων, δοκιμάζει νὰ τὸν πειράξει μὲ τὸ φτωχικὸ ροῦχο. Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ πολεμήσει μὲ τὴν τιμή, τὸν πολεμᾶ μὲ τὸ νὰ νομίζει, ὅτι ὑπομένει τὴν ἀτιμία. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ καταφέρει στὴν κενοδοξία μὲ τὴν γνώση τῶν λόγων, τὸν δελεάζει μὲ τὴν σιωπή, νὰ κενοδοξεῖ δῆθεν ὡς ἥσυχος. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ φέρει σὲ χαλαρότητα μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν τροφῶν, τὸν κάνει νὰ ἐπιζητεῖ τὸν ἔπαινο μὲ τὴν νηστεία.


Καὶ γενικὰ κάθε ἔργο, κάθε ἀπασχόληση δίνει ἀφορμὴ στὸν πονηρὸ αὐτὸ δαίμονα. Ἀκόμη αὐτὸς ὑποβάλλει ἐπιθυμία γιὰ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Θυμᾶμαι κάποιον Γέροντα, ὅταν ἤμουν στὴ Σκήτη, ποὺ πῆγε στὸ κελλὶ ἑνὸς ἀδελφοῦ γιὰ ἐπίσκεψη, καὶ ἀφοῦ πλησίασε τὴν πόρτα, τὸν ἄκουσε νὰ μιλάει 9 ἀπὸ μέσα. Ὁ γέροντας νόμισε ὅτι μελετᾶ κάτι ἀπὸ τὴν Γραφὴ καὶ στάθηκε γιὰ νὰ ἀκούσει. Κατάλαβε τότε ὅτι ὁ ἀδελφὸς εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὰ λογικά του ἀπὸ κενοδοξία καὶ χειροτονοῦσε τὸν ἑαυτό του διάκονο καὶ ἔκανε ἀπόλυση τῶν Κατηχουμένων. Ὅταν λοιπὸν ὁ Γέροντας τὰ ἄκουσε αὐτά, ἔσπρωξε τὴν πόρτα καὶ μπῆκε. Ὁ ἀδελφός, ἀφοῦ τὸν ὑποδέχθηκε, τὸν προσκύνησε κατὰ τὴν συνήθεια καὶ τὸν ἐρώτησε νὰ μάθει ἂν στεκόταν πολλὴ ὥρα ἐμπρὸς στὴν πόρτα.


Γέροντας μὲ χαριτωμένο τρόπο τοῦ εἶπε: “Τώρα ἦρθα, ὅταν ἔκανες τὴν ἀπόλυση τῶν Κατηχουμένων”. Ὁ ἀδελφὸς μόλις τὸ ἄκουσε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Γέροντα καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ προσευχηθεῖ γι᾿ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πλάνη. Αὐτὸ τὸ θυμήθηκα γιὰ νὰ δείξω σὲ πόση ἀναισθησία φέρνει τὸν ἄνθρωπο αὐτὸς ὁ δαίμονας. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ πολεμήσει τέλεια καὶ νὰ στεφανωθεῖ μὲ τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ φροντίσει νὰ νικήσει τὸ πολύμορφο αὐτὸ θηρίο, ἔχοντας πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ ρητὸ τοῦ Δαβίδ: “Ὁ Κύριος διασκόρπισε τὰ ὀστᾶ τῶν ἀνθρωπαρέσκων” (Ψαλμ. νβ΄ 6). Καὶ νὰ μὴν κάνει τίποτε ἐπιδιώκοντας τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἀλλὰ νὰ ἐπιζητεῖ τὴν ἀμοιβὴ μόνο ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ἀποβάλλοντας πάντοτε τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔρχονται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ἐπαινοῦν, νὰ ἐξουθενώνει τὸν ἑαυτό του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θὰ μπορέσει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας». (Φιλοκαλία, τ. Α΄, σελ. 108-109, «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», ἔκδ. δ΄-1993, Θεσσαλονίκη)


Καὶ συνεχίζει ὁ Ὅσιος Κασσιανός, ἀναλύων τὸν «ὄγδοον ἡμῖν ἀγῶνα κατὰ τοῦ πνεύματος τῆς Ὑπερηφανίας». «Χαλεπώτατος οὗτος καὶ πάντων τῶν προτέρων ἀγριώτερος. Τοὺς τελείους μάλιστα πολεμῶν καὶ σχεδὸν τοὺς εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀρετῶν ἀναβεβηκότας ἐπιχειρῶν καταστρέφειν. Καὶ καθάπερ νόσος λοιμικὴ καὶ φθορο- 10 ποιός, οὐχ ἓν μέλος τοῦ σώματος , ἀλλ᾿ ὅλον διαφθείρει· οὕτως ἡ ὑπερηφανία, οὐ μέρος τῆς ψυχῆς , ἀλλὰ πᾶσαν αὐτὴν διαφθείρει. Καὶ τῶν μὲν ἄλλων παθῶν ἕκαστον, εἰ καὶ ταράσσει τὴν ψυχήν, ἀλλὰ πρὸς μίαν τὴν ἀντικειμένην αὐτῷ ἀρετὴν πολεμοῦν καὶ ταύτην νικῆσαι φιλονεικοῦν, ἐκ μέρους ἐπισκοτοῖ τὴν ψυχὴν καὶ ταράσσει αὐτήν· τὸ δὲ τῆς ὑπερηφανίας πάθος πᾶσαν αὐτὴν σκοτοῖ καὶ εἰς ἐσχάτην πτῶσιν κατάγει. Καὶ ἵνα σαφέστερον νοήσωμεν τὸ εἰρημένον, σκοπήσωμεν οὕτως.


γαστριμαργία, ἐγκράτειαν σπουδάζει διαφθείρειν· ἡ πορνεία, τὴν σωφροσύνην· ἡ φιλαργυρία, τὴν ἀκτημοσύνην· ὁ θυμός, τὴν πρᾳότητα· καὶ τὰ λοιπὰ τῆς κακίας εἴδη, τὰς ἐναντίας ἀρετάς. Ἡ δὲ τῆς ὑπερηφανίας κακία, ὅταν κυριεύσῃ τῆς ἀθλίας ψυχῆς, ὥσπερ χαλεπώτατος τύραννος, μεγάλην πόλιν καὶ ὑψηλὴν παραλαβών, ὅλην αὐτὴν καταστρέφει καὶ ἕως θεμελίων κατασκάπτει. Καὶ μάρτυς τούτου ὁ Ἄγγελος ἐκεῖνος, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσὼν διὰ τὴν ὑπερηφανίαν· ὃς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κτισθεὶς καὶ πάσῃ ἀρετῇ καὶ σοφίᾳ κατακοσμηθείς, οὐ τῇ τοῦ Δεσπότου Χάριτι ἠβουλήθη ταῦτα ἐπιγράφειν, ἀλλὰ τῇ ἰδίᾳ φύσει. Ὅθεν καὶ ἴσον ἑαυτὸν ὑπελάμβανε τοῦ Θεοῦ εἶναι. Καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐνθύμησιν ἐλέγχων ὁ Προφήτης ἔλεγεν· Εἶπας ἐν τῇ καρδίᾳ σου, καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ· θήσω τὸν θρόνον μου ἐπὶ τῶν νεφελῶν καὶ ἔσομαι ὅμοιος τῷ ῾Υψίστῳ· σὺ δὲ ἄνθρωπος εἶ καὶ οὐ Θεός. Καὶ πάλιν ἄλλος Προφήτης λέγει·


Τί ἐγκαυχᾷ ἐν κακίᾳ ὁ δυνατός, καὶ τὰ ἑξῆς τοῦ Ψαλμοῦ. Ταῦτα τοίνυν γινώσκοντες, φοβηθῶμεν καὶ πάσῃ φυλακῇ τηρήσωμεν τὴν ἑαυτῶν καρδίαν ἀπὸ τοῦ θανατηφόρου πνεύματος τῆς ὑπερηφανίας· ἐπιλέγοντες ἑαυτοῖς ἀεὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν ἀρετήν τινα κατορθώσωμεν, τό, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου εἰρήμενον· ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποεῖν οὐδέν· καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Προφἠτου εἰρήμενον· Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες. Καὶ τό, οὐ τοῦ θέλοντος, οὔτε τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ. Καὶ γὰρ εἰ καὶ μάλιστα ἔσται τις ζέων τῇ προθυμίᾳ καὶ σπουδαῖος τῇ προαιρέ- 11 σει, σαρκὶ συνδεδεμένος καὶ αἵματι, οὐ δυνήσεται πρὸς τελειότητα φθάσαι, εἰ μὴ τῷ Ἐλέει τοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ Χάριτι Αὐτοῦ. Καὶ γὰρ ὁ Ἰάκωβός φησι, πᾶσα δόσις ἀγαθή, ἄνωθέν ἐστιν. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος·


Τί γὰρ ἔχεις, ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών, ἀλλ᾿ ὡς ἐπὶ ἰδίοις ἐπαιρόμενος; Ὅτι δὲ Χάριτι καὶ Ἐλέει Θεοῦ ἡ σωτηρία ἡμῖν προσγίνεται, μάρτυς ἀληθὴς ὁ λῃστὴς ἐκεῖνος· ὃς οὐκ ἀρετῆς ἆθλον τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἐκομίσατο, ἀλλὰ Χάριτι Θεοῦ καὶ Ἐλέει. Ταῦτα οἱ Πατέρες ἡμῶν ἐπιστάμενοι πάντες, μιᾷ γνώμῃ παραδεδώκασι, μὴ ἄλλως δύνασθαι πρὸς τελείωσιν ἀρετῆς φθάσαι, εἰ μὴ διὰ τῆς ταπεινώσεως· ἥτις ἀπὸ πίστεως καὶ φόβου Θεοῦ καὶ πρᾳότητος καὶ τελείας ἀκτημοσύνης προσγίνεσθαι πέφυκε· δι᾿ ὧν καὶ ἡ τελεία Ἀγάπη κατορθοῦται. Χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ᾯ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν». (ΑΣΤΗΡ, ἐνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 79-80) «Φοβερότατος αὐτὸς ὁ ἀγώνας καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς προηγούμενους ἀγριότερος. Αὐτὸς πολεμᾶ προπάντων τοὺς τέλειους καὶ προσπαθεῖ νὰ καταστρέφει ἐκείνους ποὺ ἀνέβηκαν σχεδὸν στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. Καὶ ὅπως μιὰ κολλητικὴ καὶ θανατηφόρα ἀρρώστια δὲν καταστρέφει ἕνα μέλος τοῦ σώματος, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ ἡ ὑπερηφάνεια ὄχι μόνον ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν καταστρέφει.


Καὶ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη, ἂν καὶ ταράζει τὴν ψυχή, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ πολεμᾶ μιὰ μόνο ἀρετή, ἐκείνη ποὺ εἶναι ἀντίθετή του, καὶ νὰ προσπαθεῖ αὐτὴ νὰ νικήσει, σκοτίζει καὶ ταράζει τὴν ψυχὴ ἐν μέρει. Ἐνῶ τὸ πάθος τῆς ὑπερηφάνειας σκοτίζει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ρίχνει σὲ τέλεια πτώση. Γιὰ νὰ ἐννοήσουμε καλύτερα τὰ λεγόμενα, ἂς σκεφτοῦμε ὡς ἑξῆς: Ἡ γαστριμαργία προσπαθεῖ νὰ διαφθείρει τὴν ἐγκράτεια· ἡ πορνεία, τὴν σωφροσύνη· ἡ φιλαργυρία τὴν ἀκτημοσύνη· ὁ θυμός, τὴν πραότητα· καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ εἴδη τῆς κακίας, τὶς ἀντίθετες ἀρετές. 12 Ἡ ὑπερηφάνεια ὅμως, ὅταν κυριεύσει τὴν ἄθλια ψυχή, σὰν φοβερότατος τύρρανος ποὺ κατέλαβε μιὰ μεγάλη καὶ δοξασμένη πόλη, τὴν καταστρέφει ὁλόκληρη καὶ τὴν κατεδαφίζει ἀπὸ τὰ θεμέλια. Μάρτυρας γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὁ ἄγγελος ἐκεῖνος ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στολίστηκε ἀπὸ Αὐτὸν μὲ κάθε ἀρετὴ καὶ σοφία, δὲν θέλησε νὰ τὰ ἀποδίδει ὅλα αὐτὰ στὸν Κύριο, ἀλλὰ στὴν δική του φύση.


Καὶ ἔτσι νόμιζε ὅτι εἶναι ἴσος μὲ τὸν Θεό. Ἐλέγχοντας αὐτὴν τὴν σκέψη του, ὁ Προφήτης ἔλεγε: «Σὺ εἶπες μὲ τὸ νοῦ σου· θὰ καθήσω πάνω σὲ ψηλὸ βουνό, θὰ στήσω τὸ θρόνο μου πάνω στὰ σύννεφα, θὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Ὕψιστο. Καὶ ὅμως ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος καὶ ὄχι θεός» (Ἡσ. ιδ΄ 13). Καὶ πάλι ἄλλος προφήτης λέει: «Γιατί καυχιέται μέσα στὴν κακία του ὁ δυνατός;» (Ψαλμ. να΄ 1). Γνωρίζοντας αὐτά, ἂς φοβηθοῦμε καὶ μὲ κάθε προσοχὴ ἂς φυλάξομε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὸ θανατηφόρο πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνειας, λέγοντας πάντοτε στὸν ἑαυτό μας, ὅταν κατορθώσομε κάποια ἀρετή, τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου: «Ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι μαζί μου» (Α΄ Κορινθ. ιε΄ 10), καὶ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Ὅτι χωρὶς τὴν βοήθειά Μου, δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε» (Ἰωάν. ιε΄ 5). Ἐπίσης, τὸ λόγο τοῦ Προφήτη: «Ἂν ἕνα σπίτι δὲν τὸ οἰκοδομήσει ὁ Κύριος, μάταια κουράστηκαν οἱ οἰκοδόμοι» (Ψαλμ. ρκϚ΄ 1), καὶ τό: «Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θέλει, οὔτε ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τρέχει, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ θὰ δείξει Ἔλεος» (Ρωμ. θ΄ 16).


πειδὴ καὶ ἂν ἀκόμη ἔχει κανεὶς ὁλόθερμη προθυμία καὶ ἀποφασισμένη προαίρεση, ἐφόσον εἶναι δεμένος μὲ σάρκα καὶ αἷμα, δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν τελειότητα, παρὰ μόνο μὲ τὴν Χάρι καὶ τὸ Ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Ἰάκωβος λέει: «Κάθε ὠφέλιμη δωρεὰ προέρχεται ἀπὸ ψηλὰ» (Ἰακ. α΄ 17). Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τί ἔχεις ποὺ δὲν τὸ πῆρες ἀπὸ τὸ Θεό; Κι᾿ ἂν ἔχεις πάρει, γιατί καυχιέσαι σὰν νὰ μὴν πῆρες (Α΄ Κορνθ. δ΄ 7), ἀλλὰ ὑπερηφανεύεσαι σὰν νὰ εἶναι δικά σου;». Ὅτι μὲ τὴν Χάρι καὶ τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ἡ 13 σωτηρία, εἶναι μάρτυρας ἀληθινὸς ἐκεῖνος ὁ ληστής, ὁ ὁποῖος κέρδισε τὴν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ὄχι ὡς ἀνταμοιβὴ τῆς ἀρετῆς του, ἀλλὰ μὲ τὴν Χάρι καὶ τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Λουκ. κγ΄ 43). Γνωρίζοντας αὐτὰ οἱ Πατέρες μας ὅλοι, μὲ μιὰ γνώμη, μᾶς παρέδωσαν, ὅτι δὲν μποροῦμε διαφορετικὰ νὰ φτάσομε στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, παρὰ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἡ ὁποία ἔρχεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν πραότητα καὶ τὴν τέλεια ἀκτημοσύνη. Μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς κατορθώνεται καὶ ἡ τέλεια Ἀγάπη, μὲ τὴν Χάρι καὶ τὴν Φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν». («Περιβόλι τῆς Παναγίας», ἐνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 109-111) 


2. Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος († 30.3.600) Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ὁ καὶ Σιναΐτης, ἀφοῦ στὰ εἰσαγωγικὰ περὶ Κενοδοξίας καὶ Ὑπερηφανίας (Λόγοι ΚΑ΄καὶ ΚΒ΄) προβαίνει σὲ βαθειὲς τομὲς καὶ ἀναλύσεις ἐκπληκτικὲς τοῦ δι-προσώπου αὐτοῦ πάθους τῆς Οἰήσεως καὶ Αὐταρεσκείας, μᾶς παρουσιάζει ἕνα ἰδεατὸ κριτήριο, μία φοβερὴ ἀνάκρισι, τὴν ὁποία θὰ παρακολουθήσουμε ἐν συνεχείᾳ. Ἀξίζει ὅμως προηγουμένως νὰ ἀναφερθῆ, ὅτι ὁ Ὅσιος Πατέρας μας Ἰωάννης ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ «Κενόδοξός ἐστιν εἰδωλολάτρης πιστός»·«Ὑπερηφανία ἐστὶ Θεοῦ ἄρνησις», «Θεοῦ ἀντίπαλος, βλασφημίας ῥίζα», «δαιμονιῶδες ἦθος»· «ὅπου πτῶμα κατέλαβεν, ἐκεῖ Ὑπερηφανία προεσκήνωσεν»· «Ὑπερήφανός ἐστι ῥόα (ρόδι) σεσηπυΐα (σαπισμένο) μὲν ἔσωθεν, ἔξωθεν δὲ τῇ ὥρᾳ ἀποστίλβουσα (ποὺ γυαλίζει τὸ χρῶμα του)». Καὶ συνεχίζει ὁ Ὅσιος· «Σκώληξ πολλάκις αὐξηθείς, πτεροφυήσας ἀνηνέχθη εἰς ὕψος· καὶ Κενοδοξία τελεσθεῖσα Ὑπερηφανίαν ἔτεκε, τὴν πάντων τῶν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ τελείωσιν».


«πάρχει κάποιο σκουλήκι, τὸ ὁποῖο ἀφοῦ αὐξηθῆ, βγάζει φτερὰ καὶ πετᾶ στὰ ὕψη. Ὁμοίως καὶ ἡ Κενοδοξία σὰν αὐξηθῆ, γεννᾶ τὴν Ὑπερηφανία, ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἡ τελείωσις (ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος) ὅλων τῶν κακῶν». 14 ( Κλῖμαξ, Λόγος ΚΑ΄, §§ Ϛ ΄ καὶ λϚ΄ · Λόγος ΚΒ΄, §§ α΄, β΄, ε΄, κε΄, ἔκδ. ε΄-1992, Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς) Τώρα, ἂς παρακολουθήσουμε τὴν φοβερὰν ἀνάκρισιν, ὅπως πολὺ παραστατικὰ μᾶς τὴν περιγράφει ὁ Ὅσιος: «κη΄. Κατείληφά που τὴν ἀκέφαλον πλάνην πέλουσαν ἐν τῇ ἐμῇ καρδίᾳ καὶ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς οἰκείας μητρὸς ὀχουμένην· ἃς παγιδεύσας δεσμῷ ὑπακοῆς καὶ μάστιγι εὐτελείας μαστιγώσας, τὴν ἐν ἐμοὶ αὐτῶν εἴσοδον ἐξήταζον λέγειν· διὸ καὶ μαστιζόμεναι ἔλεγον: Ἡμεῖς ἀρχὴν οὐκ ἔχομεν οὐδὲ γέννησιν· ἄρχουσαι γὰρ καὶ γεννήτριαι πάντων τῶν παθῶν καθεστήκαμεν. Πολεμεῖ δὲ ἡμᾶς οὐ μετρίως συντριμμὸς καρδίας ἐν ὑποταγῇ τικτόμενος. Ἄρχεσθαι δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνεχόμεθα· διὸ καὶ οὐρανοῖς ἄρχουσαι γεγονυῖαι, ἐκεῖθεν ἀπεστήκαμεν.


μεῖς πάντων τῶν ἀντιπραττόντων τῇ ταπεινοφροσύνῃ, συλλήβδην εἰπεῖν, γεννήτριαι καθεστήκαμεν· πάντα γὰρ τὰ ἐκείνῃ συνεργοῦντα, ἡμῖν ἀντίκειται· πλὴν εἰ ἐν οὐρανῷ ἰσχύσαμεν, καὶ ποῦ φεύξῃ ἀπὸ προσώπου ἡμῶν; Ἡμεῖς πολλάκις ἐπ᾿ ἀτιμίαις καὶ ὑπακοῇ καὶ ἀοργησίᾳ καὶ ἀμνησικακίᾳ καὶ διακονίᾳ ἐπακολουθεῖν πεφύκαμεν. Ἡμῶν ἔκγονα, πτώματα πνευματικῶν, ὀργή, καταλαλιά, πικρία, θυμός, κραυγή, βλασφημία, ὑπόκρισις, μῖσος, φθόνος, ἀντιλογία, ἰδιορρυθμία, ἀπείθεια. Ἕν ἐστι καὶ μόνον, ἐν ᾧ ἐπειχειρεῖν οὐκ ἔχομεν δύναμιν· καὶ τοῦτό σοι μαστιζόμεναι λέγομεν: Ἐὰν σεαυτὸν ἐνώπιον Κυρίου εἰλικρινῶς καταμεμφόμενος διατελῇς, ἡμᾶς ὡς ἀράχνην ἡγήσῃ· ἵππος γάρ, ὡς ὁρᾷς, ὑπερηφανίας ἡ κενοδοξία, ἐφ᾿ ἧς ἐπιβέβηκα. Ἡ δὲ ὁσία ταπείνωσις καὶ αὐτομεμψία καταγελάσονται ἵππου καὶ τοῦ ἐπιβάτου αὐτοῦ, τὴν ἐπινίκιον ᾠδὴν ἐμμελῶς ᾄδουσαι· ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλλασαν καὶ ἄβυσσον ταπεινώσεως. (Αὐτόθι, Λόγος ΚΒ΄, § κη΄)


«Συνέλαβα κάποτε τούτη τὴν ἀκέφαλο πλάνη [τὴν Ὑπερηφάνεια] νὰ πλησιάζη πρὸς τὴν καρδιά μου, ἀνεβασμένη ἐπάνω στοὺς ὤμους τῆς μητέρας της [τῆς Κενοδοξίας]. 15 Τὶς ἔδεσα καὶ τὶς δύο μὲ τὰ δεσμὰ τῆς ὑπακοῆς, τὶς ἐμαστίγωσα μὲ τὸ μαστίγιο τῆς εὐτελείας, καὶ ἔτσι τὶς ἀνέκρινα μὲ ποιὸν τρόπον εἰσέρχονται μέσα μου. Καὶ αὐτές, καθὼς ἐμαστιγώνονταν, μοῦ ἔλεγαν: “Ἐμεῖς δὲν ἔχομε οὔτε ἀρχὴ οὔτε γέννηση, διότι εἴμαστε ἀρχηγοὶ καὶ γεννήτορες ὅλων τῶν παθῶν. Ἐμᾶς μᾶς πολεμεῖ ὑπερβολικὰ ἡ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὑποταγή. Ἐμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα κανένα νὰ μᾶς ἐξουσιάζη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν λάβαμε ἐξουσία στοὺς Οὐρανούς, ἀπεστατήσαμε ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐμεῖς, μὲ ἕνα λόγο, γεννοῦμε ὅλα τὰ πάθη ποὺ ἀντιστρατεύονται στὴν Ταπεινοφροσύνη, διότι ὅλα ὅσα τὴν εὐνοοῦν εἶναι ἀντιμέτωπά μας. Ἀλλὰ ἀφοῦ καὶ στὸν Οὐρανὸ ἐσημειώσαμε νίκη, πῶς μπορεῖς ἐσὺ νὰ μᾶς ξεφύγης; Ἐμεῖς συνηθίζουμε πολλὲς φορὲς νὰ ἐμφανιζώμεθα μετὰ ἀπὸ τὴν ὑπακοή, ἀπὸ τὴν ἀοργησία, ἀπὸ τὴν ἀμνησικακία, ἀπὸ τὴν πρόθυμη διακονία.


Τέκνα ἰδικά μας εἶναι οἱ πτώσεις τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἡ ὀργή, ἡ καταλαλιά, ἡ πικρία, ὁ θυμός, ἡ κραυγή, ἡ βλασφημία, ἡ ὑποκρισία, τὸ μῖσος, ὁ φθόνος, ἡ ἀντιλογία, ἡ ἰδιορρυθμία, ἡ ἀπείθεια. Ἕνα μόνο ὑπάρχει ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ νικήσωμε, καὶ σοῦ τὸ φανερώνομε, ἐπειδὴ μᾶς μαστιγώνεις: Ἐὰν κατηγορῆς διαρκῶς τὸν ἑαυτόν σου ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὲ εἰλικρίνεια, θὰ μᾶς θεωρῆς ὡσὰν ἀράχνη. Ἵππος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο εἶμαι ἀνεβασμένη, ἐγὼ ἡ Ὑπερηφάνεια, εἶναι, ὅπως βλέπεις, ἡ Κενοδοξία. Ἡ ὁσία ὅμως Ταπείνωση καὶ ἡ Αὐτομεμψία θὰ περιπαίξουν τὸν ἵππο καὶ τὸν ἀναβάτη του, ψάλλοντας μελωδικὰ τὴν ὠδὴ τῆς νίκης: “ ᾌσωμεν τῷ Κυρίω»· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται· ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν” (Ἐξόδ. ιε΄ 1) καὶ εἰς ἄβυσσον Ταπεινώσεως».


δ. Καὶ στὴν Ἐξομολόγησι Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί μου καὶ Ἀδελφές μου· Ζητῶ συγγνώμην, διότι Σᾶς ἔχω καταπονήσει πάλι ἀπόψε· τὸ 16 θέμα ὅμως τοῦ Ναρκισσισμοῦ εἶναι ἀνεξάντλητο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔχω περικόψει πλευρὲς καὶ ἐκφράσεις του, ὅσο ἦταν δυνατὸν γιὰ μία ταπεινὴ Ὁμιλία. Ὁ καλοπροαίρετος Χριστιανός, ὁ ὁποῖος μὲ εἰλικρίνεια ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρεθῆ μία λύσι τοῦ ναρκισσιστικοῦ δράματός του, ἂς ζητήση τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου μας διὰ μέσου τοῦ Πνευματικοῦ του καὶ ἂς πράττη αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε ὁ νέος τοῦ μύθου: Νὰ ἀποστρέφη συνεχῶς τὸ πρόσωπό του «ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς ἀπάτης, ὅπου καθρεφτίζεται ἡ ἀπατηλὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας» καὶ νὰ στρέφεται συνεχῶς «στὸν “Ἀστέρα τὸν Λαμπρὸν τὸν Πρωϊνόν”, στὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ», στὸν Ἀληθινὸ Καθρέπτη μας, ὅπου ἀναγνωρίζουμε τὴν «χαμένη εἰκόνα τοῦ προσώπου μας». «Αὐτὸς ὁ “Πρωϊνός, Λαμπρὸς Ἀστὴρ” μᾶς δείχνει τὸν δρόμο τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸ πνιγηρὸ σκότος τῆς Αὐτολατρίας, «στὴν ὁλόφωτη ἀγαλλίαση τῆς Λατρείας τοῦ Θεοῦ», στὴν Ἀνέσπερη Ἡμέρα τῆς Αἰώνιας Ζωῆς. Ἂς ἀποφασίσουμε «νὰ σπάζουμε καθημερινὰ τοὺς προσωπικοὺς ἢ ὁμαδικοὺς καθρέφτες»... Ἂς υἱοθετήσουμε τὴν τόσο εὐλογημένη «μυστικὴ ἀπάρνηση τῆς ἕλξεως, ποὺ ἀσκεῖ πάνω μας τὸ εἴδωλό μας »...


Θὰ κλείσω, ὡς συνήθως, μὲ ἕνα σύγχρονό μας γεγονός, τὸ ὁποῖο καταγράφει ἕνας Ἱερέας-Πνευματικὸς καὶ τὸ ὁποῖο ὑπομνηματίζει ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέραμε. Στὴν ἱερὰ Ἐξομολόγησι: «- Πάτερ, εγὼ εἶμαι καλὸς ἄνθρωπος καὶ καλὸς χριστιανός. Ξυπνάω πρωΐ, πάω στὴν Ἐκκλησία, ἐξομολογοῦμαι, κοινωνάω, διαβάζω τὴν Ἁγία Γραφή, κάνω τὴν Παράκλησι, κάνω ἐκεῖνο, κάνω τὸ ἄλλο... Κάνω καὶ ἐλεημοσύνες, πηγαίνω σὲ κύκλους Μελέτης... Κάνω!!! Κάνω!!!... - Τὰ ἴδια, τοῦ ἀπαντῶ, ἔλεγε καὶ ὁ Φαρισαῖος: “Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ ὅσα κτῶμαι καὶ δὲν εἶμαι ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, μοιχοί” καὶ διάφορα ἄλλα... 17 - Θυμώνεις ὅμως! - Ἔ, βέβαια θυμώνω, μπορεῖ νὰ μὴ θυμώνω; Ἄνθρωπος εἶμαι!... - Κάνεις ἐκεῖνο;... - Ἔ... - Κάνεις τὸ ἄλλο;... - Ἔ, φυσικὸ εἶναι αὐτό... Τὸν ἐρωτῶ: - Θὲς νὰ μάθης ποιός ἀκριβῶς εἶσαι; - Ναί!... μοῦ ἀπαντᾶ. - Τί δουλειὰ κάνεις; - Εἶμαι δημόσιος ὑπάλληλος. - Τί θέσι ἔχεις; - Τμηματάρχης Α. - Προϊστάμενος δηλαδή... - Ἐντάξει... Τί μέρα εἶναι σήμερα; Τρίτη.


Θὰ ᾿ρθῆς τὴν ἄλλη Τρίτη. Ἀφοῦ πᾶς νὰ ρωτήσης, μὲ πολλὴ εἰλικρίνεια ὅμως, χωρὶς νὰ δεσμεύσης τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς παρακαλέσης μὲ ὅλη τὴ δύναμι τῆς ψυχῆς σου καὶ τῆς καρδιᾶς σου νὰ σοῦ ποῦν πῶς σὲ βλέπουν. Καὶ πρῶτα ἡ γυναίκα σου, ὕστερα τὰ παιδιά σου, στὴν συνέχεια οἱ γείτονές σου στὴν πολυκατοικία. Καὶ κυρίως, πῶς σὲ βλέπουν οἱ ὑφιστάμενοι στὴν ὑπερησία σου. Καὶ ἂν δὲν μποροῦν νὰ σοῦ τὸ ποῦν κατὰ πρόσωπο, ἂς σοῦ τὸ γράψουν σὲ χαρτί. Καὶ τότε ἀκριβῶς θὰ μάθης ποιὸς εἶσαι καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ ἦρθες νὰ μοῦ πῆς ἐδῶ, ὅτι εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος, ὅτι εἶσαι καλὸς χριστιανός, ὅτι πᾶς στὴν Ἐκκλησία, ὅτι ἀγαπᾶς τὸν Θεό, ὅτι δὲν κάνεις ἐκεῖνο, δὲν κάνεις αὐτό, ἀλλὰ κάνεις τὸ ἄλλο. Λοιπόν, γιὰ νὰ μάθης ποιὸς εἶσαι, πρέπει νὰ κάνης αὐτὸ τὸ πρᾶγμα...


ρχεται τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα ὁ ἐν λόγῳ χριστιανὸς σὰν βρεγμένη γάτα! Καὶ δὲν κάθησε στὴν καρέκλα. Γονάτισε καὶ εἶπε: - Πάτερ, συγχώρησέ με, εἶμαι ἁμαρτωλός!... 18 Ἔ, αὐτὸ θέλει ὁ Θεός ! Τό: “Συγχώρησέ με, εἶμαι ἁμαρτωλός”!...». (Πρωτ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Γνῶσις καὶ Βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, σελ. 450-451, Πειραιὰς 2005) Μὲ τὴν Χάρι τοῦ Κυρίου μας, ἔχουμε φθάσει στὸ τέλος... Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!... Εὐχαρίστως, ἂν ὁ χρόνος μᾶς τὸ ἐπιτρέπη καὶ ἂν ἔχετε διάθεσι, νὰ συζητήσουμε γιὰ τὸ Πάθος τοῦ Ναρκισσισμοῦ. Σᾶς εὐχαριστῶ!



Ὁ Μητροπολίτης


† ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸς




Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.