ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

ΜΙΚΡΑ ΒΑΜΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ





ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ


Το κείμενο που ακολουθεί σχετικά με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, 
αποτελεί μέρος της Ιστορίας (Chronicon Minus) του Βυζαντινού συγγραφέα Γεωργίου Φραντζή, 
επιστήθιου φίλου και μυστικοσύμβουλου, του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. {...} 
Πρέπει να σημειώσουμε, 
ότι και άλλοι έγραψαν την ιστορία της άλωσης, όπως ο Δούκας και ο Βενετός Μπάρμπαρο,
 αλλά αυτοί δεν είχαν στενές σχέσεις με τον Παλαιολόγο, όπως ο Φραντζής, 
ώστε να γνωρίζουν με ακρίβεια, όσα σχεδιάζονταν και γίνονταν μυστικά στα ανάκτορα. 
Κατά συνέπεια, η ιστορία τους δεν μπορεί να έχει την ακρίβεια και την πληρότητα του έργου του Φραντζή. 
Ο Γεώργιος Φραντζής γεννήθηκε, 
όπως αναφέρει ο ίδιος το 1401 μ. Χ. επί της Βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, 
από επίσημη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και ήταν συγγενής του Γρηγορίου Παλαιολόγου του Μαμωνά, 
που ήταν παλιότερα ηγεμόνας της Μονεμβασίας. {...} 
Ο Φραντζής σαν Χριστιανός  Ορθόδοξος, που έγραψε την ιστορία του στα τέλη της ζωής του, 
την οποία διηγείται με χριστιανικό τρόπο, φαίνεται ότι είναι ο πιο αντικειμενικός από όλους τους συγχρόνους του. 
Μάλλον παραλείπει, παρά προσθέτει ορισμένα γεγονότα, εκθέτει όσα αντιλήφθηκε 
με μεγάλη ευσυνειδησία και χριστιανική αφέλεια, ενώ διαψεύδει έντονα, 
όσα απέδωσαν οι Δυτικοί στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο από φθόνο ή μνησικακία. 
Δεν θέλουμε να αποδώσουμε σκόπιμες παραλείψεις στους ιστορικούς Δούκα και Μπάρμπαρο, 
που ήταν δυτικού δόγματος, αλλά ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, 
αν τους διαβάσει και τους παραβάλει προς τον Φραντζή.

{...}Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαίου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους εύρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δεν διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες, όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν.

Ποιός μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή την βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στην γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν με τα άλογά τους με τα χρυσούφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα.


Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. {...} Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. {...}

Ήρθαν οι Τούρκοι, και τους χριστιανούς που είχαν εναπομείνει στα εσωτερικά τείχη τους έδιωξαν με μικρά πυροβόλα όπλα, βέλη και τόξα και πέτρες, και έγιναν κύριοι όλης της περιοχής, εκτός από τους πύργους τους ονομαζόμενους του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, όπου είχαν τοποθετηθεί οι ναύτες που είχαν έρθει από την Κρήτη. Αυτοί πολεμούσαν γενναία ως την έκτη και την έβδομη ώρα, και θανάτωσαν πολλούς Τούρκους· και βλέποντας τον αριθμό των αντιπάλων δεν ήθελαν να υποδουλωθούν· και έλεγαν καλύτερα να πεθάνουν παρά να ζουν.

Ένας Τούρκος έκανε αναφορά στον αμιρά για την ανδρεία των Κρητικών, και αυτός διέταξε να κατέβουν με συμφωνία, και να είναι ελεύθεροι αυτοί και το πλοίο τους και όλος ο εφοδιασμός που είχαν. Και αφού έγιναν έτσι τα πράγματα, τέλος τους έπεισαν να φύγουν από τον πύργο. Δυο αδέρφια Ιταλοί, ονομαζόμενοι Παύλος και Τρωίλος, μάχονταν γενναία με πολλούς άλλους στο σημείο που τους είχε οριστεί, διώχνοντας σκληρά τους εχθρούς με γενναία συμπλοκή και σύρραξη, και γινόταν φοβερό φονικό ανάμεσα στα δυο αντιμαχόμενα μέρη.


Κάποια στιγμή στρέφεται ο Παύλος και, βλέποντας τους εχθρούς μέσα στην πόλη, λέει στον αδερφό του: «Φρίξε ήλιε και στέναξε γη! Έπεσε η Πόλη και ‘μεις ξεχαστήκαμε πολεμώντας. Τώρα, αν μπορούμε, ας κοιτάξουμε να σωθούμε».


Έτσι οι εχθροί έγιναν κύριοι όλης της Πόλης την Τρίτη 29 Μαΐου τη δεύτερη ώρα της ημέρας, του έτους 6961 (1453). Και όσοι παραδίδονταν, τους αιχμαλώτιζαν ή τους άρπαζαν ζωντανούς· όσοι πιάνονταν ανθιστάμενοι, αυτοί σφάζονταν. Και η γη σε μερικά μέρη δεν φαινόταν καθόλου από τους πολλούς νεκρούς. Ήταν φοβερό θέαμα, και άκουγες θρήνους πολλούς και ποικίλους, και έβλεπες αμέτρητους εξανδραποδισμούς ευγενών αρχοντισσών και παρθένων και μοναχών, που τις έσερναν αλύπητα οι Τούρκοι από τα ρούχα και τα μαλλιά και τις κοτσίδες έξω από τις εκκλησίες, ενώ έκλαιαν και οδύρονταν. 


Παιδιά έκλαιαν, επίσης, και οδύρονταν, λεηλατούνταν ιερά και εκκλησίες. Ποιος θα διηγηθεί όλη αυτή τη φρίκη; Έβλεπες το θείο αίμα και σώμα του Χριστού να χύνεται στη γη και να πετιέται, και να διαρπάζονται τα τιμαλφή σκεύη, τα οποία είτε έσπαζαν ή τα σφετερίζονταν. Το ίδιο έκαναν και με τον διάκοσμο: καταπατούσαν τις άγιες εικόνες που ήταν διακοσμημένες με χρυσάφι και ασήμι, για ν’ αφαιρέσουν τα κοσμήματα, έκαναν κρεβάτια τις άγιες τράπεζες, και σκέπαζαν τα άλογά τους με τις ιερατικές στολές και με ενδύματα μεταξωτά και χρυσοΰφαντα άλλοι έτρωγαν πάνω σ’ αυτά, και τα πολύτιμα μαργαριτάρια των αγίων κειμηλίων τα έκλεβαν, καταπατώντας τα άγια λείψανα· και έκαναν και άλλα αξιοθρήνητα ανοσιουργήματα πολλά, σαν προπομποί του αντίχριστου που ήταν. 


Ω, η σοφή σου κρίση, Χριστέ βασιλεύ, είναι ανερμήνευτη και ανεξιχνίαστη. Και έπρεπε να δεις τον τεράστιο και πανάγιο εκείνο ναό της Σοφίας του Θεού, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το όχημα των Χερουβείμ και δεύτερο στερέωμα, τον φτιαγμένο λες από το χέρι του Θεού, το αξιόλογο και θαυμάσιο θέαμα, το αγλάισμα όλου του κόσμου, τον ωραιότερο ναό μεταξύ των ωραίων, που πάνω από το άδυτό του και πάνω στο θυσιαστήριο έτρωγαν και έπιναν, και έκαναν τις ασελγείς πράξεις τους και ορέξεις τους επάνω στην αγία τράπεζα, με γυναίκες και παρθένες και παιδιά. Ποιος να μην σε θρηνήσει άγιε ναέ; 


Παντού πλημμύριζε το κακό και έχανε κανείς το μυαλό του. Στα σπίτια θρήνοι και κλαυθμοί, οδυρμοί στις τριόδους, ολοφυρμοί στις εκκλησίες, οιμωγές ανδρών, ολολυγμοί γυναικών, τραβήγματα, εξανδραποδισμοί, ξεσχίσματα και βιασμοί. Οι σεμνοί ατιμάστηκαν, οι πλούσιοι εξευτελίστηκαν, σε πλατείες, σε γωνίες, σε κάθε τόπο, παντού το κακό ξεχείλιζε. Κανένα σημείο δεν έμεινε ανεξερεύνητο και αμόλυντο. 



{...) Ο μεγάλος δούκας Λουκάς Νοταράς παρουσιάστηκε μπροστά στον σουλτάνο, 

τον προσκύνησε και του έδειξε τον τεράστιο θησαυρό, που είχε κρυμμένο. 

Ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του θαύμασαν τους πολύτιμους λίθους, τα μαργαριτάρια 

και τα υπόλοιπα πλούτη που άξιζαν σ' έναν βασιλιά. 

Ο Νοταράς είπε στον σουλτάνο: 

''Όλα αυτά, τα είχα φυλάξει για την μεγαλειότητά σου και σου τα προσφέρω τώρα σαν δώρο. 

Σε ικετεύω να δεχτείς τις παρακλήσεις του ταπεινού δούλου σου''. 

Με τα δώρα αυτά είχε την ελπίδα,

 ότι θα κέρδιζε την ελευθερία, τόσο του ίδιου, όσο και της οικογενείας του. 

Ο σουλτάνος όμως απάντησε:

 ''Απάνθρωπο σκυλί και πονηρέ μηχανορράφε, είχες τόσα πλούτη και όμως δεν βοήθησες τον αυτοκράτορα και δεσπότη σου, 

την πόλη και την πατρίδα σου. 

Και τώρα προσπαθείς με δόλο και πονηρίες, 

που τις ξέρεις πολύ καλά από μικρός, να ξεγελάσεις και εμένα για να αποφύγεις αυτό που σου αξίζει; {...} 

Την άλλη μέρα έδωσε διαταγή να σκοτώσουν μπροστά του, πάνω στον Ξηρό Λόφο, 

τους δύο γυιους του, 

που κάποτε ο Νοταράς είχε ζητήσει από τον αυτοκράτορα να τους δώσει το αξίωμα

 του μεγάλου κοντόσταυλου και του μεγάλου λογοθέτη αντίστοιχα. 

Ύστερα διέταξε να θανατώσουν και τον ίδιο, κάτι που έγινε αμέσως...



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο ''Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ'', ''Το Χρονικό της Πολιορκίας και της Άλωσης της Πόλης. 
Εκδόσεις ''Νέα Σύνορα'', Α. Α. Λιβάνη. Αθήνα 1993. 
Μεταγλώττιση του κειμένου του Γ. Φραντζή στην απλή νεοελληνική: Γιώργος Κουσουνέλος.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΒΡΥΕΝΝΙΟΝ




 Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως την 29η Μαΐου του 1453 
ήταν το αποκορύφωμα 
της φθίνουσας δόξας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του λεγομένου Βυζαντίου. 
Γύρω από τα αίτια της πτώσης αυτής εγράφησαν πολλά, τα οποία παρουσιάζουν την κατάσταση 
στην οποία βρισκόταν τότε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία-Βυζάντιο, αφού είχε χαθή 
όλη η Μικρά Ασία, η Ανατολική Θράκη και είχε μείνει μόνον η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. 
Οι κατά καιρούς εχθροί είχαν προξενήσει μεγάλη ζημία, με αποκορύφωμα
 και τελειωτικό κτύπημα την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους, 
κατά την Δ Σταυροφορία την 13η Απριλίου του έτους 1204. 
Η μετά από λίγα χρόνια (1261) ανακατάληψή της και ελευθέρωσή της δεν προσέφερε 
ουσιαστικά πράγματα, 
διότι ήδη η Πόλη είχε καταστραφή και λεηλατηθή ολοσχερώς.

Πέρα από τα πολιτικά και κοινωνικά αίτια που συνετέλεσαν στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να σημειωθούν ιδιαιτέρως τα πνευματικά αίτιαστα οποία συνήθως δεν δίνουμε μεγάλη σημασία. Άλλωστε κατά την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός διευθύνει τον κόσμο με τις άκτιστες ενεργειές Του, και η προσωπική Του επέμβαση εκδηλώνεται με την ευδοκία Του, την μακροθυμία Του, την παραχώρηση των ποικίλων πειρασμών κλπ. Σε αυτά τα πνευματικά αίτια αναφέρεται ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του γένους και ομολογητής της πίστεως, που έζησε στις τελευταίες στιγμές της ζωής της Βασιλεύουσας και άκουγε τον ρόγχο του θανάτου της.


Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, διδάσκαλος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, σύμφωνα με μελέτη του αειμνήστου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1350 μ.Χ., εκάρη μοναχός στην Μονή Στουδίου, υπήρξε ασκητής με πατερικό φρόνημα, ανεδείχθηκε μεγάλος λόγιος και διδάσκαλος του γένους, τον οποίον συμβουλεύονταν οι Αυτοκράτορες και οι Πατριάρχες, και αποστελλόταν από τον Αυτοκράτορα σε διάφορες κρίσιμες αποστολές, όπως την Κύπρο και την Κρήτη, ομιλούσε κατά τις επίσημες ημέρες στο Παλάτι, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την συζήτηση των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, για την «ένωση των Εκκλησιών» και κοιμήθηκε περί το 1431, περίπου είκοσι δύο (22) χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Όπως γράφει ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, στην εισαγωγή των έργων του που εξεδόθησαν από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγόπουλου, «ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατά τα έτη 1401-1431 ανεγνωρίζετο ως ο κορυφαίος λόγιος εν Κωνσταντινουπόλει».


Ο Ιωσήφ Βρυέννιος την Μ. Παρασκευή (14 Απριλίου) του έτους 1419, τριανταπέντε περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εξεφώνησε ένα λόγο στο Παλάτι «επί παρουσία βασιλέων, και των εν τέλει, και συνελεύσει των εξαιρέτων του γένους ημών, και της βασιλίδος ταύτης των πόλεων», όπως χαρακτηριστικά γράφεται στην επικεφαλίδα. Όπως λέγει σε άλλα κείμενά του, στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ζούσαν περίπου 70.000 κάτοικοι και μάλιστα ο ίδιος έκανε έκκληση στους Κωνσταντινουπολίτας, χωρίς να υπάρχη ανταπόκριση, να συντελέσουν στην ανοικοδόμηση των τειχών της, εν όψει του μεγάλου κινδύνου. Όμως οι κάτοικοι, ιδιαιτέρως οι πλούσιοι, ασχολούμενοι με την αύξηση των ατομικών τους εσόδων, αδιαφορούσαν, με αποτέλεσμα η πόλη να ομοιάζη, όπως λέγει, με «σεσαθρωμένον» πλοίον που ήταν έτοιμο να βυθισθή.


Στον λόγο του αυτόν που αναφερόμαστε, ο διακεκριμένος αυτός λόγιος μοναχός, ομιλώντας μπροστά στους επισήμους άρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως, εξέθεσε ανάγλυφα και παραστατικά τα πνευματικά αίτια της επερχομένης πτώσεως της Βασιλευούσης. Και είναι σημαντική αυτή η μαρτυρία γιατί προέρχεται από έναν λόγιο μοναχό και ασκητή, με ήθος, παιδεία και πατερικό φρόνημα, τον οποίον σέβονταν οι πάντες την εποχή εκείνη και ο οποίος έζησε στα χρόνια εκείνα που οι κάτοικοι έβλεπαν τον επερχόμενο όλεθρο. Το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναλύεται στην επικεφαλίδα: «δια το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα παρά των ούτω λεγομένων πνευματικών, και αγοράζεσθαι παρ’ ημών, οίμοι! το ημέτερον γένος αφανισμώ παραδίδοται και Ισμαηλίταις περιπίπτει». 


Δηλαδή, το γένος αφανίζεται και πέφτει στους Ισμαηλίτες – Μωαμεθανούς, διότι πωλείται το σώμα και το αίμα του Χριστού από τους λεγομένους πνευματικούς και αγοράζεται από τους Χριστιανούς. Στην αρχή του λόγου του ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφράζει την οδύνη του, αφού το γένος περιστοιχίζεται από δεινά, τα οποία, όπως λέγει, «δάκνει μου την καρδίαν, συγχεί τον νουν και οδυνά την ψυχήν». Κάνει λόγο για την «ολόσωμον πληγήν» και την «νόσον καθολικήν». Το γένος έχει περιπέσει σε ποικίλα πάθη και αμαρτίες. Όλοι οι Χριστιανοί έγιναν «υπερήφανοι, αλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, αχάριστοι, απειθείς, λιποτάκται, ανόσιοι, αμετανόητοι, αδιάλλακτοι». Έγιναν οι άρχοντες κοινωνοί ανόμων, οι υπεύθυνοι άρπαγες, οι κριτές δωρολήπτες, οι μεσίτες ψευδείς, οι νεώτεροι ακόλαστοι, οι γηράσαντες μεθυσμένοι, οι αστοί εμπαίκτες, οι χωρικοί άλαλοι, «και οι πάντες αχρείοι». 


Συγχρόνως με την γενική κατάπτωση των ανθρώπων χάθηκε «ευλαβής από της γης, εξέλιπε στοχαστής, ουχ εύρηται φρόνιμος». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επέπεσαν εκ δυσμών και εξ ανατολών διάφοροι εχθροί και λυμαίνονται την αυτοκρατορία. Στην συνέχεια αναφέρεται στο μεγαλύτερο αμάρτημα που έγινε στην ιστορία, δηλαδή την προδοσία του Ιούδα, η οποία συνίσταται στο «πωληθήναι τιμής και αγορασθήναι τον Κύριον», δηλαδή ο Ιούδας επώλησε τον Κύριο, τον Οποίον αγόρασαν οι Εβραίοι. Αυτό το ανοσιούργημα, όπως λέγει, γίνεται στις ημέρες μας, αφού οι πολλοί από τους λεγομένους πνευματικούς πωλούν τον Κύριο και «αγοράζει δε πας ο έχων αργύριον και βουλόμενος». 


Προφανώς πρόκειται για το ότι οι λεγόμενοι πνευματικοί χορηγούσαν άφεση αμαρτιών με την λήψη χρημάτων. Αλλά και πολλοί από τους ιερείς ασελγούν εν επιγνώσει, αφού και αυτοί διακατέχονται από αυτά τα πάθη και προσέρχονται να λειτουργούν στην σεβασμία Τράπεζα αναιδώς. Αναφέρεται διεξοδικώς στην κατάπτωση της Εκκλησίας, αφού οι ποιμένες έχουν απομακρυνθή από την διδασκαλία και τα όρια που είχαν θέσει οι Πατέρες. Αλλά και οι μοναχοί έχουν χάσει τον προορισμό τους και ασχολούνται με άλλα ζητήματα, αφού υπάρχουν μοναχοί «και τρία και πέντε, και επτά έχοντες αδελφάτα εκ διαφόρων αυτοίς αφεθέντα προσώπων».


Ο όρος «αδελφάτο» σημαίνει «επιτροπεία διευθύνουσα αγαθοεργόν κατάστημα» (Δημητράκου) που ανήκει στους Δήμους. Με γενική έννοια αδελφάτο είναι «σύλλογος, σωματείο με ιδιαίτερα στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του» η ακόμη «επιτροπή με διαχειριστικά καθήκοντα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ναούς, νοσοκομεία» (Μπαμπινιώτης). Στην περίπτωση αυτή με τον όρο αδελφάτα μάλλον εννοούνται μερίδια της Μονής που παραλαμβάνουν και κατέχουν και οι εκτός της Μονής ζώντες μοναχοί που τα εκμεταλλεύονται, οπότε ένας τέτοιος μοναχός μάλλον πρέπει να καλήται «ληστής» και η ενέργεια αυτή «τόκος εστι, και τόκου χείρον, ιεροκαπηλία λεγόμενον», διότι κρατεί τα αδελφάτα των πτωχευόντων μοναστηρίων ενέχυρα για τόκο. Πρόκειται για αλλοίωση του μοναχισμού, ο οποίος έχασε την ησυχαστική παράδοση και μεταβλήθηκε σε υλική εκμετάλλευση των μοναστηριών.


Και αφού κάνει μεγάλη ανάλυση αυτής της καταστάσεως που παρατηρείται στους άρχοντες και τον λαό, τους Κληρικούς και τους μοναχούς, τους αστούς και τους χωρικούς, καταλήγει στον υπέροχο αυτόν και σημαντικό του λόγο σε μια ανακεφαλαίωση, στην οποία δίνει τις κατάλληλες συμβουλές για να αποφύγουν το κακό, το οποίο βλέπει καθαρά να έρχεται. Λέγει ότι βλέποντας πριν σαράντα χρόνια να ερημώνωνται οι πόλεις, να αφανίζωνται οι χώρες, να καίγωνται οι Εκκλησίες, να βεβηλώνωνται τα άγια και να δίδωνται τα ιερά σκεύη στα σκυλιά και «παν το ημέτερον γένος, δουλεία παραδιδόμενον και μαχαίρα», προσευχόταν στον Θεό να του αποκαλύψη για το που οφείλεται αυτή η εγκατάλειψη του λαού και «η τοσαύτη του Θεού αγανάκτησις καθ ?μ?ν». 


Και μετά από πολλές προσευχές βρήκε ποιό είναι το αίτιο και θέλει να το αποκαλύψη, την ημέρα αυτή, ενώπιον των Βασιλέων και των αρχόντων και όλου του λαού, γιατί φοβάται, μήπως τιμωρηθή αν σιωπήση. Και η αιτία της οργής του Θεού και της δικαίας Του αγανακτήσεως κατά των Ρωμαίων είναι «το πωλείσθαι καθ’ εκάστην το του Χριστού σώμα και αίμα, παρά των λεγομένων πνευματικών και αγοράζεσθαι προς υμών των χριστιανών». Διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό και επικαλείται ως μάρτυρες τον χορό των αγίων και των αγγέλων. Ζητά από τους άρχοντες τον Κλήρο και τον λαό να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό για να γίνη «η του γένους ανάκλησις» και να είναι μαζί τους ο Θεός, γιατί διαφορετικά θα πάθουν χειρότερα από εκείνα που έπαθεν η παλαιά Ιερουσαλήμ, που κυριεύθηκε από τους εχθρούς. 


Σαφώς εδώ αναφέρεται στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας Ιερουσαλήμ. Ζητά από τους κατοίκους να μετανοήσουν, γιατί αν δεν γίνη αυτό, η καταστροφή θα είναι τόσο μεγάλη που όλα τα έθνη και οι μέλλουσες γενεές θα λένε σε παρόμοιες περιπτώσεις: «μη πάθοιμεν α οι Ρωμαίοι πεπόνθασιν». Εδώ πρέπει να παρατηρηθή ότι παραμονές της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας οι κάτοικοί της δεν λέγονταν Βυζαντινοί –που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους Φράγκους– αλλά Ρωμαίοι. Δεν αρκείται, όμως, ο Ιωσήφ Βρυέννιος σε γενικές προτροπές για μετάνοια, αλλά την συγκεκριμενοποιεί και με αυτόν τον τρόπο αναλύει στην πραγματικότητα τι θα πη να πωλούν το σώμα και το αίμα του Χριστού, δηλαδή αναφέρεται στην ανάξια μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού, την τέλεση διαφόρων αμαρτιών από Κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, τις οποίες δεν εξομολογούνται και την προδοσία της πίστεως. Με αυτούς τους τρόπους γίνεται ασέβεια στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Δίνει τέσσερεις συμβουλές και κατευθύνσεις μετανοίας.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΥΣ ''ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ'' ΑΘΟΡΥΒΩΣ!



Καρτποστάλ της εποχής, του έτους 1932



ΕΠΕΙΔΗ ΟΜΩΣ ΗΡΝΗΘΗ ΝΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΘΕΙ 

ΣΥΝΕΛΑΒΟΝ ΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΠΕΣΤΕΙΛΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝΤΑΥΘΑ Κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ!



Μέρος 10ον



Εν Αρναία τη 3η Φεβρουαρίου 1933




Η Υποδιοίκησις Χωροφυλακής Αρναίας

Π ρ ο ς

Την Διοίκησίν του

Εις Πολύγυρον




''Περί του συλληφθέντος Κωνσταντίνου Μαρμαρά''



Λαμβάνω την τιμήν, εν συνεχεία της αριθμού/10 σημερινής αναφοράς μου, περί συλλήψεως του εν περιλήψει, ν' αναφέρω ημίν εν λεπτομερεία τ' ακόλουθα, κατόπιν των πληροφοριών μου περί της δημιουργίας θορύβου διά τηλεγραφημάτων εις τας διαφόρους προισταμένας αρχάς, αποσταλέντων παρά του υιού του, ιατρού Μαρμαρά.


Διά της υπ' αριθμ. 8/17/4 της 4/1/1933 διαταγής του Υπουργείου Εσωτερικών, κοινοποιηθείσης και υμίν, διετάχθη να παύσω αναμιγνυόμενος εις τα της τελέσεως θρησκευτικών καθηκόντων των Π α λ α ι ο μ ε ρ ο λ ο γ ι τ ώ ν. 


Επειδή, όμως οι ενταύθα Π α λ α ι ο η μ ε ρ ο λ ο γ ί τ α ι,  υπό την ηγεσίαν του συλληφθέντος εκκλησιάζοντος εις την μετατραπείσαν παρά του ιδίου Μαρμαρά οικοδομήν του εις εκκλησίαν, έχων υπ' όψει μου το άρθρο 10 του Νόμου 4567 και την υπ. αριθ. 329 της 17-6-1932 εγκύκλιον διαταγήν του Υπουργείου Παιδείας, ητησάμην πληροφορίαν παρά του Υπουργείου, αν έδει να επιτρέψω την τέλεσιν των θρησκευτικών καθηκόντων των  Π α λ α ι ο η μ ε ρ ο λ ο γ ι τ ώ ν  εις την μετατραπείσαν οικοδομήν του Μαρμαρά εις εκκλησίαν.


Το Υπουργείον διά της υπ' αριθμ. 8/17/6 ε. ε. διαταγής του, ης αντίγραφον επισυνάπτω, διέταξεν εν προκειμένω, εφαρμοσθεί η διάταξις του άρθρου 10 του Νόμου 4567. 


Αμέσως εκάλεσα τον Μαρμαράν, εις ον ανεκοίνωσα την διαταγήν του Υπουργείου, όστις και υπέγραψεν, ότι έλαβε γνώσιν. Ευθύς μετά τούτου, ο Μαρμαράς ήρξατο ν' απομακρύνει τα διάφορα αντικείμενα εκ του ναυδρίου του, ως και τον κώδωνα.


Χθες, όμως παραδόξως (εορτήν Αγίου Ευθυμίου) κρυφίως επανετοποθέτησεν εις την οικοδομήν του ταύτην, εικόνας, κανδύλας, αγίαν Τράπεζαν κ.λπ. και περί ώραν 5 μ.μ. μετ' άλλων οπαδών  Π α λ α ι ο η μ ε ρ ο λ ο γ ι τ ώ ν, εκκλησιάζοντο.


Προ τούτου, τον εκάλεσα εις το Γραφείον μου και ζήτησα, αν κέκτηται άδειαν μετατροπής της οικοδομής του εις εκκλησίαν και, επειδή τοιαύτης αδείας εστερείτο, τω συνέστησα ν' απομακρύνει εκείθεν τα διάφορα εκκλησιαστικά αντικείμενα και να μη προσκαλεί τους  Π α λ α ι ο η μ ε ρ ο λ ο γ ί τ α ς  εκεί, καθ' ότι φέρει  π ο ι ν ι κ ή ν ε υ θ ύ ν η ν.


Επειδή, όμως ηρνήθη διαρρήδην να συμμορφωθεί συμφώνως με τας διατάξεις του Νόμου και, επειδή ενταύθα εκ της ενόρκου ενεργείας του Μαρμαρά, μέγας αναβρασμός των κατοίκων εδημιουργήθη και ενδέχετο να επέλθωσι ταραχαί προς βλάβην της δημοσίας τάξεως, συνέλαβον τούτον, συμφώνως τω άρθρω 10 του Νόμου 4567 και τον απέστειλα εις στον ενταύθα κ. Εισαγγελέα.



Ο Υποδιοικητής

Σταύρος Τσάμης

Υπομοίραρχος




Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

ΚΥΑΜΩΝ ΑΠΕΧΕΣΘΑΙ ΩΣΠΕΡ ΜΥΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΑΛΗΣ




Το ''Κιάμων απέχεσθε'' αποδίδεται ιστορικά στον Πυθαγόρα τον Σάμιο, που σημαίνει ''να απέχετε από τα κουκιά''. Ως γνωστόν, τα κουκιά σε ανθρώπους που εκλίπει το σχετικό ένζυμο G6PD, προκαλεί κάποιες φορές δηλητηρίαση, που αγγίζει εν πολλοίς και τα όρια του θανάτου. Στα πολιτικά ειωθότα του τέλους του 19ου αιώνα, κάποιες φορές, οι πολιτικοί άρχοντες εκλέγονταν με χλωρά κουκιά, που επιρρίπτονταν στις κάλπες τους. Ο κυρ Αλέξανδρος  απογοητευμένος -ούτως ειπείν αηδιασμένος- από την ηθική, πολιτική και κοινωνική εκφύλιση της εκλογολογίας, της παραχολογίας και της ένθεν- κακείθεν -πάσης φύσεως- πολιτικής συνδιαλλαγής συνιστούσε να ''απέχεσθε από τις πολιτικές υποθέσεις''. 


Βλέπετε, η πολιτική, ως σύστημα ιδεών και ως νοοτροπία ιθαγενής για τα ειωθότα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν ο αυτός ακρογωνιαίος, διαχειριστικός πολιτικαντισμός, ακριβώς, γιατι η σύσταση και εγκατάσταση του κυοφορούμενου κρατιδίου στηρίχθηκε παντελώς στα ''δυτικά πρότυπα'' του σαξονικού και γαλλικού διαφωτισμού, στην ελληνική τους όμως έκδοση!... Οι Ρωμιοί, αναδυόμενοι ''πολιτικά γυμνοί'' μέσα από τις στάχτες και τα αποκαίδια της Οθωμανικής παντοκρατορίας, με ανύπαρκτες σχεδόν πολιτικές ζυμώσεις και οράματα-μοντέλα για την ίδρυση του νεοελληνικού τους κράτους, χρησιμοποίησαν την δυτικότροπη, πολιτική ''Μαγειρική'' με συστατικά μιας ποιμενικής, αγροτικής οικογενείας και φυσικά με την ευγενική χορηγεία των αναμενόντων κοτσαμπάσηδων και αφηνιασμένων μπέηδων, που περίμεναν -πως και πως- να διαμοιράσουν την πίτα της νεοσυσταθείσης Συνταγής! 


Έτσι διαμορφώθηκε ο πελατειακός συνδιαχειρισμός, η άνευ όρων ακατάσχετη και ακατέργαστη παραχολογία, ο κομματικός χρηματισμός, οι ανερυθρίαστες υποσχέσεις και ο ασφυκτικός συνωστισμός των υποσχόμενων διορισμών ελλείψει κινήτρων και δυναμικής για την εκβιομηχάνιση της χώρας. Έτσι, όπως σημείωνε η ακριβής γραφίδα του κυρ-Αλέξανδρου στους ''Χαλασοχώρηδες'': ''Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην, φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας, τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρρπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις!...''


Στα καθ' ημάς, του περιώνυμου 21ου αιώνα, η πολιτική Ιστορία μοιάζει να μην έχει αλλάξει... θέση από τα τέλη του 19ου αιώνα! Η πολιτική, αλλά και οι πολιτικοί της είναι τα ίδια διαχειριστικά στερεότυπα, οι ίδιες αυτιστικές παραδοχές μιας πολιτικής νόσου που μεταδίδεται πάνδημα από γενεά σε γενεά, ο αυτός ανακυκλούμενος και ακατέργαστος ξύλινος λόγος από ''οξιά ή κι από μαόνι'' και η αέναη παροχή λόγων και πραγμάτων, τώρα και στον χώρο σου! Μετεξέλιξε άκρως επικίνδυνα τον Ρωμιό ραγιά, στο χειρότερο καχέκτυπο αντίγραφο ενός εθνικού Έλληνα, που εκδεδυγμένος την ρωμέικη ταυτότητά του κατήντησε ένα απλοικό καταναλωτικό προιόν, που επιδέχεται -αναντιρρήτως- πάσης φύσεως συσκευασία, παστερίωση, ακόμα και προδιαγεγραμμένη λήξη!


Όποιος δονκιχωτικά φρονεί, πως με τις εκλογικές επιλογές θα αλλάξει και η χώρα, πλανάται πλάνην οικτράν και ανίατη. Αν ο σημερινός Έλληνας δεν ξανασυναντήσει τον χαμένο, ρωμέικο εαυτό του και δεν εγκολπωθεί ξανά τις διδαχές, τις πραγματείες, μα προπαντώς τους προσδιοριστικούς προσανατολισμούς της Ρωμέικης καταγωγής του είναι καταδικασμένος σε πλήρη αφανισμό. Ο σημερινός Έλληνας χάνοντας την Ορθόδοξη, Χριστιανική του Πίστη στον ένα και αληθινό Θεό, τον Τριαδικό Θεό μας, απολλύει και την όποια εναπομείνασα ανθρώπινη διάστασή του: αποαρσενικοποιείται, αποθηλυκοποιείται και ουδετεροποιείται, παστεριοποιείται και έτσι απλά αποθνήσκει. Θα μοιάζει με μετασχηματισμένο, μεταλλαγμένο και τεχνοκρατικό ανθρωποειδές, που θα άγεται και θα φέρεται εκεί, που ο νέος Ποιμήν της Οικουμενιστικής τερατογέννεσης θα του υποδεικνύει!... Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από τους ''Χαλασοχώρηδες'' του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, γραμμένο το 1892. Μοιάζει όμως να γράφηκε τώρα, μόλις, πριν από λίγο... Εύχεσθε!



Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος



{...} ἠθική δέν εἶναι ἐπάγγελμα, καί ὅστις ὡς ἐπάγγελμα θέλει νά τήν μετέλθῃ, πλανᾶται οἰκτρῶς καί γίνεται γελοῖος. Ὅστις πράγματι φιλοσοφῇ, καί ἀληθῶς πονῇ τόν τόπον του, καί ἔχει τήν ἠθικήν ὄχι εἰς τήν ἄκραν τῆς γλώσσης ἢ εἰς τήν ἀκωκήν τῆς γραφίδος, ἀλλ᾽ εἰς τά ἐνδόμυχα αὐτά τῆς ψυχῆς, βλέπει πολύ καλά ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά πολιτευθῇ. Κυάμων ἀπέχεσθαι.


Χριστός εἶπεν: Οὐ δύνασθε Θεῷ λατρεύειν καί Μαμωνᾷ. Διατί δέν ἔλαβεν ὡς ὅρον ἀντιθέσεως ἄλλο τι βαρβαρικόν εἴδωλον; Διατί δέν εἶπε Θεῷ καί Μολώχ ἢ Θεῷ καί Ἀσταρώθ ἢ Θεῶ καί Βάαλ; Διότι ὁ Μαμωνᾶς εἶναι ὁ ἰσχυρός, ὁ κραταιότερος, ὅστις ὑποτάσσει πᾶν ἄλλο εἴδωλον, καί τόν Μολώχ καί τόν Ἀσταρώθ καί τόν Βάαλ. Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκής ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τήν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τήν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καί ψυχάς. Αὕτη παράγει τήν κοινωνικήν σηπεδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς.


Καί ὕστερον λέγεις ὅτι ἡ δωροδοκία εἰς τάς ἐκλογάς εἶναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ὁ ξένος. ― Ναί, διότι κινδυνεύω νά πάθω τό αὐτό πάθημα ἐφ᾽ ᾧ κατέκρινα τούς εὐθηνούς ἠθικολόγους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπήντησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης. Νά πέσω δηλαδή εἰς τό ἐσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος τῶν γενικοτήτων. Ἀλλ᾽ ἰδού ἐπανέρχομαι εἰς τό προκείμενον. Ὁ λόγος δι᾽ ὃν θεωρῶ τήν δωροδοκίαν ὡς τό μικρότερον κακόν εἶναι ὅτι, ὡς εἶδος ἐκλογικῆς διαφθορᾶς, τήν ὑπάγω εἰς τό γένος τῆς συναλλαγῆς. 


Συναλλαγή εἶναι ἡ ἐν πρυτανείῳ σίτησις, αἱ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου παροχαί, τά ρουσφέτια. Συναλλαγή εἶναι καί ἡ εἰς παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή εἶναι καί ἡ πρός παραγραφήν ὀφειλομένων φόρων συνδρομή καί ἡ παράνομος ἐξαίρεσις κληρωτῶν. Συναλλαγή εἶναι καί ἡ δωροδοκία. Τώρα, ποῖος προστάτης, ποῖος πολιτευόμενος, ποῖος βουλευτής, εἶναι ἱπποτικώτερος; Ἐκεῖνος ὅστις ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου ἀγοράζει τάς ψήφους τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐκεῖνος ὅστις τάς ἀγοράζει ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; Ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τοῦ θυλακίου του ἢ ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ἔθνους, χρημάτων ξένων, τά ὁποῖα εἰς τήν Ἑλλάδα μάλιστα ἐσυνηθίσαμεν ὅλοι νά θεωροῦμεν ἔρμα καί σκοτεινά; Ποῖος εἶναι πλέον γαλαντόμος;


Βεβαίως, ἐκεῖνος πού πληρώνει ἀπό τήν τσέπη του, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὁ ξένος. ― Βλέπεις; Ἰδού διατί μισῶ τάς γενικότητας κ᾽ ἐπιθυμῶ νά εἰδικεύω. Ὁμιλῶ σχετικῶς καί ὄχι ἀπολύτως. Δέν λέγω ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι καλόν τι, λέγω ὅτι εἶναι τό ὀλιγώτερον κακόν. Καί σημείωσαι ὅτι οὐδείς ποτέ ἐκλέγεται βουλευτής διά τῆς δωροδοκίας. Ὅλοι ἐκλέγονται τῇ βοηθείᾳ τῆς δωροδοκίας. Ἀπάνθρωπος τοκογλύφος, ὅσας καί ἂν ἀγοράσῃ ψήφους, ποτέ δέν θά ἐκλεχθῇ. 


Πρίν κατέλθῃ εἰς τόν ἀγῶνα, θά ὑποδυθῇ τήν φιλανθρωπίαν, ὡς προσωπεῖον, θά φορέσῃ τήν δημοτικότητα, ὡς κόθορνον. Θά φροντίσῃ ν᾽ ἀποδώσῃ μέρος τῶν ὅσα ἥρπασεν εἰς τούς ἐκλογεῖς. Καί μεταξύ δύο ἀντιπάλων, μετερχομένων τήν αὐτήν διαφθοράν, θά ἐπιτύχῃ ἐκεῖνος ὅστις εὐπρεπέστερον φορεῖ τό προσωπεῖον κ᾽ ἐπιδεξιώτερον τόν κόθορνον.


ς ἐξετάσωμεν τώρα, ἐξηκολούθησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν καί πῶς, ἀφοῦ ἡ πλουτοκρατία εἶναι δεδομένον τι καί ἀναπόδραστον κακόν, ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἐγεννήθη, πῶς γεννᾶται φυσικῶς, ἡ δωροδοκία. Ὑπόθεσε, φίλε, ὅτι σ᾽ ἐκυρίευσε καί σέ ἔξαφνα ἡ φιλοδοξία τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου, ὅτι ἐπεθύμησες νά γίνῃς βουλευτής, διά νά ὑπηρετήσῃς τό ἔθνος. Διά νά ἐπιθυμήσῃς τοῦτο, σημείωσαι, πρέπει νά εἶσαι χορτᾶτος. 


φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τό νόσημα. Ἐξέρχεσαι εἰς τήν ἀγοράν, βγάζεις λόγον, καί παρακαλεῖς τούς προσφιλεῖς συμπολίτας νά σέ τιμήσωσι διά τῆς ψήφου των. Ἀλλ᾽ εἶσαι ἆρα εἰς θέσιν νά ἠξεύρῃς πόσοι ἐκ τῶν προσφιλῶν συμπολιτῶν σου εἶναι χορτᾶτοι, καί πόσοι δέν εἶναι; Μήν ἀμφιβάλλῃς ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶναι πεινασμένοι, διότι ἂν δέν ἦσαν, ὅλοι θά ἔβγαζαν κάλπας διά νά γίνουν βουλευταί! Ἀλλά μεταξύ τῶν ἀκροατῶν σου, μεταξύ τῶν προσφιλῶν σου συμπολιτῶν, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ὅτι εὑρίσκονταί τινες, εἷς, δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. 


Τώρα, τήν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, πῶς ἀπαιτεῖς νά ὑπάγῃ ἄνθρωπος πεινασμένος, ἄνθρωπος ὅστις θά ψαύῃ τήν κοιλίαν του ὡς ἔγχορδον ὄργανον, ἄνθρωπος ὅστις δέν θά ἔχῃ τήν δύναμιν νά ἵσταται καί νά βαδίζῃ, πῶς ἀπαιτεῖς τοιοῦτος ἄνθρωπος νά ὑπάγῃ νά ψηφοφορήσῃ εἰς τήν κάλπην σου, καί νά σοῦ δώσῃ μάλιστα λευκήν ψῆφον; Φυσικόν εἶναι, ἀφοῦ θά λάβῃ τόν κόπον πρός χάριν σου, νά τοῦ δώσῃς τοὐλάχιστον νά φάγῃ, δι᾽ ἐκείνην τήν ἡμέραν.


άν δέν τοῦ δώσῃς χρήματα, θά τοῦ προσφέρῃς γεῦμα. Καί τοῦτο δωροδοκία δέν εἶναι; Ἢ θά τοῦ στείλῃς κατ᾽ οἶκον βακαλιάρον καί σαρδέλες καί οἶνον; Δωροδοκία καί τοῦτο. Ἐάν δέν σπεύσῃς ἐγκαίρως σύ, θά σέ προλάβῃ ὁ ἀντίπαλός σου, ὅστις θά φορῇ τόν κόθορνον τῆς φιλανθρωπίας ἀμφιδεξιώτερον.


δού πόθεν ἐγεννήθη ἡ δωροδοκία. Πῶς θέλεις νά ἐνδιαφέρηται ὁ ἀγρότης, ὁ βοσκός, ὁ πορθμεύς, ὁ ναύτης, ὁ ἐργάτης, ὁ ἀχθοφόρος, πῶς θέλεις νά ἐνδιαφέρωνται διά τόν Καψιμαΐδην καί Γεροντιάδην, ἂν θά γίνωσι βουλευταί ἢ ὄχι; Ἐκεῖνοι εἶναι χορτᾶτοι καί τρέφουσιν ὄνειρα φιλοδοξίας, οὗτοι πεινῶσι καί θέλουν νά φάγωσι. Δέν ἔχουσιν οἱ πτωχοί μεγάλας ἀξιώσεις. Δέν περιμένουν διορισμούς καί παχέα ρουσφέτια ἀπό τήν Κυβέρνησιν. Ἀλλ᾽ ἀφοῦ θητεύουσιν ἐπιπόνως καί δέν ἐπαρκοῦν νά τραφῶσιν ἐκ τοῦ ἱδρῶτός των, ἀφοῦ οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποί των δέν παύουν νά ψηφίζωσιν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ φόρους καί φόρους καί πάλιν φόρους, ἂς τούς θρέψωσιν ἐπί μίαν ἡμέραν ἐκ τοῦ βαλαντίου των.


νέκαθεν τά ἀξιώματα ἦσαν ἀγοραστά! Καί ἀφοῦ ἡ ἐπάρατος πλουτοκρατία εἶναι ἄφευκτον κακόν, κατά ποῖον ἄλλον τρόπον θ᾽ ἀποκτῶνται τά ἀξιώματα; Πρᾶγμα, τό ὁποῖον ἔχασε πρό πολλοῦ πᾶσαν ἠθικήν ἀξίαν, μόνον διά χρημάτων εἶναι κτητόν. Καί οὕτως ἑπόμενον ἦτο νά καταντήσουν τά πράγματα. Οὐδέν κακόν ἄμεικτον καλοῦ! Εὐτύχημα μάλιστα νομίζω ὅτι δέν ἀνεφάνη ἐπιφανής τις πολιτευτής εἰς τά μέρη ταῦτα. ― Πῶς εἶπες; ἠρώτησεν ἀπορήσας ὁ ξένος. ― Λέγω ὅτι λογίζομαι ὡς εὐτύχημα τό ὅτι δέν ἀνεφάνη τις ἐκ τῶν λεγομένων ἐπιφανῶν πολιτευτῶν εἰς τάς νήσους ταύτας. 


Διότι μή νομίσῃς ὅτι ἡ θεσιθηρία γεννᾶται μόνη της. Τά δύο κακά ἀλληλεπιδρῶσιν. Ἡ ἀκαθαρσία παράγει τόν φθεῖρα καί ὁ φθείρ παράγει τήν ἀκαθαρσίαν. Τό τέρας τό καλούμενον ἐπιφανής τρέφει τήν φυγοπονίαν, τήν θεσιθηρίαν, τόν τραμπουκισμόν, τόν κουτσαβακισμόν, τήν εἰς τούς νόμους ἀπείθειαν. Πλάττει αὐλήν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τά ὁποῖα τόν περιστοιχίζουσι, παρασίτων τά ὁποῖα ἀποζῶσιν ἐξ αὐτοῦ παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα, ζῳύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τήν ἀκαθαρσίαν.{...} 

''Χαλασοχώρηδες'' 

1892

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑΣ





ρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ βγάλη νερό. Ἔρχεται ἡ Σαμαρείτισσα τὴν ἕκτη ὥρα ν’ ἀντλήση νερό, ἀφοῦ σταμάτησε τὸ ὑφάδι της, γιὰ νὰ πάρη νερὸ τὴν ὥρα τῆς ξεκούρασης καὶ ὅπως πολλὲς φορὲς ἀνάφερα τὴν ἕκτη ὥρα. Τοῦτο γιατὶ καὶ ὅταν ἡ Εὔα πάτησε τὴν ἐντολὴ ἦταν ὥρα ἕκτη περίπου. Γι αὐτὸ καὶ Σαμαρείτισσα σώθηκε στὸ πηγάδι αὐτὴν τὴν ἕκτη ὥρα. Ἦρθε ἡ Σαμαρείτισσα ν’ ἀντλήση νερὸ καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ σὰν κάποιο ξένο καὶ μόνο, σὰν ὁδοιπόρο ποὺ ἤθελε ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸν κάματο, καθισμένο κοντὰ στὸ πηγάδι. Εἶδε ἕναν περιφρονημένο ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν λογάριασε καθόλου. Αὐτὸς ὅμως ὁ Θεός, ποὺ ὄλα τὰ γνωρίζει πρὶν δημιουργηθοῦν, ἀφοῦ εἶδε τὸν θησαυρὸ τῆς πίστης ποὺ ἔκρυβε ἡ γυναῖκα τῆς εἶπε «δῶσε μου νὰ πιῶ».

πηγὴ τῆς ζωῆς, καθισμένος κοντὰ στὸ πηγάδι ζητᾶ νὰ πιῆ μὴ θέλοντας νὰ πιῆ ἀλλὰ νὰ δώση. Δῶσε μου νὰ πιῶ, γιὰ νὰ σοῦ δώσω νὰ πιῆς νερὸ ἀφθαρσίας. Γιατὶ ἐγὼ διψῶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Διψῶ ὄχι γιὰ νὰ πιῶ ἀλλὰ γιὰ νὰ ποτίσω. Μιμήθηκα τὸν πατέρα μου· λέει ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ. Δῶσέ μου τὸ γιό σου, πρόσφερέ μου τὸν Ἰσαάκ, τὸ γιό σου τὸν ἀγαπητό, τὸ μονάκριβο. Κάνε μου τον ὁλοκαύτωμα στὸ βουνὸ ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Δὲν τὸ εἶπε αὐτό, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ πάρη τὸ παιδὶ ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤθελε νὰ χαρίση τὸ δικὸ του στὴν οἰκουμένη.

Γράφει ὁ γιὸς τῆς βροντῆς ὁ θεσπέσιος Ἰωάννης: Τόσον ἀγάπησε τὸν κόσμο ὁ Θεός, ὥστε ἔδωσε τὸ μονάκριβό του γιὸ γιὰ νὰ μὴ χαθῆ ὅποιος πιστέψη σ’ αὐτὸν παρὰ νὰ ζήση αἰώνια. Δῶσε μου τὸ μονογενῆ σου γιὰ νὰ χαρίσω στὸν κόσμο τὸν ἀληθινὸ Μονογενῆ. Θυσίασε τὸ γιό σου, ὄχι γιὰ νὰ τὸν θυσιάσης ἀλλὰ γιὰ νὰ θυσιάσω τὸ γιό μου τὸν Μονογενῆ γιὰ σωτηρία τοῦ κόσμου, σὲ μιὰ θυσία ζωντανή, καλόδεχτη, ἅγια. Ὅμοια κι ἐδῶ· δῶσε μου νὰ πιῶ, ὄχι γιὰ νὰ πιῶ ἀλλὰ νὰ ποτίσω.

Καὶ τοῦ λέει ἡ γυναῖκα· πῶς σὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα τὴ Σαμαρείτισσα; Δὲν ὑπάρχουν σχέσεις ἀνάμεσα σὲ Ἰουδαίους καὶ Σαμαρεῖτες. Ἡ γυναῖκα μίλησε μὲ ἀκριβεια. Σ’ αὐτὰ δείχνει τὴν φιλοτιμία της ἡ πόρνη. Σ’ αὐτὰ ἀποδεικνύει τὴν τήρηση τοῦ νόμου. Τέτοιο εἶναι τὸ γένος τῶν Σαμαρειτῶν. Σὲ πορνεῖες μολύνονται καὶ μὲ τὸ νερὸ πιστεύουν καὶ νομίζουν ὅτι καθαρίζονται. Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα τὴν Σαμαρείτισσα. Δὲν συναναστρέφονται οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς Σαμαρεῖτες. Τὴν ψυχὴ ὁλόκληρη τὴν κάνουν ἕνα στίγμα καὶ θαρροῦν ὅτι καθαρίζουν τὸ σῶμα.

τσι κι ἡ Σαμαρείτισσα. Τὴν ψυχή της εἶχε βουτηγμένη στὶς πορνεῖες καὶ φιλονικεῖ γιὰ τὴν πόση λίγου νεροῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς δὲν τὴν ἀποστόμωσε, δὲν τῆς εἶπε ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἀπὸ Θεό· ἐγὼ στερέωσα τὸν οὐρανὸ καὶ θεμελίωσα τὴ γῆ καὶ φιλονικεῖς γιὰ τὸ νερὸ καὶ τὴν πόση του καὶ μάλιστα σύ, γυναῖκα μολυσμένη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες; Τῆς εἶπε τοῦτο· Ἄν ἐγνώριζες τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ λέει «δῶσε μου νὰ πιῶ», θὰ γύρευες ἐσὺ ἀπ’ αὐτὸν καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό.

Εἶδες πῶς σιγὰ-σιγὰ τῆς ξεσήκωσε τὴν ἐπιθυμία λέγοντάς της «ἄν ἤξερες τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ και ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ λέγει δῶσε μου νὰ πιῶ, θὰ τοῦ γύρευες ἐσὺ καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό». Κι ἡ γυναῖκα παρατηρεῖ: Κύριε μήτε κουβὰ ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ· ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις καὶ μάλιστα νερὸ ζωντανό; Μήπως εἶσαι σὺ πιὸ μεγάλος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακώβ, ποὺ μᾶς ἔδωκε αὐτὸ τὸ πηγάδι, ἀπ’ ὅπου ἤπιε καὶ αὐτὸς καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ κοπάδια του; Εἶχε μεγάλη φαντασία ἡ γυναῖκα γιὰ τὸν Πατριάρχη Ἰακώβ (προσέξετε μὲ ἀκρίβεια) εἶχε μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὸν Ἰακώβ ἡ Σαμαρείτισσα κι εἶχε μεγάλη ἰδέα γι’ αὐτὸν τὸν πατριάρχη καὶ δίκαια· γιατὶ ἦταν ὁ πατέρας τῶν δώδεκα πατριαρχῶν· γιατὶ οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ἀκόμα ἐπειδὴ πάλεψε μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀποδείχτηκε δυνατός, ὥστε κι ὁ Θεὸς νὰ τοῦ πῆ· «Ἄφησέ με γιατὶ ἄρχισε νὰ ξημερώνη». Ὁ Θεὸς πάλευε μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἔλεγε. Ἄφησέ με γιατὶ εἶσαι φίλος μου κι ἄρχισε νὰ ξημερώνη. Κι αὐτὸς τοῦ εἶπε· δὲν θὰ σὲ ἀφήσω ἄν δὲ μ’ εὐλογήσης.

Τί σημαίνει αὐτὸ καὶ ποιὸ τὸ νόημα τῆς πάλης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο παρὰ ὅτι ἔμελλε νὰ ντυθῆ τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ τί τοῦ εἶπε ὁ Θεός; Δὲν θὰ σὲ λένε πιὰ Ἰακώβ ἀλλὰ Ἰσραήλ γιατὶ ἔδειξες δύναμη στὴ πάλη σου μὲ τὸν Θεὸ καὶ θὰ φανῆς δυνατὸς στὴν πάλη σου μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Εἶχε λοιπὸν ἡ γυναίκα μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν πατριάρχη. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε στὸν Κύριο. Μήπως εἶσαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακώβ ποὺ μᾶς ἔδωσε τὸ πηγάδι κι ἤπιε ἀπ’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ κοπάδια του. Πρόσεξε τώρα τὴ σοφία τοῦ Κυρίου· πρόσεξε τὴν καλωσύνη τοῦ διδασκάλου.

Δὲν τῆς εἶπε «Ναί, ἐγὼ εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα σας Ἰακώβ· οὔτε τῆς εἶπε, ὅπως εἶπε στοὺς Ἰουδαίους, ἐγὼ ὑπάρχω πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση ὁ Ἀβραὰμ ἤ σᾶς βεβαιώνω ὅτι πολλοὶ βασιλιάδες καὶ δίκαιοι μαζὶ καὶ προφῆτες ἐπιθύμησαν νὰ δοῦν αὐτὰ ποὺ βλέπετε ἐσεῖς καὶ δὲν τὰ εἶδαν. Τίποτ’ ἀπ’ αὐτὰ δὲν λέει στὴν γυναίκα, μόνο διακόπτει τὴν πάλη τὴ σχετικὴ μὲ τὸν πατριάρχη καὶ φανερὰ κάνει τὴ μάχη ἰσχυρότερη. Γιατὶ ἄν τῆς ἔλεγε ναί, εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, γιατὶ ἐκεῖνος ἀπὸ μένα δέχτηκε τὴν εὐλογία κι ἐγὼ τοῦ τὴν ἔδωσα ἀμέσως ἐκείνη μπορεῖ νὰ ἔπαιρνε δρόμο καθὼς δὲν θὰ μποροῦσε ν’ ἀντικρύση τέτοιο ὕψος ἀποκαλύψεων.

Τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν τῆς εἶπε, ἀλλὰ μὲ τὰ φαινόμενα κάνει τὸ πρᾶγμα σαφὲς καὶ ἀκαταμάχητο. Τῆς εἶπε καθένας ποὺ πίνει ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ θὰ διψάση πάλι· ὅποιος ὅμως πιῆ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγὼ δὲ θὰ διψάση στὸν αἰῶνα. Ἀλλὰ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, θὰ γίνη μέσα του πηγὴ νεροῦ ποὺ σκιρτᾶ πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἀναφέρθηκαν τὰ πρόσωπα τοῦ Ἰακὼβ καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἄφησε τὴν πάλη γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ στρέφεται στὴν πάλη ἀνάμεσα στὰ φαινόμενα νερὰ καὶ στ’ ἀφανῆ χαρίσματα.

ν ἔλεγε «ναί, εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Ἰακώβ», ἀμέσως ἐκείνη θὰ ἔφευγε καὶ θὰ πήγαινε στὴν πόλη, θὰ ξεγλυστροῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπάντηση καὶ πρὶν μιλήση θὰ ἔφτανε στὴν πόλη λέγοντας· τοῦτος δὲν εἶναι στὰ καλά του, εἶναι δαιμονισμένος, ἕνας τρελλός, εἶναι ἕνας ξένος ποὺ τὸν χτύπησε φρενίτης, εἶν’ ἕνας καταφρονεμένος, ἰσχυρίζεται πῶς εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας, πιὸ πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνον πολὺ ἔγινε πατέρας τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀποδήμησε φτωχὸς καὶ γύρισε πλούσιος ἀπὸ οἰκονομία Θεοῦ.

λλὰ κατέβαινε στὸ ἐπίπεδο τῆς γυναίκας ὁ Χριστὸς καὶ ὑποχωροῦσε στὴν ἀδυναμία τῆς γυναίκας γιὰ νὰ τὴν ἀνεβάση λίγο-λίγο στὸ ὕψος τῶν δυνατῶν.

κουσε προσεκτικὰ τί κάνουν οἱ ψαράδες. Ρίχουν τὸ ἀγκίστρι στὴ θάλασσα κι ὅταν ἀντιληφθοῦν ὅτι πιάστηκε ψάρι, δὲν τὸ τραβοῦν πρὸς τὰ πάνω ἀμέσως, ἀλλὰ ὑποχωροῦν στὴν ἀρχὴ γιὰ νὰ καταπιῆ ὁλότελα κι ἀνυποψίαστα τὸ δόλωμα. Κι ὅταν καταλάβουν ὅτι ἔχει δεχθῆ τὸ ἀγκίστρι στὰ σπλάχνα μέσα καὶ στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τότε μὲ δύναμη τραβοῦν πρὸς τὰ πάνω τὸ ψάρι αὐτοὶ ποὺ πρῶτα ἦσαν ὑποχωρητικοί. Τό ἴδιο ἔκαμε καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν γυναῖκα.

Δὲν φανέρωσε σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ὀμορφιὰ τῆς θεότητος οὔτε τῆς ἔδωσε ὑποσχέσεις γιὰ μεγάλα ἀγαθά, οὔτε τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπλασε τὸν Ἰακώβ. Ἀλλὰ ἄναψε τὴν ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς της, λέγοντάς της: καθένας ποὺ πίνει ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ διψάση πάλι· ὅποιος ὅμως πιῆ ἀπ’ τὸ νερὸ ποὺ θὰ δώσω ἐγὼ δὲ θὰ διψάση στὸν αἰῶνα. Ἀλλὰ τὸ δικό μου νερὸ θὰ γίνη πηγὴ ποὺ σκιρτᾶ πρὸς τὴν ἀθανασία. Ἄφησε τὴν πάλη τῶν προσώπων καὶ ἦρθε στὴν ἀφθονία τῶν χαρισμάτων ἤ μᾶλλον δείχνει τὴν ὑπεροχὴ τους μέσα στὰ ἴδια τὰ πράγματα. Κι ἡ γυναίκα τοῦ λέει: Κύριε, δῶσε μου αὐτὸ τὸ νερό, νὰ μὴ διψῶ, οὔτε νὰ ἔρχωμαι νὰ βγάζω ἀπὸ τὸ πήγαδι.

Εἶδες πῶς ἀμέσως ἐπίστεψε πώς τὸ νερὸ ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴ γέννηση τῆς δίψας; Κύριε, δῶσε μου αὐτὸ τὸ νερὸ νὰ μὴ διψῶ οὔτε νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ βγάζω ἀπ’ τὸ πηγάδι. Τῆς ξύπνησε λίγο-λίγο τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ πνευματικὰ νάματα. Πίστεψε πώς ἦταν νερὸ ποὺ τὸ ἔπινες καὶ δὲν ξαναδιψοῦσες. Ποὺ τὸ ἔπινες καὶ ἐξαφανιζόταν τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτημάτων. Δῶσε μου Κύριε τὸ νερό, νὰ μὴ διψῶ καὶ νὰ μὴν ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ τὸ βγάζω ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς: Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα. Ἄν ἔχης σύντροφο τῆς ζωῆς σου, ἄς γίνη καὶ στὴν πίστη σου σύντροφος. Μὴν παίρνης μόνη σου τὴ δωρεὰ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων.

Πήγαινε καὶ φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα. Γι αὐτὸ ἦρθα στὴ γῆ, ὄχι γιὰ νὰ σώσω μόνο τὴν Εὔα στὸ πρόσωπο τῆς ἀειπάρθενης Μαρίας καὶ Θεοτόκου ἀλλὰ γιὰ νὰ ξανακαλέσω καὶ τὸν ἄνδρα πίσω στὸ παράδεισο μὲ τὸ πάθος μου. Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα.

Κι ὁ Παῦλος ὀ δάσκαλος τῆς οἰκουμένης μὲ τὴν ἴδια σκέψη γράφοντας στοὺς Κορινθίους ἔλεγε. «Ποῦ ξέρεις γυναῖκα ἄν δὲ σώσης τὸν ἄνδρα σου». Ἄς γυρίσουμε σ’ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν. Πήγαινε φώναξε τὸν ἄνδρα σου κι ἔλα. Τότε λέει ἡ γυναίκα: Δὲν ἔχω ἄνδρα. Ἄρχισε ἡ γυναίκα νὰ ξεσκεπάζη τὶς ἁμαρτίες της. Ἄρχισε νὰ ἐξομολογῆται καὶ νὰ λέη δὲν ἔχω ἄνδρα. Καλὰ εἶπες, τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, δὲν ἔχω ἄνδρα. Εἶχες πέντε καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Αὐτὸ τὸ εἶπες ἀληθινό.

Τί σημαίνει αὐτό; Εἶχες πέντε ἄνδρες κι αὐτὸ ποὺ ἔχεις τώρα δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Ἡ γυναῖκα εἶχε κάμει πέντε συζύγους καὶ πέθαναν· ὕστερ’ ἀπ’ αὐτοὺς ἔγινε πόρνη. Γι’ αὐτὸ κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ τὴν πλησιάση σὰ νόμιμη γυναῖκα. Κι αὐτὴ μὴ μπορῶντας νὰ χαλιναγωγίση τῆς ὁρμές της, εἶχε κρυφὰ αὐτὸν ποὺ πόρνευε μαζί της. Καὶ δὲν ἦταν γνωστὴ οὔτε ἀναγνωρισμένη πόρνη, συζοῦσε κρυφά μὲ κάποιον. Ἐνόμιζε ὅτι ὁ Χριστὸς, σὰν ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ πλανηθῆ καὶ τοῦ ἔλεγε, ὅτι δὲν ἔχω ἄνδρα. Ὁ Χριστὸς, ποὺ γνωρίζει τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ πάντα πρὶν ἀκόμη γίνουν, τῆς λέει: Καλὰ εἶπες ὅτι δὲν ἔχω ἄνδρα· ἔλαβες πέντε κι αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα δὲν εἶναι σύζυγός σου. Αὐτὸ τὸ εἶπες ἀληθινά.

Τοῦ λέει ἡ γυναίκα. Κύριε, νομίζω πὼς εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας τελοῦν τὴ λατρεία τους σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς οἱ Ἰουδαῖοι λέτε, ὅτι ὁ τόπος τῆς λατρείας εἶναι τὰ Ἱεροσόλυμα. Ποιὸν προφήτη ἐννοεῖς γυναίκα; Αὐτὸν γιὰ τὸν ὁποῖον ἔγραψε ὁ Μωϋσῆς· ὅτι κάποιον προφήτη σὰν κι ἐμένα γιὰ χάρη σας θὰ παρουσιάση ὁ Κύριος ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας ἤ κάποιον ἄλλο; Αὐτὸν γυναῖκα ἐννοεῖς ὅτι ξεσκεπάζει τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς. Ἀφοῦ εἶδε νὰ γίνεται ἡ ἀποκάλυψη τῶν ἁμαρτημάτων της ἀπὸ τὸν Κύριο, διαπιστώνει· Κύριε νομίζω πὼς εἶσαι προφήτης. Ἦταν τὸ ἴδιο σὰν νἄλεγε τὴ φράση τοῦ Δαυίδ· καθάρισέ με ἀπὸ τὶς μυστικὲς ἁμαρτίες μου.

Καθόταν ὁ Θεὸς καὶ μιλοῦσε μὲ τὴ γυναίκα. Τί πολλὴ φιλανθρωπία. Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὶς ράχες τῶν χερουβείμ συνομιλεῖ μὲ μίαν πόρνη. «Νομίζω πώς εἶσαι προφήτης». Οἱ πατέρες μας ἔκαναν τὴ λατρεία τους σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ τόπος τῆς λατρείας εἶναι στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ πόρνη ἀνοίγει συζήτηση δογματικὴ κι ἀφοῦ νόμισε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι προφήτης δὲν ρώτησε τίποτε βιοτικό. Τὸν παραδέχτηκε σὰν Κύριο καὶ δὲν ζήτησε χρηματικὴ περιουσία. Τὸν παραδέχεται Κύριο καὶ δὲν ζητᾶ τίποτα παραπάνω ἀπὸ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς προγονικῆς πίστης. Οἱ πατέρες μας προσκυνοῦσαν σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ τόπος ποὺ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε εἶναι στὰ Ἱεροσόλυμα. Γιατὶ στὸ βουνὸ ἐκεῖνο τὸ Σώμωρ, ὁ Ἀβραὰμ πρόσφερε στὸ Θεὸ θυσία τὸ γυιό του καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰακώβ κατεβαίνοντας στὸ Λάβαν ἀπὸ τὴ Συρία εἶδε στ’ ὄνειρό του τὴ σκάλα ποὺ ἔφτανε ἀπὸ τὴ γῆ ὡς τὸν οὐρανὸ καὶ πάλεψε μὲ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγε «ὁ Θεὸς μοῦ παρουσιάστηκε στὴ Λούσα».

Γι’ αὐτὸ ἡ γυναίκα καταπιάνεται μὲ δόγματα καὶ λέει: «Νομίζω Κύριε, πὼς εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας προσκύνησαν σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ καὶ σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος ποὺ πρέπει νὰ προκυνοῦμε. Κι ὁ Κύριος ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἀντάξια σοφία του. Ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν θεωροῦσε Ἰουδαῖο κι ἐκείνη ἦταν Σαμαρείτισσα δὲν θέλησε ν’ ἀπαντήση στὴν ἐρώτησή της γιὰ νὰ μὴ διαψεύση τὸ λόγο καὶ νὰ μὴν πεισμώση τὴ γυναῖκα. Γιατὶ δὲν ἐπιδίωκε τιποτ’ ἄλλο παρὰ ἤθελε νὰ ὁδηγήση τὴ γυναῖκα στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τῆς ἔδωσε κάποια ἀπότομη ἀπάντηση, γιὰ νὰ μὴ διαψεύση καὶ νὰ μὴν ντροπιάση τὴ Σαμαρείτισσα.

ν τῆς ἔλεγε ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος τῆς λατρείας, ὅπως εἶχε ὁρίσει στοὺς Ἱσραηλῖτες ὁ Μωυσῆς, θὰ τὴν ἔκανε νὰ πεισματωθῆ. Ἐπειδὴ ὅπως εἴπαμε, κρατοῦσε μιὰ παλιὰ ἰδέα γιὰ τὸ ὅρος στὰ Σίκιμα, ὅτι σ’ αὐτὸ εἶχε λάβει ὁ Ἀβραάμ ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ θυσιάση τὸν Ἰσαάκ. Κι ἄν πάλι ἀπὸ θέληση συγκαταβάσεως ἔλεγε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὄρος καὶ καλὰ κάμετε σ’ αὐτὸ τὴ λατρεία σας, πάλι θὰ ἦταν ψεύτικη βεβαίωση.

Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ ἄφησε καὶ τὰ δύο αὐτὰ καθοδηγεῖ τὴ γυναῖκα στὴν πνευματικώτερη λατρεία καὶ τῆς λέει: Γυναῖκα, πίστεψέ με, ὅτι ἔρχεται στιγμὴ καὶ εἶναι καὶ τώρα, ὁπότε οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα δὲ θὰ προσκυνήσουν τὸ Θεό, ἀλλὰ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ θὰ τοῦ ἀποδώσουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή. Τέτοιους προσκυνητὰς ζητεῖ ὁ Πατέρας. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ οἱ προσκυνηταί του πρέπει νὰ τοῦ ἀποδίδουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή.

Βλέπετε διδασκαλία ἔξοχη, βλέπετε σοφία δασκάλου ἐφευρετικοῦ. Γυναίκα, πίστεψε τὸ λόγο μου. Προσέξετε πὼς οἰκοδομεῖ τὴν πίστη τῆς γυναίκας. Προσέξετε πὼς λίγο-λίγο ἀνεβάζει ἀνάλαφρα τὴν φυσή της στὸν οὐρανό. Χωρὶς νὰ λογαριάζη τὴν περιβολὴ τῆς πόρνης, γίνεται διάκονος τῆς ψυχικῆς της σωτηρίας. Γιατὶ δὲν ἦρθε νὰ καλέση σὲ μετάνοια τοὺς δίκαιους ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Γιατὶ κατέβηκε στὸν κόσμο γιὰ τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο, ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, μένοντας συνάμα αὐτὸς ποὺ ἦταν, χωρὶς νὰ στερήση τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ τὸν πατρικὸ κόλπο. Γυναίκα, πίστεψέ με, ἔρχεται στιγμὴ καὶ εἶναι καὶ τώρα, ὁπότε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταί, θ’ ἀποδώσουν στὸν πατέρα λατρεία πνευματικὴ κι ἀληθινή. Γιατὶ τέτοιους θέλει ὁ Θεὸς ἐκείνους ποὺ τὸν λατρεύουν. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα κι αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή.

Δὲν περιορίζεται σὲ λόγια ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἁπλώνεται παντοῦ ἡ ἐπίγνωση τῆς Θείας Χάρης. Δὲν οἰκειοποιοῦνται πιὰ Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες τὸ σύμβολο τοῦ νόμου. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ προσκυνοῦν τὸ Θεὸ πρέπει νὰ προσφέρουν λατρεία πνευματική καὶ ἀληθινή. Ὄχι λατρεία μὲ ὁλοκαυτώματα ξένα ἀπὸ μᾶς, μόσχους καὶ κριάρια. Ὄχι πιὰ περιτομὴ καὶ τήρηση τοῦ Σαββάτου. Ὄχι Ναὸς τοῦ Σολομῶντος καὶ βωμὸς καὶ τράγος ἀποδιοπομπαῖος κι ἅγια τῶν ἁγίων. Ὄχι πιὰ σκιὰ τοῦ νόμου καὶ λατρεία καὶ Σάββατα ποὺ ἔχουν διαψευσθῆ. Γιατὶ τὶς πρωτομηνιὲς σας καὶ τὰ Σάββατα, λέει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτου, καὶ τὴ μεγάλη ἡμέρα δὲν τὰ ἀνέχομαι. Τὴ νηστεία καὶ τὴ σχόλη σας τὶς μισεῖ ἡ ψυχή μου. Οἱ προσκυνηταὶ θὰ πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουν λατρεία ἀληθινή. Ὅλα ἐκεῖνα σὰ σκιὰ ἔχουν περάσει. Τὰ παλιὰ πέρασαν, ὅλα τώρα ἔγιναν καινούργια. Ἄλλαξε ἡ σειρὰ τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ συγκεντρώνωνται σ’ ἕνα τόπο αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὸν Θεό. Τὰ δῶρα τῆς σωτηρίας θέλω νὰ τὰ ἐπεκτείνω σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἡ λαλιά τους ἁπλώθηκε σ’ ὅλη τὴ γῆ, σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεὸς κι αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουν λατρεία πνευματικὴ καὶ ἀληθινή.

Τοῦ λέει ἡ γυναίκα· Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται Χριστός. Ὅταν ἔρθη ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ φανερώση ὅλα. Ἡ πόρνη φιλοσοφεῖ ζητήματα πνευματικά, φέρνει στὸ στόμα της τὶς Θεῖες Γραφές. Κι ἄν τὸ σῶμα της ἔχη βουτυχθῆ στὴν ἀκαθαρσία τῆς πορνείας, ἡ ψυχή της ἔχει καθαρισθῆ μὲ τὴν ἀναφορὰ καὶ τὴν ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν. Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Μεσσίας σημαίνει ὁ ἀλειμμένος. Γιὰ τοῦτο ἡ γυναῖκα λέει, προσδοκῶ τὸν ἀλειμμένον, αὐτὸν ποὺ ἡ σάρκα του θὰ ἀλειφθῆ μὲ τὴ Θεότητα. Ἐκεῖνος ὅταν ἔρθη θὰ μᾶς, τὰ φανερώση ὅλα. Ἰδοὺ πνευματικὴ προκοπή, ἰδοὺ πόρνη ποὺ τὰ γνωρίζει ὅλα. Προσέξετε πῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς πέταξε στοὺς οὐρανούς. Μεσσία ἀποκαλεῖ τὸν Χριστὸ ποὺ ἀποστέλλεται καὶ ἀναμένεται, ἐκεῖνον ποὺ ἔρχεται γιὰ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ εἶναι προφήτης καὶ κύριος.

Δὲν τὸν χαρακτηρίζει πιὰ Ἰουδαῖο, δὲν κάνει διάκριση στὸ νὰ τοῦ δώση νερό, δὲν τοῦ λέει πιά· πῶς σὺ Ἰουδαῖος, ζητᾶς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα τὴ Σαμαρείτισσα; Δὲν συναναστρέφονται οἱ Σαμαρεῖτες μὲ τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ τοῦ λέει· Κύριε, βλέπω πὼς εἶσαι προφήτης. Καὶ πάλι ἀσχολεῖται μὲ δόγματα. Οἱ πατέρες μας στὸ βουνὸ τοῦτο προσκύνησαν καὶ σεῖς ὑποστηρίζεται ὅτι εἶναι στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ τόπος ποὺ πρέπει νὰ προσφέρεται ἡ λατρεία. Προσέξετε πῶς ἁρπάζει τὴ δωρεὰ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων. Προσέξετε πὼς ὅλα τὰ ἐκθέτει μὲ τεκμηρίωση ἀπὸ τὴ Γραφή. Ξέρω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, ποὺ τὸν λένε Χριστό· ὅταν ἔρθη αὐτὸς θὰ μᾶς τὰ φανερώση ὅλα. Αὐτὸν ἀναζητῶ, αὐτὸν προσδοκῶ, αὐτὸν περιμένω νὰ ὑποδεχθῶ. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ εἶμαι. Μεγάλα καὶ παράδοξα θαύματα. Αὐτὸ ποὺ σὲ πολλοὺς ἀποστόλους ἔκρυψε στὴν πόρνη ἀποκαλύπτει φανερά.




Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ




συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ ἐκπλήσσει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐκπλήσσεται, πρέπει νὰ διερωτηθεῖ, ἂν πράγματι συνάντησε τὸν Χριστό, ἂν αἰσθάνθηκε τὴν ἀληθινὴ παρουσία του. Ἡ ἔκπληξη αὐτή δὲν εἶναι ἀνεξήγητη, οὔτε παράλογη, ἀλλά κατανοητὴ καὶ λογική. Εἶναι κάτι πού δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν συνάντηση τοῦ φυσικοῦ μὲ τὸ ὑπερφυσικό, τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ ἀπόλυτο, τοῦ πρόσκαιρου μὲ τὸ αἰώνιο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πού κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου συναντιέται μὲ τὸν Κύριο τῆς ζωῆς ὅταν τὸ κτίσμα ἀντικρύζει τὸν κτίστη του, ἀναδύονται ἀσύμμετρες σχέσεις, δημιουργοῦνται ἀπροσδόκητες ἐκπλήξεις. Καὶ οἱ ἐκπλήξεις αὐτές γίνονται συγκλονιστικότερες, ὅταν ὁ Κύριος ταπεινώνεται μπροστὰ στὸ κτίσμα, γιὰ νὰ τὸ ὑπηρετήσει. Οἱ ἐκπλήξεις μάλιστα ἐδῶ δὲν περιορίζονται στὴν φύση τῶν πραγμάτων, ἀλλά ἐπεκτείνονται καὶ σὲ λεπτομερειακὲς μορφές τους.


Στὴν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα πρώτη ἔκπληξη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ διάλογος πού συνάπτεται μεταξύ τους. Ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται στὴν Σαμαρείτιδα καὶ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ πιεῖ. Αὐτή ἐκπλήσσεται καὶ ρωτάει: «Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὤν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; Οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις». Ἡ ἔκπληξη εἶναι διπλὴ ἢ μᾶλλον πολλαπλή: Πῶς ἕνας Ἰουδαῖος, ὁ Ἰησοῦς, ἀπευθύνεται σὲ ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν Σαμάρεια; Ἀλλὰ καὶ ἀκόμα περισσότερο, πῶς συνομιλεῖ μὲ μιὰ γυναίκα, καὶ μάλιστα διαβεβλημένη, ὅπως καλῶς ὁ ἴδιος γνωρίζει; Καὶ τέλος, πῶς στὴν γυναίκα αὔτην ἀποκαλύπτει τὴν ὑψηλότερη καὶ βαθύτερη ἀλήθεια τοῦ μεσσιανικοῦ του κηρύγματος;


Κάθε ἔκπληξη πού δοκιμάζουμε ὀφείλεται στὴν συνάντηση μὲ κάτι καινούργιο· στὴν φανέρωση κάποιας πραγματικότητας, κάποιου προσώπου, κάποιας ἀλήθειας πού ὡς τότε ἀγνοούσαμε. Ὀφείλεται δηλαδὴ σὲ κάποια ἀποκάλυψη. Αὐτό παρατηροῦμε καὶ στὴν περίπτωση τῆς συναντήσεως πού ἐξετάζουμε. Ἡ Σαμαρείτιδα ἐκπλήσσεται ἀπὸ τὴν παρουσία ἑνὸς’Ἰουδαίου, πού σπάζει τοὺς φραγμοὺς τῆς ἀκοινωνησίας μὲ τὴν φυλή της καὶ συνδιαλλέγεται μαζί της· ζητάει νερὸ γιὰ νὰ πιεῖ. Καὶ πρὶν συνέλθει ἀπὸ τήν ἔκπληξη αὐτή, δοκιμάζει μιὰ ἀκόμα μεγαλύτερη. Ἀκούει ὅτι αὐτός πού ζητάει τὸ νερὸ εἶναι σὲ θέση νὰ τῆς προσφέρει ὁ ἴδιος «ὕδωρ ζῶν». Ἡ ἔκπληξη ὅμως αὐτή δὲν προκλήθηκε ἀπὸ κάποια νέα ἀποκάλυψη, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἀπορία πού τῆς δημιουργήθηκε. -Κύριε, λέει ἡ γυναίκα, ἐσὺ δὲν ἔχεις οὔτε κουβά, καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπὸ πού ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν;

«δωρ ζῶν» εἶναι τὸ τρεχούμενο νερό. Τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ δὲν εἶναι τρεχούμενο. Δὲν εἶναι ἑπομένως «ὕδωρ ζῶν». Παραταῦτα ἡ Σαμαρείτιδα δὲν ἀπορεῖ γι’ αὐτό σκέφτεται ἀκόμα τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Δὲν πάει ὁ νοῦς της σὲ κάποιο τρεχούμενο νερό. Ἀλλὰ καὶ ἂν σκεφτόταν τέτοιο νερό, δὲν θὰ εἶχε καταλάβει τί ἐννοοῦσε ὁ Χριστός. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ Χριστὸς λέγοντας «ὕδωρ ζῶν» δὲν ἐννοοῦσε κάποιο τρεχούμενο νερὸ πού σβήνει προσωρινὰ τὴν σωματικὴ δίψα, ἀλλά νερὸ πού δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ἀστείρευτη πηγὴ αἰώνιας ζωῆς. Νερὸ πού ἀφανίζει τὸν θάνατο. Ἡ Σαμαρείτιδα, νομίζοντας ὅτι κατάλαβε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ζήτησε νὰ τῆς δώσει τὸ μαγικὸ αὐτό νερό, γιὰ νὰ λύσει τὸ κοπιαστικὸ ἔργο τῆς ὑδρεύσεώς της. «Κύριε, λέει, δῶσε μου τὸ νερὸ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ διψῶ καὶ νὰ μὴν ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ κουβαλῶ νερό». Ἡ γυναίκα πίστεψε πώς βρῆκε μιὰ εὔκολη λύση γιὰ τὸ πρόβλημά της. Ὁ Χριστὸς τῆς μίλησε γιὰ νερὸ πού ἀναβλύζει μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ γίνεται πηγὴ αἰώνιας ζωῆς. Ἐκείνη φαντάστηκε νερὸ φυσικό, πού θὰ τὸ πιεῖ μιὰ φορὰ καὶ δὲν θὰ ξαναδιψάσει οὔτε θὰ χρειάζεται νὰ πηγαίνει στὸ πηγάδι γιὰ νερό.


σο ὁ ἄνθρωπος περιορίζεται στὴν ἐγκοσμιότητα, δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει αἰώνιες ὑπερβατικὲς ἀλήθειες. Μπορεῖ νὰ ἐκπλήσσεται, νὰ ἀπορεῖ, νὰ θαυμάζει. Μπορεῖ ἀκόμα νὰ περιμένει μαγικὲς λύσεις. Ἀλλὰ παραμένει ἐγκλωβισμένος στὸν αἰσθητὸ κόσμο, δεσμευμένος ἀπὸ τὴν φυσικὴ ἀμεσότητα. Ἀσχολεῖται μὲ τὰ προβλήματα τῆς καθημερινότητας. Ὁ νοῦς του δὲν πηγαίνει πέρα ἀπὸ αὐτά. Δὲν λειτουργοῦν οἱ πνευματικές του αἰσθήσεις. Ἀκόμα καὶ ἂν ἀκούσει κάτι πού ὑπερβαίνει τὴν αἰσθητή ἀμεσότητα, κάτι πού βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὴν ἐγκοσμιότητα, τὸ ἀντιλαμβάνεται αἰσθητικὰ καὶ κοσμικά. Ἔχει ἀναζητήσεις, δοκιμάζει ἐκπλήξεις, δέχεται ἀποκαλύψεις, ἀλλά κινεῖται πάντοτε μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Σκέφτεται, ἀντιλαμβάνεται καὶ ζεῖ ὑποταγμένος στὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.


Τὸ φράγμα, στὸ ὁποῖο προσκρούει καὶ σταματᾶ κάθε σκέψη καὶ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, κάθε ἔκπληξη πού δοκιμάζει ἢ ἀποκάλυψη πού γνωρίζει, εἶναι τὸ φράγμα τοῦ θανάτου. Καμιὰ ἀνακάλυψη, καμιὰ ἐφεύρεση, καμιὰ τέχνη ἢ φιλοσοφία δὲν μπορεῖ νὰ σπάσει τὸ φράγμα αὐτό. Ὅλα, ὅσα τοῦ γίνονται γνωστὰ ἢ προσιτά, βρίσκονται «ἐντεῦθεν» τῶν ὁρίων τοῦ θανάτου. Ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου δὲν γίνεται μὲ τὴν λογικὴ ἢ τὴν διαλεκτική, μὲ τὴν ἐπιστήμη ἢ τὴν μαγεία. Ὅλα αὐτά ἐξυπηρετοῦν ἐνδοκόσμιες ὑποθέσεις. Ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου γίνεται μὲ τὸ θαῦμα· μὲ τὸ κατεξοχὴν θαῦμα πού εἶναι ἡ ἀνάσταση. Γι’ αὐτό ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ κατεξοχὴν ἀποκάλυψη, ἢ ἀκριβέστερα ἡ μόνη ἀληθινὴ ἀποκάλυψη, γιατί ἀνοίγει στὸν ἄνθρωπο μιὰ ἐντελῶς καινούργια πραγματικότητα. Γι’ αὐτό καὶ κάθε θαῦμα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ «σημεῖον», δηλαδὴ δείκτη πού παραπέμπει τὸν ἄνθρωπο «ἐκεῖθεν» τῶν ὁρίων τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, στὴν ἀνάσταση, στὴν αἰωνιότητα.


σο ἡ Σαμαρείτιδα συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό, δὲν καταλάβαινε οὐσιαστικά τὰ λόγια του. Ἐκεῖνος μιλοῦσε στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτή μετέφερε αὐτόματα ὅσα ἄκουε στὸ ἐπίπεδο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς. Δὲν ὑπῆρχε σημεῖο συναντήσεως. Τὸ σημεῖο αὐτό δημιουργήθηκε μὲ τὸ «σημεῖον»-θαῦμα, πού τῆς ἀποκάλυψε ὁ Χριστός. Τῆς εἶπε: «Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου καὶ ἔλα ἐδῶ». Ἐκείνη ἀπάντησε: «Δὲν ἔχω ἄνδρα». Τότε τῆς εἶπε ὁ Ἰησοῦς: «Καλὰ εἶπες πῶς δὲν ἔχεις ἄνδρα. Γιατί εἶχες πέντε ἄνδρες, καὶ αὐτός πού ἔχεις τώρα δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Ἀληθινὸ ἦταν αὐτό πού εἶπες». Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ μετακίνησε τὴν Σαμαρείτιδα σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. Φανέρωσε μπροστά της μιὰ νέα δυνατότητα, πού δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν λογικὴ ἀναγκαιότητα. Τῆς ἄνοιξε τὴν προοπτικὴ κατακόρυφης θέασης καὶ ἀναφορᾶς. Τότε ἡ γυναίκα ἄφησε τὸ βιοτικὸ πρόβλημα τοῦ νεροῦ, ἢ ἀκριβέστερα τὸ ξέχασε τελείως, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν συνέχεια τῆς ἀφηγήσεως, καὶ ζήτησε νὰ λύσει ἕνα ἄλλο πρόβλημα, νὰ κορέσει μιὰν ἄλλη δίψα, τὴν μεταφυσικὴ δίψα της.


Λέει: «Κύριε, βλέπω ὅτι εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας λάτρεψαν τὸν Θεὸ στὸ βουνὸ αὐτό, ἐνῶ ἐσεῖς λέτε ὅτι τὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος, ποὺ πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός». Καὶ τότε δέχεται τὴν μεγάλη ἀποκάλυψη: «Ἔρχεται ὥρα, καὶ ἤδη ἦρθε, ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς θὰ λατρεύσουν τόν Πατερα «ἐν Πνεύματι καὶ Ἀληθεία. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν Πνεύματι καὶ Ἀληθεία δεῖ προσκυνεῖν». Ὁ ἄνθρωπος γίνεται αὐτό πού πιστεύει καὶ λατρεύει. Ὅταν πιστεύει καὶ λατρεύει «ἐν Πνεύματι καὶ Ἀληθεία» τὸν Θεό, γίνεται καὶ αὐτός ὡς ἕνα βαθμὸ ὅμοιός του· γίνεται πνευματικὸς καὶ ἀληθινός. Τότε ξεπηδᾶ ἡ θρησκευτικὴ πίστη τῆς γυναίκας καὶ λέει: «Ξέρω ὅτι θὰ ἔρθει ὁ Μεσσίας, δηλαδὴ ὁ Χριστός. Ὅταν ἔρθει ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ ἐξηγήσει ὅλα». Καὶ ὁ Ἰησοῦς τῆς λέει: «Ἐγώ εἰμὶ ὁ λαλῶν σου».


ἀποκάλυψη πού δέχθηκε ἡ Σαμαρείτιδα συνέπεσε μὲ μιὰ ἔκπληξη πού δοκίμασαν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, πού ἔφτασαν τότε ἐκεῖ. Αὐτοί ἀπόρησαν, πῶς ὁ Διδάσκαλός τους μιλοῦσε μὲ τὴν γυναίκα ἐκείνη. Καὶ ἡ ἔκπληξή τους αὐτή ἦταν ἕνα χρήσιμο «σημεῖο». Ἦταν μιὰ προετοιμασία, πού θὰ τοὺς βοηθοῦσε νὰ καταλάβουν ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο πού θὰ κηρύξουν ὑπερβαίνει καὶ τὰ πιὸ αὐστηρά φυλετικά, κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ ὅρια. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐπιδίδεται στὶς βιοτικές του μέριμνες, μένει προσηλωμένος στὰ ἐγκόσμια καὶ λησμονεῖ τὶς βαθύτερες ἀνάγκες του. Ὅταν ὅμως ἀπὸ κάποια αἰτία ξυπνᾶ ἡ βαθύτερη πνευματικὴ ἀνησυχία του καὶ διαπιστώνει ὅτι βρίσκει τὴν ἀπάντηση στὸ λησμονημένο καὶ συχνὰ ἀπωθημένο ὑπαρξιακὸ ἐρώτημα τῆς καρδιᾶς του, τότε λησμονεῖ τὶς καθημερινὲς ἀνάγκες του καὶ ἀπωθεῖ τὶς βιοτικές του μέριμνες.

«φησε ἡ γυναίκα τὴν στάμνα της ἐκεῖ, πῆγε στὴν πόλη καὶ εἶπε στοὺς ἀνθρώπους. Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα στὴν ζωή μου. Μήπως αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας;» Προφανῶς ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε πεισθεῖ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας. Αὐτό ἄλλωστε ἤθελε νὰ ἀναγγείλει στοὺς συμπολίτες της. Ἤθελε νὰ τοὺς καταστήσει κοινωνοὺς τῆς μεγάλης χαρᾶς της. Ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος θὰ ἤθελε ἴσως νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ καὶ ἀπό τούς ἄλλους γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς κοινῆς προσδοκίας τους. Καὶ ἡ ἐπιβεβαίωσή της αὐτή ἔγινε μὲ τὴν ἐμπειρία πού ἀπεκόμισαν οἱ συμπολίτες της ἀπὸ τὴν συνάντησή τους μὲ τὸν Ἰησοῦ. Μοιρασμένη χαρά, διπλὴ χαρά. Χαρὰ πού ἀνήκει σὲ ὅλους καὶ στὸν καθένα. «Οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιάν πιστεύομεν αὐτοί γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι αὐτὸς ἐστὶν ἀληθῶς ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός».


πραγματικὴ πίστη δὲν στηρίζεται στὴν ἀκοή ἢ τὴν πληροφορία ἀλλά στὴν προσωπικὴ ἐμπειρία. «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος», λέει ὁ Ψαλμωδός. «Ἔρχου καὶ ἴδε», εἶπε ὁ Φίλιππος στὸν Ναθαναήλ». Ἂν δὲν δεῖς τὸν Θεὸ μέσα στὴν ζωή σου, λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μὴν περιμένεις νὰ τὸν δεῖς μετὰ τὸν θάνατό σου. Ἐδῶ ἑτοιμάζονται τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια, μὲ τὰ ὁποῖα γίνεται αἰσθητὸς ὁ Θεὸς καὶ ὁ πλοῦτος τῆς Βασιλείας του. Ἰδιαίτερα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχασε τὰ πνευματικὰ αἰσθητήριά του καὶ παραμένει ἄσχετος πρὸς τὴν πνευματικὴ πραγματικότητα. Ἔχασε ἐν πολλοῖς καὶ τὴν αἴσθηση τῆς ἐκπλήξεως, τῆς καθημερινῆς ἐκπλήξεως, γιατί μηχανοποίησε τὴν ζωή του καὶ τὴν μετέτρεψε σὲ ἀνιαρὴ ρουτίνα. Ὅπως εἶναι ὀλέθριο γιὰ τὸν ἱερέα νὰ συνηθίσει τὴν Θεία Λειτουργία καὶ τὶς λατρευτικές τελετὲς πού τελεῖ, ἔτσι εἶναι ὀλέθριο γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο νὰ συνηθίσει τὴν καθημερινή ζωή του καὶ νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς εὐκαιρίες καὶ τὶς ἐκπλήξεις της.


ἀνθρώπινη ζωὴ εἶναι μία ἰσόβια λειτουργία. Καὶ εἶναι γεμάτη μὲ μικρότερες ἤ μεγαλύτερες ἐκπλήξεις, θετικὲς καὶ ἀρνητικές· θετικές, ποὺ τὶς βλέπουμε πολλὲς φορὲς ἀρνητικά, ἀλλά καὶ ἀρνητικές, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὶς δοῦμε καὶ νὰ τὶς ζήσουμε θετικά. Ὅποιος διατηρεῖ κάπως τὸ «ὕδωρ ζῶν», πού ἐνσταλάχθηκε μέσα του κατὰ τὸ Βάπτισμα, μπορεῖ νὰ ζεῖ τὴν καθημερινότητά του δημιουργικὰ μὲ ὅλες τὶς θετικὲς καὶ τὶς ἀρνητικὲς ἐκπλήξεις της, ξεδιψώντας μὲ τὸ «ὕδωρ ζῶν»· ἀφομοιώνοντας τὴν ἀλήθεια τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ δίνοντας νόημα καὶ περιεχόμενο στὴν προσκαιρότητα.



https://www.imaik.gr



Γιώργος Μαντζαρίδης