«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Σάββατο 27 Ιουνίου 2026
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ»
(Ματθ. η’ 5-13)
Όταν ο άνθρωπος δεν έχει μεγάλη ταπείνωση, πραότητα, υποταγή και υπακοή στο Θεό, πώς μπορεί να σωθεί; Πώς θα μπορούσε να σωθεί ένας άπιστος κι αμαρτωλός άνθρωπος, όταν κι ο δίκαιος «μόλις σώζεται» (Α’ Πέτρ. δ’ 18); Το νερό δε μαζεύεται στα ψηλά κι απόκρημνα βουνά, αλλά σε χαμηλά, επίπεδα και βαθιά μέρη. Το έλεος του Θεού δεν κατοικεί στους υπερήφανους, που κομπάζουν και αντιτίθενται στο Θεό, αλλά στους ταπεινούς και τους πράους, που η καρδιά τους είναι ταπεινωμένη κι ειρηνική, που είναι υποταγμένοι στο μεγαλείο του Θεού κι υπάκουοι στο θέλημά Του.
Όταν κάποια αρρώστια προσβάλλει ένα κλήμα που έχει φυτέψει ο οικοδεσπότης και το φροντίζει προσεκτικά για χρόνο πολύ, το κόβει και το καίει και στη θέση του φυτεύει ένα αγριόκλημα. Όταν οι γιοι ξεχνούν την αγάπη του πατέρα τους κι επαναστατούν εναντίον του, τί θα τους κάνει; Θ’ απομακρύνει τα παιδιά από το σπίτι του και στη θέση τους θα προσλάβει μισθωτούς. Όπως συμβαίνει στη φύση, έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους. Λένε οι άπιστοι: Έτσι γίνεται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης και τους νόμους των ανθρώπων. Οι πιστοί όμως δε μιλάνε έτσι. Εκείνοι τραβούν το παραπέτασμα των φυσικών και των ανθρώπινων νόμων, ατενίζουν με φλογερά μάτια το μυστήριο της αιώνιας ελευθερίας και μιλούν διαφορετικά.
Λένε: Έτσι γίνεται με το θέλημα του Θεού και για το καλό μας. Ο Θεός τα γράφει αυτά με το χέρι Του. Εκείνοι που μπορούν να διαβάζουν αυτά που χαράζει ο Θεός με φωτιά και πνεύμα τόσο στη φύση όσο και στους ανθρώπους, μόνο αυτοί θα καταλάβουν τη σημασία τους. Εκείνοι που μπροστά στα μάτια τους η φύση κι η ανθρώπινη ζωή ανακατεύονται όπως ένας μεγάλος σωρός από γράμματα, χωρίς πνεύμα και νόημα, λένε πως όλα είναι «τυχαία». «Όλα όσα βλέπουμε γύρω μας, λένε, έγιναν τυχαία». Με αυτό εννοούν πως όλος αυτός ο σωρός με τα γράμματα κινείται κι ανακατεύεται από μόνος του, κι απ’ αυτή την ανόητη μίξη προκύπτει το ένα γεγονός ή το άλλο. Αν ο Θεός δεν ήταν ελεήμων και εύσπλαχνος, θα γελούσε μ’ αυτούς τους ερμηνευτές του κόσμου και της ζωής.
Υπάρχει όμως και κάποιος που γελάει και χαίρεται με την ανοησία αυτού του συλλογισμού: το πονηρό πνεύμα, ο εχθρός της ανθρώπινης φύσης, που δεν έχει ούτε έλεος ούτε συμπάθεια προς τον άνθρωπο. Όταν μια χήνα περιπλανιέται σ’ έναν πολύχρωμο τάπητα που είναι απλωμένος σε λιβάδι, ίσως σκεφτεί πως όλ’ αυτά τα σχέδια και τα χρώματα του τάπητα βρέθηκαν εκεί τυχαία, πως ο τάπητας ξεπήδησε ξαφνικά από τη γη, όπως το γρασίδι – κατά το σκεπτικό της χήνας. Η υφάντρα όμως, που ύφανε και έβαψε τον τάπητα, γνωρίζει πως δε βρέθηκε τυχαία εκεί. Ξέρει τι σημαίνει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου και των χρωμάτων, γιατί τα σχέδια και τα χρώματα παρουσιάζονται με τον τρόπο που έχουν συνδυαστεί. Μόνο η υφάντρα μπορεί να διαβάσει και να εξηγήσει τον τάπητα, εκείνη που τον ύφανε με το χέρι της, καθώς κι εκείνοι στους οποίους το διηγείται. Το ίδιο κάνουν κι οι άπιστοι.
Περιφέρονται γύρω από τον πανέμορφο τάπητα του κόσμου και λένε πως όλα έγιναν «τυχαία». Ο Θεός μόνο, που ύφανε αυτόν τον κόσμο, γνωρίζει τη σημασία που έχει κάθε κλωστή στο στημόνι και στο υφάδι, καθώς και κείνοι στους οποίους Εκείνος το αποκαλύπτει. Ο Ησαΐας είδε και έγραψε: «Κύριος Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος και ολιγοψύχοις διδούς μακροθυμίαν και διδούς ζωήν τοις συντετριμμένοις την καρδίαν» (Ησ. νζ’ 15). Ο Θεός βρίσκεται στη γη ανάμεσα σε κείνους που έχουν καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην. Ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστήρια του κόσμου και της ζωής σ’ εκείνους στους οποίους «ενοικεί». Σ’ αυτούς εξηγεί τα πνευματικά βάθη όλων εκείνων που ο ίδιος έγραψε μέσα από τα πράγματα και τα γεγονότα. Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωϋσής κι ο Δαβίδ είχαν συντετριμμένη καρδιά, ταπεινό πνεύμα.
Γι’ αυτό κι ο Θεός κατοικούσε μέσα τους και υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί τους και με τους απογόνους τους, εφόσον εκείνοι εξακολουθούν να έχουν συντετριμμένη καρδιά και ταπεινό πνεύμα. Όταν όμως η συχνή επαφή με το Θεό κάνει κάποιον άνθρωπο υπερήφανο, τότε εκείνος βλάπτεται περισσότερο απ’ αυτούς που δε γνώρισαν τον αληθινό Θεό και δεν είχαν επαφή μαζί Του. Το καλλίτερο και σαφέστερο παράδειγμα σ’ αυτό το θέμα μας το δίνουν οι Ισραηλίτες. Ήταν απόγονοι των μεγάλων και θεαρέστων προπατόρων που προαναφέραμε. Η επαφή τους όμως με τον αληθινό Θεό τους δημιούργησε οίηση. Έτσι το έθνος αυτό άρχισε να βλέπει όλα τ’ άλλα έθνη με περιφρόνηση, σα νά ‘ταν σκύβαλα πεταμένα. Με τη συμπεριφορά τους αυτή όμως προκάλεσαν τη δική τους καταστροφή.
Η υπερηφάνεια τους τύφλωσε τόσο πολύ, ώστε το μόνο που κράτησαν απ’ όλα όσα τους αποκάλυψε ο Θεός με τους προφήτες και τους άλλους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν πως αυτοί αποτελούσαν τον εκλεκτό λαό του Θεού, τον περιούσιο. Το πνεύμα και το νόημα της αρχαίας αποκάλυψης του Θεού γι’ αυτούς είχε ολότελα χαθεί. Η Αγία Γραφή χόρευε μπροστά στα μάτια τους σαν ένα συνοθύλευμα με ακατανόητα γράμματα. Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο με μια νέα αποκάλυψη, εκείνοι με την τυφλότητά τους αγνοούσαν το θέλημα του Θεού, είχαν φτάσει στο επίπεδο των ειδωλολατρών. Με τη σκοτισμένη πνευματική τους όραση και την τραχύτητα της καρδιάς τους, είχαν καταντήσει πολύ χειρότεροι κι από τους ειδωλολάτρες.
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας αποδείχνει την αλήθεια αυτών που είπαμε παραπάνω. Μας περιγράφει ένα γεγονός που μας δείχνει πως κάποιοι άνθρωποι είναι υγιείς ανάμεσα στους ασθενείς κι άλλοι είναι άρρωστοι ανάμεσα στους υγιείς. Πως υπάρχει πίστη ανάμεσα στους ειδωλολάτρες και απιστία ανάμεσα σε κείνους που υπερηφανεύονται για την καθαρότητα της πίστης τους, κομπάζουν ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Η περικοπή αυτή γράφτηκε σαν μια διδαχή για όλες τις εποχές και για όλους τους λαούς και εφαρμόζεται και σε μας μέχρι σήμερα. Η διδαχή αυτή είναι τόσο οξεία, όσο και το ξίφος των χερουβίμ, καθαρή σαν τον ήλιο, φρέσκια κι αναπάντεχη όπως τα λουλούδια του αγρού. Κι αυτό για να μας δημιουργήσει δέος με την οξύτητά της, να μας φωτίσει με την καθαρότητά της και να μας αφυπνίσει από την πνευματική νάρκωση κι αδράνειά μας.
Κυρίως όμως καταγράφηκε για να προειδοποιήσει όλους εμάς τους χριστιανούς να μην ξεχαστούμε και πέσουμε στην οίηση επειδή εκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε στο Θεό και ομολογούμε το Χριστό. Γιατί τότε στην τελική Κρίση του Θεού θα συναντήσουμε μπροστά μας ανθρώπους που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία, αλλ’ έχουν μεγαλύτερη πίστη και περισσότερα καλά έργα. «Εισελθόντι δε αυτώ εις Καπερναούμ προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος» (Ματθ. η 5,6). Ο εκατόνταρχος ήταν αξιωματικός στα στρατόπεδα της Καπερναούμ, που ήταν η πιο σπουδαία πόλη στα παράλια της Γαλιλαίας. Δεν ξέρουμε, αλλ’ έχει και δευτερεύουσα σημασία, αν υπαγόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη ή βρισκόταν στην εξουσία του Ηρώδη Αντίπα, μάλλον όμως αναφερόταν απ’ ευθείας στη Ρώμη. Αυτό που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι ήταν ειδωλολάτρης, όχι Ιουδαίος.
Είναι ο πρώτος Ρωμαίος αξιωματικός που αναφέρεται στο ευαγγέλιο ότι πίστεψε στο Χριστό. Δεύτερος ήταν ο εκατόνταρχος που βρισκόταν σε υπηρεσία στη σταύρωση του Χριστού, εκείνος που σαν είδε τα υπερφυσικά φαινόμενα τη στιγμή που ο Κύριος παρέδιδε το πνεύμα Του, αναφώνησε: «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ’ 54). Μετά αναφέρεται κι ο εκατόνταρχος Κορνήλιος στην Καισάρεια, εκείνος που τον βάφτισε ο απόστολος Παύλος (βλ. Πράξ. κεφ. ι’). Αν κι οι αξιωματικοί αυτοί ήταν ειδωλολάτρες, γνώρισαν την αλήθεια και τη ζωή του Χριστού και πίστεψαν σ’ Αυτόν πιο γρήγορα από τις ορδές των σοφών αλλά τυφλών Ιουδαίων γραμματέων.
Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος. Ο «παις» του εκατόνταρχου πρέπει να ήταν δούλος του. Κι ο υψηλόβαθμος αξιωματικός, ο εκατόνταρχος, μίλησε σαν απλός στρατιώτης που ζητάει βοήθεια. Η παράλυση είναι τρομερή πάθηση. Ο νεαρός στρατιώτης βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, όπως διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς. Και φαίνεται πως ο εκατόνταρχος τον αγαπούσε πολύ. Έτσι μόλις άκουσε πως ο Χριστός έφτανε στην Καπερναούμ, ξεκίνησε να πάει να τον συναντήσει και να του ζητήσει βοήθεια για τον αγαπημένο του δούλο. Όποιος διαβάζει το περιστατικό αυτό στους δύο ευαγγελιστές, το Ματθαίο και το Λουκά, θα σχηματίσει την εντύπωση πως οι δυο αφηγητές διαφωνούν μεταξύ τους. Ο Ματθαίος γράφει πως ο εκατόνταρχος πλησίασε ο ίδιος το Χριστό και του παρουσίασε το αίτημά του.
Ο Λουκάς γράφει πως ο εκατόνταρχος πρώτα έστειλε τους Ιουδαίους πρεσβυτέρους για να ζητήσουν από το Χριστό να βοηθήσει το δούλο του. Μετά, όταν ο Κύριος πλησίαζε στο σπίτι του, έστειλε τους φίλους του να τον συναντήσουν και να του ζητήσουν να μην πάει στο σπίτι του, επειδή εκείνος (ο εκατόνταρχος) ήταν αμαρτωλός. Έφτανε να πει ένα λόγο ο Κύριος κι ο δούλος του θα γινόταν καλά. «Αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Είναι αλήθεια πως ανάμεσα στις δυο διηγήσεις υπάρχει μια διαφορά, αλλ’ όχι αντίφαση. Η διαφορά συνίσταται στο ότι ο Ματθαίος παραλείπει τους δυο αγγελιαφόρους που έστειλε αρχικά ο εκατόνταρχος στον Κύριο, ενώ ο Λουκάς δεν αναφέρει το γεγονός ότι ο ίδιος ο εκατόνταρχος, παρά την ταπείνωση που ένιωθε μπροστά στο μεγαλείο του Χριστού, πήγε να τον συναντήσει. Η όμορφη και αμοιβαία αυτή φιλοφρόνηση που έχουν οι δύο ευαγγελιστές, ο ένας για τον άλλον, δημιουργεί θαυμασμό και χαρά στον πνευματικό άνθρωπο.
Αν, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όλα τα γεγονότα είχαν καταγραφεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από τους ευαγγελιστές, ο καθένας θα σκεφτόταν πως ο ένας αντιγράφει τον άλλον. Τί χρειάζονταν τότε τέσσερις ευαγγελιστές και τέσσερα ευαγγέλια; Σε όλα τα δικαστήρια στη γη η μαρτυρία δύο μαρτύρων απαιτείται για ν’ αποδειχτεί ένα γεγονός, να γίνει πιστευτό. Ο Θεός μας έδωσε δύο φορές τη διπλή μαρτυρία με τους τέσσερις ευαγγελιστές, ώστε όσοι επιδιώκουν τη σωτηρία τους να πιστέψουν όσο το δυνατό πιο εύκολα και πιο γρήγορα, αλλά και όσοι δεν πιστέψουν και οδεύουν προς την απώλεια να είναι αναπολόγητοι. Ο Θεός μας έδωσε τους τέσσερις ευαγγελιστές αν και θα μπορούσε να δώσει όλη τη σοφία Του για τη σωτηρία μας στο ένα μόνο ευαγγέλιο. Κι αυτό για να δούμε την αμοιβαία φιλοφρόνησή τους και να μάθουμε απ’ αυτό πως πρέπει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο στη ζωή μας, ανάλογα με τα διαφοροποιημένα πνευματικά χαρίσματα που έδωσε ο Θεός στον καθένα μας, ως μέλη του ενός Σώματος που είμαστε. Έτσι πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον ανάλογα με τις δυνάμεις και τις ικανότητές μας.
Έχοντας μπροστά μας τις δύο διηγήσεις, μπορούμε να βγάλουμε ακριβή συμπεράσματα και να καθαρίσει η εικόνα του γεγονότος που μας απασχολεί. Ακούοντας για τη δόξα και τη δύναμη του Κυρίου Ιησού και αισθανόμενος την ανθρώπινη αμαρτωλότητα κι αναξιότητά του, ο εκατόνταρχος ζήτησε πρώτα από τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων να πάνε εκείνοι στον Κύριο και να τον παρακαλέσουν να πάει στο σπίτι του. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως ο Κύριος θά ‘θελε να τον επισκεφτεί. Ίσως να σκεφτόταν: «Εγώ είμαι ειδωλολάτρης κι αμαρτωλός. Εκείνος είναι διορατικός. Με το που θ’ ακούσει το όνομά μου θα καταλάβει αμέσως πως είμαι αμαρτωλός. Ποιός ξέρει τότε αν θα θελήσει να έρθει στο σπίτι μου; Είναι καλύτερα να στείλω τους Ιουδαίους κι αν αρνηθεί, η άρνηση θα είναι σ’ αυτούς, αν δεχτεί…θα δούμε». Όταν διαπίστωσε πως ο Κύριος δέχτηκε, τά ‘χασε, βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Τότε έστειλε τους φίλους του να πουν στο Χριστό να μην έρθει στο σπίτι του, γιατί ήταν αμαρτωλός και ανάξιος. Έφτανε μόνο να πει ένα λόγο κι ο δούλος του θα γινόταν καλά.
Με το που έφτασαν οι δούλοι του όμως στο Χριστό και του έδωσαν το μήνυμα του εκατόνταρχου, έφτασε κι ο εκατόνταρχος. Ήταν τόσο θλιμμένος, που δεν άντεχε να μείνει στο σπίτι του. Να ερχόταν ο ίδιος ο Κύριος στο σπίτι του; Όχι, όχι. Οι φίλοι του δεν ήξεραν ακόμα ποιός ήταν ο Κύριος. Όσο για τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, ο εκατόνταρχος θα είχε μάθει από πριν πως μερικοί απ’ αυτούς λειτουργούσαν ανταγωνιστικά στο Χριστό, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Έτσι έτρεξε να τον συναντήσει ο ίδιος, αφού τώρα ήξερε πως δε θ’ αρνιόταν κι επομένως δε θα τον ταπείνωνε μπροστά στους ανθρώπους, επειδή ήταν και αξιωματικός. Είναι αλήθεια πως οι Ιουδαίοι μίλησαν με καλά λόγια στο Χριστό για τον εκατόνταρχο. «Άξιός εστιν ω παρέξει τούτο, αγαπά γαρ το έθνος ημών, και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν» (Λουκ. ζ’ 4-5). Όλα όσα κι αν είπαν όμως δεν αγγίζουν την ουσία του θέματος. Πρόβαλαν την καλοσύνη του εκατόνταρχου για δικό τους όφελος.
Αγαπά γαρ το έθνος ημών, είπαν. Άλλοι Ρωμαίοι αξιωματικοί κι αξιωματούχοι περιφρονούσαν τους Ιουδαίους, αυτός όμως τους αγαπούσε. Και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν ημίν. Ήταν σα νά ‘λεγαν δηλαδή: Αυτός ξοδεύει τα δικά του χρήματα και μεις γλιτώνουμε τα δικά μας. Μας οικοδόμησε έναν οίκο προσευχής που τον είχαμε ανάγκη, αλλιώς θ’ αναγκαζόμασταν να τον οικοδομήσουμε και να τον πληρώσουμε μόνοι μας». Τα είπαν όλ’ αυτά σα ν’ απευθύνονταν στον Καϊάφα, όχι στο Χριστό. Ο Χριστός δεν τους έδωσε καμιά απάντηση σ’ αυτά, έμεινε σιωπηλός και επορεύετο συν αυτοίς. Τότε οι φίλοι του εκατόνταρχου πήγαν να συναντήσουν το Χριστό και στο τέλος πήγε κι ο ίδιος ο εκατόνταρχος. Όταν ο εκατόνταρχος βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το Χριστό, έπρεπε βέβαια να του εξηγήσει για μια ακόμα φορά όλο το πρόβλημα, αν κι ο Χριστός είχε ήδη πληροφορηθεί γι’ αυτό. «Και λέει αυτώ ο Ιησούς· εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. η’ 5). Προσέξτε πως μιλάει εκείνος που έχει εξουσία και δύναμη!
Δεν είπε «θα δούμε», ούτε τον ρώτησε όπως έκανε με άλλους: «Πιστεύεις πως μπορώ να το κάνω αυτό;» Έβλεπε ήδη στην καρδιά του εκατόνταρχου την πίστη του. Έτσι είπε αποφασιστικά, μ’ έναν τρόπο που κανένας γιατρός δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει: Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν. Ο Κύριος μίλησε σκόπιμα με τέτοια αποφασιστικότητα, για να προκαλέσει από το στόμα του εκατόνταρχου την απάντηση μπροστά στους Ιουδαίους. Όταν ο Θεός επιτελεί ένα έργο, το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπηρετεί μια μόνο περιοχή, αλλά πολλές. Ο Κύριος ήθελε το γεγονός αυτό να ωφελήσει πολλούς: να θεραπεύσει τον άρρωστο, ν’ αποκαλύψει τη μεγάλη πίστη του εκατόνταρχου, να επιτιμήσει τους Ιουδαίους για την απιστία τους και να κάνει μια μεγάλη προφητεία για τη βασιλεία Του· να μιλήσει δηλαδή για κείνους που νομίζουν πως είναι άξιοι να μπουν στη βασιλεία Του, που ουδέποτε θα μπουν, καθώς και γι’ αυτούς που δεν έχουν καμιά ελπίδα, αλλά τελικά θα μπουν.
«Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος έφη· Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης· αλλά μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Τί τεράστια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη φλογερή αυτή πίστη και την ψυχρή, νομικίστικη πίστη των Φαρισαίων! Η πίστη του εκατόνταρχου μοιάζει με φωτιά που καίει, ενώ των Φαρισαίων η πίστη είναι σαν εικόνα της φωτιάς. Όταν κάποιος Φαρισαίος κάλεσε στο σπίτι του το Χριστό για δείπνο, με τη νομικίστικη νοοτροπία του σκέφτηκε πως, με το να τον καλέσει στο σπίτι του, τιμούσε πολύ το Χριστό. Δε διανοήθηκε καθόλου πως ο Χριστός τιμούσε αυτόν και το σπίτι του με την επίσκεψή Του. Με την αλαζονεία και την υπέρμετρη υπερηφάνειά του, ο Φαρισαίος αμέλησε ακόμα και τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις και τις πράξεις φιλοξενίας, δηλαδή δεν έφερε νερό στο φιλοξενούμενο για να πλύνει τα πόδια Του, δεν τον υποδέχτηκε με εναγκαλισμό ούτε και έχρισε το κεφάλι Του με μύρο (βλ. Λουκ. ζ’ 44-46). Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινός ήταν ο ειδωλολάτρης αυτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστά στον Κύριο, αν και δεν είχε διαβάσει το νόμο του Μωυσή και τους προφήτες. Είχε μόνο τον κοινό νου, το μοναδικό φως για να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό.
Ήξερε πως οποιοσδήποτε άλλος κάτοικος της Καπερναούμ θα το λογάριαζε μεγάλη τιμή να δεχτεί τον εκατόνταρχο στο σπίτι του. Στο Χριστό όμως ο εκατόνταρχος δεν έβλεπε ένα συνηθισμένο άνθρωπο, αλλά τον ίδιο το Θεό. Γι’ αυτό και είπε: ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης. Τί μεγάλη, τί υπέροχη πίστη στο Χριστό και τη δύναμή Του! Μόνον ειπέ λόγω και η αρρώστια θα ξεπεραστεί, ο δούλος μου θα γίνει καλά. Ούτε ο απόστολος Πέτρος δεν μπορούσε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να φτάσει σε τόσο μεγάλη πίστη. Στην παρουσία του Χριστού ο εκατόνταρχος ένιωσε την παρουσία, το πυρ και το φως του ουρανού. Γιατί έπρεπε να μπει τόσο μεγάλη φωτιά στο σπίτι του, όταν και μια σπίθα θα ήταν αρκετή; Γιατί να βάλει ολόκληρο τον ήλιο στο σπίτι του, όταν αρκούσε και μια μόνο ακτίνα του; Αν ο εκατόνταρχος γνώριζε τις Γραφές, όπως εμείς σήμερα, ίσως να έλεγε στο Χριστό: «Εσύ, που μόνο με το λόγο Σου δημιούργησες τον κόσμο και τον άνθρωπο, μπορείς μ’ ένα Σου λόγο να θεραπεύσεις τον άρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου είναι αρκετή, γιατί είναι πιο δυνατή από τη φωτιά, πιο λαμπερή από την ακτίνα του ήλιου. Μόνον ειπέ λόγω! Πόση ντροπή πρέπει να προξενήσει σε πολλούς από μας σήμερα η μεγάλη αυτή πίστη, σε μας που γνωρίζουμε τις Γραφές, αλλά η πίστη μας είναι εκατό φορές μικρότερη!
Ο εκατόνταρχος δεν τέλειωσε με τα λόγια αυτά. Συνέχισε για να εξηγήσει πού στήριζε τόσο πολύ την πίστη του στη δύναμη του Χριστού: «Και γαρ εγώ άνθρωπός ειμι υπό εξουσίαν, έχων υπ’ εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω τούτω, πορεύθητι, και πορεύεται, και άλλω, έρχου, και έρχεται, και τω δούλω μου, ποίησον τούτο, και ποιεί» (Ματθ. η’ 9). Τί ήταν ο εκατόνταρχος; Ένας άνθρωπος που είχε στην εξουσία του εκατό στρατιώτες και υπήρχαν άλλοι εκατό που τον εξουσίαζαν. Εκείνοι που βρίσκονταν στην εξουσία του ήταν υποχρεωμένοι να τον υπακούν. Όταν λοιπόν αυτός, που είχε και ανωτέρους να τον εξουσιάζουν, αλλά που είχε κι ο ίδιος μικρότερη εξουσία, μπορούσε να δίνει διαταγές στους στρατιώτες και τους δούλους του, πόση μεγαλύτερη εξουσία είχε ο Χριστός, που δεν εξουσιάζεται από κανέναν άνθρωπο, που είναι ο ίδιος η υπέρτατη εξουσία στη φύση και στον άνθρωπο. Όταν τόσοι άνθρωποι υποτάσσονται στην αδύναμη φωνή του εκατόνταρχου, πώς να μην υποτάσσονται τα πάντα στο λόγο του Θεού, που είναι δυνατός σαν τη ζωή, οξύς σαν ξίφος και φοβερός σαν την καταιγίδα;
Ποιοί είναι οι στρατιώτες και οι δούλοι του Χριστού; Δεν είναι κάθε λογική ύπαρξη ενταγμένη στο στρατό του Χριστού; Οι άγγελοι, μαζί με τους αγίους και τους θεοφοβούμενους ανθρώπους, δεν είναι στρατιώτες του Χριστού; Όλες οι δυνάμεις της φύσης, των ασθενειών και του θανάτου, δεν είναι δούλοι Του; Ο Κύριος διατάζει τη ζωή. Λέει: «πήγαινε σ’ αυτήν ή την άλλη ύπαρξη» και πηγαίνει. Λέει «έλα πίσω» και γυρίζει. Στέλνει ζωή, επιτρέπει την αρρώστια και το θάνατο. Θεραπεύει τους αρρώστους και ανασταίνει τους νεκρούς. Στο λόγο Του, οι αγγελικές δυνάμεις κάμπτουν όπως η φλόγα στον ισχυρό άνεμο. «Αυτός είπε και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ’ 9). Κανένας δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμή Του, δεν τολμά ν’ αμφισβητήσει το λόγο Του. «Ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωάν. ζ’ 46). Δε μιλούσε σαν άνθρωπος που εξουσιάζεται, αλλά ως άρχοντας, «ως εξουσίαν έχων» (Ματθ. ζ’ 29). Είχε τέτοιο πρόσωπο που έκανε τον εκατόνταρχο να τον ικετεύσει: ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου. Θεραπεία παραλυτικού δεν μπορεί να κάνει κανένας θνητός άνθρωπος στη γη, για το Χριστό όμως ήταν εντελώς συνηθισμένο πράγμα.
Δε χρειαζόταν να καταβάλει κάποια μεγάλη προσπάθεια για να κάνει τη θεραπεία, ούτε καν να πάει στο σπίτι του εκατόνταρχου. Δεν είχε ανάγκη ούτε καν να δει τον άρρωστο. Δε χρειαζόταν να τον πιάσει από το χέρι και να τον σηκώσει. Μόνο ειπέ λόγω και το έργο θα γίνει. Αυτό ήταν το μέτρο της πίστης του εκατόνταρχου, της από μέρους του αποδοχής του Χριστού. «Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε τοις ακολουθούσιν· αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. η’ 10). Γιατί θαύμασε ο Χριστός, αφού γνώριζε από πριν ποιά θα ήταν η απάντηση του εκατόνταρχου; Δεν προκάλεσε την απάντηση αυτή με τα λόγια Του, εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν; Γιατί λοιπόν τώρα θαυμάζει; Απλά για να διδάξει εκείνους που ήταν μαζί Του. Θαυμάζει για να τους δείξει τί αξίζει να θαυμάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Θαυμάζει τη μεγάλη πίστη του ανθρώπου αυτού, για να διδάξει τους πιστούς πως πρέπει να εκτιμούν τη μεγάλη πίστη. Και πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που ν’ αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου.
Ο Χριστός δε θαύμαζε την ομορφιά της θάλασσας της Γαλιλαίας, επειδή τέτοια ομορφιά σε σύγκριση με τα κάλλη του ουρανού, που απλωνόταν μπροστά στα μάτια Του, δεν άξιζε τίποτα. Ούτε και τη μεγάλη σοφία των ανθρώπων θαύμαζε, ούτε τα πλούτη και τη δύναμή τους. Όλ’ αυτά είναι μηδαμινά μπροστά στη σοφία, τον πλούτο και τη δύναμη της βασιλείας των ουρανών, που του ήταν τόσο οικεία. Αλλ’ ούτε και τις μεγάλες εθνικές συναθροίσεις που γίνονταν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή θαύμαζε. Τέτοιες συναθροίσεις ήταν εντελώς ασήμαντες σε σύγκριση με τη σύναξη των αγγέλων στον ουρανό, που γίνονταν από καταβολής κόσμου. Όταν οι άλλοι θαύμαζαν το περίφημο κάλλος του ναού του Σολομώντα, Εκείνος μιλούσε για την ισοπέδωσή του. Το μόνο που άξιζε να θαυμάζει κανείς ήταν η μεγάλη πίστη κάποιου ανθρώπου. Είναι το μέγιστο και κάλλιστο γεγονός στη γη. Με την πίστη ο σκλάβος ελευθερώνεται, ο μισθωτός γίνεται υιός Θεού, ο θνητός άνθρωπος μεταβάλλεται σε αθάνατο. Όταν ο δίκαιος Ιώβ κείτονταν πληγωμένος στις στάχτες και τα ερείπια όλης του της περιουσίας, όταν είχε χάσει και τα παιδιά του ακόμα, η πίστη του στο Θεό παρέμεινε αναλλοίωτη, ακλόνητη. Ενώ υπόφερε από τις πληγές και τους πόνους, έκραζε: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α’ 21).
Σε ποιούς εκφράζει ο Κύριος Ιησούς το θαυμασμό Του; Τοις ακολουθούσιν. Οι ακολουθούντες ήταν οι άγιοι απόστολοι. Θαύμαζε, για να διδαχτούν εκείνοι. Οι άλλοι Ιουδαίοι που είχαν πάει μαζί Του στο σπίτι του εκατόνταρχου, άκουσαν τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για να διατυπώσει το θαυμασμό Του: ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον. Τους είπε δηλαδή ο Κύριος πως τέτοια πίστη δε συνάντησε ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, που έπρεπε να είχαν μεγαλύτερη πίστη απ’ όλους τους άλλους λαούς στη γη, αφού ο Κύριος τους είχε αποκαλύψει από την αρχή τη δύναμη και την εξουσία Του, τη μέριμνα και την αγάπη Του με αμέτρητα σημεία και θαύματα, καθώς και με τα πύρινα λόγια των προφητών Του. Στον Ισραήλ όμως η πίστη είχε σχεδόν ολότελα αφυδατωθεί, είχε στεγνώσει. Ο εκλεκτός λαός είχε επαναστατήσει ενάντια στον Πατέρα. Τόσο η καρδιά όσο κι ο νους τους τυφλώθηκαν, πέτρωσαν. Ακόμα κι οι απόστολοί Του στην αρχή – για παράδειγμα ο Πέτρος – δεν είχαν τόση πίστη στο Χριστό όση ο Ρωμαίος αυτός αξιωματικός. Ούτε και οι αδελφές του Λάζαρου, που επισκέφτηκε ο Χριστός στο σπίτι τους, ούτε κι οι συγγενείς κι οι φίλοι Του στη Ναζαρέτ, που μεγάλωσαν μαζί.
Τώρα ο Κύριος, που βλέπει με το πνεύμα Του ως τη συντέλεια του κόσμου, προφητεύει τις δυσμενείς εξελίξεις για τους Ιουδαίους, αλλά και τις ευχάριστες ειδήσεις για τον ειδωλολατρικό κόσμο: «Λέγω δε υμίν ότι πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. η’ 11,12). Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε και εκπληρώνεται ως τις μέρες μας στο ακέραιο. Στα ανατολικά και τα δυτικά των Ιουδαίων ζούσαν ειδωλολατρικοί λαοί. (Ο Θεοφύλακτος λέει: «Ο Κύριος δε λέει “πολλοί ειδωλολάτρες” αλλά “πολλοί…από ανατολών και δυσμών”, αν και είναι φανερό πως εννοούσε τους ειδωλολάτρες. Γιατί δεν κατονομάζει τους ειδωλολάτρες; Για να μη σκανδαλίσει τους Ιουδαίους. Γι’ αυτό και είπε από ανατολών και δυσμών»). Πολλοί απ’ αυτούς προσήλθαν στην πίστη ως ολόκληρα έθνη, όπως οι Αρμένιοι, οι Αιθίοπες, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, καθώς και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης.
Σε μερικές χώρες ένα μέρος του λαού ασπάστηκε την πίστη, όπως στην Αραβία, την Αίγυπτο, την Ινδία, την Περσία, την Ιαπωνία κ.ά. ενώ οι υιοί της βασιλείας (οι Ιουδαίοι), στους οποίους προσφέρθηκε πρώτα η βασιλεία του Θεού, έμειναν άκαμπτοι στην απιστία τους μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που διασκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αποσπάστηκαν από τις εστίες τους, περιφρονήθηκαν και μισήθηκαν από τους λαούς ανάμεσα στους οποίους έζησαν ως μετανάστες. Η ζωή τους στη γη έγινε σκότος εξώτερον, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων. Στον άλλο κόσμο, στο αθάνατο τραπέζι των προπατόρων τους Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, θα βρεθούν άλλοι άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης, απ’ όλες τις φυλές και τις γλώσσες, εκτός από τους Ιουδαίους. Σ’ εκείνον τον κόσμο, για τους άπιστους υιούς της βασιλείας θα υπάρξει σκότος, κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων. Ο γεωργός ξεριζώνει και καίει το μαραμένο κλήμα και στη θέση του τοποθετεί βλαστάρια από παλιά κλήματα. Θα ξεχωρίσει τους επαναστατημένους γιούς του ουράνιου Πατέρα Του για πάντα, αιώνια, και θα υιοθετήσει τους μισθωτούς Του. Οι εκλεκτοί Του θα γίνουν απόβλητοι κι οι απόβλητοι εκλεκτοί. Οι πρώτοι θα γίνουν έσχατοι κι οι έσχατοι πρώτοι. Κι ο Ιησούς συνέχισε και είπε στον εκατόνταρχο:
«Και είπεν Ιησούς τω εκατοντάρχω· ύπαγε, και ως επίστευσας γενηθήτω σοι. και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. η’ 13). Προφήτευσε πρώτα κι έπειτα έκανε το θαύμα, όχι μόνο για να επιβραβεύσει την πίστη του εκατόνταρχου, αλλά και για να επιβεβαιώσει την προφητεία Του. Είπε ένα λόγο κι ο δούλος θεραπεύτηκε. Όπως στην πρώτη δημιουργία ο Θεός είπε και εγενήθησαν, έτσι και τώρα στην Καινή Κτίση, ο Κύριος λέει και γίνεται. Ο παράλυτος άνθρωπος, που δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει ολόκληρη η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεραπεύτηκε και σηκώθηκε αμέσως μ’ ένα θεϊκό λόγο του Σωτήρα μας. Η αρρώστια είναι υπηρέτης του Θεού. Όταν ο Κύριος λέει «πήγαινε», πηγαίνει· όταν λέει «έλα», έρχεται. Ο άρρωστος άνθρωπος έγινε καλά δίχως φάρμακα και αλοιφές, επειδή ο υπηρέτης (η αρρώστια) αναγνώρισε τη φωνή του Αφέντη του κι αναχώρησε. Τα φάρμακα κι οι αλοιφές δε θεραπεύουν. Ο Θεός θεραπεύει. Ο Θεός θεραπεύει είτε άμεσα με το λόγο Του είτε με τα φάρμακα και τις αλοιφές, ανάλογα με την πολλή ή λίγη πίστη του αρρώστου. Δεν υπάρχει σ’ ολόκληρο τον κόσμο φάρμακο για κάθε περίπτωση, που θα μπορούσε να διώξει την αρρώστια και ν’ αποκαταστήσει την υγεία χωρίς τη βοήθεια του Θεού, τη δύναμη, την παρουσία και το λόγο Του.
Ας έχει δόξα ο Θεός για τις αμέτρητες θεραπείες που κάνει στους πιστούς με το δυναμικό Του λόγο, τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και σήμερα. Προσκυνούμε τον άγιο και παντοδύναμο λόγο Του, με τον οποίο αναδημιουργεί, θεραπεύει τους αρρώστους, ανασταίνει όσους έπεσαν, δοξάζει τους περιφρονημένους, επιβραβεύει τους πιστούς και προσηλυτίζει τους απίστους. Κι όλ’ αυτά μέσω του Ιησού Χριστού, του Μονογενούς Του Υιού, του Κυρίου και Σωτήρα μας, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μαζί με τις χορείες των αγγέλων και των αγίων, προσκυνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: <<Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο>>, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012.
Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Η Άλλη Όψις>>.
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΝΟΥΣ ΑΠΟΣΤΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΤΗΝΩΔΗΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Ή ΔΑΙΜΟΝΙΩΔΗΣ» 2026
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Ετικέτες:
Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ,
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄
Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026
ΕΓΩ ΕΛΘΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΣΩ ΑΥΤΟΝ
Μία υπόσχεση δίνει ο Χριστός, αγαπητοί μου αδελφοί, στον εκατόνταρχο του ρωμαϊκού στρατού, όταν εκείνος Τον πλησιάζει, καθώς ο Κύριος εισέρχεται στην Καπερναούμ. Στην ικεσία του εκατοντάρχου να θεραπεύσει τον παράλυτο δούλο του, ο Χριστός του λέει: «Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. 8, 7). Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω. Η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε, μολονότι ο εκατόνταρχος, με μεγάλη πίστη, παρακάλεσε τον Κύριο να κάνει το θαύμα χωρίς να πάει στο σπίτι του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο μιας τέτοιας τιμής.
Ο Χριστός θαυμάζει την πίστη του ειδωλολάτρη στρατιωτικού, την ταπείνωσή του, αλλά και την αγάπη του προς τον δούλο του, σε μία εποχή στην οποία οι δούλοι θεωρούνταν res, ούτε καν άνθρωποι. Η υπόσχεση του Χριστού δεν απευθύνεται μόνο στον εκατόνταρχο, αλλά και σε κάθε άνθρωπο, κάθε εποχής, όταν η καρδιά μας έχει αυτά τα χαρακτηριστικά: την πίστη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και είναι μεγάλη η παρηγοριά την οποία λαμβάνουμε από τον Κύριό μας. Ο λόγος Του αποτυπώνει την βεβαιότητα η οποία πηγάζει από την αγάπη του Θεού. Από το λυτρωτικό Του έργο. Από την δίψα Του για κοινωνία με τον άνθρωπο.
Είναι μία απόδειξη ότι στον κόσμο δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι ένας λόγος ελπίδας, σε εποχές απόγνωσης και μεγάλων δυσκολιών, είτε αυτές προέρχονται από τα δικά μας λάθη είτε από την σκληρότητα των άλλων. «Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν». «Εγώ ελθών θεραπεύσω υμάς». Και είναι συνολική η θεραπεία. Δεν είναι μόνο η σωματική ασθένεια. Είναι η αίσθηση της μοναξιάς. Η βεβαιότητα της φθοράς και του θανάτου. Η απόγνωση του να μη σε βλέπουν οι άλλοι ως άνθρωπο, αλλά ως αντικείμενο. Όλα αυτά θεραπεύονται χάρις στην παρουσία του Χριστού.
Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα, όλες οι πολιτικές και ιδεολογικές διακηρύξεις, όλοι όσοι διοικούν τον κόσμο και τη ζωή μας δεν μπορούν να δώσουν μια τέτοια υπόσχεση. Μπορούν να υποσχεθούν ότι θα βελτιώσουν τη ζωή μας. Ότι θα διορθώσουν τα κακώς κείμενα. Ότι θα δώσουν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του κόσμου. Όμως δεν μπορούν να υποσχεθούν ότι θα μας θεραπεύσουν προσωπικά. Εμάς. Τον καθέναν μας. Γι’ αυτό και τα πάντα λειτουργούν στην ματαιότητα του παρόντος. Στην ματαιότητα της κατάκρισης για το παρελθόν. Στην απόρριψη άλλων προτάσεων και άλλων προσώπων. Στην παγίδευση σε ένα μέλλον, το οποίο χωρίς Θεό δεν έχει νόημα.
Είναι αναπόφευκτο, αλλά χωρίς ποιότητα αιωνιότητας. Χωρίς αληθινή χαρά. Χωρίς διάρκεια. Με την προσωπική μας αρρώστια να παραμένει αθεράπευτη. Διότι τα ιδεολογικά, φιλοσοφικά και πολιτικά συστήματα και οι εκφραστές τους δεν μπορούν να δούνε τον θάνατο τον οποίο αγωνίζονται να αναστείλουν, αλλά θεωρούν ότι μπορούν να τον υποκαταστήσουν με ψευδαισθήσεις υλικών αγαθών, ικανοποίησης της φίλαυτης λογικής μας, της φιληδονίας μας, της φιλοδοξίας μας να είμαστε εμείς οι ισχυροί. Και μας ρίχνουν πιο πολύ στο βάραθρο.
Όπως ο δούλος του εκατοντάρχου, είμαστε κι εμείς άρρωστοι. Μόνο που δεν είναι εύκολο να έχουμε ανθρώπους που μας αγαπούνε και οι οποίοι να απευθύνονται στον Χριστό για μας. Διότι δεν είναι ο Χριστός και ο ερχομός του στις καρδιές και τη ζωή μας το πρωτεύον για τον κόσμο. Δεν αναζητούμε τον Χριστό, ούτε προστρέχουμε σ’ Αυτόν για να βρούμε την ίασή μας. Δεν είναι εύκολο να γίνουμε κι εμείς όπως ο εκατόνταρχος. Να μπορούμε να αγαπούμε τους οικείους μας, τους άλλους ανθρώπου τόσο, ώστε να συνειδητοποιούμε την ανεπάρκεια των προσωπικών μας δυνάμεων να τους στηρίξουμε πνευματικά, ψυχολογικά, ηθικά.
Να κατανοήσουμε ότι δεν γιατρεύουμε εμείς, διότι δεν έχουμε καταφέρει ούτε το μπορούμε να γιατρέψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Θέλει πολλή ταπείνωση να είναι κάποιος ισχυρός αναφορικά με τον κόσμο και τους άλλους, όπως ο εκατόνταρχος, και να τολμά να παραδεχτεί ότι «ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης» (Ματθ. 8, 8). Κάτι τέτοιο προϋποθέτει αυτογνωσία και κυρίως αίσθηση της αδυναμίας όχι μόνο μπροστά στον Θεό, αλλά και στην πορεία του κόσμου και του ανθρώπου μέσα στον χρόνο. Και μόνο οι αληθινά ταπεινοί άνθρωποι μπορούν να εμπιστευθούν αυτούς που αγαπούνε στα χέρια του Θεού.
«Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν». Πίστη στον Χριστό σημαίνει να προστρέχουμε σ’ Εκείνον για κάθε τι στη ζωή μας. Με την προσευχή και την ικεσία. Με την ταπείνωση και την επίγνωση της αδυναμίας μας. Και με με την αποφυγή της καύχησης ότι ο Χριστός βλέπει το δήθεν πόσο σπουδαίοι είμαστε και μας ανταμείβει με την παρουσία Του, ότι επειδή είμαστε «υιοί της βασιλείας», έχουμε εξασφαλισμένη θέση κοντά Του. Ο εκατόνταρχος ήταν έτοιμος μέσα του. Πίστευε, είχε ταπείνωση, αγαπούσε τον δούλο του. Και ο Χριστός εκπληρώνει την υπόσχεσή Του. Δεν χρειάστηκε να έλθει στο σπίτι του.
Είχε ήδη έλθει στην καρδιά του ειδωλολάτρη στρατιωτικού, ο οποίος είχε παραιτηθεί εντός του από την εξουσία του όχι μόνο έναντι των συνανθρώπων του, αλλά και έναντι του εαυτού του και εμπιστεύθηκε τα πάντα στον Θεάνθρωπο. Ας τον μιμηθούμε. Ας παραιτηθούμε εντός μας από την οίηση ότι τα πάντα εξαρτώνται από εμάς και ας εμπιστευθούμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας στα χέρια Αυτού που εξακολουθεί αδιάψευστα, με τον τρόπο της Εκκλησίας, να μας παρηγορεί με τον λόγο Του: «Εγώ ελθών θεραπεύσω υμάς»! Αμήν!
https://imcorfu.gr
ΤΕΝΟΡΟΣ ΜΕ ΠΙΑΝΟ ΣΕ ΝΑΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Η ΓΑΓΓΡΑΙΝΑ ΕΞΑΠΛΩΝΕΤΑΙ
Άγιος Μηνάς Θεσσαλονίκης: Μαθήματα Οικουμενισμού εν τω μέσω «ναού», με την ευγενή χορηγία της ομώνυμης Μητρόπολης της καινοτόμου εκκλησίας! Δεν ξέρουμε, αν μετά το τέλος της συναυλίας εψάλη το «είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν Πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες»... Γ. Δ.
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026
ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ
Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας ανήκει στον χορό των Αγίων,
που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία,
φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας,
συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας.
Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου
''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985)
από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμη της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,
προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο.
Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης,
που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα,''
κατέστησε σ' εμάς εμφανές,
πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.''
Και,
όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου:
''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα μιας εκπληκτικής μαρτυρίας,
η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών,
αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.''
Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου του εκ Ρουμανίας του Ομολογητή είη μετά πάντων ημών!
Γ. Δ. Δ.
Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1946-1950, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου στὴν Ρουμανία ἠδύνατο,
Χάριτι θείᾳ,
νὰ «ἀναπνεύση» κατόπιν μιᾶς περιόδου δέκα περίπου ἐτῶν ἀπεριγράπτων διωγμῶν,
βασάνων καὶ ταλαιπωριῶν.
Τὰ προβλήματα τῆς χώρας, μετὰ τὸν πόλεμο καὶ τὴν ἐπικρατοῦσα ἀσταθῆ πολιτικὴ κατάστασι,
ἦταν μεγάλα καὶ δὲν ὑπῆρχε περιθώριο γιὰ νέες διώξεις τῶν «Παλαιοημερολογιτῶν».
Ἡ προκομμουνιστικὴ κυβέρνησις τῆς χώρας ἐπέδειξε σχετικὴ ἀνοχὴ καὶ παρασχέθηκαν
κάποιες διευκολύνσεις στὴν ὀργάνωσι, ἀκόμη καὶ τὴν νομικὴ κάλυψι, τοῦ Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος.
Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἐργώδη προσπάθεια ἀνακτήσεως τοῦ χαμένου ἐδάφους.
Ὑπὸ τὴν ἐνθουσιώδη καθοδήγησι τοῦ Καλοῦ Ποιμένος π. Γλυκερίου, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε
μεταξὺ τοῦ ἀγαπητοῦ Ποιμνίου του, παρατηρήθηκε θαυμαστὴ προσπάθεια ἀνακάμψεως καὶ ἀνασυγκροτήσεως.
Οἱ πιστοί, μὲ περίσσειο ζῆλο, ἀποδύθηκαν στὴν ἐκ νέου ἀνέγερσι ὅλων τῶν καταστραφέντων Ναῶν
τῆς περιόδου τοῦ προπολεμικοῦ διωγμοῦ, ὡς καὶ τῶν Μονῶν, καὶ μάλιστα ἀνεγέρθηκαν καὶ νέες Ἐκκλησίες.
Ὁ ἀκατάβλητος π. Γλυκέριος, ὡς ὁ μόνος ἐναπομείνας Κληρικὸς τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου σὲ ὁλόκληρη τὴν Ρουμανία (!),τουλάχιστον τὸν πρῶτο καιρὸ μέχρι προσχωρήσεως δύο ἑτέρων Κληρικῶν ἐκ τῆς Καινοτομίας, ἔπρεπε νὰ σηκώση τὸ ἀπίστευτο βάρος καλύψεως τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν χιλιάδων Ὀρθοδόξων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στὴν «ἐκλεκτὴν Ποίμνην» καὶ ἀνέμεναν μὲ ἀνυπομονησία τὴν ποθητὴ εὐλογία του!
Ἡ οἰκοδόμησις τῶν ἀχειροποιήτων ναῶν, δηλαδὴ τῶν πολυτίμων ψυχῶν τοῦ λείμματος τῆς Χάριτος καὶ Ὁμολογίας, ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ καὶ θεάρεστο ἔργο,τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε θεία ἐνίσχυσι καὶ ἔμπνευσι. Ὁ ἀκούραστος π. Γλυκέριος ἤλπιζε ἐπὶ τὸν Ζῶντα Θεὸν καὶ ἐθυσιάζετο στὴν διακονία τῶν κατὰ Χριστὸν ἀδελφῶν του, ἐμφορούμενος ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ὑπόδειγμα: «καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι» (Α’ Κορ. ι’ 33).
Ο Ομολογητής Ποιμένας τῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ εὐλογημένος Γλυκέριος ἦταν πρωτίστως Μοναχὸς καὶ παρέμεινε αὐστηρὸς Μοναχὸς μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ καὶ πολυπαθοῦς βίου του. Ἡ φροντίδα γιὰ τὴν ἐξασφάλισι τόπου Μετανοίας καὶ διαβιώσεως ἀσφαλοῦς τόσο γιὰ τὸν ἴδιο, ὅσο καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ὅσων ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Κύριο, τὸν ὡδήγησε στὴν σκέψι γιὰ τὴν ἵδρυσι Μοναστικοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖο ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ ἀποτελοῦσε καὶ τὸ Διοικητικὸ Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου τῆς χώρας.
Ἐφ’ ὅσον ἐκείνη τὴν περίοδο ἡ πολιτικὴ κατάστασις τὸ εὐνοοῦσε καὶ τὸ μέλλον ἦταν ἄδηλον, ἔπρεπε τὸ ἱερὸ αὐτὸ ἐγχείρημα νὰ τεθῆ σὲ ἄμεση ἐφαρμογή. Ἔτσι, μὲ προσευχὴ καὶ ἐπαινετὴ σπουδὴ καὶ ἀποφασιστικότητα, ὁ π. Γλυκέριος μὲ τοὺς συνεργοὺς καὶ τὰ ἐν Κυρίῳ τέκνα του, ἄρχισαν τὴν ἀνοικοδόμησι Μονῆς στὴν Σλατιοάρα τῆς Μολδαβίας τὸ ἔτος 1947.
Ἡ Μονὴ ἀφιερώθηκε στὴν Μεταμόρφωσι τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δεῖγμα τῆς φωταυγοῦς ψυχῆς τοῦ εὐλογημένου Γλυκερίου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἐντρύφησι στὴν Δόξα τοῦ Θεοῦ, παρὰ στὴν ἄδοξη δόξα τῶν ἀνθρώπων, καὶ προσδοκοῦσε διακαῶς τὴν ἐσχατολογικὴ Δόξα ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, στὴν ἀτελεύτητη Βασιλεία τῆς Ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ ἡμῶν.
Ἡ Μονὴ ἀνηγέρθη ἀρχικῶς ἁπλὰ καὶ ταπεινά,μὲ πενιχρὰ μέσα καὶ πολλὲς θυσίες τῶν ὑπομονετικῶν ἐργατῶν της· ὁ δὲ Μεταμορφωθεὶς Κύριος ἐδείκνυε τὴν θεία εὐαρέσκεια καὶ προστασία Του μὲ σημεῖα τῆς θείας Παντοδυνάμου Φιλανθρωπίας Του.
Γιὰ παράδειγμα, μία ἡμέρα ποὺ ὁ Ἅγιος ἀνῆλθε σὲ παρακείμενο λόφο μαζὶ μὲ ἄλλους Ἀδελφοὺς γιὰ κοπὴ ἐλάτων πρὸς χρῆσιν στὴν οἰκοδόμησι τῆς Μονῆς καὶ πράγματι συγκεντρώθηκε ἡ ἀπαραίτητη ποσότητα κορμῶν στὸ μέγεθος ποὺ ἤθελαν, ἀνακάλυψαν στὴν μέτρησι πρὶν νὰ ἀναχωρήσουν, ὅτι ἕνας κορμὸς ἦταν πιὸ κοντὸς ὡς πρὸς τὸ ὕψος του ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
Ἡ μέτρησις ἐπαναλήφθηκε γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν καλύτερα, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν τὸ ἴδιο ἀπογοητευτικό. Τότε ὁ Ἅγιος ἐζήτησε νὰ μεταβοῦν γιὰ νὰ κόψουν ἕνα ἄλλο δένδρο εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐλλειποῦς. Ὅμως, λόγῳ κοπώσεως καὶ τοῦ περασμένου τῆς ὥρας, οἱ λοιποὶ δὲν δέχθηκαν...
Ἐνώπιον τούτου ὁ Ἅγιος, ὕψωσε τὰς χεῖρας καὶ παρεκάλεσε μετὰ ἀκραδάντου πίστεως: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σὺ ποὺ ἐμάκρυνες τὸ ξῦλο στὸν πατρικὸ οἶκο, Σὲ παρακαλῶ, νὰ μακρύνης καὶ αὐτὸ τὸ ξῦλο, διότι δὲν μποροῦμε πλέον καὶ πλησιάζει ἡ νύκτα»!
Κατόπιν, μέτρησαν καὶ πάλι τὸν κορμό,ἀλλὰ αὐτὴ τὴν φορὰ βρέθηκε πλέον λίγο πιὸ μακρὺς ἀπὸ τοὺς λοιπούς!... Πράγματι, ἐπιβεβαιώθηκε καὶ πάλι τὸ Ψαλμικόν: «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν» (Ψαλμ. ρα’ 18)... Παρόμοια θαύματα ἦσαν συνηθισμένα καὶ συχνά,ὥστε πολλοὶ ἐξ αἰτίας των ἐγκατέλειπαν τὰ ἐγκόσμια καὶ ἤρχοντο νὰ μονάσουν στὴν νεοσύστατη Μονή, πλησίον τοῦ ἁγίου Γέροντος.
Ἡ Μονὴ ἀρχικῶς περιελάμβανε Παρεκκλήσιο γιὰ τὶς ἱ. Ἀκολουθίες,ἕναν κεντρικὸ διάδρομο καὶ ταπεινὰ κελλιὰ στὶς δύο πλευρές του. Ἀνακαινίσθηκε μόλις τὸ 1978 καὶ προκειμένου νὰ διευρυνθῆ ὁ Ναός, κατεδαφίσθηκαν τὰ παλαιὰ κελλιὰ καὶ ἐκτίσθησαν νέα. Ἡ περίοδος ἐκείνη ὅμως τῆς ἀνακαινίσεως, δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένη ἐντελῶς διώξεων.
Στὸ χωριὸ Καμπούρι εἶχαν ἐγκατασταθῆ τρεῖς Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν φύγει γιὰ λόγους Πίστεως ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Νεάμτς. Ἐκεῖ ἔζησαν εἰρηνικὰ ἐπ’ ἀρκετὸ διάστημα χρόνου στὴν οἰκία τῆς ἀδελφῆς ἑνὸς ἐκ τῶν Μοναχῶν. Ὅταν ὅμως ἀνακαλύφθηκαν,τὸ ἔτος 1948, ὑπέστησαν ξυλοδαρμοὺς καὶ παρέμειναν κατάκοιτοι.
Τότε, ὁ πρόεδρος τοῦ χωριοῦ, μὲ τὴν ἔμπνευσι βεβαίως τοῦ πονηροῦ, ἔβαλε φωτιὰ στὴν οἰκία ποὺ διέμεναν, μὲ τραγικὸ ἀποτέλεσμα οἱ κατάκοιτοι Πατέρες νὰ καοῦν ζωντανοὶ ἐντὸς αὐτοῦ!... Ἀπὸ τὴν καμμένη οἰκία ἀπέμεινε μόνον μία κολώνα μὲ μία κανδήλα κρεμασμένη ἐπ’ αὐτῆς, ἡ ὁποία παρέμεινε ἀναμμένη!
Οἱ δὲ ἱερὲς Εἰκόνες τῶν καέντων Μοναχῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μία μεγάλη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, εὑρέθησαν παραδόξως δίπλα στὴν οἰκία, ἄθικτες, σὰν κάποιος νὰ τὶς εἶχε τοποθετήσει μὲ τάξι καὶ προσοχή! Ὅσοι ὅμως ἐπιχείρησαν νὰ τὶς ἀνασηκώσουν, γιὰ νὰ τὶς μετακινήσουν ἀπὸ ἐκεῖ, δὲν τὰ κατάφερναν, διότι οἱ Εἰκόνες εἶχαν γίνει «ἀσήκωτες»!... Τότε εἰδοποιήθηκε ὁ Ἅγιος Γλυκέριος, ὁ ὁποῖος ἦλθε μετὰ πάροδον ὀλίγων ἡμερῶν.
Κατόπιν προσευχῆς, ὁ Ἅγιος ἀνασήκωσε τὶς Εἰκόνες χωρὶς δυσκολία καὶ τὶς ἔφερε στὴν Μονὴ στὴν Σλατιοάρα, ἡ δὲ Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου παραμένει μέχρι σήμερα ἡ κυρίως θεομητορικὴ εἰκόνα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς... Ήδη ἀπὸ τὸ ἔτος 1950, ὁπότε ἄρχισαν οἱ Κομμουνισταὶ νὰ ἐπικρατοῦν πλήρως στὴν Ρουμανία, διεφάνησαν οἱ νέες διωκτικὲς τάσεις κατὰ τῶν ἀκολούθων τοῦ Πατρίου, καὶ ἄρχισαν νὰ ἀναζητοῦν αἰτίες καὶ προσχήματα γιὰ τὴν δημιουργία ἐμποδίων καὶ προβλημάτων ἐναντίον τους.
Ὁ ἀγῶνας φαινόταν διμέτωπος: οἱ μὲν Ἄθεοι γιὰ τοὺς ἰδικούς των λόγους, οἱ δὲ Καινοτόμοι γιὰ τοὺς ἰδικούς των, ἤθελαν ἀμφότεροι τὴν δίωξι καὶ εἰ δυνατὸν τὴν παντελῆ ἐξάλειψι τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων τῆς χώρας.
Καὶ βέβαια, τὰ ἁρπακτικὰ βλέμματα ἀμφοτέρων ἔπιπταν στὸ ταπεινό, ἀλλὰ σταθερὸ Μοναστικὸ Καθίδρυμα τῆς Σλατιοάρας... Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους ἐκείνου, μία τέτοια ἀφορμὴ παρουσιάσθηκε, ἀλλὰ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ Προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου ἀπεσόβησαν τὸν κίνδυνο: Στὸ χωριὸ Μπούντα, πλησίον τῆς Σλατιοάρας, εὑρίσκετο ἕνα ἐργοστάσιο ξυλείας σὲ ἀπόστασι τριῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὸ Μοναστήρι.
Ὁ διευθυντής του, ἕνας Ἑβραῖος ὀνόματι Χόλλινγκερ, πίεζε τὰ τοπικὰ ὄργανα τοῦ Κόμματος νὰ κλείσουν τὸ Μοναστήρι, διότι κτυποῦσαν οἱ καμπάνες γιὰ τὶς Ἀκολουθίες τὶς νύκτες καὶ ἐνοχλοῦσαν τοὺς ἐργάτες, μὴ ἀφήνοντάς τους νὰ ξεκουρασθοῦν. Ὁ Ἅγιος, διαβλέποντας τὸν κίνδυνο καὶ μὴ ἐλπίζοντας σὲ ἀνθρώπινη βοήθεια,κατέφυγε στὰ ὅπλα τῆς Πίστεως, στὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία.
Ὥρισε τριήμερο αὐστηρᾶς νηστείας μὲ συνεχεῖς προσευχὲς στὴν Παναγία μας, ὥστε ὁ πειρασμὸς νὰ διαλυθῆ. Μόλις ὡλοκληρώθηκε τὸ τριήμερον, ἡ δεξαμενὴ πιέσεως τοῦ ἐργοστασίου ἐξερράγη ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία καὶ ὁ διευθυντής του μάταια προσπαθοῦσε ἐπὶ δύο ἑβδομάδες νὰ τὴν ἐπιδιωρθώση, χωρὶς ἀποτέλεσμα.
Τελικά, ἀποφασίσθηκε τὸ ἐργοστάσιο νὰ μεταφερθῆ στὸ χωριὸ Ρίσκα, ὅπου βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα. Ὁ δὲ Ἅγιος παρατηροῦσε ἀργότερα χαριτολογῶν: «Ἆρά γε, οἱ καμπάνες μας ἐνοχλοῦν ἀκόμη τοὺς ἐργάτες;»...
Ἡ αὐξανόμενη πίεσις ἀπὸ τὸ Καθεστώς, τῇ ὑποκινήσει τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὡδήγησε σὲ δραστικὰ μέτρα κατὰ τῶν «Παλαιοημερολογιτῶν». Ἡ εὐθυγράμμισις τῶν Κομμουνιστῶν τῆς χώρας μὲ τοὺς Σοβιετικούς, ἐσήμαινε τὴν λῆψι πιὸ αὐστηρῶν μέτρων ἐναντίον τῶν Ἀκαινοτομήτων:
κατήργησαν τὴν ἀνεκτικὴ θέσι ἔναντι τῆς Ὀργανώσεώς τους, ἀπεφάσισαν τὴν σύλληψι τῶν Μοναχῶν τῶν Μονῶν τους, ἀπαγόρευσαν τὴν τέλεσι ὁποιασδήποτε ἱεροπραξίας ἐκτὸς τῶν Ναῶν τους, ὡς καὶ τὴν χρησιμοποίησι τοῦ Ράσου ἐκτὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Οἰκημάτων σὲ Κληρικοὺς καὶ Μοναχούς. Ἡ παράβασις θὰ ἐτιμωρῆτο μὲ δύο ἔτη σκληρᾶς καταναγκαστικῆς ἐργασίας. Εἰδικῶς περὶ τοῦ Ἁγίου καὶ τῶν Συμμοναστῶν του τὰ πράγματα ἔγιναν πιὸ συγκεκριμένα:
Τὸ βράδυ τῆς 1ης πρὸς 2α Φεβρουαρίου τοῦ 1952, φορτηγὰ μὲ ἄνδρες τῆς μυστικῆς ἀστυνομίας ἐκύκλωσαν τὴν Μονὴ τῆς Σλατιοάρας καὶ συνέλαβαν τοὺς Πατέρας καὶ πρωτίστως τὸν Ἅγιο Γλυκέριο. Τοὺς ὡδήγησαν ὅλους σὲ φυλακὴ στὸ Δέλτα τοῦ Δουνάβεως, ὅπου ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἀπεβίωσε μαρτυρικῶς.
Ἐπὶ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο, λόγῳ ἐλλείψεως οἱασδήποτε πληροφορίας σχετικὰ μὲ τὴν τύχη τους, οὐδεὶς ἐγνώριζε ἄν αὐτοὶ ζοῦσαν ἤ ἄν εἶχαν ἐκτελεσθῆ. Τελικά, ἀκούσθηκε ὅτι εὑρίσκοντο σὲ μία φυλακὴ στὸ Βουκουρέστι, κατόπιν δὲ καὶ ἄλλων περιπλανήσεων, τελικὰ ἀπελευθερώθηκαν τὸ 1954. Ἕνα θαυμαστὸ περιστατικὸ συνέβη μὲ τὴν νέα αὐτὴ ἀπελευθέρωσι τοῦ Ἁγίου:
Στὴν περιοχή, ὅπου εἶχε τεθῆ σὲ περιορισμό, ὁ Ἅγιος ἔμενε σὲ μία μικρὴ παράγκα μὲ δύο δωμάτια.
Στὸ ἕνα ἦταν αὐτὸς καὶ στὸ ἄλλο ἕνας Νεοημερολογίτης κληρικός, ὁ ὁποῖος ἐκρατεῖτο γιὰ πολιτικοὺς λόγους.
Ἦταν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἔκαναν μεταξύ τους μία συμφωνία:
ἄν ἀπελευθερωνόταν ὁ ἕνας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ Νέο Ἡμερολόγιο, τότε σωστὸ θὰ ἦταν ἐκεῖνο·
ἄν ὅμως ἀπελευθερωνόταν ὁ Ἅγιος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ Πάτριο, τότε σωστὸ θὰ ἦταν τὸ λεγόμενο «Παλαιό».
Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ Νέο ἦλθε καὶ παρῆλθε, ἀλλὰ δὲν συνέβη τίποτε τὸ ἐξαιρετικό.
Τὴν παραμονὴ ὅμως τῆς Ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ Παλαιό, ἦλθε διαταγὴ ὁ Ἅγιος
νὰ ἀναχωρήση τὴν ἑπομένη ἡμέρα γιὰ τὴν κατοικία του!
Ὅταν ἀπεχωρίζοντο, ἡ ἐπαλήθευσις τῆς ὀρθότητος τοῦ Πατρίου ἦταν καταφανὴς καὶ δὲν χρειαζόταν κάποια ἐξήγησις.
Μόνον,
ὁ Ἅγιος γεμᾶτος χριστιανικὴ ἀγάπη, προφήτευσε στὸν συγκρατούμενό του κληρικό,
ὅτι μετὰ ἕνα ἀκριβῶς ἔτος θὰ ἀπελευθερωνόταν καὶ αὐτός,
ὅπως πραγματικὰ συνέβη!
Τότε ἐκεῖνος, μόλις ἀπελευθερώθηκε τὸ ἑπόμενο ἔτος, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ Πάτριο,
χωρὶς κανένα δισταγμὸ μετέβη στὴν Μονὴ τῆς Σλατιοάρας,
ὅπου ἔγινε Μοναχός...
Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ
![]() |
Άγιος Γλυκέριος ο νέος Ομολογητής της Ρουμανίας(1891 - 1985) |
Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας
ανήκει στον χορό των Αγίων,
που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία, φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια
από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας, συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας.
Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου
''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985)''
από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,
προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο.
Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης,
που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα,''
κατέστησε σ' εμάς εμφανές,
πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.''
Και, όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου:
''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα
μιας εκπληκτικής μαρτυρίας,
η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών,αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.''
Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου εκ Ρουμανίας του Ομολογητή
είη μετά πάντων ημών!
Γ. Δ. Δ.
''Ενώπον αυτής της δυσάρεστου και συνάμα τραγικής καταστάσεως, ο ευλαβής και ζηλωτής Ιερομόναχος π. Γλυκέριος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει αδρανής. Ο Άγιος, ως Δικαίος και Πνευματικός στην Σκήτη της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου, μαζί με την αδελφότητα των δώδεκα μοναχών του, δεν εφήρμοσαν την ημερολογιακή Καινοτομία και άρχισαν να ερευνούν το θέμα για την καλύτερη ενημερωσή τους.
Τότε ανέγνωσαν σχετική επιστολή κατά της Καινοτομίας του Αγιορείτου Μοναχού Αρσενίου Κοττέα, ο οποίος μάλιστα είχε επισκεφθεί την Σκήτη της Αγίας Σκέπης μαζί με τον αντιδράσαντα στις αποφάσεις του λεγόμενου ''Πανορθοδόξου Συνεδρίου'' της Κων/πολεως του 1923, τότε Επίσκοπο Μπουκοβίνας Βησσαρίωνα.
Όταν μάλιστα, περί τα τέλη του 1925, οι Πατέρες της Σκήτης έμαθαν για τον επικείμενο εορτασμό του Πάσχα του 1926 μαζί με τους Λατίνους, σύμφωνα με το Δυτικό Πασχάλιο, κατά προφανή παράβασιν της όλης Συνοδικής και Κανονικής Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί του θέματος τούτου, εξανέστησαν και αποφάσισαν να εκφράσουν ανοικτά πλέον την αντίθεσή τους στις Μοναστηριακές αρχές.
Για τον λόγο τούτο, μετέβησαν στον Ηγούμενο της Μονής Νεάμτς Νικόδημο, μετέπειτα Πατριάρχη Ρουμανίας, ο οποίος όμως επρότεινε στον π. Γλυκέριο να αποδεχθεί την Καινοτομία και να τοποθετηθεί Ηγούμενος σε μια μεγαλύτερη Σκήτη της Μονής.
Ο Άγιος με τους συμμοναστάς του αρνήθηκαν αποφασιστικά την πρόταση και αντιλήφθηκαν,μαζί και με ορισμένους άλλους μοναχούς των Μονών Νεάμτς και Συχάστρια, ότι θα έπρεπε αναπόφευκτα να καταφύγουν και αυτοί στα όρη,για να διαφυλλάξουν την συνειδησή τους αμόλυντη.
Έτσι, αυτός και ο συνασκητής του π. Δαυίδ,έφθασαν σε ορεινή περιοχή πλησίον της Σκήτης της Σίχλα στις 18.11.1925, έκτισαν μία κρυπτή Καλύβη και έμειναν τον χειμώνα σε αυτήν, διάγοντες βίον ερημητικόν, τρεφόμενοι με μανιτάρια και λαχανικά, επιδεικνύοντες υπομονή στις στερήσεις,αλλά και δεχόμενοι αισθητή την Θεία Ευλογία.
Την Άνοιξη του 1926 έκτισαν άλλη Καλύβη μεγαλύτερη. Είχε τρία δωμάτια, ένα από τα οποία χρησιμοποιούσαν ως Παρεκκλήσιο για τις Ακολουθίες τους.
Λίγο καιρό αργότερα, συνενώθηκαν μαζί τους και τρεις έτεροι Μοναχοί, αδελφοί κατά σάρκα από την Σκήτη της Συνχάστρια, οι οποίοι έκτισαν επίσης Καλύβες. Ο π. Γλυκέριος μάζευε μανιτάρια και τα αντάλλασσε με ψωμί για τις ανάγκες του ασκητικού τους σαρκίου,
η δε τροφή της ψυχής τους ήταν η ανελλιπής και επιμελής τέλεσις των ιερών Ακολουθιών, με λύχνους και κεριά, και η επιμονή στην Προσευχή. Τους ερημίτες ευχαριστούσε ιδιαίτερα το κελάιδισμα των πουλιών του δάσους και κάποτε συναντούσαν άγρια θηρία, τα οποία όμως δεν τους έβλαψαν ποτέ.
Ένα βράδυ στην ερημιά, ο π. Γλυκέριος αισθάνθηκε πνευματική ανησυχία. Μετά την εκτενή νυκτερινή προσευχή του, κατελήφθη από επίμονους λογισμούς:
''Πώς είναι δυνατόν,'' σκεπτόταν,''στην χώρα μας, που υπάρχουν τόσοι Κληρικοί με ανώτερη θεολογική μόρφωση, ως και μεγάλος αριθμός διανοουμένων, να εγκαταλείπουν το Πάτριο Ημερολόγιο, το οποίο μας κληροδοτήθηκε από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, που το είχαν τιμήσει από παλαιά; Μήπως πρέπει να το εγκαταλείψω και εγώ και να είμαι με τους άλλους;
Μήπως διαπράττω σφάλμα ενώπιον του Θεού,που δεν το αλλάζω; Αργότερα,είδε το εξής όραμα: Από την Δύση εμφανίσθηκε ένα μαύρο σύννεφο. Προσπαθούσε να καλύψει όλον τον κόσμο και κατευθυνόταν με ταχύτητα προς την Ανατολή, βρυχόμενο σαν τέρας.
Ενωπιόν του σχηματίσθηκε ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος που περιβαλλόταν από μια αλυσίδα μαύρη σαν την πίσσα, επί της οποίας εμφανίσθηκαν μαύροι σταυροί. Ήταν φρικιαστικό! Όμως, από την Ανατολή φάνηκε ένα λευκό σύννεφο,σαν το χιόνι, το οποίο έλαμπε σαν χρυσός. Προ αυτού ήταν μια αλυσίδα από χρυσό, από την οποία κρεμόντουσαν χρυσοί σταυροί.
Τότε εμφανίσθηκε ένας χορός Ιεραρχών με χρυσά άμφια, οι οποίοι εβάδιζαν προς το μαύρο σύννεφο. Σε κάποιο σημείο, τα δυο σύννεφα συγκρούσθηκαν και το μαύρο σύννεφο κατέπεσε. Και στην θέση του εμφανίσθηκε μια θάλασσα με νερό που καταπόντισε την γη...
Στα κύματα της θαλάσσης ο π. Γλυκέριος έπλεε μόνος, κολυμβώντας και παλεύοντας με τεράστια κύματα. Τον κατέλαβε απελπισία και άρχισε να κλαίει γοερά. Τότε, του φάνηκε, ότι εμφανίσθηκε ενωπιόν του ένας Μοναχός.
Εβάδιζε επί των κυμάτων της θαλάσσης και ομοίαζε προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και το πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο! Όταν έφθασε κοντά του, ο π. Γλυκέριος, ο οποίος ήταν βυθισμένος στο νερό μέχρι τις μασχάλες, ασπάσθηκε τους Πόδας Του.
Ο ''Μοναχός'' έσκυψε και έλαβε τον π. Γλυκέριο από το χέρι και του είπε: ''Όταν βλέπεις όλα αυτά, πήγαινε και πες στον κόσμο, ότι το τέλος είναι κοντά!'' και αμέσως εξαφανίσθηκε μαζί με την θάλασσα!...''
Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης
Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






