«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ [: Α΄Κορ. 1,18-25]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«῾Ο λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. Γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;
(:Πράγματι λοιπόν η διάδοση του κηρύγματος αυτού οφείλεται στην θεία του δύναμη· διότι το κήρυγμα για τον σταυρό σε εκείνους βέβαια που βαδίζουν τον δρόμο της απώλειας φαίνεται μωρία και κουταμάρα˙ σε μας όμως που είμαστε στον δρόμο της σωτηρίας είναι δύναμη Θεού που σώζει. Ναι. Τους φαίνεται μωρία και δεν μπορούν να νιώσουν τη δύναμη του Ευαγγελίου, αν και παρουσιάζονται με την αξίωση ότι είναι σοφοί.
Διότι έχει γραφεί από τον Ησαΐα, που μίλησε εκ μέρους του Θεού: ‘’Θα εξαφανίσω την σοφία αυτών που παρουσιάζονται ως σοφοί, και θα παραμερίσω ως ανώφελη και άχρηστη τη φρόνηση εκείνων που κομπάζουν με την ιδέα ότι είναι συνετοί ’’. Πού υπάρχει τώρα σοφός; Πού υπάρχει έμπειρος διδάσκαλος του Μωσαϊκού νόμου; Πού επιδέξιος συζητητής της άπιστης και άθεης αυτής εποχής; Δεν απέδειξε ο Θεός ανόητη τη σοφία των ανθρώπων που έχουν τα κοσμικά φρονήματα της εποχής μας;)» [Α΄Κορ.1,18-20].
Για τους ασθενείς και για όσους ψυχορραγούν, ακόμη και οι υγιεινές τροφές είναι αηδιαστικές και οι φίλοι και οι συγγενείς φορτικοί και πολλές φορές ούτε καν αναγνωρίζονται, αλλά επιπλέον φαίνονται ενοχλητικοί. Το ίδιο λοιπόν συνήθως συμβαίνει και με όσους έχουν χάσει τις ψυχές τους· αγνοούν δηλαδή όσα τους φέρνουν τη σωτηρία και νομίζουν ότι τους ενοχλούν όσοι ενδιαφέρονται γι’ αυτούς. Αυτό συμβαίνει όχι λόγω της φύσεως του πράγματος, αλλά λόγω της νόσου εκείνων. Και ό,τι ακριβώς κάνουν όσοι παραπαίουν, που αποστρέφονται δηλαδή και υβρίζουν συνεχώς όσους φροντίζουν γι’ αυτούς, αυτό παθαίνουν και οι άπιστοι.
Αλλά όπως ακριβώς όσοι υβρίζονται από εκείνους, δεν ανταποδίδουν τις ύβρεις, αλλά τότε πολύ περισσότερο τους ελεούν και δακρύζουν –και είναι τούτο η τελευταία απόδειξη της δύναμης της ασθένειάς τους, όταν αγνοούν τα πλέον αγαπημένα τους πρόσωπα – έτσι και εμείς ας πράττουμε για τους ειδωλολάτρες και ας θρηνούμε γι’ αυτούς περισσότερο από τις γυναίκες, διότι αγνοούν την κοινή σωτηρία. Δεν πρέπει δηλαδή γυναίκα να αγαπά τόσο πολύ έναν άντρα όσο εμείς πρέπει να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους και να τους προσελκύουμε προς τη σωτηρία είτε κάποιος είναι ειδωλολάτρης, είτε οποιοσδήποτε άλλος.
Ας θρηνούμε λοιπόν γι’ αυτούς, διότι ο λόγος του σταυρού είναι γι’ αυτούς μωρία, ενώ είναι ο ίδιος σοφία και δύναμη· «το κήρυγμα για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού είναι μωρία για εκείνους που χάνονται», λέγει ο απόστολος. Επειδή, δηλαδή, ήταν επόμενο, όταν οι εθνικοί χλεύαζαν τον σταυρό, εκείνοι να αποκρούουν την δήθεν σοφία τους και να τους πολεμούν ταραγμένοι από τα λόγια των εθνικών, ο Παύλος παρηγορώντας τους, τους λέγει:
«Μην νομίσετε ότι συμβαίνει κάτι παράξενο και παράδοξο· είναι φυσικό όσοι βαδίζουν στον δρόμο της απωλείας να μη γνωρίζουν την δύναμή του, διότι έχουν παραφρονήσει και παραπαίουν· και για τον λόγο αυτόν χλευάζουν και αποστρέφονται τα φάρμακα της σωτηρίας».
Αλλά τι λέγεις, άνθρωπε; Ο Χριστός έγινε δούλος για εσένα, αφού έλαβε μορφή δούλου και σταυρώθηκε και αναστήθηκε· και αφού αναστήθηκε, πρέπει για τον λόγο αυτόν να Τον προσκυνήσεις και να θαυμάσεις την φιλανθρωπία Του, διότι αυτό που δεν έκανε για εσένα ούτε ο πατέρας ούτε ο φίλος ούτε ο γιος σου, αυτά όλα τα έκανε ο Κύριος για εσένα τον εχθρό και αντίθετο· ενώ λοιπόν πρέπει να Τον θαυμάζεις γι’ αυτά, εσύ ακόμη κα μωρία ονομάζεις πράγμα που είναι γεμάτο με τόση σοφία; Αλλά τίποτε δεν είναι παράξενο, διότι είναι χαρακτηριστικό όσων βαδίζουν στον δρόμο της απωλείας να μην αναγνωρίζουν όσα οδηγούν στη σωτηρία.
Μην θορυβείσθε λοιπόν· δεν είναι παράξενο ούτε απροσδόκητο το γεγονός να χλευάζονται τα μεγάλα από τους παράφρονες. Αυτοί που έτσι αισθάνονται δεν είναι δυνατόν να πεισθούν με ανθρώπινη σοφία· αλλά, και αν θελήσεις έτσι να τους πείσεις, κάνεις το αντίθετο, διότι αυτά που υπερβαίνουν το λογικό, χρειάζονται μόνο πίστη. Αν θέλομε δηλαδή να τους πείσομε με λογικά επιχειρήματα πως ο Θεός έγινε άνθρωπος και εισήλθε σε παρθενική μήτρα, και αν δεν αναγάγουμε το θέμα στην πίστη, μάλλον θα μας χλευάσουν εκείνοι.
Επομένως αυτοί που ζητούν να πείσουν με λογικά επιχειρήματα, αυτοί είναι οι απολλυμένοι. Και τι λέγω για τον Θεό; Διότι, αν κάνουμε αυτό για τα κτίσματα, θα μας περιγελάσουν πολύ· έστω δηλαδή ένας άνθρωπος που όλα θέλει να τα μαθαίνει με λογικά επιχειρήματα, και γίνεται προσπάθεια να πεισθεί από εσένα με επιχειρήματα πως βλέπουμε το φως· εσύ λοιπόν προσπάθησε να τον πείσεις με λογικά επιχειρήματα, αλλά δεν θα μπορέσεις· αν δηλαδή πεις ότι αρκεί να ανοίξει τους οφθαλμούς του και να δει, δεν αναφέρεσαι στον τρόπο, αλλά στο γεγονός.
«Γιατί τότε», λέει ίσως κάποιος, «δεν βλέπουμε με τα αυτιά και δεν ακούμε με τα μάτια; Και γιατί δεν ακούμε με την μύτη και δεν μυρίζουμε με τα αυτιά;». Αν λοιπόν στις απορίες αυτές δεν μπορούμε να του δώσουμε την εξήγηση γι’ αυτά, εκείνος θα γελά, αλλά και εμείς θα γελάσουμε πολύ περισσότερο. Εάν δηλαδή και οι δύο αισθήσεις προέρχονται από τον ίδιο εγκέφαλο και είναι το ένα κοντά στο άλλο και τα δύο μέλη, γιατί δεν είναι δυνατόν να έχουν τις ίδιες ενέργειες;
Αλλά δεν θα μπορέσουμε να πούμε την αιτία ούτε τον τρόπο της ανεξήγητης και ποικίλης ενέργειας, αλλά και αν επιχειρήσουμε, θα χλευαστούμε. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν ας σιγήσουμε αφήνοντας το θέμα στην δύναμη και στην άπειρο σοφία του Θεού. Έτσι, λοιπόν, εάν θελήσουμε να εκφράσουμε τα του Θεού με την κοσμική σοφία, θα επακολουθήσει πολύς γέλωτας όχι λόγω της αδυναμίας των πραγμάτων να εκφραστούν, αλλά λόγω της αδυναμίας της ανθρώπινης νοήσεως, διότι τα μεγάλα κανένας λόγος δεν μπορεί να τα εκφράσει.
Πρόσεξε όμως. Όταν πω «σταυρώθηκε», ο εθνικός λέγει: «Και πώς εξηγείται αυτό με τη λογική; Όταν ήταν σταυρωμένος και κατά την ώρα του σταυρού έπασχε, δεν βοήθησε τον εαυτό Του, και πώς κατόπιν αναστήθηκε και βοήθησε άλλους;». Εάν δηλαδή είχε δύναμη, έπρεπε να την είχε δείξει πριν από τον θάνατό του· αυτό εξάλλου και οι Ιουδαίοι το έλεγαν: «Αυτός όμως που δεν βοήθησε τον εαυτό του, πώς βοήθησε άλλους;». «Είναι παράλογο», λέγει. Βεβαίως, άνθρωπε, ο σταυρός είναι παράλογο πράγμα και η δύναμή του δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια· διότι το να βρεθεί κάποιος σε κινδύνους και να φανεί ανώτερος των κινδύνων, να τους αντιμετωπίσει και να τους υπερνικήσει, αυτό δείχνει ότι Αυτός έχει άπειρη δύναμη.
Όπως ακριβώς δηλαδή με την περίπτωση των Τριών Παίδων· το ότι εισήλθαν στην κάμινο και κατενίκησαν την φλόγα ήταν πιο θαυμαστό από το να μην είχαν εισέλθει σε αυτήν. Και ο Ιωνάς, αν και έπεσε μέσα στο κήτος, δεν έπαθε τίποτε το δυσάρεστο, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να μην πέσει σε αυτό· έτσι και με τον Χριστό· το ότι, αν και πέθανε, διέλυσε τον θάνατο, ήταν πιο παράδοξο από το να μην πεθάνει. Μη λες λοιπόν: «Γιατί δεν βοήθησε τον εαυτό του στον σταυρό;». Διότι βιαζόταν να συμπλακεί με τον ίδιο τον θάνατο. Δεν κατέβηκε από τον σταυρό, όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή δεν ήθελε. Αυτόν δηλαδή που δεν τον κράτησε η τυραννία του θανάτου, πώς θα μπορούσαν να τον κρατήσουν τα καρφιά του σταυρού;
Αλλά αυτά είναι γνωστά σε μας, είναι όμως ακόμη άγνωστα στους απίστους· για τον λόγο αυτόν έλεγε ότι «Ο λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. Γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω (:Πράγματι λοιπόν η διάδοση του κηρύγματος αυτού οφείλεται στην θεία του δύναμη. Διότι το κήρυγμα για τον σταυρό σ’ εκείνους βέβαια που βαδίζουν τον δρόμο της απώλειας φαίνεται μωρία και κουταμάρα˙ σε μας όμως που είμαστε στο δρόμο της σωτηρίας είναι δύναμη Θεού που σώζει. Ναι. Τους φαίνεται μωρία και δεν μπορούν να νιώσουν την δύναμη του Ευαγγελίου, αν και παρουσιάζονται με την αξίωση ότι είναι σοφοί. Διότι έχει γραφεί από τον Ησαΐα, που μίλησε εκ μέρους του Θεού: ‘’Θα εξαφανίσω τη σοφία αυτών που παρουσιάζονται ως σοφοί, και θα παραμερίσω ως ανώφελη και άχρηστη τη φρόνηση εκείνων που κομπάζουν με την ιδέα ότι είναι συνετοί ’’)» [Α΄Κορ.1,18-19].
Έως εδώ δεν αναφέρει τίποτε δικό του φορτικό, αλλά πρωτίστως έρχεται στην μαρτυρία της Γραφής και κατόπιν, αφού έλαβε την παρρησία που στηρίζεται εκεί, χρησιμοποιεί περισσότερο έντονους λόγους και λέγει: «Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας(: Πού υπάρχει τώρα σοφός; Πού υπάρχει έμπειρος διδάσκαλος του Μωσαϊκού νόμου; Πού επιδέξιος συζητητής της άπιστης και άθεης αυτής εποχής; Δεν απέδειξε ο Θεός μωρή τη σοφία των ανθρώπων που έχουν τα κοσμικά φρονήματα της εποχής μας;
Και η αποδοκιμασία αυτή του Θεού έγινε με κάθε δικαιοσύνη. Διότι, αφού με τη σοφία του Θεού, η οποία γίνεται φανερή στα δημιουργήματά Του, δεν γνώρισαν οι άνθρωποι τον Θεό με την έμφυτη λογική και την άλλη σοφία τους, αποφάσισε ο Θεός μέσα στην αγαθότητά Του να σώσει όλους όσους θα πιστέψουν σε κάθε εποχή, με το κήρυγμα, που φαίνεται μωρό και ανόητο στους σοφούς του αμαρτωλού κόσμου)»[Α΄Κορ. 1,20-21]. Αφού είπε ότι «Είναι γραμμένο: Θα εξαφανίσω την κοσμική σοφία των σοφών», προσθέτει την απόδειξη από την πραγματικότητα λέγοντας: «Πού τώρα είναι ο σοφός; Πού είναι ο διδάσκαλος του μωσαϊκού νόμου;»· Έτσι κατηγορούσε συγχρόνως και τους εθνικούς και τους Ιουδαίους· διότι ποιος φιλόσοφος, ποιος από εκείνους που έχουν ασχοληθεί με τους συλλογισμούς, ποιος σοφός Ιουδαίος έσωσε και γνώρισε την αλήθεια; Κανείς, αλλά το παν είναι έργο των αλιέων.
Αφού έφθασε λοιπόν στο συμπέρασμα αυτό και αφού συνέτριψε την αλαζονεία αυτών και είπε «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; (:Δεν απέδειξε ο Θεός μωρία τη σοφία των ανθρώπων που έχουν τα κοσμικά φρονήματα της εποχής μας;)»[Α΄Κορ. 1,20]», αναφέρει και την αιτία, για την οποία συνέβησαν αυτά έτσι. «Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν(:Και η αποδοκιμασία αυτή του Θεού έγινε με κάθε δικαιοσύνη. Διότι, αφού με τη σοφία του Θεού, η οποία γίνεται φανερή στα δημιουργήματά Του, δεν γνώρισαν οι άνθρωποι τον Θεό με την έμφυτη λογική και την άλλη σοφία τους)», φάνηκε ο σταυρός. Και τι σημαίνει «ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ»;
Διαμέσου της σοφίας που φαίνεται από τα δημιουργήματα, με τα οποία θέλησε να Τον γνωρίσουν οι άνθρωποι. Αυτά δηλαδή τα κατασκεύασε τέτοια γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να θαυμάζουν τον δημιουργό ανάλογα με το τι θα βλέπουν. Είναι μέγας ο ουρανός και απέραντη η γη; Θαύμασε λοιπόν τον δημιουργό· και μάλιστα ο μέγας αυτός ουρανός όχι μόνο δημιουργήθηκε από Αυτόν, αλλά δημιουργήθηκε και με ευκολία· και η άπειρη εκείνη γη και αυτή δημιουργήθηκε ως κάτι το εύκολο· για τον λόγο αυτόν για Εκείνον μεν λέγει ότι «ὅτι ὄψομαι τοὺς οὐρανούς, ἔργα τῶν δακτύλων σου (: Θα δω τους ουρανούς, που είναι έργα των δακτύλων Σου)» [Ψαλ.8,4], ενώ για την γη: «τὴν δὲ γῆν ὡς οὐδὲν ἐποίησεν(:δημιούργησε την γη σαν ένα τίποτε ενώπιόν Του)» [Ησ.40,23]. Επειδή λοιπόν ο άνθρωπος δεν θέλησε να γνωρίσει τον Θεό δι’ αυτής της σοφίας, τον έπεισε με την θεωρούμενη μωρία του κηρύγματος, όχι με τη λογική, αλλά με την πίστη.
Όπου λοιπόν υπάρχει η σοφία του Θεού δεν χρειάζεται πλέον η ανθρώπινη σοφία· το να πει δηλαδή κάποιος ότι Αυτός που έκτισε τον κόσμο τον τόσο απέραντο και μεγάλο είναι φυσικό να είναι Θεός που έχει κάποια ακαταγώνιστη και μυστική δύναμη ήταν έργο της λογικής που χρειαζόταν την ανθρώπινη σοφία και με αυτά μπορούσαν να κατανοήσουν τον Θεό· τώρα όμως δεν χρειάζεται πλέον η λογική, αλλά μόνη η πίστη· διότι το να πιστεύει κανείς στον Σταυρωθέντα και Ταφέντα και να είναι βέβαιος ότι Αυτός ο Ίδιος και αναστήθηκε και βρίσκεται στον ουρανό, αυτό δεν χρειάζεται σοφία ούτε λογική, αλλά πίστη· διότι βέβαια οι απόστολοι δεν προσήλθαν με σοφία, αλλά με πίστη και έχουν γίνει σοφότεροι και ανώτεροι από τους σοφούς του κόσμου, και μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο το να δέχεται κανείς με την πίστη τις αλήθειες του Θεού είναι ανώτερο από την ενέργεια της λογικής· διότι αυτό υπερβαίνει την ανθρώπινη διάνοια.
Και πώς καταδίκασε την σοφία; Με το να γνωρίσουμε δια του Παύλου και των απλοϊκών αποστόλων έδειξε ότι αυτή είναι ανώφελη· διότι προκειμένου να δεχθεί το ευαγγελικό κήρυγμα, ούτε ο απλοϊκός βλάπτεται σε τίποτε από την αμάθειά του· αλλά αν πρέπει να πούμε και κάτι περίεργο, η απλοϊκότητα μάλλον παρά η σοφία είναι κατάλληλη και πλέον ευνοϊκή για να δεχθεί κανείς το κήρυγμα· διότι ο ποιμένας και ο χωρικός θα δεχτεί αυτό γρηγορότερα και την λογική περιορίζοντας και τον εαυτό του παραδίδοντας στον Κύριο. Έτσι λοιπόν καταδίκασε την κοσμική σοφία· επειδή δηλαδή πρώτη η ίδια καταδίκασε τον εαυτό της, στο εξής για τίποτε δεν είναι χρήσιμη· διότι, όταν έπρεπε να δείξει την δύναμή της και δια των έργων της να δει τον Κύριο, δεν θέλησε.
Για τον λόγο αυτόν, και αν ακόμη θέλει τώρα να επαναφέρει τον εαυτό της στην προηγούμενη κατάσταση, δεν μπορεί· δεν είναι έτσι τα πράγματα, διότι η οδός που οδηγεί στην γνώση του Θεού είναι πολύ ανώτερη από εκείνη. Για τον λόγο αυτόν βέβαια χρειάζεται πίστη και απλότητα, και πρέπει να ζητούμε αυτήν παντού και να την προτιμούμε από την σοφία· διότι λέγει «ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν (:Ο Θεός απέδειξε μωρία την σοφία)». Και τι σημαίνει «απέδειξε μωρία»; Την απέδειξε μωρία, προκειμένου για την κατανόηση της πίστεως. Επειδή δηλαδή μεγαλοφρονούσαν γι' αυτήν, την επέκρινε ταχέως· ποια δηλαδή σοφία, όταν δεν βρίσκει τα ανώτερα αγαθά;
Την έκανε λοιπόν να φανεί μωρία, επειδή εκείνη πρώτη υποτίμησε τον εαυτό της. Εφόσον δηλαδή τίποτε δεν έδειξε, όταν με την λογική ήταν δυνατόν να βρεθεί η αλήθεια, τώρα που τα πράγματα φαίνονται ανώτερα, πώς θα δυνηθεί να κατορθώσει κάτι, την στιγμή που χρειάζεται μόνον πίστη και όχι δεινότητα; Ο Θεός λοιπόν απέδειξε αυτήν μωρία, και με την αγαθότητά Του αποφάσισε να προσφέρει την σωτηρία με την μωρία του κηρύγματος, μωρία, που δεν είναι πραγματική μωρία, αλλά που φαίνεται ότι είναι· διότι το σπουδαιότερο είναι το εξής, ότι δηλαδή δεν έφερε άλλη τέτοια σοφία ανώτερη εκείνης, αλλά υπερύψωσε τόσο πολύ εκείνη που εθεωρείτο μωρία· διότι εκτόπισε τον Πλάτωνα όχι με άλλον σοφότερο φιλόσοφο, αλλά με αμαθή αλιέα· έτσι δηλαδή η ήττα έχει καταστεί μεγαλύτερη και λαμπρότερη η νίκη.
Έπειτα, δείχνοντας την δύναμη του σταυρού λέγει: «Ἐπειδὴ καὶ ᾿Ιουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ ῞Ελληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, ᾿Ιουδαίοις μὲν σκάνδαλον, ῞Ελλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν(:Και φαίνεται μωρό και ανόητο, επειδή οι Ιουδαίοι απαιτούν υπερφυσικό σημείο για να πιστέψουν και οι Έλληνες ζητούν φιλοσοφικούς συλλογισμούς που να ικανοποιούν το περίεργο πνεύμα τους.
Εμείς όμως κηρύττουμε τον Χριστό που έχει σταυρωθεί. Και ο σταυρωμένος Χριστός για τους Ιουδαίους που περιμένουν τον Μεσσία Χριστό ως επίγειο βασιλιά, είναι σκάνδαλο, εμπόδιο πάνω στο οποίο σκοντάφτουν και δεν πιστεύουν. Για τους Έλληνες πάλι ο σταυρωμένος Θεός που δεν νίκησε τους εχθρούς Του παρουσιάζεται ως ιδέα μωρή και ανόητη.Σ’ αυτούς όμως που ο Θεός βρήκε άξιους να καλέσει στη σωτηρία, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Έλληνες, κηρύττουμε Χριστό, ο Οποίος είναι Θεού δύναμη που αναγεννά και αγιάζει, και Θεού σοφία που φωτίζει κάθε πιστό)»[Α΄Κορ.1,22-24].
Υπάρχει πολλή σύνεση στους λόγους· θέλει δηλαδή να πει ότι με τους δυσμενείς παράγοντες υπερίσχυσε ο Θεός, και ότι το κήρυγμα δεν είναι ανθρώπινο· και αυτό που λέγει είναι το εξής: «Όταν πούμε στους Ιουδαίους: ‘’Πιστέψτε’’, απαντούν: ‘’Αναστήσετε νεκρούς, θεραπεύστε δαιμονισμένους, δείξτε σε εμάς σημεία’’». Εμείς όμως τι λέμε αντί αυτών; Ότι σταυρώθηκε και ότι πέθανε Αυτός τον Οποίο κηρύττουμε. Αυτό όμως είναι ικανό όχι μόνο να μην προσελκύει όσους δεν θέλουν, αλλά να απομακρύνει και αυτούς που θέλουν· και όμως δεν απομακρύνει, αλλά προσελκύει και κρατεί και υπερισχύει.
Οι εθνικοί εξάλλου απαιτούν από εμάς ρητορεία λόγων και δεινότητα σοφισμάτων, εμείς όμως και σε αυτούς κηρύττουμε τον σταυρό· και αυτό που φαίνεται στους Ιουδαίους ότι είναι αδυναμία, αυτό για τους Έλληνες είναι μωρία· διότι ο σταυρός όχι μόνο δεν θεωρείται ότι είναι σημείο που είναι δυνατόν να εξεταστεί με τη λογική, αλλά απεναντίας έλλειψη σημείου· όχι μόνο δεν θεωρείται απόδειξη δυνάμεως, αλλά αντιθέτως διαπίστωση αδυναμίας· όχι μόνο δεν θεωρείται ένδειξη σοφίας, αλλά αντιθέτως υπόνοια μωρίας. Και έτσι λοιπόν, όταν όχι μόνο δεν τους δίνουμε όσα ζητούν, αλλά ακριβώς τα αντίθετα αυτών που ζητούν, όταν δηλαδή αυτοί που ζητούν σημεία και σοφία, όχι μόνο δεν λαμβάνουν όσα ζητούν, αλλά ακούουν μάλιστα τα αντίθετα αυτών που επιθυμούν και όμως κατόπιν πείθονται με αυτά τα αντίθετα, πώς τότε δεν είναι απερίγραπτη η δύναμη του κηρυττόμενου;
Όπως ακριβώς, εάν σε κάποιον, που ταλαιπωρείται από τα κύματα και επιθυμεί λιμάνι, δεν υποδεικνύεις λιμάνι, αλλά άλλο τόπο αγριότερο του πελάγους, και αυτόν μπορέσεις να τον κάνεις να σε ακολουθήσει με ευγνωμοσύνη· ή εάν ένας ιατρός κάποιον, να σε ακολουθήσει με ευγνωμοσύνη· ή εάν ένας γιατρός κάποιον, που είναι πληγωμένος και επιθυμεί φάρμακα, του υπόσχεται ότι θα τον κάνει υγιή όχι με φάρμακα, αλλά με καυτηριασμό, και τον κερδίζει με το μέρος του· αυτό δηλαδή είναι απόδειξη μεγάλης δυνάμεως· έτσι και οι απόστολοι όχι μόνο δεν χρησιμοποίησαν σημεία, αλλά και με μέσα που θεωρούνταν ότι ήσαν αντίθετα προς τα σημεία υπερίσχυσαν· αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός και στην περίπτωση του τυφλού· ήθελε δηλαδή να τον θεραπεύσει και τον θεράπευσε με πράγμα που αύξανε την τυφλότητα· έθεσε, δηλαδή, πηλό στους οφθαλμούς. Όπως λοιπόν με πηλό θεράπευσε τον τυφλό, έτσι έλαβε με το μέρος Του την οικουμένη δια του σταυρού, και αυτό αύξανε το σκάνδαλο, δεν το εξαφάνιζε.
Το ίδιο έκανε και στην κτίση, επιτυγχάνει δηλαδή δια των αντιθέτων τα αντίθετα. Την θάλασσα, ως γνωστόν, την τείχισε με άμμο και έτσι χαλιναγώγησε το ισχυρό με το ασθενές· τοποθέτησε την γη επάνω στο νερό, και έτσι έκανε το βαρύ και πυκνό να βρίσκεται πάνω στο πλαδαρό και ρευστό. Εξάλλου δια των προφητών ανύψωσε σίδηρο με μικρό ξύλο. Έτσι λοιπόν και με τον σταυρό κέρδισε την οικουμένη· όπως δηλαδή το νερό βαστάζει την γη, έτσι και ο σταυρός βαστάζει την οικουμένη. Είναι λοιπόν απόδειξη μεγάλης δυνάμεως και σοφίας το να πείθει κανείς με τα αντίθετα· διότι ο σταυρός φαίνεται ότι είναι πράγμα που σκανδαλίζει, αλλ’ όμως όχι μόνο δεν σκανδαλίζει, αλλά και ελκύει.
Αυτά όλα είχε υπόψη του ο Παύλος και γεμάτος από έκπληξη έλεγε ότι «ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί(:διότι εκείνο που ενεργεί ο Θεός και οι άπιστοι άνθρωποι το θεωρούν μωρό και ανόητο, είναι σοφότερο από τους ανθρώπους, με ό,τι κι αν έχουν και όση σοφία κι αν επιδεικνύουν αυτοί. Και το κήρυγμα του φαινομενικά ασθενούς και αδύνατου Εσταυρωμένου, που το ενεργεί ο Θεός με εμάς, είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπους, όσο δυνατοί κι αν είναι αυτοί σε κοσμική δύναμη)»[Α΄Κορ. 1,25]. Το «μωρόν τοῦ Θεοῦ» και το «ἀσθενές τοῦ Θεοῦ» τα αναφέρει για τον σταυρό, όχι ότι είναι στην πραγματικότητα, αλλά ότι φαίνονται τέτοια· απαντά σύμφωνα με την αντίληψη εκείνων. Δηλαδή ό,τι δεν κατόρθωσαν να κάνουν φιλόσοφοι με τους συλλογισμούς τους, αυτό το κατόρθωσε αυτή που εθεωρείτο μωρία.
Ποιος λοιπόν είναι σοφότερος; Αυτός που πείθει τους πολλούς ή αυτός που πείθει λίγους, μάλλον δε δεν πείθει κανένα; Αυτός που πείθει για τα σοβαρότερα θέματα ή αυτός που πείθει για ανύπαρκτα πράγματα; Πόσο κοπίασε ο Πλάτωνας με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου, και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων, και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης – διότι αυτά είναι για την ζωή περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι την ζωή; Πόσο κοπίασε επιχειρώντας να αποδείξει ότι η ψυχή είναι αθάνατη, και χωρίς να πει τίποτε σαφές ή να πείσει κάποιον από τους ακροατές του, πέθανε έτσι χωρίς αποτέλεσμα;
Ο σταυρός όμως έπεισε με απλοϊκούς ανθρώπους και κέρδισε όλη την οικουμένη, αφού κήρυξε όχι για τυχόντα πράγματα, αλλά για τον Θεό, για την αληθινή ευσέβεια, για την ευαγγελική ζωή [[Ο Μέγας Βασίλειος μάς έδωσε συνοπτικά το περιεχόμενο του «ευαγγελικού βίου» και της «ευαγγελικής πολιτείας»: ‘’Μάθε, διδάχθητι εὐαγγελικήν πολιτείαν· ὀφθαλμῶν ἀκρίβειαν, γλώσσης ἐγκράτειαν, σώματος δουλαγωγίαν, φρόνημα ταπεινόν, ἐννοίας καθαρότητα, ὀργῆς ἀφανισμόν. Ἀγγαρευόμενος προστίθει· ἀποστερούμενος μή δικάζου· μισούμενος ἀγάπα· διωκόμενος ἀνέχου· βλασφημούμενος παρακάλει»[Τόμος ΙΙ, ρ.306D]]και την μέλλουσα κρίση· και όλους τους αγροίκους και τους απλοϊκούς τους έκανε αληθινούς φιλοσόφους.
Πρόσεξε πως «τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ» Θεού είναι το σοφότερο από τους ανθρώπους και πως το αδύνατο είναι το ισχυρότερο. Πώς είναι το ισχυρότερο; Διότι διαδόθηκε σε όλη την οικουμένη και κατανίκησε εξ ολοκλήρου τους πάντες και ενώ άπειροι επιχειρούσαν να σβήσουν το όνομα του Σταυρωθέντος, συνέβη το αντίθετο· δηλαδή αυτό μεν άνθησε και προόδευσε, εκείνοι όμως χάθηκαν και καταστράφηκαν· και ενώ οι ζωντανοί πολεμούσαν εναντίον του νεκρού, δεν πέτυχαν τίποτα. Ώστε, όταν ο εθνικός με αποκαλέσει «μωρόν», τότε αποδεικνύει τον εαυτό του υπερβολικά «μωρόν», όταν δηλαδή εγώ που θεωρούμαι από αυτόν μωρός φαίνομαι σοφότερος από τον σοφό· όταν με αποκαλέσει ασθενή, τότε αποδεικνύει τον εαυτό του ασθενέστερο.
Όσα δηλαδή μπόρεσαν να κατορθώσουν με την χάρη του Θεού τελώνες και αλιείς, αυτά φιλόσοφοι και ρήτορες και τύραννοι και γενικά όλη η οικουμένη, αν και έκανε το παν, δεν μπόρεσαν ούτε καν να τα φανταστούν· διότι τι δεν εισήγαγε ο Σταυρός; Το θέμα περί της αθανασίας της ψυχής, της αναστάσεως των σωμάτων, το θέμα περί της περιφρονήσεως των εγκοσμίων, περί της επιθυμίας των μελλοντικών. Και έκανε τους ανθρώπους αγγέλους, και όλοι ασχολούνται με την κατά Θεόν φιλοσοφία[Φιλοσοφία: Στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ο όρος σημαίνει γενικά την χριστιανική θεολογία και την κατά Χριστόν άσκηση] και παρουσιάζουν κάθε γενναιότητα.
«Αλλά και μεταξύ των εθνικών», λέγει ίσως κάποιος, «πολλοί υπήρξαν που περιφρόνησαν τον θάνατο». Ποιοι, πες μου; Μήπως εκείνος που ήπιε το κώνειο; Αλλά, εάν θέλεις, τέτοιους μπορώ να σου αναφέρω μυρίους ανθρώπους της Εκκλησίας· διότι εάν παρίστατο ανάγκη σε εποχή διωγμού να πιουν κώνειο και να απέλθουν, όλοι θα είχαν αναδειχθεί λαμπρότεροι εκείνου. Άλλωστε εκείνος ήπιε το κώνειο χωρίς να έχει την δυνατότητα να το πιει ή να μην το πιει· αυτό έπρεπε να το πάθει είτε ήθελε, είτε δεν ήθελε και αυτό βέβαια δεν ήταν ένδειξη ανδρείας, αλλά αποτέλεσμα ανάγκης· διότι και ληστές και δολοφόνοι, αφού καταδικάστηκαν με την ψήφο των δικαστών έπαθαν χειρότερα. Σε εμάς όμως συμβαίνει το εντελώς αντίθετο· οι μάρτυρες δηλαδή δεν υπέμειναν χωρίς να το θέλουν, αλλά με την θέλησή τους και ενώ μπορούσαν να μην πάθουν, παρουσίασαν ανδρεία σταθερότερη παντός αδάμαντος.
Δεν είναι λοιπόν αυτό αξιοθαύμαστο, το ότι δηλαδή ήπιε εκείνος το κώνειο, όταν πλέον δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο το να μην το πιει και είχε προχωρήσει σε βαθύ γήρας· διότι έλεγε ότι ήταν εβδομήντα ετών, όταν καταφρόνησε την ζωή, αν βέβαια αυτό είναι καταφρόνηση· διότι εγώ τουλάχιστον δεν θα το ονόμαζα έτσι, ούτε μάλλον κανείς άλλος. Αλλά δείξε μου κάποιον εθνικό που να έμεινε ατάραχος στα βασανιστήρια χάριν της ευσεβείας, όπως εγώ έχω να δείξω μυρίους μάρτυρες του Χριστού σε όλα τα μέρη της οικουμένης. Ποιος εθνικός υπέφερε με γενναιότητα, όταν του έβγαζαν τα νύχια; Ποιος όταν ανέσκαπταν τις αρθρώσεις του; Ποιος, όταν λίγο κατ’ ολίγον, του κατάστρεφαν το σώμα ή την κεφαλή; Ποιος, όταν του διέστρεφαν τα οστά;
Ποιος υπέφερε με γενναιότητα, όταν τον έθεταν συνεχώς επάνω σε τηγάνι; Ποιος, όταν τον έριχναν σε λέβητα; Αυτά τα κατορθώματα δείξε μου· διότι το να πεθάνει κάποιος με κώνειο είναι ίσο με το να πεθάνει στον ύπνο του, διότι λέγεται ότι ο θάνατος αυτός είναι γλυκύτερος από ύπνο. Εάν δε μερικοί εθνικοί υπέμειναν και βασανιστήρια, ούτε και αυτοί είναι δυνατόν να εγκωμιασθούν· διότι απέθαναν για ευτελή αιτία, άλλοι μεν διότι κοινολόγησαν απόρρητα πράγματα, άλλοι διότι επιτέθηκαν εναντίον τυραννίας, άλλοι διότι συνελήφθησαν να κάνουν αισχρές πράξεις· άλλοι τέλος χωρίς σκοπό, ματαίως, χωρίς καμία αιτία, αυτοκτόνησαν.
Αλλά σε μας δεν συνέβη έτσι. Για τον λόγο αυτόν τα μεν έργα εκείνων έχουν καλυφθεί από σιγή, τα έργα των μαρτύρων του Χριστού όμως ανθούν και καθημερινά λαμπρύνονται περισσότερο. Αυτό ακριβώς έχοντας υπόψη του ο Παύλος έλεγε: «Τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί(:Το κήρυγμα του φαινομενικά ασθενούς και αδύνατου Εσταυρωμένου, που το ενεργεί ο Θεός με εμάς, είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπους, όσο δυνατοί κι αν είναι αυτοί σε κοσμική δύναμη)»[Α΄Κορ.1,25]. Ότι το κήρυγμα είναι θείο φαίνεται και από το εξής. Πώς συνέβη, δηλαδή, να επιχειρήσουν τέτοια έργα δώδεκα άνθρωποι και μάλιστα απλοϊκοί που ζούσαν σε λίμνες, σε ποταμούς, σε ερημιές και που ποτέ ίσως δεν είχαν πάει σε πόλη ούτε σε αγορά;
Πώς τους ήλθε να αντιμετωπίσουν όλη την οικουμένη; Ότι δηλαδή ήσαν δειλοί και άνανδροι το δείχνει εκείνος που έγραψε γι’ αυτούς και που δεν τα παρέλειψε ούτε θέλησε να συσκιάσει τα ελαττώματά τους, πράγμα το οποίο είναι επίσης πολύ μεγάλη απόδειξη της αλήθειας. Τι λοιπόν λέγει αυτός γι’ αυτούς; Ότι όταν συνελήφθη ο Χριστός, μετά από άπειρα θαύματα άλλοι μεν έφυγαν, αυτός δε που έμεινε, ο κορυφαίος των άλλων, τον αρνήθηκε. Πώς λοιπόν αυτοί που όταν ζούσε ο Χριστός δεν άντεξαν στην ορμή των Ιουδαίων, όταν πέθανε και ενταφιάστηκε και δεν αναστήθηκε, όπως ισχυρίζεστε, ούτε συνομίλησε μαζί τους, ούτε τους έδωσε θάρρος, πώς αυτοί αντιμετώπισαν την απέραντη οικουμένη; Δεν θα έλεγαν στους εαυτούς τους: «Τι είναι πάλι αυτό; Τον εαυτό του δεν μπόρεσε να σώσει και θα προστατέψει εμάς; Τον εαυτό του δεν υπεράσπισε όταν ζούσε, και θα βοηθήσει εμάς τώρα που πέθανε; Ζώντας ο ίδιος δεν υπέταξε ούτε ένα έθνος, και εμείς θα πείσουμε την οικουμένη όλη λέγοντας το όνομα εκείνου; Και πώς θα ήταν λογικό όχι μόνο το να κάνουμε αυτά, αλλά έστω και να τα σκεφτούμε;».
Έτσι είναι φανερό ότι, αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο και δεν είχαν μέγιστη απόδειξη της δυνάμεώς Του, δεν θα διακινδύνευαν τόσο πολύ. Διότι, και αν ακόμη είχαν μυρίους φίλους, δεν θα έκαναν ευθύς εξαρχής τους πάντες εχθρούς, επειδή ανέτρεπαν τις παλαιές συνήθειες και μετατόπιζαν τα πατροπαράδοτα όρια; Πράγματι, τώρα όλους τους είχαν εχθρούς τους, και τους συμπατριώτες τους και τους ξένους. Και αν ακόμη ήσαν σεβαστοί χάρις στην όλη εξωτερική εμφάνισή τους, δεν θα τους αποστρέφονταν όλοι, επειδή εισήγαν νέο τρόπο ζωής; Τώρα όμως όλοι τους εγκατέλειψαν και ήταν επόμενο για τον λόγο αυτόν να γίνουν μισητοί και να περιφρονούνται από όλους.
Ποιους, λοιπόν, θέλεις να αναφέρω; Τους Ιουδαίους; Αλλά είχαν άφατο μίσος προς αυτούς για όσα είχαν συμβεί στον Διδάσκαλο. Μήπως τους εθνικούς; Αλλά και αυτοί εξίσου με εκείνους τους απεχθάνονταν, και αυτά τα γνωρίζουν προπαντός οι εθνικοί. Ο Πλάτωνας δηλαδή που θέλησε να εισαγάγει νέο πολίτευμα, μάλλον δε ένα μέρος του πολιτεύματος, που δεν μετέβαλλε τα πατροπαράδοτα των θεών, αλλά απλώς εισήγαγε άλλες πράξεις αντί άλλων, αφού εκδιώχθηκε από την Σικελία, κινδύνευσε να φονευθεί·, και επειδή δεν συνέβη αυτό, έχασε την ίδια την ελευθερία του. Και αν κάποιος βάρβαρος δεν συνέβαινε να είναι ημερότερος από τον τύραννο της Σικελίας, τίποτε δεν θα εμπόδιζε ο φιλόσοφος να εξακολουθήσει να είναι πάντοτε δούλος σε ξένη χώρα.
Ο μέγας Έλληνας φιλόσοφος Πλάτωνας-427-348 π.Χ.- ιδίως στο έργο του ‘’Πολιτεία’’ διατύπωσε νέες πολιτειακές αντιλήψεις, για να θέσει δε σε εφαρμογή αυτές ταξίδεψε στις Συρακούσες της Σικελίας(388 π.Χ.). Εκεί προσπάθησε να μυήσει τον τύραννο Διονύσιο Α΄ στις ιδέες του, συνδέθηκε δε δια στενής φιλίας με τον γυναικάδελφο του τυράννου Δίωνα. Ο Διονύσιος ο Α΄ είδε με καχυποψία την φιλία Πλάτωνα-Δίωνα ως αρχή κάποιας συνομωσίας σε βάρος του και για τον λόγο αυτόν εκδίωξε τον Πλάτωνα. Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα ο φιλόσοφος συνελήφθη από τους Αιγινήτες, οι οποίοι βρίσκονταν τότε σε πόλεμο με τους Αθηναίους και για τον λόγο αυτόν είχε την πρόθεση να πουλήσουν τον Πλάτωνα ως δούλο. Τον φιλόσοφο έσωσε ένας Αιγύπτιος φίλος του, ο Αννίκερις από την Κυρήνη, ο οποίος πλήρωσε και τον απελευθέρωσε].
Και όμως, ως γνωστόν, δεν είναι ίσο το να εισάγει κανείς καινοτομίες σε θέματα σχετικά με την βασιλεία με το να καινοτομεί στα περί θρησκείας, διότι αυτό προπαντός αναστατώνει και ταράσσει τους ανθρώπους· το να πει δηλαδή κανείς ο τάδε και ο τάδε να νυμφεύονται την τάδε και οι φύλακες να είναι φύλακες κατά τον τρόπο αυτόν δεν είναι ικανό να προκαλέσει μέγα θόρυβο, και μάλιστα όταν είναι γραπτά και δεν υπάρχει πολλή βιασύνη εκ μέρους του νομοθέτου να θέσει τα λεγόμενα σε εφαρμογή· το να λέγει όμως κάποιος ότι οι θεοί που λατρεύουν δεν είναι θεοί, αλλά ότι είναι δαίμονες, ότι ο Εσταυρωμένος είναι Θεός, αντιλαμβάνεστε πόση οργή άναψε, πόσες τιμωρίες δημιούργησε, πόσο πόλεμο προκάλεσε.
Ο δικός τους Πρωταγόρας[:(περίπου 485-411 π.Χ): ο μεγαλύτερος ίσως σοφιστής της αρχαιότητας, γεννηθείς στα Άβδηρα της Θράκης. Δίδαξε σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και κυρίως στην Αθήνα. Εκεί διάβασε για πρώτη φορά το έργο του «Περί θεών», στο οποίο εξέφραζε αμφιβολίες για την ύπαρξη των θεών. Αντιμετώπισε δίκη επί ασεβεία, και για να διαφύγει τη βέβαιη καταδίκη του εγκατέλειψε την Αθήνα, ενώ τα συγγράμματά του κάηκαν] εξάλλου, επειδή τόλμησε να πει: «Δεν παραδέχομαι τους θεούς» και τόλμησε απλώς να το πει, όχι περιερχόμενος την οικουμένη και κηρύττοντας, αλλά σε μία πόλη, κινδύνεψε να καταδικαστεί σε θάνατο. Και ο Διαγόρας ο Μιλήσιος[: Καταγόταν μάλλον από το νησί Μήλος. Διθυραμβοποιός, έζησε στην Αθήνα κατά το β΄ήμισυ του 5ου αιώνος π.Χ.
Οι Αθηναίοι τον καταδίκασαν σε θάνατο ως «ἀσεβῆ εἰπόντα καί δράσαντα»(415π.Χ.). Διέφυγε την εκτέλεση της ποινής αποδημώντας στην Πελοπόννησο, όπου και πέθανε] και ο Θεόδωρος ο λεγόμενος άθεος[: Φιλόσοφος από την Κυρήνη της Αιγύπτου, δίδαξε στην Αθήνα γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ. διατυπώνοντας γενικά τολμηρές για την εποχή εκείνη φιλοσοφικές απόψεις, και κυρίως περί θεών. Εξορίστηκε από την Αθήνα και κατέφυγε στην Αίγυπτο, από όπου αφού εξορίστηκε και πάλι κατέφυγε στην Ελλάδα], αν και είχαν φίλους και πολιτική δύναμη χάρη στην ευγλωττία τους και θαυμάζονταν για την φιλοσοφία τους, αλλά όμως τίποτε από αυτά δεν τους ωφέλησε.
Εξάλλου και ο μέγας Σωκράτης παρόλο που υπερείχε από όλους τους στη φιλοσοφία, ήπιε κώνειο για τον λόγο αυτόν, επειδή δηλαδή ήταν κάπως ύποπτος για νεωτερισμούς στους λόγους του περί θεών[:Η κατηγορία με την οποία εισήχθη σε δίκη ο Σωκράτης[469-399 π.Χ.] και τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο ήταν η εξής: «Σωκράτης Σωφρονίσκου Ἀλωπεκῆθεν ἀδικεῖ, οὕς μέν ἡ πόλις νομίζει θεούς οὐ νομίζων, ἕτερα δέ καινά δαιμόνια εἰσφέρων, ἀδικεῖ δέ καί τούς νέους διαφθείρων. Τίμημα(ποινή) θάνατος»].
Εάν όμως η μόνη υποψία καινοτομίας τόσο μεγάλο κίνδυνο προκάλεσε σε άντρες φιλοσόφους και σοφούς και ανθρώπους που είχαν απολαύσει απείρων τιμών και όχι μόνο δεν πέτυχαν όσα ήθελαν, αλλά και οι ίδιοι έχασαν και την πατρίδα και τη ζωή τους, πώς δεν θαυμάζεις και δεν εκπλήττεσαι που βλέπεις ότι ο απλός ψαράς έκανε τόσο μεγάλα έργα στην οικουμένη και κατόρθωσε όσα επιδίωξε και υπερίσχυσε και των βαρβάρων και των Ελλήνων όλων; «Αλλά αυτοί», λένε, «δεν εισήγαγαν ξένους θεούς, όπως εκείνοι». Θίγεις λοιπόν αυτό που είναι για εμένα πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή η καινοτομία είναι διπλή, και καθαίρεση των κυριαρχούντων θεών και κήρυγμα του Εσταυρωμένου.
Πώς, λοιπόν, τους ήλθε να κηρύττουν τέτοιες νέες ιδέες; Πώς είχαν το θάρρος στο τέλος της ζωής τους; Ποιοι πριν από αυτούς είχαν κατορθώσει κάτι τέτοια και τους οποίους θα μπορούσαν να δουν; Δεν προσκυνούσαν όλοι τους δαίμονες; Δεν θεοποιούσαν όλοι τα στοιχεία της φύσεως; Δεν ήταν διαφορετικός ο τρόπος ζωής των ασεβών; Αλλά όμως επιτέθηκαν εναντίον όλων και κατέλυσαν αυτά και εντός ολίγου χρόνου διέτρεξαν όλη την οικουμένη, σαν να είχαν φτερά, χωρίς να υπολογίζουν κινδύνους, ούτε θανάτους, ούτε τη δυσκολία του πράγματος, ούτε το ότι αυτοί ήσαν ολίγοι, χωρίς να υπολογίζουν ούτε το πλήθος των εναντιουμένων, ούτε την εξουσία, ούτε τους δυνάστες, ούτε την σοφία των πολεμούντων· διότι είχαν συμμαχία μεγαλύτερη από όλα αυτά, την δύναμη του Σταυρωθέντος και Αναστάντος.
Δεν θα ήταν τόσο αξιοθαύμαστο εάν προτιμούσαν να διεξαγάγουν εναντίον της οικουμένης αισθητό πόλεμο, όπως είναι αυτός που τώρα διεξάγεται· διότι σύμφωνα με τον νόμο της μάχης θα ήταν δυνατόν να σταθούν απέναντι από τους εχθρούς και αφού λάβουν θέση αντίθετη, να παραταχθούν εναντίον των εναντιουμένων και να επιτεθούν και να συμπλακούν· εδώ όμως δεν έγινε έτσι· διότι δεν είχαν δικό τους στρατόπεδο, αλλά αναμιγνύονταν με τους ίδιους τους εχθρούς και έτσι υπερίσχυαν αυτών· και ενώ ζούσαν μεταξύ των εχθρών, διέφευγαν την σύλληψη από αυτούς και υπερίσχυαν και νικούσαν νίκη λαμπρά, η οποία πραγματοποιούσε μία προφητεία που έλεγε: «Ῥάβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου(: Σκήπτρο και ράβδο βασιλική και στιβαρή, ακατάβλητης δύναμης, θα σου αποστείλει ο Κύριος από την Σιών, όπου ο ιερός ναός της κατοικίας Του, και κατάβαλλε με αυτά τους εχθρούς σου, αναδεικνυόμενος θριαμβευτής και κύριος εν μέσω αυτών)» [Ψαλ.109,2].
Αυτό δηλαδή προκαλεί πολλή κατάπληξη, ότι ενώ οι εχθροί κατείχαν αυτούς και τους έριχναν σε δεσμωτήριο και σε δεσμά, όχι μόνο δεν υπερίσχυαν, αλλά κατόπιν υπέκυπταν σε αυτούς και οι ίδιοι, οι μαστιγούντες τους μαστιγουμένους, οι φυλακίζοντες στους δεσμώτες, οι διώκτες στους διωκομένους. Όλα, λοιπόν, αυτά ας τα λέμε προς τους εθνικούς, μάλλον δε και περισσότερα από αυτά, διότι έχουμε πολλή αλήθεια με το μέρος μας. Και αν παρακολουθείτε το θέμα, θα σας εκθέσω όλη την εξέλιξη της μάχης εναντίον αυτών· προηγουμένως όμως εδώ ας κρατήσουμε δύο σπουδαιότατα σημεία, δηλαδή πώς οι αδύνατοι νίκησαν τους ισχυρούς και πώς ήλθε στον νου τους, ενώ ήσαν τόσο αδύνατοι, να σκεφτούν τέτοια έργα, εάν δεν απολάμβαναν την συμμαχία του Θεού.
Και τα μεν πράγματά μας έτσι έχουν, εμείς δε στα έργα μας ας παρουσιάζουμε κατορθώματα βίου και ας καίμε άφθονο το πυρ της αρετής, διότι λέγει: «Φωστῆρες γάρ ἐστέ(: Διότι είστε φωστήρες)» φησίν, «ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου λάμπτοντες(:που λάμπουν στον κόσμο)» [βλ. Φιλ. 2,15:«Ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ(:Να τα κάνετε όλα με προθυμία, για να γίνετε άμεμπτοι στην εξωτερική σας συμπεριφορά και ειλικρινείς στα εσωτερικά σας ελατήρια και στις διαθέσεις σας, παιδιά του Θεού ελεύθερα από κάθε κηλίδα μέσα σε μια γενιά ανθρώπων κακοτρόπων και διεστραμμένων, όπως είναι οι σύγχρονοί μας άνθρωποι.
Αλλά εσείς ανάμεσά σας φαίνεστε σαν φωτεινά αστέρια μέσα σε σκοτεινό κόσμο)» [Φιλ.2,15]. Και στον καθένα από εμάς ο Θεός έδωσε μεγαλύτερη χρησιμότητα από τον ήλιο, μεγαλύτερη από τον ουρανό και τη γη και την θάλασσα, και τόσο μεγαλύτερη όσο τα πνευματικά υπερέχουν από τα αισθητά. Όταν λοιπόν δούμε προς τον κύκλο του ηλίου και θαυμάσουμε το κάλλος και το σώμα και την λαμπρότητα του άστρου, ας σκεπτόμαστε πάλι ότι το φως που έχουμε μέσα μας είναι μεγαλύτερο και καλύτερο, όπως και το σκότος είναι φοβερότερο, εάν δεν προσέχουμε· διότι βαθιά νύκτα κατέχει όλη την οικουμένη.
Αυτήν λοιπόν την νύκτα ας ανατρέψουμε και ας διαλύσουμε. Νύκτα επικρατεί όχι μόνο στους αιρετικούς, ούτε μόνο στους εθνικούς, αλλά και σε πολλούς από τους δικούς μας όσον αφορά τα δόγματα και την ζωή· πολλοί δηλαδή δυσπιστούν στην Ανάσταση, πολλοί ασφαλίζουν τον εαυτό τους με συμπεράσματα κατά την γένεση, πολλοί επιδίδονται σε παρατηρήσεις των φυσικών φαινομένων και σε μαντεύσεις κατά τον κλήδονα[Κλήδονας: Είδος μαντικής παιγνιώδους μαντείας τελουμένης ιδίως από νεαρές κοπέλες κατά την διάρκεια της εορτής] και σε οιωνοσκοπίες και σε συμβολισμούς, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν χαϊμαλιά και μαγικούς ύμνους. Αλλά και προς αυτούς θα απαντήσουμε ύστερα, όταν εξαντλήσουμε τα θέματα σχετικά με τους εθνικούς· έως τότε κρατείτε καλά όσα ειπώθηκαν, και λάβετε και εσείς μαζί μου μέρος στην μάχη έλκοντας με την ζωή σας και μεταθέτοντας αυτούς προς εμάς· αυτό ακριβώς δηλαδή πάντοτε το λέγω, εκείνος που διδάσκει φιλοσοφία προηγουμένως πρέπει να την διδάσκει στον εαυτό του και πρέπει να είναι επιθυμητός στους ακροατές του.
Ας γίνουμε λοιπόν επιθυμητοί και ας κάνουμε τους εθνικούς να διάκεινται ευνοϊκά προς εμάς. Και αυτό θα γίνει εάν είμαστε προετοιμασμένοι όχι να βλάπτουμε, αλλά ακόμη και να βλαπτόμαστε. Δεν βλέπουμε τα παιδιά όταν ενώ οι πατέρες τους τα έχουν στην αγκαλιά τους, εκείνα χτυπούν στις παρειές εκείνον που τα κρατεί, πως ο πατέρας ευχαρίστως επιτρέπει στο παιδί να χορτάσει την οργή του και χαίρεται, όταν το δει ότι ικανοποίησε τον θυμό του; Έτσι να κάνουμε και εμείς, και ας συνομιλούμε με τους εθνικούς ως πατέρες προς παιδιά, διότι όλοι οι Έλληνες[:οι ειδωλολάτρες] είναι παιδιά· και αυτό μερικοί δικοί τους το έχουν πει, ότι εκείνοι είναι πάντοτε παιδιά και κανένας Έλληνας δεν είναι γέροντας[ «Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστέ, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἐστίν» :Πλάτ. Τίμαιος 22Β].
Τα παιδιά δεν ανέχονται να φροντίζουν για τίποτε το χρήσιμο· έτσι και οι Έλληνες θέλουν πάντοτε να παίζουν και βρίσκονται χαμηλά, διότι τους ενδιαφέρουν τα χαμηλά και επιδιώκουν τα γήινα. Πολλές φορές τα παιδιά ενώ εμείς συζητούμε για τα αναγκαία στη ζωή, δεν αντιλαμβάνονται τίποτε από τα λεγόμενα, αλλά συνεχώς γελάνε· τέτοιοι είναι και οι Έλληνες· όταν μιλάμε για την Βασιλεία των Ουρανών γελούν.
Και όπως ο πολύς σίελος που εξέρχεται από παιδικό στόμα πολλές φορές λερώνει τροφή και ποτό, έτσι και οι λόγοι που απορρέουν από το στόμα των Ελλήνων είναι μάταιοι και ακάθαρτοι· και αν τους δώσεις αναγκαία τροφή, λυπούν με τις βλασφημίες αυτούς που κάθε φορά τους τρέφουν και χρειάζεται να τους υπομένει κανείς μέχρι τέλους. Τα παιδιά επίσης όταν δουν ληστή να εισέρχεται στην οικία τους και να αφαιρεί τα πράγματα του σπιτιού τους, όχι μόνο δεν τον αποκρούουν, αλλά και γελούν με τον επιδρομέα· αν όμως αφαιρέσεις το καλαθάκι ή την κουδουνίστρα ή κάτι άλλο από τα παιγνίδια, δεινοπαθεί και στενοχωριέται, σπαράσσεται και κλωτσά το έδαφος.
Έτσι λοιπόν και οι εθνικοί ενώ βλέπουν μεν τον διάβολο να τους αφαιρεί όλη την πατρική περιουσία τους και όσα συνέχουν την ζωή τους, γελούν σαν να προστρέχουν σε φίλο· αν όμως κάποιος αφαιρέσει κάτι που τους ανήκει ή οτιδήποτε τέτοιο από τα παιδικά, οδύρονται, σπαράσσονται. Και όπως τα παιδιά γυμνώνονται χωρίς συναίσθηση και κοκκινίζουν, έτσι και οι εθνικοί κυλίονται μαζί με πόρνους και μοιχούς και παραβαίνουν τους νόμους της φύσεως και επινοούν παράνομες μίξεις και δεν επιστρέφουν. Χειροκροτήστε λοιπόν με δύναμη και επαινέστε· αλλά μαζί με τα χειροκροτήματα προσέξτε μήπως αυτά λέγονται και για εσάς.
Για τον λόγο αυτόν παρακαλώ όλοι να ανδρωθείτε· διότι, όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε παιδιά, πώς θα διδάξουμε εκείνους να είναι άντρες; Πώς θα τους εμποδίσουμε από την παιδική μωρία; Ας γίνουμε λοιπόν άντρες για να φθάσουμε στην ηλικία που μας όρισε ο Χριστός και για να πετύχουμε τα μελλοντικά αγαθά με την χάρη και την φιλανθρωπία του Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-i-ad-corinthios.pdfΙωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλία Δ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2015, τόμος 18, σελίδες 84-115.Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm. *Εκ του ιστολογίου <<ΑΚΤΙΝΕΣ>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ: ΣΥΝΤΟΜΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου της Ρωσικής Διασποράς (1985)
Στὴν τάξη αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἐπιδεικνύει τὴν μεγαλειώδη πράξη ποὺ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπιτέλεσε γιὰ μᾶς, κατερχόμενος ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ στὴν γῆ, καὶ ἀπὸ τὴν γῆ στὰ καταχθόνια, ὥστε -ὅπως οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀρέσκονται νὰ τονίζουν- νὰ ἀναζητήσει, νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.
Ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειώσουμε τὴν ἑξῆς διαφορά: ἀπὸ τὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ κατῆλθε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Θεὸς Παντοδύναμος καὶ Ἀπεριόριστος, ἡ μόνη Θεότης. Καὶ ἀφοῦ ἐκπλήρωσε τὸ μέγα ἔργο, τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, Αὐτὸς ἀνῆλθε καὶ πάλι στοὺς Οὐρανούς, ἀλλὰ δὲν ἦταν πλέον ὁ Υἱὸς καὶ μόνον τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀνερχόταν, ἀλλὰ ἦταν Θεάνθρωπος. Ἕνα Πρόσωπο, μία Ταυτότης, ἤ, καλύτερα σύμφωνα μὲ τὴν Πατερικὴ ὁρολογία, μία Ὑπόστασις, ἀλλὰ σὲ δύο Οὐσίες καὶ Φύσεις: Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου.
Διότι, στὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Θεότητα καὶ ἡ Ἀνθρωπότητα ἑνώθηκαν πλήρως καὶ παντοτινά, γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα, καὶ ποτὲ δὲν θὰ συμβεῖ κάποια ἀλλαγὴ σὲ τοῦτο. Ἐν τῷ μεταξύ, καὶ ἡ Θεία Φύση καὶ ἡ Ἀνθρώπινη Φύση (στὸν Σωτῆρα Χριστὸ) διατηροῦν ὅλες τὶς ἰδιότητές τους καὶ μόνον διὰ Θαύματος εἶναι ποὺ αὐτὲς ἑνώθηκαν σὲ ἕνα Πρόσωπο.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀρέσκονται νὰ τονίζουν, ὅτι ὁ Κύριός μας ἀνερχόμενος ἀπὸ τὴν γῆ στὸν Οὐρανό, φώτισε τὴν ὁδὸ γιὰ μᾶς. Ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι πιστὴ σὲ Αὐτὸν βλέπει σὲ αὐτὸ τὴν ἐκπλήρωση τῆς λαμπρᾶς ὑποσχέσεώς Του ὅταν ἔλεγε: «ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται» (Ἰω. ιβ΄ 26). Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Κύριος ἔχει διανοίξει τὴν ὁδὸ ἀπὸ τὴν γῆ στὸν Οὐρανὸ γιὰ μᾶς, τὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. Μόνον νὰ προσέχει ἡ κάθε χριστιανικὴ ψυχή, ὥστε νὰ μὴν λάβει μαζί της ἐπίγειες ματαιότητες στὸν Οὐρανό.
Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ζήσουμε ἐδῶ στὴν γῆ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὅταν φθάσει τὸ τέλος αὐτῆς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς, νὰ θεωρηθοῦμε ἄξιοι τῆς εὐλογημένης ζωῆς τοῦ Παραδείσου. Δηλαδή, νὰ εἴμαστε ἀπασχολημένοι, νὰ ζοῦμε καὶ νὰ γευόμαστε ἐνῶ εἴμαστε ἀκόμη ἐδῶ στὴν γῆ, αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει στὰ σκηνώματα τοῦ θείου Παραδείσου καὶ στὴν αἰώνια καὶ μακάρια ζωή.
Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ γνωρίζουμε, ὅτι τρίτη («μέση») ὁδὸς δὲν ὑπάρχει: ἄν ἡ ψυχὴ δὲ σωθεῖ, ἄν δὲν κληρονομήσει τὶς μονὲς τοῦ Παραδείσου, ἄν δὲν κατασκηνώσει σὲ αὐτές, τότε βέβαια θὰ πέσει στὴν θανατηφόρα ἄβυσσο τοῦ ἅδου· δὲν ὑπάρχει τρίτος δρόμος!
Γι’ αὐτὸ ἄς προσέχουμε τὶς ψυχές μας, Χριστιανοί, γιὰ νὰ προετοιμασθοῦμε προκειμένου νὰ γίνουμε δεκτοὶ στὶς κατοικίες τοῦ Παραδείσου καὶ ὄχι στὴν φρικτὴ ἄβυσσο τῆς κολάσεως, στὴν ὁποίαν ὑπάρχει μόνον ὀδύνη καὶ στεναγμὸς καὶ οὐδεμία ἀπολύτως ἀνακούφιση ἢ ἐλπίδα.
Καὶ θὰ εἶναι πράγματι εὐλογημένη ἐκείνη ἡ ψυχὴ ποὺ θὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή, ὅπως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ὑποσχέθηκε στοὺς μαθητές Του καὶ μέσῳ αὐτῶν σὲ μᾶς, τοὺς πιστοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ἀμήν!
Μετάφρασις ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὸ περιοδικὸ
«Ὁ Ποιμήν» Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Ἐδουάρδου Ἀγγλίας,
μηνὸς Σεπτεμβρίου τοῦ 1998, σελ. 3-4.
Διαδικτυακή αναδημοσίευση από τον ιστότοπο της
<<Εκκλησίας Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών>>.
π. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ: Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
Ἀναζητήσαμε πατερικὲς ὁμιλίες γιά νά πλουτίσουμε τὸ λειτουργικὸ κήρυγμα κατὰ τὴν ἐφετινὴ ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Κατὰ τὴν ὑπερεικοσιπενταετῆ ἱερατική μας διακονία ἀναπτύξαμε ποικιλία θεμάτων, φροντίζοντας νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο τὰ ἴδια. Στὴν Ἁγιογραφικὴ καὶ Πατερικὴ γραμματεία, ὅπως καὶ στὴν Ὑμνογραφία μας, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐντοπίσει πλοῦτο θεμάτων, ἱστορικούς, λειτουργικούς, δογματικούς, ἠθικούς, νηπτικούς καὶ ἄλλους θησαυρούς γιὰ νὰ ὠφελήσει τοὺς πιστούς, ποὺ διψοῦν νὰ ἀκούσουν πατερικὸ κήρυγμα καὶ ὄχι πολιτικοκοινωνικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικὲς ἀναλύσεις καὶ προσωπικὲς ἀναφορὲς καὶ ἱστορίες. Θέλει δουλειά, ἔρευνα καὶ κόπο ἕνα καλὸ κήρυγμα. Γιὰ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως ἔχουν γραφῆ πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ πατερικὰ κείμενα. Στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ἀποδίδονται πολλές, πάνω ἀπὸ δέκα, ὁμιλίες, οἱ περισσότερες τῶν ὁποίων ὅμως, σύμφωνα μὲ τὴν πατρολογικὴ ἔρευνα, εἶναι νόθες ἤ ἀμφιβαλλόμενες.
Χρειάζεται γι᾽ αὐτὸ προσοχὴ καὶ γνώση κατὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν κειμένων, ὥστε ὅσα παρουσιάζει ὁ ὁμιλητὴς νὰ προέρχονται ἀπὸ γνήσια ἔργα τοῦ Χρυσοστόμου, νὰ εἶναι ἀναμφισβήτητη ἡ πατρότητά τους. Στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ δὲν ἔχει ἀφιερώσει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος κάποια ὁμιλία, οἱ παρατιθέμενες δὲ ὁμιλίες σὲ κάποιες συλλογὲς καὶ συναξάρια δὲν εἶναι γνήσιες. Ὑπάρχουν ὅμως σὲ ἄλλες του ὁμιλίες, γνήσιες, ἀξιοθαύμαστες καὶ μοναδικὲς ἀναφορὲς στὸν Τίμιο Σταυρό, ἀληθινὰ ὁμιλητικὰ καὶ πνευματικὰ διαμάντια, ποὺ θὰ παρουσιάσουμε σὲ ἄλλη εὐκαιρία.
Δύο σταθμοὶ πάντως τῆς πολυτάραχης σταυρικῆς καὶ μαρτυρικῆς του ζωῆς συνδέονται μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ σ᾽ αὐτοὺς θὰ ἀναφερθοῦμε σύντομα. Ὁ ἕνας μάλιστα ἐξ αὐτῶν ἔχει σχέση μὲ τὴν θαρραλέα σύγκρουσή του μὲ τὴν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὸν ραδιοῦργο πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο ἦσαν οἱ κύριοι παράγοντες τῶν ἐξοντωτικῶν διωγμῶν ἐναντίον του, μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη τῆς πλειονότητας δειλῶν καὶ ἀναξίων ἐπισκόπων, ὅπως συνέβη καὶ συμβαίνει συχνὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ στοὺς καιρούς μας.
Ὁ ἄλλος σταθμὸς εἶναι ὁ μαρτυρικός του θάνατος, ποὺ ἐπισυνέβη τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407, μετὰ ἀπὸ τριετῆ ἐξορία στὶς ἀπόμακρες καὶ ἀπρόσιτες κωμοπόλεις Κουκουσὸ καὶ Ἀραβισσὸ τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Ταύρου καὶ Ἀντίταυρου καὶ μετὰ ἀπὸ τρίμηνη ἐξαντλητικὴ πεζοπορία μέσα στὴν κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ γιὰ νὰ φθάσουν ἀπὸ τὴν Ἀραβισσὸ στὴν μακρινὴ Πιτυοῦντα τοῦ Καυκάσου, ἀπὸ τὸν Ἰούνιο μέχρι τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 407. Ἡ ἐξάντληση ὅμως καὶ ἡ ἐξασθένησή του, ποὺ καθιστοῦσαν πλέον ἀδύνατη τὴν πορεία, διέκοψαν τὴν συνέχισή της περίπου στὸ ἕνα τρίτο τῆς ἀπόστασης, καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴν ἔνδοξη κοίμησή του στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου, τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ταιριαστὴ ἡμέρα στὴν δική του σταυρικὴ πορεία.
2. Κλείνει τὶς πόρτες τοῦ ναοῦ καὶ ἀπαγορεύει στὴν βασίλισσα Εὐδοξία νὰ εἰσέλθει. Οἱ σχέσεις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, γιὸ τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου καὶ τὴν σύζυγό του Εὐδοξία, ἦσαν ἀρχικὰ ἄριστες. Στὴν ἐκτίμηση καὶ στὸν θαυμασμὸ ἀμφοτέρων γιὰ τὸν φημισμένο κληρικὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας, τοῦ ὁποίου ἡ ρητορικὴ δεινότητα, ἡ λογιοσύνη καὶ ἡ ἀρετὴ εἶχαν οἰκουμενικὴ ἀπήχηση καὶ ἀποδοχή, ὀφείλεται ἡ ἐκλογὴ καὶ ἄνοδός του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατριάρχου Νεκταρίου τὸ 397.
Ὁ ἴδιος ἀντέδρασε καὶ ἀρνήθηκε αὐτὴν τὴν τιμητικὴ καὶ πολυεύθυνη ἐκλογή, δίνοντας καλὸ παράδειγμα στὴν πλειονότητα τῶν κληρικῶν ποὺ ἐπιδιώκουν μὲ ποικίλους τρόπους, πολλάκις ἀθέμιτους καὶ ἀνέντιμους, νὰ καταλάβουν ἐπισκοπικοὺς θρόνους. Ἀποφασιστικὰ ἀντέδρασε καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἀντιοχείας δηλώνοντας ὅτι δὲν θὰ ἄφηναν μὲ κάθε θυσία νὰ φύγει ὁ πολύτιμος πνευματικὸς θησαυρὸς ποὺ ἐχάρισε ὁ Θεὸς στὴν πόλη τους. Φαίνεται ὅμως πὼς ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ λάμψει ἡ ἀρετὴ τοῦ Χρυσοστόμου στὸν πιὸ περίβλεπτο τότε θρόνο τῆς νέας πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ ὁποῖος ἤδη ἐξ αἰτίας καὶ τοῦ Χρυσοστόμου διεκδικοῦσε τὰ ἴσα πρωτεῖα, τὴν ἴδια τιμή, μὲ τὸν πρῶτο θρόνο τῆς παλαιᾶς Ρώμης καὶ ἐκτόπιζε στὴν τρίτη θέση τῶν πρεσβείων τιμῆς τὸν ἀρχαῖο ἐπίσης θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀρκάδιος σὲ συνεννόηση μὲ τὸν ἔπαρχο τῆς Ἀντιοχείας ὀργάνωσαν μυστικὰ τὴν ἀπαγωγὴ τοῦ Χρυσοστόμου, τὸν ὁποῖο ὁδήγησαν ἄκοντα στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μὲ ἐνθουσιασμὸ ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαὸ τῆς νέας πρωτεύουσας. Χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος στὶς 15 Δεκεμβρίου τοῦ 397 ἀπὸ τὸν μετέπειτα ἄσπονδο ἐχθρό του πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο, καὶ ἡ ἐνθρόνισή του ἔγινε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 398. Κέρδισε ἀμέσως τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ μὲ τὴν παρρησία, τὴν εὐθύτητα, τὸ μοναδικὸ καὶ ἀξεπέραστο χάρισμα τοῦ λόγου, τὴν ἐλευθεροστομία καὶ ἀφοβία του στὸ νὰ ἐλέγχει τοὺς ἰσχυροὺς καὶ νὰ ὑποστηρίζει τοὺς ἀδυνάτους, πρὸ παντὸς ὅμως μὲ τὴν ἁγία βιοτή του καὶ τὴν συνέπεια λόγων καὶ ἔργων. Συγχρόνως ὅμως ἐκίνησε καὶ τὴν ὀργὴ καὶ τὸν φθόνο αὐτῶν ποὺ ἐλέγχονταν, πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων, κυρίως διότι ἤλεγχε τὴν τρυφηλή, πολυτελῆ καὶ σπάταλη ζωή τους, τὴν ἀσπλαγχνία τους ἔναντι τῶν πτωχῶν καὶ ἀδυνάτων.
Στὸ ἀντιχρυσοστομικὸ αὐτὸ κίνημα πρωτοστατοῦσε δυστυχῶς τώρα ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία. Θὰ παραλείψουμε τὶς σχετικὲς λεπτομέρειες καὶ θὰ ἔλθουμε ἀμέσως στὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χρυσόστομος ὕψωσε τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα καὶ κῦρος μπροστὰ στὴν πανίσχυρη Εὐδοξία καὶ ἔδειξε τὴν δύναμη ποὺ ἔχουν ὅσοι ἀποφάσισαν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὸν ἑαυτό τους, τὰ κοσμικὰ καὶ τὰ γήϊνα, νὰ σηκώσουν τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστὸ κατὰ τὴν προτροπή του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»[1].
Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴν διήγηση τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ[2], κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ τρυγητοῦ ἡ βασίλισσα Εὐδοξία ἐπισκέφθηκε βασιλικὸ ἀμπελώνα μὲ τὸν ὁποῖο συνόρευε τὸ ἀμπέλι χήρας γυναίκας. Στὸ ξένο ἀμπέλι μπῆκε ἡ βασίλισσα καὶ ἔκοψε ἕνα σταφύλι. Ὅταν κάποιος τῆς εἶπε ὅτι τὸ ἀμπέλι ἀνήκει σὲ ἄλλον, ἐκείνη ἀπήντησε ὅτι ἀπὸ τώρα τὸ ἀμπέλι ἀνήκει στὰ βασιλικὰ κτήματα. Εἶχε ἐπικρατήσει δυστυχῶς ἕνα πονηρότατο ἔθιμο πλεονεξίας καὶ κολακείας, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο σὲ ὅποιο ἀγρὸ μπεῖ ὁ βασιλιὰς καὶ δοκιμάσει τοὺς καρπούς του, αὐτὸς ἀμέσως ὑπολογίζεται ὡς βασιλικὸ κτῆμα, ἐνῶ ὁ ἰδιοκτήτης ἀποζημιώνεται μὲ ἄλλο ἀγρὸ ἤ μὲ τὴν χρηματικὴ ἀξία τοῦ κτήματος.
Κατὰ τὴν γνώμη τοῦ ἁγίου Συμεὼν ἡ Εὐδοξία προέβη σὲ αὐτὴν τὴν διαρπαγὴ ξένης ἰδιοκτησίας, γιατὶ θέλησε ἀφ᾽ ἑνὸς νὰ λυπήσει τὴν χήρα ποὺ εἶχε προστεθῆ στοὺς φίλους τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ὑπολογίζουσα στὴν ὑποστήριξη τῆς χήρας ἐκ μέρους του νὰ βρεῖ πρόφαση νὰ τὸν ἐκθρονίσει, ὡς μὴ ἀναγνωρίζοντα τὰ βασιλικά δίκαια. Πράγματι, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἔγραψε ἐπιστολὴ εὐγενικὴ συνιστώντας νὰ ἐπιστρέψει τὸν διαρπαγέντα ἀγρὸ καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀδικία, χωρὶς ὅμως τὸ ἀναμενόμενο ἀποτέλεσμα.
Σχολιάζοντας αὐτὴν τὴν ἐμμονὴ στὸ κακὸ ὁ Ἅγιος Συμεὼν μᾶς παραθέτει τὸ παροιμιακῶς λεγόμενο ὅτι «οὔτε τὸ στραβὸ ξύλο μπορεῖς νὰ τὸ ἰσιάσεις, οὔτε τὸν ἀχινὸ νὰ τὸν κάνεις λεῖο, οὔτε τὸν κάβουρα νὰ τὸν μάθεις νὰ βαδίζει σωστά»[3]. Δὲν ἀρκέσθηκε στὴν ἐπιστολὴ ὁ δίκαιος πατριάρχης, ἀλλὰ ἐπισκέφθηκε προσωπικὰ τὴν Εὐδοξία, τὴν ὁποία, ὅταν ἀντελήφθη ὅτι ἐπιμένει ἀνυποχώρητη στὴν κατοχὴ τοῦ ἀγροῦ, ἤλεγξε αὐστηρότερα, λέγοντάς της ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστρέψει στὴν χήρα τὴν ἰδιοκτησία της, γιατὶ διαφορετικὰ ὁμοιάζει μὲ τὴν Ἰεζάβελ τὴν γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ Ἀχαάβ: «Ἀπόδος οὖν ἔφη τῇ γυναικί τὸ ἴδιον. Τί γὰρ καὶ τῇ Ἀχαὰβ γυναικὶ ὁμοιοῦν σεαυτὴν ἐσπούδακας;»[4].
Ἡ Εὐδοξία ὀργίσθηκε πολὺ μὲ τὸν ἔλεγχο αὐτὸ καὶ εἶπε ὅτι δὲν ἀνέχεται νὰ τὴν ὑβρίζουν, γι᾽ αὐτὸ καὶ θὰ ἀντιδράσει ἀνάλογα. Στὴν χήρα ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπιστρέψει τὸν ἀμπελώνα, ἀλλὰ οὔτε κάποιο ἀντίτιμο θὰ τῆς καταβάλει. Ὁ Χρυσόστομος δὲν πτοήθηκε βέβαια ἀπὸ τὴν ὀργὴ τῆς βασίλισσας, ἀλλὰ μόλις ἐπέστρεψε ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς θυρωροὺς τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὅταν ἔλθει ἡ βασίλισσα, νὰ κλείσουν τὶς πόρτες καὶ νὰ μὴ τῆς ἐπιτρέψουν τὴν εἴσοδο: «Οὕτω τῶν βασιλείων ὁ μέγας ἐπανελθών, τοῖς τοῦ ἱεροῦ θυρωροῖς ἐπιτάττει παραγενομένῃ τῇ Εὐδοξίᾳ ἐπιζυγῶσαι τὰς θύρας καὶ μὴ ἐφεῖναι τὸ παράπαν αὐτῇ τὴν εἴσοδον»[5].
Ἤδη ὁ βιογράφος μπροστά στὴν γενναία αὐτὴ ἀπόφαση, ἀντάξια ἑνὸς ἀληθινοῦ ἐπισκόπου, προλαβαίνει καὶ τὸν ὀνομάζει μεγάλο· «τῶν βασιλείων ὁ μέγας ἐπανελθών». Ὅλη ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι γεμᾶτες ἀπὸ πράξεις μεγαλείου[6]. Ἦταν παραμονὲς τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καὶ ὅσα στὴν συνέχεια συνέβησαν ὑπῆρξαν ἡ αἰτία νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ ἐμεῖς σ᾽ αὐτὸ τὸ γεγονὸς λόγῳ τῆς ἑορτολογικῆς συγκυρίας: «Βραχὺ τὸ ἐν μέσῳ καὶ ἑορτὴ παρῆν, καθ᾽ ἣν τὸ τοῦ θείου Σταυροῦ ξύλον ὑψοῦται». Κατάμεστος ἀσφυκτικὰ ὁ ναός, ὄχι μόνο γιὰ τὴν τιμὴ τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ καὶ γιατὶ εἶχαν γοητευθῆ ὅλοι ἀπὸ τὴν χρυσῆ γλώσσα τοῦ Ἰωάννη, ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ὁποίου νόμιζαν πὼς δὲν ἔβγαιναν λέξεις, ἀλλὰ ἔρρεε κάτι πόσιμο νεκταρῶδες καὶ πεντακάθαρο. Ὑπῆρχαν μάλιστα καὶ ταχυγράφοι, ὥστε νὰ μὴ χαθεῖ τίποτε, ἀλλὰ οἱ λόγοι του νὰ διατηρηθοῦν ὡς πολύτιμος θησαυρός.
Σὲ λίγο ἔφθασε καὶ ἡ Εὐδοξία μὲ τὴν πολυπληθῆ συνοδεία της καὶ ὅλη τὴν βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια. Ποιός θὰ τολμοῦσε νὰ παρεποδίσει τὴν εἴσοδό της στὸν ναό; Ἦταν ὅμως τόσο τὸ κῦρος τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἐπίδρασή του στοὺς πιστούς, ὥστε οἱ θυρωροί, οἱ νεωκόροι, ἔφθασαν στὶς πόρτες καὶ τὶς ἔκλεισαν, ὅπως τοὺς εἶχε δώσει ἐντολή νὰ πράξουν: «Οἱ θυρωροὶ θυρῶν εἴχοντο, καὶ ὅπερ ἦν αὐτοῖς ἐπιτεταγμένον ἐποίουν». Ἔγινε πῦρ καὶ μανία ἡ βασίλισσα ἀπὸ τὸν θυμό της καὶ προσκαλοῦσε τὸν λαὸ νὰ γίνει μάρτυρας γιὰ τὴν ὑβριστικὴ αὐτὴ συμπεριφορὰ τοῦ πατριάρχη.
Ἐνῶ δὲ προσπαθοῦσαν οἱ συνοδοί της νὰ ἀνοίξουν μὲ βία τὶς πόρτες, ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔσυρε τὸ ξίφος του ἐναντίον τῆς ἱερῆς πόρτας. Μόλις ὅμως σήκωσε τὸ ὑβριστικό του χέρι, αὐτὸ ἔμεινε ξερὸ καὶ παράλυτο, μὲ συνέπεια νὰ φοβηθοῦν καὶ ἡ Εὐδοξία καὶ οἱ συνοδοί της. Γιατὶ ἡ ἐντολὴ ποὺ ἔδωσε ὁ μέγας Χρυσόστομος νὰ ἀπαγορευθεῖ ἡ εἴσοδος στὴν βασίλισσα δὲν εἶχε κάτι ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα κίνητρα· ὀφειλόταν σὲ θεῖο ζῆλο καὶ ἀπέβλεπε στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶχε ὡς αἰτία τὸ νὰ μὴ καταφρονοῦνται τὰ ἱερά: «Τὸ γὰρ ὑπὸ τοῦ μεγάλου διαταγὲν οὐχ ἁπλῶς ἦν, οὐδέ τι εἶχε τῶν ἀνθρωπίνων, ἀλλὰ κατὰ θεῖον ὑπῆρχε ζῆλον, εἰς δόξαν Θεοῦ γινόμενον· ἡ δὲ αἰτία, τοῦ μὴ καταφρονεῖσθαι τὰ ἱερά»[7].
Ἡ πανίσχυρη καὶ ὀργισμένη βασίλισσα, ἀφοῦ ἐμποδίσθηκε νὰ περάσει τὰ ἱερὰ πρόθυρα, ἐπέστρεψε στὰ ἀνάκτορα. Αὐτὸς ὅμως ποὺ τιμωρήθηκε μὲ τὴν παράλυση τοῦ χεριοῦ του, ἐπειδὴ ἡ πνευματική του ἀσθένεια δὲν ἦταν ἀνίατη, ὅπως τῆς βασίλισσας, συνῆλθε ἀπὸ τὸ κτύπημα, ἔδειξε εὐγένεια ψυχῆς, καὶ παρουσίᾳ πολλῶν προσῆλθε στὸν πατριάρχη καὶ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων ὅτι ἁμάρτησε καὶ ὅτι μετανοεῖ καὶ παρακαλεῖ νὰ θεραπευθεῖ τὸ χέρι του. Ὁ Χρυσόστομος μὲ πολλὴ ἀγάπη τοῦ συνέστησε νὰ πλύνει τὸ χέρι του στὸ νιπτῆρα τοῦ ἱεροῦ, καί, ἀφοῦ αὐτὸ ἔγινε, θεραπεύθηκε τὸ χέρι καὶ ὑψώθηκε πρὸ τὸν Θεὸ ὁμολογώντας τὴν Χάρη τοῦ θαύματος[8].
3. Δὲν λιποτάκτησε μπροστά στοὺς ἰσχυρούς. Καὶ ἀπέναντι στὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο ἐκράτησε τὴν ἴδια στάση παρρησίας, ἀποστολικοῦ καὶ ἱερατικοῦ θάρρους, ὅπως καὶ ἀπέναντι πολλῶν ἄλλων ἰσχυρῶν, πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωματούχων, ὅπως ἦσαν ὁ πανίσχυρος στρατηγὸς τῶν Γότθων Γαϊνᾶς, ὁ ἰσχυρὸς ἐπίσης πρωθυπουργὸς καὶ ἐπίτροπος τοῦ Ἀρκαδίου Εὐτρόπιος, καὶ ὁ ραδιοῦργος καὶ παντοδύναμος πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος καὶ ἡ περὶ αὐτὸν μιαρὴ ὁμάδα τῶν ἐπισκόπων ποὺ κατεδίκασαν στὴν διαβόητη καὶ ληστρικὴ Ἐπὶ Δρῦν σύνοδο τοῦ 403 σὲ καθαίρεση καὶ ἐξορία τὸν ἀδαμάντινο καὶ ἀσυμβίβαστο ἱεράρχη.
Πρέπει νὰ ἐντρέπονται σημερινοὶ δειλοὶ καὶ παραπαίοντες σὰν τὰ καλάμια στὸν ἄνεμο ἀρχιερεῖς, κολλημένοι σὰν στρείδια στὶς ἐπισκοπικὲς ἀνέσεις καὶ ἐξουσίες, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐλέγχονται γιὰ τὶς παλίμβουλες, ἀλλοπρόσαλλες, ἐξευτελιστικὲς ἀποφάσεις καὶ γνῶμες τους, τολμοῦν καὶ ἐπικαλοῦνται ἄσχετες θέσεις καὶ γνῶμες τοῦ Χρυσοστόμου, γιὰ νὰ καλύψουν τὴν δειλία καὶ τὴν δουλοπρέπειά τους ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πολιτείας. Γιὰ νὰ μὴ μεγεθύνουμε πολὺ τὸ κείμενο μνημονεύουμε μόνο τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, ὁ ὁποῖος τιμώντας καὶ σεβόμενος τὸ μεγαλεῖο τοῦ Μεγάλου Ἀρχιεπισκόπου δίσταζε νὰ τὸν ἐκδιώξει διὰ τῆς βίας ἀπὸ τὸν θρόνο του καὶ νὰ τὸν ἐξορίσει.
Ξεπέρασε τοὺς δισταγμοὺς κάτω ἀπὸ τὶς πιέσεις τῆς Εὐδοξίας καὶ προπαντὸς τῶν κακῶν ἐπισκόπων καὶ ἔδωσε τελικὰ ἐντολὴ διὰ τῆς βίας νὰ ἐξορισθεῖ ὁ Ἰωάννης. Ὁ Παλλάδιος Ἑλενουπόλεως, ὁ καλύτερος καὶ πιὸ ἀξιόπιστος βιογράφος τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκτιμᾶ ὅτι ὁ βασιλεὺς ἦταν ἀμέτοχος καὶ ἀναίτιος στὶς ἐχθρικὲς ἐνέργειες ἐναντίον του καὶ ὅτι τελικῶς νομίζοντας ὅτι οἱ ἐπίσκοποι ἔπρατταν πάντοτε τὸ σωστό, ὅπως ἀφελῶς πιστεύουν καὶ πολλοὶ σήμερα, δέχθηκε τὴν γνώμη καὶ τὶς ἀποφάσεις τους: «Ἦν δ᾽ ἐπὶ πάντων τῶν γεγενημένων ἀναίτιος ὁ βασιλεύς… ὁ δὲ βασιλεὺς ἐξ ἀνάγκης ὀχλούμενος ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ἐπισκόποις ἐπίστευσεν.
Ὁ γὰρ ἀληθῶς πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ψεῦδος οὐκ οἶδε». Σὲ μία τελευταία του προσπάθεια νὰ τοὺς μεταπείσει τοὺς εἶπε νὰ σκεφθοῦν μήπως κάνουν λάθος. Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν: «Βασιλεῦ, ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἡμῶν ἡ Ἰωάννου καθαίρεσις», ἐπαναλαμβάνοντας ὅσα διαδραματίσθηκαν μεταξὺ τοῦ Πιλάτου καὶ τῶν Ἰουδαίων ἀρχόντων. Καὶ ὅταν τελικὰ ὁ αὐτοκράτωρ διεμήνυσε στὸν Ἰωάννη νὰ φύγει μόνος του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ καὶ οἱ συγκρούσεις, ὁ καλὸς ποιμήν, ὁ ἐπιστήμων τῆς ἱερωσύνης, ὅπως ἀποκαλεῖται, γνωρίζοντας ὅτι τὴν ἱερωσύνη τὴν ὀφείλουν οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς στὸν Θεό, καὶ ὄχι σὲ ἀνθρώπους, εἴτε σ᾽αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἐχειροτόνησαν εἴτε σ᾽ αὐτοὺς ποὺ μεσολάβησαν, ἀπάντησε ἱεροπρεπέστατα πὼς δὲν μπορεῖ νὰ λιποτακτήσει ἑκουσίως ἀφήνοντας τὸ ποίμνιο ἀπροστάτευτο, ὅπως δυστυχῶς ἔπραξε αὐτὲς τὶς ἡμέρες λιποτάκτης ἀρχιμανδρίτης, ἐπαινούμενος ἀπὸ ἀμαθεῖς καὶ ἀμυήτους.
Μόνο ἀκουσίως καὶ μὲ ἄσκηση βίας θὰ ἐγκατέλειπε τὸν θρόνο: «Ἐγὼ παρὰ τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ ὑποδέδεγμαι τὴν Ἐκκλησίαν ταύτην εἰς ἐπιμέλειαν τῆς τοῦ λαοῦ σωτηρίας, καὶ οὐ δύναμαι αὐτὴν καταλεῖψαι· εἰ δὲ τοῦτο βούλει (ἡ γὰρ πόλις σοι διαφέρει), βίᾳ με ἐξέωσον, ἵνα ἔχω ἀπολογίαν τῆς λειποταξίας τὴν σὴν αὐθεντίαν»[9].
4. Ἔτσι διαμορφώθηκε ἡ συναλληλία Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Τώρα οἱ τῆς Ἐκκλησίας ἔγιναν ὑπάλληλοι τοῦ καίσαρα – πρωθυπουργοῦ. Τέτοια παραδείγματα ἀρχιερέων, ἀληθινῶν ἐπισκόπων καὶ ὄχι ψευδεπισκόπων, διαμόρφωσαν τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας στὸ χιλιετὲς μοναδικὸ ὀρθόδοξο κράτος τῆς Ρωμιοσύνης τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Χρυσόστομος συνέβαλε ἀποφασιστικὰ καὶ καθοριστικὰ εἰς αὐτό. Θεωρεῖ ὅτι ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο θεσμοὺς πρέπει νὰ κινεῖται μέσα στὰ ὅρια τῆς ἀποστολῆς του καὶ νὰ μὴ ἐπεμβαίνει στὶς ἁρμοδιότητες τοῦ ἄλλου. Διαγράφει μὲ σαφήνεια αὐτὰ τὰ ὅρια, τοὺς διακριτοὺς ρόλους, ὅπως λέγεται σήμερα στὴ σχετικὴ συζήτηση τοῦ θέματος: «Ἄλλοι ὅροι βασιλείας καὶ ἄλλοι ὅροι ἱερωσύνης… Οὗτος μὲν γὰρ τὰ ἐπὶ γῆς ἔλαχεν οἰκονομεῖν· ὁ δὲ τῆς ἱερωσύνης θεσμὸς ἄνω κάθηται…
Ὁ βασιλεὺς σώματα ἐμπιστεύεται, ὁ δὲ ἱερεὺς ψυχάς»[10]. Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία εἶναι ὑπεύθυνη γιὰ τὰ σωματικὰ καὶ τὰ ὑλικά, γιὰ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου· ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία φροντίζει γιὰ τὰ πνευματικά, γιὰ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὴν ψυχή του. Τὸ κύριο ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ διευθέτηση τῶν βιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ἡ προετοιμασία τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν οὐρανό. Τὸ πολίτεμα τῶν Χριστιανῶν, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, βρίσκεται στὸν οὐρανό. Ἡ πολιτεία ἐξ ἄλλου δὲν ἔχει ὡς μέλημα τὴν φιλοσοφία τῆς ζωῆς, νὰ διδάξει τί εἶναι ψυχή, τί κόσμος, ποιά εἶναι ἡ μετὰ θάνατον τύχη τοῦ ἀνθρώπου, καὶ πῶς θὰ κατορθώσουμε τὴν ἀρετή. Αὐτὰ εἶναι ἔργο τῶν ἱερέων, ἐνῶ τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ἔργο εἶναι τὰ συμβόλαια, οἱ συναλλαγές, τὰ χρήματα.
Ὅλη ἡ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ καταναλίσκεται στὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴν προετοιμασία του γιὰ τὸν οὐρανό[11]. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι ἀπαγορεύεται καὶ ὁ ἐκ μέρους τῶν ἱερέων ἔλεγχος, ὅταν οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες λαμβάνουν ἄδικες ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν ὀρθῶν τῆς πίστεως δογμάτων, ἐναντίον τῶν πτωχῶν καὶ ἀδυνάτων. Ἀποτελοῦν καὶ αὐτὰ καταστρατήγηση ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἐπιβάλλεται ὁ ἔλεγχος· δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ ἀνάμειξη, ἀλλὰ ὑπόδειξη τῶν ὁρίων τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἐφαρμογὴ τοῦ «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις». Δὲν θὰ πάρει ὁ ἱερεὺς τὰ ὅπλα γιὰ νὰ ἀνατρέψει τοὺς ἄρχοντες, ἀλλὰ θὰ ἐλέγξει μὲ παρρησία καὶ θάρρος: «Ἱερέως ἐλέγχειν ἐστὶ μόνον καὶ παρρησίαν ἐπιδείκνυσθαι, οὐχ ὅπλα κινεῖν, ἀλλὰ μόνον ἐλέγχειν καὶ παρρησίαν ἐπιδείκνυσθαι»[12].
Ὁ ἴδιος ὁ Χρυσόστομος ἔμεινε αἰώνιον παράδειγμα παρρησίας, ὅταν, ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἤλεγξε τὴν βασίλισσα Εὐδοξία γιὰ διαρπαγὴ τοῦ ἀμπελώνα φτωχῆς χήρας, καὶ γιὰ τὴν διοργάνωση χορῶν καὶ πανηγύρεων μπροστὰ στὴν προτομή της καὶ πρὸς τιμήν της στὸ προαύλιο τοῦ ναοῦ, ποὺ παρενοχλοῦσαν τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Τὴν εἰς βάρος του ἔκρηξη ὀργῆς τῆς βασίλισσας καὶ τὴν ἀπόφαση γιὰ τὴν ἐξορία του τὰ ἀντιμετώπισε μὲ τὰ παγκοίνως γνωστὰ καὶ εὐφημούμενα: «Πάλιν Ἡρωδιὰς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ζητεῖ τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου ἐπὶ πίνακι»[13]. Σὲ πνευματικὰ θέματα ὀφείλουν οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς ἱερεῖς, ὅπως ἀντίστοιχα στὰ πολιτικὰ ὀφείλουν οἱ ἱερεῖς νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς πολιτικούς, ἀκόμη καὶ οἱ ἀπόστολοι, οἱ εὐαγγελισταί, οἱ προφῆται, «οὐ γὰρ ἀνατρέπει τὴν εὐσέβειαν αὕτη ἡ ὑποταγή»[14].
Μὲ θαυμασμὸ ἀναφέρεται ὁ Χρυσόστομος στὸν ἱερομάρτυρα Βαβύλα καὶ ἐπαινεῖ τὴν στάση του ἀπέναντι σὲ πανίσχυρο αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τέτοια ὠμότητα, ὥστε κατέσφαξε τὸ γιὸ τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν ποὺ τὸν εἶχε παραδώσει ὁ ἴδιος ὁ πατέρας του ὡς ὅμηρο γιὰ τὴν τήρηση κάποιας συμφωνίας. Δὲν ἐδίστασε ὁ ταπεινὸς ἐπίσκοπος νὰ ἐκδιώξει ἀπὸ τὸν ναὸ τὸν ἁμαρτήσαντα βασιλέα, ὅπως διαχωρίζει ὁ ποιμὴν ἐκ τῆς ποίμνης τὸ ψωραλέο πρόβατο, γιὰ νὰ ἐμποδίσει τὴν μετάδοση τῆς νόσου. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν[15]. Σὲ σχέση πάντως μὲ τοὺς πολιτικοὺς ἄρχοντες ὑπερέχουν οἱ ἐκκλησιαστικοί, ὄχι ὡς πρὸς τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπερέχει, εἶναι ὑψηλότερη ἡ ἀποστολή τους.
Ἡ διαφορὰ τῶν ἀντικειμένων, τῶν χώρων τῆς ἀποστολῆς τους, προσδίδει ὑπεροχὴ στοὺς ἱερεῖς ἔναντι τῶν βασιλέων καὶ τῶν λοιπῶν πολιτικῶν ἀρχόντων. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ παραλληλίζεται μὲ τὴν διαφορὰ οὐρανοῦ καὶ γῆς ἤ ψυχῆς καὶ σώματος: «Αὕτη γὰρ ἡ ἀρχὴ τοσοῦτον τῆς πολιτικῆς ἀμείνων, ὅσον γῆς ὁ οὐρανός… ὅσον οὖν ψυχῆς καὶ σώματος τὸ μέσον, τοσοῦτον πάλιν αὕτη διέστηκεν ἐκείνης ἡ ἀρχή»[16]. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ὑπεροχὴ δικαιολογεῖ καὶ τὴν πράξη τῆς χρίσεως τῶν βασιλέων ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, ὅταν ἐστέφοντο βασιλεῖς καὶ ἀνελάμβαναν τὰ καθήκοντά τους: «Καὶ γὰρ αὐτὴν τὴν βασιλικὴν κεφαλὴν οἱ ἱεροὶ νόμοι ταῖς τούτου φέροντες χερσὶν ὑπέταξαν· καὶ ὅταν τι δέοι γενέσθαι χρηστὸν ἄνωθεν, ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν ἱερέα, οὐχ ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν βασιλέα καταφεύγειν εἴωθε»[17].
5. Πρότυπο τοῦ Χρυσοστόμου ὁ ἱερομάρτυς ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Βαβύλας (238-250) Ἀπαγορεύοντας ὁ Χρυσόστομος στήν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία νὰ εἰσέλθει στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας σίγουρα εἶχε στὸν νοῦ του ὡς πρότυπο τὸν ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας, τῆς πόλεως στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε καὶ τὴν ὁποία διακόνησε ἐπὶ 5-6 ἔτη ὡς διάκονος (381-386) καὶ ἐπὶ 12 ἔτη ὡς πρεσβύτερος (386-397), μέχρις ὅτου ἀνῆλθε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης. Σήμερα, ὅταν συνήθως θέλουμε νὰ παρουσιάσουμε γενναίους ἐπισκόπους ποὺ ἐτόλμησαν νὰ ἀπαγορεύσουν τὴν εἴσοδο βασιλέων σὲ ναοὺς καὶ νὰ τονίσουμε τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Πολιτεία, ἀναφερόμαστε δικαίως στὴν ἱεροπρεπῆ καὶ θεάρεστη πράξη τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἐπισκόπου Μεδιολάνων (374-397), τοῦ σημερινοῦ Μιλάνου τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευσε τὴν εἴσοδο τοῦ εὐσεβοῦς καὶ ἁγίου αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379-395) στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Μιλάνου τὸ 390, ἐπειδὴ διέταξε καὶ σφαγιάσθηκαν ἑπτὰ χιλιάδες Θεσσαλονικεῖς στὸν ἱππόδρομο τῆς πόλης, ὡς ἀντίποινα γιὰ τὸν φόνο λίγων ἀξιωματικῶν κατὰ τὴν διάρκεια λαϊκῆς ἐξέγερσης.
Ἐπέβαλε ὀκτάμηνη μετάνοια ἀκοινωνησίας, τὴν ὁποία ἐτήρησε ὁ αὐτοκράτωρ καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν φοροῦσε τὴν αὐτοκρατορικὴ στολή· «βασιλικῷ κόσμῳ οὐκ ἐχρήσατο»[18]. Γενικῶς ἀπαγόρευσε στὸν αὐτοκράτορα νὰ παραμένει μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς κληρικοὺς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λατρείας, διότι ἐδίδασκε ὅτι ἡ βασιλικὴ ἁλουργίδα, τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα δηλαδή, ἀναδεικνύει βασιλεῖς, ὄχι ὅμως καὶ ἱερεῖς· «ἁλουργὶς βασιλέας, οὐχ ἱερέας ποιεῖ»[19].
Στὴν ἐπιστολή του 20 (παράγρ. 19) γράφει ὅτι «στὸν αὐτοκράτορα ἀνήκουν τὰ παλάτια, στὸν ἐπίσκοπο οἱ οἶκοι τοῦ Θεοῦ (οἱ ναοί)». Στὴν Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου (7 Δεκεμβρίου) ὑπάρχουν ἐπαινετικὲς ἀναφορὲς γιὰ τὴν θαρραλέα αὐτὴ ἐνέργειά του. Τὸ συναξάρι γράφει: «Καὶ τὸν βασιλέα Θεοδόσιον, ἀπὸ τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μιαιφονίας καταλαβόντα τὴν Μεδιόλανον πόλιν, τῶν θείων εἰσόδων τῆς Ἐκκλησίας κωλύσας, καὶ εἰς ὑπόμνησιν ἀγαγὼν ὧν ἐτετολμήκει, καὶ ὁπόση τις διαφορὰ καθέστηκεν ἀναμεταξὺ ἱερωμένου τε καὶ λαϊκοῦ βασιλέως αὐτὸν διδάξας καὶ παραινέσας μὴ προπετῶς οὕτω καὶ ἀναιδῶς τῶν θείων κατατολμᾶν, ἐν γήρᾳ καλῷ καταλύει τὸν βίον». Σὲ στιχηρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ γράφει ὁ ὑμνογράφος:
«Τὸν εὐσεβῆ βασιλέα, ἡμαρτηκότα ποτέ, ὡς τὸν Δαβὶδ ὁ Νάθαν, παρρησίᾳ ἐλέγξας, Ἀμβρόσιε παμμάκαρ, τοῦτον σαφῶς ἀφορισμῷ καθυπέβαλες, καὶ μετανοίᾳ παιδεύσας θεοπρεπῶς, συνηρίθμησας τῇ ποίμνῃ σου». Σὲ τροπάριο τῆς στ´ ᾠδῆς προσθέτει: «Ὁ ζῆλός σου Ἠλιοὺ ζῆλον μιμεῖται Μακάριε· βασιλέα γὰρ πιστόν, χρανθέντα τοῖς αἵμασιν, ἐλέγξας ἀπήλασας θείων περιβόλων, τὸ αἰδέσιμον φυλάττων Θεοῦ». Τὸ 390 ὁ Ἀμβρόσιος προέβαινε στὴν θεοπρεπῆ αὐτὴ πράξη νὰ ἀφορίσει καὶ νὰ ἐκδιώξει ἀπὸ τὸν ναὸ τὸν κατὰ τὰ ἄλλα πιστὸ καὶ εὐσεβῆ βασιλέα Μέγα Θεοδόσιο, στὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει πολλά, ἀφοῦ ἀναδείχθηκε προστάτης τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ πολλὰ νομοθετικὰ μέτρα, ἰδιαίτερα μὲ τὴν σύγκληση τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381). Γι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε ἔχει συναριθμηθῆ καὶ μεταξὺ τῶν Ἁγίων ἑορταζομένης τῆς μνήμης του στὶς 17 Ἰανουαρίου, ὁπότε ὁ συναξαριστὴς γράφει: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου» καὶ ἀκολουθεῖ τὸ δίστιχο:
Ἡ βασιλεία ἐμποδὼν οὐχ ὡράθη, Σοί, ὦ Θεοδόσιε, πρὸς σωτηρίαν. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Χρυσόστομος δροῦσε στὴν Ἀντιόχεια ὡς πρεσβύτερος, καὶ παρ᾽ ὀλίγον ὅ,τι συνέβη στὴν Θεσσαλονίκη μὲ τὶς σφαγὲς τοῦ λαοῦ τὸ 390 νὰ συνέβαινε καὶ στὴν Ἀντιόχεια, διότι οἱ Ἀντιοχεῖς ἀντιδρώντας σὲ νέους βαρεῖς φόρους ἐπαναστάτησαν ἐπίσης τρία χρόνια ἐνωρίτερα τὸ 387, κατέστρεψαν τοὺς ἀνδριάντας τῶν μελῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας, πυρπόλησαν δημόσια κτήρια καὶ τὸ βασιλικὸ ἀνάκτορο. Ὁ Μ. Θεοδόσιος ἀποφάσισε νὰ τιμωρήσει σκληρὰ ὅλους τοὺς Ἀντιοχεῖς. Ἡ τιμωρία ἐδῶ ἀποφεύχθηκε μὲ μετάβαση τοῦ ἐπισκόπου Φλαβιανοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἱκετευτικὴ παρέμβαση, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος στὴν Ἀντιόχεια μὲ τοὺς περίφημους Λόγους Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας (Ὁμιλίες 1-21) παρηγοροῦσε τὸν τρομοκρατημένο ἐν ὄψει τῆς τιμωρίας λαό, ἀλλὰ συγχρόνως τὸν ἔψεγε γιὰ τὶς ὀχλοκρατικὲς ἐνέργειες καὶ τὶς ἄσκοπες καταστροφές.
Οἱ Λόγοι αὐτοὶ Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας κατὰ τὴν γνώμη εἰδικῶν «ἀποτελοῦν τὸ πλέον ἀριστουργηματικὸ ὁμιλητικὸ ἐπίτευγμα τοῦ Χρυσοστόμου»[20]. Ὅταν λοιπὸν ὁ Χρυσόστομος ἔκλεινε τὶς πόρτες τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν βασίλισσα Εὐδοξία στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 403, ἀσφαλῶς θὰ εἶχε μάθει αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἀμβρόσιος στὰ Μεδιόλανα τὸ 390, μπροστὰ μάλιστα σὲ ἕνα αὐτοκράτορα ποὺ στὸ ὄνομά του προστέθηκε τὸ ἐπίθετο Μέγας, στὸν Μ. Θεοδόσιο, τοῦ ὁποίου τώρα ὁ γιός, ὁ Ἀρκάδιος, μὲ τὴν σύζυγό του βασίλισσα Εὐδοξία, βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μὲ μία ἰσχυρὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα, ἰσχυρότερη καὶ αὐτῆς τοῦ Ἀμβροσίου. Δυστυχῶς, δὲν ἀκολούθησαν τὸ παράδειγμα τοῦ πατέρα καὶ πεθεροῦ, ποὺ τὸν ἐμεγάλυναν περισσότερο ἡ μετάνοια καὶ ἡ εὐπείθεια πρὸς τὸν ἐπίσκοπο, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ ὕψιστο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ ἐπὶ τρία ἔτη ἐταλαιπώρησαν στὴν ἐξορία τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν ὁδήγησαν τελικῶς στὸν θάνατο.
Ὀκτὼ χρόνια ἐνωρίτερα ἀπὸ τὴν παραδειγματικὴ στάση τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἀπέναντι στὸν πανίσχυρο Μ. Θεοδόσιο τὸ 382 στὴν Ἀντιόχεια, ὁ Χρυσόστομος ὡς διάκονος, προσφάτως χειροτονηθεὶς ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀντιοχείας Μελέτιος (361-381), ἐξεφώνησε δύο λόγους, ἕναν σύντομο Εἰς τὸν Ἅγιον ἱερομάρτυρα Βαβύλαν[21] καὶ ἕναν ἐκτενῆ Λόγον εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν, καὶ κατὰ Ἰουλιανοῦ καὶ πρὸς Ἕλληνας[22]. Ὁ ἐκτενὴς εἶναι σπουδαία ἀπολογητικὴ πραγματεία ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας, μέσα στὴν ὁποία περίτεχνα πλέκει τὸ μαρτύριο τοῦ ἐπισκόπου Ἀντιοχείας Βαβύλα (238-250) καὶ τὴν μεταγενέστερη προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη νὰ ἐπαναφέρει καὶ νὰ ζωντανέψει τὴν εἰδωλολατρία στὴν Ἀντιόχεια τὸ 362.
Ἐμποδίσθηκε ὅμως σ᾽ αὐτὸ ἀπὸ τὰ λείψανα τοῦ ἱερομάρτυρος, ὁ ὁποῖος ἑκατὸ καὶ πλέον χρόνια μετὰ τὸν μαρτυρικό του θάνατο θαυματουργικὰ ἀποδείκνυε τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀπάτη τῶν εἰδώλων. Αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει ὅμως ἐδῶ νὰ δείξουμε σύντομα εἶναι ὅτι πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν γενναία καὶ παραδειγματικὴ στάση τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου Μεδιολάνων ἀπέναντι στὸν Μ. Θεοδόσιο (390), ὁ νεαρὸς διάκονος Χρυσόστομος στὴν Ἀντιόχεια στὴν ἀπολογητική του πραγματεία διαζωγραφεῖ τὴν γενναία στάση τοῦ ἱερομάρτυρα Βαβύλα ἀπέναντι ὄχι σὲ ἕνα εὐσεβῆ Χριστιανὸ αὐτοκράτορα, πρόθυμο νὰ μετανοήσει καὶ νὰ συμμορφωθεῖ, ἀλλὰ ἀπέναντι σὲ ἕνα σκληρὸ διώκτη τῶν Χριστιανῶν, τὸν ὁποῖο ὁ Βαβύλας ἔδιωξε ἀπὸ τὸν ναό, ὅταν ἐπεχείρησε μετὰ ἀπὸ ἕνα ἀπαίσιο καὶ ἀποκρουστικὸ φόνο νὰ εἰσέλθει στὸν ναὸ καὶ νὰ τὸν μιάνει, καὶ ὡς φονεὺς καὶ ὡς ἀλλόθρησκος.
Μᾶς λέγει λοιπὸν ὅτι στὸ πρόσφατο παρελθὸν ὑπῆρξε κάποιος Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ, ὁ ὁποῖος διέπραξε ἕναν βδελυρὸ καὶ ἀπαίσιο φόνο ἑνὸς νεαροῦ βασιλόπουλου ἄλλης χώρας, τὸ ὁποῖο εἶχε μὲ ἐμπιστοσύνη παραδώσει ὁ πατέρας του ὡς ὅμηρο μὲ τὴν συμφωνία νὰ σταματήσουν οἱ ἐχθροπραξίες μεταξύ τους. Τὸ νεαρὸ βασιλόπουλο χρησιμοποιήθηκε ὡς ἐνέχυρο, ὡς ἐγγύηση, γιὰ τὴν τήρηση τῶν συμφωνηθέντων. Ὁ Χρυσόστομος δὲν μᾶς ὀνομάζει τὸν βασιλέα. Ὁ Συμεὼν Μεταφραστὴς καὶ τὰ συναξάρια θεωροῦν ὅτι ὁ διαπράξας τὸν μιαρὸ καὶ ἀναίτιο φόνο αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Νουμεριανός, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευσε κατὰ τὰ ἔτη 283-284, διαδεχθεὶς τὸν πατέρα του Κάρο (282-283).
Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα καὶ τοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους προκύπτει ὅτι ὁ ἱερομάρτυς Βαβύλας, ποὺ ἤλεγξε τὸν φονέα αὐτοκράτορα, διετέλεσε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας τὰ ἔτη 238 ἢ 240 μέχρι τὸ 250, ποὺ ἐμαρτύρησε, πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ὁ φονεὺς αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Δέκιος (249-251), γνωστὸς γιὰ τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ὁ θηριώδης λοιπὸν καὶ ἀπάνθρωπος αὐτὸς αὐτοκράτωρ, χωρὶς νὰ ἔχει γίνει παραβίαση τῆς συμφωνίας ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν, τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς ἐκρατεῖτο ὡς ὅμηρος, κατέσφαξε τὸ νεαρὸ βασιλόπουλο ὡς ἐπίδειξη δύναμης. Καὶ ἐνῶ τὰ χέρια του ἔσταζαν ἀκόμη αἷμα, θέλησε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ναὸ τῶν Χριστιανῶν, γιὰ νὰ τὸν μολύνει μετὰ ἀπὸ τὸν ἀποτρόπαιο φόνο, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀναγκάσει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ τοῦ ἀποδώσουν τιμὲς μέσα στὸν ναό τους.
Συνέβη ὅμως τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ποὺ συντελέσθηκε αὐτὴ ἡ ἄγρια καὶ ἐλεεινὴ πράξη νὰ ποιμαίνει τὴν ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας μέγας καὶ θαυμαστὸς ἐπίσκοπος, ὁ Βαβύλας, ὁ ὁποῖος ἴσως νὰ μὴ ξεπέρασε σὲ παρρησία καὶ τόλμη τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τὸν Βαπτιστὴ Ἰωάννη, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔλειψε τίποτε ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῶν γενναίων ἐκείνων ἀνδρῶν· «ἔφθασε δὲ οὕτως ὡς μηδὲ τὸ τυχὸν ἀπολειφθῆναι τῆς ἐλευθερίας τῶν γενναίων ἐκείνων ἀνδρῶν». Ἀντιμετώπισε ὄχι ἕνα ἄρχοντα μερικῶν πόλεων, ἕνα τετράρχη, οὔτε τὸν βασιλέα ἑνὸς ἔθνους, ἀλλὰ αὐτὸν ποὺ κατεῖχε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς οἰκουμένης, ἕναν πλανητάρχη θὰ λέγαμε σήμερα, φοβερὸ καὶ τρομερὸ ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές, καὶ ἀπὸ τὸ μέγεθος τοῦ ἀξιώματος καὶ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴ δύναμη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν θρασύτητα καὶ τὸ κακότροπο τοῦ χαρακτῆρος του.
Αὐτὸν λοιπὸν τὸν πανίσχυρο αὐτοκράτορα, τὸν κυρίαρχο τοῦ κόσμου, τὸν ἐξεδίωξε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ὁ Βαβύλας «ὡς ἀνδράποδον εὐτελὲς καὶ οὐδενὸς ἄξιον λόγου, οὕτω τῆς ἐκκλησίας ἐξέβαλε, μετὰ τοσαύτης ἀταραξίας καὶ ἀφοβίας, μεθ᾽ ὅσης ἂν ποιμὴν πρόβατον ψώρας ἐμπεπλησμένον καὶ νενοσηκὸς τῆς ποίμνης ἀπείρξειε, κυλύων εἰς τὰ λοιπὰ διαβῆναι τὴν νόσον τοῦ κάμνοντος»[23]. Ἐξηγεῖ ὁ Χρυσόστομος ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα θαῦμα τόλμης καὶ παρρησίας, ἂν σκεφθεῖ κανεὶς τὴν βασιλικὴ συνοδεία, τοὺς ὑπασπιστές, τοὺς στρατηγούς, τοὺς ἄρχοντες, τοὺς αὐλικούς, τὸ πλῆθος τοῦ κόσμου, καὶ ὅλη τὴν ἄλλη θορυβώδη πορεία. Καὶ ἐν μέσῳ ὅλων αὐτῶν ἔφιππος καὶ ὑπερήφανος ὁ βασιλεὺς μὲ πολυτελῆ βασιλικὰ ἱμάτια καὶ τοὺς πολυτίμους λίθους διάσπαρτους νὰ ἀστράπτουν καὶ ἐπάνω στὸ βασιλικὸ στέμμα. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὴν ἐκκλησιαστική, διαφορετικὴ εἰκόνα· ὁ ταπεινὸς ἐπίσκοπος μὲ ἁπλῆ στολὴ καὶ συντετριμμένη ψυχή, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸ θράσος, ἀλλὰ γεμᾶτος θάρρος.
Δὲν μπορεῖ κανεὶς μὲ λόγια νὰ περιγράψει τὸ θαῦμα ἐκείνης τῆς παρρησίας, τὸ παράστημα τῆς ψυχῆς τοῦ Βαβύλα, ποὺ μπόρεσε νὰ φθάσει στὴν κορυφὴ τῆς παρρησίας. Πῶς τόλμησε ὁ γέροντας καὶ ἀδύναμος ἐπίσκοπος νὰ παραμερίσει τὴν βασιλικὴ φρουρὰ καὶ συνοδεία; Πῶς ἄνοιξε τὸ στόμα του γιὰ νὰ τὸν ἐλέγξει; Πῶς ἔβαλε τὸ δεξί του χέρι στὸ στῆθος τοῦ βασιλέως, ποὺ φλεγόταν ἀκόμη ἀπὸ τὸν θυμὸ καὶ ἦταν ζεστὸ ἀπὸ τὸν φόνο; Πῶς ἀπώθησε τὸν ἀνδροφόνο; Εἶναι χεμαρρώδης καὶ ἀνεπανάληπτος ὁ χρυσοστομικὸς λόγος: «Πῶς γὰρ προσῆλθεν ὁ γέρων; Πῶς τοὺς δορυφόρους διέκοψε; Πῶς τὸ στόμα διῆρε; Πῶς ἐφθέγξατο; Πῶς ἐπετίμησε; Πῶς τὴν δεξιὰν εἰς τὸ στῆθος ἀπήρεισε τὸ φλεγμαῖνον ἔτι τῷ θυμῷ καὶ ζέον τῷ φόνῳ; Πῶς ἀπώσατο τὸν ἀνδροφόνον; Οὐδὲν αὐτὸν τῶν ὁρωμένων κατέπληξεν καὶ τῆς προθέσεως ἐξέκρουσεν.
Ὤ ψυχῆς ἀκαταπλήκτου καὶ διανοίας ὑψηλῆς! Ὤ φρενῶν οὐρανίων καὶ παραστήματος ἀγγελικοῦ![24]» 6. Τέτοιους ἐπισκόπους χρειαζόμαστε Ἀποτιμώντας τὶς ἀγαθὲς συνέπειες τῆς γενναίας στάσεως τοῦ ἱερομάρ-τυρος Βαβύλα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμπεραίνει ὅτι προέκυψαν συγχρόνως τρία καλὰ καὶ μεγάλος θησαυρὸς ὠφελείας. Ἐν πρώτοις ὅλοι οἱ μὴ Χριστιανοί, οἱ εἰδωλολάτρες τῆς αὐτοκρατορίας, θαύμασαν, ὅταν ἔμαθαν με πόση παρρησία, μὲ πόσο θάρρος ὁπλίζει ὁ Χριστὸς τοὺς δούλους του, καὶ καταγέλασαν τὴν δουλοπρέπεια τῶν ἱερέων τῶν εἰδώλων, ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑποκύψουν στοὺς ἄρχοντες, γιὰ νὰ μὴ χάσουν τὰ προνόμια καὶ τὴν καλοπέραση ἀπὸ τὴν λατρεία τῶν εἰδώλων. «Ὅσοι περ ἂν ἦσαν ἄπιστοι κατεπλάγησαν καὶ ἐθαύμασαν μαθόντες ὅσης τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις ὁ Χριστὸς τῆς παρρησίας μετέδωκε, κατεγέλασαν τῆς παρ᾽ αὐτοῖς δουλοπρεπείας καὶ ἀνελευθερίας καὶ ταπεινότητος»[25].
Ὡς πρὸς τοὺς πιστοὺς κατὰ δεύτερο λόγο, ὄχι μόνο τοὺς ἰδιῶτες ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄρχοντες, ἔδειξε ὅτι μεταξὺ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πιὸ ἁπλοῦ πιστοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ ἀπέναντι στὸν Θεό, ὅταν πρόκειται νὰ τιμωρήσει καὶ νὰ ἐπιτιμή-σει: «Καὶ τῶν ἐλαχίστων ὁ τὸ διάδημα ἔχων οὐδὲν ἔσται σεμνότερος, ὅταν κολάζεσθαι καὶ ἐπιτιμᾶσθαι δέῃ»[26]. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τρίτο κατόρθωμα πολὺ σημαντικό. Ἔδειξε σὲ ὅσους μελλοντικὰ ἐπρόκειτο νὰ βασιλεύσουν ἢ νὰ ἱερωθοῦν, ὅτι οἱ μὲν βασιλεῖς πρέπει νὰ μὴ μεγαλοφρονοῦν, οἱ δὲ ἱερεῖς νὰ ἔχουν ὑψηλὸ φρόνημα, διότι γιὰ ὄσα συμβαίνουν στὴν γῆ κυριώτερος ἐπίτροπος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κάτοχος τῆς ἱερωσύνης σὲ σχέση μὲ τὸν κάτοχο τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος, καὶ θὰ πρέπει τὸ μέγεθος τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας νὰ μὴ μειώνει κανείς, ἀλλὰ καλύτερα νὰ ἀποθνήσκει παρὰ νὰ ἐγκαταλεί-πει τὴν αὐθεντία μὲ τὴν ὁποία κόσμησε ὁ Θεὸς τὴν ἱερωσύνη:
«Ἔστι τι καὶ τρίτον κατόρθωμα οὐ τὸ τυχόν· τῶν γὰρ μετὰ ταῦτα ἱερᾶσθαι καὶ βασιλεύειν μελλόντων τὰ φρονήματα, τῶν μὲν κατέστειλε τῶν δὲ ἐπῆρεν ἀποφήνας, ὅτι τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν τῇ γῇ πραττομένων κυριώτερος ἐπίτροπος ὁ τὴν ἱερωσύνη λαχών, τοῦ τὴν ἁλουργίδα ἔχοντός ἐστι καὶ χρὴ τῆς ἐξουσίας ταύτης τὸ μέγεθος μὴ ἐλαττοῦν, ἀλλὰ τῆς ψυχῆς ἐξίστασθαι πρότερον ἢ τῆς αὐθεντίας, ἣν ὁ Θεὸς ἄνωθεν ταύτῃ συνεκλήρωσε τῇ ἀρχῆ».[27] Συμπερασματικὰ ὁ Χρυσόστομος, τελειώνοντας τὸν θαυμάσιο αὐτὸ ἀπολογητικὸ λόγο, λέγει ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῶν μαρτύρων καὶ ὅταν ζοῦν καὶ ὅταν ἀποθάνουν, ὅπως ἔδειξε ὁ ἅγιος Βαβύλας μὲ τὰ συνεχῆ του κατορθώματα. Ὑπερασπίσθηκε τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑβρίζονταν, ἀπέδωσε δίκαιο γιὰ τὸν φονευθέντα· ἔδειξε πόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἱερωσύνης καὶ βασιλείας, κατέλυσε ὅλη τὴν κοσμικὴ φαντασία· δίδαξε στοὺς βασιλεῖς νὰ μὴ προχωροῦν τὴν ἐξουσία τους πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ τοὺς ἔθεσε ὁ Θεὸς καὶ στοὺς ἱερωμένους πῶς πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν δύναμη τῆς ἱερωσύνης.[28]
Μὲ αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ἐξοπλισμὸ καὶ τὴν θεϊκὴ δύναμη τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, ποὺ τὰ ἐξεδήλωσε ὡς διάκονος ἀκόμη στὴν Ἀντιόχεια, καὶ πολὺ περισσότερο ὡς πρεσβύτερος (ἀπὸ τὸ 381-397) ἀνῆλθε ὁ Χρυσόστομος στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης (397-407). Τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα δὲν τοῦ ἄλλαξε τὴν πίστη καὶ τὸ ἦθος του καὶ δὲν τὸν ὁδήγησε σὲ συμβιβασμοὺς καὶ δουλοπρέπειες μπροστὰ στοὺς κοσμικοὺς ἄρχοντες. Ὅπως ἀντιμετώπισε ὁ ἱερομάρτυς Βαβύλας τὸν κοσμοκράτορα αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης, ἔτσι, ἀντιμετώπισε καὶ αὐτὸς τὴν κοσμοκράτειρα τῆς Νέας Ρώμης βασίλισσα Εὐδοξία. Τέτοιους ἐπισκόπους χρειαζόμαστε στὴν ἄπιστη καὶ διεστραμμένη ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε. 7. Ἡ σταυρική του πορεία στὴν ἐξορία καὶ ὁ θάνατός του στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407, ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ὁ μαρτυρικός του μάλιστα θάνατος καὶ τὰ βασανιστήριά του δὲν κράτησαν μερικὲς ὧρες ἢ ἡμέρες, ὅπως συνήθως τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ἀλλὰ ἐπὶ τρία ὁλόκληρα χρόνια στὴν μακρινὴ Κουκουσὸ καὶ τὴν γειτονική της Ἀραβισσό, μὲ συνοδεία σκληρῶν καὶ βάρβαρων στρατιωτῶν περὶ τὸ τέλος τῆς τριετίας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πάρει ἐντολὴ ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες τῆς Κωνσταντινούπολης νὰ τοῦ προκαλέσουν δύσκολο καὶ σκληρὸ θάνατο, μὲ ὑποσχέσεις ἀμοιβῶν καὶ ἀξιωμάτων. Εἶχαν ἐνοχληθῆ στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπειδὴ παρὰ τὴν ἀπομόνωσή του στὶς μακρινὲς αὐτὲς κωμοπόλεις, πολλοὶ κατέφθαναν ἐκεῖ, γιὰ νὰ τὸν συμβουλευθοῦν καὶ νὰ τοῦ δείξουν τὴν ἀγάπη τους. Ἐξακολούθησε καὶ ἐδῶ νὰ ἐνεργεῖ ὡς ἐπίσκοπος, παρὰ τὴν καθαίρεσή του, καὶ νὰ ὀργανώνει ἀκόμη καὶ ἱεραποστολές. Θέλησαν λοιπὸν νὰ μεγιστοποιήσουν τὴν ἀπομό-νωσή του, ὁρίζοντας ὡς νέο τόπο ἐξορίας τὴν Πιτυοῦντα, στοὺς πρόποδες τοῦ Καυκάσου, στὸ βόρειο ἄκρο τοῦ Εὐξείνου Πόντου, στὸ πιὸ ἀπόμακρο σημεῖο τῆς αὐτοκρατορίας, ὅπου δὲν ὑπῆρχε χριστιανικὸς πληθυσμός, καὶ οἱ κάτοικοι ἦσαν ὅλοι εἰδωλολάτρες.
Ἐκεῖ, λοιπόν, ὅπως γράφει νεώτερος βιογράφος, «οἱ ἐπίσκοποι μποροῦσαν νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐπιτέλους θὰ καταδικαζόταν στὴ σιγὴ τοῦ τάφου».[29]. Ἀνατράπηκαν πάντως τὰ σχέδιά τους, διότι πολὺ πρὶν φθάσει στὴν Πιτυοῦντα ὁ Χρυσόστομος, καὶ ἐνῶ εἶχαν βαδίσει μόλις τὸ ἕνα τρίτο τῆς ἀπόστασης, ἐπρόλαβε ὁ Θεὸς καὶ τὸν ἐπῆρε στὴν δόξα καὶ στὸν θρίαμβο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Μὲ συντομία ἀλλὰ μὲ πολλὴ δύναμη περιγράφει ὁ Παλλάδιος Ἑλενουπόλεως τὴν τρίμηνη αὐτὴ σταυρικὴ πορεία τοῦ μεγάλους ἐξορίστου ἀπὸ τὸν Ἰούνιο μέχρι τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 407. Ἡ περιοχὴ τῆς Πιτυούντας ἦταν πανέρημος τόπος στὴν ὄχθη τῆς Ποντικῆς θάλασσας.
Οἱ δύο στρατιῶτες ποὺ τὸν συνόδευαν εἶχαν πάρει ἐντολὴ νὰ καταστήσουν δύσκολη καὶ βασανιστικὴ τὴν πορεία, διότι τοὺς εἶχαν ὑποσχεθῆ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ὅτι, «εἰ ἀποθάνοι κατὰ τὴν ὁδόν, μειζόνων ἀξιωθήσονται τῶν βαθμῶν». Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο φερόταν πιὸ φιλάνθρωπα, ἐνῶ ὁ ἄλλος, σκληρὸς καὶ δύσκολος, ἀπέκρουε ὅσους καθ᾽ ὁδὸν τοὺς παρακαλοῦσαν νὰ λυπηθοῦν τὸν ἐξόριστο καὶ γιὰ ἕνα μόνο φρόντιζε· νὰ ἔχει βασανιστικὸ θάνατο ὁ Ἰωάννης· «τούτου μόνον φροντίζων τὸν Ἰωάννην δυσθανατῆσαι». Ὅταν ἔβρεχε καταιγιστικὰ συνέχιζαν τὴν πορεία μέσα στὴν βροχὴ ποὺ διαπερνοῦσε τὴ ράχη καὶ τὸ στῆθος. Καὶ ὅταν ὑπῆρχε καύσωνας, ἐξέθετε τὸν Ἰωάννη στὸν ἥλιο, γιατὶ ἤξερε πὼς ἦταν φαλακρὸς σὰν τὸν προφήτη Ἐλισσαῖο καὶ ὑπέφερε ὁ μακάριος. Προσπερνοῦσαν ὅποια πόλη ἢ χωριὸ διέθετε λουτρό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀνακουφίσει λίγο τὴν σκληρὴ ὁδοιπορία.
Ἐπὶ τρεῖς μῆνες ἄντεξε ὁ ἅγιος τὴν ἀφόρητη αὐτὴ πορεία· ἔδειχνε σὰν λαμπερὸ ἀστέρι, καὶ τὸ σῶμα του ἔμοιαζε σὰν ὥριμο μῆλο στὴν ἄκρη τοῦ κλαδιοῦ ὥριμο, κοκκινισμένο ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἕτοιμο νὰ πέσει. Πλησίασαν στὰ Κόμανα, τὰ προσπέρασαν ὅμως καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη, σὲ ἀπόσταση ὀλίγων χιλιομέτρων, πέρασαν τὴν νύχτα. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρὸς ναΐσκος πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου, ἐπισκόπου Κομάνων, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στὴν Νικομήδεια ἐπὶ Μαξιμιανοῦ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας τοῦ παρουσιάσθηκε ὁ μάρτυς Βασιλίσκος καὶ τοῦ εἶπε: «Θάρσει ἀδελφὲ Ἰωάννη· αὔριον γὰρ ἅμα ἐσόμεθα». Αὔριο θὰ εἴμαστε μαζί. Λέγεται ἐπίσης ὅτι ἐμφανίσθηκε καὶ στὸν ἱερέα τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ εἶπε νὰ ἑτοιμάσει τὸν τάφο καὶ ὅλα τὰ σχετικά, διότι αὔριο θὰ ἔλθει κοντά μας ὁ Ἰωάννης. Ἔχοντας αὐτὴν τὴν προειδοποίηση ὁ Χρυσόστομος παρακάλεσε τὴν ἄλλη μέρα τοὺς συνοδοὺς στρατιῶτες νὰ μὴ συνεχίσουν τὴν πορεία, ἀλλὰ νὰ περιμένουν μέχρι τὸ μεσημέρι. Αὐτοὶ ὅμως δὲν πείσθηκαν καὶ ἀναχώρησαν.
Δὲν προχώρησαν ὅμως οὔτε πέντε χιλιόμετρα, καὶ ἡ ὑγεία τοῦ ἐξορίστου ἐπιδεινώθηκε, καθιστώντας ἀδύνατη τὴν συνέχιση τῆς ὁδοιπορίας. Ἐπέστρεψαν στὸν ναὸ τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου. Ἐκεῖ ὁ Χρυσόσομος μὲ ὅσες δυνάμεις τοῦ ἀπέμειναν ζήτησε νὰ τοῦ φορέσουν ὁλόλευκα ἄμφια καὶ ὑποδήματα. Καὶ ἀφοῦ κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, εἶπε παρουσίᾳ ὅλων τὴν τελευταία του προσευχή· αὐτὸ ποὺ συνήθιζε νὰ λέγει: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Καὶ ἀφοῦ πρόσθεσε τό «Ἀμήν» λύγισε τὰ πόδια του καὶ ξάπλωσε· τὰ ὡραῖα πόδια ποὺ ἔτρεχαν γιὰ τὴν σωτηρία ὅσων μετανοοῦσαν καὶ γιὰ ἔλεγχο ὅσων πλούσια καλλιέργησαν τὴν ἁμαρτία· «Ἐξῆρε τοὺς πόδας τοὺ ὡραίως δραμόντας ἐπὶ σωτηρίᾳ τῶν τὴν μετάνοιαν ἑλομένων καὶ ἐλέγχῳ τῶν τὴν ἁμαρτίαν πλουσίως γεωργησάντων».[30] Ἦταν ἀνήμερα τῆς Ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407.
Ἐπίλογος. Δύσκολα εὑρίσκει κανεὶς ἐπιλογικὲς λέξεις γιὰ νὰ κατακλείσει ὅσα προηγουμένως ἐγράφησαν, ἂν μάλιστα θελήσει νὰ τὰ ἐπικαιροποιήσει, ἀποτιμώντας τὴν κατάπτωση τῆς ἱερωσύνης, ἰδιαίτερα τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Καταφρονοῦνται τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια, ἀθετοῦνται οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, γαυριᾶ καὶ ἐπαίρεται ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀχειροτόνητοι σχισματικοὶ διασποῦν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ ἀντὶ νὰ κλείσουν οἱ ἐπίσκοποι τὶς πόρτες στοὺς λύκους καὶ νὰ προφυλάξουν τὸ ποίμνιο, συνεργάζονται μὲ τοὺς λύκους, γίνονται αὐτοὶ προβατόσχημοι λύκοι, καὶ κλείνουν αὐτοὶ τὶς πόρτες τῶν ναῶν καὶ δυσφημοῦν τὰ ἱερὰ μυστήρια καὶ τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ μὴν εὑρίσκουν τόπους καταφυγῆς οἱ πιστοί, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὶς ἄγριες διαθέσεις τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ δὲν εἶναι πλέον ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὰ ὅριά της, ἀλλὰ μέσα ἀγαπολογοῦντες καὶ κατασπαράσσοντες. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔγραψε τὸ κλασσικὸ καὶ ἀπαράμιλλο ἔργο, τοὺς ἕξη λόγους Περὶ Ἱερωσύνης, τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι μελετοῦν καὶ διδάσκονται ὅσοι πρόκειται νὰ ἱερωθοῦν. Ὁ ἴδιος μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διακονία του ἔδειξε ὅτι εἶναι ἐφικτὰ καὶ κατορθωτὰ ὅσα ὑψηλὰ καὶ μεγαλειώδη ἐκεῖ διαζωγράφισε, ὅπως ἔδειξαν χιλιάδες ἁγίων κληρικῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, μολονότι πολλοὶ ἄλλοι ἀνάξιοι δὲν μποροῦν νὰ ξεκολλήσουν ἀπὸ τὰ τερπνὰ τοῦ βίου, ἀπὸ τὴν δουλοπρέπεια καὶ ὑποχωρητικότητα ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας.
Ἔπαθε κατάθλιψη ἡ διακόνισσα Ὀλυμπιάδα, ἡ ἁγία Ὀλυμπιάδα, παρακολουθώντας τοὺ κακοὺς ἐπισκόπους, νὰ ταλαιπωροῦν καὶ νὰ διώκουν τὸν ἀκέραιο, ἀσυμβίβαστο, ἐνάρετο ἱεράρχη, ἀπὸ φθόνο γιὰ τὴν ἀρετή του καὶ ἀπὸ ὀργὴ γιὰ τοὺς ἐλέγχους του. Καὶ μολονότι ἐκτιμᾶ ὁ Χρυσόστομος ὅτι ὄντως ἡ πλειονότητα τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἀνάξιοι, καὶ πρέπει νὰ τοὺς φοβᾶται κανείς, γράφοντας πρὸς τὴν Ὀλυμπιάδα τὸ περίφημο ἐκεῖνο καὶ ἀληθινό «Οὐδένα δέδοικα ὡς τοὺς ἐπισκόπους, πλὴν ὀλίγων»,[31] αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ χάσουμε τὴν αἰσιοδοξία, τὴν ἐμπιστοσύνη μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ ὁδηγηθοῦμε πνευματικὰ σὲ κατάθλιψη, ἀμέλεια καὶ ἀκηδία.
Τίποτε ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀποθαρρύνει, οὔτε ἡ φτώχεια, οὔτε ἡ ἀρρώστια, οὔτε οἱ ὕβρεις καὶ οἱ συκοφαντίες, οὔτε ἡ περιφρόνηση, οὔτε καὶ αὐτὸ ποὺ θεωρεῖται τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα, ὁ θάνατος, διότι «οὐδὲν δεινὸν τῶν ἀνθρωπίνων δεινῶν, ἀλλ᾽ ἢ ἁμαρτία μόνον».[32] Τίποτε καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βλάψει· ἐμεῖς μόνοι βλάπτουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ὅταν ἁμαρτάνουμε. Αὐτὰ ἀναπτύσσει ἐκτενῶς στὴν ἐξαιρετικὴ ἠθικὴ πραγματεία ποὺ ἔγραψε ἐξόριστος στὴν Κουκουσὸ καὶ τὴν ἀπηύθηνε στὴν κατασκανδαλισμένη ἀπὸ τὴν ζοφερὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας Ὀλυμπιάδα. Τὴν ἀπευθύνει καὶ σὲ ὅσους ἀπαισιοδοξοῦν καὶ σήμερα καὶ καταθλίβονται, λέγοντας ὅτι αὐτὸν ποὺ δὲν ἀδικεῖ μόνος του τὸν ἑαυτό του, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βλάψει: «Ὅτι τὸν ἑαυτόν μὴ ἀδικοῦντα οὐδεὶς παραβλάψαι δύναται».[33].
Τελειώνοντας τόν «Βίο καὶ πολιτεία» τοῦ Χρυσοστόμου ὁ Συμεὼν Μεταφραστὴς καὶ ἀναφερόμενος στὸ ὅτι ἐκοιμήθη τὴν ἡμέρα τῆς Ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στὶς 14 Σεπτεμβρίου, ἐπιλέγει τὰ ἑξῆς ταιριαστὰ καὶ κατάλληλα: Ἔπρεπε αὐτὸς ποὺ δὲν συνδέθηκε μὲ τίποτε ἀπὸ τὰ παρόντα, ἀλλὰ ἐσταύρωσε ἀπόλυτα τὸν ἑαυτό του ὡς πρὸς τὸν κόσμο, καὶ δὲν καυχήθηκε γιὰ τίποτε ἄλλο παρὰ γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἀποθέσει καὶ αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο (δηλαδὴ τὸ σῶμα του) κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ. Δὲν κουβαλοῦσε κανένα κοσμικὸ παράσημο καὶ μετάλλιο· παρουσιάσθηκε καθαρὸς στὴν οὐράνια πολιτεία[34].
[1]. Μάρκ. 8, 34.
[2]. Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, PG 114, 1045-1210.
[3]. Aὐτόθι 41, PG 114, 1156: «Ἀλλὰ σκαμβὸν ξύλον οὐδέποτ᾽ ὀρθόν, οὐδὲ λεῖον ἂν θείης τὸν τραχὺν ἐχῖνον, οὐδὲ βαδίζειν ὀρθὰ τὸν καρκῖνον παρασκευάσαις».
[4]. Αὐτόθι 1157. Ἡ Ἰεζάβελ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραὴλ Ἀχαάβ (875-853), ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσκοῦσε ὀλέθρια ἐπίδραση ὄχι μόνο μὲ τὴν εὔνοιά της πρὸς τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὸν διωγμὸ ἐναντίον τοῦ προφήτη Ἠλία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄδικες πράξεις ἐναντίον τῶν ὑπηκόων του. Εἶναι γνωστὸ τὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε νὰ τὸ δώσει στὸν Ἀχαάβ, ὅταν τοῦ τὸ ἐζήτησε. Τότε ἡ ἀδίστακτη Ἰεζάβελ συνεβούλευσε τὸν βασιλιᾶ νὰ τὸν φονεύσει. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἤλεγξε αὐστηρὰ τὸ βασιλικὸ ζεῦγος (Βασιλ. Γ´, κεφ. 20)
[5]. Αὐτόθι.
[6]. Βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ προσφορά του», Θεοδρομία 15 (2013) 327-343.
[7]. Αὐτόθι 42, PG 114, 1157.
[8]. Aὐτόθι 1160.
[9]. Παλλαδιου Επισκοπου Ελενουπολεωσ, Διάλογος ἱστορικός, Περὶ βίου καὶ πολιτείας τοῦ μακαρίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου 9, PG 47, 32.
[10]. Εἰς τὸ «Εἶδον τὸν Κύριον…» 4, 4, PG 56, 125.
[11]. Eἰς Β´ Κορ. Ὁμ. 15, 3, PG 61, 507.
[12]. Εἰς τὸ «Εἶδον τὸν Κύριον…» 4, 5, PG 56, 127.
[13]. Σωκρατουσ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 6, 18, PG 59, 485-490. Παλλαδιου, Διάλογος…, PG 47, 30.
[14]. Εἰς Ρωμ. Ὁμ. 23, 1, PG 60, 615.
[15]. Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν 6 καὶ 22, PG 50, 541· 571.
[16]. Εἰς Β´ Κορ. Ὁμ. 15, 3, PG 61, 57. Βλ. καὶ Περὶ Ἱερωσύνης 3, 1, PG 48, 641: «Ἱερωσύνη τοσοοῦτον ἀνωτέρα βασιλείας ἕστηκεν ὅσον πνεύματος καὶ σαρκὸς τὸ μέσον».
[17]. Εἰς Ἀνδριάντας 3, 1, PG 49, 50. Περισσότερα βλ. εἰς τὴν μελέτη μας «Ἐκκλησία καὶ πολιτεία κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο», ποὺ ἔχει ἐκδοθῆ στὸ βιβλίο μας: Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία. Χωρισμὸς ἢ συναλληλία;, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 33-62.
[18]. Σωζομενου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 7, 25.
[19]. Θεοδωρητου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 5, 18. Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντινου Φουσκα, Θεηγόροι Ὁπλῖται. Οἱ Πατέρες καὶ Ἐκκλησιαστικοὶ Συγγραφεῖς ἀπὸ τοῦς 325-750 μ.Χ., Ἀθῆναι 1975, σελ. 166. Στυλιανου Παπαδοπουλου, Πατρολογία Β´, Ἀθήνα 1990, σελ. 652.
[20]. Στυλιανου Παπαδοπουλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Τόμος Α´. Ἡ ζωή του. Ἡ δράση του. Οἱ συγγραφές του. Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1999, σελ. 139.
[21]. PG 50, 527-534.
[22]. PG 50, 533-572.
[23]. Λόγος εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν καὶ κατὰ Ἰουλιανοῦ καὶ πρὸς Ἕλληνας, 6, PG 50, 541.
[24]. Αὐτόθι 6 , PG 50, 542.
[25]. Αὐτόθι 7, PG 50, 544.
[26]. Αὐτόθι 8, PG 50, 546.
[27]. Αὐτόθι 9, PG 50, 547.
[28]. Αὐτόθι 23, PG 50, 570-571: «Ἤμυνε τοῖς τοῦ Θεοῦ νόμοις ὑβριζομένοις, ἔλαβεν ὑπὲρ τοῦ τελευτηκότος δίκην, ἣν ἔδει· ἔδειξεν ὅσον ἱερωσύνης καὶ βασιλείας τὸ μέσον· κατέλυσε πάντα τὸν τοῦ κόσμου τῦφον καὶ κατεπάτησε τοῦ βίου τὴν φαντασίαν· ἐπαίδευσε τοὺς βασιλεῖς μὴ πέρα τοῦ δοθέντος αὐτοῖς παρὰ τοῦ Θεοῦ μέτρου τὴν ἐξουσίαν προάγειν· ἔδειξε τοῖς ἱερωμένοις πῶς ταύτης προΐστασθαι τῆς ἀρχῆς δεῖ».
[29]. S. D. AmÉdÉe Thíerry, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μεγαλομάρτυρας μετά τοὺς διωγμούς, ἐκδόσεις «Χριστιανικὴ Ἐλπίς», Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 416.
[30]. Παλλαδιου, ῎Ενθ᾽ἀνωτ. 11, PG 47, 38. Παρόμοια εἶναι καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ Συμεων Μεταφραστου, ἔνθ᾽ἀνωτ. 59-60, PG 114, 1205-1209.
[31]. Εἰς τὴν Ὀλυμπιάδα, Ἐπιστολὴ 14,4, ΡG 52, 617.
[32]. Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας 5, 2, PG 49, 70. Εἰς τὴν Ὀλυμπιάδα. Αὐτόθι: «Οὔτε γοῦν ἐπαυσάμην λέγων, οὔτε παύσομαι, ὅτι ἕν λυπηρόν, ἁμαρτία μόνον. Τὰ δὲ ἄλλα πάντα κόνις καὶ καπνός».
[33]. PG 52, 459-480.
[34]. Συμεων Μεταφραστου, Ἔνθ᾽ἀνωτ. 60, PG 114, 1209: «Ἔδει γὰρ τὸν μηδενὶ προσθέμενον τῶν παρόντων, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ὅλως τῷ κόσμῳ σταυρώσαντα, ἐν ἄλλῳ τε οὐδενὶ τὸ καύχημα θέμενον, ἀλλ᾽ ἢ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ, κατ᾽ αὐτήν γε ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ σταυροῦ καὶ αὐτὸν, ὃν εἶχεν ἐκ τοῦ κάτω κόσμου χοῦν, ἀποθέσθαι, καὶ μηδὲν ἐκ τούτου παράσημον ἐπαγόμενον καθαρῶς γενέσθαι τοῦ ἐν οὐρανοῖς πολιτεύματος». *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
[2]. Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, PG 114, 1045-1210.
[3]. Aὐτόθι 41, PG 114, 1156: «Ἀλλὰ σκαμβὸν ξύλον οὐδέποτ᾽ ὀρθόν, οὐδὲ λεῖον ἂν θείης τὸν τραχὺν ἐχῖνον, οὐδὲ βαδίζειν ὀρθὰ τὸν καρκῖνον παρασκευάσαις».
[4]. Αὐτόθι 1157. Ἡ Ἰεζάβελ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραὴλ Ἀχαάβ (875-853), ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσκοῦσε ὀλέθρια ἐπίδραση ὄχι μόνο μὲ τὴν εὔνοιά της πρὸς τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὸν διωγμὸ ἐναντίον τοῦ προφήτη Ἠλία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄδικες πράξεις ἐναντίον τῶν ὑπηκόων του. Εἶναι γνωστὸ τὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε νὰ τὸ δώσει στὸν Ἀχαάβ, ὅταν τοῦ τὸ ἐζήτησε. Τότε ἡ ἀδίστακτη Ἰεζάβελ συνεβούλευσε τὸν βασιλιᾶ νὰ τὸν φονεύσει. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἤλεγξε αὐστηρὰ τὸ βασιλικὸ ζεῦγος (Βασιλ. Γ´, κεφ. 20)
[5]. Αὐτόθι.
[6]. Βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ προσφορά του», Θεοδρομία 15 (2013) 327-343.
[7]. Αὐτόθι 42, PG 114, 1157.
[8]. Aὐτόθι 1160.
[9]. Παλλαδιου Επισκοπου Ελενουπολεωσ, Διάλογος ἱστορικός, Περὶ βίου καὶ πολιτείας τοῦ μακαρίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου 9, PG 47, 32.
[10]. Εἰς τὸ «Εἶδον τὸν Κύριον…» 4, 4, PG 56, 125.
[11]. Eἰς Β´ Κορ. Ὁμ. 15, 3, PG 61, 507.
[12]. Εἰς τὸ «Εἶδον τὸν Κύριον…» 4, 5, PG 56, 127.
[13]. Σωκρατουσ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 6, 18, PG 59, 485-490. Παλλαδιου, Διάλογος…, PG 47, 30.
[14]. Εἰς Ρωμ. Ὁμ. 23, 1, PG 60, 615.
[15]. Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν 6 καὶ 22, PG 50, 541· 571.
[16]. Εἰς Β´ Κορ. Ὁμ. 15, 3, PG 61, 57. Βλ. καὶ Περὶ Ἱερωσύνης 3, 1, PG 48, 641: «Ἱερωσύνη τοσοοῦτον ἀνωτέρα βασιλείας ἕστηκεν ὅσον πνεύματος καὶ σαρκὸς τὸ μέσον».
[17]. Εἰς Ἀνδριάντας 3, 1, PG 49, 50. Περισσότερα βλ. εἰς τὴν μελέτη μας «Ἐκκλησία καὶ πολιτεία κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο», ποὺ ἔχει ἐκδοθῆ στὸ βιβλίο μας: Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία. Χωρισμὸς ἢ συναλληλία;, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 33-62.
[18]. Σωζομενου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 7, 25.
[19]. Θεοδωρητου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 5, 18. Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντινου Φουσκα, Θεηγόροι Ὁπλῖται. Οἱ Πατέρες καὶ Ἐκκλησιαστικοὶ Συγγραφεῖς ἀπὸ τοῦς 325-750 μ.Χ., Ἀθῆναι 1975, σελ. 166. Στυλιανου Παπαδοπουλου, Πατρολογία Β´, Ἀθήνα 1990, σελ. 652.
[20]. Στυλιανου Παπαδοπουλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Τόμος Α´. Ἡ ζωή του. Ἡ δράση του. Οἱ συγγραφές του. Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1999, σελ. 139.
[21]. PG 50, 527-534.
[22]. PG 50, 533-572.
[23]. Λόγος εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν καὶ κατὰ Ἰουλιανοῦ καὶ πρὸς Ἕλληνας, 6, PG 50, 541.
[24]. Αὐτόθι 6 , PG 50, 542.
[25]. Αὐτόθι 7, PG 50, 544.
[26]. Αὐτόθι 8, PG 50, 546.
[27]. Αὐτόθι 9, PG 50, 547.
[28]. Αὐτόθι 23, PG 50, 570-571: «Ἤμυνε τοῖς τοῦ Θεοῦ νόμοις ὑβριζομένοις, ἔλαβεν ὑπὲρ τοῦ τελευτηκότος δίκην, ἣν ἔδει· ἔδειξεν ὅσον ἱερωσύνης καὶ βασιλείας τὸ μέσον· κατέλυσε πάντα τὸν τοῦ κόσμου τῦφον καὶ κατεπάτησε τοῦ βίου τὴν φαντασίαν· ἐπαίδευσε τοὺς βασιλεῖς μὴ πέρα τοῦ δοθέντος αὐτοῖς παρὰ τοῦ Θεοῦ μέτρου τὴν ἐξουσίαν προάγειν· ἔδειξε τοῖς ἱερωμένοις πῶς ταύτης προΐστασθαι τῆς ἀρχῆς δεῖ».
[29]. S. D. AmÉdÉe Thíerry, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μεγαλομάρτυρας μετά τοὺς διωγμούς, ἐκδόσεις «Χριστιανικὴ Ἐλπίς», Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 416.
[30]. Παλλαδιου, ῎Ενθ᾽ἀνωτ. 11, PG 47, 38. Παρόμοια εἶναι καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ Συμεων Μεταφραστου, ἔνθ᾽ἀνωτ. 59-60, PG 114, 1205-1209.
[31]. Εἰς τὴν Ὀλυμπιάδα, Ἐπιστολὴ 14,4, ΡG 52, 617.
[32]. Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας 5, 2, PG 49, 70. Εἰς τὴν Ὀλυμπιάδα. Αὐτόθι: «Οὔτε γοῦν ἐπαυσάμην λέγων, οὔτε παύσομαι, ὅτι ἕν λυπηρόν, ἁμαρτία μόνον. Τὰ δὲ ἄλλα πάντα κόνις καὶ καπνός».
[33]. PG 52, 459-480.
[34]. Συμεων Μεταφραστου, Ἔνθ᾽ἀνωτ. 60, PG 114, 1209: «Ἔδει γὰρ τὸν μηδενὶ προσθέμενον τῶν παρόντων, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ὅλως τῷ κόσμῳ σταυρώσαντα, ἐν ἄλλῳ τε οὐδενὶ τὸ καύχημα θέμενον, ἀλλ᾽ ἢ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ, κατ᾽ αὐτήν γε ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ σταυροῦ καὶ αὐτὸν, ὃν εἶχεν ἐκ τοῦ κάτω κόσμου χοῦν, ἀποθέσθαι, καὶ μηδὲν ἐκ τούτου παράσημον ἐπαγόμενον καθαρῶς γενέσθαι τοῦ ἐν οὐρανοῖς πολιτεύματος». *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



.jpg)
