ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΕΙΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΟΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ



Το βιβλίο αυτό γράφηκε πριν από εικοσιεπτά χρόνια,

με την ελπίδα μήπως βοηθήσει να αναχαιτισθεί η εκκλησιαστική μοιχεία του Οικουμενισμού.

Αλίμονο όμως! 

Η ελπίδα εκείνη αποδείχθηκε φρούδα. 

Ο Οικουμενισμός όχι μόνον προχώρησε και έφθασε στην κοινή λατρεία, 

και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο, 

αλλά ξεπέρασε και αυτά τα όρια του Χριστιανισμού, 

έγινε θρησκευτικός συγκρητισμός και σατανική πανθρησκεία, τύπου Ασίζης και «Νέας Εποχής». 

Το κακό ήρθε σιγά και ύπουλα, από πολύ παλιά. 

Είναι το «μυστήριο της ανομίας», 

που «ενεργείται» διαρκώς και περισσότερο με την πάροδο των αιώνων και τείνει πρός την εσχατολογική αποκορύφωσή του. 

Για μας εδώ, στην ορθόδοξη ανατολή, 

η τελευταία φάση του άρχισε να διαγράφεται εμφανέστερα κατά τη διάρκεια του περίφημου «αιώνα των φώτων», 

με το «Μεγάλο» Πέτρο και τη «Μεγάλη» Αικατερίνη της Ρωσίας 

και όλους εκείνους τους «ορθόδοξους», 

που εκστατικοί μαθήτευαν στα ειδωλολατρικά «φώτα» της Δύσης.



Διδάσκαλοι με μεγάλο όνομα, σαν τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Κοραή, δίδασκαν στην Ελλάδα την ειδωλολατρία και τους νεώτερους φιλοσόφους της Δύσεως και διαπληκτίζονταν οι λόγιοι από τα Ιωάννινα μέχρι το Φανάρι για το ποιοί φιλόσοφοι ήταν ανώτεροι, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ή ο Leibnitz, ο Wolff και ο Locke. Οι λίγοι μοναχοί του Αγίου Όρους που είχαν αληθινά χριστιανικό φρόνημα έβλεπαν με θλίψη την ματαιολογία των κατ’ όνομα ορθοδόξων Χριστιανών και αδιάφοροι για την κοσμική σοφία, έβοσκαν στον τερπνό και φωτεινό λειμώνα των συγγραμμάτων των αγίων διδασκάλων της Εκκλησίας, όπου επιλάμπει ο Χριστός και μόνον. Αποτέλεσμα ήταν να επέλθει ανάμεσα στα δύο αυτά αντίθετα ρεύματα, τέτοια ψυχική διάσταση, ώστε στό Άγιον Όρος να εξελιχθεί, με ελάχιστη κατά τα φαινόμενα αφορμή, η περίφημη περί μνημοσύνων και κολλύβων μάχη, που είχε δραματικές για τον τόπο συνέπειες. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για σύγκρουση του πατερικού πνεύματος της Ορθοδοξίας με το πνεύμα του κόσμου, που φορούσε κι αυτό μοναχική περιβολή. Τα θλιβερά εκείνα γεγονότα, που προσπάθησα κι εγώ να περιγράψω με συντομία στό περιοδικό «Οι Ρίζες» (Τεύχη 23 και 24), είναι το κλειδί για την κατανόηση της Ιστορίας μας, των δύο τελευταίων αιώνων. Πολύ πρίν γίνει ο διωγμός της Ορθοδοξίας από τον Φαρμακίδη και τους Βαυαρούς είχε γίνει ένας άλλος διωγμός στην ίδια την καρδιά της, τον Άθωνα. Και τον διωγμό εκείνον, τον πρώτο, δεν τον έκαναν χωροφύλακες αλλά μοναχοί, συνεπικουρούμενοι από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Λίγοι έχουν αντιληφθεί πόσο καίρια σημασία είχε ο διωγμός των κολλυβάδων από το Άγιον Όρος για τις μετέπειτα εξελίξεις σ’ ολόκληρο το χώρο της ορθόδοξης ανατολής. Χωρίς τη σωστή εκτίμηση των γεγονότων αυτών δεν μπορούμε να καταλάβουμε από ποιά «σκάλα» κατεβήκαμε στό «υπόγειο» που βρισκόμαστε σήμερα, και θα παραμείνει αίνιγμα πώς, λαοί που έδωσαν στην Εκκλησία του Χριστού τόσους αγίους και μάρτυρες, έφθασαν στις μέρες μας να παραδώσουν την Ορθοδοξία στους εχθρούς της χωρίς αντίσταση. Πολλά έχουν γραφεί για το καλό που έγινε στην υπόλοιπη Ελλάδα από τους μοναχούς με πατερικό φρόνημα και βίωμα, που διωγμένοι από το Άγιο Όρος από τους εκεί συνασκητές τους, και με το χλευαστικό παρωνύμιο «κολλυβάδες», εγκατεστάθηκαν και ασκήτεψαν σε διάφορα νησιά του Αιγαίου στα τέλη του 18ου αιώνα. Ελάχιστα όμως έχουν γραφεί για το κακό που έγινε στό ίδιο το Άγιον Όρος από την ολοκληρωτική ερήμωσή του από τους φορείς της ορθοδόξου Παραδόσεως ή για το κακό που έγινε στις ορθόδοξες χώρες από το γεγονός αυτό. Το Άγιον Όρος είναι το μοναστικό κέντρο της Ορθοδοξίας για ολόκληρη τη δεύτερη μετά Χριστόν χιλιετηρίδα, ο δε μοναχισμός είναι η καρδιά της Ορθοδοξίας. Τα γεγονότα του 18ου αιώνα έμειναν η αθεράπευτη πληγή της καρδιάς αυτής. Ο κύριος αγωγός της πνευματικής μας Παράδοσης διακόπηκε, και οι σποραδικές και διάσπαρτες εστίες της κατακερματίστηκαν και αποδυναμώθηκαν ολοσχερώς σε διάστημα μικρότερο του αιώνος. Η άνθηση της Ορθοδοξίας στα νησιά του Αιγαίου και η παράλληλη και αντίστοιχη άνθηση της Παϊσιανής παράδοσης στη Μολδαβία και τη Ρωσία δεν είχαν την απαιτούμενη μάζα για να συνεχίσουν την πρώθησή τους μέσα στους αντίξοους καιρούς. Ήταν δύο μεγάλοι ποταμοί με καθαρό και δροσερό νερό, που η πηγή τους, το Άγιον Όρος, είχε στερέψει. Τα μνημεία της φωτεινής εκείνης εποχής είναι σήμερα ερείπια εγκαταλειμένων μοναστηριών, όπως του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, του Νιαμέτς στη Ρουμανία, της Όπτινα στη Ρωσία. Το κακό το επισφράγησαν οι δύο μεγάλες καταστροφές, της Μικράς Ασίας και της Ρωσίας. Όταν το 1924 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Εκκλησία της Ελλάδος κατήργησαν το εορτολόγιο των ορθοδόξων και έφεραν στη θέση του το εορτολόγιο του Πάπα Γρηγορίου, πολλοί ευσεβείς άνθρωποι στην Ελλάδα κατάλαβαν ότι οι ποιμένες τους «θέλουν να μας φραγκέψουν» και έπαψαν να έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Έμειναν όμως χωρίς επισκόπους, χωρίς πρεσβυτέρους και χωρίς ναούς. Τότε ήρθε αρωγός στο λαό το Άγιον Όρος, που κι αυτό δεν είχε δεχθεί την καινοτομία και το μεγάλο μέρος των μοναχών του δεν μνημόνευε τον καινοτόμο Πατριάρχη. Έτσι, οι ιερομόναχοι και οι απλοί μοναχοί του Αγίου Όρους έγιναν οι καθοδηγητές του ορθόδοξου λαού, που χλευαστικά ονομάστηκαν «Παλαιοημερολογίτες». Όμως, τι είδους Ορθοδοξία έδωσαν οι αγιορείτες αυτοί στο λαό που διψούσε για την αλήθεια και ήθελε να μείνει στην πίστη και στην ευσέβεια των Πατέρων του; Ποιά άλλη από την «Ορθοδοξία» των διωκτών εκείνων αγιορειτών του 18ου αιώνος, που είχαν φορτώσει στην ψυχή τους το αίμα των δολοφονημένων κολλυβάδων; Γιατί, αυτή η πίστη, αυτή η παράδοση, αυτή η ευσέβεια είχε μείνει στό Άγιον Όρος μετά την αποπομπή των κολλυβάδων. Κάθε πνευματικός γυιός αυτήν την παράδοση κληρονομούσε από τον πνευματικό του πατέρα, αυτήν την παράδοση που η Αγία Γραφή ονομάζει «παράδοση των ανθρώπων». «Διατί παραβαίνετε την εντολή του Θεού διά την παράδοσιν υμών; Υποκριταί! Καλώς προεφήτευσε περί υμών Ησαϊας λέγων: εγγίζει μοι ο λαός ούτος τω στόματι αυτών και τοις χείλεσι με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού μάτην δε σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίαν εντάλματα ανθρώπων...» (Ματθ. ιε΄). Να, λοιπόν, πώς φθάσαμε να ενσκήψει η λαίλαπα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού επάνω μας και να μήν υπάρχουν άνθρωποι να προβάλουν αντίσταση. Ποιος να αντισταθεί; το πλήθος των αδιαφόρων και απονευρωμένων ψυχών των Χριστιανών της καλοπέρασης, που χειροκροτούν κάθε νεοτερισμό και τρέφονται πνευματικά με ορθοδοξόμορφο δυτική ευσέβεια ή οι προδομένοι από τους γεροντάδες και πνευματικούς τους φιλομόναχοι, που αν συναντούσαν σήμερα έναν από εκείνους τους αγίους κολλυβάδες του 18ου αιώνα θα τον προπηλάκιζαν και θα τον εξευτέλιζαν πολύ χειρότερα από τους πνευματικούς των προγόνους; Οι σημερινοί «ορθόδοξοι» διδάχθηκαν δύο ειδών «Ορθοδοξίες». Ή την «Ορθοδοξία» του «χαρά και γέλιο και καμάρι» ή τη μοναστική «Ορθοδοξία» της αντικολλυβαδικής παραδόσεως. Την πατερική Ορθοδοξία λίγοι την γνωρίζουν και ελάχιστοι την αγαπούν και αγωνίζονται να τη ζήσουν. Όμως αυτή είναι η μόνη, που έχει το «ύδωρ το ζών», που κάνει ζωντανές τις ψυχές των ανθρώπων, ώστε να μπορούν να αγωνιστούν για την αλήθεια. Πώς, λοιπόν, να αναχαιτισθεί ο Οικουμενισμός, αφού φυτεύθηκε σε τόσο πρόσφορο έδαφος; Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί των τελευταίων καιρών «την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς και διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ’ ευδοκήσαντες εν τη αδικία» (Θεσσ. Β΄, β΄ 10-12). Εκεί που φθάσαμε μόνο θαύμα μπορεί να μας σώσει, όσους βέβαια θέλουμε να σωθούμε. Γιατί έχουμε μπροστά μας τη δαιμονική ειδωλολατρική πανθρησκεία με ορθοδοξοφανή πολλές φορές προσωπεία και από πίσω μας δεν έχουμε την παράδοση και το παράδειγμα για να μας καθοδηγήσει και να μας στηρίξει. Εμείς, οι έσχατοι Χριστιανοί, δεν έχουμε δίπλα μας αγίους ανθρώπους για να μας δείξουν τον δρόμο, ζωντανοί πρός ζωντανούς, όπως γινόταν παλιά. Έχουμε όμως σε αφθονία κάτι που δεν το είχαν οι παλιοί, έχουμε τα βιβλία των αγίων. Ο Θεός οικονομεί για την κάθε γενεά με αγάπη και δικαιοσύνη. Άς επωφεληθούμε, λοιπόν, από το μερίδιο το δικό μας. Ο Θεός κάνει και σήμερα θαύματα, όπως παλιά, και θα μας σώσει, αν δεν συμβιβασθούμε με κανένα ψέμα και αν αποφασίσουμε «πάντα παθείν διά την ευσέβειαν». Αν θέλουμε να μείνουμε αληθινοί μαθητές του Χριστού στα χρόνια των μεγάλων θλίψεων που έρχονται, πρέπει να πάρουμε την απόφαση να είμαστε αληθινοί σε όλα, έστω και αν χρειαστεί να μείνουμε μόνον δύο ή τρείς συνηγμένοι στό Όνομά Του. Το βιβλίο, που έχετε στα χέρια σας δεν έφερε μέχρι τώρα κανένα εμφανές αποτέλεσμα. Είναι όμως τόσο επίκαιρα, τα όσα είναι γραμμένα σ’ αυτό, ώστε πολλοί θα νομίσουν ότι το έγραψα σήμερα και όχι πρίν από 27 ολόκληρα χρόνια. Εν τούτοις, το κείμενο παραμένει αναλλοίωτο, όπως ακριβώς τυπώθηκε το 1964. Ούτε γράμμα δεν έχει αλλάξει. Το μόνο καινούργιο είναι αυτός ο πρόλογος. Σήμερα, φυσικά, δεν πιστεύω ότι μπορεί να αναχαιτισθεί το κακό. Θέλω, μόνο, να μη χαθεί η μαρτυρία της αλήθειας. Αυτό είναι το δικό μας ανθρώπινο καθήκον. Τα υπόλοιπα, τα ξέρει μόνον ο Θεός. Δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο σημεία του κειμένου, που πρέπει να διορθωθούν. Το πρώτο είναι στη σελίδα 35. Γράφω: «Ο λόγος για τον οποίον απεφασίσθη η εισαγωγή του νέου ημερολογίου στην Ελλάδα, ούτε αστρονομικός, ούτε θεολογικός ήταν». Ότι ο λόγος δεν ήταν αστρονομικός είναι αλήθεια, αλλά ότι δεν ήταν ούτε θεολογικός είναι λάθος. Η αλλαγή του ημερολογίου ήταν η πρώτη πράξη του Οικουμενισμού, η πρώτη εμπράγματη εφαρμογή του. Με την εισαγωγή του δυτικού εορτολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδος πραγματοποιήθηκε η εορτολογική ένωσή της με τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Τα στάδια της ενώσεως των Ανατολικών με τους Δυτικούς είχαν περιγραφεί επίσημα στην περίφημη εγκύκλιο «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», που κυκλοφόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ όλες τις αερετικές και ορθόδοξες Εκκλησίες το 1920, τέσσερα χρόνια πρίν από την αλλαγή του ημερολογίου στην Ελλάδα (βλέπε Ι. Καρμίρη, «Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος β΄). Στην εγκύκλιο αυτή, η αλλαγή του εορτολογίου περιγράφεται σαν το πρώτο βήμα, η πρώτη φάση της ενώσεως των Εκκλησιών, που πρέπει να προηγηθεί όλων των άλλων. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να διορθωθεί είναι στη σελίδα 95, εκεί που γράφω για τις ρωσικές Εκκλησίες. Η διαφορά ανάμεσα στο Πατριαρχείο της Μόσχας και τη Ρωσική Εκκλησία της διασποράς, που δεν έχει εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο, δεν ήταν τόσο επιφανειακή, όσο νόμισα τότε. Το Πατριαρχείο της Μόσχας ταυτίστηκε με το αντίθεο κομμουνιστικό κράτος το 1927 επί Σεργίου, που έγινε Πατριάρχης επειδή δέχθηκε να διακηρύξει τα εντελώς αντίθετα απ’ όσα είχε διακηρύξει η Σύνοδος του 1917-18 και ο Πατριάρχης Τύχων, που μαρτύρησε δηλητηριασμένος το 1925. Μέχρι σήμερα, το Πατριαρχείο Μόσχας είναι υπάκουα υποταγμένο στο σοβιετικό κράτος, από το οποίο και χρηματοδοτείται. Τι δρόμο θα ακολουθήσει στο μέλλον η Ρωσική Εκκλησία της διασποράς δεν το ξέρω, ένα είναι βέβαιο, το 1983 η Εκκλησία αυτή αναθεμάτισε επίσημα την αίρεση του Οικουμενισμού και όσους κοινωνούν μ’ αυτήν. Ο αναθεματισμός αυτός πήρε κεντρική θέση στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και διαβάζεται έκτοτε επίσημα σε κάθε ορθόδοξο ναό την Κυριακή της Ορθοδοξίας, μαζί με τα άλλα αναθέματα των από αιώνων αιρετικών. Όσα έγιναν μέσα στα 27 χρόνια που μεσολάβησαν, από την πρώτη έκδοση, δικαίωσαν την κάθε γραμμή του βιβλίου αυτού. Υπήρξαν διάσημοι πνευματικοί τότε, που όταν διάβασαν τα χειρόγραφα εισηγήθηκαν στους εκδότες, ή να μη δημοσιευθεί το βιβλίο, ή να αλλάξει, για να μη φέρει χωρίς λόγο ταραχή στην Εκκλησία. «Μετά από κάθε κακοκαιρία, έλεγαν, ξαναβγαίνει ο ήλιος. Μόλις πεθάνει ο Αθηναγόρας, η Ορθοδοξία θα ξαναλάμψει στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως». Ο Αθηναγόρας πέθανε, αλλά η Ορθοδοξία δεν ξαναέλαμψε, ούτε και θα ξαναλάμψει στα Πατριαρχεία της Ανατολής, όπως δεν ξαναέλαμψε δέκα αιώνες τώρα στο Πατριαρχείο της Ρώμης. Η αδιάκριτη αισιοδοξία των πνευματικών είναι μια από τις αιτίες της αδράνειας των Ορθοδόξων μπροστά στην αποστασία των ποιμένων τους, που προφήτεψε ο Απόστολος Παύλος (Β΄ Θεσσ. β΄3).


Ο Κύριος δεν ήταν καθόλου αισιόδοξος για την εξέλιξη των γεγονότων 

και μας είχε εξηγήσει, 

όπως εξ’ άλλου και όλοι οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, 

ότι όσο περνάει ο καιρός και θα πλησιάζει η ένδοξη Δευτέρα Παρουσία και η ανάσταση και η ανακαίνιση των πάντων, 

θα πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο, 

σε σημείο να κινδυνεύσουν στο τέλος να χαθούν και οι εκλεκτοί. 

«Πλήν ο υιός του ανθρώπου ελθών, άρα ευρήσει την πίστην επί της γής;» (Λουκ. ιη΄, 8). 

Στο τέλος, είπε ο Κύριος, 

η ανθρωπότητα θα είναι όπως ήταν στις μέρες του Νώε και στις μέρες του Λωτ, δηλαδή Σόδομα και Γόμορα (Λουκ. ιζ΄ 26, 28). 

Η αποστασία των ποιμένων δεν θα αφήνει τους ποιμενόμενους να ανανήψουν, 

διότι θα τους ζητούν να κάνουν υπακοή σ’ αυτούς που οι ίδιοι δεν κάνουν υπακοή στό Χριστό, 

τον οποίο οι περισσότεροι, 

ούτε αγαπούν, ούτε καν πιστεύουν σ’ Αυτόν.


 Εκ του βιβλίου του Αλεξάνδρου Καλόμοιρου: ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ''. 
''Ο πρόλογος αυτός γράφηκε τον Απρίλιο του 1989, ένα περίπου χρόνο πριν τον θάνατο του συγγραφέα''.
 Εκδόσεις ''Ζέφυρος'', Αθήνα 1964, σελίδες 20 - 23. 
Στην φωτογραφία της ανάρτησης, 
ο  αείμνηστος, Μητροπολίτης Σίλβεστρος της Εκκλησίας των Κατακομβών της Ρουμανίας, 
που αντιστάθηκε στην προέλαση του Οικουμενισμού δια της ημερολογιακής καινοτομίας 
και εκοιμήθη ειρηνικώς το 1992.
 Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ 1926



Η αγωνιστικότητα καὶ ἐπινοητικότητα τῶν Προπατόρων μας στὴν Γνησία Ὀρθοδοξία 

ἦταν ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος 

ὑπὲρ τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου ἐντυπωσιακή.

Ἐπὶ τῇ Ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, 

ἀναδημοσιεύουμε διήγησι αὐτόπτου μάρτυρος ἀπὸ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως τοῦ 1926,

ὅπως παρατίθεται στὸ ἐπίσημο περιοδικό μας
«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας»,
ἀριθ. 339/23.5.1960, σελ. 3.



Ἡ Παναγία μας θέρμαινε τὸν ζῆλο τους, ὥστε νὰ ἀψηφοῦν τὶς διώξεις καὶ νὰ ἐμμένουν στὴν Ἀκαινοτόμητη Ὀρθοδοξία, καταισχύνοντας τοὺς θλιβεροὺς διῶκτες τους καὶ ὑπερασπιζόμενοι τοὺς γνησίους Λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου. Τὸ κείμενο-μαρτυρία, ὑπογραφόμενο ἀπὸ τὸν Κ.Ν., ἔχει ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὸ 1926, 14-15 Αὐγούστου, ἐπήγαμε κάτωθεν ἀπὸ τὶς Βασιλικὲς Γέφυρες, ὅπου εἶναι πρὸς τὰ Λιόσια. Εἶναι τὸ περιβόλι τοῦ Τουρκαμπῆ, τὸ ὁποῖον ἔχει μέσα δύο Ἐκκλησίες, τὸν Ἅγιον Νικόλαον καὶ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου. Ἐπήγαμε καὶ τοὺς παρακαλέσαμε νὰ μᾶς ἀφίσουνε νὰ κάνουμε τὴν Ἀγρυπνία τῆς Κοιμήσεως καὶ οἱ νοικοκυραῖοι μᾶς ἄφισαν καὶ ἀφοῦ ἐπήγαμε καὶ ἀρχίσαμε τὴν Ἀκολουθία, στὰς 11.30 μ.μ., ἐπαρουσιάστηκε ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ ἐζητοῦσαν τὸν Ἱερέα, χωρὶς ὀνομαστικὸν ἔνταλμα. Ἐγὼ ἔψαλλα καὶ ἤλθανε καὶ μοῦ λένε: −Ζητᾶνε τὸν Ἱερέα. Τότε ἄφισα ἄλλον στὸ ἀναλόγιον καὶ ἐβγῆκα ἔξω καὶ ἄλλοι μαζί μου, Βαπορίδης, Σιδέρης κλπ. καὶ ἐκαλησπέρισα τὸν ἐπικεφαλῆς καὶ ρωτῶ, τί ζητοῦν; Καὶ μοῦ λένε: −Τὸν Ἱερέα. Καὶ τοὺς λέγω: −Νὰ τὸν πάρετε, παιδιά, ἀλλὰ ὄχι τώρα. Διότι ἄν τὸν πάρετε τώρα, δὲν σᾶς ἐγγυοῦμαι τὶ θὰ πάθετε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν - ἦταν ἕως 2 μὲ 2 ½ χιλιάδες Λαός. Ἀλλὰ θὰ ἀφίσετε, συνέχισα, νὰ τελειώσῃ τὴν Λειτουργίαν καί, ἑωσότου νὰ κάμῃ τὴν κατάλυσιν ὁ Ἱερεύς, ὁ κόσμος θὰ φύγῃ καὶ ἔτσι μὲ ἡσυχίαν τὸν παίρνετε καὶ πᾶτε στὴν δουλειά σας – καὶ ἀναπαυθήκανε οἱ κύριοι, ὅτι ἔτσι τὸν εἴχανε στὰ χέρια τους. −Πάντως, καθίσατε στὸ ὄχημά σας καὶ φυλᾶτε. Ἐμεῖς ἀμέσως ἐπήγαμε μέσα στὸν Ἱερέα καὶ τοῦ λέμε νὰ τὰ πῇ λίγο σύντομα διὰ νὰ φύγῃ, διότι τὸν ζητάει ἡ Ἀστυνομία. Καὶ λέγει ὁ Ἱερεύς: −Πῶς θὰ φύγω; Ἐμεῖς τοῦ εἴπαμε: −Ἐσεῖς θὰ βγῆτε (δηλ. τελειῶστε) συντομώτερα καὶ ὅταν θὰ πῆτε τὴν Ὀπισθάμβωνον Εὐχὴν νὰ τὴν πῆτε σιγὰ καὶ ἐγὼ θὰ τὴν πῶ δυνατὰ ὅταν ἐσεῖς θὰ ἔχετε φύγει. Ἐγὼ ἐξακολούθησα νὰ ψάλλω καὶ πιὸ δυνατά. Ὅταν κατὰ τὶς 3.30 ἐτελείωσε ὁ Ἱερεὺς ὅλην του τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπήραμε ἀπὸ τρεῖς Καλόγρηες τὰ καλύμματά τους καὶ τὸν ἐντύσαμε Καλογραῖα, τοῦ ἀφίσαμε μόνον τὰ μάτια ἀσκέπαστα. Ἐπήραμε καὶ δυὸ γερόντισσες καὶ τὸν ἐπιάσαν, μία δεξιὰ καὶ ἡ ἄλλη ἀριστερά, καὶ τοῦ εἴπαμε νὰ κουτσαίνη λίγο. Βγαίνοντας ἔξω τοῦ λέγανε οἱ γερόντισσες: −Ἔλα, κακομοίρα μου, ποὺ ἤθελες καὶ ἐσὺ Ἀγρυπνία ἀπόψε!... Καὶ τοῦ ἐδώσαμε καὶ ἕνα παιδάκι νὰ παρακολουθήσῃ τὸν Ἱερέα, μόλις φύγῃ ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ, τότε νὰ σταματήσουμε. Ἀφοῦ ἔφυγεν ὁ Ἱερεὺς καὶ ἐμπῆκε καὶ στὸ σπίτι του, εἰδοποιήθηκα καὶ ἐτελείωσα, λέγοντας τὸ «Δι’ εὐχῶν» δυνατά, νὰ τὸ ἀκούσουνε καὶ οἱ Χωροφύλακες. Καὶ ἀμέσως ἔτρεξαν νὰ μὴν τοὺς φύγῃ καὶ ἀφοῦ ἐμπήκανε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔψαξαν παντοῦ, καὶ στὸ Ἱερόν, μοῦ λένε: −Ποῦ εἶναι ὁ Ἱερεύς; Τοὺς λέω καὶ ἐγώ: −Ἐμένα τὸν ζητᾶτε τὸν Ἱερέα; Δὲν σᾶς εἶπα νὰ φυλᾶτε; Καὶ τοὺς λέω: 



−Ξεύρετε, παιδιά,
ὅταν ὁ Ἱερεὺς εἶναι ἀπὸ Λειτουργίαν,
ἔχει τὴν χάριν καὶ πετάει,
γίνεται ὑπόπτερος ἀετός.
−Βρὲ μᾶς κοροϊδεύεις;
Τότε τοὺς λέγω καὶ ἐγώ:
−Ἑπτὰ χρόνια στρατιώτης ἔκανα καὶ θὰ μοῦ πάρετε ἐσεῖς τὸν Ἱερέα;...
Ἐθύμωσαν, ἐφώναξαν.
Ἀλλὰ ἔφυγαν ἄπρακτοι καὶ ἔτσι ἐδοξολογήσαμε τὴν Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων,
τὴν Ἁγίαν της Κοίμησιν,
μὲ ἁψιμαχίες.
Ἄς δοξολογήσωμεν τὸν Θεὸν διὰ τὰς δωρεὰς ὅπου μᾶς παρέχει.
Ἀμήν, γένοιτο!


Εκ της Ιστοσελίδας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ΕΔΩ). 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Κ.Ν.


Η ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ



...Αν ο θάνατος των Οσίων είναι τίμιος και η μνήμη 

δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια, 

πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, 

δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, 

δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, 

πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες. 

Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, 

που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, 

όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους 

και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό 

και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ' αυτή θαυμασίων... 



Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις, που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν. Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως. Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο. Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος. Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές. Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό, τον ουράνιο χώρο. Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών. Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη. Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι' αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο. Με την ανάληψή της η Θεομήτορ συνήψε τα κάτω με τα άνω και περιέλαβε το πάν με τα γύρω της θαυμάσια, ώστε και το ότι είναι ελαττωμένη πολύ λίγο από τους αγγέλους, γευόμενη το θάνατο, αυξάνει τη υπεροχή της σε όλα . Και έτσι είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που διαιτάται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό. Η Θεομήτωρ είναι ο τόπος όλων των χαρίτων και πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας και εικόνα κάθε αγαθού και κάθε χρηστότητος, αφού είναι η μόνη που αξιώθηκε όλα μαζί τα χαρίσματα του Πνεύματος και μάλιστα η μόνη που έλαβε παράδοξα στα σπλάχνα της εκείνον στον οποίο βρίσκονται οι θησαυροί όλων των χαρισμάτων. Τώρα δε με το θάνατό της προχώρησε από εδώ προς την αθανασία και δίκαια μετέστη και είναι συγκάτοικος με τον Υιό στα υπερουράνια σκηνώματα και από εκεί επιστατεί με τις ακοίμητες προς αυτόν πρεσβείες εξιλεώνοντας αυτόν προς όλους μας. Είναι τόσο πολύ πλησιέστερη από τους πλησιάζοντας το Θεό, όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτές τις αγγελικές ιεραρχίες. «Τα Σεραφίμ στέκονταν γύρω του» (Ησαϊας 6,2) και ο Δαβίδ λέγει: «παρέστη η βασίλισσα στα δεξιά σου». Βλέπετε τη διαφορά της στάσεως; Από αυτή μπορείτε να καταλάβετε και τη διαφορά της, κατά την αξία της τάξεως. Διότι τα Σεραφείμ ήταν γύρω από το Θεό, πλησίον δε στον ίδιο μόνο η βασίλισσα και μάλιστα στα δεξιά του. Όπου κάθισε ο Χριστός στον ουρανό, δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης, εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό. Ποιός δεν γνωρίζει ότι η Παρθενομήτωρ είναι εκείνη η βάτος που ήταν αναμμένη αλλά δεν καταφλεγόταν. (Ψαλμ.44,19) Και αυτή η λαβίδα, που πήρε το Σεραφίμ, τον άνθρακα από το θυσιαστήριο, που συνέλαβε δηλαδή απυρπολήτως το θείο πυρ και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να έλθει προς το Θεό. Επομένως μόνη αυτή είναι μεθόριο της κτιστής και της άκτιστης φύσεως. Ποιός θα αγαπούσε το Υιό και Θεό περισσότερο από τη μητέρα, η οποία όχι μόνο μονογενή τον γέννησε, αλλά και μόνη της αυτή χωρίς ανδρική ένωση, ώστε να είναι το φίλτρο διπλάσιο. Όπως λοιπόν, αφού μόνο δι' αυτής επεδήμησε προς εμάς, φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, ενώ πρίν ήταν αθέατος, έτσι και στον μελλοντικό ατελεύτητο αιώνα κάθε πρόοδος και αποκάλυψη μυστηρίων χωρίς αυτήν θα είναι αδύνατος. Δια μέσου της Θεομήτορος θα υμνούν το Θεό γιατί αυτή είναι η αιτία, η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων. Αυτή είναι θέμα των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων, κρηπίς των διδασκάλων, η ρίζα των απορρήτων αγαθών, η κορυφή και τελείωση κάθε αγίου. 



Ω Παρθένε θεία και τώρα Ουρανία, 

πως να περιγράψω όλα σου τα προσόντα; 

Πως να σε δοξάσω, το θησαυρό της δόξας; 

Εσένα και η μνήμη μόνο αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί. 

Μετάδωσε πλούσια λοιπόν τα χαρίσματά σου στο λαό σου, 

Δέσποινα, 

δώσε τη λύση των δεινών μας, 

μετάτρεψε όλα προς το καλύτερο με τη δύναμή σου, 

δίδοντας τη χάρη σου για να δοξάζουμε το προαιώνιο Λόγο 

που σαρκώθηκε από σένα γα μας 

μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, 

τώρα και πάντοτε και στους ατελευτήτους αιώνες. Γένοιτο...


Απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις: 
«Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 10ος. 
Λόγος εις την Κοίμησην της Θεοτόκου. 
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΞΕΦΤΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ



Όταν λογαριάσης σαν λεπτομέρεια

ένα στοιχείο της παραδόσεως, 

τότε με την πρώτη ευκαιρία 

θα θεωρήσης σαν λεπτομέρεια και ένα άλλο, 

και τέλος θα αναγάγης σε λεπτομέρειες όλα όσα δεν 

σ’ αρέσουν μέσα στην παράδοσι της Εκκλησίας. 

Έτσι έγινε με την εικονογραφία, 

έτσι έγινε με την ψαλμωδία, 

το ίδιο με την εμφάνισι των ιερέων. 

Τώρα τα ράσα τους φαίνονται πολύ μαύρα, 

ύστερα τα γένεια και τα μαλλιά πολύ μακριά. 

Θέλουν να βάλουν μουσικά όργανα στην εκκλησία. 

Καταργούν τα στασίδια και τα αντικαθιστούν με πολυθρόνες. 

Κατηγορούν τον μοναχισμό, συκοφαντούν τους μοναχούς, 

στερούν τις περιουσίες των Μονών, 

κάνουν συστηματική προπαγάνδα κατά του μοναχισμού. 

Παραβλέπουν τους Κανόνες που απαγορεύουν την συμπροσευχή με τους αιρετικούς, 

πηγαίνουν στα συνέδριά τους, 

συμπροσεύχονται μαζί τους. 

Αδιαφορούν για την γνώμη του λαού στην εκλογή των επισκόπων και των ιερέων. 

Βραχύνουν την Λειτουργία, 

κόβουν αποσπάσματα από τις ακολουθίες «για να μη κουράζεται ο κόσμος». 

Με άλλες λέξεις, 

μεταβάλλουν τις ορθόδοξες συνήθειες σύμφωνα με τα γούστα ενός παρηκμασμένου πλήθους γεμάτου σαρκολατρία και υλισμό. 

Έτσι αρχίζει να ξεφτά το υφάδι της παραδόσεως 

και δεν ξέρει κανείς που θα σταματήση 

ή αν θα σταματήση ποτέ το ξέφτισμα.



Το ξέφτισμα είναι τόσο εύκολο εξ άλλου σήμερα, γιατί έχει την επιδοκιμασία των μορφωμένων. Οι μορφωμένοι, πρό παντός, το θεωρούν τιμή τους όχι να είναι σύμφωνοι με τους Πατέρας της Εκκλησίας αλλά να είναι σύμφωνοι με τον τάδε μεγάλον επιστήμονα καθηγητή της προτεσταντικής θεολογίας, ή με τον τάδε Ιησουϊτη καθηγητή που είναι διάσημος στην Ευρώπη κ.τ.λ. Πώς να μη νοθευθή μετά η ορθόδοξη παράδοσις και η ορθόδοξη πίστις; Και πώς κάτω από τέτοιες συνθήκες να μη συζητούμε για Ένωσι των Εκκλησιών και να μήν την θεωρούμε πράγμα ευκολοκατόρθωτο; Μια «Ορθόδοξη» Εκκλησία που έχει αποκτήσει την ίδια νοοτροπία και τις ίδιες διαθέσεις με τις «Εκκλησίες» της Δύσεως, είναι άρα γε δύσκολο να ενωθή μαζί τους; Είναι άρα γε μακριά η ημέρα εκείνη που, πηγαίνοντας αμέριμνοι την Κυριακή στην εκκλησία, θα ακούσουμε τον παπά να λέγη: «και υπέρ του πατρός ημών Πάπα Ρώμης»; Θα αντιδράση άρα γε κανείς αν γίνη κάτι τέτοιο, ή θα φανή σε όλους φυσικό που επί τέλους υπερπηδήθηκαν οι διαφορές που εχώριζαν την Ανατολή από την Δύσι; Αλλά άς καταλάβουν όσοι με τόση ελαφρότητα μιλούν για Ένωσι των Εκκλησιών, πώς η ενότης της Εκκλησίας είναι δώρον μυστικόν της θείας παρουσίας. Δεν είναι κάτι που αποφασίζεται σε συνέδρια, αλλά κάτι που υπάρχει ή δεν υπάρχει. Καμμία απόφασις των ανθρώπων δεν μπορεί να εξαναγκάση τον Θεό. Ασφαλώς τύποις η ένωσις μπορεί να γίνη και να αρχίσουν όλοι να δηλώνουν, Προτεστάνται, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, πώς τώρα πιά είμαστε μια Εκκλησία και να μνημονεύουμε εμείς τον Πάπα Ρώμης και ο Πάπας Ρώμης τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Εάν συμφωνήσουν όλοι επάνω σε ένα «ελάχιστο αληθείας», επάνω σε ένα «πιστεύω» απλουστευμένο, και κανονισθούν και μερικά άλλα ζητήματα, μπορεί να γίνη η ένωσις. Θα γίνη ένα σύστημα νομικώς και τυπικώς ισχύον, ένα σύστημα όμως που δεν θα έχη καμμία σχέσι με την Εκκλησία του Χριστού, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα το κάνουν να μοιάζη με την Εκκλησία. Ο «Θεός ου μυκτηρίζεται». Όταν δεν υπάρχουν στους ανθρώπους οι προϋποθέσεις της Παρουσίας Του, ο Θεός δεν έρχεται στους ανθρώπους. Η Εκκλησία του Χριστού δεν ήταν ποτέ ένα σύστημα ανθρώπινο. Η Εκκλησία γεννήθηκε, δεν κατασκευάσθηκε. Οι συζητήσεις των ανθρώπων μπορούν να κατασκευάσουν κάτι και να του δώσουν το όνομα «Εκκλησία». Αυτό όμως το κατασκεύασμα θα είναι κάτι χωρίς ζωή. Η ζωντανή Εκκλησία δεν θα έχη καμμία σχέσι μ’ αυτό. Θα υπάρχη κάπου μακριά απ’ όλα αυτά τα κατασκευάσματα, αναλλοίωτη, γεμάτη αλήθεια και φώς, ανόθευτη από το ψέμα των συμβιβασμών, με το Πνεύμα το Άγιον να φέγγη τα βήματά της και να την περιβάλλη σαν το φώς του ηλίου, οδηγώντας την «εις πάσαν την αλήθειαν». 

ΗΣΑΝ ΑΝΔΡΟΓΥΝΟΝ ΚΑΙ ΕΙΧΟΝ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ ΕΥΛΟΓΙΑ



Να χαιρώμεθα, αδελφοί μου, 

και να ευφραινώμεθα, οπού μας έδωκεν ο Κύριός μας 

ευλογημένον γάμον. 

Και παρήγγειλεν ο Κύριος να παίρνη ο άνδρας μίαν 

γυναίκα 

· ομοίως και η γυναίκα ένα άνδρα. 

Και αφού αρραβωνιασθούν, να εξομολογηθούν το 

ανδρόγυνον με πίστιν καθαράν, 

με φόβον και τρόμον και με ευλάβειαν 

και να μεταλαμβάνουν τα Άχραντα Μυστήρια 

με φόβον και τρόμον και ευλάβειαν. 

Και αφού μεταλάβουν, 

να στεφανώνωνται μέσα εις την εκκλησίαν 

και ύστερα από τρεις ημέρας να σμίγουνε. 



Και αν θέλετε, αδελφοί μου, να κάμνετε χαράς, να παίρνετε ψαλτάδες να ψάλλουν όλην την ημέραν, να δοξάζουν τον Κύριόν μας. Τότε, αδελφοί μου, λέγεται ευλογημένος ο γάμος · τότε, αδελφοί μου, χιλιάδες, μυριάδες αμποδέματα και μαγικά να σας κάμνουν, δεν σας κολλά τίποτε · τότε, αδελφοί μου, εκείνο το ανδρόγυνον κάμνει παιδιά ευλογημένα, το ευλογεί ο Θεός και το αφήνει εδώ εις την ταύτην την ματαίαν ζωήν και περνά καλά και ειρηνικά και πηγαίνει και εις τον παράδεισον. Ει δε και παίρνετε οι άνδρες δύο ή τρεις γυναίκας, ομοίως και αι γυναίκες από δύο ή τρεις άνδρας, δεν είναι ευλογημένος ο γάμος, αλλά λέγεται εκείνος ο γάμος πορνεία και μοιχεία. Έναν άνδρα έκαμεν ο πανάγαθος Θεός και μίαν γυναίκα να παίρνωνται να κάμνωσι παιδιά. Επανδρεύθης, αδελφέ μου, έκαμες παιδιά; Δεν έκαμες, απέθανεν η γυναίκα σου; Μη παίρνης άλλην γυναίκα · αμή γίνου καλόγηρος να δουλεύης διά την ψυχήν σου, να υπάγης εις τον παράδεισον, παρά να παίρνης πολλάς γυναίκας και να κερδίσης όλον τον κόσμον, και να πηγαίνης εις την κόλασιν. Ωσάν πηγαίνης εις την κόλασιν, τι όφελος κάμνεις; Άλλο όφελος δεν κάμνεις, αδελφέ μου, παρά που καίεσαι πάντοτε εις την κόλασιν. Και δεν παρατηρείς εις το μηνολόγιον τας εννέα Οκτωβρίου να ιδής τον βίον του αγίου Ανδρονίκου και της αγίας Αθανασίας, να ιδής τι αγώνα έκαμον; Καλότυχοι! Ήσαν ανδρόγυνον και είχον δύο παιδία. Και ο πανάγαθος Θεός εθέλησε να τους δοκιμάση και επήρε και τα δύο παιδία μίαν ημέραν. Τι έκαμεν, αδελφοί μου, εκείνο το ευλογημένον ανδρόγυνον; Ευθύς εμοίρασαν τα πράγματά των και έγιναν και οι δύο καλόγηροι εις μοναστήρια και επέρασαν και εδώ καλά και ειρηνικά και υπήγον και εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε με τα καλότυχα παιδιά των. Αλλά αν κάμνετε τους γάμους σας με τραγούδια και βαρήτε τύμπανα και βιολιά και κάμνετε εκείνα οπού αγαπά ο διάβολος, το καταράται εκείνο το ανδρόγυνον ο πανάγαθος Θεός και δεν προκόπτει. Ή ο άνδρας αποθνήσκει ή η γυναίκα παράκαιρα, και παιδιά κάμνουν, και εκείνα όλα κορίτσια, στραβά, κουτσά, λωλά, αναποδιασμένα. Δεν σας λέγω περισσότερα. Μας έκαμεν ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, ανθρώπους και δεν μας έκαμε ζώα · μας έκαμε τιμιωτέρους από όλον τον κόσμον · μας έδωκεν ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, τα μάτια, να βλέπωμεν τον ουρανόν, τον ήλιον, την σελήνην και τα άστρα και να λέγωμεν: Ώ Θεέ μου, εάν ο ήλιος, οπού είναι πλάσμα σου, είναι τόσον λαμπρός, αμή το άγιόν Σου όνομα, οπού είσαι ποιητής του ουρανού και της γης, ποιητής και πλάστης, πόσον είσαι λαμπρότερος; Ώ Θεέ μου, αξίωσόν με να σε απολαύσω. Μας έδωσεν, αδελφοί μου, τον νουν εις την κεφαλήν μας, και είναι ο νους μας ωσάν μέσα εις ένα πιάτο, να βάνωμεν όλα τα νοήματα του Ευαγγελίου και όχι να βάνωμεν μύθους και φλυαρίσματα της τέχνης του διαβόλου. Μας έδωκε τα αυτιά, να ακούωμεν την θείαν Λειτουργίαν οπού ιερουργεί ο ιερεύς μέσα εις την εκκλησίαν. Μας έδωκε το στόμα, να δοξάζωμεν τον Κύριόν μας, να λέγωμεν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, διά της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν μας και συγχώρησόν μας τους αμαρτωλούς και αναξίους δούλους σου», και να εξομολογούμεθα με πίστιν καθαράν, και να μεταλαμβάνωμεν τα Άχραντα Μυστήρια με πίστιν καθαράν και φόβον και τρόμον. Έτσι μας θέλει, αδελφοί μου, ο Θεός και όχι να βλασφημούμεν, όχι να προδίδωμεν ο ένας τον άλλον, όχι να κάμνωμεν όρκους και να λέγωμεν ψεύματα, όχι να κλέπτη ο ένας τον άλλον, να παίρνη το πράγμα του άλλου, όχι να ομνύωμεν το όνομα του Θεού διά το παραμικρόν. Θέλεις, αδελφέ μου, να ειπής, μα τον Θεόν; Δεν λέγεις, μά την αλήθειαν; Εκεί οπού θα κάμης όρκον του αδερφού σου, πες του επ’ αληθείας, και αν δεν σου πιστεύση, τράβα το δρόμο σου. Να απέχωμεν, αδελφέ μου, να μη ορκιζώμεθα εις το όνομα του Θεού, ή να κάμνωμεν όρκους και να ονομάζωμεν τους Αγίους μας · ή οπού ομνύουν κάποιοι άγνωστοι το όνομα της Αγίας Τριάδος. Αλλοίμονον εις εκείνους · φωτιά πύρινη τους καίει και τους φλογίζει. Ηξεύρεις, αδελφέ μου, πώς σε θέλει ο Θεός; Καθώς δεν θέλεις εσύ να έχη η γυναίκα σου καμμίαν συναναστροφήν με άλλον, έτσι σε θέλει και ο Θεός να μη έχης καμμίαν μερίδα με τον διάβολον. Ευχαριστείσαι η γυναίκα σου να πορνεύη με άλλον; Όχι. Να την φιλήση άλλος την γυναίκα σου; Μήτε και αυτό δεν θέλεις. Έτσι θέλει και σένα ο Θεός, αδελφέ μου, να μη έχης καμμίαν συναναστροφήν με τον διάβολον. Και με τι στόμα, ανόητε και πονηρέ άνθρωπε, αποτολμάς και υβρίζεις το όνομα του Θεού και το παραδίδεις; Ομοίως και τους Αγίους; Δεν φοβάσαι τρισάθλιε, μήπως ανοίξη η γη και σε καταπίη; Ο διάβολος δεν αποτολμά να υβρίζη το όνομα του Θεού, διότι φοβείται μήπως πέση αστραπή και τον κατακαύση · και συ, άγνωστε άνθρωπε, ανοίγεις αυτό το κατηραμένον σου στόμα και παραδίδεις το όνομα του Θεού. Αλλοίμονον εις εκείνους οπού υβρίζουν το όνομα του Θεού, διότι θα τους καίη ο πύρινος ποταμός πάντοτε. Μας έδωκε τα χέρια να κάμνωμεν τον σταυρόν μας με πίστιν καθαράν, με φόβον, τρόμον και ευλάβειαν, και όχι να πιάνωμεν το τουφέκι και να σκοτώνωμεν τον αδελφόν μας και να τον κλέπτωμεν και να τον κατατρέχωμεν και να τον θανατώνωμεν και να τον ονειδίζωμεν. Μας έδωκε τα πόδια να περιπατώμεν εις τον δρόμον τον καλόν, και όχι να περιπατώμεν και να κάμνωμεν κακόν εις τους αδελφούς μας. 


Εβαπτίσθη ο Κύριος Ιησούς Χριστός 

και Θεός ημών εις τον Ιορδάνην ποταμόν 

από τον τίμιον Ιωάννην τον Πρόδρομον, 

διά να δείξη και εις ημάς το άγιον Βάπτισμα. 

Και να βαπτίζετε η αγιωσύνη σας, 

άγιοι ιερείς, 

τα παιδία της ενορίας σας με την γνώμην και σκοπόν 

της αγίας ημών ανατολικής και αποστολικής 

Εκκλησίας. 

Να τα βουτάτε μέσα εις την κολυμβήθραν 

· να έχετε μέσα πολύ νερό και να κάμνετε τρεις 

αναδύσεις 

και τρεις καταδύσεις 

λέγοντας τα ονόματα της Αγίας Τριάδος.


Απόσπασμα εκ του βιβλίου: 
''Διδαχαί και Προφητείαι του αγίου Κοσμά του Αιτωλού''. 
Εκδόσεις Λυδία. 
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου: ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


ΙΑΤΡΟΣ ΑΠΙΣΤΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑΣ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟΝ ΤΟΥ



Ιατρός τις άπιστος, 

συναντήσας λαϊκόν ιεροκήρυκα 

εις τι χωρίον της Βοιωτίας ομιλούντα εις 

συγκέντρωσιν απλών χωρικών, 

διακόψας αυτόν με σχετικήν ειρωνείαν 

περί την πίστιν προς τον Χριστόν και την ψυχήν, 

είπε: 

Πράγματι, κύριε, κηρύττεις διά να σώσης ψυχάς; 

Απο­κριθείς καταφατικώς ο ιεροκήρυξ, 

εσυνέχισεν ο ιατρός: 

Είδες ποτέ ψυχήν; Όχι, απήντησεν ο ιεροκήρυξ. 

Ήκουσες ποτέ ψυχήν; Όχι, επανέλαβεν ο ιεροκήρυξ. 

Οσφράνθης ποτέ ψυχήν; Όχι.



Έπιασες ποτέ ψυχήν; Όχι. Εγεύθης ποτέ ψυχήν; Όχι. Άρα ψεύδεσαι ότι κηρύττεις περί σωτηρίας ψυχής καθ' ην στιγμήν αποδεικνύεται, ότι δεν υπάρχει καν τοιαύτη. Απόδειξις ότι ουδεμία των πέντε αισθήσεων σου, ως ομολόγησες, σε επληροφόρησε ποτέ περί της υ­πάρξεώς της. Αντιλαμβάνεσθε τι έγινε. Ο απλούς λαός του χω­ρίου ετάχθη αμέσως (πριν ή προλάβει να άνοιξη το στό­μα του ο ιεροκήρυξ), με το μέρος του ιατρού. Επιστή­μων βλέπετε, αυτός ξέρει καλύτερα... και ετοιμάζονται να διαλυθούν. Πάντως, ο ιεροκήρυξ επρόλαβεν, καθησύχασεν τους χωρικούς, και παρεκάλεσεν, τόσον αυτούς όσον και τον ιατρόν, να ακούσουν την απάντησιν. Στραφείς δε προς τον ιατρόν, εις επήκοον των χωρι­κών είπε: Αγαπητέ μου· πληροφορούμαι ότι είσθε ια­τρός, ναι; Μάλιστα είμαι ιατρός και δι' αυτό η γνώμη μου έχει βαρύτητα. Σας ερωτώ λοιπόν και εγώ με την σειράν μου. Σαν ιατρός που είσθε ενδιαφέρεσθε διά την θεραπείαν του πόνου των ασθενών; Μάλιστα, αυτή είναι η αποστολή της ιατρικής, διά να θεραπεύη τον πόνον. Τότε πείτε μας, λόγω της ειδικότητός σας, να ακού­σω τόσον εγώ, όσον και οι χωρικοί εδώ. Είδατε ποτέ πό­νον; Όχι απήντησεν ο ιατρός μετά το σχετικό ξεροκατάπημα. Ηκούσατε ποτέ πόνον; Όχι, απήντησεν ο ιατρός πάλιν με δισταγμόν, διότι ήρχισε να αντιλαμβάνεται την γκάφα του. Οσφράνθητε ποτέ πόνον; Όχι. Επιάσατε πο­τέ πόνον; Όχι. Εγεύθητε, διά της γεύσεώς σας πόνον, ιατρέ; Όχι, απήντησε διά πέμπτην φοράν ο άπιστος, ο υλιστής, ο αρνητής των πάντων ιατρός. Άρα ιατρέ (συνεχίζει ο ιεροκήρυξ) ψεύδεσθε ότι θε­ραπεύετε τον πόνον, καθ' ην στιγμήν δεν υπάρχει τοιού­τος. Απόδειξις ότι ουδεμία των πέντε αισθήσεων σας σάς επληροφόρησέ ποτέ την ύπαρξίν του. Συγχωρέστε με, αλλά αυτά είναι λόγια δικά σας. Καθώς αντιλαμβάνε­σθε ιλαρότης εις το ακροατήριον και ψυχρολουσία εις τον ιατρόν. Και συνεχίζει ο ιεροκήρυξ. Όπως λοιπόν σεις, ια­τρέ, τρέχετε διά τον πόνον και την θεραπείαν του παρ' ό­τι αι πέντε αισθήσεις σας ποτέ δεν σας επληροφόρησαν την ύπαρξίν του, έτσι και εγώ τρέχω διά την θεραπείαν της ψυχής παρ' ότι αι πέντε αισθήσεις μου αρνούνται την ύπαρξίν της. Διότι όπως υπάρχει πόνος και είναι γε­γονός αναμφισβήτητον η ύπαρξίς του, έτσι υπάρχει και ψυχή, ιατρέ, διά την οποίαν θα δώσωμεν λόγον μίαν ημέραν και πρόσεξε. Γνώριζε δε, ότι η ψυχή είναι πνεύμα και αι αισθήσεις είναι ύλη, και ουδέποτε είναι εις θέσιν τα υλικά να ανακρίνουν τα πνευματικά. Ο ιατρός ανεχώρησεν... ροδαλός - ροδαλός και ο ιε­ροκήρυξ συνέχισε το κήρυγμά του. Ο Θεός να μας φυλάττη από τυχόν άθεον, άπιστον ή υλιστήν επιστήμονα.


Τότε πείτε μας, λόγω της ειδικότητός σας, 

να ακού­σω τόσον εγώ, όσον και οι χωρικοί εδώ. 

Είδατε ποτέ πό­νον; Όχι απήντησεν ο ιατρός μετά το 

σχετικό ξεροκατάπημα. 

Ηκούσατε ποτέ πόνον; Όχι, απήντησεν ο ιατρός πάλιν με δισταγμόν, 

διότι ήρχισε να αντιλαμβάνεται την γκάφα του. 

Οσφράνθητε  ποτέ πόνον; Όχι. Επιάσατε πο­τέ πόνον; 

Όχι. Εγεύθητε, διά της γεύσεώς σας πόνον, ιατρέ; 

Όχι, απήντησε διά πέμπτην φοράν ο άπιστος, ο υλιστής, 

ο αρνητής των πάντων ιατρός. 

Άρα ιατρέ (συνεχίζει ο ιεροκήρυξ) ψεύδεσθε 

ότι θε­ραπεύετε τον πόνον, 

καθ' ην στιγμήν δεν υπάρχει τοιού­τος. 



Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη", Θεσσαλονίκη. 
Πρωτότυπος τίτλος: ''Η άπιστος Επιστήμη μέγας κίνδυνος των αγνοούντων''. 
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Δημήτριος Παναγόπουλος


Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΣΥΝΑΓΩΓΗ



"Ἀποκάλυψιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀπ' οὐρανοῦ μετ' ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ, 
ἐν πυρί φλογός διδόντος ἐκδίκησιν τοῖς μή εἰδόσιν Θεόν 
καί μή ὑπακούουσι τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ, 
οἵτινες δίκην τίσουσι, 
ὄλεθρον αἰώνιον"

(Β΄ Θεσ. 1, 79)


Ἡ βαθειά ἄγνοια τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ἐμπειρίας 

στήν ἐποχή μας 

δημιουργεῖ μιά ψεύτικη χριστιανική "πνευματικότητητα" 

τῆς ὁποίας ἡ φύση εἶναι πολύ κοντά στή "νέα θρησκευτική συνείδηση" 

πού τείνει νά διαμορφωθεῖ παγκοσμίως: 

Ὅτι ὅλοι πηγαίνουμε πρός τόν Θεό, 

ὁ καθένας ἀπό τόν δρόμο του, 

εἴτε χριστιανός εἶναι αὐτός, εἴτε μωαμεθανός, 

εἴτε βουδιστής, εἴτε ἰνδουιστής εἴτε καί ἄθεος, 

ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι φιλεύσπλαχνος 

καί στό τέλος θά συγχωρήσει τούς πάντες, 

ἀκόμη καί αὐτόν... τόν διάβολο, 

γιατί δέν θά μπορεῖ τάχα 

ἡ φιλεύσπλαχνη καρδιά του νά ἀνέχεται 

νά τιμωροῦνται οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων αἰώνια! 



του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Νικολάου Δημαρά


Ἡ Μαίριλυν Φέργκισον στό βιβλίο της ἡ ''Συνομωσία τοῦ Ὑδροχόου'' διαπιστώνει ὅτι "ἕνας αὐξανόμενος ἀριθμός ἐκκλησιῶν καί συναγωγῶν ἔχουν ἀρχίσει νά διευρύνουν τό ἀντικείμενό τους γιά νά ὑποστηρίξουν ἐπιτροπές γιά προσωπική ἀνάπτυξη, ὁλιστικά κέντρα ὑγείας, θεραπευτικές ὑπηρεσίες, ἐργαστήρια διαλογισμοῦ, ἀλλαγή συνείδησης μέσῳ τῆς μουσικῆς, ἀκόμη καί βιοανατροφοδοτούμενη ἐκπαίδευση."1 Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἔχουμε τόν ἴδιο Θεό μέ τούς "μονοθεϊστές", μωαμεθανούς καί ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν Ἁγία Τριάδα, ἤ μέ τό συνονθύλευμα τοῦ Σατανᾶ, τούς εἰδωλολάτρες ἰνδουιστές καί τούς βουδιστές! Ἐμεῖς ἀποτελοῦμε τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ἡ Πίστη στόν Τριαδικό μας Θεό, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Σιναΐτη, εἶναι ἡ πηγή τῆς προσωπικῆς μας ἀθανασίας. Οἱ ἐμπειρίες καί οἱ δυνάμεις πού προέρχονται ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς "θεούς" τοῦ Ἰνδουισμοῦ2, ἀπό τούς γκουρού, τούς χοτζάδες καί τούς βουδιστές εἶναι σατανικῆς φύσεως. Οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ἀργύριον καί χρυσίον, στόμα ἔχουσιν καί οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμούς ἔχουσιν καί οὐκ ὄψονται, ὦτα ἔχουσιν καί οὐκ ἐνωτισθήσονται. Αὐτή ἡ ἑτεροδιδασκαλία τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού ἀποτελεῖ καί τήν θεωρητική του βάση, ὅτι δηλ. ὅλοι πρός τόν θεό πηγαίνουμε ὁ καθένας ἀπό διαφορετικό δρόμο καί διαφορετική θρησκεία καί ὅτι ἕνας εἶναι ὁ θεός, πού σέ κάθε ἔθνος καί σέ κάθε ἐποχή λατρεύεται μέ διαφορετικό ὄνομα καί διαφορετικό τρόπο ἔχει ἀποκτήσει τελευταία καί "θεολογική" κάλυψη. Καί οἱ λεγόμενοι χριστιανοί Οικουμενιστές διδάσκουν καί προβάλλουν τόν Οἰκουμενισμό φέρνοντας παραδείγματα μάλιστα καί ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ὅπως τό χωρίον τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων: "... ὁ Θεός δέν κάνει διακρίσεις, ἀλλά δέχεται τόν καθένα, σέ ὅποιον λαό καί ἄν ἀνήκει, ἀρκεῖ νά τόν σέβεται καί νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημά του"3.


Ἡ ἀνατροπή τῆς θεωρητικῆς βάσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ



Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία -βέβαια- δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τά πιό πάνω λόγια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἤ πολύ περισσότερο μέ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πού διδάσκει: "Δόξα δέ καί τιμή παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καί Ἕλληνι, οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ"4. 1. Πρίν ἀπό τήν ἔλευση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μας στήν γῆ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνεξαιρέτως πήγαιναν στόν Ἅδη. Κανείς δέν περνοῦσε τίς πῦλες τοῦ Παραδείσου. Μόνον διά τοῦ Τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ κατελύθη τό κράτος τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου. Οὔτε δίκαιος, οὔτε προφήτης, οὔτε Ἑβραῖος, οὔτε Ἐθνικός μποροῦσε νά σωθεῖ! Κανείς!!! Μόνον, Κύριε, "ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος. Ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον, Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα Σοι"! 

ΘΕΟΣ ΕΙΣΑΙ, Ο,ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΝΕΙΣ



Κάποιος ιερεύς, προ του 1940, 

καθώς μου διηγείτο ένας εγγονός του, 

πήγε ένα πρωινό, 

πού ήταν γιορτή, 

στην Εκκλησία, για να λειτουργήσει. 

Τα καντήλια ήταν όλα σβηστά, 

γιατί από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας. 

Τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το ακοίμητο καντήλι. Στενοχωρήθηκε ο παππούλης, 

γιατί ήταν ευλαβής.



Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε. Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από δω, ψάχνει από κει, δεν βρίσκει τίποτα. Του ‘ρθαν δάκρυα στα μάτια, γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι. Ήταν όμως χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος βοριάς, επικρατούσε μεγάλη κακοκαιρία… Ξαφνικά λοιπόν, γυρίζει πίσω του, κοιτάζει… το θυμιατό ήταν αναμμένο! ‘ Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα!(Την παλαιά εποχή είχαν κάρβουνα. Τα πρόλαβα κι εγώ βέβαια. Είχαμε ένα μικρό μαγκάλι, άναβε ο καντηλανάφτης από πολύ πρωί τα κάρβουνα, κοκκίνιζαν αυτά και παίρναμε έπειτα με τη μασιά, βάζαμε στο θυμιατό και πάνω σ’ αυτό ρίχναμε το θυμίαμα.) Αφού είδε λοιπόν το θυμιατό αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, το άναψε, μ’ αυτό άναψε ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και υστέρα όλα τ’ άλλα καντήλια. Κάθε τόσο γύριζε και κοίταζε το θυμιατό. και έλεγε: Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει, κάνει θαύματα!… τι θαύμα ήταν πάλι τούτο! Ήρθε κατόπιν ο ψάλτης, άρχισε ο Όρθρος, το θυμιατό παρέμενε ολοκόκκινο! Στην ενάτη ωδή, την «Τιμιωτέραν», το παίρνει για να θυμιάση και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν ευώδεις στήλες καπνού, σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα! - Μα, εγώ, λέει, δεν έβαλα θυμίαμα! Κύριε, ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, και, γυρνώντας προς την Αγία Τράπεζα, πρόσθεσε: - Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις! Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του. - Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Άφησέ το έτσι, γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, ό,τι θέλει κάνει!… Καλά, παππού, είπε το παιδάκι. Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει από την Πρόθεση μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ήταν ολοκόκκινο, με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα, έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες! Μόλις το έπαιρνε, έβγαιναν ευωδέστατοι καπνοί μυρίων αρωμάτων, οι όποιοι απλώνονταν σε ολόκληρο τον Ναό. 



Όλος ο Ναός ευωδίαζε! 

Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και, 

όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, 

του έλεγαν: 

- «Ε, παπά μου, 

πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα; 

Στον εγγονό του είπε τα εξής: 

- Μην το πεις πουθενά, μόνο όταν πεθάνω. 

Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Θεός είναι, 

ό,τι θέλει κάνει!… 

Αυτά έλεγε ο παπα Γιάννης από τον Τσεσμέ…


Εκ του βιβλίου του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου: 
''Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία''. 
Πρωτότυπος τίτλος: ''Παπα - Γιάννης από το Τσεσμέ: Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις''. 
Εκδόσεις: ''Κοράλι - Γιώργος Γκέλμπεσης''. 
Αθήνα 2006. 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


ΒΥΖΑΝΤΙΟ: Η ΑΡΧΟΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ



 Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο το Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος! Ὄχι μοναχά ἡ ἀρχαία πολιτεία, μά κι ἡ καινούρια, ὡς τοῦ σουλτάν-Χαμίτ τά χρόνια. Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανό Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, πού ἔζησε πολλά χρόνια στήν Εὐρώπη καί στήν Ἀμερική, στή Λόντρα, στό Παρίσι, στή Ρώμη, στή Νέα Ὑόρκη. «Ὅλες αὐτές οἱ μεγάλες πολιτεῖες, μοῦ ἔλεγε, εἶναι σπουδαῖες, μά σάν τήν Κωνσταντινόπολη δέν ὑπάρχει ἄλλη στήν οἰκουμένη, κι οὔτε βρίσκεται στόν ντουνιά τέτοια ἐπίσημη ἀρχοντικιά καί βασιλική πολιτεία». Στά χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα Πόλις» θά εἶχε μιά ἐξωτική κι ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) κατάχρυσοι λαμποκοπούσανε μέσα στή βλογημένη αὐτή ἀφεντοπολιτεία. Στή μέση στεκότανε, σάν ἥλιος, ἡ Ἁγιά Σοφιά, καί γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησίες μέ τούς χρυσούς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, πού λές καί γυρίζανε γύρω στόν ἥλιο. 


του Φώτη Κόντογλου


Δὲν φαινόντανε πὼς ἤτανε κτίρια κανωμένα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ σὰν νὰ κατεβήκανε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ σταθήκανε ἀπάνω στὴ γῆ. Κι ἀπὸ μέσα ἤτανε καταστολισμένες μὲ ψηφιά, μὲ χρωματιστὰ μάρμαρα, μὲ σμάλτα, μὲ ζωγραφιές, ποὺ θαρροῦσε κανένας πὼς μπαίνει σὲ οὐράνια παλάτια. Εἴχανε δίκιο οἱ παλιοὶ Κινέζοι ποὺ λέγανε πὼς αὐτὰ τὰ κτίρια ἤτανε «κάποια παλάτια μεγάλα καὶ λαμπερά, ποὺ ἀπὸ μέσα μοιάζανε σὰν τὰ χρυσὰ φτερὰ τοῦ φασιανοῦ τὴν ὥρα ποὺ πετᾶ». Ἀνάμεσα στὶς ἀκαταμέτρητες ἐκκλησιές, στὰ παλάτια καὶ στὰ μοναστήρια, ποὺ σκεπάζανε ἀνεξερεύνητα μυστήρια, ἤτανε χτισμένα τὰ σπίτια καὶ τὰ ἀμέτρητα παζάρια ποὺ μερμήγκιαζε ὁ κόσμος, κόσμος καλοπερασμένος, τὰ χάνια, τὰ μαγαζιά, φωλιὲς γεμάτες ζωὴ καὶ κίνηση. Ἐδῶ κι ἐκεῖ πρασινίζανε κάποια περιβόλια μὲ ψηλὰ δέντρα μέσα στὴν πολιτεία, μὰ ἕνα γύρω τὴ ζώνανε, σὰν ὁλόδροσο στεφάνι, ἀνθισμένοι κῆποι, δάση μὲ πλατάνια, μὲ δρῦς, μὲ κυπαρίσσια, μὲ καβάκια (λεῦκες), ποὺ ρίχνανε τὸν πυκνὸ ν ἴσκιο τους ἀπάνω σὲ ξωτικὰ κιόσκια, σὲ βρύσες μὲ κρυσταλλένια νερά, ἐνῶ ἀπὸ παντοῦ χλιμιντρούσανε χαρούμενα τὰ λυγερὰ ἄτια (ἄλογα) τῆς Ἀνατολῆς, κι ἀκουγόντανε κάτι τραγούδια ποὺ μοιάζανε μὲ ψαλμῳδίες. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα βοσκούσανε ζαρκάδια. Μὰ σὰν γύριζε κανένας τὴ ματιά του κατὰ τὴ θάλασσα, εὐφραινότανε ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ πανόραμα. Ὁ Βόσπορος, αὐτὸς ὁ ἐξαίσιος θαλασσινὸς ποταμός, δρόσιζε μὲ τὰ νερά του τὰ πόδια τῆς πολιτείας, ρεματίζοντας ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν καταπράσινη Ἀνατολή, μὲ τὴ Χρυσούπολη καὶ μὲ τὰ παλάτια ποὺ παραθερίζανε οἱ Κωνσταντινουπολίτες. Ὅπου νὰ στεκότανε ἄνθρωπος ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μαγικὸ θέαμα, τὶς ἥμερες ἀκρογιαλιὲς τοῦ μπογαζιοῦ ἀνάμεσα στὰ δέντρα ποὺ βουΐζανε ἀπὸ τὸ γλυκὸ φύσημα τ᾿ ἀγεριοῦ. Ἀκαταμέτρητο πλῆθος ἀπὸ καράβια λογιῶν λογιῶν, ἀπὸ βάρκες, ἀπὸ μαοῦνες, ἀπὸ καΐκια, ἀπὸ μπιαντάδες, ἀρμενιζανε παντοῦ, ἀλλὰ μὲ πανιὰ κι ἀλλὰ μὲ κουπιά. Τὰ λιμάνια ἤτανε γεμάτα ἀπὸ καράβια ἀραγμένα στοὺς μόλους ἢ φουνταρισμένα ἀνοιχτά. Κάστρα θεόρατα, τρίδιπλα κι ἀκατάλυτα, ζώνανε τὴν ἀξετίμητη πολιτεία, ἀπὸ στεριὰ κι ἀπὸ θάλασσα, μὲ χίλιες καστρόπορτες, μ᾿ ἀμέτρητες τάμπιες καὶ πύργους, ὅλα ἀρματωμένα καλὰ μὲ στρατό, μὲ βάρδιες ποὺ ξαγρυπνούσανε. Τὸ Σαββατόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιών, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μοναχὰ τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.