ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

ΜΕΓΑ ΤΟ ΤΗΣ ΑΠΑΙΔΕΥΣΙΑΣ ΚΡΑΤΟΣ


 

''...Ἔκτοτε ἡ ἀμάθεια ἔγινε μόδα. 

Ὁ καταρτισμένος ἄρχισε νά λογαριάζεται σάν... βλαμμένος. 

Οἱ γνώσεις θεωρήθηκαν καί θεωροῦνται περιττό φορτίο. 

Ἄλλωστε, γιατί νά τίς κουβαλᾶ κανείς στό κεφάλι του, ἀφοῦ μπορεῖ νά τίς ἔχει στό «τάμπλετ» πού εἶναι πιό ἐλαφρό ἀπό τό μυαλό; 

Ὑπάρχουν ὅμως στιγμές πού πρέπει κάποιος νά γράψει καί νά μιλήσει. 

Σ’ αὐτό δυστυχῶς τό «τάμπλετ» δέν μπορεῖ νά τόν βοηθήσει. 

Καί τότε τί λέμε; 

Θυμᾶμαι τήν γκάφα τοῦ πρωθυπουργοῦ πού θεώρησε κάτι ξεχωριστό τήν Λέσβο ἀπό τή Μυτιλήνη. 

Ἡ φαρμακερή σάτιρα τοῦ ἀπάντησε: 

«Τσίπρα, δέν σέ θέλουμε νά πᾶς ἀλλοῦ νά μείνεις νά βρεῖς κάπου ἀνάμεσα Λέσβου καί Μυτιλήνης»!...''



Τις πρώτες ἡμέρες τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅταν οἱ ἔρμοι καθηγητές μοχθοῦσαν νά ξεψαχνίσουν καί νά κατανοήσουν τούς «φετφάδες» τοῦ ὑπουργείου πνευματικῆς αὐτοκτονίας, μιά φίλη καθηγήτρια μοῦ ἔστειλε μακροσκελῆ ἐπιστολή μέ ἕναν ὁρμαθό «μαργαριταριῶν» ἀπό γραπτά ἀποφοιτησάντων μαθητῶν ὡς ἀντίδοτο –ἔτσι μοῦ γράφει– στήν εἰσβολή τῶν κουνουπιῶν. Πιθανῶς θεωρεῖ τήν ἀγραμματοσύνη κάτι σάν «μπαϊγκόν»! Ἰδού ἕνα δεῖγμα «μαργαριταριῶν» ἀπό μιά γλωσσική ἄσκηση γιά τά λεγόμενα συνώνυμα: Διαφορετικός = προστατευτικός Μεταβάλλεται = ἀναβάλλεται Ἀποστολή = συστολή Ἐθισμός = προσηλισμός (;) Ἀποστολή = ἐπιστολή. Εὐτυχῶς, πού χάρη στήν κυριαρχική ἐπέκταση τῆς Ἀγγλικῆς στήν ἀμερικανική της ἐκδοχή δέν ἦταν ἀπαραίτητη γιά σταδιοδρόμηση ἡ γνώση τῆς Ἑλληνικῆς. Τά παραδείγματα, καί μόνον ἀπό τόν πολιτικό χῶρο, ἀφθονοῦν. Ἡ συλλέγουσα τούς «μαργαρίτες» συνάδελφός μου ἔστειλε δείγματα ὑψηλῆς γνώσεως καί ἀπό τό μάθημα τῆς Βιολογίας. Εἶχε τεθεῖ –ἀπορῶ πῶς καί γιατί– ἕνα ἐρώτημα γιά τήν ὑπέρταση. Ἰδού μερικές Ἱπποκράτειες ἀπαντήσεις: «Ὑπέρταση εἶναι κάποια ἄσχημα πράγματα πού κάνουν κακό στήν ὑγεία μας, εἶναι δηλαδή ὑπέρ (!) τῆς ὑγείας μας»! Καί ἐπειδή ἄλλο ἐρώτημα περιεῖχε τό ρῆμα «ἐγκυμονεῖ» σχετικά μέ τούς κινδύνους τῆς ὑπερτάσεως, ἰδού σκέψεις καινοφανεῖς: «Νά χάσει τό μωρό, καί ἡ μητέρα νά βρεθεῖ σέ ἄσχημη κατάσταση μέ τήν ὑγεία της.» – «Ἡ ὑπέρταση –ἐάν δέν εἶναι κάποιος προσεκτικός– μπορεῖ νά προκαλέσει ἐγκυμοσύνη.» – «Γιά τήν πρόληψη τῆς ὑπέρτασης θά πρέπει νά ἀποφεύγουμε τόν ἥλιο, διότι οἱ παλμοί ἀνεβαίνουν καί παίρνουν διαστάσεις μεγαλύτερες ἀπό τό κανονικό.» Ὑπάρχουν καί ἄλλες ἀπαντήσεις, ὅπου ἡ ὑπέρταση ταυτίζεται μέ τήν στύση, πού γιά λόγους αἰδημοσύνης δέν γράφονται. Γιά τό μάθημα τῆς Ἱστορίας ἀδυνατῶ νά παραθέσω ἀπαντήσεις γιατί θά γινόταν κατακλυσμός. Ἀρκοῦμαι σέ μιά ἄγνωστη ἕως τώρα πληροφορία: «Κατά τήν Ἅλωση ἐπί κεφαλῆς τῶν Τούρκων ἦταν ὁ Ἀλί». Καί ἡ δύσμοιρη συνάδελφος ἀναφωνεῖ: «Ὤ ἀλί καί τρισαλί!». Καί κάτι ἀκόμη ἀπό τήν προφορική ἐξέταση δυσλεκτικοῦ μαθητῆ. Τόν ρωτάει ἡ θεολόγος ἀπό ποιό μέρος τοῦ σώματος τοῦ Ἀδάμ ὁ Θεός ἔφτιαξε τήν Εὔα, καί ὁ μαθητής ἀπαντᾶ: «Ἀπό τό νεφρό». Νευριασμένη ἡ καθηγήτρια μονολογεῖ: «Ὄχι ἀπό τόν σπλῆνα». Καί ὁ μαθητής, χτυπώντας μέ τό χέρι τό μέτωπο, ἐπιβεβαιώνει: «Ἄχ, ναί, σωστά ἀπό τόν σπλῆνα»! Σταματῶ ἐδῶ τήν ἀντιγραφή λεκτικῶν ἀνοησιῶν ἀφοῦ ἀπό τέτοιες βρίθουν πλέον καί τά σχολικά βιβλία. Κατά τίς δεκαετίες τοῦ ’80 καί ’90 εἶχα ἐπισημάνει ἑκατοντάδες λάθη ὄχι μόνο σέ βιβλία ἱστορίας καί λογοτεχνίας ἀλλά καί κοινωνιολογίας, πολιτικῆς ἀγωγῆς καί μαθηματικῶν, καί τά εἶχα δημοσιεύσει στήν «Καθημερινή» καί στόν «Οἰκονομικό Ταχυδρόμο». Ἀλλά στοῦ «Κουφοῦ τήν πόρτα πάρε καί τήν ... πόρτα», ὅπως ἔλεγαν τότε οἱ μαθητές. Ἔκτοτε ἡ ἀμάθεια ἔγινε μόδα. Ὁ καταρτισμένος ἄρχισε νά λογαριάζεται σάν... βλαμμένος. Οἱ γνώσεις θεωρήθηκαν καί θεωροῦνται περιττό φορτίο. Ἄλλωστε, γιατί νά τίς κουβαλᾶ κανείς στό κεφάλι του, ἀφοῦ μπορεῖ νά τίς ἔχει στό «τάμπλετ» πού εἶναι πιό ἐλαφρό ἀπό τό μυαλό; Ὑπάρχουν ὅμως στιγμές πού πρέπει κάποιος νά γράψει καί νά μιλήσει. Σ’ αὐτό δυστυχῶς τό «τάμπλετ» δέν μπορεῖ νά τόν βοηθήσει. Καί τότε τί λέμε; Θυμᾶμαι τήν γκάφα τοῦ πρωθυπουργοῦ πού θεώρησε κάτι ξεχωριστό τήν Λέσβο ἀπό τή Μυτιλήνη. Ἡ φαρμακερή σάτιρα τοῦ ἀπάντησε: «Τσίπρα, δέν σέ θέλουμε νά πᾶς ἀλλοῦ νά μείνεις νά βρεῖς κάπου ἀνάμεσα Λέσβου καί Μυτιλήνης»! Κάθε μῆνα ὁ ἐκδότης τῆς «Φιλολογικῆς-Πολιτικῆς Πατρῶν», ὁ ἐλλόγιμος κ. Γ. Θ. Γιαννόπουλος ἔχει καθιερώσει εἰδική στήλη ὅπου καταγράφονται λεκτικά λάθη τά ὁποῖα ἐκχέονται ἀπό τά χείλη διαφόρων ἐκφωνητῶν, σχολιαστῶν καί λοιπῶν νυχθημερόν συζητούντων στά κανάλια περί παντός γνωστοῦ. Ἐπί μία 10ετία, λόγω τῶν γεγονότων στήν Συρία, διαβάζουμε καί ἀκοῦμε οἱ... Σύριοι. Λάθος! Τό σωστό εἶναι Σύροι. Σύριος λέγεται ὁ κάτοικος τῆς Σύρου, ὁ Συριανός. Ὁ Λουκιανός ἦταν Σύρος, ὁ Βαμβακάρης ἦταν Σύριος. Ἡ συνάδελφός μου καταγράφει τοῦτο τό ἀπίθανο πού ἄκουσε στό δελτίο εἰδήσεων: «Ἡ δικαιοσύνη πρέπει νά συνεχίσει ἀπρόοπτα (!) τό ἔργο της». Κάποιος ἐπιφανής ἔδωσε «τά εἰλικρινά του συλλυπητήρια» στήν οἰκογένεια Μητσοτάκη, ἐνῶ κάποιος, ἐπίσης, ἐπιφανής παρουσιαστής μᾶς εἶπε ὅτι «ὁ σωρός (!) του θά θαφτεῖ στοῦ Χαλεπᾶ(!!)». Παλαιότερα εἶχαν ἀκουστεῖ καί τοῦτα τά τραγικοκωμικά: «Ἡ δοξολογία ἔγινε χοροπηδοῦντος (!) τοῦ ἀρχιεπισκόπου» καί «Τώρα ἀκολουθεῖ ἕνα μουσικό πρόγραμμα μέ ναπολιτάνικες... καλτσοδέτες»! Καί ὅταν κάποιος ἐπισημαίνει τά λάθη αὐτά, εἰσπράττει τήν ἀπάντηση: «Καί τί ἔγινε;». Καί γι’ αὐτό δέν γίνεται τίποτα –ἐννοῶ καλό– στόν τόπο αὐτό. Παλαιότερα ἕνα λάθος σάν αὐτά πού ἀναφέραμε, γεννοῦσε ἐντροπή. Ἐνδεικτικό εἶναι τό ἀκόλουθο περιστατικό: ὅταν κατά τήν περίοδο 1915-1920 ὁ μετέπειτα διάσημος καθηγητής Ἀριστοτέλης Σιδέρης ἐκπροσωποῦσε στή Βουλή τό Σοσιαλιστικό Ἐργατικό Κόμμα Ἑλλάδος (Σ.Ε.Κ.Ε.), τό μετέπειτα Κ.Κ.Ε., σέ μιά ἀγόρευσή του ἔκανε πολλές ἀναφορές στόν Μάρξ. Καί τότε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, κάπως ἐκνευρισμένος, πῆρε τό λόγο καί τοῦ εἶπε: «Κύριε συνάδελφε, τήν πολιτική τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καθορίζομεν ἡμεῖς καί ὄχι ὁ Μάξ Νορδάου». Κάποιος –νομίζω ὁ Παπαναστασίου– τοῦ ψιθύρισε ὅτι ὁ Σιδέρης ἐννοεῖ τόν Κάρολο Μάρξ, συγγραφέα τοῦ «Κεφαλαίου» καί ὄχι τόν Μάξ Νορδάου, πού ἔγραψε τά «Κατά συνθήκην ψεύδη». Κατέρυθρος ὁ Βενιζέλος ἀπό ἐντροπή ἀπεχώρησε ἀπό τή Βουλή καί ἔκανε πολλές ἡμέρες νά ἐμφανισθεῖ σ’ αὐτή. Ἄλλοι καιροί, ἄλλα ἤθη!


Εκ της εφημερίδας ''Εστία'' της 6ης Οκτωβρίου 2017 και του προσωπικού ιστολογίου του Ιστορικού - συγγραφέα ''Σαράντος Ι. Καργάκος''. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

 Σαραντάκος Καργάκος

   Ιστορικός - Συγγραφέας

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ ΤΩΝ ΑΡΣΕΝΟΚΟΙΤΩΝ




Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς
εἰς πάθη ἀτιμίας (Ρωμ. 1:26).


῾Η ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο



1. Καθὼς δὲν εὑρίσκεταί τις τόσον θηριώδης εἰς τὴν γνώμην, τόσον σκληρὸς εἰς τὴν καρδίαν, ὁποὺ νὰ μὴν ὁμολογῇ, νὰ μὴν κηρύττῃ πλάστην, δημιουργόν, προνοητὴν τοῦ παντὸς τὸν Θεόν, τὸν ἴδιον τρόπον μὲ κοινὴν γνώμην πάντες, καὶ σοφοὶ καὶ ἄσοφοι, ὁμολογοῦσι, δὲν τὸ ἀμφιβάλλουσιν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος πλάστης Θεὸς εἶναι καὶ νυμφίος τῶν ψυχῶν· νυμφίος τόσον θερμὸς εἰς ἀγάπην, τόσον περιποιητικὸς εἰς τὴν νύμφην αὐτοῦ ψυχήν, ὥστε ἐταπείνωσε τόσον ὁ Θεὸς ἑαυτὸνδιὰ τὴν ἀγάπην αὐτῆς τῆς ψυχῆς, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ (Φιλιπ. 2:7-8). Καὶ τὸ αἴτιον δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ πτωχεία, ἡ ἀσθένεια, ἡ δουλεία αὐτῆς τῆς ψυχῆς, τῆς ἰδικῆς του νύμφης. Αὐτὴν διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ, αὐτὴν διὰ νὰ ἰατρεύσῃ, αὐτὴν διὰ νὰ στολίσῃ αὐτὸς ὁ ἀληθινὸς καὶ μυστικὸς νυμφίος, ἐνδύεται δούλου μορφήν (Φιλιπ. 2:7), πτωχεύει ὁ πλούσιος ἐν ἐλέει (᾿Εφεσ. 2:4), αὐτὸς τὰς ἀσθενείας αὐτῆς βαστάζει (Ματθ. 8:17· Ησ. 53:4· Ρωμ. 15:1), ἐλευθεροῖ τὴν δεδεμένην, ἰατρεύει τὴν ἀσθενημένην, δοξάζει τὴν κα­ταφρονεμένην. 2. ῏Ω παράδοξον μυστήριον! ῞Οσον ἀκατάληπτον, τόσον ἀληθέστατον. ῏Ω ἔρως ἄπειρος τούτου τοῦ νυμφίου, ὦ ἀγάπη εἰς τούτην τὴν νύμφην ἀσύγκριτος, καὶ ἀκόμη ἀπὸ αὐτὴν τὴν νύμφην ἀγνώριστος! Πόθεν εἰς τὸν ἀπαθῆ τοσοῦτος δεσμὸς ἀγάπης; Πόθεν εἰς τὸν ἀνενδεῆ Θεὸν τόση κλίσις, τόση συγγένεια εἰς μίαν ἀνόμοιον νύμφην, εἰς μίαν ἑτερογενῆ συγγένειαν; Καὶ τί ἄλλο ἀπὸ τοῦτο τὸ συν­οικέσιον πλέον ἀνήκουστον ἀνέβη εἰς καρδίαν ἀνθρώπου; ῾Ο πλάστης ὁ ὑπερτέ­λειος Θεὸς νὰ ἁρπάζεται ἀπὸ τὸ ἰδικόν του πλάσμα, νὰ ὀρέγεται τὸ κάλλος ἐκείνης τῆς νύμφης, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔπλασε καὶ ἐκ δευτέρου ἀνέπλασε καὶ μὲ τὸ ἰδικόν του αἷμα ἔπλυνε καὶ μὲ τὰ ἰδικά του πλούτη ἐπροίκισε καὶ μὲ τοὺς ἰδικούς του δούλους ἐδορυφόρησεν; ᾿Εστάθη ποτὲ τοιοῦτον συνοικέσιον; ᾿Εκαταδέχθη ποτὲ τοιαύτην νύμφην ὄχι υἱὸς τινὸς ἄρχοντος, ὄχι υἱὸς εὐγενικοῦ πατρός, ἀλλὰ κἂν υἱὸς ἀνθρώπου δούλου, ἀνθρώπου ἀγενοῦς, ἀνθρώπου καταφρονεμένου; Οὐδέπο­τε! ᾿Αλλ᾿ ἐκεῖνο ὁποὺ δὲν ἐκαταδέχθη ἄνθρωπος, διὰ νὰ γένῃ νυμφίος νύμφης πτωχῆς, καταφρονεμένης, πληγωμένης, δουλωμένης, ῥερυπωμένης, καταδέχεται ὁ Θεός, ὁ Υἱὸς τοῦ προανάρχου Πατρός· καὶ ὄχι μόνον καταδέχεται τοιαύτην νύμφην, ἀλλὰ καὶ γίνεται τὰ πάντα εἰς αὐτήν, καὶ προὶξ καὶ στολὴ καὶ ὑγεία καὶ κάλλος καὶ ἐλευθερία καὶ εὐγένεια καὶ στέφανος καὶ τροφὴ καὶ ζωὴ καὶ παρά­δεισος καὶ μακαριότης καὶ κληρονομία. 3. ῾Ως θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, Κύριε! (Ἀποκ. 15:3). ῾Ως ἀνεξιχνίαστον τὸ βάθος τῆς ἀγάπης σου πρὸς τοιαύτην νύμφην! ῍Ω καὶ ποῦ εἶσαι τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ὁ μακάριός μου Παῦλος, νὰ κράξῃς μεγαλοφώνως· «῏Ω βάθος πλούτου καὶ χρηστότητος Θεοῦ»! (Ρωμ. 11:33, 2:4). Ποῦ εἶσαι νὰ δώσῃς τὴν καλὴν μαρ­τυρίαν εἰς τοῦτο τὸ ἀληθινὸν συνοικέσιον λέγων· «ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ»; (Β΄ Κορ. 11:2). «῾Ηρμοσάμην ὑμᾶς» λέγει, ἤτοι ὅλας τὰς ψυχὰς τῶν ᾿Ορθοδόξων, μὲ τὸν Χριστόν. Καλὴ ἡ ἁρμογή, ἀληθινὸν τὸ συνοικέσιον, ἀσύγκριτος ἡ χάρις, ἀκατανόητος ἡ μεγαλοδωρεά.


῾Ο ἁμαρτωλὸς καταφρονεῖ τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ



4. ᾿Αλλὰ τίς νὰ μὴ φρίξῃ; Τίς νὰ μὴν κλαύσῃ ὄχι κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ ποταμοὺς δακρύων, διὰ νὰ φανερώσῃ τὴν ὑπερβολὴν τῆς λύπης, ὅταν ἀκούσῃ ὅτι εὑρίσκεται κάποια ψυχή, ὁποὺ ἠθέτησε τοιοῦτον νυμφίον, ἠθέτησε τὸν ἀρραβῶνα, κατεφρόνησε τὴν προῖκα τοῦ νυμφίου, κατεπάτησε τὰ τόσα καὶ τόσον πολλὰ χαρίσματα, τὰ Μυστήρια λέγω πάντα, τὸ αἷμα αὐτοῦ τοῦ νυμφίου, καὶ ἐπροτίμησεν ἀντὶ αὐτοῦ τοῦ πλάστου, τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀποστάτην διάβολον, τὸν δυσειδέστατον ἐχθρόν, τὸν ἀκατάπαυστον πολέμιον; Πρᾶγμα παράδοξον. Καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν ψυχὴν τοιαύτη τυφλότης, τοιαύτη ἀπιστία, τοιαύτη ἀναισθησία; Ναί, πᾶς ἁμαρτωλὸς ἀνατρέπει τοῦτο τὸ συνοικέσιον, χωρίζεται ἀπὸ τὸν νυμφίον Θεόν, καὶ ὁ φονεὺς καὶ ὁ μοιχὸς καὶ ὁ πόρνος, καὶ περισσότερον ἀπὸ ἄλλους ὁ ἀρσενοκοίτης, καθὼς ὁ χρυσοῦς τῆς ᾿Εκκλησίας ἡμῶν διδάσκαλος βεβαιοῖ· «Πάν­τα μὲν οὖν ἄτιμα τὰ πάθη, μάλιστα δὲ ἡ κατὰ τῶν ἀρρένων μανία» (Χρυσόστομος). Διὰ τοῦτο τούτους τοὺς ἀρσενοκοίτας ἐγὼ δὲν ὀνομάζω ἁμαρτωλοὺς μόνον ἀλλὰ καὶ ἀθέους. 5. ῞Οποιος ὀρέγεται νὰ καταλάβῃ τὴν ὑπερβολὴν τῆς κακίας, τὰ θηριώδη σπλάγχνα τῶν ῾Εβραίων ἐκείνων, ὁποὺ ἦτον εἰς τὸν καιρὸν τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου μας, ἂς ἐνθυμηθῇ ἀπὸ ποῖον βασιλέα ἐρημώθησαν, ἐπωλήθησαν· ὄχι ἀπὸ τὸν Νέρωνα, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ ᾿Ιώσηπος (βιβλ. β΄, κεφ. ι΄), ὄχι ἀπὸ τὸν Καλλι­γόλα, ὄχι ἀπὸ τὸν Κόμοδον ἢ Δομετιανὸν ἢ ἀπὸ ἄλλους τοιούτους ἀσπλάγχνους καὶ ἀνελεήμονας βασιλεῖς, ἀλλὰ ὑπέμειναν ἐκεῖνοι οἱ ῾Εβραῖοι τὴν ἀνήκουστον καταστροφήν, τὴν ἀσύγκριτον καὶ παντελῆ ἐρήμωσιν, τὴν τελείαν δουλείαν, ἀπὸ ἕνα βασιλέα πραότατον, εὐσπλαγχνικώτατον, ἐλεημονητικώτατον, καθὼς ἦτον ὁ Τίτος· αὐτὸς ὁποὺ ὠνομάσθη ἡ τρυφὴ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, αὐτὸς ὁποὺ εἶχε χαμένην ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε κάμει κανένα καλόν, δὲν ἤθελε δώσει καμμίαν ἐλεημοσύνην. Τοιοῦτον συμπαθητικὸν βασιλέα, τοιαῦτα φιλάνθρωπα σπλάγχνα, ἐπαρακίνησεν ἡ ὑπερβολικὴ κακία τῶν ᾿Ιουδαίων, νὰ ἔλ­θῃ εἰς θυμόν, νὰ δώσῃ τὸν τέλειον ἀφανισμὸν εἰς τοὺς ῾Εβραίους, διὰ νὰ μάθῃς καὶ ἀπὸ αὐτὸ πόση ἀσύγκριτος, πόση ὑπερβολικὴ ἦτον ἡ θηριώδης ἐκείνη γνώμη τῶν τότε ᾿Ιουδαίων.



Μέγα ἁμάρτημα ἡ ἀρσενοκοιτία



6. ᾿Απὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα δύνασαι νὰ καταλάβῃς καὶ τῆς ἀρσενοκοιτίας τὴν ὑπερβολήν, τῆς παρανομίας τὸ μέγεθος, καὶ τὴν ἀσεβῆ καὶ ἄθεον γνώμην ἐκείνων ὁποὺ κρημνίζονται μέσα εἰς τοιοῦτον ἁμάρτημα. ῞Οταν ἀκούσῃς ἀπὸ τὴν θείαν Γραφὴν ὅτι ὁ Θεός, ὁ εὐσπλαγχνικώτατος βασιλεὺς τῶν ἁπάντων, ἐκεῖ­νος ὁποὺ δὲν θέλει τὸν θανατὸν τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν (Ἰεζεκ. 33:11), ἐκεῖνος ὁποὺ ἡ ἐλεημοσύνη του ἄπειρος, ἡ φιλανθρωπία του ἀνείκαστος, ἐπαρακινήθη ἕνα καιρὸν εἰς τόσον θυμόν, εἰς τόσην ἀγανάκτησιν, ὁποὺ ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον καὶ κατέκαυσε Σόδομα καὶ Γόμορρα (Γεν. 19:24-25), κατέκαυσε τόσον μεγάλας πόλεις, ἔδωσε παράδοξον καὶ αἰφνίδιον θάνατον ὄχι μόνον εἰς τοὺς τελείους ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀτελεῖς καὶ εἰς τὰ ἀνήλικα βρέφη καὶ εἰς ἐκεῖνα ὁποὺ ἀκόμη δὲν εἴδασι τὸν ἥλιον. Κατέκαυσεν ὄχι μόνον ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ γυναῖκας καὶ ζῷα καὶ αἰσθητικὰ καὶ ἀναίσθητα καὶ οἴκους καὶ λίθους καὶ φυτὰ καὶ ἀγροὺς καὶ αὐτὴν τὴν γῆν, διὰ νὰ ἔλθῃς ἐσὺ ὁ ἄθεος ἀρσενοκοίτης εἰς αἴσθησιν, νὰ γνωρίσῃς πόσον φρικτόν, πόσον φοβερόν, πόσον σικχαμερόν, πό­σον μισητὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ἄθεον ἁμάρτημα τῆς ἀρσενοκοιτίας· ἐπειδὴ καὶ ἐπαρα­κίνησε τὸν ἀπαθῆ Θεόν, τὸν εὐσπλαγχνικώτατον δεσπότην, ὁποὺ νὰ μὴ λυπηθῇ οὔτε ἀναμάρτητα βρέφη οὔτε ἄλογα ζῷα οὔτε αὐτὰ τὰ ἄψυχα. 7. Εἰς αὐτὰ ἀποβλέπων ὁ ἱερὸς Γρηγόριος Νύσσης, ὁ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ἀδελφός, καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνην τὴν φρικτὴν φωνήν, ὁποὺ διηγεῖται ἡ θεία Γρα­φή, «κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με» (Γέν. 18:20), λέγει· «Φρίξωμεν οὖν, ἀδελφοί, καὶ τρόμῳ περισχεθῶμεν· οὐ γὰρ μικρὸς ὁ κίνδυνος, ὅτι ἡ ἁμαρτία αὕτη, λέγει ὁ Θεός, μεγάλη σφόδρα». Διὰ τοῦτο ἂς τρομάξωμεν καὶ ἂς φρίξωμεν, διότι καθὼς ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ ῎Αβελ καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλου φόνου ἐξέρχε­ται φωνή, ἀναβαίνει ἕως εἰς τὸν δικαιοκρίτην Θεόν, ζητεῖ ἐκδίκησιν, τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἀπὸ τούτην τὴν ἄθεον ἁμαρτίαν φωνὴ ἐκδικήσεως ἐβγαίνει. 8. «Φρίξωμεν καὶ τρόμῳ περισχεθῶμεν», διότι ἀνίσως τοὺς Σοδομίτας τοὺς ἀβαπτίστους μὲ πῦρ καὶ θεῖον κατέκαυσεν ὁ Θεός, τί θέλει κάμει τοὺς πιστούς, τοὺς ἐνδεδυμένους αὐτὸν τὸν Χριστόν; Μὲ ποῖον πῦρ κολάσεως αἰωνίου δὲν θέλει καύσει ἐκείνους ὁποὺ ἔλαβαν ἐξουσίαν καὶ χάριν «τέκνα Θεοῦ γενέσθαι»; (Ἰωάν. 1:12)· ἐκείνους ὁποῦ καυχῶνται πὼς εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ (Α΄ Κορ. 3:16), ναὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος; (Α΄ Κορ. 6:19). Ἔπειτα μὲ τοιαύτην ἄθεον ἁμαρτίαν μολύνουσι τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ; καταπατοῦσι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Τίς νὰ ἀκούσῃ τοιαύτην ἀσέβειαν καὶ νὰ μὴν ὀνομάσῃ τοὺς τοιούτους ὄχι μυρίων κολάσεων ἀξίους, ἀλλὰ καὶ παντάπασιν ἀθέους; 9. «Φρίξωμεν οὖν, ἀδελφοί, καὶ τρόμῳ περισχεθῶμεν», διότι λέγει ὁ μακάριος Παῦλος· «ἀθετήσας τις νόμον Μωσέως, χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶ μάρτυ­σιν ἀποθνῄσκει· πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος;» (῾Εβρ. 10:28-29). Πόσης κολάσεως ἄξιος ἐκεῖνος ὁποὺ καταπατεῖ τὸν νόμον τόσον τῆς φύσε­ως, ὅσον τὸν νόμον τὸν γραπτόν, τὸν νόμον τῆς χάριτος;


᾿Αφύσικο καὶ ἄθεο ἀνόμημα



10. Τίς ἤκουσε, τίς εἶδε ποτὲ ἄλογα ζῷα νὰ τολμήσωσι τοιοῦτον ἄθεον ἀνό­μημα τῆς ἀρσενοκοιτίας; ᾿Εκεῖνα εὐλαβοῦνται, τιμῶσι, φυλάττουσι τὸν νόμον τῆς φύσεως, καὶ ἐσὺ ὁ λογικόψυχος ἄνθρωπος, «τὸ βασίλειον ἱεράτευμα, τὸ ἔθνος τὸ ἅγιον» (Ἔξ. 19:6· Α΄ Πέτ. 2:9), ὁ ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ, ὁ θετὸς υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ναὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὁ στολισμένος μὲ τόσα Μυστήρια, ὁ λουσμένος, χρισμένος, ποτισμένος μὲ τὸ αἷμα τὸ τεθεωμένον καὶ πανάγιον αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καταπατεῖς νόμον τῆς φύσεως; Καταπατεῖς νόμον τοῦ γραπτοῦ νόμου; ᾿Εκεῖνον ὁποὺ ἔγραψεν ὁ Θεὸς εἰς τὸ Λευϊτικόν (20:13)· «῝Ος ἂν κοιμηθῇ μετὰ ἄρσενος κοίτην γυναικὸς βδέλυγμα ἐποίησεν, ἀμφότεροι θανάτῳ θανατούσθωσαν». ᾿Εσὺ ἀποτολμᾷς νὰ καταφρονέσῃς νόμον τῆς χάριτος, ἐκεῖνον ὁποὺ λέγει· «Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε μοιχοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρο­νομήσουσιν» (Α΄ Κορινθ. 6:9-10). 11. ῍Ω τοῦ φρικτοῦ ἀκούσματος, ὢ τοῦ ἀνηκούστου παρανομήματος! ᾿Εκεῖ­νο ὁποὺ δὲν ἀποτολμᾷ ὁ λύκος, ὁ ὄφις, ὁ λέων, ὁ βοῦς, οὐδένα ἀπὸ τὰ ἄλογα, ἀποτολμᾷ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ, «τὸ ἔθνος τὸ ἅγιον», ὁ ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ. ῍Ω τῆς ἀθεότητος, ὢ τῆς ἀξιοδακρύτου ἀναισθησίας! Καὶ κἂν δὲν αἰσθάνεσαι, ταλαίπω­ρε ἁμαρτωλὲ καὶ ἄθεε ἀρσενοκοῖτα, τὴν κόλασιν, τὴν τιμωρίαν αὐτῆς τῆς ἁμαρ­τίας, δὲν ἀκούεις ὅτι τὸ τέλος ποίαν κόλασιν δίδει εἰς τοὺς ἀρσενοκοίτας; ᾿Εκεῖ­νος ὁποὺ ἔγραψε τὸν παλαιὸν νόμον, «θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἔνοχοι εἰσίν», ἄξιοι εἰσὶ θανάτου, λέγει, καὶ οἱ δύο, καὶ ἐκεῖνος ὁ νέος ὁποὺ ὑπέμεινε τὴν φθοράν, καὶ ἐκεῖνος ὁποὺ ἀπετόλμησε τὴν ἀρσενοκοιτίαν· καὶ οἱ δύο ἔνοχοι εἰσί, πρέπει νὰ ἀποθάνωσι, πρέπει νὰ λιθοβοληθῶσι, πρέπει νὰ ὑστερηθῶσι τούτην τὴν ζωὴν καὶ τὴν μέλλουσαν.


᾿Αμάρτημα μισητὸ ἀπὸ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους



12. «Θανάτῳ θανατούσθωσαν», δὲν τοὺς πρέπει πλέον νὰ βλέπωσι τὸν ἥλιον οὔτε τὴν γῆν νὰ πατῶσιν οὔτε τὸν ἀέρα νὰ ἀναπνέωσιν, ὅτι ἐμόλυναν τὴν φύσιν· «βδέλυγμα ἐποίησαν ἀμφότεροι», σικχαμερὸν πρᾶγμα ἀπετόλμησαν, τοὺς νόμους τῆς φύσεως κατεπάτησαν, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει πλέον νὰ ἀπολαμβάνωσι τὰ χαρί­σματα τῆς φύσεως, δὲν τοὺς πρέπει πλέον νὰ ἔχωσι τὴν γῆν κατοικίαν, τὸν ἀέρα ἀναπνοήν, τὸ ὕδωρ δρόσον, ὅτι ἐφάνησαν πολέμιοι τῆς φύσεως, ἀναισθητότεροι καὶ ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῷα· διὰ τοῦτο ἂς μὴν ἀπολαμβάνωσι πλέον ἐκείνην τὴν χάριν τῶν στοιχείων ὁποὺ ἀπολαμβάνουσι καὶ χαίρονται αὐτὰ τὰ ἄλογα. 13. «Θανάτῳ θανατούσθωσαν, καταβήτωσαν εἰς ᾅδου ζῶντες» (Ψλμ. 54:15)· μὲ ἐκείνην τὴν ἀκαθαρσίαν, μὲ ἐκείνους τοὺς ἀθέους μολυσμούς, μὲ ἐκείνην τὴν παρὰ φύσιν ἐπιθυμίαν, ἂς κατέβωσιν εἰς τὸ κέντρον τῆς γῆς, εἰς τὰ καταχθόνια τοῦ ᾅδου, εἰς τὸν σκώληκα τὸν ἀκοίμητον, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἀτελεύτητον, διὰ νὰ καίωνται αἰωνίως μὲ τοὺς διδασκάλους αὐτῶν Σοδομίτας. 14. «Θανάτῳ θανατούσθωσαν» λέγει τὸ Πανάγιον Πνεῦμα. Προστάζει εὐθὺς νὰ θανατώνωνται οἱ ἀρσενοκοῖται χωρὶς σπλάγχνος, χωρὶς εὐσπλαγχνίαν, χωρὶς λύπην· οὐδένα καιρὸν τοὺς δίδει μετανοίας, οὐδένα καιρὸν συγχωρήσεως. ῏Ω φρικτὴ ἀπόφασις, ὦ φοβερὰ καταδίκη, ὦ ζημία ἀπαρηγόρητος, ὦ ἁμαρτία ἀληθῶς θανάσιμος, ὦ παρανομία ἀναμφιβόλως ἄθεος! Καὶ διὰ τοῦτο ἂς μὴ νομίσῃ τις ὅτι αὐτὸν τὸν νόμον, αὐτὴν τὴν ἀξιοδάκρυτον καταδίκην τῶν ἀρσενοκοιτῶν, δὲν ἐφύλαξαν οἱ μεταγενέστεροι ὡς σκληράν, μάλιστα καὶ μὲ ἀπαραίτητον κόλασιν· ἄλλος μὲ πῦρ ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ἄλλος μὲ σίδηρον, ἐτιμωροῦσαν τοὺς ἀθέους ἀρ­σενοκοίτας χωρὶς εὐσπλαγχνίαν, χωρὶς νὰ τοὺς δώσωσι καιρὸν μετανοίας. Πρό­τερον ἐγύμνωναν τὸν ἀρσενοκοίτην ἀπὸ ὅλα του τὰ πλούτη, ἀπὸ ὅλα του τὰ ὑ­πάρχοντα, καὶ ἀπὸ οἴκους καὶ ἀπὸ χρήματα καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην περιουσίαν· ἔ­πειτα ἐπόμπευον καὶ τοὺς ἔδιδαν πικρὸν θάνατον. Οὕτω γράφει ὁ Ζωναρᾶς βι­βλίῳ τρίτῳ, ὅτι ἐτιμωροῦσεν ὁ ᾿Ιουστινιανὸς τοὺς ἀρσενοκοίτας· μὲ τὸν ἴδιον τρόπον τοὺς ἐκόλαζε καὶ Θεοδόσιος ὁ μέγας, καὶ τὰ ἴδια ἔκαμνε καὶ Οὐαλεντια­νός· ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων κατέκαιε τοὺς τολμήσαντας τοιοῦτον ἀσεβέστα­τον καὶ ἀθεϊκώτατον ἔργον. 15. Καὶ δὲν εἶναι παράδοξον βασιλεῖς εὐσεβεῖς, ὀρθόδοξοι, νὰ ἐμισοῦσαν καὶ νὰ ἐβδελύττωντο τοιοῦτον σικχαμερὸν μισητὸν ἁμάρτημα ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ἄλογα ζῷα· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ θεόσοφοι βασιλεῖς ἤκουσαν ἀπὸ τὴν θείαν Γραφὴν ὅτι αὐστηρότατα καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων Θεὸς ἐτιμώρησε τοὺς Σοδομίτας, καὶ εἰς τὸν νόμον τὸν παλαιὸν εἰς διαφόρους τόπους ἐμπόδισε τὸ ἀθεώτατον αὐτὸ ἁμάρτημα, καθὼς ἠκούσαμεν πρότερον, καὶ εἰς τὸν Μωυσῆν ἔλεγεν· «Οὐκ ἔδεσθε τὸν λαγῳὸν οὐδὲ τὴν ὕαιναν»· τὰ ὁποῖα σκοτεινὰ τοῦτα λόγια ἐξηγῶν ὁ παλαιὸς Κλήμης ᾿Αλεξανδρεύς, ὁ διδάσκαλος τοῦ δυστυχοῦς ᾿Ωριγένους, λέγει ὅτι αὐτὰ τὰ ζῷα μὲ πολλὴν λύσσαν δαιμονίζονται εἰς τὴν σμίξιν. Λοιπὸν θέλοντας ὁ Θεὸς νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἄθεον ἀρσενοκοιτίαν ἐπρόσταξε νὰ μὴ μεταχειρίζωνται εἰς τροφὴν αὐτὰ τὰ ζῷα· «κατακόρως γάρ τοι πρὸς τὰς μίξεις ταύτας τὰ ζῷα ταῦτα ἐπτόηνται, ταύτην ἄρα τὴν κώλυσιν τῆς ἐδωδῆς τοῦ λαγωοῦ, παιδεραστίας ἐμφαίνει ἀποτροπήν» (Παιδαγωγὸς 2,10).



Καὶ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες τὸ σιχαίνονταν



16. Διὰ τοῦτο λέγω πὼς δὲν εἶναι παράδοξον οἱ ὀρθόδοξοι βασιλεῖς νὰ ἐμι­σοῦσαν, νὰ ἐτιμωροῦσαν αὐτὸ τὸ ἄθεον ἁμάρτημα μὲ τόσην ἀσπλαγχνίαν. ᾿Αλλὰ τοῦτο εἶναι παράδοξον, ὅτι τοῦτο τὸ βρομερὸν καὶ ἄθεον ἁμάρτημα τὸ ἐμίσησαν, τὸ εἴχασι τόσον φρικτὸν ἀκόμη καὶ οἱ ῞Ελληνες καὶ ἀβάπτιστοι καὶ οἱ εὑρισκόμε­νοι μέσα εἰς τὸ σκότος τῆς ἀπιστίας· καὶ ὄχι μόνον οἱ σοφοί, καθὼς ἦτον ὁ Πλά­των, ὁποὺ γράφει πὼς ἡ παιδεραστία εἶναι ἔργον ὁποὺ πρέπει νὰ λέγεται ὄχι ἀν­θρώπινον, ἀλλὰ θηριῶδες τῶν τετραπόδων, καὶ μὲ ὅλον ὁποὺ καὶ αὐτά, διδαγμέ­να ἀπὸ τὴν φύσιν, τοιοῦτον παράνομον ἁμάρτημα ἀποστρέφονται. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἐστάθη μισητόν, βδελυκτόν, ἡ ἀρσενοκοιτία, ὄχι μόνον εἰς τοὺς σοφοὺς ῞Ελ­ληνας, ὄχι μόνον εἰς τοὺς τελείους ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀνήλικα παιδία, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς νέους τῶν ῞Ελληνων. 17. Καὶ τόσον φρικτὸν ἐφαίνετο αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα, τόσον ἄθεον, τόσον σικ­χαμερόν, τόσον ἐντροπιασμένον, ὁποὺ προέκριναν πολλοὶ νέοι καὶ μὲ τὰς ἰδίας χεῖρας νὰ θανατωθῶσι, παρὰ νὰ πέσωσιν εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας ταύτης καὶ εἰς τὴν καταισχύνην τοῦ τοιούτου ἁμαρτήματος. Καὶ μὲ ὅλον ὁποὺ ἦτο μέσα εἰς τὸ σκότος τῆς ἀπιστίας, καὶ μὲ ὅλον ὁποὺ δὲν ἦτο διδαγμένοι ἀπὸ τὸν ἀπό­στολον ἐκεῖνοι οἱ νέοι ὅτι τὰ σώματα αὐτῶν εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, θρόνος τῆς ῾Αγίας Τριάδος, καὶ «ὅποιος φθείρει τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός» (Α΄ Κορ. 3:17), καὶ μὲ ὅλον ὁποὺ ἐπαρακινοῦσαν, ἐζητοῦσαν ἐκείνους τοὺς νέους τῶν ῾Ελλήνων ὄχι παραμικροὶ ἄνθρωποι, ὄχι μὲ παραμικρὸν κέρδος, ὄχι μὲ παραμικρὰν δόξαν, ἀλλ᾿ ἐζητοῦσαν βασιλεῖς μὲ βασιλικὰ πλούτη, μὲ βασιλικὰς τιμάς, καὶ ὅμως ἐκεῖνοι οἱ ἀβάπτιστοι νέοι, ἐκεῖνοι οἱ ἐπαινετοὶ παῖδες, ἐπρόκρι­ναν θάνατον πικρόν, παράκαιρον, καὶ μὲ τὰς ἰδίας χεῖρας ἐπροτίμησαν νὰ σφαγῶ­σι, νὰ πνιγῶσι, νὰ καταφρονήσωσι καὶ βασιλεῖς καὶ τιμὰς βασιλικὰς καὶ πλούτη καὶ αὐτὴν τὴν πρόσκαιρον ζωὴν καὶ αὐτὸ τὸ γλυκὺ φῶς τοῦ ἠλίου καὶ αὐτὴν τὴν ἀγάπην τῶν γονέων καὶ αὐτὴν τὴν φιλίαν τῶν συγγενῶν, μόνον νὰ μὴν πέσωσιν εἰς τὸν βόρβορον, εἰς τὴν ἀκαθαρσίαν, εἰς τὴν ἁμαρτίαν, εἰς τὴν ἀτιμίαν τῆς ἀθέ­ου σοδομίας. 18. Τοιοῦτος νέος χρυσός, λαμπρός, ἔνδοξος, ἔντιμος, ἄξιος νὰ λέγεται υἱὸς Χριστιανῶν καὶ ὄχι ῾Ελλήνων, ἐστάθη ἐκεῖνο τὸ μειράκιον, διὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ ὁποίου ἀρμάτωσε κάτεργον ὁ ᾿Αριστόδημος καὶ ἐταξίδευσεν εἰς τὴν Περαίαν, καθὼς γράφει μὲ πᾶσαν ἀλήθειαν ὁ σοφὸς Πλούταρχος· ἐσπούδασε μὲ διαφόρους τρόπους ἐκεῖνος ὁ τυφλὸς ᾿Αριστόδημος νὰ ἀτιμάσῃ τὸ μειράκιον, καὶ ἐπειδὴ κατ᾿ οὐδένα τρόπον δὲν ἔστεργεν, ἀπέσφαξεν αὐτό. 19. Τοιοῦτος ἀξιέπαινος νέος καὶ ἄλλος ἐστάθη, ὅστις ἐπειδὴ καὶ ἐπροστάζε­το νὰ κάμῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἦτον τῆς τιμῆς του, «ἀναβάς, γράφει ὁ παλαιὸς σο­φός, ἐπὶ τὴν κέραμον, ἔβαλεν ἑαυτὸν κάτω καὶ ἐτελεύτησε». Τοιοῦτος ἐστάθη καὶ ἄλλος νέος, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ μὴ μολυνθῇ ἀπὸ τὸν βασιλέα ὁποὺ τὸν εὗρε μέσα εἰς τὸ λουτρόν, ἔπεσε μέσα εἰς τὸ χάλκωμα τοῦ λουτροῦ καὶ ἐπνίγη. 20. ῏Ω νέοι χαριτωμένοι, ὦ νέοι ἐπαινετοί, ὦ παῖδες ἔνδοξοι, ἄξιοι νὰ σᾶς στήσῃ τις εἰς τὸν χορὸν τῶν τριῶν παίδων· ἄξιοι διὰ νὰ στεφανωθῆτε μὲ τοὺς ἑπτὰ παῖδας τῶν Μακκαβαίων, μὲ τὸν περιβόητον ᾿Ιωσήφ· παῖδες ῾Ελλήνων, παῖ­δες εἰδωλολατρῶν, παῖδες ὄχι ἐνδεδυμένοι τὸν Χριστόν, ὄχι φωτισμένοι ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Γραφήν, ὄχι διδαγμένοι ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Ποτὲ δὲν ἐχρίσθη­τε μὲ τὸ μύρον τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ποτὲ δὲν ἐποτίσθητε μὲ τὸ πανάγιον αἷμα τὸ Δεσποτικόν, ποτὲ δὲν ἠκούσατε ἀπὸ τὸ χρυσοῦν στόμα τῆς ᾿Εκκλησίας ὅτι χειρότερος ὁ νέος ὁποὺ φθείρεται, ἀπὸ τὰς πόρνας· διότι εἰς ἐκείνας μολονότι καὶ τὸ ἔργον εἶναι παράνομον, ἀλλ᾿ εἶναι κατὰ φύσιν, ἀλλ᾿ εἰς τοὺς νέους εἶναι καὶ παρὰ φύσιν καὶ παράνομον. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνίσως καὶ δὲν ἦτο καὶ κόλασις, αὐτό, τὸ νὰ φθείρωνται οἱ νέοι, εἶναι χειρότερον ἀπὸ κάθε κόλασιν· «εἰ γὰρ καὶ μὴ γέεννα ἦν, μηδὲ κόλασις ἠπειλεῖτο, τοῦτο πάσης κολάσεως χεῖρον ἦν». Αὐτὰ τὰ χρυσᾶ λόγια ἐκεῖνοι οἱ ἔνδοξοι καὶ τιμημένοι παῖδες τῶν ῾Ελλήνων δὲν τὰ ἤκου­σαν, οὐδὲ τοῦτα ὁποὺ γράφει κατωτέρω ὁ ἴδιος διδάσκαλος καὶ τοὺς λέγει πὼς εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τοὺς φονεῖς· «τούτους ἐγὼ καὶ ἀνδροφόνων χείρους εἶναι φημί». Καὶ μὲ ὅλον τοῦτο προέκριναν νὰ ἀποθάνωσιν ἐκεῖνοι οἱ ἀξιέπαινοι νέ­οι, παρὰ νὰ προδώσωσι τὴν τιμήν τους, νὰ μολύνωσι τὴν σάρκα τους, νὰ φθείρω­σι τὴν παρθενίαν τους. 21. Ποῖος Χρυσόστομος, ποῖος θεολόγος τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ἐδίδα­ξεν ἐκείνους τοὺς νέους ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ ἀποθάνωσι παρὰ νὰ ζῶσι κατα­φρονεμένοι; «Καὶ γὰρ βέλτιον ἀποθανεῖν ἢ ζῆν ὑβριζόμενον»· οὕτω μᾶς διδάσκει ὁ χρυσοῦς ἅγιος. Τίς ἐδίδαξεν ἐκείνους τοὺς νέους ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο χειρότερον ἁμάρτημα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀκάθαρτον σοδομίαν; Καὶ ἀνίσως καὶ τὸ ἐγνώριζαν ἐκεῖνοι οἱ νέοι ὁποὺ πάσχουσι τοιαύτην καταφρόνησιν, ἤθελαν προκρίνει μυρί­ους θανάτους, προτοῦ νὰ πάθωσι τοιοῦτον κακόν· «ὅπερ ἂν εἴποις ἁμάρτημα (δι­δάσκει ἡμᾶς τοὺς εὐσεβεῖς ὁ τῆς ὀρθοδοξίας διδάσκαλος), οὐδὲν ἴσον ἐρεῖς τῆς παρανομίας ταύτης, καὶ εἰ ἐπεσθάνοντο τῶν γινομένων οἱ πάσχοντες, μυρίους ἂν κατεδέξαντο θανάτους, ὥστε μὴ τοῦτο παθεῖν». ῎Επειτα συμπεραίνει ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο χειρότερον ἁμάρτημα οὔτε βαρύτερον οὔτε ἀλογώτερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν σο­δομίαν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν καταφρόνησιν καὶ φθορὰν τῶν νέων· «οὐ γάρ ἐστιν, οὐκ ἔστι ταύτης τῆς ὕβρεως ἀλογώτερόν τε καὶ χαλεπώτερον». 22. Τίς, λέγω, ταῦτα τὰ φρικτὰ καὶ φοβερὰ καὶ χρυσᾶ καὶ ἀληθέστατα λόγια ἔφερεν εἰς τὰς ἀκοὰς ἐκείνων τῶν παίδων, καὶ προέκριναν θάνατον, ἐκαταφρό­νησαν βασιλεῖς, πλούτη καὶ δόξας καὶ τιμάς, διὰ νὰ μὴ μολυνθῶσιν; Οὐδεὶς βέ­βαια παρὰ αὐτὴ ἡ φύσις, αὐτὴ ἡ ὑπερβολὴ τοῦ κακοῦ, αὐτὴ ἡ βρομερὰ πρᾶξις ἔγινε διδάσκαλος εἰς ἐκείνους τοὺς ἐπαινετοὺς νέους καὶ εἰς ἄλλους μυρίους, καὶ προτερινοὺς καὶ ὑστερινούς, ὁποὺ ἐπρόκριναν θάνατον παρὰ νὰ γένωσι πόρνες, παρὰ νὰ γένωσι παίγνιον.



Πάθος ἀνάρμοστο γιὰ Χριστιανούς



23. ῏Ω χρυσοῖ νέοι, ἐπαινετοὶ καὶ λαμπροί, ὦ παῖδες ἀβάπτιστοι, ὦ τέκνα εἰδωλολατρῶν, καὶ ποῦ εἶσθε τώρα νὰ ἰδῆτε τὴν καταισχύνην, τὴν ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν τῶν τέκνων τῶν βαπτισμένων, τῶν ἡγιασμένων, τῶν χρισμένων μὲ τὸ αἷμα τῆς Καινῆς Διαθήκης; Ποῦ εἶσθε, ἀβάπτιστοι παρθένοι καὶ σωφρονισμένοι, νὰ πτύετε καὶ νὰ πομπεύετε, νὰ θεατρίζετε σήμερον τοὺς βαπτισμένους, ὁποὺ ἐνδύθησαν τὸν Χριστόν, ἐκείνους ὁποὺ πιστεύουσι πὼς εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, κα­τοικητήριον τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἐκείνους ὁποὺ ἐδιδάχθησαν ἀπὸ τὸ Εὐαγ­γέλιον πὼς μέλλουσι νὰ λάμψωσιν ὡς ὁ ἥλιος (Ματθ. 13:43), πὼς θέλουσι νὰ φανῶσι γυμνοὶ καὶ τετραχηλισμένοι εἰς τὸ φοβερὸν κριτήριον τοῦ Θεοῦ; (Ἑβρ. 4:13). Ποῦ εἶσθε, παῖδες τιμημένοι τῶν ῾Ελλήνων, νὰ ἐμπαίζετε τοὺς Χριστια­νούς, νέους καὶ γέροντας, ὁποὺ κυλίονται μέσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς σοδομίας, ὁποὺ κείτονται μέσα εἰς τὴν ἄθεον καὶ παράνομον ἁμαρτίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διὰ νὰ φύγετε ἐσεῖς, ἐκαταφρονήσατε καὶ αὐτήν σας τὴν ζωὴν καὶ τοὺς βασιλεῖς καὶ τὰ πλούτη τους καὶ τὰ ἀξιώματά τους; Καὶ τοῦτοι διὰ τὸ οὐδὲν πομπεύονται· οἱ νέοι ἔγιναν πόρνες, οἱ γέροντες χειρότεροι ἀπὸ τοὺς σκύλους, σικχαμερώτεροι ἀπὸ τοὺς δαίμονας, ἐτυφλώθησαν, ἐκωφώθησαν, οὔτε νόμον Μωσαϊκὸν οὔτε Εὐ­αγγελικὸν οὔτε γνώμας βασιλέων οὔτε διδασκάλων δύνανται νὰ ἀκούσωσι· τό­σον ἀπετύφλωσεν αὐτοὺς ἡ ἄθεος καὶ παράνομος αὕτη μῖξις. 24. Διὰ τοῦτο μὲ δίκαιον τρόπον ὁ χρυσοῦς μας διδάσκαλος τοὺς παρομοιά­ζει μὲ ἐκείνους τοὺς δαιμονισμένους, ὁποὺ τρώγουσι λίθους καὶ γῆν καὶ πίνουσι βόρβορον, ὅθεν λέγει· «῞Ωσπερ πολλοὶ πολλάκις τὴν τῶν σιτίων ἀφέντες ἐπιθυ­μίαν, γῆν σιτοῦνται καὶ λίθους μικρούς, καὶ βορβόρου πολλάκις ἐπιθυμοῦσιν, οὕτω καὶ ἐκεῖνοι πρὸς τὸν παράνομον τοῦτον ἐξεκαύθησαν ἔρωτα». Διὰ τοῦτο ὁ τῆς θεολογίας ἐπώνυμος τοὺς λέγει πὼς εἶναι χειρότεροι, μιαρώτεροι, ἀναισθητότεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ φονεῖς καὶ κλέπτας καὶ πόρνους καὶ μοιχοὺς καὶ εἰδωλολάτρας· «ἀνδρομανία τὸ πάντων ἔσχατον τῶν κακῶν». 25. Διὰ τοῦτο μὲ δίκαιον τρόπον Κλήμης ὁ ᾿Αλεξανδρεὺς παρομοιάζει αὐ­τοὺς τοὺς ἀθέους ἀρσενοκοίτας μὲ ἕνα τερατῶδες θηρίον, ὁποὺ ὠνόμαζον οἱ πα­λαιοὶ Κένταυρον, τοῦ ὁποίου τὸ ἄνω μέρος εἶχε σχῆμα ἀνθρώπου, τὸ δὲ κατώτε­ρον μέρος ἵππου· τοιοῦτοι εἶναι καὶ οἱ Σοδομῖται, καὶ ἐκεῖνοι ὁποὺ πάσχουσι καὶ ἐκεῖνοι ὁποὺ ἐνεργοῦσιν αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα. Κένταυρος σικχαμερὸς καὶ τερατώ­δης ἐκεῖνος ὁ νέος, ὁποὺ πάσχει αὐτὸ τὸ κακόν· εἰς τὸ ἄνω μέρος ἔχει σχῆμα ἀνδρός, εἰς τὸ κάτω σχῆμα καὶ κατὰ τὸ πρᾶγμα γυναικός, γυναικὸς πόρνης, γυναι­κὸς ἐντροπιασμένης· καὶ πλέον χειρότερος εἶναι ἀπὸ τὴν πόρνην, καθὼς λέγει ὁ χρυσοῦς διδάσκαλος, ὅτι εἰς ἐκείνην εἶναι τὸ ἁμάρτημα παράνομον, ἀλλὰ κατὰ φύσιν, εἰς τοῦτον τὸν νέον ἱπποκένταυρον καὶ παράνομον καὶ παρὰ φύσιν τὸ ἁμάρτημα. ῎Αλλος ἱπποκένταυρος, πλέον θηριώδης, πλέον τερατώδης, πλέον ἀναίσθητος καὶ ἀπὸ τὸν ἵππον καὶ ἀπὸ τὸν χοῖρον καὶ ἀπὸ κάθε ἄλογον ζῷον ἐκεῖνος ὁποὺ ἀποτολμᾷ τὸ ἄθεον αὐτὸ ἁμάρτημα, ὅτι τὸ ἄνω μέρος ἔχει ἀνθρώ­που, τὸ δὲ κάτω οὐδὲ ἵππου οὐδὲ ἀλόγου ζῴου. 26. Καλώτατα οἱ παλαιοὶ Αἰγύπτιοι ἐγνώρισαν τὸ βδελυκτὸν καὶ ἄθεον ἔργον τῆς σοδομίας καὶ διὰ τοῦτο ἱερογλυφικῶς καὶ σκοτεινῶς, καθὼς ἐκεῖνοι οἱ σοφοὶ ἐσυνήθιζον, ἐφανέρωναν τοῦτο τὸ παράνομον ἔργον ζωγραφίζοντες ἕναν κόρακα μὲ τοιαύτην ὑπογραφήν· «ἐμοὶ τροφὴ καὶ τρυφή, ὅσα νεκρά, ὅσα δυσώδη». Τοῦτο τὸ ἱερογλυφικόν, τοῦτο τὸ στεφάνι, τοῦτο τὸ καλὸν ἐπίγραμμα, καλώτατα ἁρμό­ζει, πρέπει εἰς τὴν κεφαλὴν τῶν ἀρσενοκοιτῶν, διότι ἡ τρυφή, ἡ ἀπόλαυσις, ἡ χαρά τους δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ κόπρος, ἡ δυσωδία.


᾿Αξιοδάκρυτος συμφορά



27. ῏Ω αἰσχύνη, ὦ καταδίκη, ὦ συμφορὰ ἀξιοδάκρυτος! Καὶ τὸ ὑποφέρεις ἐσὺ ὁ λογικόψυχος ἄνθρωπος, τὸ δέχεται ἡ καρδία σου, ἐσὺ «τὸ ἔθνος τὸ ἅγιον», τὸ ἐκλεκτόν, ἐσὺ ὁ φωτισμένος ἀπὸ τόσας Γραφάς, ἀπὸ τόσους νόμους, νὰ σὲ ἐμπαίζωσιν οἱ ἄπιστοι; Τὸ ὑποφέρεις ὁ συγκληρονόμος Θεοῦ (Ρωμ. 8:17) νὰ σὲ παρομοιάζωσιν οἱ σοφοὶ τῶν ῾Ελλήνων μὲ τοὺς κόρακας, μὲ ἱπποκενταύρους; Τὸ ὑποφέρεις ἐσύ, τὸ «βασίλειον ἱεράτευμα», ὁποὺ ἔχεις φύλακα ἄγγελον τοῦ Θεοῦ, ὡς παράφρων, ὡς δαιμονισμένος νὰ τρώγῃς λίθους, νὰ πίνῃς βόρβορον, νὰ κυλίε­σαι μέσα εἰς τὴν κόπρον, νὰ φαίνεσαι χειρότερος ἀπὸ τὰ ἀναίσθητα ζῷα; Καὶ ποῦ τὸ φῶς τῆς πίστεώς σου, ποῦ ἡ ἐλπίς σου; Ποῦ ἡ δύναμις τῶν Μυστηρίων; Δὲν ἐβαπτίσθης εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ; Δὲν τὸ ἀκούεις καθ᾿ ἡμέραν πὼς ἀπεκδύθης τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον μὲ ὅλας τὰς ἐπιθυμίας καὶ ἐνδύθης τὸν νέον (Κολασσαεῖς 3:9-10), τὸν Χριστόν, μὲ βεβαίαν ἐλπίδα νὰ γένῃς συγκληρονόμος αὐτοῦ; (Ρωμ. 8:17). 28. ῎Επειτα προδίδεις συγγένειαν τοιαύτην καὶ βασιλικὴν τιμὴν διὰ μίαν παρὰ φύσιν καὶ ἄθεον ἐπιθυμίαν; Βασιλικὸν φόρεμα ἀνίσως βασιλεὺς σὲ ἐχάρι­ζε, βασιλικὸν στέφανον ἀνίσως βασιλεὺς γήινος ἔθετεν εἰς τὴν κεφαλήν σου, ἔ­πειτα ἐσὺ μὲ πολλήν σου ἀγνωσίαν τὸ ἔρριπτες μέσα εἰς τὴν κόπρον, τί σὲ ἔπρε­πε; Τί δὲν ἤθελες πάθει; Ποῖος ἐμπαιγμός, ποία καταφρόνησις ἤθελε σὲ ἀκολου­θήσει; Καὶ ἐσὺ ἐνδύθης αὐτὸν τὸν ἴδιον πλάστην καὶ βασιλέα καὶ κριτήν, ἔπειτα πίπτεις, μολύνεσαι εἰς τοιαύτην ἀκαθαρσίαν; ῍Ω τῆς ἀσεβείας, ὢ τῆς ἀπιστίας, ὢ τῆς ἀναισθησίας! Εἰπέ μοι, δὲν εἶσαι ἐσὺ ὁποὺ ἀκούεις ὅτι κάθε Χριστιανὸς εἶναι ἕνας ἔμψυχος ναός, μία βασιλικὴ καθέδρα τοῦ Παναγίου Πνεύματος; Καὶ μὲ ποίαν ἀναίσθητον καρδίαν γίνεσαι πόρνη, μολύνεις, φθείρεις αὐτὸν τὸν ἔμψυχον ναὸν τοῦ Θεοῦ;



Προτροπὴ γιὰ μετάνοια καὶ σωτηρία



29. ῎Οχι, ἀδελφέ μου Χριστιανέ, μὴ γένοιτο νὰ εὑρεθῇ μέσα εἰς τούτην τὴν ᾿Εκκλησίαν τῶν ᾿Ορθοδόξων τοιοῦτος ἀκάθαρτος νέος, τοιοῦτος ἀναίσθητος ἄν­θρωπος. ῎Αμποτε ὅσα εἶπα, ἄμποτε ὅσα ἐλάλησα, καὶ νόμοι Θεοῦ καὶ νόμοι βα­σιλέων καὶ ἀποφάσεις θεολόγων καὶ παραδείγματα σοφῶν διὰ τὴν ἄθεον σοδομί­αν νὰ εἶναι κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν ἀπίστων, τῶν ἀβαπτίστων· ἄμποτε καὶ νὰ ἁρ­μόζωσι πάντα εἰς ἐκείνους ὁποὺ δὲν ἔχουσιν ἐλπίδα ἀναστάσεως, εἰς ἐκείνους ὁποὺ δέν ἠξιώθησαν τῆς σφραγῖδος τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. 30. Εἰ δὲ εὑρίσκεταί τις μέσα εἰς τὸν βόρβορον τούτης τῆς ἀθέου ἁμαρτίας, εἴτε μικρὸς εἴτε μέγας, εἴτε πτωχὸς εἴτε πλούσιος, τὸν παρακαλῶ καὶ τὸν ἀσπά­ζομαι καὶ τὸν φιλῶ νοερῶς καὶ ἀποκρύφως, νὰ ἐνθυμηθῇ πὼς εἶναι βαπτισμένος, ἀγορασμένος, χρισμένος, ἐσφραγισμένος μὲ αὐτὸ τὸ θεϊκὸν αἷμα· καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιον παρακαλεῖ, ζητεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Θεός· ὅτι «τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ εἰς μετάνοιάν σε ἄγει»(Ρωμ. 2:4)· αὐτὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ σὲ παρακαλεῖ. ᾿Ενθυμήσου τὴν συγγένειάν σου, ἐνθύμησου τὸν πρῶτόν σου ἀδελφὸν Χριστόν. Μὴν τὸ καταδε­χθῇς πλέον νὰ φαίνεσαι χειρότερος ἀπὸ τοὺς ῞Ελληνας, μὴν τὸ ὑποφέρῃς πλέον νὰ κυλίεσαι μέσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἀθέου ἁμαρτίας, νὰ φαίνεσαι χειρότερος ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῷα, ἀλλὰ δράμε εἰς τὰ φιλάνθρωπα σπλάγχνα τοῦ δεσπότου σου. Μίσησον τὰ αἴτια τῆς καταφρονήσεώς σου, μάκρυνε, χωρίσθητι ἀπὸ τὰ αἴτια τῆς αἰσχύνης σου, ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ἔγιναν αἴτιοι νὰ χωρισθῇς ἀπὸ τὸν πλάστην σου. ῎Επειτα μὲ ἀληθινὴν ἐξομολόγησιν, μὲ δάκρυα θερμὰ τῆς μετανοίας πλῦναι, καθάρισαι, ἀπόσμιξαι τὸν βόρβορον τῆς καταφρονήσεώς σου, ἵνα ἀξιωθῇς καὶ τῆς μελλούσης ζωῆς, ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· ἀμήν.



Εκ του ιστολογίου ''Συμβολή εις την τάξιν της ορθοδόξου λατρείας'' ΕΔΩ.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Μακάριος Καλογεράς


Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΓΧΗΣΕΩΣ



Εδώ καὶ δεκαετίες ἔχει τεθεῖ ἡ ἄποψη μὲ τρόπο σοβαρὸ καὶ ἐν πολλοῖς τεκμηριωμένο, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶναι προδρομικὴ τοῦ Ἀντιχρίστου μὲ ἰδιάζοντα τρόπο. 

Τὸ σοβαρὸ σύμπτωμα, ὅσον ἀφορᾶ τὴν πίστη, σχετίζεται μὲ τὴν προφανῆ «ἀποστασία» (Β΄ Θεσ. β΄ 3), μέσῳ τῆς κακοδοξίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Ὁ Οἰκουμενισμὸς συμπληρώνει ἕνα καὶ πλέον αἰῶνα δραστηριότητος καὶ παρὰ τὴν καταφανῆ νεωτεροποιΐα του, κατορθώνει καὶ ἐπικρατεῖ μὲ δικαιολογίες καὶ τρόπους, οἱ ὁποῖοι γίνονται δεκτοὶ ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδὸν τῆς ἐκκοσμικευμένης κοινωνίας μας. 

Σὲ μία ἐποχὴ σχετικοποιήσεως τῆς ἀληθείας, καταρρίψεως τῶν αὐθεντιῶν καὶ δογματισμῶν, ἀναδείξεως τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ ἀναζητήσεως προτάσεων γιὰ τὴν ἀπολυτοποίηση τοῦ ἐνθάδε, τὴν ἐξασφάλιση μιᾶς ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἀνώδυνης καὶ ἄνετης ζωῆς στὸν παρόντα κόσμο, ὁ Χριστιανισμὸς ἀντιμετωπίζεται -ὅταν δὲν ἀπορρίπτεται- χρησιμοθηρικά, γιὰ τὴν βελτίωση τῶν συνθηκῶν τοῦ παρόντος βίου. 

Καὶ ὁ ἐκκοσμικευμένος Χριστιανισμὸς κολακεύεται ἀπὸ τὴν μεταχείριση αὐτὴ τοῦ κόσμου καὶ βάζει τὰ δυνατά του γιὰ νὰ παίξει τὸν ρόλο του ὅσο μπορεῖ καλύτερα, προκειμένου νὰ ἀρέσει στὸν κόσμο, νὰ ἀναγνωρίζεται καὶ ἐπαινεῖται ὡς μία σεβαστὴ πνευματικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἔχει νὰ πεῖ κάποια σημαντικὰ πράγματα στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βελτιώσει τὴν ποιότητα τῆς ζωῆς του. 

Τὸ ἄν αὐτὸς ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει σχέση μὲ τὴν οὐσία τῆς ἀποστολῆς του, μὲ τὴν αἰώνια σωτηρία βάσει τῆς ἀληθινῆς πίστεως στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, δὲν φαίνεται νὰ ἀπασχολεῖ ἰδιαίτερα οὔτε τοὺς ἴδιους τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ συγχρόνου αὐτοῦ Χριστιανισμοῦ.


 

Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς καυχῶνται, γιὰ παράδειγμα, σχετικὰ μὲ τὸν ἡγέτη τους Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο, ὅτι συνέλαβε τὸ οἰκουμενικὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, ὥστε ἡ συνείδηση τῆς εὐθύνης του, ὅπως καὶ τῶν προκατόχων του (Ἰωακεὶμ Γ΄ [Μελετίου], Ἀθηναγόρου καὶ Δημητρίου), νὰ «καθοδηγοῦν καὶ διαμορφώνουν τὸν οἰκουμενικὸ λόγο καὶ τὴν οἰκουμενικὴ ἀποστολή του» (Βλ. Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη, «Ὁ Οἰκουμενικὸς Λόγος τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου», στὸ ἠλεκτρονικὸ Περιοδικὸ τοῦ Θεολογικοῦ Τμήματος ΑΠΘ: «Σύνθεση», Vol. 5/No 1 [2016], σελ. 162-182· στὴν πρόσφατη αὐτὴ πηγὴ βασίζεται καὶ ἡ ἐν συνεχείᾳ παρουσίαση θέσεων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ). Οἱ Οἰκουμενιστές, διὰ τοῦ πατριάρχου-ἡγέτη τους, τονίζουν τὸ χρέος τῆς «καθολικῆς ἀγάπης» -μακρὰν τοῦ φανατισμοῦ καὶ τῆς μισαλλοξίας- τὴν ὁποίαν δῆθεν ἀρνεῖται ὁ «ὁμολογιακὸς ἐγωκεντρισμός». Ἡ ὁμολογιακὴ στάση, ἡ Εὐαγγελικὴ καὶ Πατερική, ἡ θεωροῦσα τὴν Ἀγάπη ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια, χαρακτηρίζεται ὡς «φονταμενταλιστικὴ ἐκδοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», «αὐτάρεσκη καὶ στενόκαρδη ἀπομόνωση» καὶ «ἐκκλησιαστικὸς ἐπαρχιωτισμός». Οἱ προβληματικοὶ λοιπὸν «ὁμολογιακοὶ ἐγωκεντριστές», κατὰ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἀδυνατοῦν νὰ ὑποψιασθοῦν ὅτι ὁ διάλογος καὶ τὸ ἄνοιγμα στὸν κόσμο εἶναι δῆθεν σύμφυτα μὲ τὴν φύση καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ οἱ εὐρέων ὁριζόντων Οἰκουμενιστές, οἱ μεγαλόκαρδοι αὐτοὶ κοσμοπολῖτες, ἐμφανίζονται ἀπὸ μέρους τους σὰν πρόμαχοι τῆς λεγομένης «δυναμικῆς ἐκκλησιολογίας», αὐτῆς ποὺ ὑποστηρίζει καὶ προωθεῖ τὴν συνεργασία μὲ τοὺς πάσης φύσεως ἑτεροδόξους γιὰ τὴν λύση τῶν προβλημάτων ὡς πρὸς τὴν σχέση Ἐκκλησίας – κόσμου, καὶ αὐτῆς ποὺ ἀναζητεῖ τρόπους ἀνανεώσεως τῆς ζωῆς τῶν Χριστιανῶν στὴν Ἐκκλησία (ποιά Ἐκκλησία;!) καὶ εὐνοεῖ βεβαίως τὴν συμπροσευχὴ καὶ ὄχι μόνο. Αὐτὰ εἶναι γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ὅσα ἀποσκοποῦν στὴν ἀποφυγὴ τῆς λεγομένης «ἐκκλησιολογικῆς ἀποκλειστικότητος», τὴν ὁποίαν φαίνεται νὰ ἀντιπαθοῦν ὑπερβολικά, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ κατ’ αὐτοὺς ποθητὴ «περιεκτικότητα»· δηλαδὴ ἡ αὐθαίρετη πρόσδοση στοὺς ἑτεροδόξους ἐκείνης τῆς ἐκκλησιαστι- κότητος, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἐπιτρέπει στὴν ἀπὸ κοινοῦ πραγμάτωση τῆς Οἰκουμενιστικῆς τους θεωρήσεως, δραστηριοποιήσεως καὶ ὁλοκληρώσεως. Ὅμως, αὐτὸ ἦταν ἀκριβῶς ποὺ ἔγινε μὲ τὸ Οἰκουμενιστικὸ Διάγγελμα τοῦ Πατριαρχείου τὸ 1920, τὸ ὁποῖο καὶ ἀποτέλεσε τὸ ὄντως ἠχηρὸ οἰκουμενιστικὸ «προσκλητήριο». Στὰ μεταπολεμικὰ χρόνια ὁ Οἰκουμενισμὸς γνώρισε μεγάλη ἀνάπτυξη καὶ ἑδραίωση. Μετὰ τὸ 1965 ἐγκαινιάσθηκαν μάλιστα, εἰδικὰ σὲ σχέση μὲ τοὺς Παπικούς, τὰ θεατρικὰ Οἰκουμενιστικὰ ἡμισυλλείτουργα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν γιὰ τὴν τραγικὴ φθορὰ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. Καὶ δὲν πρόκειται μόνο γιὰ ἐνέργειες χωρὶς θεωρητικὴ κάλυψη. Οἱ Κοινὲς Δηλώσεις σὲ ἐπίπεδο κορυφῆς Πάπα καὶ Πατριάρχου ἐκφράζουν/δηλώνουν μὲ τὸν πιὸ ἐπίσημο καὶ σαφῆ τρόπο αὐτὴ τὴν αἱρετικὴ καὶ ἀποστατικὴ «περιεκτικὴ/ δυναμικὴ» ἐκκλησιολογία τῆς μὴ ἀποκλειστικότητος.Οἱ Κοινὲς Δηλώσεις, γιὰ παράδειγμα, τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καὶ τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου τὸ 2014 στὰ Ἱεροσόλυμα (Μάϊος) καὶ στὸ Φανάρι (Nοέμβριος), ὁμιλοῦν γιὰ ἐπίτευξη πλήρους ἑνότητος ὡς ἀλληλοεμπλουτισμοῦ καὶ ἀνταλλαγῆς δωρεῶν, μὲ ἄμεση προοπτικὴ κοινῆς μαρτυρίας-διακονίας-προσευχῆς ἀμφοτέρων σὲ πλήρη ἀλληλοαναγνώριση καὶ συνοδοιπορία. Βεβαιώνουν μάλιστα ἀπερίφραστα, ὅτι δὲν ἔχουν πλέον «τὴν πολυτέλεια τῆς μεμονωμένης δράσεως»! Τὰ αὐτὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν Κοινὴ Δήλωση Πάπα Φραγκίσκου καὶ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου, ἡ ὁποία συνυπεργάφη στὴν Ἀβάνα τῆς Κούβας τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2016, γιὰ νὰ μὴ ὑπάρχει ἡ ψευδαίσθηση -ἠθελημένη ἤ ἀθέλητη- σὲ κάποιους αἰθεροβάμονες, ὅτι δῆθεν τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας διακρατεῖ μία ἀντιοικουμενιστικὴ στάση καὶ γραμμὴ σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη! 



Ἡ διαφορά τους δὲν ἔγκειται σὲ θέματα Πίστεως, ἀλλὰ σὲ θέματα δικαιοδοσιακῶν διεκδικήσεων καὶ γεωπολιτικῆς. Ἐνῶ λοιπὸν συμβαίνουν αὐτὰ τὰ ἐντελῶς ἀνατρεπτικὰ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ δὴ Ἐκκλησιολογίας, οἱ Οἰκουμενιστὲς βεβαιώνουν ἀφελέστατα καὶ προκλητικότατα, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀντιδρῶντας στὴν ἀποστατικὴ πορεία τους καμμία δῆθεν ἀπόδειξη δὲν παρέχεται, ὅτι κατὰ τὶς ἐπαφές τους μὲ τοὺς μὴ Ὀρθοδόξους ἐγκατέλειψαν ἤ ἀρνήθηκαν τὰ δόγματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας! Ἐνῶ εἶναι πασιφανέστατο, ὅτι ἡ Οἰκουμενιστικὴ ἀνάμιξη ἐδῶ καὶ δεκαετίες, Διαχριστιανικὴ καὶ Διαθρησκειακή, παρήγαγε πλῆθος κακοδοξιῶν, στὴν θεωρία καὶ τὴν πράξη, μὲ διαστρέβλωση μάλιστα τῆς ἐννοίας τῆς Ἀγάπης, μὲ περιχωρητικὴ καὶ περιεκτικὴ στάση ἔναντι τῆς ἑτεροδοξίας/αἱρέσεως, βάσει ἑνὸς νεφελώδους ἀνθρωπιστικοῦ ὁράματος, χωρὶς ἱεραποστολικὴ διάσταση καὶ κλήση τῶν πεπλανημένων ἐν μετανοίᾳ στὴν ὄντως Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Παρὰ ταῦτα, οἱ Οἰκουμενιστὲς ὀργάνωσαν καὶ συγκάλεσαν τελικὰ τὴν ἀπὸ μακροῦ ἀναμενομένη «ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδό» τους στὸ Κολυμπάρι Χανίων Κρήτης τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν «πανορθόδοξη» ἔγκριση καὶ κάλυψη, στὸν βαθμὸ ποὺ αὐτὸ θὰ ἦταν ἐφικτό, ὅλων τῶν ὡς ἄνω αἱρετικῶν Οἰκουμενιστικῶν ἐπιτευγμάτων τους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο βεβαίως -ἔστω καὶ κάπως συγκεκαλυμμένα- ἐπέτυχαν. Εἶναι πράγματι τουλάχιστον παράδοξο, τὸ ὅτι γίνεται ἔκτοτε πολὺς λόγος ὡς πρὸς τὸ νόημα ἐκφράσεών τινων τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου σχετικὰ μὲ τὴν ὀνομασία τῶν ἑτεροδόξων, καθ’ ἥν στιγμὴν παραμένει ἀμετακίνητη καὶ ἰσχύουσα πλήρως ἡ βάση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἤτοι τὸ ἀνατρεπτικὸ καὶ ἀντορθόδοξο Διάγγελμα τοῦ 1920 καὶ ὅλα ὅσα ἐπὶ ἕναν αἰῶνα διεπράχθησαν καὶ ὑπεγράφησαν καὶ συνεχίζουν μέχρι σήμερα μὲ ἀμείωτη ἔνταση νὰ λέγονται καὶ νὰ πράττονται! Τί ἀμφισβητήθηκε, λοιπόν, καὶ τί καταδικάσθηκε ἀπὸ τὴν ψευδοσύνοδό τους σχετικὰ μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ τὰ κεκτημένα του, γιὰ νὰ μὴ μείνουμε μόνον στὴν ὁρολογία καὶ νὰ περάσουμε στὴν οὐσία τοῦ πράγματος; Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἔχουν ὄντως μεγάλη ἐπιτυχία στὴν πρόκληση συγχύσεως στοὺς ὀρθοδοξοφανεῖς ἐκ τῶν ἐπισήμων λεγομένων ἐκκλησιῶν. Τοὺς προξενοῦν ἔριδες σχετικὰ μὲ τὴν ὁρολογία, ὥστε νὰ «ἐκτονωθοῦν» ἐκεῖνοι ἀλληλοεμπαιζόμενοι στὴν προάσπιση τῆς ὀρθοδοξίας τους, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἀνενόχλητοι συνεχίζουν τὸ πραγματικὸ καὶ καθόλου θεωρητικὸ ἤ φανταστικὸ καταστροφικὸ ἔργο τῆς ἀποστασίας τους, συμπαρασύροντες μαζί τους καὶ τοὺς θλιβεροὺς «διαμαρτυρομένους» συγκοινωνοὺς καὶ συνοδοιπόρους τους... Ἐνώπιον τῆς τραγικῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἔχουν ἐν τῷ μεταξὺ διαμορφωθεῖ διάφορες τάσεις. Οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν Οἰκουμενιστῶν σπεύδουν συνήθως ἔναντι τοῦ θορύβου ἀντιδράσεως ἐναντίον τους, νὰ ἐπικαλεσθοῦν ὡς ἄλλοθι κάποιους ἀκουστοὺς Γέροντες προηγουμένων δεκαετιῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦταν οἱ ἴδιοι Οἰκουμενιστές, οὔτε ἐνέκριναν τὴν Οἰκουμενιστικὴ κατάπτωση, ἀλλὰ παρέμεναν δυστυχῶς σὲ κοινωνία μαζί τους καὶ πρόβαλλαν τοὺς ἀρχηγέτες τῶν Οἰκουμενιστῶν ὡς τοὺς ὄντως ποιμένες τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐπίκληση αὐτῶν γίνεται προφανῶς γιὰ νὰ συγκρατηθοῦν οἱ ἀντιδρῶντες ἀπὸ τὴν -ὅπως εἰρωνικὰ τὴν ἀποκαλοῦν- «μόδα τῶν ἀποτειχίσεων»! Ὅμως, τί ἀξία ἔχει ἡ ἐπίκληση τῆς κατακρίτου καὶ ἀσυνεποῦς αὐτῆς τακτικῆς τῶν Γερόντων ἐκείνων, ἐνώπιον τῆς τόσο προφανοῦς ἐκπτώσεως τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τὸν Κανόνα τῆς Ἀληθείας; Τὸ κριτήριο στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀποτελοῦν κάποιοι ἔστω καὶ ἀξιοσέβαστοι κατὰ ἄλλα Γέροντες, οἱ ὁποῖοι ὅμως -παραδόξως- παραβλέπουν καὶ παραβαίνουν τὴν ἀκραιφνῆ συνέχεια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Οἱ Ἅγιοι μᾶς προτρέπουν διαφορετικά: «Ὅτι δεῖ τῶν ἀκροατῶν τοὺς πεπαιδευμένους τὰς Γραφάς, δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν διδασκάλων λεγόμενα· καὶ τὰ μὲν σύμφωνα ταῖς Γραφαῖς δέχεσθαι, τὰ δὲ ἀλλότρια ἀποβάλλειν· καὶ τοὺς τούτοις δόγμασιν ἐπιμένοντας ἀποστρέφεσθαι σφοδρότερον» (Μ. Βασίλειος, PG τ. 31, στλ. 845D-848Α). Ἐμεῖς δεχόμαστε καὶ ἀκολουθοῦμε τοὺς ἁγίους ἐκείνους Γέροντες, οἱ ὁποῖοι τήρησαν τὴν ὡς ἄνω προτροπὴ καὶ ἀποστράφηκαν τοὺς καινοτόμους Οἰ- κουμενιστές, γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία τῆς ἀποκλειστικότητος, ἐν Ἀγάπῃ καὶ Ἀληθείᾳ, μακριὰ ἀπὸ κάθε φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία, ὅ,τι καὶ ἄν τοὺς στοίχισε αὐτό. Αὐτοὶ οἱ θεοκίνητοι Γέροντες δὲν ἔπεσαν στὴν παγίδα τῶν ἀγαπολόγων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνὸς προβάλλουν τὴν «καθολικὴ ἀγάπη», γιὰ νὰ ἐξαπατήσουν καὶ νὰ ἐπιτύχουν τοὺς σκοπούς τους, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔναντι ὅσων τολμήσουν νὰ τοὺς ἀμφισβητήσουν, ἐπιδεικνύουν ἀφειδώλευτα τὸ σκληρὸ διωκτικό τους μένος! Μία ἄλλη τάση ἀφορᾶ ἐκείνους ἀπὸ τὶς ἐπίσημες λεγόμενες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, εἴτε συμμετεῖχαν εἴτε ὄχι στὴν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, οἱ ὁποῖοι ψέγουν τὰ κακῶς κείμενα αὐτῆς καὶ τὰ ἀντορθόδοξα σημεῖα της, οὐσιαστικὰ δὲ ἀποδεικνύουν τὴν κακοδοξία της, ἀλλὰ πιστεύουν καὶ διαδίδουν ὅτι αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει καθόλου τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς κακοδόξους, στὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ συγκληθεῖ στὸ μέλλον ἄλλη σύνοδος, ἡ ὁποία θὰ διορθώσει τὶς λανθασμένες ἐκφράσεις κάποιων ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ ἔχουν ἐγκριθεῖ! Ἡ ἀφέλεια ἤ καὶ ἡ πονηρία τῆς θέσεως αὐτῆς μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθεῖ. Γνωρίζουμε, ὅτι οἱ Οἰκουμενιστὲς προχωροῦν μεθοδικὰ καὶ ἄν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσουν κάποιους μὲ ὀρθόδοξες εὐαισθησίες ἀπὸ τοὺς συγκοινωνούς τους, εἶναι ἱκανοὶ νὰ προβοῦν σὲ κατάλληλους χειρισμοὺς καὶ ἐλιγμοὺς στὴν διατύπωση κειμένων, ὥστε νὰ τοὺς καλύψουν ἐν μέρει, χωρὶς ὅμως καθόλου νὰ ἀλλάξουν τὴν ἀκολουθητέα πορεία καὶ γραμμή τους ἔργῳ καὶ λόγῳ. Τὸ πρόβλημα εἶναι, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ὡς ἄνω θέση κοινωνίας μὲ τοὺς κακοδόξους φαίνεται νὰ θεωροῦν τὴν ἐπιλογή τους ὡς «βασιλικὴ ὁδό», ἡ ὁποία πλέον δοκιμάζεται, παραπέμποντες πιθανῶς στὴν χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου ἀπὸ τὸν φωτισμένο Ἱερομόναχο Σεραφεὶμ Pόουζ (†1982), Κληρικὸ τῆς Pωσικῆς Διασπορᾶς (Βλ. κείμενό του “The Royal Path/ True Orthodoxy in an age of apostasy”, στὸ περιοδ. “The Orthodox Word”, No 5 [70]/September-October 1976, p. 143-149), ὡς μία ἄλλη προφανῶς ἐκδοχὴ τῆς ἐπιφανείου θεωρίας περὶ τῶν «δύο ἄκρων», δηλαδὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ Ζηλωτισμοῦ. 



Ὁ π. Σεραφεὶμ ὅμως χρησιμοποιοῦσε τὸν ὅρο «βασιλικὴ ὁδὸς» στὴν δεκαετία τοῦ ’70, πρὸ 40 χρόνων, γιὰ νὰ δηλώσει τὸ «χρυσοῦν μέσον» ὄχι μεταξὺ Οἰκουμενισμοῦ - Ζηλωτισμοῦ, ἀλλὰ μεταξὺ Οἰκουμενισμοῦ/ Μεταρρυθμίσεως καὶ ἑνὸς «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» ζήλου, διότι ὁ ἴδιος ἀκολουθοῦσε τὴν ἐν ἐπιγνώσει Ζηλωτικὴ ὁδὸ καὶ ἀπέδιδε τὴν «βασιλικὴ ὁδὸ» στὴν Ἐκκλησία του τῆς Pωσικῆς Διασπορᾶς ἐπὶ Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου (†1985) καὶ τοῦ μακαρίου Ἀρχιεπισκόπου Ἀβερκίου τοῦ Τζόρντανβιλ (†1976). Αὐτοὶ καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς διατήρησαν ἀναλλοίωτη τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, κατήγγειλαν εὐθαρσῶς τὸν Οἰκουμενισμὸ μὴ διατηροῦντες κοινωνία μὲ τοὺς φορεῖς του, ὑποστήριξαν καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι διώχθηκαν ἀπάνθρωπα ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους τοῦ Nέου Ἡμερολογίου καὶ περιφρονήθηκαν σκαιῶς· αὐτοὺς ἐνίσχυσαν στὴν βασικὴ Ὀρθοδοξία τῆς θέσεώς τους, παρὰ τὰ ἐσωτερικά τους προβλήματα, κάποια ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχαν σχετισθεῖ καὶ μὲ ἀρνητικὲς δηλώσεις περὶ τῶν Μυστηρίων τῶν Καινοτόμων, θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ Pῶσοι ἀπέφευγαν νὰ τοποθετηθοῦν ἀνοικτὰ ἐν σχέσει τουλάχιστον πρὸς τὸ Σεργιανιστικὸ καὶ Οἰκουμενιστικὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας. Θυμίζουμε μόνον, ὅτι ὁ π. Σεραφεὶμ Pόουζ ἐκοιμήθη ἕνα ἔτος πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀναθεματισμὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τὸ 1983 ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Pωσικῆς Διασπορᾶς ἐπὶ Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου. Ἡ «βασιλικὴ ὁδὸς» λοιπὸν δὲν εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἀσυνεπῶν, αὐτῶν ποὺ κοινωνοῦν ἐν γνώσει μὲ τοὺς φανεροὺς κακοδόξους, γιὰ νὰ ἀποφύγουν δῆθεν τὸ ἄκρο τοῦ «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζήλου»: «Οἱ μὲν τέλειον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν· οἱ δέ, εἰ καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης, PG 99, στλ. 1164ΑΒ). «Ἐχθροὺς γὰρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης, PG 99, στλ. 1049ΑΒ). «Oἵτινες τὴν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσι, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν»... «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καὶ πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαὶ φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, PG τ. 160, 101CD). Ἄλλη κατηγορία ἀποτελοῦν ὅσοι Κληρικοὶ διέκοψαν μὲν τὸ μνημόσυνο τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου τους, διατηροῦντες ὅμως κοινωνία μὲ τὴν ἐκκλησία τους, σὲ ἀναμονὴ ἄν δὲν διορθωθεῖ ἡ κατάσταση ἐντὸς ἑνὸς χρονικοῦ ὁρίου κάποιων ἐτῶν -μὲ τὴν σύγκληση συνόδου διορθωτικῆς, νὰ προβοῦν σὲ πλήρη διαχωρισμό. Τὸ βῆμα αὐτὸ ἐκ πρώτης ὄψεως ἐπαινεῖται, ἀλλὰ εἶναι πασιφανὲς ὅτι πρόκειται γιὰ κάποιο ἡμίμετρο, τὸ ὁποῖο δὲν διασφαλίζει τοὺς αὐτουργοὺς ἀπὸ τὴν ἔμμεση κοινωνία μὲ τὴν καταγγελλόμενη αἵρεση, δὲν ἀποτελεῖ παραδοσιακὴ ἀντιμετώπιση τῆς αἱρετικῆς ἀσυδοσίας καὶ δὲν γεννᾶ ἐλπίδες γιὰ δραστικὴ ἀλλαγὴ/μεταβολὴ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως. Οἱ μολυσματικοὶ φορεῖς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς δὲν ἀντιμετωπίζονται ἀποτελεσματικὰ μὲ ἡμίμετρα, παρὰ μόνον ἀποφασιστικὰ μὲ τὴν ἕως θανάτου πλήρη ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὴν ἄμεση ἤ ἔμμεση κοινωνία μαζί τους. Αὐτὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Κανονικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Μία ἄλλη κατηγορία ἀποτελοῦν ὅσοι Κληρικοὶ κυρίως, ὅπως καὶ Μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, προέβησαν σὲ Κανονικὴ Ἀποτείχιση ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους, ἐπικαλούμενοι τὸν ΙΕ΄ Ἱερὸ Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, εἴτε πρόσφατα, εἴτε λίγο παλαιότερα. Ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐν πρώτοις ἐπαινεῖται, διότι ἀπέφυγε τὴν κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση πλήρως, καταγγέλλοντας καὶ πολεμώντας αὐτήν. Πρόβλημα γιὰ ἐμᾶς τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι διακρατοῦμε τὴν Ἑορτολογικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἡ προφανὴς ἐχθρότητα καὶ ἀπρόκλητη πολεμικὴ τούτων (τουλάχιστον κάποιων ἀπὸ τοὺς φορεῖς τους) ἐναντίον μας, καίτοι κάποιοι πλανεμένοι Οἰκουμενιστὲς τοὺς ἀποκαλοῦν «δούρειο ἵππο τῶν Γ.Ο.Χ.», γιὰ τὴν δῆθεν ἀποσταθεροποίηση τῆς ἐκκλησίας τους! Ὅπως φαίνεται, ἡ φαντασία τινῶν ἔχει ἀποχαλινωθεῖ καὶ ἔχει ἐκτοξευθεῖ σὲ ὕψη δυσθεώρητα!... Οἱ Ἀδελφοὶ Ἀποτειχισμένοι, οἱ διεξάγοντες Ἀγῶνα ἰσχυρὸ κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θὰ ἦταν καλὸ νὰ διακρίνονται ἀπὸ ἦθος μετριοπαθείας καὶ κατανοήσεως ἔναντι ὅσων ἀγωνίσθηκαν μὲ θυσία αἵματος ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀπαρχὲς ἐμφανίσεως καὶ ἐπιβολῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὐτὸ ἐπιτάσσει ἡ στοιχειώδης αἴσθηση ἀνθρωπιᾶς καὶ χριστιανικῆς ἀλληλεγγύης. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ διακρινόμενοι γιὰ ἐπιθετικότη- τα καὶ ἔλλειψη διαλλακτικότητος χθεσινοὶ καὶ σημερινοὶ ὄψιμοι ὁμολογητές, νὰ μετατρέπονται αἴφνης σὲ τιμητὲς καὶ νὰ κατηγοροῦν μὲ τρόπο ἀφιλάδελφο, ἐριστικὸ καὶ καταδικαστικὸ ἐμᾶς τοὺς Παλαιοημερολογῖτες γιὰ ὑπερβάσεις καὶ ἐκτροπές, ἐνῶ δὲν γνωρίζουν ἐπαρκῶς οὔτε αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῆς πονεμένης καὶ βασανισμένης, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐνδόξου ὁμολογιακῆς πορείας καὶ μαρτυρίας μας. Δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ εἴμεθα διδάσκαλοι διδασκάλων. Δὲν ἀγαποῦμε τὴν λογομαχία, ἡ ὁποία δὲν οἰκοδομεῖ, ἀλλὰ ἐκτρέπεται σὲ ἀλληλομαχία καὶ ἀδελφομαχία. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅπως μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες μας. «Οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σοφώτεροι· οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι» (Ἅγιος Γρηγόριος Nύσσης, PG τ. 46, στλ. 1112). Γιὰ μᾶς, βάσει τῶν κατὰ Χριστὸν Πατέρων καὶ Διδασκάλων μας, ἡ Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία προσκρούει στὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ διότι ἐφαρμόσθηκε μονομερῶς καὶ ἀντικανονικῶς τὸ 1924, μὲ ἀγνόηση τῶν Πανορθοδόξων ἀποφάσεων τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., καθὼς καὶ παρὰ τὴν ἀντίδραση τῆς πλειονότητος τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ σκοπός της, ὅπως ἐξάγεται ἀβίαστα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἱστορικὰ δεδομένα γιὰ κάθε σοβαρὸ καὶ ἀπροκατάληπτο μελετητή, δὲν ἦταν ἐκκλησιαστικός, παρὰ οἰκουμενιστικὸς/συγκρητιστικός, γιὰ ἐπίτευξη συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, προκειμένου νὰ καταστεῖ ὁρατὴ ἡ δῆθεν ἤδη ὑπάρχουσα ἀόρατη ἑνότητα με- ταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. (Πλείονα, ὅπως καὶ γιὰ τὴν σχέση Πασχαλίου Κανόνος-Ἑορτολογίου, ἀναπτύσσονται στὸ Β’ Κεφ. «Οἰκουμενισμός: Συγκρητιστικὴ Παναίρεση», τοῦ Ἑνωτικοῦ Ἐκκλησιολογικοῦ Κειμένου: «Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικά», στὸ περιοδ. «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ.τ. 979/Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2014, σελ. 10-12). Τὸ Ἡμερολογιακὸ θέμα εἶναι ἀδιάσπαστα συνδεδεμένο μὲ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔγινε μὲ δική του ἔμπνευση, χάριν αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχωρισθεῖ καὶ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἐπουσιῶδες ἐπὶ τοῦ παρόντος, γιὰ νὰ ἐξετασθεῖ δῆθεν ἀργότερα.

 

Εἴθε οἱ Ἀποτειχισθέντες Ἀδελφοὶ νὰ πληροφορηθοῦν καρδιακῶς (ἐφ’ ὅσον θεωροῦμε ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ θέμα γνωστικῆς κατανοήσεως) τὴν σπουδαιότητα καὶ σημασία τοῦ θέματος καὶ νὰ ἐπιστέψουν τὸν Ἀγῶνα τους καὶ μὲ τὸ ἀπαραίτητο αὐτὸ στοιχεῖο ποὺ τοὺς διαφεύγει, σὲ προσέγγιση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία διακρατεῖ τὴν κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο Ὁμολογητὴ «ὀρθὴν καὶ σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν», μὲ ἐκκλησιολογικὴ πληρότητα καὶ καθολικότητα. 

Ὅσο περνάει ὁ καιρὸς καὶ ἡ Οἰκουμενιστικὴ κακοδοξία κερδίζει ἔδαφος καὶ οἱ συνειδήσεις διαβρώνονται, οἱ ὄντως Ὀρθόδοξοι ἔχουμε ἀνάγκη ἐντατικοποιήσεως τοῦ Ἀγῶνος μας. 

Θὰ ἦταν εὐκταία ἡ ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη, ἑνοποιημένη καὶ συντονισμένη συνεργασία τῶν Ὁμολογητῶν, γιὰ ἐνεργοποίηση τῆς Συνοδικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας, στὴν καλύτερη καὶ ἀποτελεσματικότερη ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως, ἐν σχέσει μὲ τὶς μορφὲς ποὺ λαμβάνει καὶ τὴν ἐξάπλωση τῶν σημείων τῆς ἐσχατολογικῆς ἀποστασίας. 

Ἡ ἀπόρριψη τῆς Ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας ἀπὸ τοὺς προπάτορές μας ἔγινε βάσει τοῦ Ὀρθοδόξου αἰσθητηρίου τους, μὲ θεία ἔμπνευση καὶ μὲ ἐνίσχυση θεοσημειῶν, ὥστε νὰ ἀντέξουν τὰ δεινὰ ποὺ τοὺς βρῆκαν γιὰ τὴν ἀταλάντευτη στάση τους. 

Ἄν ἔγιναν λάθη, αὐτὰ εἶναι ἀναπόφευκτα σὲ δεινὲς καιρικὲς πε- ριστάσεις καὶ πάντως οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ ἦταν καὶ παραμένουν οἱ Μεταρρυθμιστές/Οἰκουμενιστές. 

Ἡ καλύτερη αὐτογνωσία καὶ μετάνοιά μας θὰ ἐφελκύσει τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἀνταποκριθοῦμε θεάρεστα στὶς προκλήσεις τῶν καιρῶν, ἐνώπιον μιᾶς τόσο μεγάλης καὶ πρωτοφανοῦς συγχύσεως, ἐργαζόμενοι γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ θυσιαζόμενοι ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας. 

Ἡ ἔμφαση στὴν Ἱεραποστολικὴ διάσταση τῆς Μαρτυρίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο καὶ ἡ ἐμμονή, μὲ προσοχὴ καὶ διάκριση, στὴν ἐσωτερικὴ ποιότητα αὐτῆς, ὥστε νὰ περικλείει, ἐκφράζει καὶ μεταδίδει τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι, εἴθε νὰ εἶναι τὸ πρώτιστο μέλημά μας, ἐν ἐπιγνώσει τῆς Ἀπο- στολικῆς προτροπῆς: «τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες» (Pωμ. ιβ΄ 12), καὶ μὲ τὴν εὐχὴ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης νὰ εἶναι μεθ’ ἡμῶν. Ἀμήν! 



Εκ του περιοδικού της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών ''Η Φωνή της Ορθοδοξίας'' Ιούλιος - Αύγουστος 2017, έτος 67ον, αρ. φύλλου 999, σελ. 4-8. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



† Ἐ.Γ.Κ. 30.7.2017 ἐκ.ἡμ.


Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΙΡΟΛΟΓΟΥΝΤΑΣ ΩΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ



“Δέν θέλω, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγνοεῖτε τά σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γά νά μὴν λυπᾶσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. 

“Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι καί ὁ Θεός, ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, ὄντας ἑνωμένοι μαζί του μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ, θά τοὺς πάρει κοντά του”.
Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ ὅλα αὐτό:
Γιατί ὁ Ἀπόστολος, ὅταν μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ λέει τό θὰνατό Του, “θάνατο”, ἐνῶ ὅταν μιλάει γιὰ τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου, ὀνομάζει τό θὰνατο “κοίμηση”, καὶ ὂχι “θάνατο”.
Μιλάει γιὰ ὅσους ἔχουν “κοιμηθεῖ” καὶ ὄχι γιά ὅσους “πέθαναν”.
Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ μὲ πίστη στὸν Ἰησοῦ νά φέρει μαζί Του.
Καὶ στὴ συνέχεια λέει: “ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ ποὺ θὰ μείνουμε πὶσω καὶ θὰ εἲμαστε στὴ ζωὴ ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, δὲν θὰ προφθάσουμε ὅσους θά ἔχουν κοιμηθεῖ”.
Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’ αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”.
Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει:
“Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”.
Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”.
Γιατί λοιπόν, τὸ θὰνατό τοῦ Χριστοῦ τὸν ὀνόμασε θὰνατο, ἐνῶ τὸν θὰνατο τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὀνόμασε κοίμηση;



Δὲν χρησιμοποίησε ἀσφαλῶς, ὁ Ἀπόστολος ἄσκοπα καὶ ἐπιπόλαια αὐτὲς τὶς λέξεις, ἀλλὰ θέλησε μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, νὰ διδάξει κάτι πολὺ σπουδαῖο καὶ μεγάλο. Γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, χρησιμοποίησε τὴ λέξη “θάνατο”, γιὰ νὰ βεβαιώσει τό πάθος Του. Γιὰ τούς ἀνθρώπους ὅμως χρησιμοποίησε τὴ λέξη “κοίμηση” γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μὲ ἄνεση τὴ λέξη “θάνατος”. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς Του, χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος τὴ λέξη “κοίμηση”, προσπαθώντας ἔτσι, νὰ παρηγορήσει τούς δικοὺς γιὰ τὴν στέρηση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε καὶ ταυτόχρονα νά τοὺς ἐνισχύσει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ, σίγουρα θά ἀναστηθεῖ, ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὕπνος μακρύς. Μπορεῖς βέβαια, νὰ πεῖς ὅτι αὐτὸς ποὺ πέθανε οὔτε αἰσθάνεται, οὔτε ἀκούει, οὔτε βλέπει τίποτα. Καὶ σ’ αὐτὸν ὅμως, ποὺ κοιμᾶται συμβαίνει τό ἲδιο. Θὰ μπορούσαμε μάλιστα, νὰ σημειώσουμε ἐδῶ κάτι ἀξιοθαύμαστο. Ἡ ψυχὴ δηλαδή, ἐκείνου ποὺ κοιμᾶται συμμετέχει κατὰ κάποιο τρόπον στὸν ὕπνο τοῦ σώματος. Ἡ ψυχὴ ὅμως ἐκείνου ποὺ ἔχει πεθάνει, παραμένει σὲ ἐγρήγορση. Θᾶ μποροῦσε ἴσως κάποιος νά πεῖ: Ναί, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ πεθαίνει, σὲ λίγο σαπίζει, διαλύεται καὶ γίνεται σκόνη καὶ στάχτη. Τί σημασία ἔχει ὅμως αὐτό, ἀγαπητέ μου; Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὀποῖο πρέπει νᾶ χαίρεσαι. Γιατί αὐτὸ κάνει καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν θέλει νᾶ ξαναφτιάξει ἕνα σπίτι, ποὺ πάλιωσε. Βγάζει δηλαδή, πρῶτα ἔξω τοὺς ἐνοίκους του καὶ μετά, ἀφοῦ γκρεμίσει τό παλιὸ χτίζει καινούργιο καὶ ὀμορφότερο. Φυσικά, καθόλου δὲν λυποῦνται οἱ ἔνοικοι ποὺ βγῆκαν γιά λίγο ἀπὸ τὸ παλιὸ σπίτι, ἀλλὰ χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ κατεδάφηση, ἀλλὰ χαίρονται προκαταβολικά γιά τὴν νέα οἰκοδομὴ ποὺ θὰ ξαναχτιστεῖ. Τὸ ἲδιο ἀκριβῶς, κάνει καὶ ὁ Θεός. Ἐπειδὴ θέλει νά μᾶς ἀνακαινίσει, διαλύει τό σῶμα μας, ἀφοῦ πρῶτα βγάλει ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει το σῶμα καὶ μετὰ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα τὴν ψυχή, μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ δόξα. Τὸ ἲδιο θά ’κανε καὶ ἂν κάποιος εἶχε ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχει σκουριάσει ἀπὸ τὸ χρὸνο. Θὰ τὸ ἔσπαζε σὲ μικρὰ κομμάτια, θὰ τὸ ἔλιωνε στὸ καμίνι καὶ θὰ τὸ ξανάχυνε, φτιάχνοντας ἒτσι ἕνα καινούργιο πιὸ λαμπρὸ καὶ ὄμορφο. Ὅπως λοιπόν, ἡ διάλυση τοῦ μετάλλου στὸ καμίνι δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάπλαση τοῦ ἀντικειμένου, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπινου σώματος δὲν εἶναι καταστροφή, ἀλλὰ ἀνακαίνηση. Ὅταν λοιπόν, δεῖς νά διαλύεται τό σῶμα καὶ νὰ σαπίζει, ὅπως λυώνει τό μὲταλλο στὸ καμίνι, μὴ σταματήσεις σ’ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, ἀλλὰ νά προσδοκᾶς τὴν ἀνακαίνηση. Οὔτε πάλι, νὰ σταθεῖς στὴν ἀναλογία τοῦ παραδείγματος μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση, ἀλλὰ γύρισε πάλι τὴ σκέψη σου στὸ παράδειγμα τοῦ μεταλλουργοῦ. Ὁ μεταλλουργὸς ὅταν χύνει τό παλιὸ μὲταλλο δὲν ξαναφτιάχνει γιὰ παράδειγμα, χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα, ἀλλὰ μεταλλικὸ καὶ ἄψυχο. Ὁ Θεὸς ὅμως, δὲν κάνει ἔτσι, ἀλλὰ ἐνῶ βάζει στὴ γῆ πήλινο καί θνητό σῶμα, ἀνασταίνει χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα. Δέχεται ἡ γῆ φθαρτό καί θνητό σῶμα καί σοῦ ἐπιστρέφει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο. Μὴν στέκεσαι λοιπόν, σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πιά κλείσει τά μάτια του καὶ κείτεται βουβὸς καὶ ἄφωνος, ἀλλὰ σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ. Σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀπολαύση δόξα ἀνέκφραστη, θαυμαστὴ καὶ ἐξαίσια. Στρέψε τά μάτια σου ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, σὲ ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνει. Ὀδύρεσαι βέβαια καὶ θρηνεῖς, γιατί ἔχασες τὴν συντροφιὰ ἑνὸς δικοῦ σου ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι ὅμως λίγο παράλογο, ἀγαπητέ μου, νὰ παντρεύεις γιὰ παράδειγμα, τὴν κόρη σου σὲ ξένο τόπο, καὶ νὰ μὴν στεναχωριέσαι ποὺ εἶναι μακριά σου, ἀφοῦ περνάει καλὰ καὶ εἶναι ἐκεὶ εὐτυχισμένη κι ἐδῶ ποὺ ὄχι κανένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος πῆρε κοντά Του τὸν ἂνθρωπό σου νὰ θρηνεῖς σπαρακτικὰ καὶ νὰ ὀδύρεσαι; Θά μοῦ πεῖς βέβαια, πῶς μπορῶ νὰ μὴν πονάω, ἄνθρωπός μου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφυγε. Οὔτε ἐγὼ ὅμως, σοῦ λέω κάτι τέτοιο. Δὲν σοῦ μιλάω γιὰ τὴ λύπη ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπερβολή. Γιατί, τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς εἶναι φυσικό. Τὸ νὰ χτυπιέται ὅμως, πὰνω ἀπὸ τὸ μὲτρο, εἶναι δεῖγμα μανίας, παραφροσύνης καὶ ἀδυναμίας ποὺ συνήθως ἐκδηλώνει ἡ γυναικεία ψυχή. Πόνεσε, κλάψε, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητεύεσαι, μὴν θυμώνεις καὶ μὴν ἀγανακτεῖς. Εὐχαρίστησε τόν Θεὸ ποὺ παίρνει τὸν ἂνθρωπό σου. Ἔτσι θὰ τιμήσεις ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἔτσι, θὰ τὸν ἐφοδιάσεις μὲ λαμπρά, ἐντάφια δῶρα. Ἂν ὅμως ἀπελπιστεῖς καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε δυσκολεύεις καὶ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν πῆρε βλασφημεῖς καὶ τὸν ἑαυτό σου βλάπτεις. Ἀντίθετα, ἂν εὐχαριστεῖς γι’ αὐτὸ τὸν Θεό, καὶ τὸν ἂνθρωπό σου ἐτίμησες καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε δόξασες καὶ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις ὠφελήσει. Δάκρυσε, στὸ μέτρο ποὺ δάκρυσε κι ὁ Κύριος σου γιὰ τὸ Λάζαρο καὶ ἒτσι μὲ τὸ παράδειγμά Του, ἔχει θέσει μέτρα, ὅρους καὶ κανόνα τῆς λύπης καὶ σὲ μᾶς. Αὐτά τά ὅρια, δὲν πρέπει ποτὲ νά τὰ ὑπερβαίνουμε. Τὸ ἲδιό μᾶς διδάσκει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ ἐκείνους” λέει, “ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, θέλω νά ξέρετε, τί ἀκριβῶς συμβαίνει, γιά νά μὴν λυπόσαστε, σάν τούς ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Νά λυπᾶσαι, λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ ὄχι σάν τούς εἰδωλολάτρες, ποὺ δὲν ἔχουν ἰδέα γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἐλπίζουν γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή. Σᾶς λέω εἰλικρινὰ πὼς ντρέπομαι καὶ κοκκινίζω, ὅταν περπατάω ἔξω καὶ συναντῶ γυναῖκες νὰ κλαῖνε γοερά, νὰ χτυπιοῦνται, νὰ τραβοῦν τὰ μαλλιά τους, νὰ ξεσκίζουν τό πρὸσωπό τους. Καὶ τὸ χειρότερο αὐτά τά κάνουν μπροστά στὰ μάτια τῶν ἄλλων ποὺ εἶναι εἰδωλολάτρες. Πολὺ δίκιο θὰ ἔχουν αὐτοὶ νὰ ποῦν: Αὐτοὶ εἶναι οἱ χριστιανοί, ποὺ πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν; Αὐτοὶ εἶναι ἀσφαλῶς, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦν τά λόγια τους μὲ τὰ ἔργα τους. Μὲ τὰ λόγια πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στὴν πράξη ὅμως, συμπεριφέρονται σάν ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Ἂν πίστευαν πραγματικά, ὅτι ὑπάρχει ἀνάσταση, δὲν θά ἔκαναν ὅσα τώρα κάνουν. Ἆν ἦταν βέβαιοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ἔφυγε, γιά νά κληρονομήσει τὴν ἐπουράνια δωρεά, δὲν θὰ θρηνοῦσαν ἀπαρηγόρητα. Αὐτὰ καὶ πολὺ περισσότερα μᾶς καταμαρτυροῦν οἱ ἄπιστοι, ὅταν ἀκοῦν τὰ μοιρολόγια μας. Ἂς ντραποῦμε λὶγο καὶ ἄς σοβαρευτοῦμε, γιὰ νὰ μὴν βλὰπτουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅσους μᾶς βλέπουν νά συμπεριφερόμαστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἐξήγησέ μου λίγο, γιὰ ποιὸ λόγο σπαράζεις καὶ μοιρολογᾶς ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε; Ἂν ἦταν κακός, πρέπει νά εὐχαριστεῖς τὸν Θεό, γιατί ἔδωσε τέλος στὴν κακία του. Ἂν ἦταν καλόγνωμος πρέπει νά χαίρεσαι, γιατί τὸν πῆρε ἔγκαιρα κοντά Του ὁ Θεός, πρὶν ἀλλάξει καὶ χάσει τή σύνεσή του ἐξαιτίας τῆς κακίας. Ἔφυγε πιά σὲ τόπο ποὺ εἶναι ἀσφαλισμένος καὶ δὲν κινδυνεύει νά χάσει τή σωφροσύνη του. Ἴσως μοῦ πεῖς ὅτι κλαῖς γιατί αὐτὸς ποὺ ἔφυγε ἦταν νέος. Δόξασε λοιπόν, τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε νωρίς, στὴν ἐπουράνια κληρονομιά. Ἀλλὰ κι ἂν ἦταν γέρος, θὰ ἔπρεπε νά εὐχαριστεῖς καὶ νά δόξασεις τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ξεκούρασε. Νὰ σεβαστεῖς, σὲ παρακαλῶ, τὴν ὥρα τῆς ἐξόδιας ἀκολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλὰ καὶ ὡραῖα τροπάρια, διαβάζονται τόσες εὐχές. Εἶναι συγκεντρωμένος μεγάλος κύκλος πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ πνευματικῶν ἀδελφῶν χριστιανῶν, ὄχι γιὰ νὰ βλέπουν ἐσένα νὰ κλαῖς καὶ νὰ ὀδύρεσαι μὲ ἀγανάκτηση, ἀλλὰ γιά νά εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀνέπαυσε. Γιατί, ὅπως γίνεται ὅταν πρόκειται νά ἀναλάβει ἕνα σπουδαῖο ἀξίωμα, ποὺ τὸν προπέμπουν μὲ ἐπευφημίες καὶ ζητωκραυγές, ἒτσι γίνεται καὶ στὴν κηδεία. Φεύγει ὁ πιστός, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴν ἐπουράνεια κληρονομία καὶ νὰ δεχθεῖ μεγαλύτερη τιμὴ· καὶ σύσσωμη ἡ Ἐκκλησία τὸν προπέμπει μὲ εὐχὲς καὶ ψαλμωδίες.



Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση, εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κόπους καὶ μέριμνες βιωτικές.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν δεῖς κάποιον δικό σου, νὰ φεύγει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, μὴν ἀγανακτεῖς, ἀλλὰ στρέψου μὲ κατάνυξη στὸν ἑαυτό σου.

ΠΕΡΙ ''ΔΙΟΡΘΩΣΕΩΣ'' ΦΥΛΛΟΥ



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ


Μετὰ πόνου καὶ θλίψεως, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν κ.κ. Καλλίνικον, παρακολουθεῖ τὰς ἐξελίξεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ψηφίσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τοῦ ἐπαισχύντου νόμου περὶ ἀλλαγῆς φύλου. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀντινομοθετεῖ πρὸς τὰς ἠθικὰς ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας, πάντοτε βεβαίως ἐν ὀνόματι τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ» καὶ τοῦ δυτικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς Πατρίδος μας. Ἀλλὰ τὸ εἰρωνικὸν τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι τοῦτο γίνεται εἰς τὰς ἡμέρας τῆς παρούσης συγκυρίας, ὅταν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν δίνην τῆς οἰκονομικῆς ἐξαθλιώσεως καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς πλέον στοιχειώδεις οἰκονομικάς του ὑποχρεώσεις. Ὁ τοιοῦτος νόμος ἐνεφανίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αἰφνιδίως, ἄνευ ἐπαρκοῦς διαβουλεύσεως καὶ ἐπαρουσιάσθη ὡς ἔνδειξις «προόδου» καὶ «ἐκσυγχρονισμοῦ», κατὰ μίμησιν τῶν «πεφωτισμένων» «ἠθῶν» τῆς Δύσεως! Ἔκπληκτοι δέ, ἠκούσαμε τὴν φωνὴν τῆς κοινῆς λογικῆς ἐξ ἀριστερῶν(!) τῆς παρούσης «προοδευτικῆς» Κυβερνήσεως, νὰ λέγῃ τὸ αὐτονόητον διὰ κάθε ἐχέφρονα ἄνθρωπον, ὅτι δηλαδή, εἶναι ἀντιεπιστημονικὸς ὁ διαχωρισμὸς μεταξὺ βιολογικοῦ καὶ κοινωνικοῦ φύλου καὶ ὅτι τὸ φύλον δὲν προσδιορίζεται μὲ βάσιν τὴν ὑποκειμενικὴν ἄποψιν τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ προσδιορίζεται ἀντικειμενικά. Ἠκούσθησαν καὶ φωναὶ στοιχειώδους λογικῆς καὶ ἀπὸ ἄλλας πτέρυγας τῆς Βουλῆς, ὅπως ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιμούμεθα ἀκρίτως ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν Δύσιν καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔπρεπε νὰ μιμηθῇ ἐκ τῶν κρατῶν τῆς Δύσεως τὴν ὀργάνωσιν τοῦ κράτους, ἀλλ᾽ εἰς τὸν τομέα τῶν ἠθῶν νὰ μὴ εἰσάγῃ καινὰ ἤθη, μᾶλλον δὲ νὰ ἐξάγῃ καὶ νὰ διδάσκῃ ἠθικὰς ἀρχὰς καὶ ἀξίας ἐκ τοῦ θησαυροῦ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως αὐτῆς. Εὖγε εἰς ὅσους ἀντεστάθησαν. Αἶσχος εἰς ὅσους ἐστήριξαν τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν δουλοπρεπεῖς Γραικύλοι καὶ Φραγκολεβαντίνοι. Καὶ εἰς μὲν τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ κράτους συντηροῦν ἐπιμελῶς τὰ ὀθωμανικὰ κατάλοιπα, ὅπως τὸ «ρουσφέτι» καὶ τὸ «μπαξίσι», εἰς δὲ τὴν ἠθικὴν ἐξαχρείωσιν μιμοῦνται τὴν Δύσιν. Πιθανὸν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸν τοιοῦτον νόμον νὰ ἐπέδειξαν τοσοῦτον πιθηκίζοντα μιμητισμόν, ἔχοντες κατὰ νοῦν νὰ ἐπιτύχουν ταυτοχρόνως νὰ ἀποβοῦν ζῶντα παραδείγματα τῆς ὑποτιθεμένης θεωρίας τοῦ Δαρβίνου. Ἀλλ᾽ ὡς ἀπεδείχθη ἀκόμη καὶ εἰς τὸν πιθηκισμὸν ἀπέτυχον, διότι εἰς τὴν ἀντιγραφὴν τῶν τοιούτων ἠθῶν ἀπεδείχθησαν κακοί, καθὼς δὲν συμπεριέλαβαν τὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται εἰς τοὺς πλείονας ἀντιστοίχους Δυτικοὺς νόμους. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει σταθερὴ εἰς τὰς αἰωνίους ἠθικὰς ἀρχὰς τῆς Πίστεως ἡμῶν. Αἱ ἠθικαὶ ἀρχαί, ὡς καὶ τὰ δόγματα τῆς Πίστεως, δὲν συμμεταβάλλονται μὲ τὰς κοινωνικὰς μεταβολάς, ἀλλὰ παραμένουν σταθερὰ μέτρα καὶ σταθμά, διὰ τῶν ὁποίων ρυθμίζεται ὁ βίος τῶν πιστῶν, προκειμένου οὗτοι νὰ θεραπευθοῦν ἐκ τῶν παθῶν καὶ νὰ καταστοῦν δεκτικοὶ τῆς Θεοποιοῦ Χάριτος πρὸς «ὁλοτελῆ» ἁγιασμὸν καὶ σωτηρίαν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὁ ψηφισθεὶς νόμος παραμένει κενὸν γράμμα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Οὐδεμία νομικὴ μεταβολὴ ἢ «διόρθωσις» φύλου γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ὅσοι δὲ τυχὸν εὑρεθοῦν νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ νεοεφευρήτου τούτου θεσμοῦ, θέτουν ἑαυτοὺς ἐκτὸς Αὐτῆς καὶ τῶν ἁγιαστικῶν Αὐτῆς Μυστηρίων καὶ μόνον κατόπιν εἰλικρινοῦς μετανοίας καὶ διορθώσεως βίου γίνονται πάλιν δεκτοὶ εἰς ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν καὶ πάντοτε εἰς τὸ φύλον εἰς τὸ ὁποῖον ἐπλάσθησαν. Οἱ δὲ πιστοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καλοῦνται νὰ ἐντείνουν τὴν προσευχήν, ὅπως ὁ Θεὸς ἐλεήσῃ τὸ ἔθνος ἡμῶν ὥστε ἕνεκα τῶν ὀλίγων εὐσεβῶν φεισθῇ καὶ τῶν ὑπολοίπων.


Ἀθῆναι, 1/14 Ὀκτωβρίου 2017


Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου