ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

ΤΗ 3η ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΝΗΣΩ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ





Ποιμήν θεοπρόβλητος, και Εκκλησίας φωστήρ, Αιγίνης το καύχημα, Ορθοπραξίας κανών, εδείχθης μακάριε΄ 

Συ γαρ των Καινοτόμων, αρνησάμενος πλάνην, έλαμψας επ' εσχάτων, εν Γνησία τη Πίστει, και λόγοις παραμυθίας, ω Ιερώνυμε.




Πατήστε πάνω στα ακόλουθα links:



ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕΙ ΔΙΑ ΔΙΚΟΝ ΤΟΥ!


ΜΙΚΡΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΑΓΑΠΗΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ 3/16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Π.Η.


ΠΕΦΤΩ ΧΑΜΩ ΙΗΣΟΥ ΟΤΙ ΠΥΡ ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ


ΝΕΚΡΩΣΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΚΟΙΜΗΣΕΙ ΕΝΟΣ ΟΣΙΟΥ


ΚΑΛΗΝ ΑΝΤΑΜΩΣΙΝ ΑΝΩ ΘΑ ΦΥΓΩ ΣΤΙΣ 3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


ΜΥΡΩΜΕΝΑ ΑΝΘΗ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ


ΟΥΔΕΙΣ ΜΕ ΑΓΑΠΑΕΙ ΩΣ Ο ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ


ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΝ


ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣ


ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ


ΕΙΔΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΑΣ


ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑΝ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ



Ιστολόγιο <<ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ>>


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΕΥΙΤΗ ΚΑΠΠΑΔΟΚΗ ΟΣΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ





Απόσπασμα προλόγου της συγγραφέως Σωτηρίας Νούση στο βιβλίο 

''Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης (1883 - 1966)'', 

Ζ' έκδοση, σελ. 13 - 17. έτος 2010. 

''Βίος, Πνευματικαί Υποθήκαι και Παραινέσεις αυτού, ως συνελέγησαν και κατεγράφησαν υπό Σωτηρίας Δ. Νούση''.



ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ ΤΟΙΣ ΕΝΤΕΥΞΟΜΕΝΟΙΣ


''Εμοί λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου, ο Θεός''. Αυτή η αίσθησις και τιμή ενός συγχρόνου μας ''φίλου'' και βεβαιωτού της αλήθειας του Θεού μας, της ουρανίου αγίας μορφής του φίλου και πνευματικού μας αναδόχου Γέροντος Ιερωνύμου της Αιγίνης, αποτελεί θαραλλέαν υποτύπωσιν αγιότητας και εγκέντρισιν μετοχής εις την όντως ζωήν. Είναι ένα ''σημείον'' θεοφανείας και χαριτώσεως-  μία αποκαλυπτική φωνή συμπαθείας, στοργής και εγρηγόρσεως εις την παραπαίουσαν και δεινώς δοκιμαζομένην κοινωνίαν μας. 


Ομολογουμένως, έχομεν ανάγκην αιμοδοτήσεως και στηρίξεως δι' επέκεινα προεκτάσεις, από ανθρώπους εκδήμους, ιεροφάντας αφοσιωμένους τω Υιώ του Θεού, ''ίνα λιταίς των πολυτίμοις, στηρίζηται η Οικουμένη''. Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, το ανά χείρας βιβλίον μετωπικής συναντήσεως με τον πράον, ησύχιον και γεμάτον αγαπητικήν δύναμιν και σωστικήν αγωνίαν πρόσωπον του Γέροντος Ιερωνύμου, πολύ αγαπήθηκεν΄ έγινεν εχέγγυον ζωής, καθημερινόν εντρύφημα, και πολλούς έκαμε να έλθουν κοντά εις τον Θεόν, να λεπτυνθούν τα αισθητήριά των και να ζητήσουν προσβάσεις αγαστής μυστηριακής ζωής και αδιαλείπτου συντυχίας μαζί του. 


Από προφορικάς διηγήσεις και από πλήθος επιστολών παντοίων αναγνωστών, έγινεν γνωστόν, ότι παραινετικοί λόγοι ή κατευθυντήριοι προτροπαί του επαληθεύθησαν και επραγματοποιήθησαν, μέχρις αφαντάστου λεπτομερείας και μετά πάροδον πολλών, πέντε, δέκα, είκοσι ετών, ακόμη και μέχρι σήμερον, το 2009! Διηγείται (σε μία επιστολή του ο μακαριστός π. Ευσέβειος Βίττης, είδε σελ. 527), ότι η απλοική - ατιμέλητη εμφάνισις του Γέροντος και οι εξ ίσου -φαινομενικά-  απλοικοί του λόγοι και η λίγη ίσως ''αποτομιά'' του, δεν άφησαν την ''μημουαπτική ψυχή μου'', ίσως και εξ αιτίας της ευγενούς καταγωγής του, των Πανεπιστημιακών διπλωμάτων και κάποιων ξένων γλωσσών, να δώση σημασία εις τας απλοικάς νουθεσίας και υποδείξεις του Γέροντος, διά την μετέπειτα πνευματική του πορεία και κύριο στόχο του. 


Πέρασαν αρκετά χρόνια ''ως αέρα δώρων'' όπως γράφει, αν και με πολλάς χρησίμους Ιεραποστολικάς επιτυχίας και δράσεις, και τελικά, ''μετά είκοσι ακριβώς έτη'' πραγματοποιήθηκε στη ζωή του και στον τρόπο διαβιώσεώς του, ό,τι επακριβώς τότε του είχεν είπει ο Γέροντας. Άλλοι δε, οι οποίοι δεν ηξιώθησαν να τον γνωρίσουν από την επίγειον ζωήν του, μόνον με την επίκλησιν του ονόματός του εις δυσκόλους ή κατανυκτικάς, κατά την ανάγνωσιν του βιβλίου του, στιγμάς των, είχον άμεσην και έντονον συναντίληψιν και παραμυθίαν, ή και ιάσεις ακόμη. 


Πολλοί διηγούνται παραδόξους τρόπους, με τους οποίους έφθασε το βιβλίο του Γέροντος εις χείρας των, δηλ. η Εικόνα του, οι λόγοι του, η παρουσία του, εις κρισίμους και επικινδύνους στιγμάς του βίου των και το ιλαρόν του πρόσωπον και αι νουθεσίαι ''γλύκαναν'' την τεταραγμένην και πονεμένη ψυχήν των. Δηλ. ο άγιος Γέροντας διά του ταπεινού τούτου έργου, εκπληροί την βαθυτάτην επιθυμίαν και ζήλον που τον διακατείχον - πράγμα το οποίον αποτελεί και δι' ημάς την μόνην ικανοποίησιν και χαράν -  να ωφελή όσον δυνατόν περισσοτέρους ανθρώπους και κυριολεκτικά ''περπατά'' και τώρα και πάντοτε, εφ' όσον είναι οπωσδήποτε Άγιος, άγρυπνα και αγαπητικά και ανακαλύπτει μόνος του και προλαμβάνει... 


Τα ανωτέρω γράφονται μετά βεβαιότητος, διότι όντως είναι συγκινητικοί και παράδοξοι οι τρόποι με τους οποίους έφθασε και φθάνει ο Γέροντας, ''σε κάποια σπίτια, σε κάποιες καρδιές'' καθώς αναγνώσται γράφουν. Στην εποχή μας δε, έχει γίνει και παγκόσμιος περιπατητής! Όπου έχει φθάσει το βιβλίο του έχει φθάσει και η Χάρις του. Εκτός του Ελλαδικού χώρου και παντού στο Εξωτερικό έχει απλώσει το χαμόγελό του και τη στοργή του. Όσον αυτοί οι άνθρωποι είναι έγκλειστοι και μετά μανίας θα έλεγε κανείς επιδιώκουν την αφάνεια, όσο ζουν ανάμεσά μας, τόσο μετά την κοίμησί τους, η Χάρις και Ευλογία τους διοχετεύονται παντού και προκλητικά αναζητούν να μας βοηθήσουν! 


Διά της παρούσης δε εβδόμης εκδόσεως, γίνεται κάτι το επί πλέον: Μεταφέρεται και το άκουσμα της καθάριας, Καππαδοκικής φωνής του, μέσω του ενσωματωμένου CD. Εκ των διαφόρων επιστολών, ωρισμένοι είναι δεσμευτικοί, δηλ. παρακαλούν να μη δοθεί δημοσιότης εις αυτάς, και παρ' όλον που θα ήτο ευχής έργον, διότι θα εθαύμαζε κανείς και θα εδοξολόγει τον Θεόν δι' όσα αναγράφονται, εν τούτοις οφείλομεν να σεβασθώμεν την επιθυμίαν των αυτήν, απλώς υπάρχουν εις το αρχείον. 


Ενδεικτικώς επελέγησαν επιστολαί (μη δεσμευτικαί). αι οποίαι καταχωρούνται εις το τέλος, μετά τας προσθέτους αφηγήσεις: 1) Ενός λογιωτάτου Μοναχού, του οποίου ''το όνομα οίδεν ο Θεός'', 2) του κ. Αθανασίου Γ. Τσερνόγλου Φιλολόγου - Γυμνασιάρχου, τον οποίον ευχαριστώ θερμώς διά τας υποδείξεις του σχετικά με το κείμενον του βιβλίου, 3) της δ. Αναστασίας Δοπρίδου, η οποία εύρε εις τας σελίδας του ''ημερολογίου'' πολλά κοινά και ως εις εκείνην απευθυνόμεθα λόγια του Γέροντος, πράγμα, το οποίον διετυπώθη και από πολλάς άλλας νέας, 4) της κ. Σοφίας Ιωάννου, η οποία παρακαλεί διά την δημοσίευσιν, προς δόξαν Θεού, καθώς επίσης 5) της Καλλιόπης Γεωργίου από Ν. Υόρκη. 


Αι επανεκδόσεις του βιβλίου έχουν γίνει κοινός τόπος εκζητήσεως απ' όλα τα σημαία της γης, όπου οι Ορθόδοξοι πιστοί ''ως διψώσαι έλαφοι'' και ως ποθούντες πραγματικόν ''τύπον Χριστού'' Ποιμένα και Πατέρα, στρέφονται ''επί τας πηγάς της ζώσης παραδόσεως'', αι οποίαι είναι η κοινωνία των Αγίων εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών''. Σήμερον δε, δι' ευχών του Γέροντος, εξαντληθείσης και της έκτης εκδόσεως, προβαίνομεν εις την εβδόμην τοιαύτην, διότι όντως, θεωρούμεν τούτο ως χρέος και ταπεινήν προσφοράν. Σχετικώς με την ευθύς εξ αρχής έκδοσιν του βιβλίου, παρ' ότι ίσως θεωρηθή ''φλυαρία'', όμως κατόπιν επιμόνου προτροπής εκλεκτού Κληρικού και επομένως και υπακοής ένεκεν, παραθέτω μίαν λεπτομέρειαν, καθώς και δύο αποκαλυπτικά ενύπνια, της μακαριστής σήμερον, Γεροντίσσης Ευπραξίας. 


Δεν είχον ποτέ σκεφθεί συγγραφήν βιβλίου. Τας εν τω ημερολογίω μου σημειώσεις εκ των συναντήσεών μου, τότε, μετά του Γέροντος, τας εφύλαττα προς προσωπικήν μου ωφέλειαν. Ο Θεός επέτρεψεν, μετά πάροδον ολίγων ετών από της κοιμήσεως του Γέροντος, να εγγραφώ άνευ εξετάσεων, ως κάτοχος και άλλου πτυχίου, εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, πράγμα το οποίον, πιστεύω, ο Θεός και αι ευχαί του Γέροντος επέτρεψαν, ίσως, διά τον αποκλειστικόν σκοπόν και λόγον της παρουσιάσεως του ιερού προσώπου του Γέροντος διά της συγγραφής του βιβλίου, κατά το ''τις έγνω νουν, Κυρίου''. 


Εις το μάθημα της Ποιμαντικής του κ. Κωνσταντίνου Μουρατίδου, μοι ανατέθη φροντιστηριακή εργασία, επί του θέματος: ''Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς και το Ποιμαντικόν του έργον''. Παρεκάλεσα τον βοηθόν του κ. Καθηγητού κ. Γεώργιον Ευθυμίου, σήμερον πατέρα Γεώργιον, αν ήτο δυνατόν, αντί αυτού του θέματος, να διαπραγματευθώ έτερον, υπό τον τίτλον ''Ο Γέρων Ιερώνυμος ο εν Αιγίνη και το Ποιμαντικόν του έργον'', διευκρινήσασα τα περί του προσώπου του Γέροντος. Όντως μοι επιτράπει και εις μίαν εργασίαν περί τας 65 σελίδας, με την διάρθρωσιν, περίπου, του μετέπειτα εκδοθέντος βιβλίου, παρουσίασα εν ολίγοις το άγιον Πρόσωπον του Γέροντος Ιερωνύμου, με ωρισμένας αυτολεξεί και επί διαφόρων θεμάτων, παραινέσεις του. 


Εις το εξώφυλλον αυτής, ετοποθέτησα μίαν χαρακτηριστικήν φωτογραφίαν του Γέροντος. Διά να μην απουσιάσω από την υπηρεσίαν μου, παρεκάλεσα μίαν φίλην συνάδελφον, να παραδώση την ανωτέρω εργασίαν μου εις το Θεολογικόν Σπουσαστήριον, του Κεντρικού Πανεπιστημίου. Εκείνη την παρέδωσε, ως δε με επληροφόρησεν κατόπιν, ετοποθέτησε την εργασίαν μου εις την κορυφήν των συνεχομένων Γραφείων του Θεολογικού Σπουδαστηρίου και ότι τρεις ή τέσσαρες παρευρισκόμενοι Καθηγηταί ή Βοηθοί, δεν εγνώριζεν, επειδή είδον την φωτογραφία, την ερώτησαν περί του προσώπου του Γέροντος, διότι τους εφάνη άγνωστος η μορφή αυτή. 


Μετά τρεις ημέρας, εταξίδευσα διά την Αίγιναν, όχι βέβαια με την χαράν και τον ενθουσιασμό του παρελθόντος, αλλά με την έκτοτε, καταλαμβάνουσάν με συνήθως, θλίψιν ατενίζουσα αδιαφόρως την θάλασσαν της ιδίας, όπως κάποτε, γραμμής πλεύσεως προς Αίγιναν. Μετά το προσκύνημά μου εις τον Άγιον Νεκτάριον, επεσκέφθην το Ησυχαστήριον του Γέροντος διά να προσκυνήσω, αλλά και διά να ιδώ και την εκλεκτήν σοφήν οσίαν Γερόντισσαν Ευπραξίαν, η οποία ησκείτο και διηκόνει το Ησυχαστήριον. 


Αφού επροσκύνησα τον αξιοσέβαστον δι' εμέ Τάφον του Γέροντος, εναποθέσασα με μυστικήν κραυγήν της ψυχής, ως το ''τί βοάς προς με'' του Κυρίου μας προς τον Μωυσήν, τον πόνον, την νοσταλγίαν, και την παράκλισίν μου, εισήλθον εις το Ησυχαστήριον, όπου η Γερόντισσα με υπεδέχθη, ως συνήθως, με το πλατύ χαμόγελο της αγάπης και της καλωσύνης. Μετά την πρώτην συνομιλίαν μας, προσέθεσε: 


''Κόρη, είδα ένα περίεργο όνειρο προ τριών ημερών. Είδα ότι βρέθηκα σε μία μεγάλη πόλη, μάλλον στην Αθήνα. Πέρασα δρόμους, είδα πολλά αυτοκίνητα και κόσμο και μετά κατευθύνθηκα προς ένα μεγάλο κτίριο, το οποίο είχε μπροστά λίγα σκαλιά και μετά κάτι μεγάλες κολώνες. Πέρασα μέσα και μπαίνω σε ένα μεγάλο δωμάτιο, γραφείο, που οι τοίχοι του ήσαν γεμάτοι από βιβλιοθήκες με πολλά βιβλία, ένα γραφείο μεγάλο, έπιπλο, θυμάμαι μάλιστα μου έκανε εντύπωση και το γύρω - γύρω σκάλισμά του. Στη μέση δύο - τρία συνεχόμενα τραπέζια - γραφεία, δεν ξεύρω τι ήσαν. 


Εκεί μέσα ήτσαν τρεις - τέσσαρες άνδρες και επίσης, τι να δω κόρη! μπροστά, στην κορυφή των τραπεζιών αυτών, ήταν ο Γέροντας όρθιος και χαμογελαστός. Συνομιλούσε με τους κυρίους εκείνους. Τον επλησίασα και του λέγω: ''Γέροντα, τι δουλειά έχεις εσύ εδώ μέσα; και ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Και εκείνος μοι λέγει: ''Μη μιλάς, Καλογραία, μόνον πες μου, εσύ διατι είσαι λυπημένη;'' Του είπα τον λόγο και ύστερα πρόσθεσα: ''Γέροντα, θα ήθελα πολύ, πριν πεθάνω να βγει ένα βιβλίο για σένα! ''Πήγαινε, τώρα, μου απάντησε, και αυτό άφησέ το εις εμένα. Μη λυπάσαι, πήγαινε τώρα.'' 


Έφυγα και δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Τί να ήταν αυτό κόρη;'' Το πνεύμα δηλαδή της Σεβαστής Γεροντίσσης, είδεν εις όλας τας λεπτομερείας, το Πανεπιστήμιον, το Σπουδαστήριον και αντί της εργασίας, τον ίδιο τον Γέροντα! Δεν την διέκοψα, αλλ' αφού ετελείωσε, της ανέφερα σχετικικώς και εχάρη πολύ, όπως και εγώ περισσότερον, διότι εθεωρήσαμε τούτο, ως πληροφορίαν, ότι ίσως εφάνη αρεστόν εις τον Γέροντα...!



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απόσπασμα εκ του εισαγωγικού σημειώματος της συγγραφέως κας Σωτηρίας Νούση, προλογίζοντας το βιβλίο ''Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ  (1883 - 1966)''
Έκδοση Ζ', σελ. 13 - 17. έτος 2010.
''Βίος, Πνευματικαί Υποθήκαι και Παραινέσεις αυτού, ως συνελέγησαν και κατεγράφησαν 
υπό Σωτηρίας Δ. Νούση''.

ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΟΣΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗ

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

ΤΡΙΤΗ 2 (15) ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ




Θείας πίστεως, τή φωταυγεία, σκότος ἔλιπες, τῆς ἀσεβείας, καί φωστήρ τῆς ἀληθείας γεγένησαι 

ποιμαντικῶς γάρ φαιδρύνας τόν βίον σου, Κυπριανέ τή ἀθλήσει δεδόξασαι. 

Πάτερ Ὅσιε, 

τόν Κτίστην ἠμίν ἰλέωσαι, ὁμού σύν Ἰουστίνη τή Θεόφρονι.



Πρόγραμμα 

Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής



Δευτέρα, 1η / 14η Ὀκτωβρίου 

16.00΄ Ἁγιασμός, 19.00΄ Μέγας Ἑσπερινός 


Τρίτη, 2α / 15η Ὀκτωβρίου 

06.30΄ Ὄρθρος, 08.30΄ Θεία Λειτουργία, 11.00΄ Λιτάνευσις ἱερᾶς Εἰκόνος καί ἁγίων Λειψάνων, 16.00΄ Ἑσπερινός 


Προσκύνησις Ἁγίων Λειψάνων 

Δευτέρα: 16.00 ΄ - 20.00΄. Τρίτη: 06.30 ΄ - 20.00 ΄




Πατήστε στα ακόλουθα links:


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑΥΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ


Η ΕΥΧΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ


Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΙΟΥΣΤΙΝΗ


ΧΑΙΡΕ ΜΑΣΤΙΞ ΟΛΕΤΗΡΙΟΣ ΧΑΛΕΠΩΝ ΜΑΓΓΑΝΕΙΩΝ


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ


Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΗ 

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ


ΚΥΠΡΙΑΝΕ ΚΑΤΑΙΣΧΥΝΑΣ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ



Ιστολόγιο <<ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ>>


Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗ: Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ (ΚΕ' ΜΕΡΟΣ)



Ο Γρηγόριος Ευστρατιάδης (1864-1950) υπήρξε νομικός, εκδότης και βουλευτής. 

Επί σειρά ετών υπήρξε εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας ''ΣΚΡΙΠ'' της Αθήνας. 

Το ''ΣΚΡΙΠ'' αμέσως μετά την ημερολογιακή καινοτομία του 1924 τάχθηκε 

κατά του συνόλου των νεωτερισμών, που εισήγαγαν στο σώμα της Εκκλησίας 

ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης. 

Φιλοξενούσε 

στις σελίδες του το σύνολο σχεδόν των ανακοινώσεων της ''Ελληνικής Εκκλησιαστικής Κοινότητας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών'', 

δημοσίευε

 -με εμπεριστατωμένα ρεπορτάζ- όλες τις ειδήσεις για τις διώξεις των χιλιάδων αποτειχισμένων ''Παλαιοημερολογιτών'' 

και παρουσίαζε άρθρα αντινεωτεριστικά και κατά της κίνησης για την ''Ένωση των Εκκλησιών'', 

όπως ονομαζόταν τότε η οικουμενική κίνηση. 

Το βιβλίο του ''Η Πραγματική Αλήθεια περί του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου'' δημοσιεύθηκε 

υπό την μορφή 

συνεχιζόμενων άρθρων τον Μάρτιο του 1928 και αποτέλεσε

 μια εμπεριστατωμένη δημοσιογραφική και θεολογική εργασία για το ημερολογιακό σχίσμα. 

Το περισσότερο -ίσως- ενδιαφέρον 

στο βιβλίο αυτό παρουσιάζει το γεγονός, 

ότι επιχειρήθηκε η προσέγγιση των δρώμενων της ημερολογιακής καινοτομίας 

και

μέσα από το πληροφοριακό φάσμα της δημοσιογραφίας και εύλογα η επικαιρότητα ζωντανεύει ιδεατά 

στα ''πέτρινα'' αυτά χρόνια του Μεσοπολέμου, προσφέροντας στον αναγνώστη διαδραστικά τον επίκαιρο και ζωντανό παλμό των γεγονότων!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος




ΚΕ' Μέρος


Το καιριότερον πλήγμα, το οποίον κατήνεγκεν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κατά της Εκκλησίας, εν τη πρωτοβουλία και επιμονή του, να προσαρμόση το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον προς το Πολιτικόν, η σοβαρωτέρα βλάβη, η ανομωτέρα πράξις, η ολεθριωτέρα ζημία, ολεθριωτέρα και της δογματικής ακόμη προσβολής, είναι η διά της μονομερούς μεταβολής του Ημερολογίου ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ, η ΔΙΑΙΡΕΣΙΣ της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, εις την οποίαν κατά το σύμβολον της Πίστεώς μας πιστεύομεν όλοι οι Ορθόδοξοι. 


Μόνον έλλειψις φρονήματος Εκκλησιαστικού, έλλειψις Εκκλησιαστικής συνειδήσεως και διαισθήσεως, δύναται να δικαιολογήση την επιπολαιότητα, μεθ' ης απεφασίσθη η μεταβολή του παλαιού ημερολογίου εν τη Εκκλησία, μονομερώς άνευ της συναινέσεως και παρά την θέλησιν απασών των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και διά μόνης της εξαναγκαστικής συναινέσεως του δεδουλωμένου εκ των περιστάσεων και χειμαζομένου εκ των αλεπαλλήλων κατ' αυτού ηθικών τραυμάτων Οικουμενικού Πατριαρχείου. 


Οι Καθολικοί εγένοντο η ισχυρωτέρα δύναμις λόγω της εκκλησιαστικής των ενότητος. Απορρέουσαι όλαι αι εκκλησίαι των από μιας κεφαλής, του Πάπα, αποτελούν άπασαι εν σώμα, με μίαν μόνον κεφαλήν. Η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία χωρισθείσα εις διαφόρους Αυτοκεφάλους Εκκλησίας απώλεσε μεν την τυπικήν ενότητα αυτής, ηνούτο όμως, έως τώρα αρρήκτως διά της ενότητας της θρησκευτικής λατρείας, ίσης προς την ενότητα της πίστεως. 


Σήμερον διά της αυθαιρέτου καινοτομίας της Ελληνικής Εκκλησίας διασπάται και η ενότης αύτη, διότι η Εκκλησία της Ελλάδος μετά της Κωνσταντινουπόλεως και της Κύπρου αποσχίζεται της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας ταύτης. Ποίαν σύγχυσιν και ποίαν αναστάτωσιν επέφερεν η ανατροπή αύτη του υπάρχοντος από δύο χιλιάδων ετών Εκκλησιαστικού καθεστώτος, μόνον τυφλοί δεν δύνανται να ίδουν. 


Ευρισκόμεθα από τις 23 Μαρτίου 1924, εις μίαν αυτόχρημα Εκκλησιαστικήν επανάστασιν. Άλλην ημέραν εορτάζουν τα Χριστούγεννα οι εν Ελλάδι και άλλην ημέραν οι οι εν Ιερουσαλήμ, οι εν Αλεξανδρεία, οι εν Αντιοχεία, οι εν Αγίω Όρει κ.λ.π. Άλλην ημέραν εορτάζει τα Θεοφάνεια, την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού, την Κοίμησιν της Θεοτόκου κ.λ.π. η μία Εκκλησία και άλλην ημέραν η άλλη. Ο εορτάζων εν Ελλάδι την γέννησιν του Χριστού είχεν εν τω πνεύματι αυτού, ότι η μεγάλη αύτη εορτή εορτάζεται την αυτήν ημέραν, παρ' όλων εν γένει των χριστιανών, των τέκνων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. 


Αναπέμπων έκαστος χριστιανός ορθόδοξος τους ύμνους και τας δοξολογίας του προς Θεόν, αναπέμπει τούτας ουχί ως μονάς, αλλά ως μέλος αδιάσπαστον της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και υμνολογών τον Θεόν αισθάνεται την υψίστην πνευματικήν αγαλλίασιν σκεπτόμενος, ότι κατ' αυτήν την στιγμήν αι απανταχού της υφηλίου Ορθόδοξοι Χριστιανοί αναπέμπουσι τους αυτούς ύμνους, δι' ων νοερώς επικοινωνεί μετ' αυτών. 


Σκεπτόμενος επίσης ο εορτάζων την Θείαν Γέννησιν Χριστιανός, ότι τη αυτή ημέρα εν Βηθλεέμ, εν η τόπω υπάρχει η ιστορική φάτνη, πλήθος ορθοδόξων προσκυνεί το Άγιον σπήλαιον εντός αυτού ψάλλει το ''Δόξα εν Υψίστοις Θεώ'', ριγεί εκ συγκινήσεως υψών το πνεύμα του προς τον Θεόν και εδραιούμενος εν τη πίστει αυτού. Αλλ' ήδη; Το μέγα τούτον αγαθόν της κοινής παγχριστιανικής ορθοδόξου εορτής, ο συνδετικός ούτος κρίκος των απανταχού ορθοδόξων εκκλησιών, εθραύσθη και η Βηθλεέμ σιγά, όταν η Ελλάς εορτάζη την του Χριστού γέννησιν, διά να εορτάση ταύτη χωριστά άνευ πνευματικής μεθ' όλων των ορθοδόξων χριστιανών κοινωνίας! 


Αλλά μόνον τούτο; Εν αυτή τη Ελλάδι, η διαίρεσις η εκκλησιαστική εχώρισε τον λαόν εις δύο μερίδας, ων η μεν εορτάζει σήμερον, η δε μετά 13 ημέρας, μίαν και την αυτήν εορτήν. Η μεν μία μερίς νηστεύει, ίνα μεταλάβη των αχράντων μυστηρίων επί τη εορτή των Χριστουγέννων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή των Αγίων Αποστόλων, η δε ετέρα πανηγυρίζει εορτάσασα τας εορτάς ταύτας προ 13 ημερών! Και έτι χείριστον! 


Εις μίαν και την αυτήν οικογένειαν, η μεν σύζυγος και τα τέκνα άγουν την εορτήν των Χριστουγέννων, ενώ την αυτήν ημέραν ο σύζυγος νηστεύει ακόμη διά να εορτάση την αυτήν εορτήν, μετά 13 ημέρας! Είναι τούτο ενότης πίστεως; Είναι τούτο μία Εκκλησία; Είναι κοινή λατρεία, κοινή εορτή, κοινή ανάμνησις, κοινή θρησκεία; Είναι δυνατόν να εύρη δικαιολογίαν και συγνώμιν μία πράξις αυθαίρετος χωρίσασα εις δύο την μίαν Εκκλησίαν, διασπάσασα την θρησκευτικήν ενότητα, ποδοπατήσασα παραδόσεις και κανόνας δυσχιλιετούς Εκκλησιαστικού καθεστώτος και επιβουλευθείσα διά του σκανδάλου την ορθοδοξίαν, αυτήν την πίστιν και την θρησκείαν; 


Και μόνον, διότι μία των Εκκλησιών, η Μήτηρ πασών, η Εκκλησία των Ιεροσολύμων εξ οιουδήποτε λόγου δεν συνήνεσεν εις τον νεωτερισμόν του θρησκευτικού ημερολογίου και μόνον δι' αυτό ήτο υποχρεωμένη η Εκκλησία της Ελλάδος ν' αποκρούση την μεταβολήν έστω και αν άπασαι αι Εκκλησίαι συνεφώνουν εις ταύτην. Αλλά η Εκκλησία των Ιεροσολύμων δεν ήτο μόνη. Την ηκολούθησαν τόσαι άλλαι εκκλησίαι εν αδιασπάστω ενότητι. Και όμως επιβουλευθείσα  την ενότηταν ταύτην, η Εκκλησία της Ελλάδος ύψωσεν σημαίαν ανταρσίας και εσάλπισε σάλπισμα χωριστικόν! 


Και αγωνίζεται το χωριστικόν της τούτο κίνημα να το εδραιώση και το μονιμοποιήση αποτέμνουσα οριστικώς εαυτήν από το σώμα της Μίας Εκκλησίας! Αλλά καθεστώς εκκλησιαστικής ανταρσίας και στάσεως, καθεστώς ξένον προς τας πλείονας Εκκλησίας, καθεστώς αντιτιθέμενον προς τας θρησκευτικάς πεποιθήσεις και παραδόσεις είκοσι ολόκληρων αιώνων, καθεστώς βίας και αυθαιρεσίας είναι αδύνατον να στερεωθώ και να εδραιωθή. Διότι δεν έχει και βάσιν δικαιολογητικήν, θρησκευτικήν. 


Έχει βάσιν πολιτικήν, κοινωνικήν και εμπορικήν. Αλλά την βάσιν ταύτην, ουδεμία Εκκλησία εδέχθη. Την μη παραδοχήν του Γρηγοριανού ημερολογίου εν τη Εκκλησία υπηγόρευσαν, ουχί λόγοι πολιτικοί, αλλά καθαρώς θρησκευτικοί και λόγοι ουσιώδεις. Εις τούτους δε ώφειλε να προσέξη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όταν εκήρυττεν, ότι χάριν του  Ε μ π ο ρ ί ο υ  έπρεπε να χωρίση την Εκκλησίαν της Ελλάδος από τας άλλας Εκκλησίας. 


Υπολείπεται να εξετάσωμεν εις επόμενα άρθρα, ποίους αγώνας διεξήγαγον αι Εκκλησίαι από των Αποστόλων του Χριστού και των Πατέρων δι' Αποστολικών, Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, ίνα ενοποιήσωσι την όλην Εκκλησίαν, εις Εκκλησίαν Μίαν, έχουσαν κεφαλήν τον Ιησούν Χριστόν και πως κατωχύρωσαν τους κανόνας και τας διατάξεις αυτών, ώστε να μείνη αμετακίνητον και αδιάσπαστον το καθεστώς της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Εκ τινων δε λόγων δεν επετράπετο και απηγορεύετο ρητώς η μεταλλαγή του Εκκλησιαστικού ημερολογίου.


Συνεχίζεται 



Εκ του βιβλίου του Γρηγορίου Ευστρατιάδη 
''Η Πραγματική Αλήθεια περί του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου'',
που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα των Αθηνών ''ΣΚΡΙΠ'', 
την Παρασκευή 30 Μαρτίου 1928
έτος 32ον, αρ. φύλλου 8.944, σελ. 1η. 
Μεταφορά στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Διατηρήθηκε η Γραμματική τάξη της εποχής με την επέμβαση μόνο σε κάποια αναγκαία σημεία στίξης.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΥΡΟΥ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΤΩΝ ΟΥΚΡΑΝΙΚΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ''ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ''





Οι μονομερείς ενέργειες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία, που ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο 2019 με την υπογραφή του λεγόμενου «Τόμου Αυτοκεφαλίας», παρά τη βούληση της ιεραρχίας, του κλήρου, των μοναζόντων και του λαού της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκάλεσαν οξεία συζήτηση στο εκκλησιαστικό περιβάλλον. Η ανάλυση των δημοσιευμάτων επί του θέματος καταδεικνύει ότι για πολλούς μετέχοντες στη συζήτηση το ουκρανικό συνδέεται άμεσα προς θεμελιώδεις για την Ορθόδοξη εκκλησιολογία έννοιες όπως η αποστολική διαδοχή, η οικονομία και τα όριά της, η διάρθρωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο παγκόσμιο επίπεδο, η συνοδικότητα και το πρωτείο. 


Η αιτιολογημένη ανησυχία για την αδιάκοπη αποστολική διαδοχή στην Εκκλησία λόγῳ της αποδοχής από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην ευχαριστιακή κοινωνία προσώπων, των μη εχόντων κανονική χειροτονία, παρατηρείται σε μελέτες αρκετών ερευνητών, συμπεριλαμβανομένων και όσων αρθρογραφούν στα Ελληνικά. Θέσεις-κλειδιά, που παρατίθεται από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προς τεκμηρίωση των πράξεών του στην Ουκρανία, είχαν ήδη εξετασθεί από τη Συνοδική Βιβλική Θεολογική Επιτροπή διά του σχολίου επί του δημοσιευθέντος από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Γράμματος από 20ης Φεβρουαρίου 2019 του Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο. 


Έχοντας υπόψη τη συνεχιζόμενη συζήτηση του ουκρανικού εκκλησιαστικού από την ιεραρχία, τον κλήρο και τον λαό ορισμένων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, η Γραμματεία της Επιτροπής προβαίνει σε σχολιασμό μερικών σπουδαίων σημείων της συζητήσεως. Το πρόβλημα της αποστολικής διαδοχής στους σχισματικούς «ιεράρχες» Οι περισσότερες «χειροτονίες» των επισκόπων της «Ορθοδόξου εκκλησίας της Ουκρανίας» προέρχονται από τον πρώην Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Φιλάρετο Ντενισένκο, ο οποίος στις 27 Μαΐου 1992 τέθηκε σε αργία από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ στις 11 Ιουνίου 1992 καθαιρέθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας. 


Ελλείψει μετανοίας από τον μοναχό Φιλάρετο και εξαιτίας της συνεχιζόμενης σχισματικής δράσεως αυτού, συμπεριλαμβανομένου και του χώρου των άλλων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, η από 18ης έως 23ης Φεβρουαρίου 1997 συνελθούσα Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας αφόρισε τον ὡς άνω από το σώμα της Εκκλησίας δι’αναθεματισμού. Παρά την κατ’επανάληψιν άσκηση από αυτόν εκκλήτου ενώπιον του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, όπως και οι άλλες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αποδέχθηκαν γραπτώς την καταδίκη του.


Τον Οκτώβριο 2018 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ανακοίνωσε απρόσμενα την εξέταση της για πολλοστή φορά εφέσεως του μοναχού Φιλαρέτου, τον οποίο και αποκατέστησε στο βαθμό και το αξίωμα του «πρώην μητροπολίτη Κιέβου». Ενώ δεν επέδειξε μετάνοια ο Ντενισένκο και η απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δεν αιτιολογήθηκε από την επανεξέταση του φακέλου του και των εναντίον του κατηγοριών. Πέντε μήνες μετά από την εκχώρηση του «Τόμου Αυτοκεφαλίας» ο Μ. Ντενισένκο με μερικούς «επισκόπους» αποσχίσθηκε από την αναγνωρισμένη από την Κωνσταντινούπολη «Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας» και ανακοίνωσε την ανασύσταση του «Πατριαρχείου Κιέβου», προχωρώντας στη χειροτονία νέων «επισκόπων» για τις ανάγκες του ἐν λόγῳ.


Σημειωτέον, ότι η δημιουργία σχίσματος ήταν από βασικές, αλλά όχι και η μοναδική αιτία της εκπτώσεως του Φιλαρέτου. Η Συνοδική Πράξη της Συνόδου από 11ης Ιουνίου 1992, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εκκλησιαστικά εγκλήματά του ως ακολούθως: «οι αυταρχικές μέθοδοι διοικήσεως…η πλήρης περιφρόνηση της συνοδικής φωνής της Εκκλησίας», η «επιορκία», «η συνειδητή στρέβλωση των αυθεντικών αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας», «η μονοπρόσωπη οικειοποίηση της συνοδικής εξουσίας». Το δίκαιο αυτών των κατηγοριών, παρόλο που απορρίφθηκε προφανώς ανεξετάστως από τη Σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως, σύντομα αποδείχθηκε από τον ίδιο το Φιλάρετο, ο οποίος δημιούργησε σχίσμα, αυτή τη φορά εντός της νεόκοπης δομής, διαπράττοντας σχεδόν το ίδιο, για το οποίο καθαιρέθηκε σχεδόν πριν από τριάντα χρόνια. 


Έτσι ο μόνος από τους ιεράρχες του πρώην «πατριαρχείου Κιέβου», ο οποίος είχε κάποτε την κανονική χειροτονία, εγκατέλειψε τη νέα «αυτοκέφαλη εκκλησία», απορρίπτοντας δημοσίως τον λεγόμενο «Τόμο Αυτοκεφαλίας». Επίσης στην «ιεραρχία» της «Ορθοδόξου εκκλησίας της Ουκρανίας» ενσωματώθηκε πλήρως η ιεραρχία της λεγόμενης «Ουκρανικής αυτοκεφάλου ορθοδόξου εκκλησίας», στον πυρήνα της οποίας «χειροτονίες» που το 1990 τέλεσαν ο πρώην επίσκοπος Ζιτομίρ Ιωάννης Μποντναρτσούκ (με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας καθαιρέθηκε το 1989) και ο πρώην διάκονος Βίκτωρ Τσεκάλιν (καθαιρέθηκε το 1988 για ανήθικες πράξεις), ο αυτόκλητος, ο αυτοαποκαλούμενος επίσκοπος, ο οποίος στην πραγματικότητα ούτε εντός σχίσματος ουδέποτε είχε εἰς επίσκοπο χειροτονία. 


Απόπειρες των σχισματικών με πλαστογραφημένα τεκμήρια «να αποδείξουν» ότι στις χειροτονίες των πρώτων «επισκόπων» της ΟΑΟΕ, εκτός του Μποντναρτσούκ, δήθεν συμμετείχε και ένας άλλος αρχιερέας, εξετάσθηκαν επιμελώς βάσει του αρχειακού υλικού για να αποδειχθούν εξ ολοκλήρου ψευδείς. Μία μερίδα της «ιεραρχίας» της «Ουκρανικής αυτοκεφάλου ορθοδόξου εκκλησίας» αναχειροτονήθηκε από τον Φιλάρετο Ντενισένκο, εντούτοις στις «χειροτονίες» του Τσεκάλιν ανάγονται μέχρι σήμερα «χειροτονίες» μερικών «επισκόπων» αυτής της δομής, συμπεριλαμβανομένης και της «χειροτονίας» του Μακαρίου Μαλέτιτς, ο οποίος και αυτός «χειροτονήθηκε» ως επίσκοπος από την ιεραρχία του Τσεκάλιν. 


Χωρίς να έχει έστω και τυπικώς την αποστολική διαδοχή ο πρώην πρωθιερέας Νικόλαος Μαλέτιτς «αποκαταστάθηκε» από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στο βαθμό του «πρώην Λβοφ». Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποφάσισε την αθώωση και των δύο αρχηγών με τις «ιεραρχίες» τους χωρίς πρώτα να εξετάσει τους λόγους της αποσχίσεως, της καταδίκης τους και τα ζητήματα διαδοχής των σχισματικών «χειροτονιών» και μάλιστα χωρίς να γνωρίσει τους βασικούς σταθμούς των βιογραφιών τους. 


Τα όρια εφαρμογής της αρχής της οικονομίας. Πρωταρχική και απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής της οικονομίας κατά την εισδοχή των σχισματικών επισκόπων ή κληρικών στην Εκκλησία είναι η επίδειξη μετάνοιας από αυτούς. Ο Μέγας Βασίλειος στον 1ο κανόνα του ορίζει «τούς δέ ἐν ταῖς παρασυναγωγαῖς, μετανοίᾳ ἀξιολόγῳ καί ἐπιστροφῇ βελτιωθέντας, συνάπτεσθαι πάλιν τῇ Ἐκκλησίᾳ» και μαρτυρεί ότι «ὥστε πολλάκις καί τούς ἐν βαθμῷ συναπελθόντας τοῖς ἀνυποτάκτοις, ἐπειδάν μεταμεληθῶσιν, εἰς τήν αὐτήν παραδέχεσθαι τάξιν». Τη μετάνοια υποδεικνύουν ομοφώνως στις ερμηνείες τους επί του ἐν λόγῳ κανόνα οι τρείς σπουδαίοι βυζαντινοί κανονολόγοι: ο Ιωάννης ο Ζωναράς, ο Θεόδωρος Βαλσαμών και ο Αλέξιος Αριστηνός [1]


Ο 8ος κανόνας τῆς Α΄ Οικουμενικής, που πραγματεύεται την τάξη εισδοχής από το σχίσμα των Ναυατιανών, ορίζει να γίνουν δεκτοί τέτοιοι μόνον εάν προσκομίσουν έγγραφη ομολογία ότι θα ακολουθούσαν κατά πάντα του ορισμούς της Καθολικής Εκκλησίας. Τέλος, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε σε κοινωνία τους εικονομάχους επισκόπους μόνον όταν ο καθένας από αυτούς αποκήρυξε τις πρώτες πλάνες του (1η Πράξη της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου). Θεμελιώδης σημασίας είναι ότι η εφαρμογή της αρχής της οικονομίας έναντι των σχισματικών δύναται μόνον με την εφαρμογή μιας άλλης αρχαίας αρχής, σύμφωνα με την οποία το κανονικό επιτίμιο αίρεται μόνον από εκείνο το υποκείμενο της εκκλησιαστικής αρχής, το οποίο το είχε επιβάλει. 


Ο 5ος κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει: «Περί τῶν ἀκοινωνήτων γενομένων, εἴτε τῶν ἐν κλήρῳ, εἴτε τῶν ἐν λαϊκῷ τάγματι, ὑπό τῶν καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐπισκόπων, κρατείτω ἡ γνώμη, κατά τόν κανόνα τόν διαγορεύοντα, τούς ὑφ᾿ ἑτέρων ἀποβληθέντας ὑφ᾿ ἑτέρων μή προσίεσθαι» (βλ. επίσης τον 32ο Αποστολικό και τον 6ο κανόνα της ἐν Αντιοχείᾳ Συνόδου). Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον 2ο κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, διά του οποίου επικυρώθηκαν οι αντίστοιχοι ορισμοί της ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου, ο αφορισθείς από τη Σύνοδο της οικείας αυτού Εκκλησίας, δεν δικαιούται να ασκήσει έκκλητο προσφυγή ενώπιον του Πατριάρχη οιασδήποτε άλλης Εκκλησίας. 


Συνεπώς, το ζήτημα της άρσεως επιτιμιών κατά των σχισματικών και η αποδοχή αυτών στον οικείο αυτών βαθμό δύναται να αντιμετωπισθεί θετικά από εκείνη την Εκκλησία, η οποία τα είχε επιβάλει, είτε από την Οικουμενική Σύνοδο, αλλά με υποχρεωτική συμμετοχή και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση εκείνης της Τοπικής Εκκλησίας, η οποία υπέφερε άμεσα από τη δράση των σχισματικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το προηγούμενο εφαρμογής οικονομίας έναντι των Μελιτιανών επισκόπων, οι οποίοι δημιούργησαν σχίσμα στην Τοπική Εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Του θέματος επιλήφθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Όμως η συνοδική απόφαση εκδόθηκε με άμεση συμμετοχή και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου, ο οποίος, όπως καταχωρήθηκε στα πρακτικά της Συνόδου «ήταν και πρωταγωνιστής και μέτοχος όσων συνέβησαν στη Σύνοδο». 


Στη νεότερη ιστορία κατά παρόμοιο τρόπο άρχισε η θεραπεία του σχίσματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας στην Πανορθόδοξη Σύνοδο της Σόφιας το έτος 1998, η οποία η Σύνοδος κατ’οικονομία δέχθηκε τους σχισματικούς ιεράρχες στον οικείο αυτών βαθμό, αφού επέδειξαν μετάνοια και επανενώθηκαν με τον νόμιμο Προκαθήμενο τον Πατριάρχη Βουλγαρίας Μάξιμο. Τοιουτοτρόπως η μονομερής απόφαση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σχετικά με την αποδοχή των ουκρανών σχισματικών στον οικείο αυτών βαθμό ούτε κατ’οικονομία δύναται να αναγνωρισθεί νόμιμη, εφόσον δεν πληρώθηκαν οι δύο σπουδαιότερες προϋποθέσεις της εφαρμογής της: η μετάνοια των σχισματικών και η καταλλαγή αυτών με την Εκκλησία, από την ενότητα με την οποία εξέπεσαν και η οποία η Εκκλησία τους επέβαλε επιτίμια.


Είναι σημαντικό ότι καθ΄όλη τη διάρκεια της ιστορίας της η Ορθόδοξη Εκκλησία σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής οικονομίας έναντι των σχισματικών είχε να κάνει με πρόσωπα, των οποίων η χειροτονία έστω και τυπικά μέσα από τη σειρά τοποθετήσεως χειρών ανάγετο στους επισκόπους, που είχαν κάποτε την κανονική χειροτονία. Η ιστορία δεν γνωρίζει προηγούμενα αποδοχής στον «οικείο αυτών βαθμό» προσώπων, των οποίων η χειροτονία αναγόταν στους αυτόκλητους, που ουδέποτε είχαν την εἰς επίσκοπο χειροτονία. Ως εκ τούτου, ως προς την πλειοψηφία των «ιεραρχών» της λεγόμενης «Ουκρανικής αυτοκεφάλου ορθοδόξου εκκλησίας», περί της οποίας έγινε ο λόγος παραπάνω, ούτε καν να θέσουμε το 


θέμα της εφαρμογής οικονομίας έναντί τους μπορούμε καθόλου. Η έλλειψη νομιμότητας της «Ορθοδόξου εκκλησίας της Ουκρανίας». Η ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας (συμπεριλαμβανομένης και της νεότερης), γνωρίζει περιπτώσεις της άμεσης εμπλοκής κρατών και πολιτικών αρχών στο ζήτημα ανακηρύξεως του αυτοκεφάλου. Ακριβώς κατ΄αυτόν τον τρόπο τον 19ο και τις αρχές του 20ου αι. συγκροτήθηκαν οι περισσότερες σημερινές αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Αυτές οι διαδικασίες ήταν κατά κανόνα συνέπειες γεννήσεως του κυρίαρχου εθνικού κράτους (στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Σερβία) και κρίθηκαν ως στοιχείο της εθνικής οικοδομήσεως. Η νομιμότητα μιας νέας αυτοκεφάλου Εκκλησίας υποστηριζόταν από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.


Το σχέδιο συγκροτήσεως μιας αυτοκεφάλου Ουκρανικής Εκκλησίας, το οποίο εισηγήθηκε το έτος 2018 ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρος Ποροσένκο, επίσης βασιζόταν στην αντίληψη για το ότι εάν όχι όλοι, αλλά πάντως μια σεβαστή πλειοψηφία των ουκρανών πιστών, θα υποστήριζαν την ιδέα της αυτοκεφαλίας. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος, προφανώς εμπιστευόμενος τις πληροφορίες, που δεχόταν από τις ουκρανικές αρχές, επίσης εξέφραζε την πεποίθηση ότι εάν όχι όλοι, αλλά η πλειοψηφία των Ορθοδόξων κατοίκων της Ουκρανίας θα ενσωματώνονταν στη «νέα εκκλησία». 


Όμως οι επόμενες εξελίξεις κατέδειξαν πειστικά ότι στην πραγματικότητα η ιδέα μιας «αυτοκεφάλου εκκλησίας» δεν απολαμβάνει της υποστηρίξεως της πλειοψηφίας των Ορθοδόξων Ουκρανών. Τη δημιουργηθείσα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δομή σχεδόν εξ ολοκλήρου συναποτέλεσαν εκπρόσωποι των δύο σχισματικών παρατάξεων. Από 90 επισκόπους της κανονικής Εκκλησίας μόνον δύο μεταπήδησαν στη νέα οντότητα. Η υπό τον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Ονούφριο Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία ως και πρότερα παραμένει η μεγαλύτερη ομολογία της χώρας, τόσο ως προς τον αριθμό επισκόπων, κληρικών και ενοριών, όσο και ως προς τον αριθμό πιστών. 


Κατ΄αυτόν τον τρόπο επαληθεύονται ιστορικά για άλλη μια φορά τα λόγια από την Εγκύκλιο Επιστολή των Πατριαρχών της Ανατολής του έτους 1848: «ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστιν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον». Η ήττα του Πέτρου Ποροσένκο στις προεδρικές εκλογές την άνοιξη του 2019, ο οποίος από τα κεντρικότερα σημεία του προεκλογικού του προγράμματος είχε την ανακήρυξη του ουκρανικού αυτοκεφάλου, μόνον επιβεβαίωσε το αστήρικτο των αξιώσεων της «Ορθοδόξου εκκλησίας της Ουκρανίας» επί του ρόλου της εθνικής εκκλησίας.


Η παραμόρφωση του ρόλου του πρώτου επισκόπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τα μέλη και οι εμπειρογνώμονες της Συνοδικής Βιβλικής Θεολογικής Επιτροπής στο προαναφερθέν ήδη Σχόλιό τους επί του Γράμματος του Πατριάρχη Βαρθολομαίου λεπτομερώς ανέλυσαν τις θέσεις, οι οποίες στο σύνολό τους στηρίζουν τις αποκλειστικές εξουσιαστικές αρμοδιότητες των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως εφ’όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:


α) η διδασκαλία περί της «υπερορίου ευθύνης» του Κωνσταντινουπόλεως στα ζητήματα τελικής διευθετήσεως διαφόρων κανονικών καταστάσεων, οι οποίες αναφύονται στις άλλες κατά τόπους Εκκλησίες, δηλαδή το δικαίωμα αναμίξεως στα εσωτερικά θέματα οιασδήποτε Τοπικής Εκκλησίας,


β) η διδασκαλία περί του δικαιώματος «επιτροπικώς» και «διαιτητικώς» να επιλύει διαφορές μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών, «να ενισχύει» ακόμη και εκ της ιδίας αυτού πρωτοβουλίας εκείνες τις ενέργειες των Προκαθημένων των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, τις οποίες θα έκρινε ελλιπείς,


γ) η αντίληψη περί του «πρωτείου εξουσίας» του Κωνσταντινουπόλεως στο παγκόσμιο επίπεδο ως απολύτως απαραίτητης προϋποθέσεως υπάρξεως της Εκκλησίας παρομοίως με το υφιστάμενο πρωτείο της εξουσίας του επισκόπου στην επαρχία του και του Προκαθημένου εντός της Τοπικής Εκκλησίας,


δ) το δικαίωμα καθορισμού και αναθεωρήσεως των ορίων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, εξαγωγής των επαρχιών, της ιεραρχίας, του κλήρου και του λαού από την ιερά και αυστηρώς προστατευόμενη από τους ιερούς κανόνες εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας μίας Τοπικής Εκκλησίας και καθυποτάξεως αυτών σε μία άλλη, το δικαίωμα αυτοτελούς ανακηρύξεως αυτοκεφαλίας μερίδων των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών, έστω και παρά την βούληση των ανώτατων εκκλησιαστικών αυτών αρχών,


ε) το δικαίωμα της αποδοχής εκκλήτου προσφυγής και η εκδίκαση τελεσιδίκως των προσφυγών των επισκόπων και κληρικών οιασδήποτε αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Οι ὡς άνω πτυχές αυτής της νέας διδασκαλίας προσκρούουν στην Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού, παραποιούν βάναυσα την αγιοπατερική εκκλησιολογία, οδηγούν τους ιεράρχες και θεολόγους του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, που τις υποστηρίζουν, στη δημιουργία στην Ορθόδοξη Ανατολή ενός προτύπου της εκκλησιαστικής διοικήσεως, που πλησιάζει τον παπισμό του μεσαίωνα. Οι Άγιοι πατέρες της Ορθοδοξίας, ιεράρχες και θεολόγοι των παλαιφάτων Πατριαρχών της Ανατολής κατέβαλαν αρκετές προσπάθειες αγωνιζόμενοι ομολογιακά κατά της ιδέας του παπισμού. 


Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας και σήμερα ακολουθεί απαρεγκλίτως τη γραμμή, την οποία υποστήριζαν αυτοί οι πατέρες στην πολεμική τους κατά του παπισμού των περασμένων αιώνων. Δεν είναι περιττό να υπενθυμίσουμε για άλλη μια φορά λόγια από την Εγκύκλια Πατριαρχική και Συνοδική Επιστολή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως του 1895 από το ήδη προαναφερθέν σχόλιο της Επιτροπής, όπου η Αγία Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία καταθέτει μαρτυρία, την οποία συμμεριζόταν τότε, της ορθόδοξης προσεγγίσεως του πρωτείου: «Ἐκ τοῦ κανόνος τούτου καταφαίνεται, ὅτι ὁ Ῥώμης ἐστίν ἐπίσκοπος ἰσότιμος τῷ ἐπισκόπῳ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και τοῖς τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐν οὐδενί δέ κανόνι καί παρ΄οὐδενί τῶν Πατέρων ὑπαινιγμός τις γίνεται, ὅτι ποτέ ὁ Ῥώμης μόνος ἐστίν ὁ ἀρχηγός τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί ὁ ἀλάθητος κριτής τῶν ἐπισκόπων τῶν ἄλλων ἀνεξαρτήτων καὶ αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν».


Αυτή την πίστη η Ρωσική Εκκλησία παρέλαβε από τη Μητέρα της, την αρχαία Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία, και την κρατεί, μη δεχομένη αλλοιώσεις και καινοτομίες. Η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας. Εξαιτίας των αντικανονικών ενεργειών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας αναγκάσθηκε να διακόψει την ευχαριστιακή κοινωνία με αυτό, καθοδηγούμενη από τους ιερούς κανόνες, οι οποίοι ορίζουν άμεσα τη διακοπή της κοινωνίας με όσους «κοινωνούν με τους ακοινώνητους» (2ος κανόνας της ἐν Αντιοχεία Συνόδου). Είναι κατάλληλο να επαναφέρουμε στη μνήμη μας πως κατά τη διάρκεια της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου ο Άγιος Αυτοκράτορας Ιουστινιανός καλούσες τους συνοδικούς πατέρες να παύσουν τη μνημόνευση του ονόματος του Πάπα Βιγιλίου, «για να μην αναγινώσκουν πλέον το ξένο για τους χριστιανούς όνομά του στα Ιερά Δίπτυχα, προκειμένου να μην καταστούν οι ίδιοι κοινωνοί στη δυσσέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου». 


Εάν η συνέχιση της κοινωνίας με πρόσωπο, το οποίο υποστήριξε την καταδικασμένη από την Εκκλησία διδασκαλία σήμαινε τη συμμετοχή στη δυσσέβειά του, ποια θα πρέπει να είναι η αντίδραση στην αποδοχή στην κοινωνία από ιεράρχες και κληρικούς της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως εκείνους, τους οποίους το πλήρωμα της Ορθοδοξίας μέχρι πρότινος έβλεπε ως στερουμένους της χάριτος σχισματικούς και αυθιερωμένους; Μήπως αυτό δεν είναι αμαρτία κατά της Εκκλησίας και κατά της Αγίας Ευχαριστίας; Με τη διακοπή του μνημόσυνου του Πάπα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός τόνιζε ότι, παρά τα γενόμενα, «διατηρούμε την ενότητα με τον αποστολικό θρόνο…διότι ακόμη και η επί τα χείρω αλλαγή του Βιγιλίου ή οποιουδήποτε άλλου, αδυνατεί να πλήξει την ειρήνη των Εκκλησιών» (Acta Conciliorum Oecumenicorum. IV, 1.P.202). 


Γι΄αυτό και η Ρωσική Εκκλησία δεν αποχωρίσθηκε ούτε αποχωρίζεται από κάθε τι το άγιο και γνήσιο εκκλησιαστικό στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, και όμως ταυτόχρονα δεν κρίνει δυνατή τη συμμετοχή στις αντικανονικές πράξεις του Προκαθημένου, της ιεραρχίας και του κλήρου αυτής, επιδιώκοντας να περιφρουρήσει από αυτά και τα πιστά τέκνα της. Τοιουτοτρόπως η αναγκαστική αποχή από τη συμμετοχή στα μυστήρια του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο προχώρησε στην πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία με πρόσωπα μη έχοντα την αποστολική διαδοχή, υπαγορεύθηκε από την ευλάβεια έναντι της Θείας Ευχαριστίας και την αδυναμία, έστω και έμμεσα, να μοιραζόμαστε το ιερό Μυστήριο με τους σχισματικούς.


Η αναγκαστική διακοπή της κοινωνίας με την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως υπαγορεύεται από την μέριμνα για την καθαρότητα της πίστεως και την αυστηρή τήρηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Διάπυρες και ενδόμυχες προσευχές αναπέμπουμε στον Τριαδικό Μόνο Θεό υπέρ ταχίστης παύσεως της ταραχής, την οποία προκάλεσε το Πατριαρχειό Κωνσταντινουπόλεως, και υπέρ επαναφοράς ομοφροσύνης και αγάπης στην Ορθόδοξη Εκκλησία.



[1] Ο Ιωάννης Ζωναράς: «τούς δέ παρασυνάγοντας, συνάπτεθαι πάλιν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐπιστρέφοντας ἐν μετανοίᾳ ἀξιολόγῳ˙ καί τοσοῦτον συνάπτεσθαι τῇ ἐκκλησίᾳ, ὤστε καί εἰς τόν αὐτόν πολλάκις, ἀντί τοῦ, ἔστιν ὅτε, παραδέχεσθαι αὐτούς βαθμόν».
Ο Θεόδωρος Βαλσαμών: «τούς δέ παρασυναγάγοντας, συνάπτεσθαι πάλιν τῇ ἐκκλησίᾳ μετανοοῦντας ἀξίως, ὥστε καί εἰς τούς προτέρους βαθμούς πολλάκις παραδέχεσθαι».
Ο Αλέξιος Αριστηνός: «Οἱ τοιοῦτοι γάρ μεταμεληθέντες, καί μετανοίᾳ ἀξιολόγῳ καί ἐπιστροφῇ βελτιωθέντες, συνάπτονται πάλιν ὡς ἕν σῶμα τῇ ἐκκλησίᾳ».


Άρθρο του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων της επισήμου Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΛΟΥΚΑ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ





Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. στ’ 31-36)

Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;


Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.


Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.Η φιλανθρωπία είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε’ 7).


Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει. Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολών. Η συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.


Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμου. Το νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτε. Όταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνική. 


Όταν οι άνθρωποι είναι ελεήμονες δε θ’ αμαρτήσουν ενάντια στο νόμο. Όταν όμως τηρούν το νόμο αλλά τους λείπει η φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν να χάσουν το στεφάνι της δόξας που υποσχέθηκε ο Κύριος στους φιλάνθρωπους. Το σημερινό ευαγγέλιο μιλάει για την ύψιστη μορφή αγάπης: την αγάπη για τους εχθρούς. Ο Κύριος Ιησούς έδωσε την εντολή – όχι συμβουλή αλλά εντολή — ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας. Η εντολή Του αυτή δεν είναι περιστασιακή και σποραδική, όπως είχε γίνει πριν από την έλευσή Του σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Η εντολή της αγάπης για τους εχθρούς μας τοποθετείται στην ύψιστη θέση στο ευαγγέλιο.


Είπε ο Κύριος: «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοί­ως» (Λουκ. στ’ 31). Αυτά είναι τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου που μας εισάγουν στην αγάπη για τους εχθρούς μας. Αν δε θέλετε να γίνουν εχθροί σας οι άνθρωποι, πρώτ’ απ’ όλα φροντίστε να μη γίνετε εσείς εχθροί τους. Αν είναι αλήθεια πως κάθε άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει εχθρούς, αυτό σημαίνει πως είσαι εχθρός κάποιου. Πώς τότε απαιτείς από έναν άνθρωπο να γίνει φίλος σου, αφού είσαι εχθρός του; Πρώτα λοιπόν ξερίζωσε την έχθρα από την καρδιά σου κι υστέρα να μετρήσεις τους εχθρούς σου στον κόσμο. 


Στο μέτρο που θα ξεριζώσεις από την καρδιά σου την πονηρή αυτή ρίζα κι αποκόψεις όλα τα κλαδάκια που πετούν απ’ αυτήν, θα βρεις και λιγότερους εχθρούς να μετρήσεις. Αν μετά θελήσεις να γίνουν φίλοι σου οι άνθρωποι, πρέπει εσύ πρώτα να πάψεις να είσαι εχθρός τους και να γίνεις φίλος τους. Όσο γίνεσαι φίλος με τους άλλους, τόσο ο αριθμός των εχθρών σου θα μειώνεται και στο τέλος θα μηδενιστεί. Αυτό όμως δεν είναι το κύριο θέμα. Το κύριο θέμα είναι πως σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχεις φίλο σου το Θεό. Είναι πολύ πιο σπουδαίο για τη σωτηρία σου να μην είσαι εχθρός κανενός, να μην έχεις καθόλου εχθρούς. 


Αν είσαι εχθρός άλλων, τόσο εσύ όσο κι οι άλλοι είστε εμπόδια στη σωτηρία σου. Όταν είσαι φίλος με τους άλλους, τότε οι εχθροί σου, έστω και ασυνείδητα, βοηθούν στη σωτηρία σου. Ας σκεφτόταν αλήθεια κάθε άνθρωπος τον αριθμό των ανθρώπων τους οποίους εχθρεύεται ο ίδιος, κι όχι εκείνους που είναι εχθροί του. Τότε το σκοτεινό πρόσωπο αυτού του κόσμου θα άστραφτε μέσα σε μια μέρα σαν τον ήλιο. Η εντολή του Χριστού πως πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτό που ζητάμε κι εμείς απ’ αυτούς είναι τόσο φυσική και τόσο σαφής και καλή, που είναι να θαυμάζει και ν’ απορεί κανείς πως δεν έχει γίνει από παλιά μια καθημερινή συνήθεια στους ανθρώπους. Κανένας άνθρωπος δε θέλει να τον βλάψουν οι άλλοι. 


Επομένως ας μη βλάψει κι αυτός τους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του φέρονται καλά. Επομένως ας φέρεται κι αυτός καλά στους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του συχωρούν τις αμαρτίες του. Ας συγχωρεί κι αυτός τις αμαρτίες των άλλων. Κάθε άνθρωπος θέλει να συμπάσχουν οι άλλοι στις λύπες του και να χαίρονται στη χαρά του. Ας συμπάσχει κι αυτός με τις λύπες των άλλων κι ας χαίρεται με τις χαρές τους. Κάθε άνθρωπος θέλει ν’ ακούει καλά λόγια από τους άλλους. Θέλει να τον τιμούν, να τον ταΐζουν όταν πεινάει, να τον επισκέπτονται όταν είναι άρρωστος και να τον προστατεύουν όταν τον κυνηγούν. Ας κάνει κι αυτός τα ίδια στους άλλους.


Αυτό ισχύει τόσο για τους ανθρώπους ατομικά, όσο και για ομάδες ανθρώπων, γειτονικές φυλές, έθνη και κράτη. Αν την εντολή αυτή την υιοθετούσαν σαν κανόνα όλες οι τάξεις, τα έθνη και τα κράτη, θα έπαυε αμέσως κάθε κακία και σύγκρουση ανάμεσά τους, θα εξαλειφόταν κάθε έχθρα και πόλεμος. Αυτό είναι το φάρμακο για κάθε παρόμοια αρρώστια, δεν υπάρχει κανένα άλλο. Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρ­τωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. στ’ 32-34). 


Αυτό πάει να πει: Αν περιμένετε από τους άλλους να σας κάνουν καλό και την καλοσύνη αυτή να την ανταμείψετε και σεις με καλό, δεν κάνετε κάτι επαινετό. Περιμένει ο Θεός ανταμοιβή για τη θερμότητα του ηλίου, για να δώσει εντολή στον ήλιο να λάμψει; Ή μήπως ενεργεί από ευσπλαχνία κι αγάπη; Το ξαναλέμε πως η ευσπλαχνία είναι ενεργητική αρετή, όχι παθητική. Αυτό το έκανε σαφές ο Θεός από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. Μέρα με τη μέρα από την αρχή του κόσμου ο Κύριος μοίραζε απλόχερα τα πλούσια τα δώρα Του σ’ όλα τα πλάσματά Του. Αν περίμενε πρώτα από τα πλάσματά Του να του ανταποδώσουν κάτι, ούτε ο κόσμος ούτε ένα μοναδικό πλάσμα δε θα υπήρχε σ’ αυτόν. 


Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπάνε, είμαστε έμποροι και κάνουμε ανταλλαγές. Αν κάνουμε το καλό μόνο στους ευεργέτες μας, είμαστε οφειλέτες και επιστρέφουμε το χρέος μας. Η ευσπλαχνία δεν είναι κάποια αρετή που απλά αποπληρώνει τις οφειλές της, αλλά που πάντα δανείζει. Η αγάπη είναι αρετή που δανείζει συνέχεια χωρίς να ελπίζει σε επιστροφή της οφειλής. Αν δανείζουμε εκείνους που ελπίζουμε πως θα μας τα επιστρέψουν, ποία ημίν χάρις εστί; Τί καλό κάνουμε; Μεταφέρουμε τα χρήματά μας από μια κάσα σε μιαν άλλη, αφού αυτό που δανείζουμε το θεωρούμε δικό μας, όπως κι όταν ήταν στα δικά μας χέρια.


Θα ήταν παραφροσύνη να σκεφτούμε πως με τα παραπάνω λόγια ο Θεός μας διδάσκει να μην αγαπάμε εκείνους που μας αγαπάνε, να μην κάνουμε το καλό σ’ αυτούς που μας ευεργετούν. Θεός φυλάξοι! Αυτό που θέλει να πει, είναι πως αυτή είναι μια κατώτερη αρετή, που μπορούν να την ασκήσουν ακόμα κι οι αμαρτωλοί. Είναι το ελάχιστο μέτρο του καλού, που φτωχαίνει τον κόσμο αυτόν και περιορίζει τους ανθρώπους, τους κάνει στενόμυαλους. Ο Θεός θέλει ν’ αναβιβάσει τον άνθρωπο στα ανώτερα ύψη των αρετών, απ’ όπου θεωρεί κανείς όλα τ’ αγαθά του Θεού, όλους τους κόσμους Του, εκεί που η τρομοκρατημένη και περιορισμένη καρδιά του δούλου γίνεται απεριόριστη κι ελεύθερη καρδιά του υιού και κληρονόμου. 


Η αγάπη προς αυτούς που μας αγαπάνε είναι μόνο το πρώτο μάθημα στο απέραντο βασίλειο της αγάπης. Η ανταπόδοση του καλού σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, είναι μόνο το στοιχειώδες σχολείο, μπροστά στη μακρά σειρά σπουδών στα καλά έργα. Ο δανεισμός σ’ εκείνους που θα ξεπληρώσουν το χρέος τους δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι μόνο το πρώτο δειλό βήμα προς το μέγιστο καλό, που δίνει χωρίς να περιμένει επιστροφή.




Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β' – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε' Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς