ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ




Πρός τόν Καθηγούμενον Γέροντα Γαβριήλ 


῾Ιεράν Μονήν Διονυσίου ῞Αγιον ῎Ορος 



Εν Πάρω τῇ 7ῃ Σεπτεμβρίου 1964

«Μετά συγκινήσεως καί καυχήσεως ἐν Κυρίῳ παρακολουθῶμεν τούς ὡραίους καί ὑψηλούς ὑπέρ τῆς ἀμωμήτου πίστεως καί τῆς ἀκηράτου ᾿Ορθοδοξίας ἀκραιφνεῖς ἀγῶνας ὑμῶν. Εὐλογοῦμεν τόν Κύριον, διότι καί σήμερον ἐν τῷ ῾Αγιωνύμῳ ῎Ορει ἔχει καί διατηρεῖ ἀσφαλεῖς προμάχους καί κήρυκας τῆς παναχράντου ᾿Ορθοδοξίας. 


Τό θάρρος καί ἡ ἀνδρεία, ἣν ἐπεδείξατε ῾Υμεῖς καί τό πνευματικόν Σας τέκνον ὁ π. Θεόκλητος, καθώς καί πάντες οἱ ἅγιοι ῾Ηγούμενοι καί Μοναχοί ἀδελφοί ῾Αγιορεῖται κατά τῆς ἐσπευσμένης καί ὑπόπτου προσπαθείας καί τῆς κατά δουλικόν τρόπον ἐνεργείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου, πρός ἕνωσιν τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μετά τῆς κακοδόξου Ρώμης, ὁμολογουμένως μᾶς ἐνεθουσίασαν καί μᾶς ἐξαναγκάζουν ἐκ μυχίων νά Σᾶς συγχαρῶμεν, εὐχόμενοι εἰς τόν Δομήτορα τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας νά Σᾶς χαρίζῃ ὑγείαν καί παρρησίαν ἕως τέλους. Εὔχεσθε καί ὑπέρ ἡμῶν τό αὐτό ἀδελφοί. 


῎Ηδη προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη καί οἱ καιροί τό ἀπαιτοῦν, ὅπως συντονίσωμεν ἅπαντες τάς προσπαθείας ἡμῶν καί ἐνεργήσωμεν ὁμοθυμαδόν καί μελετημένως διά τήν ἐπαναφοράν τοῦ Πατρίου ῾Εορτολογίου. Τοῦτο, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἀπαιτεῖ αὐτή ἡ ἑνότης τῆς ἐνδόξου καί πολυπαθοῦς ῾Ελλαδικῆς ἡμῶν ᾿Εκκλησίας, ἢτις ἑνότης διεσπάσθη, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς αὐθαιρέτως καί ἡμαρτημένως εἰσήχθη τό παπικόν ἡμερολόγιον... 


Σᾶς ἀποστέλλομεν ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ, ἐσωκλείστως, πλατυτέραν ἀδελφικήν ᾿Επιστολήν (ἀντίγραφα πέντε), δι᾿ ἧς ἐπιθυμοῦμεν νά καταστήσωμεν ῾Υμᾶς κοινωνούς καί τῶν ἡμετέρων σκέψεων καί αἰσθημάτων, προσπαθειῶν καί ἐνεργημάτων, ὡς πρός τό φλέγον τοῦτο καί ἐπεῖγον θέμα. Παρακαλοῦμεν δέ τήν ἀγάπην Σας, ὅπως κυκλοφορήσῃ τήν ᾿Επιστολήν ταύτην καί ἐπιδόσῃ καί εἰς τούς ἁγίους ἀδελφούς (Καθηγουμένους) καί τῶν ἄλλων ᾿Αθωνιτικῶν ῾Ιερῶν Μονῶν, εἰς τούς Δικαίους τῶν ῾Ιερῶν Σκήτεων καί πάντας τούς λογίους Μοναχούς. 


Εἰς περίπτωσιν, καθ᾿ ἣν θά συμφωνήσητε διά τήν συνάντησιν ἐν τῇ ῾Ιερᾷ Μονῇ Πετράκῃ κατά τήν Κυριακήν τῶν Πατέρων τῆς Ζʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (11 ᾿Οκτωβρίου), εἰδοποιήσατέ μας ἐγκαίρως, ἵνα γνωρίζωμεν. ῾Υμεῖς, π. Γαβριήλ, ἀποτελέσατε, Σᾶς παρακαλοῦμεν, τήν συνισταμένην τῶν συνεννοήσεων μεταξύ τῶν Προεστώτων τῶν αὐτόθι ῾Ιερῶν Μονῶν καί ἀπαντήσατέ μας, ἐάν νομίζητε, συγκεντρωτικῶς διά λογιαριασμόν ὅλων. ῾Ημεῖς θά ἔλθωμεν σύν Θεῷ εἰς ἐπαφήν μέ διαφόρους ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους». 



Εκ του βιβλίου 
''Ο 'Οσιος Φιλόθεος της Πάρου - 'Ενας ένθεος Ασκητής Ιεραπόστολος (1884-1980)'' 
του π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου 
έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου 
Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Θαψανῶν Πάρου 
1999
 σελ. 318-319
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



† ᾿Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος


Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

ΑΝΑΓΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ





Εφόσον η εν Ελλάδι (κρατούσα) Εκκλησία είναι σήμερον διηρημένη, προφανώς

 η Ι. Σύνοδος της ηνωμένης εν Ελλάδι Εκκλησίας, 

ως ήτο προ της καινοτομίας του 1924, 

δεν δύναται να συγκληθεί. 

Η συγκρότησις της Συνόδου ταύτης θα καταστεί δυνατή, ότε οι διιστάμενοι 

θα ενωθούν εν τη Ορθοδοξία, ως εγένετο πάντα εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. 

Κατά την χρονικήν περίοδον π.χ. επικρατήσεως της εικονομαχικής καινοτομίας,

 δεν ήτο δυνατόν να συγκληθεί Ορθόδοξος Σύνοδος της όλης Εκκλησίας. 

Δια τούτο αύτη συνεκροτήθη, ότε δεν ίσχυε η αίρεσις της Εικονομαχίας, 

δηλαδή το 787, ως η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος ενώσεως. 

Η ιδία Ζ' Οικουμενική Σύνοδος γράφει δια των αγίων αυτής Πατέρων, 

ότι εγένετο,

 ''ίνα των διεστώτων την διαφωνίαν εις συμφωνίαν μεταγάγωμεν και το μεσότειχον αρθεί της έχθρας 

και η αρχήθεν θεσμοθεσία της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας το κύρος απολάβοι''.

 Δηλαδή συνεκροτήθη δια να ενώσει τα διιστάμενα μέρη της διηρημένης 

και τότε Εκκλησίας, 

τους διαφωνούντας προς την ορθόδοξον πίστιν Εικονομάχους, 

και τους ενισταμένους 

κατά της εικονομαχικής αιρέσεως Ορθοδόξους,

 διά συμφωνίας εν τη Ορθοδοξία. 



Παρομοίως και η Σύνοδος της ηνωμένης εν Ελλάδι Εκκλησίας δύναται να συγκληθεί ως Σύνοδος ενώσεως των ''διεστώτων οπαδών'' της οικουμενιστικής καινοτομίας και των ενισταμένων κατ' αυτής, διά συμφωνίας εν τη Ορθοδοξία. Κατά την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η λεγόμενη ''Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι η Σύνοδος της ηνωμένης εν Ελλάδι Εκκλησίας. Αύτη είναι Σύνοδος εν καινοτομία και εν εκκλησιαστική διαστάσει. Αι δε πράξεις και αποφάσεις ταύτης υπέρ της εορτολογικής καινοτομίας και του παπικού Οικουμενισμού ή γενικότερον της Οικουμενιστικής αιρέσεως, την κατατάσσουν βεβαίως εις την κατηγορία παλαιότερων φιλαιρετικών ή αιρετικών Συνόδων, όπως π.χ. είναι η εικονομαχική Σύνοδος του 754, ήτις συνεκροτήθη υπέρ της καινοτομίας της αιρέσεως της Εικονομαχίας και κατεκρίθη από την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον. 


Αλλά ουδέ αι Ι. Σύνοδοι των ενισταμένων κατά της εορτολογικής καινοτομίας του Οικουμενισμού αποτελούν την Σύνοδον της ηνωμένης εν Ελλάδι Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συμφώνως προς τον ευαγγελικόν και κανονικόν νόμον και την διδαχήν των αγίων Πατέρων, η αποτείχεισις και ο αντιαιρετικός αγών των ενισταμένων Ορθοδόξων αποσκοπεί εις την διάσωσιν της ενότητος της πίστεως της Εκκλησίας και εις την Ορθόδοξον ένωσιν της διηρημένης εν Ελλάδι Εκκλησίας, διά Συνόδου Ενώσεως. Ως ελέχθη, ούτοι ''ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμόν την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι'', ήτοι να σώσουν. Εφόσον λοιπόν η Σύνοδος ενώσεως επιδιώκεται και θα γίνει εις το μέλλον τώρα διεξάγεται αγών Ορθοδόξου ενστάσεως, αι υπάρχουσαι Σύνοδοι των ενισταμένων έχουν σημασίαν καλού αγώνος υπέρ της πίστεως. 


Δηλαδή νοούνται ως ομάδες και συγκροτήσεις Επισκόπων ενισταμένων αντιαιρετικώς και ορθοδόξως, υπέρ της Ορθοδοξίας και της ενώσεως της Εκκλησίας. Α ν ά γ κ η  ο ρ θ ο δ ό ξ ο υ  ε ν σ τ ά σ ε ω ς. Προέχει λοιπόν, όχι η διοικητική οργάνωσις των ενισταμένων, ως ούτοι μόνον να απετέλουν την εν Ελλάδι ηνωμένην Εκκλησίαν, αλλά ο αντιαιρετικός αγών των Ορθοδόξων, ως έπραξαν και εδίδαξαν εις το παρελθόν και οι Άγιοι. ''Αγώνος ουν χρεία μεγάλου και τούτου νομίμου'' λέγει ο Μ. Βασίλειος εις παράλληλον προς την ιδικήν μας εποχήν. Δηλαδή υπάρχει ανάγκη μεγάλου αγώνος, συμφώνου προς τον ευαγγελικόν και κανονικόν νόμον και την πράξιν των Αγίων και την θεμιτήν πολιτειακήν νομοθεσίαν. 


Πάσαι αι Οικουμενικαί Σύνοδαι ενώσεως της Εκλησίας υπήρξαν καρπός ιερών αγώνων των Ορθοδόξων ενισταμένων. Η 'Α Οικουμενική Σύνοδος προήλθεν ως αποτέλεσμα των υπέρ πίστεως αγώνων, μάλιστα του Αγίου Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας και του Μ. Αθανασίου. Η 'Β Οικουμενική σύνοδος των αγώνων μάλιστα του Μ. Βασιλείου και Γρηγορίου του Θεολόγου. Η 'Γ Οικουμενική Σύνοδος μάλιστα του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και του αγίου Κελεστίνου Ρώμης. Οι 'Δ και 'Ε Οικουμενικαί Σύνοδοι των αγώνων των Ορθοδόξων, οι οποίοι δεν εφησύχασαν, αλλά ηγωνίσθησαν υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως ''άχρι θανάτου''. Η 'ΣΤ Οικουμενική Σύνοδος των αγώνων μάλιστα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και του αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων. Η 'Ζ Οικουμενική Σύνοδος μάλιστα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και άλλων Αγίων. Και σήμερον θα φθάσωμεν εις Ορθόδοξον Σύνοδον ενώσεως της διηρημένης εν Ελλάδι Εκκλησίας, διά μιμήσεως των προ ημών αγίων και ηρωικών αγωνιστών υπέρ της Ορθοδοξίας. 



Απαιτείται, λοιπόν, Ορθοδοξία. 

Πατερική θεμελίωσις. 

Ένστασις κατά το παράδειγμα των Αγίων. 

Συνεγασία των ενισταμένων εν ορθοδόξω πίστει και αγάπη '' της αληθείας'', 

ως λέγει ο Απόστολος Παύλος. 

Και αγών κατά της εορτολογικής καινοτομίας και γενικότερον κατά της αιρέσεως του Οικουμενισμού. 

Αγών υπέρ της Ορθοδοξίας μέγας, νόμιμος και μέχρι θανάτου. 

Διότι

 ''γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής'', 

λέγει ο Κύριος της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, 

ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, 
επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απόσπασμα εκ του βιβλίου του μακαριστού θεολόγου 
Αριστοτέλη Δελήμπαση 
''ΠΑΣΧΑ ΚΥΡΙΟΥ''
Αθήνα 1985
σελ. 813-815


Αείμνηστος Θεολόγος Αριστοτέλης Δελήμπασης


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

ΟΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ, ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ





Εἶναι ὁ πλοῦτος «ἁμαρτία»;


Οἱ πλούσιοι θά πᾶνε στήν κόλασση καί οἱ πτωχοί στόν Παράδεισο;

Τά ἐρωτήματα αὐτά ἒρχονται στό μυαλό ὃσων ἀκοῦν τήν παραβολή 

τοῦ «πτωχοῦ καί τοῦ πλουσιου»
τοῦ Ἱεροῦ Ευαγγελίου 

καί δέν κάνουν τον κόπο νά καθήσουν νά σκεφθοῦν καί νά 

προσπαθήσουν 

νά μποῦν στό ΑΛΗΘΙΝΟ μήνυμα πού μᾶς ἒδωσε Ὁ Κύριός μας.

Τήν ἐργασία τήν εὐλόγησε Ὁ Ἲδιος καί εἶναι ἀπολύτως λογικό καί φυσικό, ὁ κάθε ἂνθρωπος, νά προσπαθῆ γιά τό καλλίτερο στήν ζωή του καί στόν τρόπο διαβιώσεως τοῦ ἰδίου ἀλλά καί τῆς Οἰκογενείας του. Ὁ τιμίως ἐργαζόμενος ὁ φιλοπρόοδος ἂνθρωπος, ὁ νοικοκύρης καί ὁ ΜΗ σπάταλος, ἒχει κάθε δικαίωμα νά δημιουργήση, νά κάνη περιουσία καί νά ζῆ κατά τρόπο ἂνετο, ἀρκεῖ νά μή γίνη δοῦλος τοῦ «μαμωνᾶ», νά μή γίνη τό χρῆμα αὐτοσκοπός του καί νά μή «πατᾶ ἐπί πτωμάτων» προκειμένου νά ἀποκτήση ὃλο καί περισσότερα ὑλικά ἀγαθά.


πάρχει ὃμως καί ἓνας ἂλλος σημαντικός (ἲσως ὁ πλέον σημαντικός) παράγων τόν ὁποῖον ΟΥΔΕΠΟΤΕ πρέπει νά λησμονᾶ ὁ ἂνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ ἐργασία τοῦ ἀποδίδει ἀρκετά ὑλικά ἀγαθά. Καί εἶναι αὐτός ὁ παράγων, ἡ διαρκής ἐπίγνωσις τοῦ ὃ,τι γύρω του ὑπάρχουν καί ἂνθρωποι ἀναξιοπαθοῦντες, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀκόμα καί τῶν στοιχειωδῶν. Ἐάν στήν δούλεψή του ἒχει ὑπαλλήλους, πρέπει νά βλέπη καθ ἓναν ἐξ αὐτῶν, ὡς συνεργάτη, ὡς συνάδελφό του, ὡς τόν «πλησίον» του. Ἐπειδή ὁ σύγχρονος κόσμος ἀπεμακρύνθη ἀπό αὐτές τίς ἀρχές, ἐπειδή ὁ «χρυσός» ἒγινε ὁ μόνος ὁδηγός ἀρχόντων καί ἀρχομένων, ἐπειδή κάθε ἒννοια πραγματικῆς Χρριστιανικῆς ἠθικῆς ἒχει ἀπωλεσθεῖ, ἐνεφανίσθη αὐτή ἡ «κρίση», ἡ ὁποία, πρέπει νά σημειωθῆ μέ κάθε τρόπο, ΔΕΝ εἶναι μόνον οἰκονομική ἀλλά ΚΥΡΙΩΣ ΗΘΙΚΗ.


Οἱ ἠθικές ἀξίες, τά ἰδανικά, ὁ ἀνθρωπισμός καί κυρίως ἡ ἐπαφή μέ Τόν Δημιουργό καί Κύριό μας, ἒχουν χαθεῖ. «Εὐδαιμονισμός», σαρκολατρεία, ἀπληστία, κάθε εἲδους σκοτεινή δραστηριότητα, καταπίεσις τῶν ἀδυνάτων, δημιουργία κλίματος καταναλωτισμοῦ καί γενικῶς ἡ μετά «μανίας» προσκόλλησις στήν ὓλη (σέ κάθε της μορφή) ἒχουν κυριαρχίσει και βασανίζουν τό σύνολον τῶν ἀνθρώπων. Ὁ «μαμωνᾶς» ΤΙΜΩΡΕΙ. Ὃλοι ὃσοι δουλεύουν κάτω ἀπό τίς ἐντολές του, ἒχουν προσωρινά καί ἐφήμερα κέρδη. Τό ὑπερκαταναλωτικό πνεῦμα πού κυριάρχησε τά τελευταῖα χρόνια, ἒχει ΤΕΡΑΣΤΙΑ εὐθύνη γιά τήν σημερινή δυστυχία πού ὑπάρχει ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ, ἀκόμα καί σἐ χῶρες οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται στά μάτια μας ὡς «ἰσχυρές» καί «κυρίαρχες».


Ούδέποτε παρέμειναν ἐπί μακρόν χωρίς νά καταστραφοῦν κοινωνίες πού ἐστήριξαν τήν ἰσχῦν των εἰς τό χρῆμα, στήν «δύναμη», ἢ στήν ποδηγέτηση ἂλλων λαῶν. Δέν πρέπει νά κρίνωμε τά πάντα μέ βάση τό «μῆκος» τῆς δικῆς μας παρουσίας ἐπί τῆς γῆς. Πέρασαν αἰῶνες ἐπί αἰώνων, θά περάσουν αἰῶνες ἐπί αἰώνων καί ἡ ἀνθρωπότητα θά βασανίζεται πάντοτε ἀπό παρόμοιες καταστάσεις, μέ πολύ μικρά διαλείματα, ἐπειδή οἱ σκοτεινές δυνάμεις, μποροῦν νά δημιουργοῦν στά ὓπουλα σχέδιά της, «ὂμορφα περιτυλίγματα» κάτω ἀπό τά ὁποῖα κρύπτεται ἡ δυστυχία καί τελικῶς ἡ ἀπώλεια ψυχῶν, νά πείθουν τούς μή σκεπτομένους πώς πρέπει νά ζοῦν «ἐλεύθερα», νἀ «διασκεδάζουν» καί νά θέτουν τίς ψυχές των «ὑποθήκη» προκειμένου νά ζοῦν μέ τρόπο πού, τελικῶς, τούς ὁδηγεῖ σέ καταστάσεις γεμᾶτες ἀπελπισία καί ἀδιέξοδα.


Βεβαἰως, «μαζί μέ τά ξερά καίγονται καί τά χλωρά», ὃπως λέει ὁ πάνσοφος λαός μας. Ὑπάρχουν ἂνθρωποι οἱ ὁποῖοι ταλαιπωροῦνται, χωρίς νά πάψουν νά ἐργάζωνται σωστά, χωρίς νά παραβαίνουν ἠθικούς κανόνες καί χωρίς νά ἐργάζωνται μέ τίς εντολές ἢ τά διδάγματα τοῦ μαμωνᾶ. Ἂνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν πῆραν δάνεια γιά νά πᾶνε …«διακοπές στήν Βιέννη», ἢ γιά νά «ἀγοράσουν μεγάλα αὐτοκίνητα», ἢ γιά νά «ζήσουν μέ τρόπο μέ τόν ὁποῖον θά ἒμπαιναν στό μάτι τοῦ γείτονα» Ἐμεῖς, οἱ πιό παλιοί, ἒχομε περάσει καταστάσεις πολύ πιό δύσκολες ἀκόμα καί ἀπό τήν σημερινή. Περάσαμε δύσκολα (πολύ δύσκολα) χρόνια, ἀλλά δέν πέσαμε στήν παγίδα τῶν ναρκωτικῶν κ.λπ.


γανακτίσαμε καί ἐμεῖς μέ τήν συμπεριφορά κάποιων ὑπευθύνων, στενοχωρηθήκαμε ἀλλά βάλαμε τό κεφάλι κάτω καί ἐργαστήκαμε. Σήμερα, βλέπομε τήν γῆ, τά κοπάδια και τις ψαρόβαρκες νά ἐγκαταλείπωνται καί νά περιμένωμε κάποιον διορισμό τῶν παιδιῶν στό Δημόσιο κ.λπ.


Ποιητής Ἑλύτης ἒγραψε πώς «ἐάν κάποιος διαλύση τήν Ἑλλάδα. θα ἀπομείνουν, μιά ἑλιά, ἓνα ἀμπέλι καί μιά βάρκα, πρᾶγμα πού σημαίνει πώς μέ μιά ἑλιά, ἓνα ἀμπέλι καί μιά βάρκα, μποροῦμε νά τήν ξαναφτιάξωμε». Ἂς σκεφθοῦμε αὐτά τά λόγια. Κρύβουν ἀλήθειες πού δέν πρέπει νά λησμονοῦμε. Καί κυρίως, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, πώς Ὁ Κύριός μας δέν μᾶς θέλει ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥΣ. Ἐλπίδα στόν Θεό, σκληρή δουλειά στήν πρωτογενῆ μας παραγωγή καί ΨΗΛΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ. ΟΛΑ διορθώνονται, ἐκτός ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς. Καί μή νομισθῆ πώς ΔΕΝ ἀντιλαμβανόμεθα τήν δυστυχία πού ὑπάρχει γύρω μας. Ὃλοι «στό ἲδιο καζάνι βράζομε».


μως, ΟΛΑ διορθώνονται ὃταν ὑπάρξη ΕΛΠΙΔΑ, ὃταν ἀντιδροῦμε μέ ΛΟΓΙΚΗ καί ὃταν ΔΕΝ πάψωμε νά ΕΛΠΙΖΩΜΕ. Οἱ πρόγονοί μας, πού καί ἐκεῖνοι εἶχαν ἀντιμετωπίσει πολλές φορές ῍ιδιες καί πιό σκληρές κρίσεις, μᾶς στέλνουν τό μήνυμα, «δεν φθάνει νά ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά πρέπει νά ένεργοῦμε καί ἐμεῖς». Ἡ μεγάλη, ἡ τεράστια δυσχέρεια, εὑρίσκεται εἰς τά νέα παιδιά. Καί γιά τοῦτο φταίει ἡ γενιά πού τά μεγάλωσε μέ ὑπερπροσφορά ἀγαθῶν καί μέ συμβουλές «σπούδασε παιδί μου γιά νά σέ βάλλω στό Δημόσιο», μέ κύριο γνώμονα τήν «ἢσσονα προσπάθεια» καί μέ τό παράδειγμά της μέ τό ὁποῖο ἐδίδαξε τά παιδιά της «μή γίνεσαι κορόϊδο και δουλεύης ἀλλά νά εἶσαι..καπάτσος»…!



Γιά τόν λόγο αὐτό τά νεαρά ἂτομα, 

ὂχι μόνον ξεστρατίζουν σέ ἐπικίνδυνες λύσεις (ναρκωτικά κ.λπ.), ἀλλά καί ἀρνοῦνται

 νά δεχθοῦν νά δουλέψουν στήν γῆ, στό κοπάδι ἢ στήν βάρκα. 

ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΤΑ ΠΑΔΙΑ. 

Ὃσο γιά τό ἂν οἱ πλούσιοι εἶναι καταδικασμένοι σέ ἀπώλεια καί οἱ πτωχοί θά «σωθοῦν», 

ε πιτρέψτε μου νά ἐπαναλάβω, πώς Ὁ Ἲδιος Ὁ Κύριος, ἒδωσε τον νοῦ καί τά «τάλαντα»

 (ταλέντα θά λέγαμε σήμερα) 

ἐπιβραβεύοντας τόν ἐργασθέντα καί ἀξιοποιήσαντα αὐτά πού τοῦ ἒδωσε, 

ἀλλά παραλλήλως μᾶς ἐδίδαξε τό 

«ο ἒχων δύο χιτῶνας νά δίδη τόν ἓναν», 

θέλων νά σημειώση μέ τόν συνδυασμό τῶν συμβουλῶν του, τήν μή ὓπαρξη ἀπληστίας

 καί τό διαρκές μας ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀτυχήσαντα ἀδελφόν μας.



Εκ του ιστολογίου ''ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ''
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Agiografy by Zachar Ponomarenko


Αρχιμανδρίτης  π. Ευθύμιος Μπαρδάκας

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Β' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ




Ο άγιος Γρηγόριος, ο υιός του θείου και ανεσπέρου φωτός, ο αληθινός άνθρωπος του Θεού 
και θαυμαστός υπηρέτης και λειτουργός των θείων, πατρίδα είχε την Βασιλεύουσα 
και οι γονείς του ήταν περιφανείς και ένδοξοι, και φρόντισε να στολίσει τον εαυτό του 
όχι μόνο εξωτερικά, αλλά πολύ περισσότερο εσωτερικά, στην ψυχή, με την αρετή και την παιδεία. 
Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Γρηγόριος ήταν σε πολύ τρυφερή ηλικία, 
και η μητέρα του τον ανέτρεφε και τον παιδαγωγούσε, μαζί με τους αδελφούς και τις αδελφές του, 
με το θέλημα του Κυρίου και τις ιερές Γραφές, και τον έστειλε και σε δασκάλους 
για να διδαχθεί την κοσμική σοφία. Αυτός, κοντά στην ευφυΐα που είχε εκ φύσεως, 
έβαλε και την κατάλληλη επιμέλεια και σε λίγο διάστημα συγκέντρωσε κάθε λογής επιστήμη.

Όταν έγινε περίπου είκοσι χρόνων, θεώρησε τα επίγεια ασήμαντα και πιο απατηλά από τα όνειρα και ζητούσε να ανατρέξει στον Θεό, τον αίτιο και χορηγό της αληθινής σοφίας, και να αφιερωθεί σ’ αυτόν ολοκληρωτικά με τον ασκητικό βίο. Φανέρωσε λοιπόν στη μητέρα τον θεοφιλή σκοπό του και ότι από πολύν καιρό έτρεφε αυτόν τον πόθο και τον φλογερό έρωτα προς τον Θεό, και διαπίστωσε ότι και εκείνη προ πολλού αυτά είχε στο μυαλό της και αυτά την ευχαριστούσαν. Αμέσως λοιπόν η μητέρα μάζεψε και τα άλλα παιδιά, τους φανέρωσε τον σκοπό του μεγάλου Γρηγορίου και τους ρώτησε τι γνώμη έχουν γι’ αυτά. Όμοια και εκείνος τους μίλησε με προτρεπτικά λόγια και γρήγορα τους έπεισε όλους να τον ακολουθήσουν πρόθυμα στον πόθο του και στη φυγή από τον κόσμο.


Μοίρασε λοιπόν με ευαγγελικό τρόπο τα υπάρχοντα στους φτωχούς, παράτησε γενναία την εύνοια του βασιλιά και τις τιμές που τον περίμεναν στα ανάκτορα, και ακολούθησε τον Χριστό. Τη μητέρα και τις αδελφές τις έβαλε σε γυναικείο μοναστήρι, και αυτός πήρε τους αδελφούς του και πήγε στο Άγιο Όρος, τον Άθωνα. Εκεί έπεισε τους αδελφούς του να μείνουν σε άλλες μονές, ίσως γιατί οι περιστάσεις δεν επέτρεπαν το να μείνουν μαζί, και ο ίδιος έγινε υποτακτικός ενός θαυμαστού ασκητή, του Νικοδήμου, ο οποίος ζούσε με μόνον τον Θεό στην ησυχία. Απ’ αυτόν διδάχτηκε κάθε αρετή στην πράξη με ταπείνωση ψυχής, και εκεί δέχτηκε με μυστική αποκάλυψη την προστασία της πάναγνης Θεοτόκου και την ακαταγώνιστη βοήθειά της προς όλους.

Μετά την εκδημία του γέροντά του έμεινε για λίγα χρόνια στη Μονή Μεγίστης Λαύρας με σπουδή μεγάλη και φρόνημα γεροντικό, και έπειτα έφυγε επιθυμώντας την ησυχία και ασπάστηκε την ερημιτική ζωή. Προσθέτοντας δε πάντοτε πόθο στον πόθο και επιθυμώντας να είναι πάντοτε μαζί με τον Θεό, παρέδωσε τον εαυτό του σε άκρα σκληραγωγία. Με τη μεγάλη προσοχή συμμάζεψε τις αισθήσεις του και ανύψωσε τον νου του στον Θεό. Όλο τον χρόνο του τον αφιέρωνε στην προσευχή και τη μελέτη των θείων και ρύθμισε τη ζωή του με άριστο τρόπο, και έτσι νίκησε κατά κράτος τους πολέμους των δαιμόνων με τη βοήθεια του Θεού.

Με τις ολονύχτιες προσευχές και τις πηγές των δακρύων του καθάρισε την ψυχή του και έγινε εκλεκτό σκεύος του Αγίου Πνεύματος και είδε πολλές θεοφάνειες. Και το πιο θαυμαστό είναι ότι, αν και από τις επιδρομές των Ισμαηλιτών αναγκάστηκε να έλθει στη Θεσσαλονίκη, στη Σκήτη της Βέροιας και σε κάποιες άλλες πόλεις, όμως δεν έφευγε καθόλου από την ακρίβεια της μοναστικής ζωής. Αφού λοιπόν για πολλά χρόνια καθάρισε τελείως το σώμα και την ψυχή, κατά θεία νεύση δέχτηκε το μέγα χρίσμα της ιεροσύνης και επιτελούσε την ιερή μυσταγωγία σαν να ήταν άυλος και εκστατικός, ώστε και μόνο βλεπόμενος προξενούσε κατάνυξη στις ψυχές εκείνων που τον έβλεπαν.

Και αληθινά ήταν μέγας και αναγνωριζόταν ως πνευματοφόρος απ’ αυτούς που ζούσαν κατά Θεόν, αλλά και από κείνους που έβλεπαν μόνο τα εξωτερικά. Διότι είχε λάβει εξουσία εναντίον των δαιμόνων και απελευθέρωνε από τις απάτες τους αυτούς που είχαν αιχμαλωτιστεί, και τα άκαρπα δέντρα τα έκανε καρποφόρα, και προέβλεπε τα μέλλοντα, και ήταν στολισμένος και με τα άλλα χαρίσματα και τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Επειδή όμως το να ασκούμε την αρετή βρίσκεται στη δική μας εξουσία, αλλά το να πέσουμε σε πειρασμούς δεν εξαρτάται από εμάς, και επειδή χωρίς πειρασμούς ο άνθρωπος δεν γίνεται τέλειος ούτε φανερώνεται η πίστη που έχει στον Θεό, γι’ αυτό και παραχωρήθηκε από τον Θεό ο μέγας Γρηγόριος να πέσει σε πολλούς και διάφορους πειρασμούς, για να φανεί πραγματικά τέλειος σε όλα.

Ποιος νους μπορεί να συλλάβει αυτά που ακολούθησαν; Ποια λόγια μπορούν να φανερώσουν τις μηχανές του φοβερού εχθρού, τις μεγαλύτερες από τις πρώτες, και τις εναντίον του διαβολές και συκοφαντίες των νέων θεομάχων και όσες κακώσεις και θλίψεις έπαθε απ’ αυτούς αγωνιζόμενος για την ευσέβεια επί εικοσιτρία ολόκληρα χρόνια; Διότι το ιταλικό θηρίο, ο Καλαβρός Βαρλαάμ, που υπερηφανευόταν για την κοσμική σοφία του και με τη ματαιότητα των λογισμών του νόμιζε ότι τα ξέρει όλα, σήκωσε δεινό πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού και της ορθόδοξης πίστης μας και όλων εκείνων που την κρατούσαν ακλόνητα.

Αυτός δηλαδή, την κοινή χάρη του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και το φως του μέλλοντος αιώνος, με το οποίο και οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος και το οποίο φανέρωσε ο Χριστός όταν έλαμψε πάνω στο Θαβώρ, και γενικά κάθε δύναμη και ενέργεια της τρισυπόστατης Θεότητας και οτιδήποτε διαφέρει από τη θεία ουσία, ο Βαρλαάμ φρενοβλαβώς δογμάτισε πως είναι κτιστό (δηλαδή δημιούργημα του Θεού). Και εκείνους που ευσεβώς φρονούσαν ότι είναι άκτιστο το θειότατο αυτό φως, όπως και κάθε δύναμη και ενέργεια του Θεού, διότι κανένα από τα θεία προσόντα δεν είναι υστερογενές, αυτούς με λόγους και με συγγράμματα τους ονόμαζε διθεΐτες και πολύθεους, όπως μας ονομάζουν οι Ιουδαίοι, ο Σαβέλλιος και ο Άρειος.

Γι’ αυτό λοιπόν ο θείος Γρηγόριος, ως υπέρμαχος της ευσεβείας και περισσότερο από κάθε άλλον αγωνιζόμενος και συκοφαντούμενος γι’ αυτήν, κλήθηκε από την Εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο ευσεβής βασιλιάς Ανδρόνικος Δ’ ο Παλαιολόγος συνεκάλεσε Ιερά Σύνοδο. Και αφού ο Βαρλαάμ ήλθε και παρουσίασε τα κακόδοξα δόγματά του και τις κατηγορίες του εναντίον των ευσεβών, ο μέγας Γρηγόριος φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα, έλαβε ακαταμάχητη δύναμη από τον ουρανό και έφραξε και καταντρόπιασε εκείνο το στόμα που ανοίχτηκε εναντίον του Θεού, και με πύρινα λόγια και συγγράμματα έκανε στάχτη τις αιρέσεις του σαν φρύγανα. Και έτσι μη μπορώντας να υπομείνει την ντροπή ο εχθρός της ευσέβειας, έφυγε προς τους Λατίνους, από τους οποίους και είχε έρθει. Αμέσως μετα από εκείνον ο Γρηγόριος έλεγξε στη Σύνοδο τον Πολυκίνδυνο (Ακίνδυνο) και με λόγους αντιρρητικούς διέλυσε τα συγγράμματά του. Ωστόσο οι συμμέτοχοι στην πλάνη του ούτε τότε έπαψαν να πολεμούν την Εκκλησία του Θεού

Για όλα αυτά, και μετά από πολλή πίεση της Ιεράς Συνόδου και του ίδιου του βασιλιά, ο Γρηγόριος υπάκουσε στη θεία ψήφο, ανέβηκε στον αρχιερατικό θρόνο και έγινε ποιμένας της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και έκανε γενναίους και δυνατούς αγώνες για την ορθόδοξη πίστη, πολύ περισσότερους από τους προηγούμενους. Και νίκησε κατά κράτος τους κακούς διαδόχους του Ακινδύνου και του Βαρλαάμ, που ήταν πολλοί και σκληροί και κακά γεννήματα κακών θηρίων, και ανέτρεψε τα δόγματα και τα συγγράμματά τους όχι μια ή δύο ή τρεις φορές, αλλά πολλές, και με πολλούς θεόπνευστους λόγους και συγγράμματα. Και αυτό το έκανε ενώπιον όχι ενός βασιλιά ή ενός πατριάρχη, αλλά τριών διαδοχικών βασιλέων και ισάριθμων πατριαρχών και πολλών Συνόδων.

Και παρ’ όλα αυτά μερικοί από τους κακόδοξους, χωρίς να αναλογιστούν τη θεία δίκη, έμειναν αμετανόητοι. Αλλά και όλων των αιρέσεων υπάρχουν ακόμη λείψανα, που δείχνουν αναισχυντία προς τους Αγίους που τις κατατρόπωσαν –για να μην αναφέρω το πάντολμο γένος των Ιουδαίων που μέχρι και σήμερα έχει τη λύσσα εναντίον του Χριστού. Τέτοια λοιπόν, με λίγα λόγια, και τόσο μεγάλα στάθηκαν τα τρόπαια του μεγάλου Γρηγορίου εναντίον των ασεβών. Ο δε Θεός, με άρρητους τρόπους, τον έστειλε και στην Ανατολή ως διδάσκαλο. Ο Γρηγόριος δηλαδή στάλθηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη ως πρέσβης, για να συμφιλιώσει τους βασιλείς, γαμπρό και πεθερό, που μάχονταν ο ένας εναντίον του άλλου. Στον δρόμο πιάστηκε από τους Αγαρηνούς και κρατήθηκε αιχμάλωτος ένα χρόνο, οδηγούμενος μαρτυρικά από τόπο σε τόπο και από πόλη σε πόλη και διδάσκοντας άφοβα το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Και όσους ήταν σταθεροί στην πίστη, περισσότερο τους στερέωνε και τους παρακινούσε να μένουν ακλόνητοι στην πίστη τους· αυτούς όμως που κλονίζονταν και πρόβαλλαν κάποιες απορίες και αμφισβητήσεις για τα γεγονότα κείνης της εποχής (δηλαδή για την παράδοξη προέλαση και εξάπλωση των Αγαρηνών), τους στήριζε με θεία σοφία λύνοντας τις απορίες τους. Με τους απίστους πάλι και με κείνους που με άθλιο τρόπο αποκόπηκαν από τους Χριστιανούς και προσχώρησαν σ’ αυτούς και περιέπαιζαν τα χριστιανικά δόγματα για την ένσαρκη οικονομία και για την προσκύνηση από εμάς του τιμίου Σταυρού και των αγίων εικόνων, συζητούσε με παρρησία, όπως επίσης και για τον Μωάμεθ και για άλλα πολλά ζητήματα που εκείνοι πρόβαλλαν. Και άλλοι βέβαια τον θαύμαζαν, άλλοι όμως μάνιαζαν εναντίον του και ήθελαν να του κάνουν κακό, οι οποίοι και θα τον θανάτωναν μαρτυρικά, αν από θεία πρόνοια δεν τους συγκρατούσε η ελπίδα ότι θα πάρουν γι’ αυτόν λύτρα.

Πράγμα που έγινε, και ελευθερώθηκε ο μέγας από κάποιους φιλοχρίστους και επέστρεψε στο ποίμνιό του μάρτυρας αναίμακτος, και, κοντά στα άλλα πολλά και μεγάλα χαρίσματα που είχε, στολισμένος και με τα στίγματα του Χριστού. Και για να δείξουμε κάποια από τα χαρακτηριστικά του, αυτά ήταν τα εξής: η υπερβολική πραότητα και ταπείνωση, όταν ο λόγος δεν ήταν για τον Θεό και τα θεία, γιατί στην περίπτωση αυτή γινόταν υπερβολικά μαχητικός· η πολλή αμνησικακία και ανεξικακία· η φροντίδα του να ανταμείβει, όσο μπορούσε, με αγαθά όσους του έκαναν κάποιο κακό· το να μη δέχεται καθόλου λόγια εναντίον άλλων· η καρτερία και μεγαλοψυχία στις συμφορές που έρχονταν· η αποστροφή κάθε ευχαρίστησης και κενοδοξίας· το να είναι ευτελή και απέριττα όλα του τα αναγκαία για το σώμα, αν και αυτό με τον καιρό είχε εξασθενήσει πολύ· και πάνω απ’ όλα, το να είναι πάντοτε σκεπτικός και προσεκτικός και συγκεντρωμένος στον εαυτό του, με συνέπεια τα δάκρυα να μη λείπουν ποτέ από τα μάτια του, αλλά να αναβλύζουν σαν από πηγές.


Με τέτοιους λοιπόν αγώνες από την αρχή ως το τέλος αγωνίστηκε ως αθλητής
 εναντίον των παθών και των δαιμόνων, και έδιωξε τους αιρετικούς μακριά από την Εκκλησία του Χριστού, 
και κατελάμπρυνε την ορθόδοξη πίστη με λόγους και συγγράμματα, 
με τα οποία κατά κάποιο τρόπο επισφράγισε κάθε θεόπνευστη γραφή,
 έτσι ώστε η ζωή και ο λόγος του να είναι σαν ένας επίλογος και σφραγίδα του βίου και των λόγων των Αγίων.
Και αφού εποίμανε επί δεκατρία χρόνια το ποίμνιό του με τρόπο αποστολικό και θεάρεστο, 
μετατέθηκε στην αιώνια ζωή έχοντας ζήσει εξήντα τρία χρόνια. 
Και το μεν πνεύμα του παρέδωσε στα χέρια του Θεού, το δε σώμα του, 
το οποίο με εξαίσιο τρόπο λαμπρύνθηκε και δοξάστηκε, το άφησε ως κληρονομιά 
και πολύτιμο θησαυρό στο ποίμνιό του. Και αυτό σώζεται στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης 
και ευεργετεί με θαύματα όσους καταφεύγουν με πίστη και χαρίζει απαλλαγή από κάθε λογής ασθένειες. 
Τέτοια θαύματα διηγείται πολλά η βιογραφία του.

Με τις πρεσβείες του Αγίου, Θεέ μας, ελέησε και σώσε μας. 
Αμήν.


Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου 
με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου 
που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον 
Βενετία 1819, σελ. 284
Εκ του ιστολογίου ''Κοινωνία Ορθοδοξίας''.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

ΚΗ­ΡΥΓ­ΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ




Τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων της (843). Στήν Ἀ­να­στή­λω­ση αὐ­τή, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας βλέ­πει τήν συμ­πυ­κνω­μέ­νη καί ἀ­λά­θη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς της. Βλέ­πει δη­λα­δή τήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς βι­ω­μέ­νη ἀ­λή­θεια καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, στά εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα τό­σο τῆς Θε­αν­θρώ­πι­νης Κε­φα­λῆς της, ὅ­σο καί στά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν της, τῶν ἁ­γί­ων της. Στήν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἔ­χου­με τήν εἰ­κα­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ δο­ξα­σμέ­νου θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί δέν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαί­α ἡ ση­με­ρι­νή Εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή. 


του θεολόγου κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη


Στήν πε­ρι­κο­πή αὐ­τή ἀ­κού­σα­με τήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Να­θα­να­ήλ πρός τόν Χρι­στό: «Σύ εἶ ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1,50). Ἐκ­πλησ­σό­μα­στε καί κα­τα­νυσ­σό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ἀ­πό τήν με­γα­λει­ώ­δη τα­πεί­νω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τήν Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ ὄν­τως Ἀ­πο­στό­λου, ὀ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό Του «Υἱ­ό τοῦ ἀν­θρώ­που» (Ἰ­ω. 1,52). Ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς πού καί ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με μέ τήν εἰ­κο­νο­γρά­φη­σή Του, δη­λα­δή τήν τα­πει­νή κά­θο­δό Του ὡς ἀν­θρώ­που γιά τήν σω­τη­ρί­α καί τόν δο­ξα­σμό ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού θά ἐν­τά­σσον­ται καί θά πα­ρα­μέ­νουν ζων­τα­νοί στό μυ­στη­ρια­κό σῶ­μα Του, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τη­ρών­τας τίς ἅ­γι­ες ἐν­το­λές Του καί με­τέ­χον­τας στά θε­ουρ­γά μυ­στή­ριά της.


Σή­με­ρα, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξά­ζει πα­νη­γυ­ρι­κά ἐ­κεί­νους πού ἔ­ζη­σαν μέ εὐ­σέ­βεια καί ἐ­κεί­νους πού δι­α­τύ­πω­σαν συ­νο­δι­κά τά ἅ­για δόγ­μα­τά της, ὅ­σους δη­λα­δή ὀρ­θο­τό­μη­σαν τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­κη­ρύσ­σει μέ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τούς ἐκ­φρα­στές τῆς δυσ­σε­βεί­ας, ὀνομαστικά, ἀλ­λά καί τά ἐ­σφαλ­μέ­να φρο­νή­μα­τά τους, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.


Σήμερα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν θρίαμβο τῆς πίστεώς της ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων. Οἱ πι­στοί εὐ­φραί­νον­ται ψυ­χι­κῶς, ὅ­ταν κοι­νω­νοῦν μέ τόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Θε­ό καί τούς Ἁ­γί­ους Του, μέ­σω τῶν εἰ­κό­νων τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν εἰ­κα­στι­κῶς –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν χα­ρι­σμα­τι­κή θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καί τόν κύ­ριο σκο­πό τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.


Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, «ἐν ἀ­ή­χῳ φω­νῇ», ἐκ­φρά­ζουν ἀ­λα­θή­τως τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς πί­στε­ως καί τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπως τό καθόρισε μέ κάθε ἀκρίβεια ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μέ­σω αὐ­τῶν, τό ἀ­ό­ρα­το πρω­τό­τυ­πο γί­νε­ται αἰ­σθη­τά πα­ρόν σ’­αὐ­τές καί οἱ πι­στοί τό βλέ­πουν χα­ρι­σμα­τι­κῶς μέ τά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ριά τους, «ἐν ἀ­ΰ­λῳ ὁ­ρά­σει». Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τά πρω­τό­τυ­πα τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων -ὁ Χρι­στός καί οἱ Ἅ­γιοί της- δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἰ­δε­α­τούς τύ­πους, οὔ­τε προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες ἀ­ρε­τές, ἀλ­λά εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά πρό­σω­πα μέ τά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους. Εἶ­ναι τά πρό­σω­πα ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξό­χως προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας γιά τι­μή, ἀλλά καί γιά μί­μη­ση τῆς ἁ­γί­ας ζω­ῆς τους.


ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή ἐμ­πει­ρί­α πολ­λῶν πι­στῶν, δι­α­χρο­νι­κά, ἐ­νό­σω ἡ εὐ­λα­βής θέ­α τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἀ­πό αὐ­τούς, τούς ὁ­δη­γεῖ σέ ζων­τα­νή σχέ­ση μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρόν­τα στίς εἰ­κό­νες τους. Ἡ σχέ­ση δη­λα­δή κοι­νω­νί­ας τῶν ἑ­κά­στο­τε πι­στῶν μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα γί­νε­ται γι’ αὐ­τούς με­το­χή ὄ­χι μό­νον ἁ­για­σμοῦ, ἀλ­λά καί πραγ­μα­τι­κῆς γνώ­σε­ως τῶν πρω­το­τύ­πων τους. Βέ­βαι­α, ἡ βι­ω­μα­τι­κή καί ἐμ­πει­ρι­κή αὐ­τή με­το­χή δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μιά μη­χα­νι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά προ­ϋ­πο­θέ­τει ἐ­νερ­γά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ρια καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή.


ἰ­δι­ά­ζου­σα σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς καί τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, ἐκ­φρά­ζε­ται κα­τε­ξο­χήν μέ τήν προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων τους. Προ­σκυ­νοῦ­με, δη­λα­δή, τόν Χρι­στό ὡς Θε­άν­θρω­πο καί Σω­τῆ­ρα μας, τήν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του, πού Τόν γέν­νη­σε παρ­θε­νι­κῶς, ὡς Θε­ο­τό­κο, καί ἐ­κεί­νους πού Τόν εὐ­α­ρέ­στη­σαν πλή­ρως μέ τήν ζω­ή τους, ὡς δο­ξα­σμέ­να μέ­λη Του. Ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἐκ­φρά­ζει ὄ­χι ἁ­πλῶς τι­μή, ἀλ­λά καί φι­λί­α, φορ­τι­σμέ­νη μέ ὑ­ψη­λό βαθ­μό ἀ­γα­πη­τι­κοῦ πό­θου πρός τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα. Γι­’­ αὐ­τό καί ἡ ἄρ­νη­ση προ­σκυ­νή­σε­ως τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὡς δι­ά­σπα­ση τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης αὐ­τῆς κοι­νω­νί­ας. Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ κύ­ριος λό­γος πού κα­τα­δι­κά­στη­καν οἱ Εἰ­κο­νο­μά­χοι μέ ἔκ­πτω­ση καί ἀ­πο­κο­πή τους ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.


εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὅ­πως κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἁγιοπνευματι­κή Πα­ρά­δο­σή της, μέ τόν «ὑ­ψη­λό» χα­ρα­κτῆ­ρα καί τήν ὅ­λη τε­χνι­κή της, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἐκ­φρά­σει –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν εἰ­σα­χθεῖ­σα μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου «και­νή κτί­ση», τήν «ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα» τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α κεν­τρι­κή θέ­ση ἔ­χουν τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ καί τά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔ­τσι, στίς εἰ­κό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ πι­στοί συ­ναν­τοῦν τήν ἔκ­φρα­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὁ­λο­κλη­ρώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού τήν συν­θέ­τουν ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρᾶγ­μα πού ἐκ­φρά­ζει στήν πρά­ξη τήν κο­ρυ­φαί­α φα­νέ­ρω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.


Αὐ­τός ὁ πο­λι­τι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι πο­λι­τι­σμός τῆς ψυ­χῆς τοῦ πι­στοῦ, ἀ­πο­τε­λεῖ στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή τόν ἀρ­ρα­βῶ­να καί τήν «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» πρό­γευ­ση τῆς μέλ­λου­σας ἄ­κτι­στης ζω­ῆς τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Κα­τά τόν ἀρ­ρα­βῶ­να αὐ­τόν, ὁ Χρι­στός, «ὁ κάλ­λει ὡ­ραῖ­ος πα­ρά πάν­τας ἀν­θρώ­πους», κο­σμεῖ τόν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο πι­στό μέ τήν στο­λή τῆς ἄρ­ρη­της, ἄ­κτι­στης δό­ξας τῆς ὡ­ραι­ό­τη­τάς Του καί τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει συν­δαι­τη­μό­να στή μέλ­λου­σα Βα­σι­λεί­α Του. Σ’ αὐ­τήν τήν με­το­χή τῆς μέλ­λου­σας δό­ξας, μᾶς κα­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­τσι νο­η­μα­το­δο­τεῖ τήν ση­με­ρι­νή πα­ρου­σί­α μας στήν ὀ­νο­μα­στι­κή ἑ­ορ­τή της, στήν ἑ­ορ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.



Εκ του ιστολογίου ''ΑΚΤΙΝΕΣ''
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Agiografy by John Bennet


Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΙ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΝΤΕΣ




Οἱ διά  Χριστόν σαλοί διακρίνονται ἀπό μιά σπάνια ἔλλειψη φόβου. Ὁ μακάριος Νικόλαος ἔτρεχε ἀνάμεσα στούς δρόμους τοῦ Πσκώφ προσποιούμενος τόν τρελό, ἐλέγχοντας τούς ἀνθρώπους γιά τίς κρυφές ἁμαρτίες τους καί προφητεύοντας ἐκεῖνα πού ἐπρόκειτο νά τούς συμβοῦν. Ὅταν ὁ Ἰβάν ὁ Δ΄ ὁ Τρομερός κατέφθασε στό Πσκώφ, ὁλόκληρη ἡ πόλη διασαλεύτηκε ἀπό τόν τρόμο γιά τό φοβερό τσάρο. Γιά νά τόν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τοποθέτησαν στήν εἴσοδο κάθε σπιτιοῦ ψωμί καί ἁλάτι, ἀλλά οἱ ἴδιοι, φοβισμένοι, δέν ἐμφανίστηκαν. 


ταν ὁ κυβερνήτης τῆς πόλης πρόσφερε στόν τσάρο ψωμί καί ἁλάτι σ’ ἕνα δίσκο, ὁ τσάρος ἔσπρωξε μακριά τον δίσκο, μέ ἀποτέλεσμα νά πέσουν καταγῆς τό ψωμί καί τό ἁλάτι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά του ὁ ὅσιος Νικόλαος: ντυμένος μέ ποδήρη χιτώνα, δεμένο μέ σκοινί στή μέση, χοροπηδοῦσε γύρω του μ’ ἕνα μπαστούνι, σάν παιδί. Τοῦ φώναζε: «Ἰβάνουσκα, Ἰβάνουσκα, φάε ψωμί κι ἁλάτι καί μήν τρῶς ἀνθρώπινο αἷμα». Οἱ στρατιῶτες ἔτρεξαν νά τόν πιάσουν, ὅμως ἐκεῖνος τούς ξεγλίστρησε καί κρύφτηκε. Ὁ τσάρος ζήτησε νά μάθει γιά τό μακάριο Νικόλαο –ποιός ἦταν καί τί ἦταν– καί τόν ἐπισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ἦταν τότε ἡ πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. 


Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ἐρχόταν ὁ τσάρος γιά νά τόν ἐπισκεφθεῖ, φρόντισε νά ἐξασφαλίσει ἕνα κομμάτι ὠμό κρέας. Ὅταν λοιπόν κατέφθασε ὁ Ἰβάν ὁ Τρομερός, ὁ ὅσιος ἔβαλε μετάνοια καί τοῦ πρόσφερε τό κρέας λέγοντας «Φάε, Ἰβάνουσκα, φάε!». Ὀργισμένος ὁ τσάρος τοῦ ἀπάντησε «Εἶμαι χριστιανός καί δέν τρώω κρέας τή Σαρακοστή γιατί νηστεύω!». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μονομιᾶς τόν ἀποστόμωσε «Κάνεις πολύ χειρότερα: τρέφεσαι μέ σάρκα καί αἷμα ἀνθρώπων, ξεχνώντας ὄχι μόνον τή Σαρακοστή, ἀλλά καί τόν ἴδιο τόν Θεό!». Τό μάθημα αὐτό μπῆκε βαθιά μέσα στήν καρδιά τοῦ τσάρου Ἰβάν· ντροπιασμένος ἔφυγε ἀμέσως ἀπ’ τό Πσκώφ, ὅπου ἀρχικῶς εἶχε ἔλθει μέ τήν πρόθεση νά κατασφαγιάσει τόν πληθυσμό.


Απόσπασμα από τον Πρόλογο της Αχρίδος 
του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Εκδόσεις Άθως. 
Εκ του ιστολογίου: ''Η Άλλη Όψις'' 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ 

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

ΑΣΑΛΕΥΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ




Σήμερα νομίζεται καλός σέ ὅλα, ὅποιος εἶναι ἀδιάφορος, ὅποιος δέν νοιάζεται γιά τίποτα, ὅποιος δέν νιώθει καμιά εὐθύνη. Ἀλλιῶς τόν λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν χώρα μας, τά ἤθη καί ἔθιμά μας, τήν παράδοσή μας, τήν γλώσσα μας, θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός. Οἱ ἀδιάφοροι παιρνοῦν γιά φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, γιά ἄνθρωποι πού ζοῦνε μέ τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, πού ἔχουν γιά πιστεύω τήν καλοπέραση, τό εὔκολο κέρδος, τίς εὐκολίες, τίς ἀναπαύσεις, κι ἂς μήν ἀπομείνῃ τίποτα πού νά θυμίζῃ σέ ποιό μέρος βρισκόμαστε, ἀπό πού κρατᾶμε, ποιοί ζήσανε πρίν ἀπό μᾶς στήν χώρα μας. Ἡ ξενομανία μᾶς ἔγινε τώρα σωστή ξενοδουλεία, σήμερα περνᾶ γιά ἀρετή, κι ὅποιος ἔχῃ τούτη τήν ἀρρώστεια πιό βαρειά παρμένη, λογαριάζεται γιά σπουδαῖος ἄνθρωπος.


Ἑλλάδα ἔγινε ἕνα παζάρι πού πουλιοῦνται ὅλα, σέ ὅποιον θέλῃ νά τό ἀγοράσῃ. Καταντήσαμε νά μήν ἔχουμε ἀπάνω μας τίποτα ἑλληνικό, ἀπό τό σῶμα μας ἴσαμε τό πνεῦμα μας. Τό μασκάρεμα ἄρχισε πρῶτα ἀπό τό πνεῦμα, καί ὕστερα ἔφθασε καί στό σῶμα. Περισσότερο ἀντιστάθηκε σέ αὐτή τήν παραμόρφωση ὁ λαός καί βαστάξε καμπόσο, μά στό τέλος τόν πῆρε τό ρεῦμα καί πάει καί αὐτός. Μάλιστα εἶναι χειρότερος ἀπό τούς γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τά φερσίματα καί τίς κουβέντες πού βλέπει στόν κινηματογράφο, ἔγινε ἀφιλότιμος καί ἀδιάντροπος. Ἐνῷ πρῶτα ξεχώριζε ἀπό ἄλλες φυλές, γιατί ἦταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα ἔγινε ἀγνώριστος. 


Τά ὄμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα μέ τήν μέρα. Καί οἱ λιγοστοί πού διατηροῦνε ἀκόμη λίγα σημάδια ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, παρασέρνονται σέ αὐτή τήν παραμόρφωση ἀπό τούς πολλούς, πού εἶναι οἱ ἔξυπνοι, οἱ συγχρονισμένοι, οἱ μοντέρνοι, ἀλλά πού εἶναι στ᾿ ἀληθινά οἱ ἀναίσθητοι καί οἱ ἀποκτηνωμένοι. Οἱ καλοί ντρέπονται γιατί εἶναι καλοί, συμμαζεμένοι καί μέ ἀνατροφή. Οἱ ἄλλοι τούς λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικός ἄνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πιά σήμερα στόν τόπο μας. Ἡ μόδα εἶναι νά εἶναι κανείς ἀντιπαθητικός, κρύος, ἄνοστος καί μάγκας. Μάλιστα ὅπως ὅλα φραγκέψανε, φράγκεψε καί ὁ μάγκας.


Οἱ πιό ἀγράμματοι ἀνακατώνουνε στήν κουβέντα τους κάποια ἐγγλέζικα καί ἐκεῖ πού δέν χρειάζονται. Ὅσο γιά τούς γραμματισμένους, ὅλη ἡ γραμματοσύνη τους εἶναι νά μιλᾶνε ἐγγλέζικα καί σέ λίγο καιρό δέν θά ὑπάρχει Ἕλληνας νά μιλᾶ ἑλληνικά. Ἂς καταργηθῇ λοιπόν ἡ ἑλληνική γλώσσα ὁλότελα, νά μήν κουράζονται τά παιδιά μας στήν ἄσκοπη ἐκμάθευσή της. Κοιτάχτε τά παιδιά μας. Παρατηρεῖστε τίς φυσιογνωμίες τους, τό βλέμμα τους, τίς κουβέντες τους, τά ἀστεῖα τους, τά παιχνίδια τους. Ὅλα μυρίζουνε... Ἑλλάδα, νά μήν ἀβασκαθοῦμε! Τό μόνο πού ἀπόμεινε ἑλληνικό εἶναι τό «ρέ». Τό μασκάρεμα γίνεται γοργά καί στό κορμί καί στήν ψυχή. Οἱ λιγοστοί πού ἀντιστέκονται ἀκόμη σέ αὐτόν τόν κατακλυσμό, πῶς νά μπορέσουνε νά βαστάξουνε; Γύρω τους βογγᾶ ἡ μεθυσμένη ἀνθρωποθάλασσα. Ἔρχεται καινούργιος κόσμος! Τό κολοσσαῖο μέ τά οὐρλιάσματά του σκεπάζει τίς ψαλμῳδίες πού λένε οἱ μάρτυρες, περιμένοντας τά θηρία νά τούς φᾶνε.


λλά ἂν θά λείψουν οἱ Ἕλληνες ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς, μήπως θά ἀπομείνουν τά βουνά, οἱ ἀκροθαλασσιές, οἱ θάλασσες, τά νησιά καί τά βράχια μέ τόν ἑλληνικό χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τά περισσότερα τά ἔχουνε ἀγοράσει ἄνθρωποι πού ἤρθανε ἀπό τόν βόρειο Ὠκεανό, ἀπόγονοι τῶν Βικίγκων. Ἐκεῖνα τά κακόμοιρα νησιά τί συμφορά ἔχουνε πάθει! Ἡ φτώχεια τους στάθηκε ἡ καταστροφή τους. Σήμερα τά ρημάξανε ἄλλοι κουρσάροι, πιό ἐπικίνδυνοι πού σφάζουνε μέ τό μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τά νησιά μέ εὐγενικό τρόπο, μέ τό χαμόγελο στά χείλη. Τά ἄσπρα σπιτάκια τῶν νησιωτῶν, πού ζούσανε σέ αὐτά ἁπλοϊκοί καί συμμαζεμένοι ἄνθρωποι, θαρρεῖς πώς γίνανε δημόσια. Κυκλοφοροῦν χιλιάδες φωτογραφίες τῆς Μυκόνου, τῆς Πάρου, τῆς Αἴγινας, τῆς Ὕδρας, καί ἀντί νά βλέπῃ κανείς στούς στενούς δρόμους τούς κάποιους ἀραιούς νησιῶτες ψαράδες, ψημένους στήν θάλασσα καί νησιώτισσες μέ τά σεμνά τους ροῦχα, βλέπει νά γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα ἢ ὁλόγυμνα, ξενόφερτα, ἀγκαλιασμένοι θεατρινίστικα καί νά κάνουνε κάποιες ἄνοστες ἐπιδείξεις «ταμπλῶ βιβᾶν», σά νά παίζουν στόν κινηματογράφο. 


Καί ρωτᾶς, κουνώντας τό κεφάλι σου: τί σχέση μπορεῖ νά ἔχουν αὐτά τά δίποδα, μέ ἐκεῖνα τά σπίτια καί μέ τά στενοσόκκακα τῶν νησιῶν; Ταιριάζουνε μέ αὐτά, ὅσο ταιριάζουνε οἱ τουρίστες μέ τά σόρτς μέ τόν Παρθενώνα πού μπροστά του φωτογραφίζονται. Ὅμως ἐκεῖ στέκονται ὅσο νά φωτογραφηθοῦνε, καί δέν ἔχουνε γιά σπίτι τούς τόν ἀρχαῖο ναό, ἐνῷ τοῦτοι στά νησιά, κατοικοῦνε μέσα σέ ἐκεῖνα τά ἀταίριαστα σπίτια. Ὅλα ὑπηρετοῦνε τά γοῦστα αὐτῶν τῶν ἀφεντάδων. Μάλιστα τόσο πολύ ἀγαποῦν αὐτοί τήν Ἑλλάδα, πού εἶναι ἐνθουσιασμένοι πώς δέν θά ἀφήσουνε τίποτα ἑλληνικό ὅπου πατήσουνε.


Καημένη Ἑλλάδα! Τί τέλος σέ περίμενε! Μά δέν ἔχεις μήτε κάποιον νά σέ κλάψει, γιατί τήν κηδεία σου τή γιορτάζουνε σάν γάμο, μέ χαρές καί μέ τραγούδια, πού αὐτά εὐτυχῶς δέν εἶναι ἑλληνικά. Ἀκοῦστε τήν ἑξῆς ἱστορία: ἡ χταπόδα βοσκᾶ στόν πάτο τῆς θάλασσας, μαζί μέ τό χταποδάκι. Ἄξαφνα τό καμακίζουνε. Τό χταποδάκι φωνάζει: μέ πιάσανε μάνα! Ἡ μάνα του τοῦ λέγει: μήν φοβᾶσαι παιδί μου! Ξαναφωνάζει τό μικρό: μέ βγάζουν ἀπό τήν θάλασσα! Πάλι λέγει ἡ μάνα: μήν φοβᾶσαι παιδί μου. Καί πάλι: μέ σγουρίζουνε μάνα! Μήν φοβᾶσαι παιδί μου! Μέ κόβουνε μέ τό μαχαίρι! Μήν φοβᾶσαι παιδί μου! Μέ βράζουνε μάνα! Μήν φοβᾶσαι παιδί μου! Μέ μασᾶνε μάνα! Μήν φοβᾶσαι παιδί μου! Πίνουνε κρασί μάνα! Τότε ἐκείνη ἀναστέναξε καί φώναξε: Ἄχ, σέ ἔχασα παιδί μου! 


Γιατί τό κρασί εἶναι ὁ ἀντίμαχος τοῦ χταποδιοῦ, ἐπειδή τό λιώνει στό στομάχι. Δηλαδή ἡ μάνα δέν φοβήθηκε μήτε τό μαχαίρι, μήτε τήν φωτιά, μήτε τά δόντια, ἀλλά τό κρασί, πού εἶναι πιό ἤρεμο καί ἀθῷο μπροστά στά μαχαίρια καί τά δόντια. Ἡ Ἑλλάδα σάν τό χταποδάκι πέρασε ἀπό φωτιές, δόντια, μαχαίρια, ἀλλά πνεῦμα ΔΕΝ παρέδινε. Ὁ Φράγκος δέν ἔρχεται μέ μαχαίρια, πιστόλια καί φωτιές. Ἦρθε μέ χάδια καί γλυκόλογα. Ἦρθε μέ δῶρα, μέ λεφτά, νά ἀνακουφίσῃ τήν φτώχεια μας, νά διασκεδάσῃ μαζί μας, νά χορέψῃ μαζί μας, νά μᾶς εὐκολύνῃ τήν ζωή μέ τά μηχανήματά του. Ὅπως τό χταποδάκι ἔλιωσε στό κρασί, ἔτσι καί ἡ Ἑλλάδα κοντεύει νά χαθῇ ἀπό τό γλυκό κρασί πού τήν μέθυσε καί δέν ξέρει τί κάνει καί ξεγυμνώθηκε καί στρήνιασε καί ἐκ τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτισεν.


Απόσπασμα εκ του έργου του αειμνήστου 
Φώτη Κόντογλου 
''Ασάλευτο Θεμέλιο'' 
εκδόσεις Ακρίτας 
Γ' έκδοση 
Αθήνα 2000
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Φώτης Κόντογλου