ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Ο ΣΦΑΓΕΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ



''...Ο λοχαγός Ματτίας Ντέφρεγκερ, 

διοικητής της μονάδας της 114 μεραρχίας των Αλπινιστών, η οποία στάθμευε στην Καμάρντα, 

ετοίμασε μια μεγάλη επιχείρηση αντιποίνων. 

Στο χωριό οι Αλπινιστές ενισχυμένοι με μία μονάδα της Βέρμαχτ 

έφτασαν αμέσως στο «ύψωμα της λύπης» όπου σκότωσαν έναν 65χρονο 

κι άλλον έναν άντρα από τους προκρίτους του χωριού. 

 Με εντολή του Στρατάρχη Σέφερ εκτελέστηκε ένας από τους υπαίτιους γερμανούς στρατιώτες, 

αλλά ο θάνατος αποδόθηκε στους Ιταλούς. 

Η γερμανική διοίκηση έδωσε εντολή και συνελήφθησαν 36 όμηροι που φυλακίστηκαν σε μία αποθήκη. 

Ο λοχαγός Ντέφρεγκερ μεταβίβασε τις διαταγές του αρχηγείου και επέστρεψε στην Καμάρντα. 

Το χωριό λεηλατήθηκε και ακολούθησε ανθρωποσφαγή. 

Τα πολυβόλα θέρισαν την ομάδα των ομήρων. 

Μέσα στον χαμό κάποιοι κατάφεραν να αποδράσουν. 

Πέντε από αυτούς συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. 

Οι ναζί όμως δεν σταμάτησαν εκεί. 

Αργά τη νύχτα πυρπόλησαν το χωριό...''



Στις 4 Ιουνίου 1944 το μέτωπο των Γερμανών στην Ιταλία, από το Άντσιο μέχρι το Κασσίνο, κατέρρεε μετά από πολύμηνες μάχες. Οι σύμμαχοι απελευθέρωσαν τη Ρώμη και οι Ιταλοί πανηγύριζαν καθώς ο πόλεμος έμοιαζε να έχει τελειώσει. Οι γερμανικές μεραρχίες είχαν υποχωρήσει κατά μήκος της γραμμής Ρώμης- Κιέτι- Πεσκάρα. Στις 5 Ιουνίου 1944 η ιταλική επιτροπή εθνικής απελευθέρωσης διέταξε όλα τα τμήματα των ανταρτών να χτυπήσουν τις γερμανικές μονάδες όπου τις έβρισκαν, με όλα τα διαθέσιμα μέσα. Δύο μέρες αργότερα σε ένα μικρό χωριό βοσκών, στο Φιλέττο της Καμάρντα, οι αντάρτες επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά. Σκοπός τους ήταν να καταστρέψουν ένα καμιόνι όπου οι Γερμανοί είχαν εγκαταστήσει μια πλήρη μονάδα διαβιβάσεων. Μάχες έγιναν σε όλους τους δρόμους του χωριού. Σκοτώθηκαν δύο Γερμανοί στρατιώτες κι ένας αντάρτης τραυματίστηκε. Ματτίας Ντέφρεγκερ. 1915-1995 Την ίδια στιγμή ένα τμήμα Γερμανών, όχι μόνο δεν έπαιρνε μέρος στη μάχη αλλά γιόρταζε σε ένα εξοχικό κέντρο της περιοχής τη γέννηση του παιδιού ενός στρατιώτη. Οι στρατιώτες άρχισαν τη σκοποβολή για να αποδείξει ο ένας στον άλλον ποιος ήταν καλύτερος. Ένας από αυτούς, μεθυσμένος, πυροβόλησε στην τύχη και σκότωσε έναν συνάδελφό του. Για να καλύψουν το δικό τους έγκλημα, αποφάσισαν όλοι μαζί να πουν στον διοικητή τους ότι ο στρατιώτης σκοτώθηκε στην επίθεση των ανταρτών. Ο λοχαγός Ματτίας Ντέφρεγκερ, διοικητής της μονάδας της 114 μεραρχίας των Αλπινιστών, η οποία στάθμευε στην Καμάρντα, ετοίμασε μια μεγάλη επιχείρηση αντιποίνων. Στο χωριό οι Αλπινιστές ενισχυμένοι με μία μονάδα της Βέρμαχτ, έφτασαν αμέσως στο «ύψωμα της λύπης» όπου σκότωσαν έναν 65χρονο κι άλλον έναν άντρα από τους προκρίτους του χωριού. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του στρατάρχη Σέφερ που ήταν διοικητής του φρουρίου της πόλης. Με εντολή του εκτελέστηκε ένας από τους υπαίτιους γερμανούς στρατιώτες, αλλά ο θάνατος αποδόθηκε στους Ιταλούς. Η γερμανική διοίκηση έδωσε εντολή και συνελήφθησαν 36 όμηροι που φυλακίστηκαν σε μία αποθήκη. Ο λοχαγός Ντέφρεγκερ μεταβίβασε τις διαταγές του αρχηγείου και επέστρεψε στην Καμάρντα. Το χωριό λεηλατήθηκε και ακολούθησε ανθρωποσφαγή. Τα πολυβόλα θέρισαν την ομάδα των ομήρων. Μέσα στον χαμό κάποιοι κατάφεραν να αποδράσουν. Πέντε από αυτούς συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Οι ναζί όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Αργά τη νύχτα πυρπόλησαν το χωριό. Στην Ιταλία ο πόλεμος είχε τελειώσει και ο Ντέφρεγκερ έσφαζε ανελέητα. Το 1949 ο Ντέφρεγκερ που είχε καταφύγει στο Μόναχο, έγινε ''ιερέας''. Ήταν δε τόσο «άξιος», ώστε μέχρι το 1970 είχε γίνει βοηθός ''επίσκοπος'' και συμμετείχε σε σημαντικές εκκλησιαστικές δράσεις. Την ιστορία του αποκάλυψε το Σπίγκελ με στοιχεία και αδιάσειστα τεκμήρια. Η γερμανική ''εκκλησία'' σοκαρίστηκε καθώς ο τιτουλάριος ''επίσκοπος'' είχε επαφές και με τον Πάπα! Μάλιστα ανακαλύφθηκε, ότι δεν ήταν ο μόνος πρώην γερμανός στρατιώτης που ακολούθησε ''ιερατική'' καριέρα. Το θέμα είχε απασχολήσει από το 1945 τους συμμάχους και την γερμανική, καθολική ''εκκλησία''. Η ηγεσία της όμως κατέληξε, ότι στη Γερμανία ήταν αδύνατο να γίνει αποναζιστοποίηση της ''εκκλησίας'', καθώς θα επικρατούσαν οι σοσιαλδημοκράτες και οι κομμουνιστές. Έτσι «καθάρισε» όλους του ''ιερείς'' που τους βάρυναν εγκλήματα πολέμου. Ο κόσμος αμφισβήτησε σκληρά την ''εκκλησιαστική ηγεσία'' και τον καθολικισμό που «δεν δικαιούνταν πια να μιλάει για ειρήνη και αγάπη»... Η ''γερμανική εκκλησία'' δεν έκανε πίσω. Οι Αμερικανοί έκοψαν κάθε επαφή με την ''εκκλησία'' της Γερμανίας.


 

Στις 6 Ιουλίου του 1969 μιλώντας στην γερμανική τηλεόραση, 

όταν ρωτήθηκε για τη σφαγή, 

ο «μαύρος λοχαγός» όπως τον αποκαλούσαν στην Ιταλία, 

απάντησε με κυνισμό: 

«και χωρίς εμένα η ανθρωποσφαγή θα γινόταν. 

Ήμουν εκεί αλλά είμαι αθώος». 

Η φράση αυτή ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στον παγκόσμιο Τύπο, 

ενώ ο σκηνοθέτης Οσβάλντο Τσιβιράνι γύρισε ντοκιμαντέρ για το μακελειό με τίτλο: 

«Και ο Θεός δεν ήταν εκεί». 

Τα γυρίσματα έγιναν στους χώρους όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα 

και προβλήθηκε στις αίθουσες στις αρχές της δεκαετίας του 70.... 


Εκ του Ιστολογίου ''Η Μηχανή του Χρόνου.'' 
Φωτογραφία, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.''

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ



Στην Αίγυπτο θα μεταβεί ο Oικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μαζί με τον Πάπα Φραγκίσκο. «O Oικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα μεταβεί στην Αίγυπτο μαζί με τον Πάπα Φραγκίσκο στις 28 και 29 Απριλίου», γράφει στην διαδικτυακή της έκδοση η ιταλική εφημερίδα Λα Στάμπα. Όπως γράφει η εφημερίδα του Τορίνο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσκλήθηκε από τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ 'Αζχαρ. «Πρόκειται για μια σημαντική παρουσία, για μια κοινή μαρτυρία ενότητας των χριστιανών, με ένα μήνυμα ειρήνης προς όλο τον κόσμο, σε αυτή την δύσκολη φάση, κατά την οποία πνέουν άνεμοι πολέμου», γράφει η Λα Στάμπα. «Ο Πάπας Φραγκίσκος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα σταθούν δίπλα στον Πατριάρχη της Κοπτικής εκκλησίας, Πάπα Θεόδωρο τον Β', η χριστιανική κοινότητα του οποίου επλήγη θανάσιμα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις των φονταμενταλιστών», προσθέτει η ιταλική εφημερίδα. Στο άρθρο αναφέρεται, επίσης, ότι ο προκαθήμενος της Ορθοδοξίας προσκλήθηκε από τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ 'Αζχαρ να πάρει μέρος στην διεθνή διάσκεψη για την ειρήνη, κατά την οποία θα πάρουν τον λόγο και ο Πάπας με τον ίδιο τον ιμάμη. Η είδηση της μετάβασης του Οικουμενικού Πατριάρχη στο Κάιρο επιβεβαιώθηκε στην εφημερίδα και από πηγές που διατηρούν στενές σχέσεις με το Φανάρι.


Εκ του Ιστολογίου ''Ζούγκλα.''

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟΝ ΠΑΙΔΕΙΑΣ



Ἐκκλησία Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος 


Ἱερά Σύνοδος


Ἐπιστολή πρός τόν Ὑπουργόν Παιδείας περί τῶν «Ἔμφυλων Ταυτοτήτων»  



Ἀξιότιμε κ. ῾Υπουργέ· 



Ἡ Ἱερὰ Σύνοδός μας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος, στὴν τελευταία Συνεδρία τῆς Ἱεραρχίας Αὐτῆς (8/21.02.2017), ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου κ. Καλλινίκου, ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὸ σοβαρὸ θέμα, τὸ ὁποῖο ἀπασχολεῖ ἔντονα τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία ἐσχάτως, ἐξ αἰτίας τῆς ἀποφάσεως τοῦ ῾Υπουργείου Παιδείας, Ἐρεύνης καὶ Θρησκευμάτων νὰ πραγματοποιηθεῖ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους στὰ Γυμνάσια τῆς χώρας μία θεματικὴ ἑβδομάδα μὲ τίτλο: «Σῶμα καὶ ταυτότητα». Εἶναι γνωστὸ τὸ ἰσχυρὸ κῦμα διαμαρτυριῶν, τὸ ὁποῖο ἔχει ἐγερθεῖ εἰδικῶς γιὰ τὸν τρίτο βασικὸ ἄξονα μὲ θέμα: «Ἔμφυλες Ταυτότητες», οἱ ὁποῖες διαμαρτυρίες ἀποβλέπουν στὴν ἀνάκληση τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως γιὰ πολὺ σοβαροὺς λόγους. Ἐνστερνιζόμενοι τοὺς λόγους αὐτούς, ἐπιθυμοῦμε νὰ δηλώσουμε ἀπερίφραστα τὴν πλήρη ἀντίθεση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ Ὁποία ἐκπροσωπεῖ μεγάλο ἀριθμὸ Ἑλλήνων πολιτῶν, γονέων, νέων, παιδιῶν, σχετικῶς μὲ τὶς «ἔμφυλες ταυτότητες», διότι μέσῳ αὐτῶν κατ᾿ οὐσίαν ἀμνηστεύεται ἡ σοβαρότης τοῦ προβλήματος τῆς ὁμοφυλοφιλίας καὶ ἄλλων σχετικῶν παρεκκλίσεων ἐνώπιον τῶν ἀνηλίκων Ἐπαιδιῶν καὶ νέων, καὶ ἔτσι ἀνοίγει ὁ δρόμος γιὰ τὴν ἀπάλειψη τῆς διαφορᾶς τῶν φύλων καὶ τὴν νομικὴ σχετικοποίηση τοῦ φύλου. Ἡ παρουσίαση τῶν προώρων διαφυλικῶν σχέσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν ποικίλων ὁμοφυλικῶν προτιμήσεων, ἔχουμε τὴν βάσιμη ἀνησυχία, ὅτι δὲν θὰ περιορισθεῖ στὸ θέμα τῆς ἁπλῆς ἐνημερώσεως, ἀλλὰ ἡ ἀνάλυση εἶναι δυνατὸν εὔκολα νὰ ἐκληφθεῖ ἢ προσληφθεῖ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ γυμνασίου ὡς προβολὴ ἢ καὶ ὡς παρόρμηση γιὰ ἀπόκτηση σχετικῆς ἐμπειρίας. Διότι, θὰ ἐκθειασθεῖ ἡ ἐγκράτεια ἢ θὰ προβληθοῦν ὡς ἀπόλυτα φυσιολογικὲς οἱ ὁλοκληρωμένες προγαμιαῖες σχέσεις; Ἡ διδασκαλία μεθόδων ἀντισύλληψης ἕως καὶ αὐτὴ ἡ ἔκτρωση σὲ ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη θὰ θεωρηθοῦν ὡς ἐκτροπὲς γενικῶς ἢ θὰ ἀμνηστευθοῦν ὡς ἀναγκαῖες καὶ ἀποδεκτὲς καταστάσεις ζωῆς; Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐλπίζεται ὅτι θὰ ὑπάρξει περιορισμὸς τῶν ἀνεπιθυμήτων ἐγκυμοσυνῶν καὶ οἱ μαθητὲς θὰ προαχθοῦν στὰ χρηστὰ ἤθη; Ὁ κατάλογος τῶν σχετικῶν ἐρωτημάτων θὰ μποροῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ ἀπεριόριστα. Ὡς πρὸς τὴν περίφημη «ἀποδόμηση τῶν ἐμφύλων στερεοτύπων», ὥστε νὰ παύσει «ἡ ὁμοφοβία καὶ τρανσοφοβία στὴν κοινωνία καὶ τὸ σχολεῖο», τοῦτο μόνον δυσάρεστη ἔκπληξη προξενεῖ. Ἡ προβολὴ τοῦ προτύπου μιᾶς «ἄφυλης κοινωνίας», ἡ θεώρηση ὡς φυσιολο- γικῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἡ προώθηση τοῦ «κοινωνικοῦ φύλου» ὡς διακριτοῦ ἀπὸ τὸ «βιολογικὸ φύλο» μὲ δυνατότητα αὐτοπροσδιορισμοῦ φύλου, περιττὸν καὶ νὰ τονισθεῖ ὅτι εἶναι ἔννοιες ριζικὰ ἀντίθετες πρὸς τὴν Πίστη καὶ τὴν Διδασκαλία τῆς ᾿Ορθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι συνιστοῦν ἐκθεμελιωτικὲς ἀνθρωπολογικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν συντριπτικὴ πλειοψηφία τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητος. Ἐπίσης δέ, εἶναι ἐντελῶς ξένες πρὸς τὴν Παράδοσή μας, τὰ Ἤθη καὶ Ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας καὶ γενικὰ τὴν Ἱστορία καὶ τὸν Πολιτισμό μας. Τὸ κλῖμα, μέσα στὸ ὁποῖο κινεῖται ἡ σχετικὴ Ἐγκύκλιος -῾Οδηγία τοῦ ῾Υπουργείου γιὰ τὴν Θεματικὴ Ἑβδομάδα «Σῶμα καὶ Ταυτότητα», ἐνῶ σκοπεύει στὴν προσπάθεια νὰ ἀποφεύγεται, ὡς ἐκτροπή, ὁ ἀτομικὸς καὶ συλλογικὸς στιγματισμὸς τῶν ὁμοφυλοφίλων καὶ ἄλλων προσώπων μὲ σχετικὲς παρεκκλίσεις, ὅμως δὲν ἀποτρέπει τὸν κίνδυνο γιὰ τὴν ἀλλη ἐκτροπή, νὰ θεωροῦνται δηλαδὴ ἡ ὁμοφυ- λοφιλία καὶ ὅ,τι σχετικὸ μὲ αὐτήν, ὡς φυσιολογικὲς καὶ τελικὰ ἀποδεκτὲς καταστάσεις καὶ πρακτικές. Δηλώνουμε, ὅτι δὲν συμφωνοῦμε νὰ γίνωνται δεκτοὶ πειραματισμοὶ ἐν οὐ παικτοῖς. Ἐν μέσῳ ποικιλομόρφου κρίσεως, ὡς ὕψιστη ἀνάγκη θεωροῦμε τὴν διακράτηση τῶν διαχρονικῶν ἐκείνων ἀξιῶν καὶ ἰδανικῶν Πίστεως καὶ Ἀρετῆς, ποὺ προάγουν Ἦθος καὶ Πολιτισμό. Ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀποδόμηση εἶναι ἀντίθετες καὶ πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα τῆς Πατρίδος μας, τὸ ὁποῖο ὁρίζει (ἄρθρ. 16,παρ. 2) ὅτι ἡ παιδεία ἀποβλέπει στὴν ἠθική, πνευματικὴ καὶ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ προάγει-ἀναπτύσσει τὴν ἐθνικὴ καὶ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν πολιτῶν.


Κύριε Ὑπουργέ· 


Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ συντομία καὶ χωρὶς εἰδικὴ ἀνάλυση ἐκτέθηκαν, ἐφ᾿ ὅσον ἄλλοι ἔχουν ἤδη πράξει τοῦτο ἐπαρκέστατα, ζητοῦμε νὰ ἀνακληθεῖ ἡ ἀπόφαση γιὰ τὶς «ἔμφυλες ταυτότητες», καὶ Σᾶς βεβαιώνουμε ὅτι θὰ ἀγωνισθοῦμε ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν πρόληψη τῆς ἠθικῆς παρακμῆς καὶ σήψεως καὶ θὰ ἐνθαρρύνουμε τὴν μὲ κάθε τρόπο ἀποχὴ τῶν μαθητῶν ἀπὸ τὴν φθορὰ ποὺ προξενεῖται ἀπὸ ἐκεῖ –ἀλλοίμονο– ἀπὸ ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκπορεύεται φῶς, ἀλήθεια, ὅραμα καὶ πνοή. 


Τῇ ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου 


Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς 


† Ὁ Δημητριάδος Φώτιος


Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ



Δύο χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ Στάλιν (1953), 

τήν ἐποχή τοῦ Κρουστσώφ, 

δειλά-δειλά εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀποσταλινοποίηση. 

Τότε ἡ ζωή στό στρατόπεδο εἶχε γίνει σαφῶς καλύτερη. 

Ὁ ἄνεμος τῆς κάποιας ἐλευθερίας εἶχε γίνει αἰσθητός 

καί στά στρατόπεδα. 

Οἱ πιστοί μποροῦσαν νά προσεύχωνται καί ὅπου ὑπῆρχαν Ἱερεῖς 

τούς ἐπέτρεπαν κάπου-κάπου νά λειτουργοῦν. 

Στό στρατόπεδο 

ὅπου κρατοῦνταν ὁ π. Ἀλέξιος Κυμπάρδιν, 

κάποιος γνωστός εἶχε στείλει ἕνα Ἀντιμήνσιο, καί ἔτσι μποροῦσαν, 

ὅποτε τούς τό ἐπέτρεπαν, νά λειτουργοῦν. 

Ἦλθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα καί ὁ π. Ἀλέξιος εἰδοποίησε τούς φυλακισμένους 

κληρικούς καί πιστούς 

νά ἑτοιμασθοῦν γιά νά γιορτάσουν τήν Ἀνάσταση.



Οἱ φυλακισμένοι ρίχτηκαν πυρετωδῶς στὶς προετοιμασίες. Ἄλλοι ἔραβαν ἄμφια, ἄλλοι καλύμματα, ἄλλοι ἔφτιαχναν ἀπὸ ξύλο τὰ ἱερὰ σκεύη. Τὸ Μέγα Σάββατο ὁ Διοικητὴς φώναξε τὸν π. Ἀλέξιο καὶ κάπως θορυβημένος τὸν ἐρώτησε τὶ συμβαίνει, γιατὶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κινητοποίηση μεταξὺ τῶν κρατουμένων. Ὁ π. Ἀλέξιος τοῦ ἐξήγησε: «Μὴν ἀνησυχεῖτε. Αὔριο εἶναι ἡ γιορτὴ τοῦ Πάσχα καὶ οἱ κρατούμενοι ἑτοιμάζονται. Δὲν πρόκειται νὰ γίνει καμιὰ φασαρία». Ὁ Διοικητὴς ἡσύχασε. Τὴν ἑπομένη, ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα, ἄρχισε ἡ Πασχαλινὴ Ἀκολουθία. Ἦταν συγκινητικὸ νὰ βλέπεις κανεὶς τοὺς Ἱερεῖς μὲ τὰ αὐτοσχέδια ἄμφια ποὺ εἶχαν φτιάξει οἱ κρατούμενοι, ἀπὸ τὰ δικά τους ροῦχα, ἀπὸ ἄχρηστα ὑφάσματα, ἀπὸ σεντόνια – ὅ,τι εὕρισκαν. Βγῆκαν στὴν αὐλή, δίπλα στὴν ὄχθη τῆς λίμνης καὶ γύρω στὶς 11 μ.μ. ἄρχισαν νὰ ψάλλουν τὸν Κανόνα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «Κύματι θαλάσσης...». Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἕνα κῦμα χτύπησε στὴν ὄχθη τῆς λίμνης. Καὶ ἔβρεξε τοὺς φυλακισμένους. Λὲς καὶ ἡ φύση σκιρτοῦσε καὶ συμμετεῖχε καὶ αὐτὴ στὴν μεγάλη γιορτή. Ἀντὶ γιὰ πασχαλινὴ λαμπάδα, οἱ κρατούμενοι κρατοῦσαν ἕνα ἀναμμένο ξύλο. Ἡ Ἀκολουθία προχωροῦσε, τελείωσε ὁ Κανόνας καὶ λίγο πρὶν τὶς 12 τὰ μεσάνυχτα ὅλοι μαζὶ ἔψαλλαν: «Τὴν Ἀνάστασίν Σου Χριστὲ Σωτήρ...». Στὴν συνέχεια ὁ π. Ἀλέξιος εἶπε ἀπὸ στήθους τὸ Εὐαγγέλιο –λειτουργικὰ βιβλία δὲν ὑπῆρχαν– καὶ στὶς 12 ἀκριβῶς φώναξε πρῶτος τὴν νικητήρια ἰαχή: «Χριστὸς Ἀνέστη!...». Μὲ ἕνα στόμα ὅλοι οἱ κρατούμενοι ἀπάντησαν: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!...». Τὰ μάτια ὅλων βούρκωσαν, οἱ καρδιὲς σκίρτησαν. Οἱ φωνὲς ἀκούστηκαν στὴν ἀπέραντη τάϊγκα. Καὶ τότε ἕνα σμῆνος ἀπὸ χιλιάδες πουλιά, σὰν νὰ ξυπνοῦσαν ἀπὸ λήθαργο, ἄρχισαν νὰ πετοῦν πάνω ἀπὸ τοὺς κρατούμενους. Ἀμέσως ἀντήχησε ὁ ὕμνος: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...». Τὰ πουλιὰ τιτίβιζαν καὶ αὐτὰ καὶ ἔψαλλαν στὴν δική τους γλῶσσα τὸν ὕμνο τους. Τὸ δάσος ἀντιλαλοῦσε τὶς μελωδίες ἀνθρώπων καὶ πουλιῶν. Ὅλη ἡ φύση συμμετεῖχε στὴν χαρὰ τῆς Ἀνάστασης. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ...». Ἄρχισε καὶ ἡ Ἀναστάσιμη Ἀκολουθία πάνω σὲ ἕνα ἁπλὸ τραπέζι, μὲ τὰ φτωχὰ ἄμφια, μὲ τὰ ξύλινα σκεύη, τὶς ξύλινες λαμπάδες... Ἡ θεία Μετάληψη, ὁ περίφημος Κα- τηχητικὸς Λόγος τοῦ Χρυσοστόμου καὶ πάλι τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη!...». Ἡ βεβαιότητα ὅτι τὸ κακό, ὁ θάνατος «κατεπόθη εἰς τέλος...». Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία οἱ κρατούμενοι κάθισαν σὲ κοινὴ τράπεζα. Μέχρι καὶ πασχαλινὰ κόκκινα αὐγὰ ὑπῆρχαν... Ἡ χαρὰ ἦταν ζωγραφισμένη στὰ πρόσωπα ὅλων. 


Μεταξύ τῶν κρατουμένων 

ἦταν καί ἕνας παλιός δημοσιογράφος 

πού πρίν ἀπό τήν Ἐπανάσταση εἶχε ταξιδεύσει σέ πολλά μέρη. 

Καί εἶπε μέ συγκίνηση τοῦτα τά λόγια στόν π. Ἀλέξιο: 

«Εἶχα τήν εὐκαιρία νά γιορτάσω τήν Ἀνάσταση στά Ἱερο-σόλυμα, 

στήν Κωνσταντινούπολη καί ἀλλοῦ. 

Ὅμως πουθενά δέν αἰσθάνθηκα τέτοια χαρά ὅπως σήμερα!...». 

Ὅταν ὁ π. Ἀλέξιος πῆγε νά πάρει τά χαρτιά τῆς ἀπολύσεώς του ἀπό τό στρατόπεδο, 

τόν φώναξε ὁ Διοικητής καί τοῦ εἶπε: 

«Δέν ἔχω γνωρίσει στήν ζωή μου τέτοιον ἄνθρωπο. 

Τό Πάσχα πού γιορτάσαμε φέτος μοῦ προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. 

Σᾶς παρακαλῶ πολύ νά προσεύχεσθε καί γιά μένα, 

μήπως μέ ἐλεήσει ὁ Θεός καέ μέ φέρει στόν δρόμο Του!...». 



Εκ της Ιστοσελίδος της Ιεράς  Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Ἀρχιμ. Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου, Στάρετς Σεραφείμ τῆς Βύριτσα (1866-1949), 
ἐκδόσεις «Ἀκρίτας», 2003, σελ. 335-336. Ἐπιμέλ. ἡμετ. 
Ο Ὁμολογητής Πρωθιερεύς π. Ἀλέξιος Κυμπάρδιν (1882-1964) εἶχε διατελέσει Πνευματικός τοῦ Στάρετς Σεραφείμ τῆς Βύριτσα.


Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει σε ένα από τα εκατομμύρια παιδιά, 
που με τις οικογένειές τους μαρτύρησαν στα ''περίφημα'' στρατόπεδα Γκουλάγκ 
της τότε Σοβιετικής Ένωσης, 
υπό το βλέμμα του μεγαλυτέρου σφαγέα όλων των εποχών, του Ιωσήφ Στάλιν.

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

ΠΑΝΤΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΑΤΕ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ



Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως. Εἴ τις εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον. Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα. Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω. Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον˙ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης˙ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ. Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν˙ καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε˙ ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως˙ πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ἅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ. Καί τοῦτο προλαβών Ἠσαϊας ἐβόησεν˙ ὁ ἅδης φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. Ἐπικράνθη˙καί γάρ κατηργήθη. Ἐπικράνθη˙καί γάρ ἐνεπαίχθη. Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη. Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη. Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη. Ἔλαβε σῶμα καί Θεῶ περιέτυχεν. Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῶ. Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε. Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Παλαιότερη ομιλία του νυν Επισκόπου Γαρδικίου -της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών- κ. Κλήμεντος, για την Κυριακή του Πάσχα.


Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν,
ζωήν χαρισάμενος. 
Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσομεν Άγιον, Κύριον,
Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον.
Τον Σταυρόν Σου Χριστέ προσκυνούμεν και την Αγίαν σου Ανάστασην υμνούμεν και δοξάζωμεν
Συ γαρ ει ο Θεός ημών, εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά Σου ονομάζομεν.
Δεύτε, πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν την του Χριστού Αγίαν Ανάστασην.
Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω. 
Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον, υμνούμεν την Ανάστασην Αυτού.
Σταυρόν γαρ υπομείνας δι' ημάς, θανάτω, θάνατον ώλεσεν.
Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου καθώς προείπεν, Έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και το μέγα έλεος.


 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ



Με τα ανύποπτα και άσπιλα μάτια 
της αναδεκτής μου Μαρίας Μιχαλοπούλου, 
ο Χριστός ιστάμενος στον σταυρό... 
Όταν η πρώιμη αγνότητα 
διαθλάται στην ανόθευτη πίστη 
και η παιδική ματιά 
στους αποτροπιασμούς και τους δόλους των μεγάλων... Γ. Δ.


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ Θ΄ΩΡΑΣ

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην

Κεφ. 19: 23-37


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅτε ἐσταύρωσαν τόν ᾿Ιησοῦν, ἔλαβον τά ἱμάτια αὐτοῦ καί ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καί τόν χιτῶνα· ἦν δέ ὁ χιτών ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντός δι᾿ ὅλου. Εἶπον οὖν πρός ἀλλήλους· Μή σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλά λάχωμεν περί αὐτοῦ, τίνος ἔσται· ἵνα ἡ Γραφή πληρωθῇ ἡ λέγουσα·«Διεμερίσαντο τά ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καί ἐπί τόν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.»Οἱ μέν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. Εἱστήκεισαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἡ Μήτηρ αὐτοῦ, καί ἡ ἀδελφή τῆς μητρός αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καί Μαρία ἡ Μαγδαληνή. ᾿Ιησοῦς οὖν ἰδών τήν Μητέρα, καί τόν Μαθητήν παρεστῶτα, ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ Μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἰδοὺ ὁ υἱός σου. Εἶτα λέγει τῷ Μαθητῇ· ἰδού ἡ μήτηρ σου. Καί ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ Μαθητής αὐτήν εἰς τά ἴδια. Μετά τοῦτο εἰδώς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ Γραφή, λέγει· Διψῶ. Σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δέ, πλήσαντες σπόγγον ὄξους, καί ὑσσώπῳ περιθέντες, προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. Ὅτε οὖν ἔλαβε τό ὄξος ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶπε· Τετέλεσται· καί κλίνας τήν κεφαλήν, παρέδωκε τό πνεῦμα. Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι, ἵνα μή μείνῃ ἐπί τοῦ Σταυροῦ τά σώματα ἐν τῷ Σαββάτῳ, ἐπεί Παρασκευή ἦν· ἦν γάρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου· ἠρώτησαν τόν Πιλᾶτον, ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τά σκέλη, καί ἀρθῶσιν. Ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καί τοῦ μέν πρώτου κατέαξαν τά σκέλη, καί τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· ἐπί δέ τόν ᾿Ιησοῦν ἐλθόντες, ὡς εἶδον αὐτόν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τά σκέλη, ἀλλ᾿ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τήν πλευράν ἔνυξε, καί εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καί ὕδωρ. Καί ὁ ἑωρακώς μεμαρτύρηκε, καί ἀληθινή ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ· κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καί ὑμεῖς πιστεύσητε. Ἐγένετο γάρ ταῦτα, ἵνα ἡ Γραφή πληρωθῇ· Ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ. Καί πάλιν ἑτέρα Γραφή λέγει· Ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν.




Παλαιότερη ομιλία του νυν Επισκόπου Γαρδικίου -της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών- κ. Κλήμεντος, για την Μεγάλη Παρασκευή.

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ



Εἰς τόν Ὄρθρον 


Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν.

Κεφ. 22: 1-39


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἤγγιζε ἡ ἑορτή τῶν ἀζύμων, ἡ λεγομένη Πάσχα· καί ἐζήτουν οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Γραμματεῖς, τό πῶς ἀνέλωσι τόν ᾿Ιησοῦν· ἐφοβοῦντο γάρ τόν λαόν. Εἰσῆλθε δέ ὁ Σατανᾶς εἰς ᾿Ιούδαν τόν ἐπικαλούμενον ᾿Ισκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα. Καί ἀπελθών συνελάλησε τοῖς Ἀρχιερεῦσι καί Γραμματεῦσι καί Στρατηγοῖς, τό πῶς αὐτόν παραδῷ αὐτοῖς. Καί ἐχάρησαν, καί συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι· καί ἐξωμολόγησε· καί ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτόν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου. ῏Ηλθε δέ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τό Πάσχα, καί ἀπέστειλε Πέτρον καί ᾿Ιωάννην, εἰπών· Πορευθέντες, ἑτοιμάσατε ἡμῖν τό Πάσχα, ἵνα φάγωμεν. Οἱ δέ εἶπον αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν; Ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς· Ἰδού, εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τήν Πόλιν, συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τήν οἰκίαν, οὗ εἰσπορεύεται, καί ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· Λέγει σοι ὁ Διδάσκαλος· Ποῦ ἐστι τό κατάλυμα, ὅπου τό Πάσχα μετά τῶν Μαθητῶν μου φάγω; Κἀκεῖνος ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε. Ἀπελθόντες δέ εὗρον καθώς εἴρηκεν αὐτοῖς, καί ἡτοίμασαν τό Πάσχα. Καί ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσε, καί οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι σύν αὐτῷ, καί εἶπε πρός αὐτούς· Ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τό Πάσχα φαγεῖν μεθ᾿ ὑμῶν, πρό τοῦ με παθεῖν· Λέγω γάρ ὑμῖν, ὅτι οὐκέτι οὐ μή φάγω ἐξ αὐτοῦ, ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. Καί δεξάμενος τό ποτήριον, εὐχαριστήσας εἶπε· Λάβετε τοῦτο, καί διαμερίσατε ἑαυτοῖς· λέγω γάρ ὑμῖν, ὅτι οὐ μή πίω ἀπό τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ. Καί λαβών ἄρτον, εὐχαριστήσας ἔκλασε, καί ἔδωκεν αὐτοῖς, λέγων· Τοῦτό ἐστι τό σῶμα μου, τό ὑπέρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὡσαύτως καί τό ποτήριον, μετά τό δειπνῆσαι, λέγων· Τοῦτο τό ποτήριον, ἡ καινή διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τό ὑπέρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον. Πλήν ἰδού, ἡ χερ τοῦ παραδιδόντος με μετ᾿ ἐμοῦ ἐπί τῆς τραπέζης. Καί ὁ μέν Υἱός τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατά τό ὡρισμένον· πλήν οὐαί τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ παραδίδοται. Καί αὐτοί ἤρξαντο συζητεῖν πρός ἑαυτούς, τό, τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν. ᾿Εγένετο δέ καί φιλονεικία ἐν αὐτοῖς, τό, τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων. Ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς· οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καί οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται· Ὑμεῖς δί οὐχ οὕτως, ἀλλ᾿ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν, γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καί ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν. Τίς γάρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος, ἢ ὁ διακονῶν; οὐχί ὁ ἀνακείμενος; ἐγώ δέ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν. Ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου· κἀγώ διατίθεμαι ὑμῖν, καθώς διέθετό μοι ὁ Πατήρ μου, βασιλείαν, ἵνα ἐσθίητε καί πίνητε ἐπί τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καί καθίσεσθε ἐπί θρόνων κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ ᾿Ισραήλ. Εἶπε δέ ὁ Κύριος· Σίμων Σίμων, ἰδού, ὁ Σατανᾶς ἐξητήσατο ὑμᾶς, τοῦ συνιάσαι ὡς τόν σῖτον· ἐγώ δέ ἐδεήθην περί σοῦ, ἵνα μή ἐκλείπῃ ἡ πίστις σου· καί σύ ποτε ἐπιστρέψας, στήριξον τούς ἀδελφούς σου. Ὁ δέ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, μετά σοῦ ἕτοιμός εἰμι καί εἰς φυλακήν, καί εἰς θάνατον πορεύεσθαι. Ὁ δέ εἶπε· Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ μή φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ, πρίν ἢ τρίς ἀπαρνήσῃ μή εἰδέναι με. Καί εἶπεν αὐτοῖς· Ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλλαντίου, καί πήρας, καί ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; Οἱ δέ εἶπον· οὐθενός. Εἶπεν οὖν αὐτοῖς· ἀλλά νῦν, ὁ ἔχων βαλλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καί πήραν, καί ὁ μή ἔχων, πωλησάτω τό ἱμάτιον αὐτοῦ καί ἀγορασάτω μάχαιραν. Λέγω γάρ ὑμῖν, ὅτι ἔτι τοῦτο τό γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τό· «Καί μετά ἀνόμων ἐλογίσθη·» καί γάρ τά περί ἐμοῦ τέλος ἔχει. Οἱ δέ εἶπον· Κύριε, ἰδού μάχαιραι ὧδε δύο. Ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς· ἱκανόν ἐστι. 

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ



Εἰς τήν Λειτουργίαν

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.

Κεφ. 26: 6-16


Τοῦ ᾿Ιησοῦ γενομένου ἐν Βηθανίᾳ, ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, προσῆλθεν αὐτῷ γυνή, ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καί κατέχεεν ἐπί τήν κεφαλήν αὐτοῦ ἀνακειμένου. Ἰδόντες δέ οἱ Μαθηταί αὐτοῦ ἠγανάκτησαν, λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη; ἠδύνατο γάρ τοῦτο τό μύρον πραθῆναι πολλοῦ, καί δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. Γνούς δέ ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶπεν αὐτοῖς· Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γάρ καλόν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. Τούς πτωχούς γάρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμέ δέ οὐ πάντοτε ἔχετε. Βαλοῦσα γάρ αὕτη τό μύρον τοῦτο ἐπί τοῦ σώματός μου, πρός τό ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν. Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐάν κηρυχθῇ τό Εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καί ὃ ἐποίησεν αὕτη, εἰς μνημόσυνον αὐτῆς. Τότε πορευθείς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος ᾿Ιούδας ᾿Ισκαριώτης, πρός τούς Ἀρχιερεῖς, εἶπε· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγώ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Οἱ δέ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια. Καί ἀπό τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτόν παραδῷ.



Παλαιότερη ομιλία του νυν Επισκόπου Γαρδικίου  -της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών-  κ. Κλήμεντος, για την Μεγάλη Τετάρτη. 

Εικόνα Δημήτρης Μανιάτης

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ



Εἰς τήν Λειτουργίαν


Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.


Κεφ. 24: 36-51, 25: 1-46, 26: 1-2



Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί τῆς ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ Ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μή ὁ Πατήρ μου μόνος. Ὥσπερ δέ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. ῞Ωσπερ γάρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρό τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες, γαμοῦντες καί ἐκγαμίζοντες, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τήν κιβωτόν, καί οὐκ ἔγνωσαν, ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμός, καί ἦρεν ἅπαντας· οὕτως ἔσται καί ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ· ὁ εἷς παραλαμβάνεται, καί ὁ εἷς ἀφίεται· δύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ μυλῶνι· μία παραλαμβάνεται καί μία ἀφίεται. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται. ᾿Εκεῖνο δέ γινώσκετε, ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν, καί οὐκ ἂν εἴασε διορυγῆναι τήν οἰκίαν αὐτοῦ. Διά τοῦτο καί ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι· ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. Τίς ἄρα ἐστίν ὁ πιστός δοῦλος καί φρόνιμος, ὃν κατέστησεν ὁ κύριος αὐτοῦ ἐπί τῆς θεραπείας αὐτοῦ, τοῦ διδόναι αὐτοῖς τήν τροφήν ἐν καιρῷ; Μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, ὃν ἐλθών ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως. Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἐπί πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. Ἐάν δέ εἴπῃ ὁ κακός δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· χρονίζει ὁ κύριός μου ἐλθεῖν, καί ἄρξηται τύπτειν τούς συνδούλους, ἐσθίειν δέ καί πίνειν μετά τῶν μεθυόντων, ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου, ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καί ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, καί διχοτομήσει αὐτόν, καί τό μέρος αὐτοῦ μετά τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων. Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα Παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τάς λαμπάδας αὐτῶν, ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ Νυμφίου, πέντε δέ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καί αἱ πέντε μωραί. Αἵτινες μωραί, λαβοῦσαι τάς λαμπάδας ἑαυτῶν, οὐκ ἔλαβον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔλαιον· αἱ δέ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν, μετά τῶν λαμπάδων αὐτῶν. Χρονίζοντος δέ τοῦ Νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καί ἐκάθευδον. Μέσης δέ νυκτός κραυγή γέγονεν· Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ. Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ Παρθένοι ἐκεῖναι, καί ἐκόσμησαν τάς λαμπάδας αὐτῶν. Αἱ δέ μωραί ταῖς φρονίμοις εἶπον· Δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται. Ἀπεκρίθησαν δέ αἱ φρόνιμοι, λέγουσαι· μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἡμῖν καί ὑμῖν· πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τούς πωλοῦντας, καί ἀγοράσατε ἑαυταῖς. Ἀπερχομένων δέ αὐτῶν ἀγοράσαι, ἦλθεν ὁ Νυμφίος, καί αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τούς γάμους, καί ἐκλείσθη ἡ θύρα. Ὕστερον δέ ἔρχονται καί αἱ λοιπαί Παρθένοι λέγουσαι· Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν. Ὁ δέ ἀποκριθείς εἶπεν· Ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. ῞Ωσπερ γάρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τούς ἰδίους δούλους, καί παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καί ᾧ μέν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δέ δύο, ᾧ δέ ἕν, ἑκάστῳ κατά τήν ἰδίαν δύναμιν, καί ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθείς δέ ὁ τά πέντε τάλαντα λαβών, εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς, καί ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. Ὡσαύτως καί ὁ τά δύο, ἐκέρδησε καί αὐτός ἄλλα δύο. Ὁ δέ τό ἓν λαβών, ἀπελθών, ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ, καί ἀπέκρυψε τό ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Μετά δέ χρόνον πολύν, ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων, καί συναίρει μετ᾿ αὐτῶν λόγον. Καί προσελθών ὁ τά πέντε τάλαντα λαβών, προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα, λέγων· Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε, ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. Ἔφη δὲ αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ! ἐπί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ κυρίου σου. Προσελθών δέ καί ὁ τά δύο τάλαντα λαβών, εἶπε· Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε, ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. Ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ! ἐπί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ κυρίου σου. Προσελθών δέ καί ὁ τό ἓν τάλαντον εἰληφώς, εἶπε· Κύριε, ἔγνων σε, ὅτι σκληρός εἶ ἀνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας, καί συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καί φοβηθείς, ἀπελθών ἔκρυψα τό τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε, ἔχεις τό σόν. Ἀποκριθείς δέ ὁ κύριος αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ· πονηρέ δοῦλε καί ὀκνηρέ! Ἤδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα, καί συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! Ἔδει οὖν σε βαλεῖν τό ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καί ἐλθών ἐγώ, ἐκομισάμην ἂν τό ἐμόν σύν τόκῳ. Ἄρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τό τάλαντον, καί δότε τῷ ἔχοντι τά δέκα τάλαντα. Τῷ γάρ ἔχοντι παντί δοθήσεται, καί περισσευθήσεται, ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος, καί ὃ ἔχει, ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· καί τόν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός, καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων. ῞Οταν δέ ἔλθῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ, καί πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ. Καί συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἔθνη· καί ἀφοριεῖ αὐτούς ἀπ᾿ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐρίφων, καί στήσει τά μέν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. Τότε ἐρεῖ ὁ Βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καί συνηγάγετέ με, γυμνός, καί περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καί ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα, καί ἐθρέψαμεν; ἢ διψῶντα, καί ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον, καί συνηγάγομεν; ἢ γυμνόν, καί περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ, ἢ ἐν φυλακῇ, καί ἤλθομεν πρός σέ; Καί ἀποκριθείς ὁ Βασιλεύς, ἐρεῖ αὐτοῖς· Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε. Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων· Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον, τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καί οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί οὐκ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καί οὐ συνηγάγετέ με· γυμνός, καί οὐ περιεβάλετέ με· ἀσθενής καί ἐν φυλακῇ, καί οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καί αὐτοί, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον, ἢ γυμνόν, ἢ ἀσθενῆ, ἢ ἐν φυλακῇ, καί οὐ διηκονήσαμέν σοι; Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς, λέγων· Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε. Καί ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον. Καί ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ᾿Ιησοῦς πάντας τούς λόγους τούτους, εἶπε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ· Οἴδατε ὅτι μετά δύο ἡμέρας τό Πάσχα γίνεται, καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τό σταυρωθῆναι.



Παλαιότερη ομιλία του νυν Επισκόπου Γαρδικίου  -της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών-  κ. Κλήμεντος, για την Μεγάλη Τρίτη. 

Icon by Serhei Vandalovskiy

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ



Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια.
 

Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, 

όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. 

Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… 

Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, 

τις γειτονικές μας εκκλησίες, 

που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, 

από τις εννιά η άλλη. 

Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, 

που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, 

ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, 

εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, 

σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, 

που λειτουργούσαν από τις επτά. 

Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους 

και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο. 



Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου… Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα. Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα. Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός! Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. 


Έτσι και στη ζωή: 

Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, 

ύστερ’ από κόπο και λύπη. 

Πριν από κάθε μας Πάσχα, 

πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα. 

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. 

Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, 

που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, 

δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; 

Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!


Σας ασπάζομαι


ΦAIΔΩN 

Εκ του βιβλίου: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975.


Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 

Icon by Serhei Vandalovskiy.


Γρηγόριος Ξενόπουλος