ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ



''Υπέρ του κοινού κτήματος του πατρικού θησαυρού της υγιαινούσης πίστεως εστήκαμεν αγωνιζόμενοι''.
(Μ. Βασιλείου επ. 234)

''Κρείσσων επαινετός πόλεμος ή ειρήνης χωριζούσης Θεού.
(Απολογ. Αγίου Γρηγορίου Νανζιανζού).

Σχίσμα προφανές και πανθολογούμενον προκάλεσαν 

εις το ενιαίον σώμα της Μίας, Ορθοδόξου Αγίας του Χριστού Εκκλησίας 

οι εισηγηταί της καινοτομίας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, 

ως εγράψαμεν εις το αμέσως προηγούμενον φύλλον. 

Του μεγάλου δε τούτου κακού δια την Εκκλησίαν, την μείζονα ευθύνην φέρει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών 

μετά σπουδής αδικαιολογήτου συνεργήσας εις την επιβολήν της καινοτομίας ταύτης, 

την οποίαν επιφανής ιεράρχης, ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Ειρηναίος, 

εν τω προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος υποβληθέντι υπομνήματί του (1929) 

χαρακτηρίζει ως αντικανονικήν, 

αντικειμένην δηλ. προς αυτούς τους θείους και ιερούς της Ορθοδοξίας κανόνας. 

Αλλ' είναι αναμφισβήτητον, 

ότι ο νεωτερισμός ούτος του ημερολογίου, ως κατεδείχθεη εν τοις προηγουμένοις, 

ανέτρεψε την αρχαίαν εκκλησιαστικήν τάξιν και παράδοσιν 

και παρεβίασεν αυτό το πανάρχαιον της Εκκλησίας έθος 

και σεβάσμιον από Θεοφόρων Πατέρων διαμεμορφωμένον αυτής καθεστώς! 



Εν τοιαύτη δε περιπτώσει οι καινοτομήσαντες δεν κατεπολέμησαν απλώς την υπό των αγίων Οικουμενικών Συνόδων προιούσαν και εξωτερικήν της Εκκλησίας ενότητα, αλλά προσέκρουσαν προς ρητάς διατάξεις της τε αγίας Γραφής και ιερών Συνόδων και αγίων Πατέρων, αντέστησαν δηλαδή προς αυτήν την διδασκαλίαν του Αγίου Πνεύματος! Το πράγμα καταντά ομολογουμένως παράδοξον! Και όμως είναι αληθές και επεξηγείται, όταν λάβει τις υπ' όψει υπό ποιου πνεύματος διεπνέοντο οι κήρυκες της εκκλησιαστικής παρ' ημίν μεταρρυθμίσεως περί του οποίου εγράψαμεν εις το Α΄ημών άρθρον. Αυτός ο των εθνών απόστολος ουρανοβάμων Παύλος τω Θείω Πνεύματι κινούμενος όρισεν ως απαράβατον εντολήν δια πάντας τους Χριστιανούς την απαραμείωτον τήρησιν των παραδόσεων εντειλάμενος: ''Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι' επιστολής ημών'' (Θεσ. β' 15). Την εντολήν ταύτην ως κόρην οφθαλμού διφύλαξεν η Ορθοδοξία, από της οποίας εξέκλιναν και την εντολήν επομένως κατεπάτησαν πάντες οι νεωτοροποιοί, οι νεωτερίσαντες είτε αιρέσει, είτε σχίσματι. Προ αυτής της εντολής συνετρίβησαν και συνεθλάσθησαν αι πύλαι του Άδου, είτε των αιρετικών κακοδόξων και σχισματικών τα στόματα! Δια τούτο η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι πολυσέβαστος και εις αυτούς τους ξένους προς αυτήν κληρικούς ως διατηρούσα αλώβητον την υπό αυτήν των αγίων Αποστόλων παράδοσιν εμμένουσα απαρεγκλίτως εις όσα παρέλαβε παρ' αυτών δια μέσου των Θεοφόρων Πατέρων, συμφώνως προς παρομοίαν εντολήν του Θείου Παύλου ''Μένε εν οις έμαθες και επιστώθης ειδώς παρά τινος έμαθες'' (Β' προς Τιμ. γ' 14). ''Αν πρόκειται να φύγω ποτέ από την Εκκλησίαν μου (έλεγε ποτέ εν Λονδίνω άγγλος ανώτερος κληρικός) θα προσέλθω εις την πολιάν και πολυσέβαστον Ανατολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, όχι εις την καινοτόμον Ρώμην''. Και η γνώμη αύτη, προσέθετε το περιοδικόν ''Εκκλησία,'' είναι των πλείστων άγγλων κληρικών (βλ. υπ' αρ. 42/1924). Οι σημερινοί όμως αρχηγέται της εκκλησιαστικής καινοτομίας διεκήρυξαν, ότι η παράδοσις αναφέρεται εις μόνα τα της πίστεως. Περιόρισαν δηλ. την παράδοσιν οι νεοκήρυκες ούτοι εις μόνον τα πιστευτέα και ελησμόνησαν, ότι εκ παραλλήλου αύτη αναφέρεται τόσον εις την ηθικήν της χριστιανικής πίστεως διδασκαλίαν, ήτοι εις τα πρακτέα περί της οποίας λέγει ο Ιερός Παύλος, ''όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος ταύτα λογίζεσθε α και εμάθετε και παρελάβατε και ηκούσατε και είδετε εν εμοί, ταύτα πράσσετε. και ο Θεός της ειρήνης έσται μεθ' ημών'' (Φιλιπ. δ' 8-9) όσο και εις αυτήν την λατρείαν του Θεού, την εξωτερικήν ταύτην της πίστεως εκδήλωσιν. Ταύτην την ιεράν της Εκκλησίας παράδοσιν περί την θείαν λατρείαν ονομάζει άγραφον έθος ο βαθυνούστατος εκκλησιαστικός Πατήρ Βασίλειος ο Μέγας, όστις αποδίδει τοιαύτην σημασίαν εις το έθος τούτο, ώστε να γράφει προς τον μακάριον Αμφιλόχιον: ''...Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών, ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν, παραιτείσθαι, λαθοίμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον, μάλλον δε εις όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ηλπικότας κατασημαίνεσθαι, τις ο δια γράμματος διδάξας; Το προς ανατολάς τετράφθαι κατά την προσευχήν, ποιον ημάς εδίδαξε γράμμα''; (Ράλλη και Ποτλή Σύνταγ. ιερών καν. τόμ. 4 σελ. 283). Ίσως να έχει τις οιανδήποτε αμφιβολίαν ότι η εκκλησιαστική παράδοσις αναφέρεται και εις αυτήν την νηστείαν και εορτήν ή την τάξιν της εκκλησίας. Την ενδεχομένην αμφιβολίαν εξαφανίζει απολύτως ο μέγας εν Πατριάρχαις και ομολογηταίς άγιος Νικηφόρος, όστις καθορίζων σαφώς την εκκλησιαστικήν παράδοσιν γράφει τα κάτωθι σημαντικά... ''Έστι δε ιδείν καν ταις ιεραίς συνάξεσι, κατά την θείαν λειτουργίαν ή και εν άλλοις καιροίς επιτελούμενα ουκ ολίγα ημών αγράφως παραδεδομένα και κρατούμενα και αυτών των θεισμένοις τόποις ή και άλλως γιγμομένων, α δη εκ της αγράφου και άνωθεν μέχρις ημών κατίοντα συνήθους παρειλήφαμεν παραδόσεως και πάντα τιμώμεν και περιέπομεν και ασπαζώμεθα και κατέχομεν ουδέν έλαττον ή τα εν γραφαίς ημίν νομοθετούμενα, ων αμφοτέρων το ασφαλές παρά της αποστολικής διδασκαλίας περιλέγομεν. Πάντα γαρ έθος εστί το βεβαιούν επεί και το έργον λόγου επικρατέστερον. Τι γαρ έστι νόμος ή άγραφον έθος ως αυ πάλιν έθος άγραφος νόμος''. (Αγίου Νικηφόρου Πατριάρχου Κων/λεως, εκ του γ' αντιρρητικού). Ώστε κατά τον θείον Νικηφόρον η εκκλησιαστική παράδοσις, η εξ έθους ημών υφισταμένη και συνεχιζομένη από των αρχαίων της Εκκλησίας χρόνων είναι ισοδύναμος και ομότιμος δια πάντα Χριστιανό προς αυτά ''τα εν Γραφαίς ημών νομοθετούμενα'', διότι ενός και του αυτού Αγίου Πνεύματος είναι έργον, είτε παράδοσις εκκλησιαστική και η της Αγίας Γραφής διδασκαλία. 



Δια τούτο, ο ιερός και σοφός Μελέτιος ο Πηγάς εν τη μεγάλω Συνόδω του 1593 

εν Κων/πόλει εισηγούμενος μεταξύ άλλων την καταδίκην του γρηγοριανού ημερολογίου 

λέγει τα περισπούδαστα εκείνα: 

''...Επειδή τοίνοιν το τέλειον είλαφεν η των Ορθοδόξων Εκκλησία 

κατά της Θεογνωσίας και ευσεβείας δόγματα, 

αλλά κατά των εκκλησιαστικών πραγμάτων κατάστασιν δίκαιον έστι 

και ημάς πάντα νεωτερισμόν των της εκκλησίας περιβόλων περιορίζειν 

ειδότες υπαιτίους γεγονέναι αεί τους νεωτερισμούς της των Εκκλησιών συγχήσεως και διαστάσεως''... (Τόμ. Αγάπης, Δοσιθ. σ. 542). 

Φανερά λοιπόν η πλήρης και τελεία αντίθεσις των καινοτομησάντων 

εν τω ζητήματι του εκκλησιαστικού ημερολογίου 

προς την των εκκλησιαστικών παραδόσεων διδασκαλίαν του Αγίου Πνεύματος, 

περί της οποίας θα συνεχίσωμεν εις το επόμενον.


Αθήναι 6 Ιουλίου 1932


Εισαγωγή το διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ,'' 
του μακαριστού Επισκόπου Πενταπόλεως της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου. 
Έτος Γ', αριθμός τεύχους 9, Ιανουάριος - Μάρτιος 1978, σελίδες 63 - 66. 
Στην φωτογραφία της ανάρτησης ο πνευματώδης θεολόγος και ταπεινός Επίσκοπος Έτνα και Πόρτλαντ κ. Αυξέντιος.



Μακαριστός Μοναχός Μάρκος Χανιώτης


Διευθυντής της εφημερίδος ''Ο Κήρυξ Των Ορθοδόξων''.

Η ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ




ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ (ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΤΩΝ-ΜΟΝΟΕΝΕΡΓΗΤΩΝ) ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΑΥΤΩΝ.



ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΥΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ;



Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής


Τα πρώτα χρόνια. O Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη την βασιλίδα των Πόλεων, στα τέλη του 6ου αιώνα γύρω στο 580 μ. X. από ευγενείς και ευσεβείς γονείς. Από μικρό παιδί αγαπούσε πολύ τον Θεό. Οι γονείς του, λόγω του ότι ήταν πολύ εύποροι, φρόντισαν και του έδωσαν πλούσια παιδεία. Ο Άγιος Μάξιμος σπούδασε πολλές επιστήμες, όπως ρητορική, φιλοσοφία, γραμματική, μουσική, ποίηση και άλλες πολλές τέχνες της εποχής εκείνης. Τόσο πολύ δε διαδόθηκε η φήμη του, τα χαρίσματά του, το τάλαντό του, η ρητορεία του, τα γραπτά του, η ευσέβειά του και γενικά η όλη προσωπικότητα του Αγίου Μαξίμου, όπου γρήγορα ο βασιλεύς Ηράκλειος, που ήταν Αυτοκράτορας την εποχή εκείνη, τον συμπάθησε, τον αγάπησε και τον πήρε κοντά του για να τον έχει ως αρχιγραμματέα του και σύμβουλό του, στα διάφορα θέματα του. Όμως, ο Άγιος Μάξιμος, ενώ είχε τα πάντα δίπλα στον Αυτοκράτορα, και παρ’ όλες αυτές τις δόξες, τις τιμές και τα μεγαλεία που είχε, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να τον συγκινήσουν, και να τον δελεάσουν, για να παραμείνει κοντά στην κοσμική και υλική αυτή ζωή. Αλλά, εγκαταλείποντάς τα όλα, έφυγε από τα ανάκτορα για να πραγματοποιήσει αυτό το οποίο ήθελε και επιθυμούσε από μικρό παιδί και ήταν, το να προσέλθει κοντά στο Θεό, και να τον υπηρετήσει. Να απαρνηθεί τα εγκόσμια, τα υλικά και προσωρινά αγαθά, και να αγωνιστεί για τα πνευματικά και αιώνια αγαθά. Έτσι λοιπόν, αφού πήρε την άδεια από τον Αυτοκράτορα, έφυγε και πήγε και έγινε Μοναχός, σ’ ένα Μοναστήρι απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, στην Χρυσούπολη, στο σημερινό Σκούταρι, (Ουσκουδάρι, στὰ τουρκικά). Εκεί λοιπόν εκάρη Μοναχός (δηλαδή έγινε μοναχός) και μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα έφτασε σε πολύ υψηλά μέτρα αγιότητας, μέσα από μεγάλη άσκηση. Τόσο, που οι Μοναχοί οι οποίοι ήταν στο μοναστήρι τον αγάπησαν και τον σεβάστηκαν τόσο πολύ, που τον παρακαλούσαν συνέχεια να δεχθεί να γίνει ο Πνευματικός τους Πατέρας και Καθηγούμενός τους, για να τους καθοδηγεί «εις εύδιον λιμένα». O Άγιος Mάξιμος όμως από ταπείνωση δεν ήθελε να δεχτεί, αλλά αρνιόταν αυτή την πρόσκληση και την τιμή, ώσπου κάποια στιγμή συγκινήθηκε από την αγάπη των αδελφών του, των μοναχών και σκέφτηκε ότι, δεν έχει το δικαίωμα να κρύπτει όλη αυτή τη χάρη και την ευλογία την οποία του είχε χαρίσει ο Θεός και τα χαρίσματα και όλες αυτές τις αρετές, αλλά έπρεπε, όπως τοποθετούμε το φως πάνω στο τραπέζι και φωτίζει όλο το δωμάτιο, έτσι και εκείνος έπρεπε να φωτίσει τον κόσμο ολόκληρο και να σταθεί ψηλά, ως άλλος Άτλας θα λέγαμε, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και να σώσει εκείνη τη περίοδο την Εκκλησία από την ύπουλη, φοβερή και τρομερή αίρεση των Μονοθελητών και Mονοενεργητών.


Η αίρεση των Mονοθελητών και Mονοενεργητών και η διδασκαλία της



Τι ακριβώς συνέβει εν συντομία; Τον 7ο αιώνα, το 617 περίπου, ο βασιλεύς Ηράκλειος γνώριζε κάποιον μεγάλο, επίσημο αρχιερέα στην Αντιόχεια, του οποίου είχε μολυνθεί η καρδιά, με την αίρεση αυτή των Μονοθελητών και Mονοενεργητών. Tί είναι αυτή η αίρεση; Eίναι εκείνοι οι αιρετικοί οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο Xριστός μας είχε μόνο μία θέληση και μόνο μία ενέργεια. Όπως ξέρουμε ο Xριστός είχε δύο Φύσεις. Την Θεία και την Ανθρώπινη. Ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Λίγο πιο πριν, τον 5ο αιώνα υπήρχε η αίρεση των Mονοφυσιτών, που έλεγαν ότι ο Xριστός είχε μόνο μία Φύση. Και άλλοι μέν από τους Mονοφυσίτες έλεγαν ότι είχε μόνον την Ανθρώπινη Φύση, άλλοι δε έλεγαν ότι είχε μόνο την Θεϊκή Φύση, και ότι τελικά η Θεία Φύση Του απορρόφησε την Ανθρώπινη και έμεινε μόνο η Θεϊκή. Aυτή λοιπόν η αίρεση των Mονοφυσιτών, εκλόνησε και ταλαιπώρησε την Εκκλησία για πολλά χρόνια, δημιουργώντας πολλά και διάφορα προβλήματα, σε όλη την Αυτοκρατορία. Επειδή λοιπόν υπήρχε μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ των πιστών, κληρικών και λαϊκών, κάποιοι "σοφοί" κληρικοί και λαϊκοί, κυρίως όμως αρχιερείς, για να κατευνάσουν δήθεν τα πνεύματα και για να ηρεμήσουν τις παρατάξεις αυτές, τους ορθοδόξους και τους αιρετικούς, βρήκαν αυτή την δοξασία, αυτό το ψευδό-δόγμα, του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού. Έλεγαν λοιπόν, ότι: Εντάξει! Δεχόμαστε, συμβιβαζόμαστε ότι ο Χριστός είχε δύο Φύσεις, ήταν και τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Το πιστεύουμε αυτό το δόγμα. Μην μας λέτε όμως ότι είχε και δύο θελήσεις και δύο ενέργειες, ως Θεός και ως Άνθρωπος. Ότι είχε δηλαδή και την θεϊκή θέληση και την ανθρώπινη θέληση και ότι είχε την θεϊκή ενέργεια και την ανθρώπινη ενέργεια και ότι ενεργούσε και σαν Θεός, ενεργούσε και σαν άνθρωπος. Αυτό δεν το δεχόμαστε με τίποτε! Και έτσι γεννήθηκε, δημιουργήθηκε, η μεγάλη αυτή αίρεση των Μονοθελητών και των Mονοενεργητών που πίστευαν δηλαδή μόνο σε μία θέληση και μία ενέργεια του Χριστού. Και βέβαια, το δόγμα αυτό ήταν τελείως βλάσφημο και ξένο με την Αλήθεια και την Ορθοδοξία. Ήταν δε ταυτόχρονα τόσο ανόητο και αστείο, που ο Άγιος Μάξιμος τους αποστόμωνε μόνο με μία του φράση. Δεν σας λέμε πολλά γιατί δεν είναι επί του παρόντος, επειδή ο χρόνος κυλάει, μόνο αυτό να θυμηθείτε που τους είπε ο Άγιος Mάξιμος: «Oὐκ ἔστι φύσις ἀνενέργητος καί ἐνέργεια ἄνευ φύσεως». Δηλαδή, «δεν υπάρχει καμμία φύση που δεν έχει ενέργεια και ούτε πάλι μπορεί να υπάρξει καμμά ενέργεια χωρίς φύση».


Εύστοχα παραδείγματα εναντίον της αιρέσεως από τον Άγιο Μάξιμο



Βρείτε μου, τους έλεγε ο Άγιος Μάξιμος, μία φύση η οποία να είναι «ἀνενέργητος» δηλαδή, ανενεργός. Δεν υπάρχει καμμιά περίπτωση. Οποιοδήποτε πράγμα πάρετε επί της γης, γήινο, που έχει μία ουσία, αποτελείται από μία ουσία, ταυτόχρονα έχει και κάποια ενέργεια. H φωτιά παραδείγματος χάριν. Η φύση, η ουσία της φωτιάς είναι αυτή που γνωρίζουμε, δηλαδή η ελεγχόμενη καύση για την παραγωγή ενέργειας. Ποια όμως είναι η ενέργεια; H ενέργεια της φωτιάς είναι το φως, η ζέστη, είναι το κάψιμο και άλλα παράγωγα που βγαίνουν από τη φωτιά, και την ενέργεια της. Έχουμε το νερό. Η φύση του νερού είναι αυτή που γνωρίζουμε, είναι η ένωση του υδρογόνου και του οξυγόνου. Έχει όμως και την ενέργεια του. Τρέχει, κυλάει, ανεβαίνει, κατεβαίνει, είναι δροσερό, κρύο, ζεστό, πικρό, γλυκό, αλμυρό κ.λπ. Έτσι και η ανθρώπινη φύση, η δική μας φύση. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία φύση, μία ουσία. Αυτή η φύση-ουσία λοιπόν, έχει και ενέργεια. Ποια είναι η ενέργεια; Μιλάμε, ενεργούμε. Γράφουμε, ενεργούμε. Προχωράμε, ενεργούμε. Τρώμε, ενεργούμε. Χτυπάμε παλαμάκια, ενεργούμε, και άλλα πολλά που πράττει και ενεργεί ο άνθρωπος στην ζωή του. Έτσι λοιπόν, τους έλεγε ο Άγιος Μάξιμος, δεν μπορεί να υπάρξει φύσις ανενέργητος δηλαδή, ανενεργός. Και άρα λοιπόν, αφού δέχεστε ότι είχε δύο φύσεις, πρέπει να δεχθείτε ότι είχε και δύο θελήματα και δύο ενέργειες. Εάν δεν δέχεστε ότι είχε δύο θελήσεις και δύο ενέργειες δεν μπορείτε να λέτε και να δέχεστε ότι είχε και δύο Φύσεις. Ή δέχεσθε λοιπόν και τα μεν και τα δε, ή μην δεχτείτε τίποτε από τα δύο και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. Αυτό όμως, δυστυχώς δεν ήθελαν να το καταλάβουν όλοι οι τότε αρμόδιοι και υπεύθυνοι. Και τι έγινε; Προσέξτε τι έγινε. Μιλάμε τώρα για φοβερά πράγματα, τα οποία ίσως να τα βρούμε μπροστά μας και γι’ αυτό σας τα λέμε αυτά τα πράγματα, γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας και σύντομα και ίσως γι’ αυτό να σας κουράζουμε. Μπορεί να έχετε ορισμένοι κουραστεί, αλλά δεν πειράζει, εμείς θα συνεχίσουμε σήμερα. Αλλά αυτά όμως που θα ακούσετε θα είναι πολύ σημαντικά και όσοι θέλετε κάποια στιγμή θα τα χρησιμοποιήσετε και θα τα εφαρμόσετε, προς ωφέλεια πνευματική και σωτηρία της ψυχής σας. Όσοι δεν θέλετε είναι δικαίωμά σας. Tί έγινε, προσέξτε! Μιλάμε τώρα για φοβερές εξελίξεις, αφού όλα τα τότε Πατριαρχεία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Aλεξανδρείας, Aντιοχείας, Iεροσολύμων και το Πατριαρχείο Pώμης, όταν η Ρώμη ήταν ενωμένη με την Ανατολή, τα πέντε τότε Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, αυτά ήταν τα μόνα Πατριαρχεία τότε, όλα λοιπόν αυτά τα Πατριαρχεία με τους Πατριάρχες τους, με τους αρχιερείς τους, με τους κληρικούς τους, με τον λαό τους, όλα μα όλα είχαν πέσει στην αίρεση αυτή!


Η αίρεση μάστιζε το πλήρωμα της Εκκλησίας επί εξήντα ολόκληρα χρόνια



Όλα, τα Πατριαρχεία και οι κατά τόπους Εκκλησίες, - για κάποιο διάστημα εξαιρείτο μόνο το Πατριαρχείο της Ρώμης με τον Πάπα τον Άγιο Μαρτίνο που θα πούμε πώς έγινε αυτό - έπεσαν στην αίρεση. Όλοι στην αίρεση λοιπόν, προσέξτε, όλοι στην αίρεση, όλοι οι Πατριάρχες, όλοι οι κληρικοί, όλοι οι λαϊκοί, ασπάσθηκαν και δέχθηκαν την αίρεση αυτή και έγιναν αιρετικοί. Όχι για ένα χρόνο, όχι για δύο, όχι για τρία, όχι για δέκα, όχι για είκοσι, όχι για τριάντα, όχι για σαράντα, αλλά για 60 ολόκληρα χρόνια! Εξήντα ολόκληρα χρόνια όλα τα Πατριαρχεία όλες οι εκκλησίες επί της γης, ήταν αιρετικές. Mα θα μου πείτε: Εάν πράγματι ήταν έτσι τότε πού ήταν η Εκκλησία του Χριστού την εποχή εκείνη; Έπαψε να υπάρχει; Και τότε πώς ο Κύριός μας λέγει· «καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», δηλαδή· «και οι πύλες του Άδη δε θα υπερισχύσουν εναντίον της.»; (Ματθ. ΙΣΤ΄, 18) E! Εδώ είναι η ουσία. Εδώ είναι όλη η ουσία του θέματος και ο λόγος που σας αναφέρουμε όλα τα ανωτέρω. Γιατί; Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εσφαλμένη ιδέα και εντύπωση για το τι είναι ΕΚΚΛΗΣΙΑ του Χριστού! Στην Εκκλησία του Χριστού είναι και ανήκουν όλοι όσοι είναι μέσα στην Αλήθεια και τηρούν ανόθευτη την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Δυστυχώς, σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών νομίζουν και πιστεύουν ότι Εκκλησία είναι οι παπάδες και οι δεσποτάδες, οι κατά τόποι ιερές Σύνοδοι, τα κτήρια, οι Αρχιεπισκοπές, οι Μητροπόλεις τα Πατριαρχεία κλπ. Όλα αυτά ή κάποια απ’ αυτά, νομίζουν ότι είναι Εκκλησία. Και όταν οι πιστοί δεν ανήκουν ή δεν είναι μέσα σε μια τέτοια Εκκλησία ή δεν βρίσκονται κάτω κάποια ιερά Σύνοδο ή κάποιο Πατριάρχη, Αρχιεπίσκοπο, Αρχιερέα ή Ιερέα, ή δεν έχουν κάποιο Ναό νομίζουν και πιστεύουν ότι είναι και βρίσκονται εκτός Εκκλησίας. Φυσικά και δεν είναι έτσι τα πράγματα! Και βέβαια όσοι πιστεύουν κάτι τέτοιο κάνουν μεγάλο λάθος, όπως αποδεικνύεται μέσα από την Εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και την ζωή του Αγίου Μαξίμου. Εάν ήταν έτσι τα πράγματα - όπως πιστεύουν όλοι αυτοί - τότε για ποιόν λόγο ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής επί 40 ολόκληρα χρόνια (από το 620-660 μ.Χ. που κοιμήθηκε) δεν ήταν μέσα σ’ αυτή την εκκλησία; Για ποιο λόγο αρνιόταν να επικοινωνήσει πνευματικά μαζί με όλους αυτούς; Γιατί όλους αυτούς τους αιρετικούς κληρικούς και μάλιστα πριν ακόμη καταδικαστούν ή τους καταδικάσει κάποια Οικουμενική Σύνοδο δεν τους αποδεχόταν ως αληθινούς ιερείς και αρχιερείς της Εκκλησίας του Χριστού; Και εάν είχαμε περισσότερο χρόνο θα μπορούσαμε να σας πούμε πολλά πράγματα για την ιστορία του Αγίου Μαξίμου και τους διαλόγους που έγιναν μεταξύ του Αγίου και όλων των αιρετικών Πατριαρχών και Βασιλέων καθώς και των αντιπροσώπων τους για να δείτε και να διαπιστώσετε τι χρήσιμα, ωφέλιμα και σωτήρια διδάγματα βγαίνουν μέσα από εκεί! Εάν λοιπόν είχαν έτσι τα πράγματα, τότε ο Άγιος Μάξιμος δεν ανήκε και δεν ήταν μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, και κακώς είπε όλα αυτά που είπε, και κακώς έπραξε όλα αυτά που έπραξε! Και βέβαια κατ’ επέκταση κακώς πράττουμε που τον τιμάμε και τον εορτάζουμε ως Άγιο και μάλιστα τρεις φορές τον χρόνο. Μία στις 21 Ιανουαρίου, ημέρα της Κοιμήσεώς του, μία στις 12 Αυγούστου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του, και μία στις 20 Σεπτεμβρίου, τιμής ένεκεν, μαζί με τον Πάπα Μαρτίνο και τους δύο μαθητές του, τους Αναστάσιους. Γιατί ή είναι Άγιος και όλα αυτά που είπε και που έκανε καλώς τα είπε και τα έκανε και γι’ αυτό τον τίμησε η Εκκλησία μας και τον κατέταξε στον Χορό των Αγίων, ή όχι και κακώς, τον τιμούμε ως Άγιο και μάλιστα ως Ομολογητή. Άραγε γιατί η Εκκλησία μας του χάρισε τον τίτλο του Ομολογητή; Έτσι για τα μάτια ή τυχαία; Φυσικά και όχι, αλλά γιατί ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ την ΑΛΗΘΕΙΑ και την γνήσια πίστη του Χριστού! Ποια; Ότι η αλήθεια δεν ήταν αυτή που δήλωναν όλοι οι Πατριάρχες και οι αρχιερείς και ιερείς και οι κατά τόπους εκκλησίες, ότι δηλαδή ο Χριστός είχε ΜΙΑ ενέργεια και ΜΙΑ θέληση, αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο Χριστός είχε ΔΥΟ θελήσεις και ΔΥΟ ενέργειες. Αυτή ήταν και είναι η Αλήθεια και γι’ αυτό ονομάστηκε ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ!


Τα μέσα που μηχανεύεται ο Διάβολος, για να αλλάξει τη γνώμη των Αγίων



Ας δούμε όμως τί απάντησε ο Άγιος Μάξιμος για το θέμα ακριβώς αυτό, όταν πήγαν και τον βρήκαν, -στην εξορία και στην φυλακή που τον έβαλαν ο Αυτοκράτορας και ο Πατριάρχης- δύο απεσταλμένοι τους. Ο ένας μάλιστα εκ των δύο ήταν και Αρχιερέας. Στην αρχή προσπάθησαν με κολακείες και έπειτα με εκφοβισμούς και απειλές να τον κάνουν να αλλάξει γνώμη, αλλά δεν τα κατάφεραν. Στην συνέχεια του έταξαν πολλά δώρα, χρήματα, τιμές, να τον κάνουν Δεσπότη και άλλα πολλά, αλλά και πάλι δεν τα κατάφεραν. Έπειτα αφού είδαν ότι ο Άγιος δεν δεχόταν με τίποτε να δεχθεί τα όσα αιρετικά πίστευαν αυτοί, ούτε δεχόταν να επικοινωνήσει πνευματικά και εκκλησιολογικά μαζί τους, άρχισαν να τον ειρωνεύονται και να τον κοροϊδεύουν λέγοντάς του: «Είσαι καλά Μάξιμε; Μήπως έχεις τρελαθεί και δεν το ξέρεις; Δηλαδή, θέλεις να μας πεις, μετά απ’ όλα αυτά που συζητήσαμε, ότι εσύ ένας φτωχός και ταπεινός καλόγερος, (γιατί εκτός των άλλων, ήταν απλός Μοναχός, δεν ήταν καν ιερομόναχος ο Άγιος Μάξιμος, παρ’ όλο που ήταν και ηγούμενος) εσύ λοιπόν ένας απλός Μοναχός, ΜΟΝΟΣ σου χωρίς κανένα άλλον μαζί, έχεις την αλήθεια και μείς όλοι οι άλλοι, όλα τα Πατριαρχεία και όλες οι κατά τόπους εκκλησίες, όλοι οι Πατριάρχες, οι αρχιερείς, όλοι οι κληρικοί, όλος ο λαός, όλη η οικουμένη είναι στην πλάνη και στην αίρεση και είμαστε εκτός Εκκλησίας; Δηλαδή εσύ μόνο σε όλη την οικουμένη έχεις την αλήθεια; Εσύ μόνος σου είσαι η Εκκλησία; Τρελάθηκες τελείως; Για έλα στα συγκαλά σου, και έλα γρήγορα μαζί μας, πριν είναι πολύ αργά, για να ανήκεις και συ στην Εκκλησία του Χριστού, γιατί τώρα, αφού δεν επικοινωνείς μαζί μας, είσαι έξω από την εκκλησία, και σίγουρα θα χαθείς έτσι που πας». Τι όμως τους απάντησε σε όλα αυτά τα φληναφήματα και ψευτοδιλήμματα ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής; «Εκκλησία, όπως είπε ο Χριστός μας, δεν είναι ούτε τα κτίρια, ούτε τα ντουβάρια, ούτε οι κληρικοί, ιερείς και αρχιερείς, ούτε τίποτε άλλο. Αλλά Εκκλησία τι είναι; Είναι ο ίδιος ο Χριστός και η Αλήθειά Του, το Ευαγγέλιο Του, η Ορθή Πίστη, η ορθή δόξα. Αυτή είναι η Εκκλησία! Και όπου υπάρχει αυτή η αλήθεια, η ορθή δόξα, εκεί είναι και η Εκκλησία του Χριστού. Όπου δεν υπάρχει αυτή η ορθή δόξα, η ορθή ομολογία και η αλήθεια, εκεί δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία του Χριστού». Γι’ αυτό λέγει και ένας άλλος μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (σπουδαίος Πατέρας, άφθαρτα τα λείψανά του στην Θεσσαλονίκη), τι λέει, μετά από τόσους αιώνες από τον Άγιο Mάξιμο, 7ος αιώνας ο Άγιος Mάξιμος, 14ος αιώνας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Mετά από 6-7 αιώνες λέει περίπου τα ίδια πράγματα. Tι; Ακούστε: «Καί γάρ οἱ τοῖς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσίν, οἱ δέ μή ὄντες τῆς ἀληθείας οὐδέ τοῖς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσίν». Δηλαδή, «Αυτοί που είναι μέσα στην αλήθεια είναι και μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Ενώ αυτοί που είναι έξω από την αλήθεια δεν είναι ούτε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, αλλά είναι έξω από αυτήν». Και πώς το απέδειξε αυτό ο Άγιος Mάξιμος ο Oμολογητής, τα λόγια που σας είπαμε προηγουμένως που είναι τα ίδια με του Aγίου Γρηγορίου; Έφερε απόδειξη μέσα από το Ευαγγέλιο. Και τι είπε; «Θυμάστε, -λέει ο Άγιος Μάξιμος- τι είπε ο Κύριός μας, στους μαθητές Του σαν απάντηση όταν τους ρώτησε, τί πιστεύουν και τι λένε οι άλλοι άνθρωποι γι’ Αυτόν; Και άλλοι μεν λέγανε, ότι είναι ένας προφήτης, άλλοι δε κάποιος διδάσκαλος, άλλοι το ένα και άλλοι το άλλο. Και τότε είπε ο Χριστός στους Μαθητές Του; Εσείς, τι λέτε ότι είμαι εγώ; Και πετάχτηκε ο Πέτρος και είπε: «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Δηλαδή, «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο κεκρισμένος, ο Yιός του ζώντος Θεού, του αληθινού-πραγματικού Θεού, αφού δεν υπάρχει άλλος θεός και όλοι οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι θεοί». Μέσα σε λίγες λέξεις όλη η Θεολογία της Πίστεώς μας. Και τότε τι είπε ο Χριστός στον Πέτρο; Εδώ προσέξτε τώρα! «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ακούσατε τι λέγει ο ίδιος ο Κύριός μας; Ότι την Εκκλησία Του την οικοδόμησε επάνω σε μία πέτρα. Ποια πέτρα; Την πέτρα της πίστεως. Τον ίδιο τον Χριστόν και την Αλήθειά Του. Την πέτρα της ομολογίας του Πέτρου. Σ’ αυτή την πέτρα λέει, της ομολογίας, σ’ αυτή την αλήθεια που είπες τώρα, ότι εγώ είμαι ο Yιός του Θεού του ζώντος, εκεί πάνω εγώ θα στηρίξω την Εκκλησία μου και αυτή θα είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, και αυτήν την Εκκλησία κανείς δεν θα μπορέσει να εξαφανίσει και να καταργήσει, ούτε ο ίδιος ο Άδης και ο Διάβολος!» (Ματθ. ΙΣΤ΄ 13-19)


Ο Χριστός και η διδασκαλία Του, είναι η ορθή Πίστη και η ορθή Δόξα



Να λοιπόν ποια είναι και τι είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού! Ο ίδιος ο Χριστός και η Αλήθεια Του! Η Ορθή Πίστη και Δόξα! Δεν είναι ούτε τα ντουβάρια, ούτε οι μήτρες, ούτε οι πατερίτσες, ούτε οι αρχιερείς ούτε οι πατριάρχες ούτε κανένας. Κανείς, απ’ όλους αυτούς, εκτός εάν έχουν μαζί τους τον Χριστό και την Αλήθεια Του! Αν λοιπόν δεν έχουμε την αλήθεια και δεν είμαστε μέσα στην Ορθοδοξία, δεν είμαστε ούτε μέσα στην Εκκλησία άσχετα αν πηγαίνουμε σε ναούς, άσχετα αν κάνουμε μνημόσυνα, λειτουργίες, κοινωνάμε, βγάζουμε λόγους και κάνουμε οτιδήποτε. Προσέξτε λοιπόν αυτή την σημαντική λεπτομέρεια, γιατί θα έρθουν δύσκολες μέρες, και δεν θα μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε καταστάσεις. Θα μπερδευτούμε, θα υπάρχει μεγάλη σύγχυση, γιατί οι περισσότεροι θα ακολουθούν τους πολλούς, είναι το σύνδρομο της μάζας βλέπετε, πού πάει ο πολύς κόσμος. Γιατί θα λένε όλοι, είναι δυνατόν, όλοι αυτοί να έχουν άδικο και μόνο ένας ή δύο ή μια χούφτα άνθρωποι να έχουν δίκαιο; Προσέξτε όμως τώρα! Πείτε π.χ. ότι ζούσατε εκείνη την εποχή, του Αγίου Μαξίμου του Oμολογητού, τον 7ο αιώνας, γύρω στο 650 (το 660 πέθανε ο Άγιος Μάξιμος) και σας έλεγε ο Άγιος Μάξιμος όλα αυτά τα πράγματα και βλέπατε λοιπόν να είναι μόνος του και όλοι οι άλλοι να είναι ενωμένοι, τι θα λέγατε τότε; Tι θα λέγατε; Ποιος θα είχε το δίκιο, ο ένας; Λογικό δεν είναι; Πολύ δύσκολο να πει κανείς ότι ο ένας, ένας καλόγερος είχε το δίκιο και όλοι οι άλλοι είχαν την πλάνη και ήταν μέσα στην αίρεση. Κι όμως τελικά αποδείχθηκε ότι ο Άγιος Μάξιμος είχε το δίκιο. Μετά από 60 ολόκληρα χρόνια από τότε που ξεκίνησε η αίρεση αυτή, και 20 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του Αγίου το 660 κοιμήθηκε, το έτος 681 μ.Χ. έγινε η 6η Οικουμενική Σύνοδος η οποία αναθεμάτισε όλους τους αιρετικούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, τον Σέργιο, τον Πύρρο, Παύλο, Πέτρο, αναθεμάτισε τον Πατριάρχη Αντιοχείας τον Κύρο, αναθεμάτισε τον Πατριάρχη Αντιοχείας τον Αθανάσιο, αναθεμάτισε τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, αναθεμάτισε όλους εκείνους οι οποίοι πρέσβευαν αυτές τις πλάνες και αυτές τις αιρέσεις και δικαίωσε και μεγάλυνε και λάμπρυνε τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Πότε όμως; Μετά από 20 χρόνια από την κοίμησή του και 60 χρόνια από το ξεκίνημα του μοναχικού και μεγάλου αγώνα του! Πρέπει να φυλάξουμε την Πίστη μας ανόθευτη και ως κόρην οφθαλμού. Τι δίδαγμα βγαίνει λοιπόν από τον Άγιο Μάξιμο; Ότι πρέπει να φυλάξουμε, σαν κόρη οφθαλμού, όπως μας λέει αλλού ο ίδιος «το πρώτο και μέγα της σωτηρίας ημών φάρμακο, την καλή λέγω της πίστεως κληρονομία». Και μετά όλα τ’ άλλα και αν είμαστε μέσα στην αλήθεια, αν είμαστε μέσα στην Ορθοδοξία τότε δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε έστω κι αν είμαστε μόνοι μας, θυμηθείτε και τους Τρεις Παίδες εν τη καμίνω. Τρεις ήταν μόνο εκείνοι που δεν προσκύνησαν την εικόνα του Ναβουχοδονόσορα. Όλοι οι άλλοι προσκύνησαν και φρονούσαν τα ίδια. Μόνο αυτοί οι τρεις αντιστάθηκαν να μην προσκυνήσουν το άγαλμα του Nαβουχοδονόσορα, όλοι οι άλλοι είχαν προσκυνήσει, μόνο αυτοί οι τρεις αντιστάθηκαν. Σκεφτείτε επίσης την εποχή του Νώε, πόσοι σώθηκαν; Μόνο 8 άτομα, όλους τους άλλους τους πήρε ο κατακλυσμός και εξαφανίστηκαν. Μην σας ξεγελάει λοιπόν το πλήθος αλλά να κοιτάτε πού βρίσκεται η αλήθεια. Ποιος έχει την ΑΛΗΘΕΙΑ! Αυτό το σπουδαίο και μεγάλο μήνυμα και δίδαγμα βγαίνει από τη ζωή και το βίο του Αγίου Μαξίμου. Κλείνοντας θα θέλαμε σαν επίλογο να υπενθυμίσουμε στην αγάπη σας ότι ζούμε σε εσχατολογικά και ίσως σε χρόνια του Αντίχριστου. Ίσως, δεν είμαστε Θεός δεν είμαστε προφήτης, δεν γνωρίζουμε, ο Θεός γνωρίζει, πάντως τα σημεία των καιρών βοούν, ότι είμαστε πολύ κοντά. Ας έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας, ας είμαστε πάντοτε σε εγρήγορση, ας μην παρασυρόμαστε από μεγάλα λόγια, ας μην παρασυρόμαστε από το πλήθος, δεν βρίσκεται πάντοτε η αλήθεια μέσα στο πλήθος, ας μην μας τρομάζει ότι κάποιοι είναι μεγάλοι και τρανοί, είτε πολιτικοί, είτε εκκλησιαστικοί ηγέτες, και πώς είναι δυνατόν αυτοί δεν θέλουν να σωθούν, και δεν γνωρίζουν; Σας θέτουμε και εμείς αμέσως το ερώτημα: Καλά, τότε στην εποχή των αιρέσεων, δεν ήθελε να σωθεί ο μεγάλος αιρεσιάρχης Άρειος ο Αλεξανδρινός και οι άλλοι αιρετικοί κληρικοί; Δεν ήθελαν να σωθούν οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως που αναφέραμε προηγουμένως, ο Σέργιος, Πέτρος, Παύλος κ.λπ.; Αυτοί δεν ήθελαν να σωθούν, αυτοί δεν ήξεραν, δεν είχαν μόρφωση; Κι όμως ήταν αιρετικοί, κι όμως καταδικάστηκαν, όπως καταδικάστηκαν και τόσοι άλλοι αιρετικοί. Ας μην μας φοβίζει λοιπόν και μας δελεάζει το πλήθος, ή οι μεγάλοι ηγέτες, είτε θρησκευτικοί, είτε πολιτικοί. Ας έχουμε ανοιχτά τα μάτια μας. Ας προσπαθούμε να είμαστε πάντοτε κοντά στο Θεό και πάντοτε κοντά στην αλήθεια και ας προσευχόμαστε όλοι, μέρα νύχτα, ο Θεός να μας κρατάει κοντά του, να μας κρατάει μέσα στην Εκκλησία Του, μέσα στην ΑΛΗΘΕΙΑ Του, μέσα στην ορθή δόξα, γιατί χωρίς Ορθοδοξία, χωρίς την αληθινή Πίστη μας, χωρίς την Αλήθεια του Χριστού μας, δεν υπάρχει καμία ελπίδα σωτηρίας. Ταῖς τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


Υπό Αγιορειτών Πατέρων


Τ. Θ. 76. Καρυαί, Άγιον Όρος

ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΚ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΤΥΦΛΟΣ




῾Η ῾Υπεραγία Θεοτόκος προνοεῖ γιά τό ψυχικό παρά γιά τό σωματικό ὄφελος τῶν δούλων Της


᾿Από τόν Βίο τοῦ ῾Οσίου ᾿Ανθίμου τοῦ Τυφλοῦ 

(† 4.9.1782)


 

Πρώτος σταθμὸς τοῦ ῾Οσίου ᾿Ανθίμου ὑπῆρξε ἡ Χίος, τὸ ἁγιονῆσι τοῦ Αἰγαίου. Στὸ ἴδιο νησὶ κατέφυγαν κι ἄλλοι κολλυβάδες Πατέρες, διωγμένοι ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. ᾿Απὸ τὸ συναξάρι τοῦ ῾Οσίου πληροφορούμεθα ὅτι γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ἀσκήθηκε μέσα στὴν ἐκκλησία τῆς ῾Αγίας Ματρώνης τῆς Χιοπολίτιδος, δίχως νὰ διευκρινίζεται ὅμως σὲ ποιά τοποθεσία τῆς νήσου βρισκόταν... ῾Ο ῞Οσιος Πατὴρ ἐδίδασκε τὸν Εὐαγγελικὸ λόγο στοὺς πιστοὺς μὲ ἀποτέλεσμα τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν καλὴν ἀλλοίωση καὶ μετάνοια πολλῶν ψυχῶν. ῎Εφθασε σὲ μεγάλα ἀσκητικὰ μέτρα. Συνήθιζε πάντοτε νὰ τρώγει λίγο ξερὸ ψωμὶ καὶ νὰ πίνει νερὸ μόνον μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου. Κοιμόταν ἐλάχιστα πάνω στὰ ψυχρὰ μάρμαρα τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ τὶς ὑπόλοιπες ὧρες τῆς νυκτὸς καλλιεργοῦσε τὴν νοερὰ προσευχὴ τοῦ γλυκυτάτου ᾿Ιησοῦ του... Κάποια νύχτα, ἐνῶ προσευχόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, ἀποκοιμήθηκε καταπονημένος. Τότε ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἀκόλουθη ὀπτασία: Παρουσιάσθηκαν μπροστά του δυὸ λαμπροφόροι νέοι, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶπαν: «῎Ανθιμε, ἀκολούθησέ μας γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσουμε ἐκεῖ ποὺ μᾶς διέταξε ἡ Κυρία τοῦ παντός». ῞Οταν πέρασαν ἀπὸ σκοτεινοὺς καὶ δυσώδεις τόπους, ὅπου ἀκούγονταν οἰμωγὲς καὶ θρῆνοι αὐτῶν ποὺ προγεύονταν τὴν κόλαση, ὁ ῞Οσιος ὀλιγοψύχησε. ῞Ομως οἱ ῎Αγγελοι ποὺ τὸν συνόδευαν, τοῦ ἔδωσαν θάρρος καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ τόπο φωτεινὸ καὶ εὐωδέστατο. ᾿Εκεῖ σὲ θρόνο ὑψηλὸ ἀντίκρισε τὴν ὑπερτέραν πάσης κτίσεως ῾Υπεραγία Θεοτόκο. Σπεύδοντας νὰ προσκυνήσει τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἄκουσε τὴν βροντερὴ φωνή Της νὰ τὸν καθηλώνει στὴ θέση του. «Μακριά, μακριὰ ἀπὸ μένα, διότι ἐναντίον τοῦ συμφέροντός σου μὲ παρακαλεῖς συνεχῶς γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν σου». Τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὥρα παρουσιάστηκαν δυὸ ἄλλοι φωτοειδεῖς νέοι (οἱ ῞Αγιοι Γεώργιος καὶ Παρασκευή), οἱ ὁποῖοι κάνοντας ἐδαφιαία μετάνοια στὴν Βασίλισσα τοῦ κόσμου, εἶπαν παρακλητικά: «Δέσποινα καὶ Κυρία τοῦ παντός, γιὰ τὸ αἷμα ποὺ χύσαμε ὑπὲρ τοῦ γλυκυτάτου Υἱοῦ σου καὶ Δεσπότου ἡμῶν, καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχεις πρὸς Αὐτόν, δέξου τὸν δοῦλον σου ῎Ανθιμο, ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸ νὰ κτίσει Μοναστήρια πρὸς τιμήν μας». Τότε ὁδήγησαν μὲ σεβασμὸ τὸν ῞Οσιο μπροστὰ στὴν Θεομήτορα, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε: «῎Ανθιμε, ἐγὼ γιὰ τὴν μεγάλη σου εὐλάβεια καὶ γιὰ τὶς πολλές σου παρακλήσεις, ἀποφάσισα νὰ σοῦ δώσω λίγο φῶς. Γνώριζε ὅμως, ὅτι ἐὰν λάβεις αὐτὸ τὸ πρόσκαιρο, θὰ στερηθεῖς τὸ αἰώνιο». ῾Ο ῞Οσιος ἀμέσως δέχθηκε μὲ ταπείνωση καὶ δάκρυα χαρᾶς τὴν ἀπόφαση, παρακαλῶντας τὴν ῾Υπεραγία Θεοτόκο νὰ πρεσβεύει στὸ θρόνο τῆς Χάριτος γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του, ὥστε νὰ καταταχθεῖ εἰς τὰς αἰωνίους Μονὰς ὅπου οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται. ῎Ετσι ὁ Μοναχὸς ῎Ανθιμος παρέμεινε ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀόμματος. 


Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Διδασκάλου, ῞Οσιος ῎Ανθιμος ὁ ἐκ Κεφαλληνίας ὁ Τυφλὸς ῾Ιεραπόστολος τοῦ Αἰγαίου, 
Βίος καὶ ᾿Ασματικαὶ ᾿Ακολουθίαι, σελ. 29-31, ᾿Ιθάκη 2005. 
Αναδημοσίευση από το περιοδικό '''Αγιος Κυπριανός,'' αριθμός τεύχους 340, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2007, σελ. 88. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Όσιος Άνθιμος ο εκ Κεφαλληνίας


Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΔΙΑ ΚΑΤΑΔΥΣΕΩΣ Η ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ ΑΝΟΔΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ



Εἰς τά ῞Αγια Θεοφάνια τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ 


«Διά καταδύσεως ἡ πρός Θεόν ἡμῶν ἄνοδος γίνεται»


῞Αγιοι ᾿Αρχιερεῖς· 


σεβαστοί Πατέρες· 


σεπτή Μοναχική Χορεία· 


᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ· 



Σήμερον, κατὰ τὴν εὔσημον καὶ φωτόλουστον ταύτην ῾Εορτὴν τῶν ῾Αγίων Θεοφανίων, ἡ ἱερὰ τῶν ᾿Ορθοδόξων Σύναξις ἀναφωνεῖ μετὰ χαρᾶς καὶ ἐνθουσιασμοῦ ὁμοῦ μετὰ τοῦ ῾Αγίου Σωφρονίου Πατριάρχου ῾Ιεροσολύμων: «Δοξάζομέν Σε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ μονογενές, τὸν ἀπάτορα ἐκ μητρὸς καὶ ἀμήτορα ἐκ Πατρός· ἐν γὰρ τῇ προλαβούσῃ ῾Εορτῇ [τῶν Χριστουγέννων] νήπιόν Σε εἴδομεν· ἐν δὲ τῇ παρούσῃ τέλειόν Σε ὁρῶμεν, τὸν ἐκ τελείου τέλειον ἐπιφανέντα Θεὸν ἡμῶν»! ᾿Αφέντες τὸ ταπεινὸν Σπήλαιον καὶ τὴν Φάτνην τῆς Βηθλεέμ, ἀκολουθοῦμεν μὲ θέρμην ψυχῆς τὰς προπορευομένας ᾿Αγγελικὰς Δυνάμεις ἐπὶ τὰ ρεῖθρα τοῦ ᾿Ιορδάνου, διὰ νὰ ἴδωμεν φρικτὸν καὶ μέγα Μυστήριον: ῾Ο Κύριος ἡμῶν, μετὰ τριάκοντα ἔτη κρυπτῆς καὶ ἀφανοῦς ταπεινῆς ἐργασίας καὶ ὑπακοῆς, μὲ σχῆμα λιτὸν καὶ εὐτελές, ἔρχεται ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας πρὸς τὸν ᾿Ιορδάνην ποταμὸν καὶ ζητεῖ βάπτισμα μετανοίας, «ὁ πάσης ἐπέκεινα καθαρότητος»! Καὶ ἐνῶ δεσπόζει τῶν πάντων ὡς Θεός, φέρει εἰκόνα δούλου καὶ ἔρχεται σωματικῶς πρὸς τὸν δοῦλον, τὸν Πρόδρομον ᾿Ιωάννην, ὥστε μὲ Βάπτισμα θεουργὸν νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴν φρικτὴν δουλείαν τοῦ ἐχθροῦ! Γυμνοῦται ἑκουσίως, διὰ νὰ μᾶς ἐνδύσῃ τὴν πρώτην στολήν. Κλίνει τὴν Κορυφὴν καὶ χειροθετεῖται ὑπὸ τοῦ Βαπτιστοῦ καὶ βυθίζεται εἰς τὸ ὕδωρ, ὄχι διὰ νὰ καθάρῃ τὸν ῾Εαυτόν Του ὁ ᾿Αναμάρτητος, ἀλλὰ διὰ νὰ βυθίσῃ εἰς αὐτὸ τὸν παλαιὸν ἡμῶν ἄνθρωπον· δέχεται τὰς ἁμαρτίας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τὰς ἐνθάπτει ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ, διὰ νὰ ἀναστήσῃ τὸν νέον ἄνθρωπον, «τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα», νὰ ἁγιάσῃ τὰ ὕδατα καὶ νὰ ἀνακαινίσῃ τὴν πᾶσαν κτίσιν. ῾Ο Κύριός μας ἐταπεινώθη ὑπερμέτρως καὶ ἐδοξάσθη θεϊκῶς: ῾Ο Πατὴρ τὸν ἐμαρτύρησε Υἱόν Του ἀγαπητὸν καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς ἐπέδειξε τὸν ἴσον κατὰ τὴν Θεότητα. Τοιουτοτρόπως, οἱ ἄνθρωποι συνεφιλιώθησαν μὲ τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ ἔγιναν δεκτικοὶ καὶ χωρητικοὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Οἱ οὐρανοί, οἱ κλεισθέντες διὰ τὴν παράβασιν τοῦ προπάτορος, ἀνοίγονται καὶ σχίζονται δι᾿ ἡμᾶς· καὶ ἔχοντες πλέον τὰς πύλας ἀνοικτάς, προσμένουν τὴν ἡμετέραν εἴσοδον... ῾Η ἄνοδός μας πρὸς τὸν Θεὸν πραγματοποιεῖται «διὰ καταδύσεως». Διὰ τῆς καταδύσεως τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀναγεννώμεθα, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καταδύσεως τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς μετανοίας, καταπνίγομεν τὴν ὑπερηφάνειαν, τὴν ἀνυπακοήν, τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ ὅλην τὴν ἀκαθαρσίαν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, καὶ οὕτω καθαιρόμεθα, φωτιζόμεθα, δοξαζόμεθα καὶ θεούμεθα! Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά· Ζῶμεν εἰς ἕνα κόσμον ἀλαζονικὸν καὶ ἀλλοπρόσαλλον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἀκόρεστος ἐπιθυμία κατακυριεύσεως, κατεξουσιάσεως καὶ κάθε εἴδους ἐπάρσεως. ῾Ο λόγος περὶ ταπεινώσεως καὶ μετανοίας φαίνεται παράλογος καὶ ἄξιος χλεύης καὶ ἀπορρίψεως, ἐφ᾿ ὅσον ταυτίζεται μὲ διάθεσιν δουλείας καὶ δειλίας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοθεοποιοῦνται καὶ περιπίπτουν εἰς πλάνην καὶ μωρίαν χειροτέραν τῶν πρωτοπλάστων, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἕτοιμοι νὰ καταστρέψουν τὴν δημιουργίαν καὶ νὰ αὐτοκαταστραφοῦν. ῞Οταν ὅμως, ἀκόμη καὶ εἰς τὸν χῶρον τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ κοσμικὴ νοοτροπία καὶ συμπεριφορὰ γίνεται ἀνησυχητικὰ ἔκδηλος, τότε ἔχομεν νόθευσιν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συσκότισιν τοῦ φωτεινοῦ ὁράματος τῆς ἐλπίδος τῆς σωτηρίας. ῎Αν ἀπολέσωμεν «τὴν μεγαλωσύνην» καὶ «τὴν δύναμιν τὴν κεκρυμμένην» τῆς ταπεινοφροσύνης, ἡ ὁποία εἶναι ἡ δόξα καὶ τὸ κάλλος ἡμῶν, τότε ἀποκλείομεν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῆς ἱερᾶς καὶ θείας ἀνόδου καὶ καταντῶμεν λύχνοι ἐσβεσμένοι καὶ ἅλας ἄναλον, ἄξιον νὰ ρίπτεται καὶ νὰ καταπατῆται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων!... ῾Ο Κύριος ἡμῶν, ἡ ζῶσα καὶ ἔμπρακτος Ταπείνωσις καὶ Δόξα, μᾶς δίδει τὸν χρυσοῦν εὐαγγελικὸν κανόνα: «῾Ο δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος· ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». ᾿Αγαπητὴ ἐν Χριστῷ ὁμήγυρις· ῾Η ῾Ιερὰ ἡμῶν Σύνοδος, ἐνισταμένη νομίμως καὶ θεαρέστως κατὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας, δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ὁμολογῇ, ἔργῳ καὶ λόγῳ, «τὴν καλὴν ὁμολογίαν» τῆς Πίστεως καὶ τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς, προτρέπουσα τὰ ἀγαπητὰ Αὐτῆς τέκνα καὶ τὸν κόσμον ὅλον εἰς ἐμμονὴν εἰς τὰ παραδεδομένα ὑπὸ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, Μαρτύρων, Πατέρων καὶ Μητέρων τῆς Πίστεως ἡμῶν, καὶ εἰς μετάνοιαν ἐν ταπεινώσει καὶ ἀγάπῃ. 


Εἴθε ἡ εὐλογία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος 

νά εἶναι καί ἐφέτος πλουσία εἰς τήν φιλτάτην Πατρίδα μας 

καί νά ἐμπνέῃ τούς ῎Αρχοντας ἡμῶν 

εἰς ἐπικράτησιν παντός δικαίου καί θεοφιλοῦς. 

᾿Αμήν!   


Από παλαιότερη ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού στην εορτή των Θεοφανείων του έτους 2003. Αναδημοσίευση από το περιοδικό ''Άγιος Κυπριανός,'' τεύχος 312, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2003, σελ. 202 - 203. Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.




Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός


ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τήν μεγάλην ἑορτήν τῶν Θεοφανείων, 

καί ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ. 

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής, 

ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τόν Λυτρωτήν 

καί ἐσκίρτησεν, ἀνήρ γενόμενος ὑπῆρξε καί ὁ πρῶτος πιστεύσας, 

ὑποδείξας καί κηρύξας τόν Χριστόν. 

«Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, 

ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», 

εἶπεν ὅτε εἶδε τόν Ἰησοῦν περιπατοῦντα. 

«Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου, 

οὗ οὐκ εἰμί ἱκανός λύσαι τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ», 

ἔλεγε πρός τούς μαθητᾶς του.



Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι». Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὠμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἰ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα. Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταύθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα. Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἀβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος. Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα. Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα. Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἁγνοήσωσιν. Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὖτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς. 



Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μέν τούς προσερχόμενους ἐκ τῶν Δυτικῶν 

εἰς τούς κόλπους της ἐπιβάλλει τόν ἀναβαπτισμόν, 

τούς δέ Ἀρμενίους τούς μυρώνει μόνον, 

καί τοῦτο διότι οὖτοι μέν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διά τριῶν ἀναδύσεων καί καταδύσεων, 

ἐκεῖνοι δέ ἀτελῶς μόνον διά ραντισμοῦ. 

«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καί σφραγίδι, 

ὡς γάρ ὄλεθρον ἐφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, 

οὕτω καί ἡμῖν ἐξόδιον τό θεῖον τοῦτο, 

τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, 

ἕνεκεν καί τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τό ἄδυτον».




Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤ' ΑΙΒΑΛΙ

 


Στά θαλασσινά τά μέρη ρίχνουνε τόν Σταυρό, 

ὓστερ’ ἀπό τήν Λειτουργία τῶν Θεοφανίων. 

Ἔτσι τόν ρίχνανε καί στήν πατρίδα μου, κ’ ἤτανε ἕνα θέαμα ἔμορφο καί παράξενο. 

Ξεκινοῦσε ἡ συνοδεία ἀπό τή μητρόπολη. 

Μπροστά πηγαίνανε τά ξαφτέρουγα καί τά μπαϊράκια, 

κ’ ὕστερα πηγαίνανε οἱ παπάδες μέ τόν δεσπότη, ντυμένοι μέ τά χρυσᾶ τά ἄμφια, 

παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, 

γιατί ἡ πολιτεία εἶχε δώδεκα ἐκκλησίες, 

καί κατά τίς ἐπίσημες μέρες στίς μικρές ἐνορίες 

τελειώνανε γρήγορα τή Λειτουργία καί πηγαίνανε οἱ παπάδες στή μητρόπολη, 

γιά νά γίνεται ἡ γιορτή πιό ἐπίσημη. 

Οἱ ψαλτάδες ἤτανε καί κεῖνοι κάμποσοι κ’ οἱ πιό καλλίφωνοι, 

καί ψέλνανε μέ μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ἑλληνικά, 

κι ὄχι σάν σήμερα πού τρελλαθήκαμε καί κάναμε τήν ψαλμωδία μας 

σάν ἀνάλατα καί ξενικά θεατρικά τραγούδια. 

Ἀπό πίσω ἀκολουθοῦσε λαός πολύς.



Σὰν φτάνανε στ’ Ἀγγελὴ τὸν Γιαλό, ὅπως λέγανε κείνη τὴν ἀκρογιαλιά, ὁ δεσπότης μὲ τοὺς παπάδες ἀνεβαίνανε σὲ μία μεγάλη σανιδωτὴ σάγια ἐμορφοσκαρωμένη, γιά νά κάνουνε τὸν Ἁγιασμό, Ὁ κόσμος ἔπιανε τὴν ἀκρογιαλιὰ κι ἀνέβαινε ὁ καθένας ὅπου εὕρισκε, γιά νά μπορεῖ νά βλέπει. Τὰ σπίτια πού ἤτανε ἕνα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οἱ γυναῖκες θυμιάζανε ἀπὸ τὰ παραθύρια. Ἀπὸ τὸ μέρος τῆς θάλασσας ἤτανε μαζεμένα ἴσαμε ἑκατὸ καΐκια καὶ βάρκες ἀμέτρητες, μὲ τίς πλῶρες γυρισμένες κατὰ τὸ μέρος πού στεκότανε ὁ δεσπότης. Ἔτσι πού ἤτανε παραταγμένα τὰ καΐκια, μοιάζανε σὰν ἁρμάδα πού θὰ κάνει πόλεμο. Πιὸ ἀνοιχτά, κατὰ τὸ πέλαγο, ἔβλεπες φουνταρισμένα τὰ μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο καὶ κεῖνα. Ἄλλα πάλι εἴχανε περιζωσμένες τίς βάρκες πού βρισκόντανε γιαλό, κ’ ἤτανε κι αὐτὰ γεμάτα κόσμο, πρὸ πάντων θαλασσινοὶ καὶ παιδομάνι. Σ’ αὐτὰ τὰ μέρη κάνει πολὺ κρύο, καὶ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς οἱ ἀντένες τῶν καραβιῶν ἤτανε χιονισμένες, ἕνα θέαμα πολὺ ἔμορφο. Ἀπάνου στά ξάρτια καὶ στίς σκαλιέρες, στίς γάμπιες καὶ στά μπαστούνια τῶν καραβιῶν ἤτανε σκαλωμένοι πλῆθος θαλασσινοί, μεγάλοι καὶ μικροί. Ἡ θάλασσα ἤτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε ἀπὸ τὰ ξάρτια σὲ πολλὰ καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στήν κάθε βάρκα ἀπὸ κεῖνες πού εἴχανε κοντοζυγώσει στή στεριὰ καὶ περιμένανε νά πέσει ὁ Σταυρὸς στή θάλασσα, στεκόντανε ἀπὸ ἕνα – δυό νοματέοι ἀπάνω στήν πλώρη, ἐνῶ ἄλλοι δυό ἤτανε στά κουπιά. Αὐτοὶ πού στεκόντανε ὀρθοὶ στήν πλώρη, ἤτανε ὁλόγυμνοι, ἐξὸν ἕνα ἄσπρο βρακὶ πού φορούσανε σὰν πεστιμάλι. Οἱ πιὸ πολλοὶ ἤτανε σὰν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τὰ κορμιὰ τους ἤτανε κόκκινα ἀπὸ τὸ κρύο. Τὰ ποδάρια τους ἤτανε γερὰ καὶ φουσκωμένα σὰν ἀδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζῆδες, κοντραμπατζῆδες, ψημένοι μὲ τ’ ἁλάτι. Οἱ πιὸ πολλοὶ εἴχανε ῥιχμένες στίς πλάτες τίς γοῦνες τους, γιά νά μὴν παγώσουνε. Ἕνα – δυό ὅμως στεκόντανε γυμνοὶ καὶ κάνανε κάπου – κάπου τὸν σταυρὸ τους. Μὰ τὸ μάτι τους ἤτανε καρφωμένο στό μέρος πού θὰ ‘ῥιχνε τὸν Σταυρὸ ὁ δεσπότης. Ἀνάμεσα στούς γυμνοὺς ἤτανε ὁ Κωστῆς ὁ Γιωργάρας, ὁ Στρατῆς ὁ Μπεκός, ὁ Γιωργῆς ὁ Σόνιος, ὁ Δημητρός ὁ Μπούμπας, Πέτρος ὁ Κλόκας, ὁ Βασίλης ὁ Ἀρναούτης, ὁ παλαβὸ – Παρασκευὰς κι ἄλλοι. Σὰν νά τοὺς βλέπω μπροστά μου. Ὁ Γιωργάρας ἤτανε μίαν ἀνθρωπάρα θηρίο, σὰν Κουταλιανός, μὲ μουστάκια μαῦρα, μ’ ἕναν λαιμὸ σὰν βαρέλι. Εἶχε δεμένο στό κεφάλι του ἕνα μαντίλι κ’ ἤτανε ἴδιος κουρσάρος. Ἀκουμποῦσε ἀπάνω σ’ ἕνα κοντάρι, λές κ’ ἤτανε ὁ Ποσειδώνας ζωντανός. Ὁ Δήμητρος ὁ Μπούμπας ἤτανε ἕνα ἄλλο θεριόψαρο, χοντρὸς καὶ κοντόφαρδος, μαυριδερὸς σὰν Σαρακηνός, καὶ καθότανε ἀνεκούρκουδος, σκεπασμένος μὲ τή γούνα του, μὲ τὸ μάτι του καρφωμένο στόν δεσπότῃ. Ὁ Πατσὸς ὁ Ἀράπης, ὁ λεγόμενος παλαβὸ – Παρασκευάς, εἶχε γένεια κατσαρὰ καὶ κόκκινα καὶ τὸ πετσὶ του ἤτανε ἀπὸ φυσικὸ του κόκκινο. Στό κορμὶ ἤτανε ἀντρειωμένος καὶ σβέλτος σὰν τζαμπάζης καὶ δέν χαμπάριζε ὁλότελα ἀπὸ κρύο. Στό σουλούπι ἤτανε ἴδιος Ῥοῦσος. Αὐτὸς ἤτανε ἀνεβασμένος ἀπάνω στά ξάρτια σὲ μία μπρατσέρα φουνταρισμένη, καὶ στεκότανε δίχως νά σαλέψει, σὰν τ’ ἄγαλμα. Μυστήριο πῶς δέν πάγωνε! Ὁ Πέτρος ὁ Κλόκας ἤτανε ὁ μοναχὸς πού δὲ φοροῦσε βρακιά. Αὐτὸς ἤτανε εὐρωπαϊσμένος, φοροῦσε στενὸ πανταλόνι καὶ ναυτικὸ σκουφί. Στό κορμὶ ἤτανε λιγνὸς καὶ μάγκας στό σχέδιο. Τὰ χέρια του τὰ ‘χε μπλεγμένα μπροστὰ στό στῆθος του καὶ σουλατσάριζε ἀπάνω στή βάρκα, ὁλοένα μιλοῦσε κ’ ἔκανε καὶ κάμποσα θεατρικά. Σὰν σίμωνε λοιπὸν ἡ συνοδεία στή θάλασσα, κι ἀκουγότανε ἀπὸ μακριὰ ἡ ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος ἀλαλαγμὸς ἀπάνω στίς βάρκες. Οἱ βουτηχτάδες πετούσανε τίς γοῦνες τους κ’ οἱ ἄλλοι τραβούσανε τὰ κουπιά, γιά νά ‘ναι οἱ βάρκες τους κοντὰ στό μέρος πού θὰ ‘πεφτε ὁ Σταυρός. Ἄλλοι φωνάζανε ἀπὸ τὰ ξάρτια, ἄλλοι μαλώνανε, ἄλλοι ἀνεβαίνανε στίς κουπαστὲς γιά νά δοῦνε. Τέλος φτάνανε οἱ στρατιῶτες καὶ ταχτοποιούσανε τὸν κόσμο. Μπροστὰ πήγαινε ὁ ἀξιωματικὸς ὁ Τοῦρκος κι ἄνοιγε τὸν δρόμο νά περάσει ὁ δεσπότης, κ’ ἔλεγε: «Γιὸλ βέριν ἐφεντιά!» – δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στόν ἀφέντη!» Ὁ στρατὸς ἀραδιαζότανε σὲ παρατάξη κ’ οἱ ψαλτάδες ψέλνανε πολλὲς φορὲς «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στό τέλος τὸ ‘ψελνε κι ὁ δεσπότης κ’ ἔριχνε τὸν Σταυρὸ στή θάλασσα. Ἀλαλαγμὸς σηκωνότανε μέσα στή θάλασσα. Οἱ βάρκες καὶ τὰ καΐκια καργάρανε τὰ κουπιὰ καὶ τρακάρανε τὸ ‘να τ’ ἄλλο. Οἱ πλῶρες χτυπούσαμε ἡ μία τὴν ἄλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, ἀπόχες μπερδευόντανε μεταξὺ τους. Οἱ βουτηχτάδες πέφτανε στό νερὸ κ’ ἡ θάλασσα ἄφριζε σὰν νά παλεύανε σκυλοψαρά. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς κάνανε ὥρα πολλὴ ν’ ἀνεβοῦνε ἀπάνω, παίρνανε μακροβούτι καὶ ψάχνανε στόν πάτο νά βροῦνε τὸν Σταυρό. Γιά μία στιγμὴ φανερωνότανε κανένα κεφάλι καὶ βούλιαζε γλήγορα πρὶν νά τὸ δεῖς. Ἄξαφνα βγῆκε ἕνα κεφάλι μὲ κόκκινα γένεια κ’ ἕνα χέρι ξενέρισε καὶ βαστοῦσε τὸν Σταυρό. Ἤτανε ὁ παλαβὸ – Παρασκευάς. Μὲ δυό – τρεῖς χεροβολιὲς κολύμπησε κατὰ τὸ μέρος τοῦ δεσπότῃ καὶ σκάλωσε στήν ἀραξιά. Ἔκανε μετάνοια καὶ φίλησε τὸ χέρι του κ’ ἔδωσε τὸν Σταυρό. Ὁ δεσπότης τὸν πῆρε, τὸν ἀσπάστηκε καὶ τὸν ἔβαλε στόν ἀσημένιο δίσκο κ’ ὕστερα ἔδωσε τὸν δίσκο στόν Παρασκευά. Οἱ ψαλτάδες πιάσανε πάλι καὶ ψέλνανε κι ὁ κόσμος ἀλάλαζε. Ὕστερα ἡ συνοδεία τράβηξε πάλι γιά τὴν ἐκκλησία. 



Ὁ Παρασκευάς θεόγυμνος, 

μέ τόν δίσκο στά χέρια, 

γύριζε στούς μεγάλους καφενέδες καί στίς ταβέρνες 

κ’ ἔρριχνε ὁ κάθε ἕνας ὅ,τι ῥεγάλο ἤθελε. 

Τόσες ὧρες ὁλόγυμνος καί βρεμένος, μέ παγωμένο βρακί, 

μήτε κρύωνε, 

μήτε κάνε τούς ὤμους του δέν ἀνεσήκωνε. 

Ὅπως ἤτανε κοκκινογένης ἀστακόχρωμος, 

ἔλεγε κανένας πώς ἤτανε ὁ Σκύθης Ἀνάχαρσις, 

πού γύριζε τόν χειμῶνα γυμνός μέσα στήν Ἀθήνα τά παλιά τά χρόνια, 

κ’ οἱ Ἀθηναῖοι τόν ρωτούσανε γιατί δέν κρυώνει, 

κι αὐτός ἀποκρινότανε πώς ὅλο τό κορμί του εἶναι σάν τό κούτελο, 

πού δέν κρυώνει ποτές. 

Τήν ὥρα πού ἔπεφτε ὁ Σταυρός στή θάλασσα, 

ὅλα τά καΐκια καί τά καράβια, 

πού ἤτανε φουνταρισμένα ἀνοιχτά στό πέλαγο, γυρίζανε τήν πλώρη τους κατά τήν Ἀνατολή, 

ἀπό κεῖ πού ἦρθε ὁ Χριστός στόν κόσμο.

 


Φώτης Κόντογλου


ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ




Ομιλία του Γέροντος π. Μεθοδίου, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους, επί τη εορτή των Χριστουγένων του Σωτηρίου Έτους 2016.

ΦΩΤΑ ΟΛΟΦΩΤΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, 

πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, 

έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη 

και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, 

εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. 

Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. 

Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, 

δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, 

είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. 

Του κάκου. 

Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, 

και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν 

εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, 

ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, 

νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, 

ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, 

έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, 

αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους. 



Εκινδύνευε ν’ αποθάνει από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλίναν και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των, και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός, επροσπάθουν, όσον το δυνατόν, να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή, η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλει μικράν και μεγάλην Παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης. Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανεί αντικρύ, αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ’ εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρίκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχον αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε, κι εκατάλαβεν από την τρικυμίαν, όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κι εκινδύνευε να βουλιάξει, και τότε ενόησε τι θα ’πει να ’χει κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφτανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτο ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήσει …θήλυ. Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επισφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον. Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε τέτοιες μέρες να κάμει ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε, ο απόκοτος, δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, να αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθει, γιατί δεν την άκουσε. Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς. Η νύμφη της, υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίσει εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπει τίποτα. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήσει το εν και το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κι εκοίταζε. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή, η Μπαλαλού. Επλησίαζεν ήδη η μεσημβρία και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχει ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαχνον πέλαγος, και την νύμφην της ομού με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης». Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη…Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν ….άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, οπού ψωμόφαγε τον πατέρα του! Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρει τον πατέρα του! Κ’αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάννα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμένη!... Ημπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξεις, κειδά που θα ψοφολογήσει, στο κρεβάτι της, να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε παθαμένο το παιδί, και πως η μάννα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ημπορείς; Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφεί εις ευλογημένον χώμα. Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν, ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Δια τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν’αγναντεύει από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλευμα ηλίου. Δεύτερα συχαρίκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι, άμα ενύκτωσε, κι εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον. Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου. Η καλή μαμμή, η Μπαλαλού, εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύει τα σπάργανα. Είχε νυκτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων. Εμειδία προς το φως, το οποίον έβλεπε, κι έτεινε την μικράν χείρα δια να συλλάβει την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κι επιπίλιζε, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; Απερίγραπτον. Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, δια να κάμει άσπρα γένεια. Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον. Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμυρίζει, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνει μαλακά και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ’, όχι, χαδιάρη μ’! όχι κεφαλά μ’, πάπο μ’, χήνο μ’!» Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, δια ν’ ασημώσουν το παιδίον. Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης. Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζεν. Κολύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθει καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί των υδάτων πολλών». Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής, όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήσει! σιδεροκέφαλος!» και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή». Είτα η Μπελαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιον καθαρόν υποκάμισον και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλει με τα σπάργανα. Ο ζωέμπορος, ο Πραματής, είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνει ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως. Ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων, ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτοξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανεί εις την οικίαν από πέρυσι, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το εν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές, έφερεν υπό την μασχάλην, εν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ηκολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κι επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων δια την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος ευχάς και συγχαρητήρια. Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού, η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή, η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι. 


Το λοιπόν του χώρου κατείχετο 

από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του. 

Ήρχισαν να τρώγουν. 

Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα. 

Εφώναζαν, εγρίνιαζαν, κι εθορυβούσαν. 

Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. 

Το τρίτον, κλαυθμηρίζον, εζήτει βρυ. 

Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσε το τυρί. 

Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον. 

Ήρχισαν αι προπόσεις. 

Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήσει, και εις την λεχώ «καλή σαράντιση». 

Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα, η μπροσθινή. 

Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίει εις την υγείαν της νύμφης της, 

ευχήθη με τρεις διάφορους τόνους φωνής· 

– Εβίβα, νύφη, με το καλό να σαραντίσεις… 

Κι ό,τι είπα, παιδάκι μ’…αστοχιά στο λόγο μου!



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης