ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

ΚΥΑΜΩΝ ΑΠΕΧΕΣΘΑΙ ΩΣΠΕΡ ΜΥΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΑΛΗΣ




Το ''Κιάμων απέχεσθε'' αποδίδεται ιστορικά στον Πυθαγόρα τον Σάμιο, που σημαίνει ''να απέχετε από τα κουκιά''. Ως γνωστόν, τα κουκιά σε ανθρώπους που εκλίπει το σχετικό ένζυμο G6PD, προκαλεί κάποιες φορές δηλητηρίαση, που αγγίζει εν πολλοίς και τα όρια του θανάτου. Στα πολιτικά ειωθότα του τέλους του 19ου αιώνα, κάποιες φορές, οι πολιτικοί άρχοντες εκλέγονταν με χλωρά κουκιά, που επιρρίπτονταν στις κάλπες τους. Ο κυρ Αλέξανδρος  απογοητευμένος -ούτως ειπείν αηδιασμένος- από την ηθική, πολιτική και κοινωνική εκφύλιση της εκλογολογίας, της παραχολογίας και της ένθεν- κακείθεν -πάσης φύσεως- πολιτικής συνδιαλλαγής συνιστούσε να ''απέχεσθε από τις πολιτικές υποθέσεις''. 


Βλέπετε, η πολιτική, ως σύστημα ιδεών και ως νοοτροπία ιθαγενής για τα ειωθότα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν ο αυτός ακρογωνιαίος, διαχειριστικός πολιτικαντισμός, ακριβώς, γιατι η σύσταση και εγκατάσταση του κυοφορούμενου κρατιδίου στηρίχθηκε παντελώς στα ''δυτικά πρότυπα'' του σαξονικού και γαλλικού διαφωτισμού, στην ελληνική τους όμως έκδοση!... Οι Ρωμιοί, αναδυόμενοι ''πολιτικά γυμνοί'' μέσα από τις στάχτες και τα αποκαίδια της Οθωμανικής παντοκρατορίας, με ανύπαρκτες σχεδόν πολιτικές ζυμώσεις και οράματα-μοντέλα για την ίδρυση του νεοελληνικού τους κράτους, χρησιμοποίησαν την δυτικότροπη, πολιτική ''Μαγειρική'' με συστατικά μιας ποιμενικής, αγροτικής οικογενείας και φυσικά με την ευγενική χορηγεία των αναμενόντων κοτσαμπάσηδων και αφηνιασμένων μπέηδων, που περίμεναν -πως και πως- να διαμοιράσουν την πίτα της νεοσυσταθείσης Συνταγής! 


Έτσι διαμορφώθηκε ο πελατειακός συνδιαχειρισμός, η άνευ όρων ακατάσχετη και ακατέργαστη παραχολογία, ο κομματικός χρηματισμός, οι ανερυθρίαστες υποσχέσεις και ο ασφυκτικός συνωστισμός των υποσχόμενων διορισμών ελλείψει κινήτρων και δυναμικής για την εκβιομηχάνιση της χώρας. Έτσι, όπως σημείωνε η ακριβής γραφίδα του κυρ-Αλέξανδρου στους ''Χαλασοχώρηδες'': ''Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην, φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας, τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρρπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις!...''


Στα καθ' ημάς, του περιώνυμου 21ου αιώνα, η πολιτική Ιστορία μοιάζει να μην έχει αλλάξει... θέση από τα τέλη του 19ου αιώνα! Η πολιτική, αλλά και οι πολιτικοί της είναι τα ίδια διαχειριστικά στερεότυπα, οι ίδιες αυτιστικές παραδοχές μιας πολιτικής νόσου που μεταδίδεται πάνδημα από γενεά σε γενεά, ο αυτός ανακυκλούμενος και ακατέργαστος ξύλινος λόγος από ''οξιά ή κι από μαόνι'' και η αέναη παροχή λόγων και πραγμάτων, τώρα και στον χώρο σου! Μετεξέλιξε άκρως επικίνδυνα τον Ρωμιό ραγιά, στο χειρότερο καχέκτυπο αντίγραφο ενός εθνικού Έλληνα, που εκδεδυγμένος την ρωμέικη ταυτότητά του κατήντησε ένα απλοικό καταναλωτικό προιόν, που επιδέχεται -αναντιρρήτως- πάσης φύσεως συσκευασία, παστερίωση, ακόμα και προδιαγεγραμμένη λήξη!


Όποιος δονκιχωτικά φρονεί, πως με τις εκλογικές επιλογές θα αλλάξει και η χώρα, πλανάται πλάνην οικτράν και ανίατη. Αν ο σημερινός Έλληνας δεν ξανασυναντήσει τον χαμένο, ρωμέικο εαυτό του και δεν εγκολπωθεί ξανά τις διδαχές, τις πραγματείες, μα προπαντώς τους προσδιοριστικούς προσανατολισμούς της Ρωμέικης καταγωγής του είναι καταδικασμένος σε πλήρη αφανισμό. Ο σημερινός Έλληνας χάνοντας την Ορθόδοξη, Χριστιανική του Πίστη στον ένα και αληθινό Θεό, τον Τριαδικό Θεό μας, απολλύει και την όποια εναπομείνασα ανθρώπινη διάστασή του: αποαρσενικοποιείται, αποθηλυκοποιείται και ουδετεροποιείται, παστεριοποιείται και έτσι απλά αποθνήσκει. Θα μοιάζει με μετασχηματισμένο, μεταλλαγμένο και τεχνοκρατικό ανθρωποειδές, που θα άγεται και θα φέρεται εκεί, που ο νέος Ποιμήν της Οικουμενιστικής τερατογέννεσης θα του υποδεικνύει!... Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από τους ''Χαλασοχώρηδες'' του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, γραμμένο το 1892. Μοιάζει όμως να γράφηκε τώρα, μόλις, πριν από λίγο... Εύχεσθε!



Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος



{...} ἠθική δέν εἶναι ἐπάγγελμα, καί ὅστις ὡς ἐπάγγελμα θέλει νά τήν μετέλθῃ, πλανᾶται οἰκτρῶς καί γίνεται γελοῖος. Ὅστις πράγματι φιλοσοφῇ, καί ἀληθῶς πονῇ τόν τόπον του, καί ἔχει τήν ἠθικήν ὄχι εἰς τήν ἄκραν τῆς γλώσσης ἢ εἰς τήν ἀκωκήν τῆς γραφίδος, ἀλλ᾽ εἰς τά ἐνδόμυχα αὐτά τῆς ψυχῆς, βλέπει πολύ καλά ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά πολιτευθῇ. Κυάμων ἀπέχεσθαι.


Χριστός εἶπεν: Οὐ δύνασθε Θεῷ λατρεύειν καί Μαμωνᾷ. Διατί δέν ἔλαβεν ὡς ὅρον ἀντιθέσεως ἄλλο τι βαρβαρικόν εἴδωλον; Διατί δέν εἶπε Θεῷ καί Μολώχ ἢ Θεῷ καί Ἀσταρώθ ἢ Θεῶ καί Βάαλ; Διότι ὁ Μαμωνᾶς εἶναι ὁ ἰσχυρός, ὁ κραταιότερος, ὅστις ὑποτάσσει πᾶν ἄλλο εἴδωλον, καί τόν Μολώχ καί τόν Ἀσταρώθ καί τόν Βάαλ. Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκής ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τήν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τήν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καί ψυχάς. Αὕτη παράγει τήν κοινωνικήν σηπεδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς.


Καί ὕστερον λέγεις ὅτι ἡ δωροδοκία εἰς τάς ἐκλογάς εἶναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ὁ ξένος. ― Ναί, διότι κινδυνεύω νά πάθω τό αὐτό πάθημα ἐφ᾽ ᾧ κατέκρινα τούς εὐθηνούς ἠθικολόγους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπήντησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης. Νά πέσω δηλαδή εἰς τό ἐσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος τῶν γενικοτήτων. Ἀλλ᾽ ἰδού ἐπανέρχομαι εἰς τό προκείμενον. Ὁ λόγος δι᾽ ὃν θεωρῶ τήν δωροδοκίαν ὡς τό μικρότερον κακόν εἶναι ὅτι, ὡς εἶδος ἐκλογικῆς διαφθορᾶς, τήν ὑπάγω εἰς τό γένος τῆς συναλλαγῆς. 


Συναλλαγή εἶναι ἡ ἐν πρυτανείῳ σίτησις, αἱ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου παροχαί, τά ρουσφέτια. Συναλλαγή εἶναι καί ἡ εἰς παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή εἶναι καί ἡ πρός παραγραφήν ὀφειλομένων φόρων συνδρομή καί ἡ παράνομος ἐξαίρεσις κληρωτῶν. Συναλλαγή εἶναι καί ἡ δωροδοκία. Τώρα, ποῖος προστάτης, ποῖος πολιτευόμενος, ποῖος βουλευτής, εἶναι ἱπποτικώτερος; Ἐκεῖνος ὅστις ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου ἀγοράζει τάς ψήφους τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐκεῖνος ὅστις τάς ἀγοράζει ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; Ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τοῦ θυλακίου του ἢ ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ἔθνους, χρημάτων ξένων, τά ὁποῖα εἰς τήν Ἑλλάδα μάλιστα ἐσυνηθίσαμεν ὅλοι νά θεωροῦμεν ἔρμα καί σκοτεινά; Ποῖος εἶναι πλέον γαλαντόμος;


Βεβαίως, ἐκεῖνος πού πληρώνει ἀπό τήν τσέπη του, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὁ ξένος. ― Βλέπεις; Ἰδού διατί μισῶ τάς γενικότητας κ᾽ ἐπιθυμῶ νά εἰδικεύω. Ὁμιλῶ σχετικῶς καί ὄχι ἀπολύτως. Δέν λέγω ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι καλόν τι, λέγω ὅτι εἶναι τό ὀλιγώτερον κακόν. Καί σημείωσαι ὅτι οὐδείς ποτέ ἐκλέγεται βουλευτής διά τῆς δωροδοκίας. Ὅλοι ἐκλέγονται τῇ βοηθείᾳ τῆς δωροδοκίας. Ἀπάνθρωπος τοκογλύφος, ὅσας καί ἂν ἀγοράσῃ ψήφους, ποτέ δέν θά ἐκλεχθῇ. 


Πρίν κατέλθῃ εἰς τόν ἀγῶνα, θά ὑποδυθῇ τήν φιλανθρωπίαν, ὡς προσωπεῖον, θά φορέσῃ τήν δημοτικότητα, ὡς κόθορνον. Θά φροντίσῃ ν᾽ ἀποδώσῃ μέρος τῶν ὅσα ἥρπασεν εἰς τούς ἐκλογεῖς. Καί μεταξύ δύο ἀντιπάλων, μετερχομένων τήν αὐτήν διαφθοράν, θά ἐπιτύχῃ ἐκεῖνος ὅστις εὐπρεπέστερον φορεῖ τό προσωπεῖον κ᾽ ἐπιδεξιώτερον τόν κόθορνον.


ς ἐξετάσωμεν τώρα, ἐξηκολούθησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν καί πῶς, ἀφοῦ ἡ πλουτοκρατία εἶναι δεδομένον τι καί ἀναπόδραστον κακόν, ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἐγεννήθη, πῶς γεννᾶται φυσικῶς, ἡ δωροδοκία. Ὑπόθεσε, φίλε, ὅτι σ᾽ ἐκυρίευσε καί σέ ἔξαφνα ἡ φιλοδοξία τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου, ὅτι ἐπεθύμησες νά γίνῃς βουλευτής, διά νά ὑπηρετήσῃς τό ἔθνος. Διά νά ἐπιθυμήσῃς τοῦτο, σημείωσαι, πρέπει νά εἶσαι χορτᾶτος. 


φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τό νόσημα. Ἐξέρχεσαι εἰς τήν ἀγοράν, βγάζεις λόγον, καί παρακαλεῖς τούς προσφιλεῖς συμπολίτας νά σέ τιμήσωσι διά τῆς ψήφου των. Ἀλλ᾽ εἶσαι ἆρα εἰς θέσιν νά ἠξεύρῃς πόσοι ἐκ τῶν προσφιλῶν συμπολιτῶν σου εἶναι χορτᾶτοι, καί πόσοι δέν εἶναι; Μήν ἀμφιβάλλῃς ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶναι πεινασμένοι, διότι ἂν δέν ἦσαν, ὅλοι θά ἔβγαζαν κάλπας διά νά γίνουν βουλευταί! Ἀλλά μεταξύ τῶν ἀκροατῶν σου, μεταξύ τῶν προσφιλῶν σου συμπολιτῶν, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ὅτι εὑρίσκονταί τινες, εἷς, δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. 


Τώρα, τήν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, πῶς ἀπαιτεῖς νά ὑπάγῃ ἄνθρωπος πεινασμένος, ἄνθρωπος ὅστις θά ψαύῃ τήν κοιλίαν του ὡς ἔγχορδον ὄργανον, ἄνθρωπος ὅστις δέν θά ἔχῃ τήν δύναμιν νά ἵσταται καί νά βαδίζῃ, πῶς ἀπαιτεῖς τοιοῦτος ἄνθρωπος νά ὑπάγῃ νά ψηφοφορήσῃ εἰς τήν κάλπην σου, καί νά σοῦ δώσῃ μάλιστα λευκήν ψῆφον; Φυσικόν εἶναι, ἀφοῦ θά λάβῃ τόν κόπον πρός χάριν σου, νά τοῦ δώσῃς τοὐλάχιστον νά φάγῃ, δι᾽ ἐκείνην τήν ἡμέραν.


άν δέν τοῦ δώσῃς χρήματα, θά τοῦ προσφέρῃς γεῦμα. Καί τοῦτο δωροδοκία δέν εἶναι; Ἢ θά τοῦ στείλῃς κατ᾽ οἶκον βακαλιάρον καί σαρδέλες καί οἶνον; Δωροδοκία καί τοῦτο. Ἐάν δέν σπεύσῃς ἐγκαίρως σύ, θά σέ προλάβῃ ὁ ἀντίπαλός σου, ὅστις θά φορῇ τόν κόθορνον τῆς φιλανθρωπίας ἀμφιδεξιώτερον.


δού πόθεν ἐγεννήθη ἡ δωροδοκία. Πῶς θέλεις νά ἐνδιαφέρηται ὁ ἀγρότης, ὁ βοσκός, ὁ πορθμεύς, ὁ ναύτης, ὁ ἐργάτης, ὁ ἀχθοφόρος, πῶς θέλεις νά ἐνδιαφέρωνται διά τόν Καψιμαΐδην καί Γεροντιάδην, ἂν θά γίνωσι βουλευταί ἢ ὄχι; Ἐκεῖνοι εἶναι χορτᾶτοι καί τρέφουσιν ὄνειρα φιλοδοξίας, οὗτοι πεινῶσι καί θέλουν νά φάγωσι. Δέν ἔχουσιν οἱ πτωχοί μεγάλας ἀξιώσεις. Δέν περιμένουν διορισμούς καί παχέα ρουσφέτια ἀπό τήν Κυβέρνησιν. Ἀλλ᾽ ἀφοῦ θητεύουσιν ἐπιπόνως καί δέν ἐπαρκοῦν νά τραφῶσιν ἐκ τοῦ ἱδρῶτός των, ἀφοῦ οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποί των δέν παύουν νά ψηφίζωσιν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ φόρους καί φόρους καί πάλιν φόρους, ἂς τούς θρέψωσιν ἐπί μίαν ἡμέραν ἐκ τοῦ βαλαντίου των.


νέκαθεν τά ἀξιώματα ἦσαν ἀγοραστά! Καί ἀφοῦ ἡ ἐπάρατος πλουτοκρατία εἶναι ἄφευκτον κακόν, κατά ποῖον ἄλλον τρόπον θ᾽ ἀποκτῶνται τά ἀξιώματα; Πρᾶγμα, τό ὁποῖον ἔχασε πρό πολλοῦ πᾶσαν ἠθικήν ἀξίαν, μόνον διά χρημάτων εἶναι κτητόν. Καί οὕτως ἑπόμενον ἦτο νά καταντήσουν τά πράγματα. Οὐδέν κακόν ἄμεικτον καλοῦ! Εὐτύχημα μάλιστα νομίζω ὅτι δέν ἀνεφάνη ἐπιφανής τις πολιτευτής εἰς τά μέρη ταῦτα. ― Πῶς εἶπες; ἠρώτησεν ἀπορήσας ὁ ξένος. ― Λέγω ὅτι λογίζομαι ὡς εὐτύχημα τό ὅτι δέν ἀνεφάνη τις ἐκ τῶν λεγομένων ἐπιφανῶν πολιτευτῶν εἰς τάς νήσους ταύτας. 


Διότι μή νομίσῃς ὅτι ἡ θεσιθηρία γεννᾶται μόνη της. Τά δύο κακά ἀλληλεπιδρῶσιν. Ἡ ἀκαθαρσία παράγει τόν φθεῖρα καί ὁ φθείρ παράγει τήν ἀκαθαρσίαν. Τό τέρας τό καλούμενον ἐπιφανής τρέφει τήν φυγοπονίαν, τήν θεσιθηρίαν, τόν τραμπουκισμόν, τόν κουτσαβακισμόν, τήν εἰς τούς νόμους ἀπείθειαν. Πλάττει αὐλήν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τά ὁποῖα τόν περιστοιχίζουσι, παρασίτων τά ὁποῖα ἀποζῶσιν ἐξ αὐτοῦ παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα, ζῳύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τήν ἀκαθαρσίαν.{...} 

''Χαλασοχώρηδες'' 

1892

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου