ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΘΕΙΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ





Λόγος Πανηγυρικός ἐπί τῇ Συνάξει τῶν Ἁγίων Τριῶν Νέων Ἱεραρχῶν 

Α´ Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου 

Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ 


Τό Θεῖο Μυστήριο τοῦ Πρωτείου τῆς Ἀληθείας 


Ἡ φωτιστική καί θεοποιός Χάρις τοῦ Θείου Παρακλήτου εἴη μετά πάντων ῾Υμῶν, 

διά τῆς ῾Υπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ᾿Αειπαρθένου Μαρίας, 

῟Ης τήν ἰδιαιτέραν ἐνίσχυσιν, ὁδηγίαν καί προστασίαν ἐπικαλοῦμαι κατά τήν ἱεράν αὐτήν στιγμήν, 

προηγουμένης ὅπως πάντοτε τῆς πολυτιμήτου εὐχῆς τοῦ πολυσεβάστου Γέροντος 

καί Μητροπολίτου μας κ. Κυπριανοῦ. 

Σήμερα, κατά τήν πρώτη αὐτήν Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου μηνός, 

ὁπότε τελοῦμε τήν ῾Ιερά Σύναξι τῶν ῾Αγίων Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν: 

Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ· 

σήμερα, λέγω, ἀκούγεται εὐκρινέστερά πως ἡ παλαμική προτροπή: 

«Πρός τό παιδαγωγεῖον τῶν Πατέρων ἀναβιβάσω μεν ἑαυτούς»1! 

Σήμερα, ὁπότε διά μέσου τῆς συγκρητιστικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, 

πλήττεται ἀναφανδόν τό Μυστήριον τῆς Παραδόσεως διά τῶν ῾Αγίων Πατέρων, 

εἶναι εὐκαιρία νά τονίσωμε, μάλιστα μέ ἐξαιρετική ἔμφασι, 

ὅτι «τό διδασκαλεῖον τῶν Γραφῶν καί τῶν ἱερῶν Πατέρων 

εἶναι ἀληθέστερον τῶν διδασκαλείων τῶν ἀνθρώπων»2. 

Σήμερα, οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι Στῦλοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας 

μας στηρίζουν ἡμᾶς τούς ᾿Ορθοδόξους ᾿Αντιοικουμενιστάς 

στήν ἀκοινωνησία μέ τούς καινοτόμους Οἰκουμενιστάς, 

οἱ ὁποῖοι δέν ὁμολογοῦν καί δέν ἐνεργοῦν 

ὅπως διαλαμβάνει τό Συνοδικόν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, 

δηλαδή «κατά τάς τῶν ῾Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας 

καί τό τῆς ᾿Εκκλησίας εὐσεβές φρόνημα»3. 


Ποῖοι ἦσαν ὅμως οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι αὐτοὶ Φωστῆρες τῆς ᾿Αληθείας καὶ γιατί ἆρά γε εἶναι ἐξόχως σημαντικὴ σήμερα ἡ μαρτυρία τους; α. ῾Ο πρῶτος Φωστήρ, ὁ Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἔζησε καὶ ἔδρασε τὸν Θʹ αἰ. (περ. 820-893), ἀπὸ δὲ τῆς χειροτονίας του (858) ἀνεδείχθη προμαχὼν ἀδιάσειστος καὶ ἀπέκρουσε μὲ τρόπον ἀποφασιστικὸν καὶ ἀποτελεσματικόν, πάντοτε δὲ μέσα στὰ ὅρια τῆς ᾿Ορθοδόξου Συνοδικότητος, τὶς Κανονικές, ᾿Εκκλησιολογικὲς καὶ Δογματικὲς παραβάσεις, ἀλλὰ καὶ τὶς ὑπερφίαλες ἀξιώσεις τοῦ τότε ἀναδυομένου δυσσεβοῦς Παπισμοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀρχομανοῦς παποκαίσαρος τῆς Ρώμης Νικολάου Αʹ (περ. 800-867). ᾿Εὰν ὁ Φωτώνυμος καὶ Φωτολόγος Φώτιος δὲν ἔπραττε κατὰ τὴν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχὴ τὸ ἐκκλησιαστικό του χρέος, τότε ἡ Συνοδικὴ Παράδοσις θὰ εἶχε ἐκμηδενισθῆ, οἱ ῾Ιεροὶ Κανόνες θὰ εἶχαν πλήρως ἀθετηθῆ, οἱ Πνευματοφόροι Πατέρες θὰ εἶχαν ἀγνοηθῆ, τὸ ῾Ιερὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως θὰ εἶχε νοθευθῆ, ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία θὰ εἶχε μεταβληθῆ σὲ ταπεινὴ θεραπαινίδα τοῦ θρησκευτικο-πολιτικοῦ ῎Αρχοντος τοῦ Βατικανοῦ, τὸ δὲ ῎Εθνος μας θὰ εἶχε ὁδηγηθῆ στὴν ἄβυσσο τοῦ φραγκολατινισμοῦ. 


῾Ο ῾Ιερώτατος Φώτιος, μὲ τὰ θεόπνευστα ἀντι-παπικὰ Συγγράμματά του, τὰ ὁποῖα καταδικάζουν τὸ αἱρετικὸ Filioque, ὡς καὶ ἄλλες λατινικὲς καινοτομίες καὶ τὸ ἀντι-εκκλησιαστικὸ Πρωτεῖον τῆς Ρώμης, μᾶς ἐκληροδότησε «ἕνα ὁπλοστάσιον μὲ ὅπλα ἕτοιμα γιὰ μελλοντικὴ χρῆσι»4 στὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς συνεχῶς ἐπιδεινουμένης παναιρέσεως τοῦ Παπισμοῦ. β. ῾Ο δεύτερος τῆς λαμπροφαοῦς τριάδος τῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν, ὁ μέγας ὑπέρμαχος τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ᾿Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔζησε καὶ ἀγωνίσθηκε κατὰ τὸν κρίσιμο γιὰ τὴν Ρωμηοσύνη ΙΔʹ αἰ. (1296-1359), ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους 1334, μετὰ σπανίας θεολογικῆς δυνάμεως, κατεπολέμησε μὲ εἰδικὰ Συγγράμματα τόσο τὴν τριαδολογικὴ αἵρεσι τοῦ Filioque, ὅσο καὶ τὴν σωτηριολογικὴ αἵρεσι τῶν κτιστῶν δῆθεν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὴ ἐξετέθη ἀπὸ τὸν λατινόφρονα Μοναχὸ Βαρλαάμ, στὴν καταφορά του ἐναντίον τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Ησυχασμοῦ. 


῾Η «Παλαμικὴ Θεολογία», ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη κατ᾿ ἐπανάληψιν Συνοδικῶς (1341, 1347, 1351), «ἀποτελεῖ ἔκθεσιν τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως καὶ σύνοψιν τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως δεκατριῶν ὁλοκλήρων αἰώνων»5 , ἀνεδείχθη δὲ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὁ ἀρραγὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας βράχος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαλύονται τὰ κύματα τῆς λατινικῆς παναιρέσεως, τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τοῦ φραγκοπαπικοῦ εὐσεβισμοῦ. γ. ῾Ο τρίτος τῶν θεοδοξάστων Νέων ῾Ιεραρχῶν, ὁ δικαίως καὶ προσφυῶς ἀποκληθεὶς ῎Ατλας τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Εφέσου, διέλαμψε ἀκριβῶς κατὰ τὶς παραμονὲς τῆς τραγικῆς ῾Αλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (περ. 1392-1444/5), συμμετέσχε στὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439) καὶ ὑπερασπίσθηκε μὲ ἀπαράμιλλο σθένος τὶς ὀρθόδοξες θέσεις κατὰ τῆς λεγομένης ῾Ενώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως. Καὶ στὴν μὲν Φλωρεντία ὁ ἀκατάβλητος Μᾶρκος ἔστησε μέγα καὶ αἰώνιο τρόπαιον τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἀπέτρεψε τὸν ἐκλατινισμὸ καὶ τὸν ἀφελληνισμὸ τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ελλήνων, ἀλλ᾿ ὁ ἱερὸς ἀγὼν αὐτοῦ συνεχίσθη στὴν καθ᾿ ἡμᾶς ᾿Ανατολή, προκειμένου «νὰ ἀποδείξῃ παράνομον, ἀντικανονικήν, ἀντορθόδοξον καὶ ἄκυρον τὴν σύνοδον τῆς Φλωρεντίας καὶ τὸν ἐν αὐτῇ ὑπογραφέντα ὑπὸ πάντων ὅρον τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν»6 . 


῾Ο ῞Αγιος Μᾶρκος Εὐγενικὸς μᾶς ἄφησε ὡς ἱερὰν κληρονομίαν τὰ πνευματοκίνητα Συγγράμματά του, διὰ τῶν ὁποίων στηλιτεύει τὶς πλάνες τῶν Λατίνων: καταγγέλει τὴν παράνομη προσθήκη τοῦ Filioque, ἀπορρίπτει τὸ παπικὸ Πρωτεῖον, καταδικάζει τὸ Καθαρτήριον Πῦρ καὶ τὰ ῎Αζυμα, συνεχίζει δὲ καὶ μὲ ἐξαιρετικὸ θεολογικὸ δυναμισμὸ ἐπαναδιατυπώνει καὶ ἀναπτύσσει τὴν Πα- λαμικὴ Διδασκαλία περὶ διακρίσεως τῆς Θείας Οὐσίας καὶ ᾿Ενεργείας, ἡ ὁποία « σφραγίζει ἀνεξιτήλως σύμπασαν τὴν ὀρθόδοξον Σωτηριολογίαν, ᾿Εκκλησιολογίαν καὶ ᾿Ανθρωπολογίαν», ἐφ᾿ ὅσον ἡ «διάκρισις» αὐτὴ «ἐξασφαλίζει τὸν πραγματικὸν χαρακτῆρα τῆς μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἡμῶν σχέσεως καὶ ἐγγυᾶται οὕτω τὴν γνησιότητα τῆς ἡμετέρας σωτηρίας»7 . ῾Ο μέγας αὐτὸς Φωστὴρ τῆς ᾿Εφέσου ἐξακολουθεῖ νὰ φωτίζη καὶ σήμερα τὸν μαρτυρικὸ δρόμο τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Ανθενωτικῶν. 


σύντομος αὐτὴ ἀναδρομὴ στὴν ἀνεκτίμητη προσφορὰ τῶν ῾Αγίων Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν, προσφορὰν ἔργῳ καὶ λόγῳ καὶ γραφίδι, ἐλπίζω ὅτι μᾶς βοηθεῖ νὰ προσεγγίσωμε τὸ Θεῖο Μυστήριο τοῦ Πρωτείου τῆς ᾿Αληθείας 8 . ῞Ενας ᾿Επίσκοπος λαμβάνει τὸ χάρισμα, ἀνεξαρτήτως δικαιοδοσιακῶν καὶ ἐξουσιαστικῶν δομῶν, μάλιστα δὲ καὶ ἀντιθέτως πρὸς αὐτάς, νὰ ἐκφράση γνησιώτερα, βαθύτερα καὶ συνεπέστερα ἀπὸ ἄλλους ᾿Επισκόπους τὴν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Σημειωτέον δέ, ὅτι τοῦτο τὸ χάρισμα δὲν δίδεται ἀπροϋποθέτως ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ἀλλά, προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τὴν πλούσια ἐμπειρία ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, τὴν ῾Ησυχαστικὴ καὶ Εὐχαριστιακὴ «πεῖραν», τὴν κάθαρσιν καὶ τὸν φωτισμόν, τὴν χριστοκεντρικὴ θεωτικὴ ἐμπειρία9 .῾Ο χαρισματικὸς λοιπὸν αὐτὸς ᾿Επίσκοπος εἶναι φορέας τοῦ Πρωτείου τῆς ᾿Αληθείας, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ εἰς αὐτὸν τὴν αἴσθησι μιᾶς εὐθύνης, μιᾶς «πληροφορίας» νὰ ὁμιλῆ μὲ αὐθεντία καὶ κῦρος. 


Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, ἐπειδὴ φέρουν τὸ Πρωτεῖον τῆς ᾿Αληθείας, εἶναι οἱ ὄντως Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι· εἶναι –κατὰ τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– οἱ «τοῦ Διδασκαλείου τῆς Θεολογίας ἀσφαλεῖς προστάται»10· εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς εἰσάγουν ἀσφαλῶς στὸ Μυστήριον τῆς Παραδόσεως καὶ στὴν σωτήρια βεβαιότητα, ὅτι στὴν ᾿Ορθοδοξία τὸ πλέον σημαντικὸν εἶναι τὸ «῾Ομοφρονεῖν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ » (Sentire cum Ecclesia)11. Εἴμεθα βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τοὺς τρεῖς Νέους Φωστῆρας, Φώτιο τὸν Μέγα, Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὄχι μόνον, διότι ἦσαν ἀντιπαπικοὶ καὶ ἑπομένως μᾶς ὁδηγοῦν στὸν σύγχρονο ἀντιπαπικὸ ἀγῶνα μας· ἀλλά, διότι ἀνεδείχθησαν Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι καὶ ἀνανέωσαν, τρόπον δὲ τινὰ καὶ ἐπαγίωσαν, τὴν ἐξαιρετικῆς σημασίας διδασκαλία περὶ τοῦ Πρωτείου τῆς ᾿Αληθείας. Οἱ σύγχρονοί μας καινοτόμοι Οἰκουμενισταί, πλήττοντες βα- ναύσως τὸ Μυστήριον τῆς Παραδόσεως διὰ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, προβάλλουν ἐντόνως καὶ συνεχῶς τὸ Πρωτεῖον τῆς Δικαιοδοσίας, τῆς ᾿Εξουσίας καὶ τῆς Διοικητικῆς ῾Ενότητος· δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας, τοὺς φέροντας τὸ Πρωτεῖον τῆς ᾿Αληθείας· θεωροῦν τοὺς λόγους καὶ τὶς φιλενωτικὲς ἐνέργειές τους ὡς περισσότερον ἐγκύρους, ἐνῶ ταυτοχρόνως διώκουν παντοιοτρόπως τοὺς ᾿Ορθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐνιστάμενοι ἀποτειχίζονται ἐξ αὐτῶν. 


Τοῦτο ὅμως, δηλαδὴ «τὸ μὴ Πατράσιν ἀκολουθεῖν», κατὰ τὸ Μέγα Βασίλειο, εἶναι «ἐγκλήματος ἄξιον, ὡς αὐθαδείας γέμον»12 καὶ καθιστᾶ αὐτοὺς ἀλλοτρίους τῆς «κοινῆς δόξης τῆς ᾿Εκκλησίας», τῆς Πατερικῆς καὶ Συνοδικῆς Παραδόσεως τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν τέλει δὲ αὐτῆς ταύτης τῆς σωτηρίας. Δικαίως λοιπόν, οἱ ᾿Ορθόδοξοι ᾿Αντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου δὲν ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς καινοτόμους καὶ λατινόφρονας Οἰκουμενιστάς· μὲ τὴν στάσι τους αὐτὴ ὁμοφρονοῦν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ ἀκολουθοῦν τοὺς Πατέρας, τοὺς φέροντας τὸ Πρωτεῖον τῆς ᾿Αληθείας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διδάσκουν μὲ αὐθεντία καὶ κῦρος, ὅτι « ὅσον ἀποδιϊστάμεθα (ἀπομακρυνόμεθα)» τῶν Λατινοφρόνων, «ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι· καὶ ὥσπερ τούτων (τῶν Λατινοφρόνων) χωριζόμεθα, οὕτως ἑνούμεθα τῇ ᾿Αληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς ᾿Εκκλησίας»13.



Αὐτή εἶναι ἡ ῾Ιερά Παρακαταθήκη τῶν Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν, 

τῶν ῾Αγίων Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ· 

τήν Παρακαταθήκη αὐτήν διαφυλάσσει «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» 

ἡ ῾Ιερά Μητρόπολις ἡμῶν καί ἕνεκα αὐτοῦ 

ἔχει ἀνακηρύξει τούς Τρεῖς Νέους Φωστῆρας 

ὡς ἰδιαιτέρους Προστάτας Αὐτῆς στόν ἱερό ἀγῶνα Της 

κατά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Εἴθε οἱ πρεσβεῖες τους νά μᾶς ἐνισχύουν, ὁδηγοῦν καί προστατεύουν, 

ὥστε βιώνοντες μέ συνέπεια τό ῾Ησυχαστικό καί Εὐχαριστιακό ῏Ηθος τῆς ᾿Εκκλησίας μας 

καί ἐργαζόμενοι μέ ζῆλο καί ἐπιμονή, μέ διάκρισι καί σοφία, 

νά συμβάλωμε ταπεινά στήν ἐπανένωσι τῶν ᾿Ορθοδόξων 

ἐν τῇ ᾿Αληθείᾳ τῆς Πίστεως 

καί τῇ ῾Εορτολογικῇ Παραδόσει· 

πρός δόξαν τῆς Τρισηλίου Θεότητος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. 

᾿Αμήν! 


᾿Εν τῇ Φυλῇ Ἀττικῆς τῇ 5ῃ Νοεμβρίου 2007ῳ, Κυριακὴ Αʹ Νοεμβρίου † Σύναξις τῶν ῾Αγίων Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν 

῾Ο ἐλάχιστος ᾿Επίσκοπος 


† ῾Ο ᾿Ωρεῶν Κυπριανὸς (νῦν Μητροπολίτης Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς)



Παραπομπές:


1. ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα τ. Αʹ, ᾿Επιστολὴ Αʹ Πρὸς Βαρλαάμ, § 32, σελ. 243-244, στχ. 28, Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962.
2. ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ᾿Εγχειρίδιον, σελ. 110, ἔκδοσις γʹ, Σωτ. Σχοινᾶ, Βόλος 1969. 
3. Τριώδιον, Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, Συνοδικόν
4. J. Gill, ῾Η Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας, σελ. 4, ἔκδοσις «Καλοῦ Τύπου», ᾿Αθῆναι 1962. 
5. ᾿Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη, ᾿Ορθοδοξία καὶ Παπισμός, τ. Βʹ, σελ. 620, ἔκδοσις «᾿Ορθοδόξου Τύπου», ᾿Αθῆναι 1969.
6. ᾿Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη, αὐτόθι, σελ. 64. ῾Ο ῞Αγιος Μᾶρκος, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς μετα-φλωρεντιανῆς δραστηριότητός του, ἀνεδείχθη σὲ γνήσιο ἐνσαρκωτὴ τοῦ Ποιμένος-᾿Επισκόπου τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως, ἐν καιρῷ μάλιστα αἱρέσεως: «῞Οταν πάντες οἱ ἐπίσκοποι προδίδουν τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του ἐπίσκοπος βλέπει πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ὡς ποίμνιόν του καὶ ἵσταται ἄγρυπντος εἰς τὴν ἔπαλξιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὴν μάχην πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, διότι τότε δὲν κινδυνεύει νὰ γίνῃ ἀλλοτριοεπίσκοπος, ἀναλαμβάνων τὴν μέριμναν πασῶν τῶν ᾿Εκκλησιῶν. ᾿Αντιθέτως, εἰς ὥραν κινδύνου τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλοτριοεπίσκοπος καὶ εἰς τὴν ἰδίαν του ἐπισκοπὴν ἀποδεικνύεται ὁ ἐπίσκοπος, ὁ προδίδων τὴν ὀρθόδο- ξον πίστιν καὶ ἀλήθειαν, ὡς ἀλλότρια φθεγγόμενος καὶ ποιῶν». (αὐτόθι)
7. Πρβλ. ῾Ιερομονάχου Εἰρηναίου Μπούλοβιτς, Τὸ Μυστήριον τῆς ἐν τῇ ῾Αγίᾳ Τριάδι Διακρίσεως τῆς Θείας Οὐσίας καὶ ᾿Ενεργείας κατὰ τὸν ῞Αγιον Μᾶρκον ᾿Εφέσου τὸν Εὐγενικόν, σελ. 473, ἐκδόσεις «Π.Ι.Π.Μ.», ᾿Ανάλεκτα Βλατάδων - 39, Θεσσαλονίκη 1983.  «Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν ῞Αγιον Γρηγόριον (Παλαμᾶν) νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπανερμηνείαν καὶ σύνθεσιν τῆς πατερικῆς παραδόσεως, δὲν ἦσαν θεωρητικοί, ἀλλὰ σωτηριολογικοί»· τὸ θέμα τῆς «διακρίσεως» ἦταν «πρόβλημα ζωῆς ἢ θανάτου, σωτηρίας ἢ ἀπωλείας τοῦ ἀνθρώπου», ἦταν «κατ᾿ ἐξοχὴν σωτηριολογικὸν πρόβλημα καὶ οὐχὶ ἀναζήτησις ὀντολογικῶν ὁρισμῶν τῆς θεότητος». (Μάρκου ᾿Αναστ. ᾿Ορφανοῦ, ῾Η ὑπὸ τῶν Πατέρων ῾Ερμηνεία τῆς Παραδόσε- ως, σελ. 44, ᾿Αθῆναι 1984) 
8. Πρβλ. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία τ. Αʹ, σελ. 269, ᾿Αθήνα 1977. 
9. «Εἰ γοῦν ὁ πείρᾳ μαθών», γράφει ὁ ῾Ιερὸς Παλαμᾶς, «μόνος οἶδε τὰς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος, αὐτὸς δὲ (ὁ Βαρλαὰμ) πείρᾳ οὐκ ἔγνωκε καὶ τοὺς πείρᾳ γνόντας οὐδαμῶς παραδέχεται, τίς ἔτ᾿ ἀμφιγνοήσει μὴ ψευδολογίαν εἶναι πᾶσαν τὴν περὶ τῆς θεοποιοῦ τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας αὐτῷ γεγενημένην ἀδολεσχίαν, καὶ ταῦτα κατὰ τῶν ἐν πείρᾳ ταύτης γεγονότων ἐξηνεγμένην αὐτῷ, μηδαμῶς εἰδότι μήτε ἃ λέγει, μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦται;» «καὶ γὰρ ἐκείνων (τῶν ῾Αγίων) ἐστὶ λόγος, ῾῾μόνον εἰδέναι σαφῶς τὸν πείρᾳ μαθόντα᾿᾿ τὰς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος· ὁ δὲ τοὺς τοῦτο λέγοντας αἱρετικοὺς εἶναι διϊσχυρίζεται». ( ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., ῾Υπὲρ τῶν ῾Ιερῶς ῾Ησυχαζόντων, 3, 3, 3, σελ. 681, στχ. 10-17, 27-29)
10. ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., ᾿Επιστολὴ Αʹ Πρὸς Βαρλαάμ, § 32, σελ. 243, στχ. 10-11. 11. ῾Αγίου ῾Ιερωνύμου, PL τ. 22, στλ. 475. 
12. Μ. Βασιλείου, PG τ. 32, στλ. 392D/᾿Επιστολὴ ΝΒʹ, Κανονικαῖς, § αʹ: «Τὸ μὲν γὰρ Πατράσι μὴ ἀκολουθεῖν καὶ τὴν ἐκείνων φωνὴν [μὴ] κυριωτέραν τίθεσθαι τῆς ἑαυτῶν γνώμης, ἐγκλήματος ἄξιον, ὡς αὐθαδείας γέμον».
13. Πρβλ. ῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ. 160, στλ. 536CD/᾿Απολογία.


Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής ΕΔΩ. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ 


Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β΄ 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου