«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (14ο ΜΕΡΟΣ) ΤΕΛΟΣ
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 179-182.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (13ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 173-177.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)
Η μεγάλη του ταπείνωση και η αδιάλειπτη προσευχή του έφεραν καρπούς. Ο ίδιος ο Κύριος ήρθε και κατοίκησε μέσα του και τον χαρίτωσε. Αποξενώθηκε απ' όλα τα επίγεια. Το ότι ο Γέροντας ήταν σαν τα πύρινα Σεραφείμ, μαρτυρεί η ακόλουθη διήγηση του σεβαστού ιερέα π. Π. Λεβάσωφ, τον οποίο γνώριζαν όλοι όσοι ζούσαν στην Όπτινα και το Σαμορντίνο.
<<Το 1997, αρχίζει ο π. Λεβάσωφ, έτυχε να επισκεφτώ για πρώτη φορά το μοναστήρι της Όπτινα, αν κι είχα προγραμματίσει πολλές φορές να το κάνω. Είχα ακούσει νωρίτερα μερικά πράγματα για τους γέροντες, αλλά δεν τους είχα δει.
Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έφτασα στο μοναστήρι, ήταν να πάω να κοιμηθώ, αφού είχα περάσει μια νύχτα στο τραίνο χωρίς ύπνο. Με ξύπνησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι προσκυνητές πήγαν στην εκκλησία κι εγώ έτρεξα στη σκήτη, για να προλάβω να μιλήσω με το Γέροντα, την ώρα κείνη που ήταν λιγότεροι επισκέπτες.
Ζήτησα να μου δείξουν το δρόμο για τη σκήτη και το κελλί του και σε λίγο βρισκόμουν στο δωμάτιο υποδοχής. Το δωμάτιο ήταν μικρό και η επίπλωσή του απλή. Στους τοίχους κρέμονταν κάδρα με μορφές αγίων ασκητών και ρητά των αγίων πατέρων.
Όταν έφτασα εγώ υπήρχε μόνο ένας επισκέπτης, κάποιος επίσημος από την Πετρούπολη. Σύντομα ο υποτακτικός του Γέροντα κάλεσε τον επίσημο να περάσει μέσα και μου είπε: <<Περιμένει πολύ ώρα>>. Ο επίσημος μπήκε μέσα για τρία λεπτά περίπου και μετά βγήκε.
Γύρω από το κεφάλι του είδα ακτίνες από παράξενο φως. Δακρυσμένος και με συγκίνηση μου είπε πως αυτός μαζί με άλλους παρεβρέθηκαν το πρωί στην άφιξη από τη σκήτη της θαυματουργικής εικόνος της Παναγίας της Καλούγκα.
Ο γέροντας Ιωσήφ βγήκε από το κελλί του για να προσευχηθεί κι όλοι τους είδαν το πρόσωπό του να λάμπει και να βγάζει ακτίνες από θείο φως. Σε λίγα λεπτά μου είπαν να περάσω στο Γέροντα. Μπήκα μέσα στο ταπεινό κελλί του που είχε φτηνά, ξύλινα έπιπλα και φωτιζόταν αμυδρά.
Τότε είδα τον ηλικιωμένο Γέροντα, ταλαιπωρημένο από τους ασκητικούς αγώνες και τη νηστεία. Μόλις που μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι του. Ήταν άρρωστος εκείνη την εποχή. Χαιρετιστήκαμε. Μετά είδα ένα περίεργο φως γύρω από το κεφάλι του, όπως επίσης και μια φαρδιά ακτίνα να πέφτει πάνω του από ψηλά, σα νά' χε ανοίξει το ταβάνι του κελλιού του.
Η ακτίνα έπεφτε από τον ουρανό κι ήταν ίδια με το φως που περιέβαλλε το πρόσωπό του. Η όψη του φωτίστηκε και φάνηκε ένα χαμόγελο. Ήμουν απροετοίμαστος να δω αυτό το θέαμα και τά' χασα. Ξέχασα όλες τις ερωτήσεις που τριγύριζαν το κεφάλι μου και για τις οποίες γύρευα να βρω απαντήσεις από κάποιο γέροντα έμπειρο στην πνευματική ζωή.
Με πολλή βαθιά χριστανική ταπείνωση (τα χαρακτηριστικά του Γέροντα) στεκόταν και περίμενε υπομονετικά να μιλήσω. Εγώ έμεινα σαστισμένος. Δεν μπορούσα να τραβήξω τα μάτια μου από το θέαμα αυτό, που μου ήταν τελείως πρωτόγνωρο. Τελικά κατάφερα να θυμηθώ αόριστα τί ήθελα να εξομολογηθώ κι άρχισα να ψελλίζω:
<<Μπάτιουσκα, είμαι πολύ αμαρτωλός>>. Μόλις μπόρεσα ν' αρθρώσω τα λόγια αυτά, το πρόσωπό του έγινε σοβαρό και το φως που έπεφτε πάνω του, όπως κι εκείνο που τον περιέβαλλε, εξαφανίστηκε. Μπροστά μου στεκόταν πάλι ο οικείος γέροντας που είχα δει όταν μπήκα στο κελλί.
Αλλά δεν έμεινε για πολύ έτσι. Σε μια στιγμή άρχισε πάλι να τον τυλίγει το φως και να πέφτει πάνω του μια ακτίνα. Μερικές φορές το φως ήταν πιο λαμπρό και πιο εκτυφλωτικό. Επειδή ήταν άρρωστος, αρνήθηκε να μ' εξομολογήσει. Ζήτησα τη συμβουλή του για τη δημιουργία μιας επιτροπής στην ενορία μου και τον παρακάλεσα να προσευχηθεί για μένα.
Δεν μπορούσα ν' αποχωριστώ εύκολα αυτό το ουράνιο θέαμα. Πρέπει να χαιρέτησα το Γέροντα τουλάχιστο δέκα φορές. Παρατηρούσα συνέχεια αυτό το χαριτόβρυτο πρόσωπο που είχε ένα αγγελικό πρόσωπο κι έλαμπε ολόκληρο μ' αυτό το θείο φως, που εξακολουθούσε να τον φωτίζει καθώς έβγαινα από το κελλί του.
Μετά από τρία χρόνια ξαναπήγα στο μοναστήρι της Όπτινα κι είδα τον μπάτιουσκα Ιωσήφ πολλές φορές. Ποτέ όμως δεν τον ξανά' δα σε τέτοια δόξα. Το φως που είδα πάνω στο Γέροντα δεν μπορεί να παρομοιαστεί με κανένα επίγειο φως, όπως για παράδειγμα το φως του ήλιου, ή του φώσφορου ή το ηλεκτρικό, του φεγγαριού κ.λ.π.
Δεν έχω ξαναδεί παρόμοιο φως. Πιστεύω πως το όραμα αυτό ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης της έντασης και της προσευχής στην οποία βρισκόταν ο Γέροντας και προκάλεσε τη Χάρη του Θεού να επισκεφτεί τον εκλεκτό Του.
Τώρα γιατί αξιώθηκα εγώ να δω τέτοιο όραμα, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Γνωρίζω πως είμαι αμαρτωλός και ότι το μόνο για το οποίο μπορώ να καυχηθώ, είναι οι αδυναμίες μου. Ίσως ο Κύριος να κάλεσε κι εμένα τον αμαρτωλό στο δρόμο της μετάνοιας μ' αυτόν τον τρόπο, δείχνοντάς μου με ορατό τρόπο τί χάρη αξιώνονται οι εκλεκτοί του Θεού απ' αυτήν ακόμα την κοιλάδα του κλαυθμώνος.
Η ιστορία μου είναι αληθινή. Μετά το όραμα αυτό ένιωσα ανεκλάλητη χαρά κι ένα δυνατό θρησκευτικό ζήλο, παρά το γεγονός πως προτού επισκεφτώ το Γέροντα δεν αισθανόμουν τίποτα. Από τότε έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Και μόνο που το θυμάμαι απλά τώρα, ξαναζώ τη συντριβή και τη μαγεία εκείνη.
Η ιστορία μου μπορεί να είναι <<Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία>> (Α' Κορ. α' 23). Στους ολιγόπιστους και σε κείνους που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην αμφιβολία και την πίστη, μπορεί να φανεί μια αυτοσχέδια ιστορία, μια φαντασία ή παραίσθηση.
Στους καιρούς της απιστίας και της θρησκευτικής παρακμής που ζούμε σήμερα, τέτοιες διηγήσεις προκαλούν ειρωνικά χαμόγελα. Τί πρέπει να κάνουμε εμείς οι υπηρέτες της αλήθειας: Να σιγήσουμε; Όχι.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 173-177.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Τρίτη 7 Ιουνίου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (12ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 168-172.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)
Το μεγαλείο της ταπείνωσής του
Ο γέροντας Ιωσήφ δίδασκε στους άλλους υπομονή, ταπείνωση, ειλικρίνεια και οτιδήποτε άλλο που θα βοηθούσε στην καλλιέργεια της ψυχής. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος που έδινε το καλό παράδειγμα της επιμέλειας των αρετών αυτών. Υπόμενε όλες τις θλίψεις και τις στενοχώριες με τόση ηρεμία και καλή διάθεση, που οι άλλοι δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν τι δοκιμασίες αντιμετώπιζε.
Μερικές φορές του καταλόγιζαν, και μάλιστα με σκαιό τρόπο, επιζήμιες και βλαβερές πράξεις που είχαν κάνει άλλοι. Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο Γέροντας έλεγε ταπεινά: -Τί μπορούμε να κάνουμε; Πρέπει νά' χουμε υπομονή. Αυτά δε μας βλάπτουν' αντίθετα, η ωφέλεια που θα προκύψει, αν τα υπομένουμε με ταπείνωση, θά' ναι μεγάλη.
<<Υπάρχει ζήλος <<ου κατ' επίγνωσιν>> (Ρωμ. ι' 2), συνήθιζε να λέει. Ή <<ουν είδατε ποίου πνεύματός έστε υμείς>>; (Λουκ. θ' 55). Ποτέ δεν οργιζόταν μ' αυτούς που τον στενοχωρούσαν. Φαινόταν σαν να μη πρόσεχε καθόλου τις προσβολές που του γίνονταν.
Όταν του εξομολογιόταν κάποιος πως κατέκρινε αυτούς που δεν εκτιμούσαν το Γέροντα, εκείνος απαντούσε: -Μην κατακρίνεις. Πρέπει να ξέρουμε πως δεν φταίνε εκείνοι αλλ' ο εχθρός, που τους υποβάλλει τέτοιες σκέψεις. Γι' αυτό πρέπει να προσευχόμαστε γι' αυτούς. Είχε πολύ βαθειά ταπείνωση, αλλά και πολύ δυνατό χαρακτήρα.
Δεχόταν τόσο τις τιμές, όσο και τις προσβολές με την ίδια διάθεση. Στους επαίνους αντιδρούσε με ταπείνωση. Όταν τού' λεγαν πόσο τον επαινούσαν οι άλλοι και πόσο ικανοποιημένοι ήταν μαζί του, εκείνος αποκρινόταν: <<Τούτο φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού>> (Φιληπ. β' 5) κ.λ.π.
Μια φορά του είπε κάποιος: <<Μπάτουσκα, εσύ αποφεύγεις την τιμή, αυτή όμως σ' ακολουθεί>>. -Τί ωφελεί αυτό; απάντησε σοβαρά ο Γέροντας, αφήνοντας έναν αναστεναγμό. Τί την χρειάζεται ο άνθρωπος; Όπως δεν πρέπει να επιζητά κανείς την τιμή όμως, έτσι δεν πρέπει να την απορρίπτει από κείνους που ζουν στην κοινωνία, για να ωφελούνται οι άλλοι.
Αυτόν τον τιμούν οι άνθρωποι, είναι σα να τον τιμά κι ο Θεός. Όπως είπαμε και παραπάνω, την εσωτερική ζωή του Γέροντα δεν τη γνώριζε κανένας. Ένα μόνο είναι σίγουρο: πως εργαζόταν με νοερά προσευχή. Ο πιο στενός συγκελλιώτης του, με τον οποίο ένιωθε κάπως πιο άνετα, έλεγε πως οπόταν έμπαινε στο κελλί του, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, τον έβρισκε πάντα να λέει την προσευχή του Ιησού.
Όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεββάτι του, ο Μπάτιουσκα σιγοψιθύριζε με πολλή ευλάβεια και συντριβή την προσευχή, τονίζοντας ιδιαίτερα τα λόγια <<Κύριε Ιησού Χριστέ>>. Τα κομποσκοίνια που έκανε τα μετρούσε με κουκούτσια από ελιές, που είχε πάντα στο κρεββάτι του.
Η προσευχή αυτή του ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και κατανυκτική όταν κοινωνούσε. Τότε ο Γέροντας ήταν γεμάτος χάρη, βυθισμένος στη θεωρία και την προσευχή. Η συγκίνησή του και το πάθος του για την προσευχή τον έκαναν να μην μπορεί να συγκρατηθεί και έλεγε την προσευχή του Ιησού δυνατά.
Κάποτε τον ρώτησαν, πότε έλαβε τη χάρη της προσευχής, αν την είχε από καιρό. Ο Γέροντας αποκρίθηκε με τη συνηθισμένη του απλότητα: -Η προσευχή διδάσκει από μόνη της. Έχει λεχθεί: <<Κάνε προσευχή γι' αυτόν που θέλει να μάθει να προσεύχεται. Όποιος έχει έφεση για προσευχή, κι ένα λόγο ν' ακούσει θα τον τηρήσει.
Έχω διαβάσει στη Φιλοκαλία πως...>> Κι ο Γέροντας δε συνέχιζε, γιατι θεωρούσε τη συνέχεια αυτονόητη. Θιασώτης και εργάτης της αδιάλειπτης προσευχής, ο Γέροντας προσπαθούσε να ενθαρρύνει και τους άλλους ν' ασκούν το θείο αυτό έργο. Δίδασκε την προσευχή αυτή πολύ καλά και πίστευε πως ήταν η σπουδαιότερη απασχόληση για όλους.
Όταν έβλεπε πως κάποιος είχε ιδιαίτερη έφεση προς αυτή, προσπαθούσε να του την αναπτύξει και να διατηρήσει μέσα του τη φλόγα αυτής της κλίσης. Το πετύχαινε αυτό με τις σοφές συμβουλές του, που προέρχονταν από την εμπειρία του κι από τη μελέτη των διδαχών των αγίων πατέρων που περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία.
Ο Γέροντας εμπόδιζε επιτακτικά κι αυστηρά τους άπειρους και τους δόκιμους από την άσκηση της νοεράς προσευχής. Τους δίδασκε να πορεύονται προοδευτικά, αρχίζοντας από την προφορική άσκηση της προσευχής του Ιησού, κάνοντας μερικά κομποσκοίνια.
<<Αυτό προστατεύει τον άνθρωπο από την υπερηφάνεια, έλεγε ο Γέροντας. Διαφορετικά, αν δεν μετράει κανείς τα κομποσκοίνια, μπορεί να νομίζει πως προσεύχεται πολλή ώρα, ενώ το κομποσκοίνι θα δείξει πως δεν έχει την προσευχή αυτή ούτε εκατό φορές.
Κι αν ακόμα δεν έχεις κατορθώσει να δρέψεις καλά τους καρπούς της προσευχής, είναι καλό τουλάχιστο να πεθάνεις βαδίζοντας προς αυτό το σκοπό. Μη ζητάς μεγάλα πράγματα, θεία θεωρεία κ.λ.π. Θα σου δοθούν όταν ο Θεός θέλει>>.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 168-172.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Πέμπτη 26 Μαΐου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (11ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 163-166.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)
Κάποτε που περπατούσε στο δάσος, του είπαν πως στο τάδε γυναικείο μοναστήρι υπήρχαν έγκλειστες. Ο Γέροντας απάντησε: <<Αυτός είναι επικίνδυνος δρόμος, γιατί στη μόνωση αναπτύσσονται τα πάθη. Είναι πιο φρόνιμο κι ωφέλιμο να ζει κανείς μαζί με άλλους. Στο δρόμο που περπατούν οι άνθρωποι δε φυτρώνει το χορτάρι, εκεί όμως που δεν πατιέται το χώμα, το χορτάρι οργιάζει.
Γίνονται έγκλειστοι επειδή δεν έχουν υπομονή, αν και ωφελούμαστε όταν οι άλλοι μας πειράζουν. Το δέντρο, όσο περισσότερο κουνιέται από τον άνεμο, τόσο πιο βαθιά μπαίνουν οι ρίζες του και στερεώνεται. Όταν όμως μεγαλώνει σε απόλυτη ηρεμία, θα πέσει με το πρώτο φύσημα>>.
Μια μοναχή από το μοναστήρι του Σαμορντίνο του είπε: <<Μπάτιουσκα, δώσε μου ευλογία ν' αποκτήσω ένα μόνιμο κελλί για τον εαυτό μου>>. <<Ν' αποκτήσεις υπομονή για τον εαυτό σου, της απάντησε ο Γέροντας. Στην Αγία Γραφή αναφέρεται: <<Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών>> (Λουκ. κα' 19).
Χωρίς υπομονή δεν μπορεί να κτιστεί ούτε πρόσκαιρο σπίτι, όχι μόνιμο. Η υπομονή γεννάει την παρηγοριά κι η παρηγοριά αυτή είναι γνήσια. Εμείς όμως ζητάμε πάντα το εύκολο. Αλλ' αυτό που είναι εύκολο για το σώμα δεν είναι ωφέλιμο για την ψυχή. Κι αυτό που είναι ωφέλιμο για την ψυχή είναι κουραστικό για το σώμα. <<Διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού>> (Πράξ. ιδ' 22).
Κάποτε περπατούσε στο δάσος και του είπαν: <<Μπάτιουσκα, ελπίζουμε πως θα ζήσεις λίγο καιρό ακόμα>>. Ο Γέροντας απάντησε: <<Θα ζήσουμε για λίγο ακόμα. Μέχρι να ετοιμαστεί το καινούργιο όργανο, ο Θεός δε θα πάρει το παλιό>>. Μετά το πρόσωπό του έγινε ξαφνικά σοβαρό, έμεινε για λίγο σιωπηλός και πρόσθεσε:
<<Πρέπει να προσπαθεί κανείς να ζει όσο καλύτερα μπορεί. Λόγω της ανυπακοής μας όμως ο Κύριος θα καλέσει τους γέροντες και δε θ' αφήσει κανένα στη γη>>. Μια φορά είπαν στο Γέροντα πως ο θερισμός ήταν πολύ κακός. <<Ναι, απάντησε, υπάρχει έλλειψη σε όλα, εκτός από την αμαρτία. Ο Κύριος μας στέλνει κακούς θερισμούς, επειδή σήμερα κι οι πιο απλοί άνθρωποι έχουν ξεχάσει τελείως τις νηστείες. Έτσι ο άνθρωπος αναγκάζεται να νηστέψει, είτε το θέλει είτε όχι>>.
Άλλη φορά πάλι έλεγε: <<Στη σημερινή εποχή αυτοκτονούν πολλοί όχι μόνο από απιστία, αλλά κι από έλλειψη υπομονής. Δε θέλουν να υποφέρουν καθόλου. Αν ο Κύριος δεν είχε δώσει στον άνθρωπο τη φυσική επιθυμία για ζωή, σχεδόν όλοι θ' αυτοκτονούσαν.
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει πως ένας ειδωλολάτρης φιλόσοφος του έλεγε: <<Πριν, ήθελα να γίνονται όλα όπως ήθελα εγώ. Είδα όμως πως τίποτα δεν γινόταν όπως ήθελα κι άρχισα να εύχομαι να γίνουν όλα όπως είναι>>. Έτσι, από τότε άρχισαν να γίνονται όλα όπως ήθελα>>.
Βλέπεις πως κι οι ειδωλολάτρες συνειδητοποίησαν την αλήθεια, ότι αναπόφευκτα πρέπει κανείς να υπομένει όλα όσα του συμβαίνουν. Όλοι οι άγιοι παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει υπομονή. Αυτό σημαίνει πως την είχαν ανάγκη>>.
Κάποτε είπαν στο Γέροντα πως θά' ναι καλό ν' αποκαλύπτει ο ίδιος στον αμαρτωλό τις αμαρτίες που εκείνος δε θά' θελε να εξομολογηθεί. Ο Γέροντας απάντησε:
<<Όχι, δεν είναι έτσι. Ο άνθρωπος πρέπει να μετανοεί και να εξομολογείται μόνος του, διαφορετικά δε θα ωφεληθεί. Για τις αμαρτίες που ίσως ξέχασε να εξομολογηθεί, θα πρέπει να υποφέρει τα πρόσκαιρα βάσανα που θα του τύχουν.
Ο μπάτιουσκα Αμβρόσιος ποτέ δεν αποκάλυπτε ανεξομολόγητες αμαρτίες, εκτός από σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις, όταν έβλεπε πως κάποιος άνθρωπος θα πέθαινε χωρίς να μετανοήσει>>. Κάποιος του παραπονέθηκε πως ήταν πάντα άρρωστος κι ο Γέροντας του είπε:
<<Δε γίνεται τίποτα. Ο Κύριος θέλει σίγουρα να μας σώσει και να μας καθαρίσει από τον ρύπο της αμαρτίας. Δεν είναι εύκολο να υποφέρουμε τον καυτηριασμό των παθών μας, πρέπει όμως να τα υπομείνουμε όλα για την πνευματική υγεία μας. Αν ο τρόπος που ζούμε είναι αδιόρθωτος, ας έχουμε τουλάχιστο συντετριμένη καρδιά. Ο Θεός θα το δει αυτό και δε θα μας στερήσει το έλεός Του>>.
<<Η πορεία μας είναι γεμάτη θλίψεις. Θα ταξιδεύουμε μ' αυτές ωσότου φτάσουμε στην ποθητή πατρίδα μας -την αιωνιότητα. Στον κόσμο υπάρχουν περισσότερες θλίψεις. Αν κι έχουμε κι εμείς το μερίδιό μας, οι δικές μας θλίψεις δεν είναι σαν κι αυτές του κόσμου, γιατι οι δικές μας είναι για τη χάρη του Θεού.
Το μόνο λυπηρό είναι πως δεν φροντίζουμε όσο πρέπει για την αιωνιότητα και δεν υπομένουμε με καρτερία τις παραμικρότερες κατηγορίες. Όταν αρχίζουμε να παραπονιόμαστε, αυξάνουμε οι ίδιοι τις θλίψεις μας. Ο άνθρωπος πρέπει νά' χει υπομονή και κουράγιο σε όλα τα πράγματα. Η υπομονή λειτουργεί όπως η άγκυρα στο πλοίο, που όταν έχει καταιγίδα το προφυλάσσει, για να μη συντριβεί στα βράχια>>.
-Πώς μπορεί ν' αποκτήσει κανείς την τελεία απάθεια; -Με την τελεία ταπείνωση, είπε ο Γέροντας. Κάποτε τον ρώτησαν αν τα λόγια του αποστόλου <<ο φρονών την ημέραν Κυρίω φρονεί, και ο μη φρονών την ημέραν Κυρίω ου φρονεί>>. (Ρωμ. ιδ' 6) σημαίνουν πως είτε εκτελεί κάποιος τις εντολές είτε όχι είναι το ίδιο.
-Όχι, απάντησε, οι άγιοι απόστολοι το είπαν αυτό για να μη κρίνουμε κανένα, γιατι κανένας δε γνωρίζει τί κρύβεται μέσα στον άνθρωπο. Γι' αυτό λέγει πάλι ο απόστολος: <<ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω, και ο μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω>> (Ρωμ. ιδ' γ). Κάποιος μπορεί να φαίνεται πως τηρεί όλες τις εντολές, ίσως όμως να το κάνει ψυχρά ή να υπερηφανεύεται γι' αυτό.
Κάποιος άλλος δεν τηρεί τίποτα, αλλά κατηγορεί τον εαυτό του, μετανοεί, ταπεινώνεται και δοξολογεί το Θεό για όλα>>. Κάποτε είπαν στο Γέροντα για μια γυναίκα που πέθανε ακοινώνητη. Δεν ήθελε να κοινωνήσει από τον εφημέριο της ενορίας της, γιατι ήξερε πολλά πράγματα γι' αυτόν.
Ο Γέροντας λυπήθηκε γι' αυτήν και είπε πως δεν πρέπει κανείς να επηρεάζεται από τη ζωή του ιερέα, γιατι το χέρι του απλά τελεί τις πράξεις, η Χάρη του Θεού είναι που αγιάζει τα μυστήρια. Στη συνέχεια διηγήθηκε πώς ένας άγιος που αρρώστησε βαριά, θέλησε να κοινωνήσει τ' άχραντα μυστήρια.
Ο κοντινότερος ιερέας ήταν διεφθαρμένος και τελείως ανάξιος της ιερωσύνης. Ο άγιος στενοχωρήθηκε στην αρχή, μετά όμως το ξεπέρασε και κάλεσε τον ιερέα. Την ώρα που κοινωνούσε, ο Θεός τον αξίωσε να δει ένα όραμα. Είδε πως εκείνος που μετέδιδε τη θεία κοινωνία ήταν άγγελος.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 163-166.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Τετάρτη 18 Μαΐου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (10ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 157-160.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)
Οι Διδαχές του Γέροντα Ιωσήφ
Οι διδαχές του Γέροντα διαπνέονται όλες από το πνεύμα των διδαχών των αγίων πατέρων και των γεγονότων. Για τους μοναχούς πάνω απ' όλα έθετε την υπακοή και την αυτομεμψία, αφού οι δύο αυτές αρετές γεννούν την ταπείνωση, η ταπείνωση καλεί το Θεό να κατοικήσει στην ψυχή κι έτσι εκπληρώνεται ο λόγος του Ευαγγελίου, <<Η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι>> (Λουκ. ιζ' 21).
Ο Γέροντας δεν επέτρεπε ποτέ στους μοναχούς ν' αρνηθούν κάποιο διακόνημα. Έλεγε πως εκείνος που φέρνει σε πέρας το διακόνημα που του έχουν αναθέσει, αξιώνεται νά' χει ευλογημένο τέλος. Ανέφερε συχνά το παράδειγμα κάποιου ιερομονάχου που δεν αρνιόταν την υπακοή σε κανέναν. Κι αν ήταν άρρωστος, δεν παρέλειπε ποτέ να κάνει τη θεία λειτουργία όταν ήταν η σειρά του.
Μια φορά, την ώρα της θείας λειτουργίας κι ενώ μόλις είχε κοινωνήσει, πέθανε ξαφνικά μέσα στο ιερό, φορώντας την ιερατική στολή του. Όταν του παραπονιόνταν οι άνθρωποι πως η υπακοή ήταν δύσκολη και προκαλούσε πολλή λύπη, το πρόσωπο του Γέροντα φωτιζόταν με χαρά, τα μάτια του γέμιζαν με τρυφερή πατρική αγάπη κι έλεγε μ' έναν ιδιαίτερο πνευματικό τόνο: Λόγω αυτής της υπακοής θα γίνετε μάρτυρες>>.
Τόνιζε πάντα πως πρέπει νά' χει κανείς υπομονή σε όλα, παντού, να υπομένει ως το τέλος. -Μ' όποιο έργο κι αν καταπιάνεστε, έλεγε, να επιμένετε, να κάνετε υπομονή ό,τι κι αν τύχει, να μην απομακρύνεστε από τον τόπο σας και να κατηγορείτε τον εαυτό σας. Έτσι θα σωθείτε.
Μια γυναίκα είπε κάποτε στο Γέροντα για μια συζήτηση που είχε ακούσει, πως οι παλιότεροι γέροντες δεν περιόριζαν πολύ τους μαθητές τους στους σωματικούς αγώνες, πρόσεχαν περισσότερο τον εσωτερικό άνθρωπο. Ο Γέροντας απάντησε: -Να τους πεις τα εξής: Αν δεν αναπτυχθεί το δέντρο, από πού θα δρέψεις καρπούς;
Το δέντρο στο οποίο αναπτύσσεται ο εσωτερικός κόσμος του μοναχού είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η παρακολούθηση των εκκλησιαστικών ακολουθιών κι η σωματική άσκηση. Τότε το δέντρο θα καρπίσει, θ' αναπτυχθεί δηλαδή ο εσωτερικός κόσμος του μοναχού. Κάποτε που ο Γέροντας είχε βγει για μια γενική ευλογία, κάποιος θυμήθηκε το βοηθό ενός γιατρού.
Εκείνος, κατά τη διάρκεια μιας λιποθυμίας του, είδε πολλά εποικοδομητικά πράγματα από τον άλλο κόσμο και πήγε να μείνει στο μοναστήρι της Όπτινα, τότε που ζούσε ακόμα ο μπάτιουσκα Αμβρόσιος. Όταν πήγε να υπηρετήσει στρατιώτης όμως, έκανε πάλι παρέα με συντρόφους που δεν πίστευαν.
Τον έπεισαν πως ό,τι είχε δει δεν ήταν παρά μια παραίσθηση και τον έκαναν ν' απομακρυνθεί από το Θεό και να παραμείνει στον κόσμο, σ' ένα νοσοκομείο. Ο Γέροντας είπε γι' αυτόν: -Σ' αυτόν εκπληρώνονται τα λόγια του Ευαγγελίου: <<Ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εν νεκρών αναστή πεισθήσονται>> (Λουκ. ιστ' 31).
Κάποτε ρώτησαν το Γέροντα γιατί οι επιστολές κάποιου πνευματικού αλλ' απαίδευτου είχαν τόση πνευματική ευφυϊα, ώστε μιλούσαν άμεσα στην ψυχή. Κι εκείνος απάντησε: -Όπως μια εικόνα του ήλιου δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα, έτσι κι η ομιλία ενός ανθρώπου, που είναι μεν μορφωμένος αλλά δεν έχει κατανικήσει τα πάθη του, δεν μπορεί να προσεγγίσει την ψυχή.
Εκείνος όμως που έχει κατακυριεύσει τα πάθη του κι έχει πνευματική αίσθηση, πλησιάζει εύκολα την ψυχή, ακόμα κι αν δεν έχει εξωτερική μόρφωση. Κάποια γυναίκα είπε στο Γέροντα: <<Δώσε μου ένα κανόνα προσευχής' αν και φοβάμαι πως θα δυσκολευτώ να τον εφαρμόσω>>. Κι ο Γέροντας απάντησε: <<Ό,τι επιβάλλεται, πάντα είναι δύσκολο>>. Αναφερόταν συχνά στον αρχιμανδρίτη Ισαάκιο, που όσο ζούσε στον κόσμο προετοιμαζόταν για τον μοναχισμό με ασκητική πρακτική.
Έκανε χίλιες μετάνοιες την ημέρα. Όταν πήγε στο μοναστήρι, είπε γι' αυτή του την άσκηση στο γέροντα Λεωνίδα και κείνος του είπε να κάνει πενήντα μετάνοιες, αντί για χίλιες. Μετά από λίγο καιρό ήρθε στο Γέροντα και του είπε: <<Συγχώρεσέ με, Γέροντα, ντρέπομαι που το λέω, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορώ να κάνω τις πενήντα μετάνοιες>>.
Ο Γέροντας του είπε να κάνει είκοσι πέντε. Πέρασε λίγος καιρός ακόμα κι εμφανίστηκε πάλι στο Γέροντα.
Του είπε πως δεν μπορούσε να καταλάβει πώς όταν ήταν στον κόσμο έκανε χίλιες μετάνοιες και τώρα εδώ δεν μπορούσε να κάνει ούτε είκοσι πέντε. Ο γέροντας Λεωνίδας του εξήγησε: -Όσο ήσουν στον κόσμο, σε βοηθούσε ο εχθρός. Έκανες τις μετάνοιες και υπερηφανευόσουν. Εδώ όμως δεν τις κάνεις με το θέλημά σου, αλλά για υπακοή. Τώρα μπορείς να καταλάβεις την αδυναμία σου και να ταπεινωθείς' γι' αυτό είναι δύσκολο.
Είπε κάποιος: <<Για μένα στις νηστείες θά' ταν καλύτερα να τρώω μισό κιλό κρέας στον κόσμο, παρά να τρώω μόνο ψωμί αλλά υπερβολικά>>.
-Ακόμα κι αν τρως δυο κιλά ψωμί, απάντησε ο Γέροντας, δεν αμαρτάνεις εναντίον των κανόνων της Αγίας Εκκλησίας μας. Μια φορά που είχε βγει για γενική ευλογία τον ρώτησαν:
-Θά' μαστε μαζί σου στον άλλο κόσμο; Θα μας βοηθήσεις, γενικά θα παρακαλέσεις για μας;
-Ναι, είπε ο Γέροντας, αλλά μόνο εκείνοι που με υπακούουν αδιάκριτα σε όλα θά' ναι μαζί μου και μόνο για κείνους θα παρακαλέσω. -Λυπάμαι που είμαι φτωχή, του είπε μια γυναίκα, και πρέπει όλα να τ' αποκτήσω με τη δουλειά μου. Πάντα κάτι μου λείπει. -<<Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού... και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν>> (Ματθ. στ' 33), απάντησε ο Γέροντας.
Τα παλιά χρόνια οι μοναχοί ζούσαν μ' αυτή την προσδοκία κι ο Κύριος τους προμήθευε τα πάντα, περισσότερα απ' όσα τους χρειάζονταν. Όταν ήρθα στη σκήτη, κανένας μοναχός δεν είχε δικό του σαμοβάρι. Για όλη τη σκήτη υπήρχε μόνο ένα μεγάλο σαμοβάρι, στο κελλί του Γέροντα. Μετά τις ακολουθίες περνούσαν όλοι με τη σειρά τους κι έπιναν το τσάϊ εκεί. Κι όλοι ήταν χαρούμενοι κι ευχαριστημένοι.
Το ίδιο γινόταν μ' όλα τ' άλλα πράγματα. Προσπαθούσαν πρώτα να κάνουν τις εκκλησιαστιές ακολουθίες και τα διακονήματά τους. Κι ο Κύριος τους τά' δινε όλα, δεν τους έλειπε τίποτα. Τώρα έρχονται στο μοναστήρι με ασθενή θέληση και το μόνο που σκέφτονται, είναι τα ρούχα και το φαγητό. Γι' αυτό κι ο Κύριος δεν στέλνει τίποτα σε μας τους αμαρτωλούς.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 157-160.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Πέμπτη 5 Μαΐου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (9ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 147-150.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)
Ο μοναχός Δ., από το μοναστήρι της Όπτινα, αφηγήθηκε τ' ακόλουθα: <<Επιθυμούσα να πάω στο μοναστήρι από τότε που ήμουν πολύ νέος. Μ' αυτό το σκοπό ήρθα στην Όπτινα. Ζούσε τότε κι ο μεγάλος Γέροντας, ο π. Αμβρόσιος. Του μίλησα για την επιθυμία μου και κείνος μου είπε να περιμένω ως ότου <<τελειώσει το όριο>>.
Δεν κατάλαβα τί εννοούσε μ' αυτό. Κατάλαβα μόνο πως για μένα δεν ήταν ακόμη καιρός να πάω στο μοναστήρι. Έτσι γύρισα πάλι πίσω στην πόλη μου Β., όπου σύντομα έπιασα δουλειά στο μαγαζί κάποιου έμπορα.
Έζησα μαζί του τρία χρόνια. Μετά έτυχε να δω μια ανακοίνωση στο περιοδικό ΝΙΒΑ πως ο γέροντας Αμβρόσιος είχε πεθάνει.
Το νέο αυτό με ξάφνιασε. Αν και τ' αφεντικό μου δεν ήθελε, αποφάσισα να πάω αμέσως στην Όπτινα, ελπίζοντας να προλάβω την κηδεία του μεγάλου Γέροντα. Δυστυχώς όμως, σαν έφτασα, πληροφορήθηκα με μεγάλη μου λύπη πως η κηδεία είχε γίνει. Τη θέση του είχε πάρει ο άμεσος μαθητής του, ο γέροντας Ιωσήφ.
Πήγα σ' εκείνον και του εξομολογήθηκα την επιθυμία μου να γίνω μοναχός. Εκείνος μου απάντησε: -Περίμενε λίγο, θα βρεθεί θέση για σένα. Δεν ήξερα τί να κάνω μετά απ' αυτό κι έφυγα από το Γέροντα. Είχα ήδη χάσει τη δουλειά μου και μου έμενε ένας χρόνος ακόμα ως ότου να με πάρουν στρατιώτη.
Έτσι σκέφτηκα να ψάξω για δουλειά στο χωριό Κ., κοντά στην Όπτινα. Βρήκα μια δουλειά σ' έναν έμπορο, με τον οποίο είχα ζήσει παλιότερα, όταν ήμουν παιδί. Έπιασα δουλειά χωρίς να κάνω συμφωνία για το μισθό.
Αφού δούλεψα μαζί του ένα χρόνο, του είπα πως έπρεπε να φύγω για να υπηρετήσω στρατιώτης. Ο καλός έμπορος μου έδωσε εκατό ρούβλια για μισθό ενός έτους κι άλλα δέκα ρούβλια δώρο. Ήμουν αφάνταστα ευτυχισμένος.
Εκεί που ήμουν ένα απέραντο παιδί, βρέθηκα ξαφνικά με τόσο πολλά λεφτά. Τώρα είχα την ευκαιρία να ντυθώ κάπως καλύτερα και να βάλω λίγα χρήματα στην άκρη γι' αργότερα. Πέρασα ένα χρόνο στο στρατό σαν απλός στρατιώτης κι έπειτα μ' έκαναν δεκανέα, μια θέση στην οποία υπηρέτησα τέσσερα χρόνια.
Σε μια εποχή που οι άλλοι στρατιώτες υπόφεραν από φτώχεια, εμένα, με τις προσευχές του Γέροντα, δεν μου έλειπε τίποτα. Αφού τελείωσα τη θητεία μου, πήγα αμέσως στην αδελφότητα του μοναστηριού της Όπτινα.
Όταν θυμάμαι τώρα τα περασμένα, θαυμάζω πάντα πώς ο Ελεήμων Κύριος, με τις προσευχές των γερόντων Αμβροσίου και Ιωσήφ, με οδήγησε σε καλές θέσεις και ελάφρυνε το βάρος της δύσκολης στρατιωτικής ζωής.
Τα έργα του Θεού είναι πάντα θαυμαστά>>.
Αφηγείται η κυρία Β. <<Ήρθα για πρώτη φορά στην Όπτινα το 1896. Επισκέφτηκα το γέροντα Ιωσήφ και κείνος μού' δωσε να διαβάσω το βίο του γέροντα Αμβροσίου, που είχε γράψει ο αρχιμανδρίτης Αγαπητός. Διάβαζα το θαυμάσιο αυτό βίο αλλά ενοχλήθηκα από μερικές λεπτομέρειες, που αφορούσαν τα αστεία κι άλλα ευτράπελα που έλεγε ο Γέροντας.
Είχα την εντύπωση πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να γράψει κανείς γι' αυτά. Τέλος, διάβασα όλο το βιβλίο και το έδωσα πίσω στο Γέροντα χωρίς να του πω τίποτα για τις επιφυλάξεις μου.
Δεν είχα φτάσει καλά καλά στο αρχονταρίκι, όταν ήρθε και με βρήκε μια μοναχή σταλμένη από το Γέροντα και μού' δωσε ένα παράρτημα του προαναφερόμενου βίου.
Σ' αυτό το παράρτημα ο συγγραφέας αναφέρει πως, όπως πληροφορήθηκε, πολλοί λαικοί ενοχλήθηκαν από τις λεπτομέρειες που γράφει για τον Γέροντα Αμβρόσιο κι εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν ν' αναφερθεί σ' αυτές>>. <<Πριν πάω στην Όπτινα είχα ακούσει πολλά για τον π. Κλήμη Σέντερχολμ.
Όταν το 1898 ξαναπήγα στην Όπτινα, ήθελα να βρω ένα αντίτυπο του βίου του. Κάθε φορά όμως που έψαχνα στη βιβλιοθήκη, κάτι με εμπόδιζε να βρω αυτό που ήθελα. Την ημέρα που θά' φευγα, πήγα επίτηδες στη βιβλιοθήκη γι' αυτό το λόγο, αλλά την βρήκα κλειστή. Στη συνέχεια πηγα στον μπάτιουσκα Ιωσήφ στη σκήτη και πριν ανοίξω το στόμα μου μου είπε:
-Θα σου δώσω ένα βιβλίο που δεν το έχεις. Και μ' αυτά τα λόγια είπε στον υποτακτικό του να φέρει το βιβλίο <<π. Κλήμης Σέντερχολμ>>.
<<Το 1905 και το 1906 ζούσα στο Σαράτωφ. Εκεί τράβηξα όλες τις δοκιμασίες και τη φρίκη των δεινών που είχαν πέσει στη Ρωσία. Οι απεργίες στους σιδηροδρόμους είχαν ξεκόψει το Σαράτωφ από την υπόλοιπη Ρωσία. Γράμματα κι εφημερίδες δεν έρχονταν.
Στους δρόμους γίνονταν φονικές μάχες. Έφταναν όμως ως εμάς ειδήσεις πως στην Πετρούπολη και στη Μόσχα ο ρωσικός λαός είχε ενωθεί, για να προστατέψει την πίστη και τον τσάρο. Ο σεβασμιώτατος Ερμογένης, επίσκοπος του Σαράτωφ, μάζεψε όλους εκείνους που η φλόγα της αγάπης για το Θεό και την πατρίδα δεν είχε σβήσει μέσα τους.
Αυτοί ήταν απλοί άνθρωποι του λαού. εργάτες, μικρέμποροι και μερικοί ιερείς. Ανάμεσά τους μόνο εγώ εκπροσωπούσα την ανώτερη τάξη της πόλης. Ο σεβασμιώτατος Ερμογένης εμπιστεύτηκε σ' έναν ιερέα και σε μένα τη σύνταξη ενός κανονισμού για μια νέα Ένωση που σχηματιζόταν. Τότε ακριβώς ήρθε το πρώτο τραίνο μετά τις απεργίες και μου έφερε ένα πλήθος επιστολές κι εφημερίδες.
Ανάμεσά τους ήταν ένα δέμα κι ένα γράμμα από το μοναστήρι της Όπτινα. Μια πνευματική κόρη του Γέροντα, η Β.Ι. που ζούσε στην Όπτινα, μου έγραψε το γράμμα με την ευλογία του Γέροντα. Μου έστελνε τις ευχές του, μαζί με μια προκήρυξη και κανονισμό για την Ένωση του ρωσικού λαού. Ο Γέροντας ευχόταν κι επιθυμούσε να δημιουργηθεί μια Ένωση στο Σαράτωφ.
Δεν χρειάζεται να πω πως έφερα αμέσως το γράμμα και το δέμα στο σεβασμιώτατο Ερμογένη. Σε λίγες μέρες, αφού είχαν προηγηθεί πολυάριθμες συναντήσεις στο αναγνωστήριο της αρχιερατικής κατοικίας, ανοίξαμε το κεφάλαιο της Ένωσης του ρωσικού λαού, την οποία συμπαθώ και υπηρετώ ως τα σήμερα με όλη μου τη δύναμη.
Πρέπει να σημειώσω επίσης πως είχα δυο χρόνια να πάω στην Όπτινα και δεν είχα αλληλογραφήσει με τον Μπάτιουσκα, παρά μόνο για να του στείλω ευχές, Χριστούγεννα και Πάσχα>>.
<<Το 1910 ζούσα ήδη στην Όπτινα. Τότε ήρθε να μ' επισκεφτεί από το Μ. η κυρία Κ., σύζυγος στρατηγού, χήρα και πολύ πλούσια, που δεν είχε καθόλου συγγενείς. Αφού είδε το Γέροντα, μου είπε με κάποια έκπληξη πως το πρώτο πράγμα που την ρώτησε ο Μπάτιουσκα, ήταν αν η υπηρέτριά της ήταν καλή και πως πρέπει νά' ναι πολύ προσεχτικός κανείς με τους υπηρέτες.
Όταν ξαναεπισκέφτηκε το Γέροντα λίγο πριν αναχωρήσει, της μίλησε πάλι μόνο για την υπηρέτρια. Κι ήταν τόσο απόλυτος στα λόγια του, που εκείνη άρχισε ν' ανησυχεί και βιάστηκε ν΄αναχωρήσει για το σπίτι της.
Μόλις γύρισε στο Μ., ανακάλυψε πως ο κηπουρός του σπιτιού της είχε συλληφθεί και την ίδια την είχαν καλέσει στο δικαστήριο.
Στο Μ., οι αρχές είχαν συλλάβει ολόκληρη σπείρα ληστών που είχαν διαπράξει διάφορες διαρρήξεις και φόνους. Πάνω στον αρχηγό της σπείρας βρέθηκε ολόκληρος κατάλογος ανθρώπων που σκόπευαν να ληστέψουν, μαζί με σχεδιαγράμματα των σπιτιών τους κι άλλες πληροφορίες γι' αυτούς.
Η κυρία Κ. ήταν κι αυτή στον κατάλογο. Και πληροφορίες γι' αυτήν είχε δώσει η υπηρέτρια>>.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 147-150.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Πέμπτη 28 Απριλίου 2022
ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (8ο ΜΕΡΟΣ)
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 137-140.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)
Την πρώτη φορά που ήρθα στον Μπάτιουσκα, διηγείται η Α.Σ., ήταν μαζί μου κι ο άντρας μου. Μου έδωσε το βιβλίο <<ο Βασιλικός Δρόμος του Σταυρού του Κυρίου>>. Είπα στο Γέροντα πως ο σταυρός μου ήταν βαρύς. Ο άντρας μου ήταν άρρωστος, εγώ επίσης, τα εισοδήματά μας πενιχρά. Ο Γέροντας δε μίλησε.
Σύντομα μετά το ταξίδι μας αυτό ο άντρας μου έχασε τη δουλειά του. Τέσσερα χρόνια αργότερα έπρεπε να τον βάλω σε μια κλινική στη Μόσχα, για θεραπεία. Πήγαμε πρώτα στο Γέροντα για να πάρουμε ευλογία. Εκείνος μας άφησε να μείνουμε στην Όπτινα ως την άνοιξη.
Όταν πέρασε αυτό το διάστημα, ο άντρας μου σκέφτηκε να φύγουμε και δεν ήξερε τί να κάνει στη ζωή του. Εγώ πήγα στο Γέροντα και ζήτησα τη γνώμη του. Εκείνος σκέφτηκε σοβαρά και είπε: <<Ο Θεός θα τον φωτίσει να μείνει για να τελειώσει τη ζωή του εδώ>>. Έπεσα στα πόδια του με πραγματικά δάκρυα χαράς και τον ευχαρίστησα.
Ο άντρας μου χάρηκε κι αυτός και ευχαρίστησε το Γέροντα. Δεν έκανε πια σχέδια για να φύγει. Σ' ένα χρόνο έπαθε υδροπικία και τα πόδια του πρίστηκαν άσχημα. Ανησύχησα πολύ. Πήγα στο Γέροντα και τον παρακάλεσα να του επιτρέψει να φάγει αρτήσιμα φαγητά, γιατί ήταν περίοδος νηστείας. Ο Γέροντας δε συμφώνησε και μου είπε:
-Μην ανησυχείς, δε θα πεθάνει απ' αυτή την αρρώστια. Πραγματικά δεν πέθανε. Σε τρία χρόνια έπεσε στο κρεββάτι από άλλη αρρώστια. Στο Γέροντα που πήγα, μου είπε: -Τώρα πια ετοίμασέ τον, θα πεθάνει. Σε τρεις μέρες πέθανε. Στενοχωρήθηκα πολύ.
Ζήτησα ευλογία από το Γέροντα να πάω στο Βορονέζ, στους συγγενείς του άντρα μου, αλλά και να προσκυνήσω τα λείψανα του αγίου Μητροφάνη. Ο Γέροντας μου έδωσε ευλογία. Όταν πήγα να τον αποχαιρετήσω όμως μου είπε: -Όχι, μην πηγαίνεις φέτος. Πέρασαν δυο χρόνια.
Την τρίτη χρονιά ο Γέροντας μού' δωσε ευλογία κι είπε: -Πήγαινε τώρα' κι όσο καιρό θα μείνεις εκεί, κοίταξε να θεραπευτείς. Σαν έφτασα στο Βορονέζ, πήγα στο γιατρό. Αφού μ' εξέτασε, έκαναν συμβούλιο και γνωμάτευσαν πως είχα μια σοβαρή ασθένεια κι έπρεπε να χειρουργηθώ. Έγραψα στο Γέροντα και του ζήτησα ευλογία για να χειρουργηθώ. Εκείνος μου την έδωσε.
Όταν είδα τις προετοιμασίες για την εγχείριση, μ' έπιασε ένας ανυπέρβλητος φόβος. Επικαλέστηκα το Γέροντα νοερά και ανέφερα τ' όνομά του' ο φόβος αμέσως πέρασε. Ηρέμησα. Ώσπου να γίνει η εγχείριση, αυτός ο φόβος μ' έπιασε άλλες δύο φορές. Με τις ευχές του Γέροντα, όμως, η εγχείριση πέτυχε.
Ήμουν ακόμη φιλάσθενη, αλλά ο Γέροντας δε μ' άφησε να ξαναπάω στους γιατρούς. -Αυτός είναι ο σταυρός σου, μου είπε. Να τον υπομείνεις με καρτερία και χαρά. Οι γιατροί δε θα σε βοηθήσουν τώρα. Αν βέβαια θέλεις να πας, πήγαινε με δική σου πρωτοβουλία. Εγώ δε σου δίνω ευλογία.
Αφηγείται μια γυναίκα: <<Το 1905 πήγα για πρώτη φορά στο μοναστήρι της Όπτινα. Ήταν ένα ταξίδι ξεκούρασης κι αναψυχής. Δεν είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στους γέροντες, ούτε κι ήθελα να τους συμβουλεύομαι. Μια φορά βγήκα για ένα περίπατο στο δάσος και συνάντησα τη μοναχή Μ., που πήγαινε στη σκήτη. Δεν την ήξερα, πρώτη φορά την έβλεπα.
Μιλήσαμε για λίγο και με κάλεσε να πάμε στο γέροντα Ιωσήφ. Αρνήθηκα πεισματικά, μετά από επίμονες παρακλήσεις της όμως υποχώρησα και δέχτηκα να πάμε. Με το που μπαίνουμε στη σκήτη, είδαμε τόσες πολλές μοναχές, που άρχισα να το μετανοιώνω. Τί ήθελα νά΄ρθω; Καλά καλά δεν ήξερα τί να πω στο Γέροντα.
Δεν είχα καθίσει καλά ακόμα, όταν ένας υποτακτικός του Γέροντα ήρθε και μου είπε: -Θέλεις να δεις το Γέροντα; -Ναι, είπα χωρίς να το καταλάβω το γιατί. Αμέσως με οδήγησαν μέσα στο Γέροντα. Εγώ τά' χα χαμένα, δεν ήξερα πώς ν' αρχίσω. -Γιατί ήρθες εδώ; με ρώτησε ο Γέροντας. Είπα πως ήμουν άρρωστη κι έκανα μια επίσκεψη εδώ, στα θερινά σπίτια.
Εκείνος είπε: -Δεν υπάρχουν θερινά σπίτια εδώ. Δεν έχεις λεφτά ούτε και μπορείς να κάνεις τίποτα εδώ. Είναι αλήθεια πως δεν είχα λεφτά. Αν και δεν ήξερε τίποτα για μένα, μου είπε ξαφνικά: -Είσαι πολύ νευρική; Έπασχα από σοβαρή νευροπάθεια. Τελικά έφυγα από το Γέροντα αρκετά δυσαρεστημένη, γιατί δε μου έδωσε ευλογία να μείνω εδώ έστω και για λίγο.
Αποφάσισα ν' αγνοήσω το Γέροντα και να ρωτήσω τον ηγούμενο. Εκείνος μου έδωσε άδεια να μείνω. Μετά κάθισα να γράψω ένα γράμμα στην αδερφή μου. Είχα γράψει μόνο λίγες όταν κάποιος με χτύπησε στο χέρι. Δεν μπορούσα να γράψω άλλο. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως είχα κάνει παρακοή στο Γέροντα και πήγα στη σκήτη να του ζητήσω συγχώρεση.
Ο Γέροντας είπε: -Δεν κάνεις υπακοή. Σε προειδοποιώ όμως να φύγεις, γιατί αλλιώς θα είναι πολύ αργά. Σε δυο μέρες έφυγα για το Τυχόνωφ κι από κει στο Τ. Εκεί βρήκα τη συγγενή μου Β. Ε. βαριά άρρωστη. Είχε πληγές στα έντερά της κι οι γιατροί αρνούνταν να την αναλάβουν. Της έδωσα μια εικόνα του αγίου Τύχωνα και νερό από το αγίασμα. Δεν ξέρω αν η ίδια προσευχόταν, την άλλη μέρα πάντως ήταν καλύτερα.
Στη συνέχεια έγινε τελείως καλά και μου ζήτησε να την πάω στο Τυχόνωφ και στην Όπτινα. Τότε μόνο κατάλαβα γιατί ο Γέροντας μου είπε πως <<...αλλιώς θα είναι πολύ αργά>>. Πήρα κιόλας την απόφαση να μην κάνω τίποτα, χωρίς να πάρω ευλογία από τον Γέροντα. Του έγραψα λοιπόν και του ζήτησα να μου απαντήσει αν μας έδινε ευλογία να πάμε εκεί με τη συγγενή μου και τον πληροφορούσα επιπρόσθετα πως δεν είχαμε λεφτά για το ταξίδι.
Ο Γέροντας μου απάντησε πως έπρεπε να συνοδεύσω την άρρωστη συγγενή μου κι ο Θεός θά' στελνε λεφτά για το ταξίδι. Λίγο αργότερα η οικογένειά μου μού' δωσε λίγα λεφτά και ξεκινήσαμε. Μαζί μας ήταν και μια νοσοκόμα που υπόφερε πολύ από τον άντρα της.
Εκείνος της ζητούσε να του δίνει όλο το μισθό της, διαφορετικά την απειλούσε να την σκοτώσει. Αυτή αρνιόταν και κατέθετε τα λεφτά της στη τράπεζα. Εξομολογήθηκε τη στενοχώρια της στο Γέροντα κι εκείνος της είπε: -Δεν είσαι υποχρεωμένη να του δώσεις τα λεφτά σου. Κάνε λίγη υπομονή, όλα θα τελειώσουν γρήγορα.
Σύντομα η νοσοκόμα πέθανε...
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 137-140.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






