«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 26 Αυγούστου 2023
Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023
ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΠΟΛΛΗ ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΑΘΥΜΙΑ
᾿Απόκριση τοῦ ἴδιου, τοῦ μεγάλου Γέροντα, πρός τόν ἴδιο (ἀδελφό), τότε πού ἐκεῖνος (ὁ ἀδελφός) ἔπεσε σέ πολλή λύπη καί ἀθυμία.
᾿Aδελφέ ᾿Ανδρέα, εἴθε νά μήν ἐπιτρέψει ὁ φιλάνθρωπος Θεός μας στό μισόκαλο ἐχθρό νά σπείρει μέσα σου τή λύπη καί τήν ἀθυμία, τήν ὁποία ἐκεῖνος φέρνει στίς ψυχές, γιά νά μή σέ ὁδηγήσει σέ ἀπόγνωση, σχετικά μέ ὅσα ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὁ εὐλογητός, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σέ σένα τόν ἀγαπητό, ἀλλά νά ἀνοίξει τήν καρδιά σου νά κατανοήσεις τίς Γραφές, ὅπως ἄνοιξε τήν καρδιά τῶν μαθητῶν, πού ἦταν μαζί μέ τόν Κλεόπα (Λουκ. 24, 32).
Νά κατανοήσεις δηλαδή, γιατί ὁ Θεός, μετά τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε στόν ἅγιο Πατριάρχη ᾿Αβραάμ, πάλι ἐπέτρεπε ὥστε αὐτός νά δοκιμάζεται (Γεν. 22, 1). Διότι λέει: Καί μετά ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια, δηλαδή τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε σ᾿ αὐτόν, τό φίλο Του – πού Τοῦ πρόσφερε μιά τόση μεγάλη θυσία, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν πρέπον νά πάθει κανένα κακό καί πού γιά τήν πίστη του τή μεγάλη τόν θεώρησε δίκαιο (Γεν. 15, 6), (Ρωμ. 4, 3) – αὐτόν τόν τόσο σπουδαῖο καί μεγάλο, τόν ἄφησε νά πέσει σέ πειρασμό.
Καί τόν ἄφησε γιά νά δοκιμαστεῖ, ἀκριβῶς γιά νά κατασταθοῦν ἀναπολόγητες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους καί νά εἶναι παράδειγμα καί πρότυπο στούς πιστούς, ὅτι “μέ πολλές θλίψεις πρόκειται νά μποῦν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ” (Πράξ. 14, 22) καί “μέ τήν ὑπομονή τους θά σώσουν τίς ψυχές τους” (Λουκ. 21, 19), “εὐχαριστώντας γιά τό καθετί τό Θεό” (Α’ Θεσ. 5, 18).
Μαζί μέ αὐτά, φέρε στό νοῦ σου καί τόν ἅγιο ᾿Ιώβ, τό γνήσιο φίλο τοῦ Θεοῦ, “τόν ἀληθινό, τόν ἄμεμπτο καί δίκαιο, τό θεοσεβή, πού ἀπεῖχε ἀπό κάθε πονηρό πράγμα” (᾿Ιώβ 1, 1). Αὐτόν πού δέν ἔπρεπε νά πάθει κανένα κακό, καί αὐτόν τόν παρέδωσε νά πειραστεῖ, γιά νά δοκιμαστεῖ ἡ ἀρετή του· καί ἀγωνίστηκε τόσο, μέχρι σημείου πού ἄφησε καταντροπιασμένους καί ἀναπολόγητους τούς ἐχθρούς καί τούς κατηγόρους του, καθώς τούς ἔλεγχε μέ τή ζωή του.
Φέρε ἀκόμη στό νοῦ σου, γιά νά στηριχθεῖ ἡ πίστη σου, “τόν ἀρχηγό τῆς σωτηρίας μας καί τελειωτή ᾿Ιησοῦ” (Ἑβρ. 12, 2), “ὁ ῾Οποῖος μᾶς λύτρωσε ἀπό τήν ἀρχαία κατάρα” (Γαλ. 3, 13). Πῶς δηλαδή, ἀφοῦ ἔφθασε στήν ὥρα τοῦ Σταυροῦ, γιά νά μᾶς ὑποδείξει ὁδό ὑπομονῆς καί σωτηρίας, ἔλεγε: “Πάτερ, ἄν εἶναι δυνατόν, ἄς μήν πιῶ αὐτό τό ποτήρι· ὅμως ἄς γίνει τό δικό Σου θέλημα καί ὄχι τό δικό μου” (Ματθ. 26, 39).
Καί αὐτό τό ἔκανε γιά μᾶς, ᾿Εκεῖνος πού ἐπιτίμησε τόν Πέτρο ὅταν τοῦ εἶπε: “῾Ο Θεός φυλάξοι σε, Κύριε, νά μή σοῦ συμβεῖ κάτι τέτοιο”! (Ματθ. 16, 22). Καί τό ἔκανε ἐπειδή ἦταν ἕτοιμος καί εἶχε καταθέσει τήν προαίρεσή Του στό νά πάθει γιά τή σωτηρία μας.
᾿Αλλά, χάριν τῆς ἀδυναμίας μας, δέχτηκε προσευχόμενος στή Γεθσημανή νά πιεῖ τό ποτήρι τοῦ θανάτου, γιά νά μήν ἀπογοητευόμαστε ὅταν προσευχόμαστε, ἔστω καί ἄν πρός τό παρόν, πρός δοκιμή μας, δέν εἰσακούεται ἡ προσευχή μας.
῎Ας προσπαθήσουμε λοιπόν νά κάνουμε μιά βαθιά μελέτη πάνω στήν οὐσία καί στή σημασία τῶν Παθῶν τοῦ Σωτήρα μας, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά χάρη μας. Καί ἄς ὑπομείνουμε μαζί μ᾿ Αὐτόν τούς ὀνειδισμούς, τά στίγματα, τήν ἐξουθένωση, τήν περιφρόνηση, τόν ἐμπτυσμό, τήν ὕβρη ἀπό τή χλαμύδα, τήν διαπόμπευσή Του μέ τό ἀγκάθινο στεφάνι, τό ξύδι μέ τή χολή, τήν ὀδύνη ἀπό τό μπήξιμο τῶν καρφιῶν, τό κέντημα τῆς λόγχης καί τό νερό καί τό αἷμα.
Καί ἀσφαλῶς τότε θά αἰσθανθεῖς μεγάλη ἀνακούφιση στίς δικές σου ὀδύνες. Νά εἶσαι δέ βέβαιος ὅτι ὅλος αὐτός ὁ κόπος σου δέν θά πάει χαμένος. Σέ ἄφησε νά ὑποφέρεις ἕνα μικρό κόπο, γιά νά μήν βρεθεῖς ἐκείνη τήν ἡμέρα (τῆς κρίσεως),
ἀμέτοχος τῶν καρπῶν πού θά βλέπεις νά βαστάζουν οἱ ῞Αγιοι, οἱ ὁποῖοι θά καυχῶνται γιά τούς καρπούς τῆς ὑπομονῆς τῶν θλίψεών τους. ᾿Επίσης γιά νά γίνεις συγκοινωνός τῶν ῾Αγίων καί τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἔχοντας παρρησία ἐνώπιόν Του μαζί μέ τούς ῾Αγίους.
Μήν ἀφήνεις νά σέ κυριεύσει ἡ λύπη, δέ σέ ξέχασε ὁ Θεός, ἀλλά φροντίζει γιά σένα ὡς γνήσιο Του υἱό καί ὄχι ὡς νόθο. Θά στέκεσαι καλῶς ἄν προσέχεις τόν ἑαυτό σου μέ πολλή νήψη. Νά μήν ξεχάσεις τό φόβο καί τήν εὐχαριστία πρός τό Θεό. Καί θά εἶσαι μακάριος, ἄν πράγματι ἔγινες καί ξένος καί φτωχός, διότι αὐτοί εἶναι πού θά κληρονομήσουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γίνε ἀνδρεῖος καί δυνατός ἐν Κυρίῳ.
῞Οπως βλέπεις, δέν κουράζομαι νά σοῦ λέω τά ἴδια καί τά ἴδια, τά ὁποῖα εὔχομαι νά σοῦ τά χαρίσει ὁ Κύριος. Κάνε εὐχή καί γιά μένα.
*Ἀπό τό βιβλίο «Ἀββᾶ Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου Κείμενα Διακριτικά καί Ἡσυχαστικά», τόμ. Α’ ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017
ΚΗΡΕ ΤΑ ΩΤΑ ΚΑΙ ΦΡΑΣΣΕ ΠΡΟΣ ΦΑΥΛΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Για πτωτικούς το φρόνημα συμπλέοντας, που αρμενίζουν αρχιπέλαγα.
Παραγγέλλομεν ὑμῖν, ἀδελφοί, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπό παντός ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος, καί μή κατά τήν παράδοσιν, ἣν παρέλαβον ἐξ ἡμῶν.» Βλαβεραί αἱ πρός τούς κακούς συνουσίαι, ἐπειδή νόμος αὐτός φιλίας, δι' ὁμοιότητος πεφυκέναι τοῖς συναπτομένοις ἐγγίνεσθαι.
Ὡς γάρ ἐν τοῖς νοσοποιοῖς χωρίοις, ὁ κατά μέρος ἀναπεμπόμενος ἀήρ, λανθάνουσαν νόσον τοῖς ἐνδιαιτωμένοις ἐναποτίθεται, οὕτως ἡ πρός τούς φαύλους συνήθεια μεγάλα κακά ταῖς ψυχαῖς ἐναφίησιν, κἂν τήν παραυτίκα αἴσθησιν τό βλαβερόν διαφεύγῃ. Φασί τόν λοιμόν οἱ περί ταῦτα δεινοί, ἐπειδάν ἑνός ἀνθρώπου, ἢ κτήνους ἅψηται, κατανέμεσθαι ἐπί πάντας τούς ἐγγίζοντας. Φύσιν γάρ εἶναι τῆς νόσου ταύτης, τό ἐξ ἀλλήλων πάντας ἀναπιμπλάναι τῆς ἀρρωστίας.
Τοιοῦτοι δή τινές εἰσι καί οἱ ἐργάται τῆς ἀδικίας. Ἄλλος γάρ ἄλλῳ τῆς νόσου μεταδιδόντες, συννοσοῦσιν ἀλλήλοις καί συναπόλλυνται. Φεῦγε τάς μιμήσεις τῶν κατεγνωσμένων. Ῥᾷον κακίας μεταλαβεῖν, ἢ ἀρετῆς μεταδοῦναι· ἐπεί καί νόσου μετασχεῖν μᾶλλον ἢ ὑγείαν χαρίσασθαι. Κηρῷ τά ὦτα φράσσε πρός φαύλους λόγους, ᾨδῶν τε τερπνῶν. ἐκμέλη λυγίσματα, Τοῖς δ' αὖ καλοῖς τε καί ἀγαθοῖς ἀεί δίδου. Εἰπεῖν, ἀκοῦσαι, καί δρᾶσαι μικρόν μέσον. Ἀεί προτίμα τούς καλούς τῶν μή καλῶν·
Κακοῖς δ' ὁμιλῶν, καί κακός πάντως ἔσῃ. Δεῖ μή μόνον ἀπέχεσθαι τῶν κακῶν, ἀλλά καί τούς τά τοιαῦτα πράττοντας ἀποστρέφεσθαι. Τό συνεῖναι τοῖς φαύλοις ἀπηγόρευτο τοῖς ἐξ Ἰσραήλ, νόμου τοῦ διά Μωσέως καί τοῦτο θεσπίζοντος. Προσέταττεν γάρ ἐναργῶς τῶν ἐν φαυλότητι καί ἀκαθαρσίᾳ ζωῆς ἀποφοιτᾷν ἐπείγεσθαι τούς ἡγιασμένους. Ἡ τῶν κακῶν ἀπαλλαγή σωτηρία ἐστί ψυχῆς; Τρία προέβαλεν ἡμῖν τά φυλακῆς ἄξια, μή πορευθῆναι ἐν βουλῇ ἀσεβῶν, μή στῆναι ἐν βουλῇ ἁμαρτωλῶν, καί μή καθεσθῆναι ἐπί καθέδραν λοιμῶν .
(TLG, Joannes Damascenus Scr. Eccl., Theol., Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta ecod. Volume 96, page 353, line 34)
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
Κυριακή 7 Μαΐου 2017
ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ. ΚΙ ΕΣΥ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΦΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΡΧΟΧΕΙΡΑ!
Ο π. Μελχισεδέκ πριν πάρει το μεγάλο σχήμα,
λεγόταν ηγούμενος Μιχαήλ και όπως όλοι οι ιερείς λειτουργούσε στο μοναστήρι.
Ήταν ξυλουργός, ικανός και επιμελής.
Στους ναούς και στα κελιά των αδελφών υπάρχουν μπαούλα,
αναλόγια, σκαλιστά προσκυνητάρια,
καθίσματα, ντουλάπες και πολλά άλλα χρηστικά έπιπλα
βγαλμένα από τα χέρια του.
Δούλευε μάλιστα από νωρίς το πρωί μέχρι την νύχτα,
προς μεγάλη χαρά τής διοίκησης της μονής.
Κάποτε,
τού έδωσαν ευλογία να εκτελέσει για τη μονή μια μεγάλη ξυλουργική εργασία.
Δούλευε αρκετούς μήνες, χωρίς σχεδόν να βγαίνει από το ξυλουργείο.
Κι όταν τελείωσε, ένιωσε τόσο άσχημα που,
όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες,
σωριάστηκε και έμεινε στον τόπο.
Από τις φωνές των ανθρώπων που ήταν μπροστά έτρεξαν αρκετοί μοναχοί,
ανάμεσα τους και ο π. Ιωάννης (Κρεστιάνκιν).
0 π. Μιχαήλ δεν έδινε κανένα σημείο ζωής.
Όλοι ήταν σκυμμένοι από πάνω του περίλυποι.
Ξαφνικά ο π. Ιωάννης είπε: «Όχι, δεν είναι μακαρίτης. Θα ζήσει ακόμα!». Και άρχισε να προσεύχεται. Ακίνητος, ο ξαπλωμένος μοναχός, άνοιξε τα μάτια του και ζωντάνεψε. Όλοι αμέσως σκέφτηκαν ότι κάτι τον είχε συνταράξει βαθιά. Αφού σύντομα συνήλθε, ο π. Μιχαήλ άρχισε να εκλιπαρεί να του φωνάξουν τον προεστώτα. Όταν εν τέλει ήρθε ο προεστώς, ο άρρωστος άρχισε με δάκρυα να ζητεί να του δώσουν το μεγάλο σχήμα. Λένε ότι μόλις άκουσε αυτή την αυθαίρετη επιθυμία τού μοναχού, ο προεστώς τον νουθέτησε με τον δικό του ιδιαίτερο, τραχύ τρόπο, να σοβαρευτεί και να αναρρώσει σύντομα για να επιστρέψει στη δουλειά του, μια και δεν μπόρεσε να πεθάνει στ' αλήθεια.
Το επόμενο πρωί όμως. όπως λέει η ίδια μοναστική παράδοση, ο ίδιος ο προεστώς εμφανίστηκε στο κελί του π. Μιχαήλ απρόσκλητος και τού ανακοίνωσε, εμφανώς συγκλονισμένος, ότι θα λάβει σύντομα το μεγάλο σχήμα. Αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν καθόλου συνηθισμένη για τον τρομερό π. Γαβριήλ και προκάλεσε στην αδελφότητα ίδια έκπληξη με την ανάσταση του κεκοιμημένου. Στο μοναστήρι κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε εμφανιστεί το βράδυ στον προεστώτα ο άγιος προστάτης της Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ, Ιερομάρτυρας Ηγούμενος Κορνήλιος (τον οποίο είχε αποκεφαλίσει με το ίδιο του το χέρι ο Ιβάν ο Τρομερός τον 16° αιώνα) και διέταξε αυστηρά τον προεστώτα να εκπληρώσει χωρίς καθυστέρηση την παράκληση του μοναχού που είχε επιστρέψει από τον άλλο κόσμο. Αυτό όμως. ξαναλέω, ήταν μια φήμη που κυκλοφορούσε.
Όπως και να χει πάντως, σύντομα ο π. Μιχαήλ πήρε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Μελχισεδέκ. Ο γέροντας προεστώς έδωσε στο νέο μεγαλόσχημο το πολύ σπάνιο αυτό όνομα, προς τιμήν ενός αρχαίου και μυστηριώδους βιβλικού προφήτη. Για ποιο λόγο ο προεστώς τον ονόμασε ειδικά έτσι, παραμένει επίσης ένα μεγάλο μυστήριο, δεδομένου ότι ο ίδιος ο π. Γαβριήλ, τόσο κατά την κουρά, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν μπόρεσε ούτε μία φορά να προφέρει σωστά το πανάρχαιο όνομα -όσο κι αν πάλευε, το διαστρέβλωνε ανηλεώς.
Και εξαιτίας αυτού, μάλιστα, του χάλαγε κάθε φορά η διάθεση, τόσο που εμείς οι δόκιμοι φοβόμασταν μη μας έρθει καμιά αδέσποτη… Στο μοναστήρι ήξεραν ότι όση ώρα ήταν ο π. Μελχισεδέκ νεκρός, έζησε κάποια εμπειρία που τον επανέφερε στη ζωή άλλον άνθρωπο. Σε μερικούς κοντινούς του συνασκητές και πνευματικά παιδιά είχε διηγηθεί τι έζησε τότε. Αλλά ακόμα και οι απηχήσεις αυτής της διήγησης ήταν υπερβολικά ασυνήθιστες. Γι’ αυτό και, τόσο εγώ, όσο και οι φίλοι μου, θέλαμε να μάθουμε το μυστικό από τον ίδιο τον π. Μελχισεδέκ. Και να που εκείνη τη νύχτα στο ναό του Αγίου Λαζάρου, πήρα το θάρρος πρώτη φορά να απευθυνθώ στον μεγαλόσχημο ηγούμενο και να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό: τι είδε εκεί απ’ όπου συνήθως κανείς δεν επιστρέφει;
Ο π. Μελχισεδέκ άκουσε την ερώτησή μου κι έσκυψε το κεφάλι μπροστά στην ''Ωραία Πύλη'' σιωπηλός για πολλή ώρα. Εγώ κοκάλωσα. Μετάνιωνα που το θράσος μου με έσπρωξε να κάνω κάτι τόσο ασυγχώρητο. Στο τέλος όμως. ο μεγαλόσχημος μοναχός, με την αδύναμη από την αχρησία φωνή του, άρχισε να μιλάει. Διηγήθηκε ότι είδε τον εαυτό του στη μέση ενός τεράστιου πράσινου χωραφιού. Περπάτησε στο χωράφι χωρίς να ξέρει για πού, μέχρι που του έκλεισε τον δρόμο ένα τεράστιο χαντάκι. Εκεί, μέσα σε λάσπες και χώματα, είδε πλήθος μπαούλα, αναλόγια, προσκυνητάρια. Και υπήρχαν και χαλασμένα τραπέζια, σπασμένες καρέκλες, ντουλάπια.
Ο μοναχός έριξε μια ματιά και διαπίστωσε έντρομος ότι ήταν τα αντικείμενα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Στεκόταν με δέος μπροστά στους καρπούς της μοναστικής του ζωής. Και ξαφνικά, ένιωσε κάποιον δίπλα του. Σήκωσε τα μάτια και είδε την Παναγία. Κοίταζε κι αυτή μελαγχολικά τις πολυετείς εργασίες του καλόγερου. Μετά του είπε: «Εσύ είσαι μοναχός. Περιμέναμε από σένα τα σημαντικότερα: μετάνοια και προσευχή. Και εσύ έφερες μόνο αυτό…». Το όραμα εξαφανίστηκε. Ο πεθαμένος ξύπνησε πάλι στο μοναστήρι. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο π. Μελχισεδέκ μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά. Κύριος σκοπός τής ζωής του έγινε αυτό που του είπε η Υπεραγία Θεοτόκος: μετάνοια και προσευχή.
Και οι καρποί των πνευματικών του εργασιών δεν άργησαν να φανερωθούν στη βαθιά του ταπεινοφροσύνη, στα δάκρυα για τις αμαρτίες του, στην ειλικρινή αγάπη του για όλους, στην πλήρη αυταπάρνηση και στα ασκητικά κατορθώματα του, που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα. Και κατόπιν, στη σπουδαία του διορατικότητα και στην ενεργή βοήθεια που προσέφερε στους ανθρώπους με την προσευχή του. Εμείς οι δόκιμοι, βλέποντας πώς ασκούνταν, πλήρως αποξενωμένος από τον κόσμο σε αόρατες και ασύλληπτες για μας πνευματικές μάχες, τολμούσαμε να του απευθυνόμαστε μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Κι επιπλέον τον φοβόμασταν και λιγάκι: στο μοναστήρι ήξεραν ότι ο π. Μελχισεδέκ ήταν πολύ αυστηρός ως πνευματικός. Και είχε αυτό το δικαίωμα.
Η σθεναρή απαιτητικότητά του για καθαρότητα της ψυχής του κάθε χριστιανού τρεφόταν μόνο από τη μεγάλη του αγάπη για τους ανθρώπους, τη βαθιά γνώση των κανόνων τού πνευματικού κόσμου και τη συνειδητοποίηση τού πόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο είναι η αδιάλλακτη πάλη με τις αμαρτίες. Αυτός ο μεγαλόσχημος μοναχός ζούσε στον δικό του ύψιστο κόσμο, όπου δεν ανέχονται τους συμβιβασμούς. Και όταν όμως ο π. Μελχισεδέκ έδινε απαντήσεις, τότε αυτές ήταν εντελώς ασυνήθιστες και σαν γεννημένες από κάποια ιδιαίτερη, πηγαία δύναμη.
Κάποτε, στο μοναστήρι, έπεσε πάνω μου μια χιονοστιβάδα άδικων και σκληρών, όπως μου φαίνονταν, δοκιμασιών. Και αποφάσισα τότε να πάω να συμβουλευτώ τον πιο αυστηρό μοναχό της μονής, τον μεγαλόσχημο ηγούμενο Μελχισεδέκ. Χτύπησα την πόρτα κι έπειτα από το καθιερωμένο «δι’ ευχών», βγήκε στο κατώφλι τού κελιού ο π. Μελχισεδέκ.
Ήταν με τον μοναχικό του μανδύα και το μεγάλο σχήμα -τον πέτυχα ενώ έκανε τον κανόνα τού μεγάλου σχήματος. Του ανακοίνωσα τις δυσκολίες και τα άλυτα προβλήματα μου. Ο π. Μελχισεδέκ στεκόταν μπροστά μου ακίνητος και άκουγε προσεκτικά τα πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι ως συνήθως. Κατόπιν, σήκωσε το βλέμμα του κι έβαλε έξαφνα τα κλάματα… «Αδερφέ!», είπε με ανείπωτο πόνο και πικρία. «Τι με ρωτάς; Εγώ ο ίδιος χάνομαι!».
Ο μεγαλόσχημος γέροντας,
εκείνος ο μεγαλειώδης ασκητής με την άγια ζωή,
στεκόταν μπροστά μου και έκλαιγε με ειλικρινή θλίψη,
ως ο χειρότερος και αμαρτωλότερος άνθρωπος πάνω στη γη!
Κι άρχισα να καταλαβαίνω με όλο και περισσότερη σαφήνεια και χαρά
ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων μου,
μαζί με τις δυσκολίες μου, δεν άξιζαν μία!
Και όχι μόνο αυτό,
αλλά και τα ίδια τα προβλήματα εξορίστηκαν την ίδια στιγμή από την ψυχή μου
με τρόπο χειροπιαστό.
Δεν είχα πλέον ανάγκη να ρωτήσω ή να ζητήσω κάτι από τον γέροντα.
Έκανε για μένα ότι μπορούσε.
Χαιρέτισα με ευγνωμοσύνη και έφυγα.
Όλα όσα μάς τυχαίνουν -τα απλά και τα σύνθετα-
τα μικρά ανθρώπινα προβλήματα και το ταξίδι προς τον Θεό
τα μυστικά του τωρινού και του μελλοντικού αιώνα, όλα επιλύονται μόνο με ανεξήγητη,
ακατανόητα, υπέροχη και ισχυρή ταπεινοφροσύνη.
Και ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε την αλήθεια και το νόημά της,
ακόμα κι αν αποδεικνυόμαστε ανίκανοι
γι' αυτή τη μυστηριώδη και παντοδύναμη αρετή,
αυτή μας αποκαλύπτεται από μόνη της ταπεινά,
μέσα από τέτοιους καταπληκτικούς ανθρώπους, που μπορούν να τη δεξιώνονται!
Εκ του βιβλίου: «Σχεδόν Άγιοι» του π. Τύχωνος Σεβκούνωφ.
Εκ του Οπισθοφύλλου του βιβλίου:
Κάποιο ζεστό απόγευμα του Σεπτεμβρίου, εμείς οι δόκιμοι μοναχοί της Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ -στην πρώτη νιότη μας τότε- ανεβήκαμε από τα περάσματα και τις στοές του μοναστηριού πάνω στα αρχαία τείχη και βολευτήκαμε κάπου ψηλά.
Μπροστά μας απλώνονταν ο κήπος και τα χωράφια.
Πάνω στην κουβέντα, αρχίσαμε να θυμόμαστε πώς ο καθένας μας είχε εμφανιστεί στη μονή. Και όσο περισσότερο ακούγαμε ο ένας τον άλλο, τόσο περισσότερη έκπληξη νιώθαμε...
Και γιατί λοιπόν πήγαμε εκεί και επιθυμούσαμε διακαώς να μείνουμε για πάντα; Ξέραμε καλά την απάντηση σε αυτή την ερώτηση: είχε αποκαλυφθεί στον καθένα μας ένας υπέροχος κόσμος, ασύγκριτος με οτιδήποτε άλλο...
Εκ του βιβλίου: «Σχεδόν Άγιοι»
Παρασκευή 7 Απριλίου 2017
ΙΣΩΣ ΦΕΤΟΣ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ...
Ηταν ἡμέρες Μεγάλης Σαρακοστῆς,
ὅταν ὁ Γέροντας εἶδε ἀπό μακρυά ἕναν κλέφτη,
πού παραβίαζε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του.
Ἦταν ὁ ἴδιος, πού τόν εἶχε κλέψει καί πέρυσι.
Μέριασε ὁ Γέροντας καί κρύφτηκε στή μάντρα,
ὥσπου ὁ κλέφτης νά τελειώσει τό ἔργο του...
Ὅταν τά διηγήθηκε στόν ὑποτακτικό του ἐκεῖνος ὀργισμένος τόν ἐρώτησε.
– Γιατί, Γέροντα, δέν μοῦ φώναζες νά τόν πιάσουμε;
Ὁ ἴδιος μᾶς ἔκλεψε καί πέρυσι καί μένει ἀμετανόητος...
– Ποῦ ξέρεις, παιδί μου, τοῦ ἀπήντησε εἰρηνικά ὁ Γέροντας.
Ἴσως ἐφέτος μετανοήσει!...
– Κι ἄν τό ξανακάμει;... ξέσπασε ὁ ὑποτακτικός.
– Ἔ, τότε πρέπει, παιδί μου, νά τρέξω νά τοῦ ἀνοίξω καί νά τοῦ τά δώσω ἐγώ,
γιά νά μήν ξανακλέψει καί κολάσει γιά τρίτη φορά τήν ψυχή του.
Ἔσκυψε ὁ ὑποτακτικός, τοῦ φίλησε τό χέρι κι᾿ ἔφυγε πνιγμένος στά δάκρυα...
Εκ του περιοδικού της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών ''Οικοδομή και Παραμυθία,''
αριθμός τεύχους 7, Ιούνιος - Αύγουστος 2015, σελίδα 5.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στην Σελίδα του F.B. ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου.''
Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στην Σελίδα του F.B. ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου.''
Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017
ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ ΔΑΙΜΟΝΑ;
Ἀνέβασαν κάποτε στή σκήτη τῶν Πατέρων ἕνα δαιμονισμένο νέο,
γιά νά τόν θεραπεύσουν μέ τήν προσευχή τους.
Ἐκεῖνοι ὅμως ἀπό ταπείνωση ἀπέφευγαν.
Πολύ καιρό βασανιζόταν ἔτσι ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος,
ὥσπου κάποιος Γέροντας τόν λυπήθηκε,
τόν σταύρωσε μέ τόν ξύλινο σταυρό πού εἶχε στή ζώνη του,
καί ἔδιωξε τό πονηρό πνεῦμα.
– Ἀφοῦ μέ βγάζεις ἀπό τήν κατοικία μου, τοῦ εἶπε ἐκεῖνο, θά μπῶ μέσα σου.
– Ἔλα, τοῦ ἀποκρίθηκε θαρραλέα ὁ Γέροντας.
Ἔτσι μπῆκε μέσα του τό δαιμόνιο καί τόν βασάνιζε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια!
Ὑπέμεινε μέ καρτερία τόν πόλεμο, ἀλλ᾿ ἀντιπολεμοῦσε κι ἐκεῖνος μέ τόν ἐχθρό μέ ὑπεράνθρωπη νηστεία καί ἀκατάπαυστη προσευχή.
Ὅλα αὐτά τά χρόνια δέν ἔβαλε οὔτε μιά φορά στό στόμα του μαγειρευμένη τροφή.
Νικημένο τέλος τό δαιμόνιο ἀπό τόν ἀκατάπαυστο ἀγώνα, ἀπομακρύνθηκε.
– Γιατί φεύγεις; τό ρώτησε ὁ Γέροντας. Ἐγώ πάντως δέν σέ διώχνω.
– Μέ ἀφάνισε ἡ νηστεία σου! κραύγασε ἐκεῖνο καί ἔγινε ἄφαντο.
Εκ του βιβλίου ''Χαρίσματα και Χαρισματούχοι,'' έκδοση της Ι. Μ. Παρακλήτου.
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017
ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ
''...Ἔμεινα λίγες μέρες λοιπόν
παρακολουθῶν τήν ζωή τους καί εἶδα κάτι πολύ θαυμαστό,
τό ὁποῖο ἔκανε ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ.
Κάποιος τοῦ εἶχε φέρει ἕνα μικρό ψάρι
καί θέλησε νά τό μαγειρεύσει ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ γιά τόν Γέροντα.
Τήν ὥρα πού ἔκοβε τό ψάρι μέ τό μαχαίρι,
τόν φώναξε ὁ Ἀββᾶς Ὤρ:
ἀφησε τά μαχαίρι στό μέσον τοῦ ψαριοῦ
καί δέν ἔκοψε τό ὑπόλοιπο.
Ἐθαύμασα τήν μεγάλη ὑπακοή του,
γιατί δέν εἶπε:
Περίμενε, ὥσπου νά κόψω τό ψάρι.
Καί εἶπα στόν Ἀββᾶ Ἀθρέ:
Ποῦ βρῆκες αὐτή τήν ὑπακοή;
Δέν εἶναι δική μου –μοῦ εἶπε– τοῦ Γέροντος εἶναι!...''
Διηγήθηκε ὁ Ἀββᾶς Πέτρος· Ἑπτὰ ἀναχωρητὲς πήγαμε στὸν Ἀββᾶ Σισώη, ὅταν κατοικοῦσε στὸ Κλύσμα, καὶ τὸν παρακαλέσαμε νὰ μᾶς πεῖ ἕναν λόγο. Καὶ μᾶς εἶπε: «Συγχωρῆστε με, ἐγὼ εἶμαι ἀγράμματος ἄνθρωπος, ἀλλὰ πῆγα κάποτε στὸν Ἀββᾶ Ὢρ καὶ στὸ Ἀββᾶ Ἀθρέ. Ὁ Ἀββᾶς Ὢρ ἦταν ἄρρωστος δεκαοκτὼ χρόνια. Τοὺς ἔβαλα λοιπὸν μετάνοια, γιὰ νὰ μοῦ ποῦν ἕναν λόγο. Καὶ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ὤρ: Τί μπορῶ νὰ σοῦ πῶ; Πήγαινε καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ βλέπεις.
Ὁ Θεὸς εἶναι μὲ τὸ μέρος ἐκείνου ποὺ ἐπιζητεῖ τὰ περισσότερα, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὸν ποὺ βιάζει τὸν ἑαυτό του σὲ ὅλα. Δὲν ἦσαν ἀπὸ τὴν ἴδια περιοχὴ ὁ Ἀββᾶς Ὢρ καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ. Ἔζησαν ὅμως μὲ θαυμαστὴ εἰρήνη μεταξύ τους, ἕως ὅτου ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. Γιατὶ ἦταν μεγάλη ἡ ὑπακοὴ τοῦ Ἀββᾶ Ἀθρὲ καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ Ἀββᾶ Ὤρ. Ἔμεινα λίγες μέρες λοιπὸν παρακολουθῶν τὴν ζωή τους καὶ εἶδα κάτι πολὺ θαυμαστό, τὸ ὁποῖο ἔκανε ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ. Κάποιος τοῦ εἶχε φέρει ἕνα μικρὸ ψάρι καὶ θέλησε νὰ τὸ μαγειρεύσει ὁ Ἀββᾶς Ἀθρὲ γιὰ τὸν Γέροντα.
Τὴν ὥρα ποὺ ἔκοβε τὸ ψάρι μὲ τὸ μαχαίρι, τὸν φώναξε ὁ Ἀββᾶς Ὤρ· ἀφησε τὸ μαχαίρι στὸ μέσον τοῦ ψαριοῦ καὶ δὲν ἔκοψε τὸ ὑπόλοιπο. Ἐθαύμασα τὴν μεγάλη ὑπακοή του, γιατὶ δὲν εἶπε: Περίμενε ὥσπου νὰ κόψω τὸ ψάρι. Καὶ εἶπα στὸν Ἀββᾶ Ἀθρέ: Ποῦ βρῆκες αὐτὴ τὴν ὑπακοή; Δὲν εἶναι δική μου –μοῦ εἶπε– τοῦ Γέροντος εἶναι. Μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μοῦ λέει: Ἔλα νὰ δεῖς τὴν ὑπακοὴ τοῦ Γέροντα. Ἔψησε τὸ ψάρι, τὸ χάλασε λίγο ἐπίτηδες καὶ τὸ παρέθεσε στὸν Γέροντα· καὶ ἐκεῖνος τὸ ἔφαγε χωρὶς νὰ μιλήση. Τὸν ρώτησε (ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ): Εἶναι καλό, Γέροντα; Πολὺ καλό, ἀποκρίθηκε. Κατόπιν τοῦ ἔφερε ἕνα μικρὸ κομμάτι πολὺ καλοψημένο.
Καὶ τοῦ εἶπε: Τὸ χάλασα αὐτό, Γέροντα. Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας: Ναί, τὸ χάλασες λίγο. Μοῦ λέει λοιπὸν ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ: Διαπίστωσες ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἶναι τοῦ Γέροντα; Ἔφυγα ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ ὅ,τι εἶδα κατέβαλα κάθε προσπάθεια νὰ τὸ τηρήσω». Αὐτὰ τὰ εἶπε στοὺς ἀδελφοὺς ὁ Ἀββᾶς Σισώης. Ἕνας ἀπὸ μᾶς τὸν παρακάλεσε λέγων: «Κάνε ἀγάπη καὶ πές μας καὶ σὺ ὁ ἴδιος ἕναν λόγο». Καὶ εἶπε: «Ὄποιος ἔχει συνειδητὰ τὴν ἀρετὴ νὰ μὴν ψηφίζη τὸν ἑαυτό του, ἐφαρμόζει ὅλη τὴν ἁγία Γραφή». Ἕνας δεύτερος ἀπὸ μᾶς τὸν ρώτησε: «Τί εἶναι ἡ ξενιτεία, πάτερ;». Καὶ εἶπε ἐκεῖνος: «Ἀσκῶ τὴν σιωπὴ καὶ δὲν ἔχω ἀνάμιξη ὅπου καὶ ἂν πάω. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ξενιτεία».
Τό Μέγα Γεροντικόν,
τ. Δ΄, Κεφάλ. ΙΕ΄, § 144, σελ. 110-115, ἐκδόσεις Γυναικείου Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου
«Τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσσαλονί-κης 1999.
Ἐπιμέλ. ἡμετ.
Αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Το Μέγα Γεροντικόν
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016
ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ ΜΕ ΤΟ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ
Επισκέφθηκαν κάποτε τον αββά Λούκιο, που έμενε στο Ένατο,
κάποιοι μοναχοί που ανήκαν στους λεγόμενους ''Ευχίτες''.
Κι ο Γέροντας τους ρώτησε:
- Ποιο είναι το εργόχειρό σας;
- Εμείς δεν αγγίζουμε κανένα εργόχειρο, απάντησαν εκείνοι,
σύμφωνα με το λόγο του απόστολου Παύλου
που είπε να προσευχόμαστε αδιαλείπτως, συνέχεια.
- Καλά, δεν τρώτε; τους ρωτάει ο Γέροντας.
- Τρώμε, απαντούν.
- Κι όταν τρώτε, τους ξαναρωτά,
ποιος προσεύχεται για σας;
Εκείνοι σιωπούν.
Τους ρωτάει πάλι: - Δεν κοιμάστε; - Ναι, απαντούν. - Κι όταν, λοιπόν, κοιμάστε, ποιος προσεύχεται για σας; Κι εκείνοι κοιταζόντουσαν με απορία, μην έχοντας τι ν’ απαντήσουν. Και τότε τους λέει ο Γέροντας: - Συγχωρήστε με, αλλά απ’ ό,τι λέτε , φαίνεται καθαρά πως δεν πράττετε, όπως διδάσκετε. Να σας πω, λοιπόν, κι εγώ το εργόχειρό μου, για να ιδήτε, πως και το εργόχειρό μου δεν αφήνω, και η προσευχή μου είναι αδιάλειπτη, χωρίς καμία διακοπή.
Έτσι, κάθομαι μπροστά στο Θεό, αφού έχω βρέξει τα βλαστάρια από τα φύλλα των φοινίκων και πλέκοντας μ’ αυτά το σχοινί, λέω το ''Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και καλά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου''. Αυτό δεν είναι προσευχή; - Ναι, απάντησαν εκείνοι. Και συνεχίζει ο Γέροντας: - Όταν λοιπόν δουλέψω σ’ αυτή την εργασία όλη την μέρα, βγάζω ένα μεροκάματο γύρω στα δεκάξι νουμία.
Απ’ αυτά προσφέρω τα δυο σ’ όποιον έρθει στη θύρα μου και τα 'χει ανάγκη και τα υπόλοιπα κρατώ εγώ για τη δική μου διατροφή. Και μ’ αυτό τον τρόπο, όταν εγώ τρώγω ή κοιμούμαι, προσεύχεται για μένα εκείνος που πήρε μερίδιο από τα δύο νουμία. Έτσι, με τη χάρη του Θεού, σ’ εμένα εφαρμόζεται ο λόγος του Αποστόλου, δηλαδή το «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι».
Εκ του βιβλίου του Παντελή Πάσχου: ''Το Έαρ της Ερήμου''. Μικρό Γεροντικό Α'.''
Εκδόσεις ''Ακρίτας'', έκδοση στ'.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016
ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Μοναχική Εὐγένεια
Τά σταφύλια τῆς ἀγάπης
Ἡ Μοναχική Κοινωνία ἔχει καί αὐτή τούς ἰδικούς της κανόνες συμπεριφορᾶς.
Ἡ εὐγένεια καί ἡ λεπτότητα πρέπει νά τήν χαρακτηρίζουν.
Εἶναι δέ προϋπόθεσις γιά τήν εὔρυθμο λειτουργία ἑνός Κοινοβίου ἢ μιᾶς Συνοδίας.
Ὁ Ἀββᾶς Ἠσαΐας μᾶς ἔχει προσφέρει τέτοιους Μοναχικούς Κανόνας,
πού καταπλήσσουν ὅλους μας.
Ἀναφέρει λεπτομερῶς, τό πῶς θά κινηθῆς, τί θά πῆς,
πῶς θά τό πῆς, πῶς θά καθίσης, πῶς θά μιλήσης,
πῶς θά κοιμηθῆς, ἀκόμα καί πῶς θά πιῆς νερό!
Ἔχει ἕνα μεγάλο κατάλογο μοναχικῶν τρόπων συμπεριφορᾶς.
Ὅσο πνευματικώτερος γίνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο ἐκλεπτύνεται καὶ γίνεται εὐγενικὸς καὶ λεπτὸς εἰς τοὺς τρόπους. Ὁ Μοναχὸς ὠφείλει νὰ τηρῆ αὐτοὺς τοὺς κανόνας εὐγενείας. Ὁ Γερο-Θεοφύλακτος ἦταν προσεκτικὸς καὶ εὐγενικὸς Μοναχός. Δὲν τὸν ἄκουσε κανεὶς νὰ ὑψώνη τὴν φωνή του ἢ νὰ τρέχη, νὰ πολυλογῆ ἢ νὰ ἔχη παρρησία μὲ τοὺς συνασκητές του. Πρόδιδε τὴν εὐγένειάν του, διότι ἦταν τρόπος ζωῆς γι᾿ αὐτόν. Ἀπὸ τὸ μικρὸ δεῖγμα εὐγενείας ποὺ θὰ ἀναφέρω, μπορεῖ κανεὶς νὰ βγάλη πολλὰ συμπεράσματα, ποὺ εἶναι χρήσιμα γιὰ ὅλους μας.
Ἔχουμε διαβάσει κατὰ καιροὺς ὡραῖες διηγήσεις γιὰ τὸ εὐλογημένο σταφύλι. Τὸ κορυφαῖο περιστατικό, εἶναι μὲ τὸ σταφύλι τῆς ἀγάπης ποὺ ἀναφέρεται στὸ Γεροντικό. Κάποιος προσέφερε ἕνα σταφύλι σ᾿ ἕναν Γέροντα καὶ αὐτὸς ἀπὸ ἀγάπη τὸ ἔδωσε σὲ ἄλλον Μοναχὸ καὶ ὁ ἄλλος στὸν ἄλλο καὶ ἔκανε ὁλόκληρο κύκλο καὶ ἔφθασε στὰ χέρια αὐτοῦ ποὺ πρῶτος τὸ προσέφερε! Θαυμάζουμε τὴν ἀρετὴ τῆς ἀγάπης τῶν Πατέρων! Στὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ὑπῆρχε μιὰ κληματαριὰ μεγάλη, ἡ ὁποία ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο καὶ ἔφθανε μέχρι καὶ τὴν ξύλινη ἁπλωταριὰ τῆς καλύβης.
Ὁ Γέρων Θεοφύλακτος φρόντιζε ἀρκετὰ τὴν κληματαριὰ καὶ ὁ Θεὸς σκορποῦσε ἄφθονα τὶς πλούσιες εὐλογίες Του. Πάντα ἦταν κατάμεστη ἀπὸ εὔχυμους καρποὺς «ὡραίους καὶ καλοὺς εἰς βρῶσιν». Καθένας ποὺ τὴν ἔβλεπε τὴν θαύμαζε καὶ τὴν ζήλευε… Τὸ μειονέκτημα ἦταν ὅτι εὑρίσκετο πλησίον τοῦ κεντρικοῦ μονοπατιοῦ τῆς Σκήτης. Πολλοὶ ἐκ τῶν διερχομένων λαϊκῶν προσκυνητῶν, ἐργατῶν ἢ ψαράδων, ἔμπαιναν στὸν πειρασμὸ νὰ γευθοῦν ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα σταφύλια· ἔστω καὶ ὀλίγες ρόγες ὡς εὐλογία. Ὁ Γέρων Θεοφύλακτος καθήμενος στὴν ἁπλωταριὰ ἔκανε κομποσχοίνι καὶ λόγῳ τῆς πλουσίας φυλωσιᾶς τῆς κληματαριᾶς, δὲν τὸν ἔβλεπαν οἱ βιαστικοὶ «κλέπται».
Τότε αὐτὸς γιὰ νὰ μὴν τοὺς προσβάλη σιγὰ σιγὰ ἄφηνε τὴν γωνίτσα του καὶ ἐκρύπτετο στὸ κελλί του ἕως νὰ φύγουν. Αὐτὸ προδίδει τὴν εὐγένειά του καὶ τὴν πνευματική του καλλιέργεια. Ὅταν οἱ ἄλλοι πατέρες διεμαρτύροντο γιὰ τὴν ἀντιμετώπισί του αὐτή, αὐτὸς ἔλεγε χαριτωμένα: - Εὐλογημένοι, ἡ Παναγία δὲν θὰ μᾶς ἀφήση, θὰ μείνουν καὶ γιὰ μᾶς!... Εὐγενὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ φύλαξε τὴν ψυχή του μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ εἶναι γνώρισμα τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων. Ὁ Γερο-Θεοφύλακτος εἶχε εὐγένεια ψυχῆς καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ καλλιεργήσουμε καὶ ἐμεῖς οἱ νεώτεροι Μοναχοί.
Αναδημοσίευση από τον Ιστότοπο της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Ἱερομονάχου Προδρόμου, ''Ὁ Γέρων Θεοφύλακτος ὁ Νεοσκητιώτης'',
ἔκδοσις Ἱερά Καλύβη «Σύναξις Ἁγίων Ἀναργύρων», Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος, σελ. 70-72.
Ἐπιμέλ. ἡμετ.
Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016
ΣΑΝ ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟ ΣΚΥΛΙ ΑΠ ΤΟΝ ΑΦΕΝΤΗ ΤΟΥ
Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε
ποιος είναι ο λόγος, που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο
και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα,
ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται.
Ποιά είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς;
Άραγε, έχει μια μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές;
Εγώ βλέπω, ότι έχει μεν πολλές αιτίες,
μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες.
Και εξηγώ, πως ακριβώς.
Πρώτα - πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. Άλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον άλλο και γι’ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι’ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι’ αυτόν, ούτε γι’ αυτά που λέει και κάνει.
Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα, ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πως απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιο λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία.
Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ’ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός! Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα. Ώστε συμβαίνει, όπως είπα, και από περιφρόνηση να μην ταραχθεί κάποιος. Αυτό όμως είναι φανερή καταστροφή. Το να ταράζεται όμως κάποιος με τον αδελφό του που τον στενοχωρεί συμβαίνει ή γιατί δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα σε καλή ψυχική κατάσταση ή γιατί τρέφει γι’ αυτόν κάποια αντιπάθεια. Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες αιτίες που το προκαλούν αυτό, που έχουν ήδη αναφερθεί με πολλούς τρόπους.
Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε με ακρίβεια, η αιτία κάθε ταραχής είναι το ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να κλαίμε γι’ αυτές. Γι’ αυτό νοιώθουμε όλη αυτή την κατάθλιψη. Γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ποτέ ανάπαυση. Δεν είναι δε θαυμαστό το ότι ακούμε από όλους τους αγίους ότι δεν υπάρχει άλλη οδός εκτός απ’ αυτήν και βλέπουμε ότι κανένας απ’ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο δεν βρήκαν ανάπαυση, και περιμένουμε εμείς να βρούμε ανάπαυση ή να κρατηθούμε στο σωστό δρόμο, χωρίς να συνηθίσουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Πράγματι, ακόμα και αν ο άνθρωπος πετύχει πολλά πνευματικά κατορθώματα, δεν εργαστεί όμως αυτό το έργο της αυτομεμψίας, δεν θα σταματήσει ποτέ να στενοχωρεί και να στενοχωριέται και να χάνει όλους τους κόπους του.
Ποιά δε χαρά, ποιά ανάπαυση δεν θα έχει, όπου και αν πάει, όπως ακριβώς είπε ο αββάς Ποιμήν («Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αντώνιος, ότι: Η μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω αυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Κυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν εως εσχάτης αναπνοής») , εκείνος που μέμφεται τον εαυτό του; Γιατί, αν του συμβεί κάποια ζημιά ή κάποια ατίμωση είτε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, προλαβαίνει και θεωρεί τον εαυτό του ως άξιο του κακού και ποτέ δεν ταράζεται. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάπαυση απ’ αυτή; Αλλά μπορεί να πει κάποιος: «Αν με στενοχωρήσει ο αδελφός και ψάξω μέσα μου και βρω, ότι δεν του έδωσα καμιά αφορμή, πως μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου»; Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς τον εαυτό του με φόβο Θεού, θα βρει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή, είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε κάποια κίνηση.
Κι αν ακόμα βλέπει, όπως λέει, ότι ο ίδιος δεν έδωσε απολύτως τέτοια αφορμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανόν να τον στενοχώρησε κάποια άλλη φορά ή για το ίδιο θέμα ή για κάτι άλλο. Ή μπορεί κάποιον άλλο αδελφό να στενοχώρησε και έπρεπε γι’ αυτό να υποφέρει ή, πολλές φορές, και για κάποια άλλη αμαρτία. Ώστε αν, όπως είπα, με φόβο Θεού εξετάσει κανείς τον εαυτό του και ψηλαφίσει τη συνείδησή με ακρίβεια, θα βρει οπωσδήποτε ότι είναι ένοχος. Άλλες φορές πάλι βλέπει κανείς τον εαυτό του να παραμένει ήσυχος και ειρηνικός.
Όταν όμως του πει ο αδελφός του κάποιο λυπηρό λόγο, ταράζεται και γι’ αυτό νομίζει ότι δικαιολογημένα στενοχωριέται μαζί του, λέγοντας ότι: «Αν δεν ερχόταν να μου μιλήσει και να με ταράξει, δεν θα έπεφτα στην αμαρτία». Και τούτο δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά είναι και παραλογισμός. Διότι μήπως αυτός, που του είπε τη βαριά φράση του έβαλε στην ψυχή του και το πάθος; Του έδειξε το πάθος που βρισκόταν μέσα του, για να μετανοήσει, αν θέλει, γι’ αυτό.
Γιατί αυτός μοιάζει με εκλεκτό ψωμί, που εξωτερικά έχει πολύ καλή εμφάνιση,
όταν όμως το κόψει κανείς, τότε φαίνεται η μούχλα του.
Έτσι και αυτός καθόταν ειρηνικός, καθώς νόμιζε,
είχε όμως μέσα του το πάθος και δεν το ήξερε.
Μια κουβέντα του είπε ο αδελφός του και έβγαλε τη βρωμιά,
που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του.
Αν λοιπόν θέλει να βρει έλεος, πρέπει να μετανοήσει, να καθαριστεί, να προοδεύσει.
Να καταλάβει δηλαδή, ότι οφείλει να ευχαριστεί μάλλον τον αδελφό,
γιατί μ’ αυτό τον τρόπο του προξένησε τόσο μεγάλη ωφέλεια.
Απόσπασμα εκ του βιβλίου του Αββά Δωροθέου:
''Έργα Ασκητικά'', ''Η αρετή της αυτομεμψίας''. Ζ΄ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι (Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας).
Εκδόσεις ''Ετοιμασία'', Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000.
Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο ''Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα''
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)