Κατά το τέλος του χειμώνα οι μέρες πιάνανε και μεγαλώνανε.
Πολλές φορές έκανε μπουνάτσα μέρα – νύχτα.
Η θάλασσα ήτανε σα γυαλί.
Καθόμουνα κατά το βράδυ και κοίταζα το μπουγάζι που σκοτείνιαζε σιγά σιγά.
Το κοίταζα ψηλά από το παραθύρι μου εκεί που έπινα τον καφέ μου.
Άλλες φορές πάλι έβγαινα και καθόμουνα σ’ ένα βράχο.
Οι πέτρες , τα χώματα, τα χορτάρια ήτανε καθαρά και πλυμένα από τις χειμωνιάτικες βροχές.
Κατά το τέλος του χειμώνα οι μέρες πιάνανε και μεγαλώνανε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου