ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

ΑΓΙΟΥ ΕΥΛΟΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΩΛΟΝ




ορτάζουμε σήμερα οἱ πιστοὶ ἐπίσκεψι βασιλικὴ ἂς ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλέα θεοπρεπῶς. Ἦλθε λοιπὸν ἡ ὥρα, ἂς μὴ κοιμώμεθα, ἂς ὑψώσωμε τὸν νοῦ πρὸς τὸν Θεόν, μὴ σβύσωμε τὸ πνεῦμα, ἂς ἀνάψωμε χαρμόσυνες λαμπάδες, ἂς ἀνανεώσωμε τὸν χιτώνα τῆς ψυχῆς, ἂς βαστάσωμε νικηφόρως τὰ βαΐα καὶ ἂς βοήσωμε μαζὶ μὲ τὸν ὄχλον, ἂς ὑμνήσωμε ὅπως τὰ παιδιά, μαζί τους: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Ἰδοὺ ὅτι ἦλθεν, ἰδοὺ ἐφανερώθη, ἰδοὺ ἔφθασε. Πάλιν εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, πάλι σταυρὸς ἑτοιμάζεται, πάλι σχίζεται τὸ χειρόγραφό του Ἀδάμ, πάλιν ὁ Παράδεισος ἀνοίγεται, πάλι γίνεται ἔνοικός του ὁ ληστής, πάλιν ἡ ἐκκλησία χορεύει, πάλιν ἡ πονηρὰ Συναγωγὴ χηρεύει, πάλιν οἱ δαίμονες αἰσχύνονται, πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι μαίνονται, πάλιν οἱ πιστοὶ διασώζονται.


λα συμμετέχουν στὴν ἑορτή, ὅλα ὑμνοῦν τὸν Δεσπότη, οἱ οὐρανοὶ εὐφραίνονται, τὰ ὅρη ἀγάλλονται. Ποταμοὶ κροτήσετε, προσέλθετε, βοήσετε, βλέποντας τοὺς λόγους τῶν Προφητῶν μας νὰ πραγματοποιοῦνται· τὰ ὅρη ἀλαλάξετε, νήπια ὑμνήσετε, μαθηταὶ κηρύξετε, ἱερεῖς λαλήσετε, ἔθνη συναχθῆτε· τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια, τὰ καταχθόνια, κάθε ἡλικία καὶ ἀξίωμα. Διότι ἔρχεται ὅλους νὰ τοὺς εὐεργετήση· ἐφανερώθη γιὰ νὰ τοὺς ἐλεήση ὅλους, γιὰ νὰ χαρίση σὲ ὅλους τὴν ἀγαλλίασι. Ἐνῶ εἶναι Θεός, ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ «ἐπὶ τῆς γῆς ὄφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»· μαζὶ μὲ τοὺς δούλους ὁ Δεσπότης, μὲ τοὺς χρεωφειλέτες ὁ πληρωτής, μὲ τοὺς ἀσώτους ἡ σωτηρία, μὲ τοὺς καταδίκους ὁ ἐλευθερωτής, μὲ τοὺς ἀπεγνωσμένους ἡ ἐλπίς, μὲ τοὺς κατακειμένους ἡ ἀνάστασις, μὲ τοὺς ἀγνώμονες ὁ ἐλεήμων, μὲ τοὺς δραπέτες ὁ δίκαιος, μὲ τοὺς ὑπευθύνους ὁ ἀνεύθυνος, μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ ἀναμάρτητος, μὲ τοὺς ἀχαρίστους αὐτὸς ποὺ πάντα χαρίζει ἀφθόνως.


Εἶδες, ἀγαπητέ, τὸ μυστήριον τῆς ἑορτῆς; Εἶδες τὰ θαύματα τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Χθὲς ἑώρταζεν ἡ Βηθανία, σήμερα ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπήλαυσε τὴν θεϊκὴν παρουσία· χθὲς ἐχάρισε σὲ ἄλλον τὴν ζωή, σήμερα ἔρχεται ὁ ἴδιος πρὸς τὸν θάνατο· χθὲς ἀνέστη ὁ τετραήμερος, σήμερα παρουσιάζεται ὁ τριήμερος. Τετραήμερον ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, γιὰ νὰ προβεβαιώση τὴν κοινὴν ἀνάσταση τῆς φύσεώς μας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα στοιχεῖα. Ἀλλὰ ἐκεῖ μὲν ἡ Μάρθα «μεριμνᾶ καὶ τυρβάζει περὶ πολλά», συμβολίζοντας τὴν νομικὴ λατρεία· ἐνῶ ἐδῶ ἡ Μαρία παρακάθηται στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, εἰκονίζοντας μὲ τὴν στοργὴ καὶ τὴν ἀφοσίωσή της σ’ αὐτὸν τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἐκεῖ μὲν ἔξι ἡμέρες πρὶν τὸ Πάσχα χαρίζει στὶς δύο τὸν ἕναν ἀδελφό, τὸν τετραήμερο Λάζαρο μὲ τὶς πέντε αἰσθήσεις τοῦ σώματος, ἐπιτρέποντας στὰ δεσμά του νὰ λυθοῦν· τώρα ὅμως ἔρχεται νὰ δεσμευθῆ καὶ ἔρχεται ὄχι μὲ βάδισμα πομπῶδες οὔτε θορυβώντας οὔτε περιστοιχιζόμενος καὶ περιβαλλόμενος ἀοράτως ἀπὸ ἀγγελικὲς δυνάμεις καὶ ἐξουσίες, ὄχι καθήμενος σὲ θρόνον ὑψηλὸ καὶ ὑπερυψωνένο, ὄχι καλυπτόμενος ἀπὸ κάποιες πτέρυγες καὶ πυριμόρφους τροχοὺς καὶ πολυόμματα, ὄχι ἐντυπωσιάζοντας τοὺς πάντες μὲ σάλπιγγες καὶ σημεῖα καὶ τέρατα, ἀλλὰ κρυπτόμενος σὲ ἀνθρώπινη φύση.


Διότι ἡ παρουσία αὐτὴ εἶναι τῆς φιλανθρωπίας, ὄχι τῆς δικαιοκρισίας· τῆς συγκαταβάσεως, ὄχι τῆς τιμωρίας· ἐκδηλώνεται ἀνάλογα ὄχι μὲ τὴν δόξα τοῦ Πατρός, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση τῆς μητρός. Αὐτὴ τὴν παρουσία μᾶς διεκήρυξε ἀπὸ μακρυὰ ὁ θαυμάσιος Ζαχαρίας, καὶ συγκαλώντας τὴν κτίση πρὸς εὐφροσύνην ἀνέκραξε πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ διὰ μέσου αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐκκλησία, λέγοντας «Χαῖρε σφόδρα θύγατερ Σιών»(Ζαχ. θ΄ 9). Αὐτὸν τὸν λόγον ἀπηύθυνε καὶ ὁ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένο· «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Αὐτὸ ἀνέκραξε καὶ ὁ Σωτὴρ πρὸς τὶς γυναῖκες, ὅταν ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· «Χαίρετε»· γιὰ νὰ μάθης ὅτι γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἤκουσε παλαιὰ ἡ Εὔα· «ἐν λύπαις τέξη τέκνα», ἐβόησε τώρα πρὸς τὶς γυναῖκες τὸ «Χαίρετε», καθὼς ἐκήρυξε καὶ ὁ Ζαχαρίας λέγοντας «Χαῖρε σφόδρα, Θύγατερ Σιών, κήρυττε Θύγατερ Ἱερουσαλήμ». Ποῖο εἶναι τὸ κήρυγμα, εἰπὲ φανερά, ὢ Προφήτη, «ἐπ’ ὅρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών· ὕψωσον τὴν φωνήν σου». Τί ἔλεγες στὴν Σιών; «Ἰδοὺ ὁ Βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι».


Πῶς; Εἶπες τὴν παρουσία, δὲν θὰ εἰπῆς καὶ τὸν τρόπο; Ἄραγε ἐπάνω σὲ ἅρματα καὶ ὀχήματα; Ἄραγε μὲ δυνάμεις καὶ στρατεύματα καὶ ἱππεῖς καὶ τὴν λοιπὴν ἐπίδειξη τῶν Βασιλέων; Ὄχι, λέγει, ἀλλὰ πῶς; «Ἐπιβεβηκώς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον νέον». Τί λέγεις; Εἶναι δυνατὸν σὲ βασιλέα νὰ ἀνεβῆ σὲ πῶλο, νὰ χάση τὴν δόξα του καθήμενος ἐπάνω του; Ναί, λέγει. Διότι δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἰδίαν ὑπεροψία ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ τί; Μὲ μορφὴν δούλου, ὡς νυμφίος, τόσον πράος καὶ ἥμερος ὡς ἀμνός· καὶ ὡσὰν σταγόνα ποὺ στάζει ἥσυχα σὲ σπόγγο, καὶ ὡσὰν πρόβατον ποὺ τὸ πηγαίνουν γιὰ σφαγήν, ὡσὰν ἀρνίον ἄκακο ποὺ ὁδηγεῖται νὰ θυσιασθῆ, ἔτσι ἔρχεται, φορώντας τὴν ἄλογο φύση τῶν ἀνθρώπων καὶ καθήμενος σὲ ζῶον ἄλογο, πρὸς παιδαγωγίαν τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύωνται, «καθαιρώντας δυνάστας ἀπὸ θρόνους καὶ ὑψώνοντας ταπεινούς, γεμίζοντας τοὺς πεινασμένους μὲ ἀγαθά, καὶ ἐξαποστέλλοντας τοὺς πλουσίους κενούς». Φέρει μαζί του κάποιους δώδεκα, καὶ αὐτοὺς ἀξιοθρήνητους, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν ὅπου πηγαίνει, καὶ δι’ αὐτῶν συγκαλεῖ τὰ ἔθνη.


Αὐτὸς εἶναι ὁ κλάδος ποὺ ἐβλάστησε ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, τὸν ὁποῖο προϋπαντοῦν σήμερα τὰ τέκνα τῶν Ἑβραίων· τοῦ σείουν κλάδους ἐλαιῶν, ἐπειδὴ εἶναι ἐλεήμων· τὸν ἀνευφημοῦν μὲ βαΐα, ἐπειδὴ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ λέγουν «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τί λέγει δηλαδὴ ὁ εὐαγγελιστής; «Καὶ ἐγένετο ὅτε ἤγγισεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθσφαγὴ καὶ εἰς Βηθανίαν, πρὸς τὸ ὅρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ, εἰπών. Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, καὶ εἰσερχόμενοι ἐν αὐτὴ εὑρήσετε ὄνον καὶ πῶλον νέον, ἐφ’ οὗ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐκάθισε. Λύσαντες ἀγάγετέ μοι. Καὶ ἐὰν τις ὑμᾶς ἐρωτᾶ διατὶ λύετε; Ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει». Αὐτοὶ τότε ἔκαναν πράξη τὸν λόγο τοῦ Λόγου, καὶ ὁδήγησαν πρὸς αὐτὸν τὸν ὄνον καὶ τόν πῶλον, ἐτοποθέτησαν ἐπάνω τὰ ἱμάτιά τους καὶ ἐκάθισεν ὁ Ἰησοῦς.


ἀπέναντι κώμη εἶναι τύπος τοῦ παρόντος βίου. Διότι ἦταν ἀντίκρυ καὶ ὄχι κοντὰ στὸν Θεόν. Ὅταν λοιπὸν ἐπλησίασε σ’ αὐτὴν τὴν κώμη, ὅταν ἐσαρκώθη καὶ συνανεστράφη μαζί μας, τότε λοιπὸν ἀποστέλλει τοὺς δύο μαθητάς, δηλαδὴ τὶς δύο Διαθῆκες, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν σ’ αὐτὸν τοὺς δύο λαούς, τὴν παλαιὰν γηρασμένη Συναγωγὴ καὶ τoν νέο καὶ ἀγύμναστον λαὸν τῶν Ἐθνῶν. Λέγοντας δὲ ἀπέναντι, ἐννοεῖ ὅτι ἔστειλε νὰ λύσουν ἀπὸ τὸ ἐπιτίμιο αὐτὸν ποὺ εἶχε ὁρισθῆ νὰ κατοικῆ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν τρυφὴν τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ τόν προσκαλέσουν. Βλέποντας λοιπὸν οἱ παλαιοὶ Προφῆται, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἱεροκήρυκες τὸν Ἀδὰμ νὰ ἀπολαμβάνη πάλι τὴν σωτηρία, προϋπαντοῦν ἱεροπρεπῶς αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, ἐρχόμενος ἀπὸ ὄρος ὑψηλὸν στὴν Σιών γιὰ τὸ ἑκούσιον Πάθος. Καὶ ψάλλουν ἐπευφημώντας τον μὲ τοὺς θεοπνεύστους λόγους των, ὡσὰν μὲ ἐμψύχους κλάδους ἐλαιῶν. «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


σαννὰ ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις». Τί λέγεις; Τόν βλέπεις νὰ κάθηται σὲ ἕνα μικρὸν ἀξιολύπητον ὀνάριο καὶ κράζεις «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις»; Βλέπεις μορφὴν δούλου καὶ τόν λέγεις Θεὸν Κύριον ἐν ὀνόματι Κυρίου»; Ναί, λέγει, κάθεται στὸν πῶλο, καὶ ἀπὸ τόν πατρικὸν κόλπο δὲν χωρίζεται. Ἐδῶ ἀπὸ παιδιὰ ὑμνεῖται, καὶ ἐπάνω ἀπὸ Σεραφὶμ θεολογεῖται. Εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειψε τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Καὶ συγχρόνως τόν βλέπει ὁ Ἰωάννης καὶ τόν προϋπαντᾶ βοώντας «Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Καὶ ἀλλοῦ: «Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν. Ἰδοὺ αὐτὸς ἤξει καὶ σώσει ἡμᾶς». Γι’ αὐτὸ ἀνοίχθησαν σήμερα ὀφθαλμοὶ τυφλῶν. Καὶ ὁ μὲν ἕνας Προφήτης βοᾶ στόν Κύριο στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολήν. «Ἰδοὺ ἄνθρωπος, ἀνατολὴ ὄνομα αὐτῷ», ὁ δὲ ἄλλος πρός τὴν Δύση παρακινεῖ: «ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν. Κύριος ὄνομα αὐτῷ». Ὁ ἕνας λέγει «ἐγέρθητι, βορρᾶ», ὁ ἄλλος φωνάζει «ἔρχου, νότε».


δὲ Δαβὶδ συγκαλεῖ τὸ κήρυγμα περιεκτικώτατα καὶ σταυροφανώτατα «ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης». Ὁ Ἱερεμίας ἄδει σὰν νὰ δακτυλοδεικτῆ τὸν ἐρχόμενο πρὸς τὰ ἔθνη καὶ λέγει «οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν. Οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης. Μετὰ ταῦτα, ἰδοὺ ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Ὁ ἕνας λέγει πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ «τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών». Ὁ ἄλλος παροτρύνει τὰ παιδιά: «Αἰνεῖτε παῖδες Κύριον». Καὶ τὰ παιδιὰ ἀποκρίνονται: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Ἀκούει ὅλα αὐτὰ ὁ ψαλμωδὸς καὶ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριον: «Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον». Καὶ ὁ Δεσπότης παρακινεῖ τοὺς λαούς: «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρὸς με». Καλῶς ἠκολούθησαν τοὺς λόγους τῆς Ἐλισάβετ τὰ παιδιά. Διότι ἐνῶ ἐκείνη εἶπε πρὸς τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο «εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου», αὐτὰ λέγουν πρὸς τὸν Υἱὸν της «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Θεὸς Κύριος».


Τί σημαίνει «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»; Ἐρχόμενος, ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένον. Ἐρχόμενος καὶ πορευόμενος. Ποῦ ἔρχεται; Στὸ Πάθος «ἐν ὀνόματι Κυρίου», τοῦ Πατρὸς βεβαίως, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε: «Ἐγὼ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθον καὶ πρὸς τὸν Πατέρα μου ὑπάγω». Εἶδες θεολόγο δόγμα ἀπὸ ἀπειρόλογα παιδιά; Τὰ παιδιὰ ἀνεγνώρισαν ἐκ φύσεως τὸν Δεσπότη τῆς κτίσεως, ἐνῶ οἱ πατέρες τοὺς ἀπεδείχθηκαν ἀχάριστοι. Αὐτὰ τὸν ὕμνησαν ὡς Θεόν, καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἐσταύρωσαν ὡς ἐχθρόν. Αὐτὰ ψάλλουν ὡσαννά, ἐκεῖνοι κράζουν σταυρωθήτω. Ἡ νέα καὶ ἀδαὴς ἡλικία σωθήσεται, καὶ αὐτοὶ ποὺ παρουσιάζονται ὡς σοφοὶ σκοτίζονται. Τὰ παιδιὰ ἔστρωσαν στὸν δρόμο τὰ ἱμάτιά τους, οἱ πατέρες ἐπῆραν τὰ ἱμάτιά του καὶ τὰ διεμέρισαν. Αὐτὰ ἐκδύονται τοὺς χιτῶνες τους, προμηνύοντας τὴν γύμνωση τῆς Συναγωγῆς, συγχρόνως δὲ ὑποδεικνύοντας καὶ σ’ ἐμᾶς νὰ ἐκδυθοῦμε τὸν παλαιὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ ὑποταγοῦμε στὸν Χριστό.


Τὰ παιδιὰ ὑποδέχονται τὸν Χριστὸν μὲ τὰ βάϊα· οἱ πατέρες τοὺς ἔρχονται μὲ τὰ μαχαίρια. Αὐτὰ εὐλογοῦν, ἐκεῖνοι βλασφημούν” αὐτὰ ὡς πρόβατα ἐδέχθησαν τoν ποιμένα, ἐκεῖνοι ὡς λύκοι ἐσφαγίασαν τoν ἀμνό. Πόσο παράδοξο καὶ παρὰ τὴν φύση ἦταν πράγματι τὸ θέαμα, νὰ βλέπης νήπια τὰ ὁποία θηλάζουν γαλουχούμενα στὶς ἀγκάλες τῶν μητέρων, νὰ βαστοῦν μὲ τὸ ἕνα χέρι τoν μαστὸ τῆς μητρός τους καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ σείουν τοὺς βλαστοὺς τῶν βαΐων πρὸς τoν Θεόν, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ μητέρα· καὶ πίνοντας τὸ μητρικὸ γάλα νὰ ἐκστομίζουν δόγμα Δεσποτικόν, καὶ νὰ ἀναφωνοῦν ὡς πρῶτον λόγο καρπὸν χειλέων στoν Θεὸν Λόγο λέγοντας: «Ὡσαννὰ» ποὺ σημαίνει δόξα σοί, σῶσον ἠμᾶς ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Ποῖος σᾶς ἐκπαίδευσε παιδιά μου; Ποῖος σᾶς ἐσόφισε, ποῖος σᾶς ἐμυσταγώγησε πρὸ καιροῦ τoν λόγο τοῦ Λόγου;


ς παρουσιασθῆ ἐνώπιόν μας ὁ ἀχάριστος Ἰουδαῖος. Ἂς ἔλθη καὶ ἡ μοιχαλὶς Συναγωγή. Εἰπέ μας, Ἰουδαῖε. Δὲν μᾶς ἐκήρυξαν ὅλοι οἱ Προφῆται ὅτι ἔρχεται; Ναί, λέγει, τὸ ἀμφιβαλλόμενον ὅμως εἶναι αὐτό, ἦλθε ἢ ὄχι ἀκόμη; Ἀκόμη δὲν ἦλθε, λέγει. Καλῶς. Ἂς ἰδοῦμε, λοιπόν, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐρχομένου, καὶ τότε θὰ μάθωμε ἐὰν ἦλθε ἢ ὄχι. Θεὸν λέγεις τόν ἐρχόμενον ἢ κοινὸν ἄνθρωπον; Ἄνθρωπο, λέγει, σὰν τὸν Δαυϊδ, ἢ αὐτὸν τὸν ἴδιο τόν Δαυϊδ. Σὰν τὸν Δαυϊδ! Ὢ σοφιστὰ τῆς κακίας! Ὢ ἀσύνετε στὴν καρδία! Πῶς λοιπὸν ὁ ἴδιος ὁ Δαυὶδ τόν ἀποκαλεῖ Κύριον καὶ ἐρχόμενον ἀπὸ τόν Κύριον, ὅπως μόλις ἤκουσες τὰ τέκνα σου νὰ ἀνυμνοῦν «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν». Καὶ πάλιν «εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῷ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου».


Τώρα προσφέρουν μίαν θεολογία τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, στὸν οὐράνιον καὶ ἐπίγειον Χριστόν, καὶ μίαν προσκύνηση. Ὅθεν οἱ ἐπάνω παρακινοῦν τοὺς κάτω νὰ προσφέρουν θεολογία: «Προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν», καὶ οἱ κάτω ἀντιφωνοῦν πρὸς αὐτοὺς «προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ». Ὁ Δαυὶδ βοᾶ καὶ πρὸς τοὺς δύο: «Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ», καὶ τὰ παιδιὰ ἀποκρίνονται «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Μὲ αὐτοὺς ἂς ἀνυμνήσωμε καὶ ἂς ἑορτάσωμε καὶ ἐμεῖς σήμερα, ὄχι πανηγυρικῶς ἀλλὰ θεϊκῶς, κρατώντας τὰ βαΐα ὄχι μόνον στὸ χέρι ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή, καὶ ἀφοῦ τὴν λευκάνουμε περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι, ἂς ἀποβάλωμε ἀπὸ αὐτὴν ὅλην τὴν νέκρωση τοῦ παλαιοῦ καὶ δερματίνου χιτῶνος, ἀπορρίπτοντας κάθε καύχηση καὶ ἔπαρση.


πειδὴ γι’ αὐτὰ ὁ Βασιλεὺς τῶν ἀσωμάτων δὲν κάνει χρῆσι ἁρμάτων καὶ στρατευμάτων γιὰ νὰ ἔλθη, ἀλλὰ κάθεται σὲ οἰκτρὸν καὶ μικρὸν πῶλον, ἐκπαιδεύοντας καὶ σένα νὰ μὴν καυχᾶσαι καθήμενος σὲ ἵππους καὶ ἡμιόνους, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συνείδηση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς ἂς ἔχωμε μετριοφροσύνη ὅπως ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἀνέλθωμε μαζί του. Ἂς ὑμνήσωμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἂς δοξολογήσωμε μὲ τὰ παιδιά, ἂς ἀναβοήσωμε μὲ τὸν λαὸν ὅ,τι ἀναβοοῦσε αὐτός. Ἂς σκιρτήσωμε μαζὶ μὲ τὴν Βηθανία, ἂς ἀναστηθοῦμε μὲ τὸν Λάζαρο, ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα. Ἂς χορεύσωμε μαζὶ μὲ τοὺς Ἱεροσολυμίτες. Ἂς κραυγάσωμε μαζὶ μὲ τοὺς τυφλοὺς ποὺ ἀνέβλεψαν. Ἂς ψάλλωμε μαζὶ μὲ τὰ νήπια καὶ τοὺς γέροντες. Ἂς κηρύξωμε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς. Ἂς στρώσωμε καλῶς στὸν δρόμο τῆς ζωῆς κλάδους ἐλαιῶν μὲ τὴν ἐλεημοσύνην, ὅπως τὰ παιδιά.


ς περικόψωμε τὸν ὄγκο τῶν πολλῶν ὑλικῶν ὑπαρχόντων μας. Καὶ ἂς στρώσωμε γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας τὴν ἐλεημοσύνη στὴν ὁδὸν ἡ ὁποία μᾶς λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός», γιὰ νὰ εὕρωμε καὶ ἐμεῖς, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ἔλεος ἀπὸ αὐτήν, καὶ νὰ πορευθοῦμε μαζὶ μὲ αὐτὴν στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἂς εἰσέλθωμε μαζί της στὸν μεγάλο ναὸ καὶ «οἱ προπορευόμενοι καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες». Οἱ προπορευόμενοι τὴν τρίτην ὥρα καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες περὶ τὴν ἑνδεκάτην. Οἱ προπορευόμενοι μὲ τὶς πράξεις καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες μὲ τὴν πρόθεση. Ὅλοι ἂς ἀναπέμψωμε δοξολογία καὶ μεγαλωσύνη στὸν Χριστὸ καὶ συγχρόνως στὸν Πατέρα καὶ στὸ Πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, καὶ οἱ προπορευόμενοι καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες, καὶ ἀκολούθως εἴθε νὰ συμβασιλεύσωμε μὲ Αὐτὸν καὶ νὰ ἀπολαύσωμε τὰ αἰώνια ἀγαθά, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς σύμπαντας αἰώνας τῶν αἰώνων.



Πηγή: www.imaik.gr


Άγιος Ευλόγιος Αλεξανδρείας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου