ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΣΤΙ ΜΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ;





Μία, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὶς ὡραιότερες παραβολὲς τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε ἡ παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου. Τὴν εἶπε ὁ Κύριος μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐρώτησι ἑνὸς νομικοῦ «τίς ἐστί μου πλησίον;», καὶ ἀποτελεῖ σύνοψι τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, περίληψι ὅλου τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Περιέχειὕψος ἰδεῶν, ποὺ θαυμάζουν οἱ αἰῶνες. Ὦ Κύριε! Τὸ πρόβλημα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων πού, παρ᾿ ὅλα τὰ σχέδια τὰ σύμφωνα καὶ τὰ καταστατικὰ ἔχει γίνει τὸ πιὸ περίπλοκο, τὸ ἔλυσες ἐσὺ μὲ τὴν παραβολὴ αὐτή. Μὲ τὴ φράσι «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως» (Λουκ.10,37) ἔδειξες τὸν κανόνα συμπεριφορᾶς κάθε ἀνθρώπου πρὸς τὸ συνάνθρωπό του. Ὑπῆρξαν ἄτομα ποὺ ῥύθμισαν καὶ ῥυθμίζουν τὴ ζωή τους σύμφωνα μ᾽ αὐτόν· ἀλλὰ πότε ἡ ἀνθρωπότης ὡς σύνολο θὰ νιώσῃ τὸ πνεῦμα σου, θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ διδάγματά σου;Δὲν θὰ κάνουμε λεπτομερῆ ἀνάλυσι τῆς παραβολῆς· θὰ ἐμβαθύνουμε μόνο στὴ λέξι «πλησίον».


Ποιός εἶνε ὁ «πλησίον» ; Λέγοντας «πλησίον» συνήθως ἐννοοῦμε τὸν κοντινό, τὸ διπλανὸ ποὺ ἔχει ἀνάγκη τὴ βοήθειά μας. Κατὰ τὸ βαθύτερο ὅμως νόημα «πλησίον» , μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια ,ἀναδείχθηκε ΕΝΑΣ· ἐκεῖνος ποὺ ἡ ἀγάπη του εἶνε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους. Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, πλάστηκε κοινωνικός. Ἔχει ἀνάγκη τὸν ἄλλο, γιὰ τὸν ὁποῖο νὰ μπορῇ νὰ λέῃ· «Αὐτὸς εἶνε πλησίον μου , στὴ χαρὰ καὶ τὴ λύπη, δὲ μ᾽ ἀφήνει ποτέμόνο». Ζητάει λοιπὸν νὰ δημιουργήσῃ σχέσεις μὲ τοὺς γύρω του. Συνδέεται μὲ πρόσωπα, ποὺ τὸ χαμόγελο, τὰ λόγια, οἱ τρόποι, τὰ προσόντα ποὺ φαίνεται νὰ τοὺς στολίζουν, ἡ ὅλη συμπεριφορά, τὸν ἑλκύουν καὶ τοῦ δίνουν ἐλπίδα, ὅτι ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς θ᾿ ἀνακαλύψῃ τὸν καλὸ σύντροφο, τὸν πιστὸ φίλο, τὸν εἰλικρινῆ σύμβουλο, τὸν ἰδεώδη ἄνθρωπο. Κι ὅταν νομίσῃ πὼς τὸν βρῆκε, φωνάζει χαρούμενος σὰν ἄλλος Ἀρχιμήδης· Αὐτὸς εἶνε ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζητοῦσα! Ἄχ ἐλπίδα ἀπατηλή, πόσα δράματα δὲν ἔχεις σκηνοθετήσει! Διότι ἔρχεται στιγμὴ ποὺ ἡ φιλία ἀποδεικνύεται κίβδηλη, πέφτει τὸ προσωπεῖο, γίνονται ἀποκαλυπτήρια τοῦ φίλου,καὶ τότε λὲς κατάπληκτος· Αὐτὸς λοιπὸν εἶν᾽ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ὑπολόγιζα καὶ στήριζα ἐλπίδες;


λλοίμονο, πόσο μὲ διέψευσε! Θυμᾶστε ἐκεῖνο τὸ μῦθο τοῦ Αἰσώπου; Δυὸ φίλοι βάδιζαν μαζὶ σὲ δάσος κι ἀλληλοϋπόσχονταν βοήθεια καὶ συμπαράστασι. Ξαφνικὰ ἐμφανίζεται μιὰ ἀρκούδα. Ὁ ἕνας τρέχει σκαρφαλώνει σ᾽ ἕνα δέντρο κι ἀφήνει τὸν ἄλλο κάτω.Αὐτός, ἐπειδὴ ἡ ἀρκούδα δὲν τρώει πτώματα,πέφτει κατὰ γῆς καὶ προσποιεῖται τὸ νεκρό. Τὸ θηρίο πλησιάζει, τὸν περιεργάζεται ἐνῷ ἐκεῖ -νος κρατάει τὴν ἀναπνοή του, κάτι φαίνεταιὅτι λέει στ᾽ αὐτί του καὶ φεύγει. Τί εἶπε; θὰ τὸξέρετε ἀπὸ τὴ συνέχεια τοῦ μύθου… Νά ἡ ἐγκατάλειψις ἑνὸς φίλου σὲ ὥρα κινδύνου. Κι αὐτὸ εἶνε τὸ λιγώτερο. Γιατὶ ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις ποὺ ὁ φίλος μεταβάλλεται σὲ ἐχθρό , κακοῦργο καὶ λῃστὴ καὶ δήμιο, καὶ τότε ὁ ἀπατημένος φίλος ἀναστενάζει καὶ μονολογεῖ· Καταραμένη ἡ ὥρα ποὺ τὸν γνώρισα…Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὁ «πλησίον» σου μένῃπιστὸς ἀφωσιωμένος καὶ πρόθυμος γιὰ βοή-θεια, ἔρχονται ὅμως στὴ ζωὴ στιγμὲς τραγικές, ποὺ «ὁ πλησίον» αὐτός, παρ᾿ ὅλη τὴν καλή του διάθεσι, δὲν μπορεῖ νὰ σὲ βοηθήσῃ. Νά, φτάνει ὁ θάνατος! τί μποροῦν νὰ σοῦ προσφέρουν οἱ ἄνθρωποί σου;


συμβαίνει κάτι χειρότερο, δηλαδὴ τί· διέπραξες μιὰ κρυφὴ ἁμαρτία, ποὺ καὶ μόνο νὰ τὴ σκέπτεσαι φρίττεις· σὲ ποιόν, παρακαλῶ, θ᾿ ἀνοίξῃς τὴν καρδιά σου; Ἂν τὴν πῇς σ᾽ αὐτὸν ποὺ νομίζεις δικό σου, δὲν ἀποκλείεται νὰ τρομάξῃ καὶ νὰ φύγῃ χιλιόμετρα μακριὰ λέγοντας· Σὲ ἀηδιάζω· σὲ θεωροῦσα ἄνθρωπο, κ᾽ ἐσὺ ἀποδείχθηκες ἕνα σιχαμένο τέρας… Κι ὅμως ἐσὺ ἔχεις ἀνάγκηἀνακουφίσεως. Ποιος θὰ κατευνάσῃ τὴν τρικυμία σου, ποιός θὰ ἐπουλώσῃ τὴν πληγή σου ποὺ στάζει αἷμα; Γιὰ τέτοιες τραγικὲς ὧρες ὁ προφήτης Δαυῒδ ψάλλει τοὺς μελαγχολικοὺς ἐκείνους στίχους τοῦ 37ου ψαλμοῦ· «Ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰ σχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. Οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν» (Ψαλμ. 37,11-12). Οἱ ἄνθρωποι ἀπογοητεύουν. Καὶ οἱ πιὸ στενοὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι ἀποδεικνύονται ξένοι καὶ κάνουν τὴ ζωὴ ἀκόμα πιὸ τραγική.Καὶ ὅμως, παρ᾿ ὅλες τὶς διαψεύσεις, ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ ν᾿ ἀναζητῇ τὸν «πλησίον» του! Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν αὐτός; Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Ὑπάρχει ἐκεῖνος ποὺ ἀξίζει νὰ ὀνομασθῇ «Ο ΠΛΗΣΙΟΝ» . Πρὶν ἀπὸ 2.000 περίπου χρόνια ἔκανε τὴν ἐμφάνισί του στὶ ςἀκτὲς τῆς Γαλιλαίας καὶ χιλιάδες ἐγκαταλειμμένοι βρῆκαν στὸ πρόσωπό του τὸν στοργικὸ φίλο, τὸν θαυμαστὸ σύμβουλο, τὸν ἰσχυρὸ προστάτη, καὶ εἶπαν· Αὐτὸς εἶνε ὁ πλησίον μας.


Ποιός γραμματεὺς ἢ φαρισαῖος, ἀρχιερεὺς ἢ λευΐτης μᾶς ἐπισκέφθηκε στὰ ταπεινὰ καΐκια μας, στὰ ἀπόμακρα χωριά μας, στὶς φτωχὲς καλύβες μας; ποιός μᾶς πλησίασε καὶ ἄγγιξε τὰ παράλυτα ἢ λεπρὰ μέλη μας; ποιός ἀγκάλιασε τὰ παιδιά μας; ποιός ἔδωσε ψωμὶ στοὺςπεινασμένους, φῶς στοὺς τυφλούς μας;…Γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὅλων τῶν αἰώνων, σᾶς ἐρωτοῦμε. Κι ἂν ἐσεῖς ἀπὸ φθόνο καὶ μῖσος κλείνετε τὰ στόματά σας, καὶ οἱ λίθοι τῆς ἐρήμου τῆς πέραν τοῦ Ἰορδάνου θὰ φωνάζουν, ὅτι πραγματικὸς «πλησίον» τοῦ ἀνθρώπου εἶνε ἕνας καὶ μόνος· ὁ Ἰησοῦς, τὸνὁποῖον ἐσεῖς ἀποκαλέσατε Σαμαρείτη (βλ. Ἰω. 8,48). Αὐτὸς ὁ Σαμαρείτης ἔσωσε τὸν κόσμο.Πράγματι, ἀδελφοί μου. Κανένας ἄλλος δὲνγνώρισε τὶς ἀνάγκες, τὶς θλίψεις, τοὺς πόνους καὶ τοὺς πόθους μας ὅσο ὁ Χριστός, καὶ κανένας ἄλλος δὲν ἀνταποκρίθηκε στὴν ψυχή μαςὅσο αὐτός. Ἔγινε τὸ πᾶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὅπως κηρύττει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος· «Θέλεις νὰ θεραπευθοῦν οἱ πληγές σου; ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἰατρός . Σὲ πιέζουν οἱ ἁμαρτίες; αὐτὸς εἶνε ἡ συγχώρησις.


χεις ἀνάγκη ἀπὸ βοήθεια; αὐτὸς εἶνε ἡ δύναμις . Φοβᾶσαι τὸ θάνατο; αὐτὸς εἶνε ἡ ζωή . Ἐπιθυμεῖς τὸν οὐρανό; αὐτὸς εἶνε ἡ ὁδὸς γιὰ ἐκεῖ. Θὲς νὰ βγῇς ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι; αὐτὸς εἶνε τὸ φῶς . Πεινᾶς; αὐτὸς εἶνε ὁ ἄρτοςτῆς ζωῆς . Διψᾶς; αὐτὸς εἶνε τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν».Θέλετε νὰ δῆτε τὴν εἰκόνα του; Ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μελετῆστε τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Ρωτῆστε καὶ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποιός εἶνε ὁ Σαμαρείτης ποὺ ἔσωσε τὸν λῃστευθέντα, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσουν ὁμοφώνως ὅτι εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὦ Κύριε! Ποιός μπορεῖ νὰ ψάλῃ πρεπόντως τὴν ἀγάπη σου; Ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε ἀπ᾽ τὸν παράδεισο, περιπλανήθηκε, ἔπεσε σὲ ἐνέδρες λῃστῶν, παθῶν καὶ κακιῶν. Καὶ τί κακὸ δὲν ἔπαθε ἀπ᾿ αὐτούς! Γυμνός, πληγωμένος, αἱμόφυρτος κοίτονταν κατὰ γῆς. Κανένας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἐμφανίσθηκαν στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας καὶ ἐπευφημήθηκαν στὰ θέατρακαὶ στάδια ὡς σωτῆρες καὶ λυτρωταὶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν σώσῃ. Τὰ φάρμακά τους στάθηκαν ἀνίσχυρα.


Κι ὁ ἄνθρωπος ἀγωνιοῦσε καὶ ἐξέπνεε ἐν μέσῳ τῆς μουσικῆς τοῦ Ὀρφέως καὶ τῶν συζητήσεων τῆς ἀκαδημίας τοῦ Πλάτωνος καὶ τῶν σχολαστικῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Ἀλλὰ σύ, Κύριε, ἀπὸ τὰ ὕψη ἄκουσες τὸν ἐπιθανάτιο ῥόγχο, σπλαχνίστηκες, «ἔκλινες οὐρανοὺς καὶ κατέβης» (Β΄ Βασ. 22,10. Ψαλμ. 17,10). Ἐπὶ μία τριετία δημοσίας ζωῆς καὶ δράσεως στάθηκες στὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου.


Καὶ τί καλὸ δὲν ἔκανες γι᾽ αὐτόν! Κι ἀφοῦ ἐκπλήρωσες τὴν πα-τρικὴ ἐντολή, ἀναλήφθηκες στοὺς οὐρανούς· ἀλλ᾽ ἄφησες ἐδῶ στὴ γῆ τὴν Ἐκκλησία σου. Αὐτή, Κύριέ μου, εἶνε τὸ «πανδοχεῖον» τῆς παραβολῆς (Λουκ. 10,34), τὸ παγκόσμιο ἰατρεῖο, τὸ ὁποῖοἐφωδίασες μὲ ὅλα τὰ μέσα γιὰ νὰ βρίσκουν σ᾽αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι, σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ τόπο, τὴ ῥιζικὴ θεραπεία τῆς νοσούσης ψυχῆς τους.«Ποιός πονεμένος τρέχει στὸ ἰατρεῖο τοῦτο καὶ δὲν θεραπεύεται;»(Παρακλ., ἦχ. δ΄, Κυρ. ἑσπ., ἀπόστ. καταν.).


γαπητοί μου! Τὸ βαθύτερο νόημα τῆς πα-ραβολῆς εἶνε, ὅτι ὁ ἰδεώδης «πλησίον» ἐκείνου ποὺ ἔπεσε στοὺς λῃστὰς εἶνε ὁ Κύριος ἡ-μῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἄνθρωπε, τί θρηνεῖς;Δὲν εἶσαι πλέον ἔρημος πάνω στὴ γῆ, δὲν εἶνε Σαχάρα ἡ ζωή σου. Σ᾽ αὐτόν, τὸν ἰδεώδη «πλησίον» , θὰ βροῦμεἀνάπαυσι, γιὰ νὰ δώσουμε ἀνάπαυσι καὶ σὲ ἄλλους. Μόνο αὐτὸς θὰ μᾶς μάθῃ πῶς νὰ γίνουμε κ᾽ ἐμεῖς «πλησίον» τῶν ἄλλων συνανθρώπων μας. Κι ὅπως ἡ σελήνη ἔχει τὸ πρόσωπό της πρὸς τὸν ἥλιο κι ἀντανακλᾷ τὸ φῶς του, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, μὲ τὴν ψυχὴ στραμμένη στὸ Χριστό, θὰ γίνουμε φῶς, ἀντανάκλασι τῆς ἀγάπης του στὴ γῆ αὐτὴ τῶν δακρύων καὶ τοῦ αἵματος,στὴν ὁποία οἱ λῃστευθέντες εἶνε ἀναρίθμητοι κι ἀναζητοῦν τοὺς «πλησίον» αὐτῶν, τοὺςπιστοὺς μιμητὰς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου.


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ Νοέμβριο τοῦ 1949 στὴν καθαρεύουσα.



Τράπεζα Ιδεών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF