ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Η ΘΗΒΑΪΔΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ (2ο ΜΕΡΟΣ)

 





Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>> σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 68-74, Αθήνα 1988.
<<Ο μοναχισμός στη Ρωσία ξεκίνησε με τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου. Εκείνοι έθεσαν τα θεμέλια της άσκησης και ήταν οι πρώτοι που έφεραν στην απέραντη αυτή χώρα το μήνυμα της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό και του αγώνα για εσωτερική τελείωση. Εκείνος όμως που δημιούργησε μια μεγάλη άνθιση, που εξελίχτηκε σ' ένα τεράστιο ξέσπασμα του μοναχισμού και αγκάλιασε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ρωσία, που δίκαια αποκλήθηκε "Θηβαΐδα του Βορρά",
ήταν ο μεγάλος άγιος Σέργιος του Ραντονέζ.
Ο άγιος Σέργιος ήταν μια γιγαντιαία μορφή που δημιούργησε τη "χρυσή εποχή" για το μοναχισμό της Ρωσίας, εποχή που κράτησε τρεις αιώνες περίπου και χάρισε στην Ορθόδοξη Εκκλησία χιλιάδες αγίους. Ο ίδιος έφτιαξε πενήντα μοναστήρια και από εκείνα δημιουργήθηκαν άλλα σαράντα. Δίκαια του απονεμήθηκε ο τίτλος του "μεγάλου γέροντα της ρωσικής γης" και του "αββά της Θηβαΐδας του Βορρά". Ο συναρπαστικός βίος του, όπως και οι βίοι άλλων χαρακτηριστικών μορφών της Θηβαΐδας του Βορρά, σκιαγραφούνται στο βιβλίο αυτό που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Οι βίοι των αγίων αυτών συγκεντρώθηκαν από διάφορες πηγές στη Ρωσική και εκδόθηκαν για πρώτη φορά συλλογικά στην Αγγλική από το μοναστήρι του αγίου Γερμανού της Αλάσκας, που είναι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. και που είχε την καλοσύνη να μου επιτρέψει τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου αυτού στην Ελληνική. Στην εισαγωγή του καθηγητή Κόντζεβιτς (...) υπάρχει μια ιστορική αναδρομή στη Θηβαΐδα αυτή του Βορρά και στα διάφορα ρεύματα που συνετέλεσαν τόσο στην απαρχή της, κατά το 14ο αιώνα, όσο και στην αρχή της παρακμής της, κατά το 17ο αιώνα.
Στον επίλογο επίσης, που γράφτηκε από τους εκδότες της αγγλικής έκδοσης, αναφέρονται οι δεσμοί και η επίδραση της Θηβαΐδας του Βορρά στη μεγάλη μοναχική κίνηση του 18ου αιώνα, που εκφράστηκε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ και έδωσε στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία τους μεγάλους στάρετς που τη δόξασαν και την δοξάζουν μέχρι σήμερα με την άφθαστη πνευματικότητά τους>>.
Πέτρος Αθ. Μπότσης
Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.







Όσιος Παύλος της Ομπνόρα



Κάποτε ο όσιος Παύλος άφησε το κελλί του και περιπλανήθηκε στην έρημο. Όταν γύρισε, βρήκε το κελλί του κατεδαφισμένο απ' τα θεμέλια. Ανθρώπινος φόβος τον κατέλαβε ξαφνικά και έσπευσε στον όσιο Σέργιο να του διηγηθεί τη λύπη του. Ο όσιος Σέργιος όμως που ήταν πιο έμπειρος στους πνευματικούς αγώνες, κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν παρά μια δαιμονική φαντασία και είπε στον όσιο Παύλο τους λόγους του Ψαλωδού: <<Ο Θεός ημών καταφυγή και δύναμις>> (Ψαλμ. με' 2).


Πήγαινε, αδελφέ μου Παύλε, και θα διαπιστώσεις ότι το κελλί σου δεν έχει καταστραφεί>>. Ο ερημίτης πίστεψε τον πνευματικό του πατέρα και επιστρέφοντας βρήκε πράγματι το κελλί του απείραχτο. Όταν ο όσιος Σέργιος επισκεπτόταν το πνευματικό του παιδί, ο όσιος Παύλος, που είχε απεριόριστη εκτίμηση και σεβασμό γι' αυτόν, τον συνόδευε μέχρι τα δύο τρίτα της απόστασης για το μοναστήρι του.


Σ' αυτόν δε τον τόπο του αποχαιρετισμού υπήρχε μέχρι τον εικοστό αιώνα ένα εκκλησάκι σαν μια μαρτυρία της αμοιβαίας αγάπης τους. Όταν, με τον καιρό, τα νέα για τον τόπο διαμονής του οσίου Παύλου διαδόθηκαν, πολλοί άνθρωποι άρχισαν να συρρέουν προς αυτόν.


Μερικοί, μόνο για να δουν το μεγάλο ασκητή και να πάρουν την ευλογία του. Άλλοι, που ήταν κατατρεγμένοι, για να βρουν παρηγοριά. Και άλλοι επιζητούσαν την πνευματική του καθοδήγηση, παρακαλώντας τον να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν κοντά του και να τον έχουν σαν ηγούμενο, για να τους οδηγήσει στη σωτηρία τους. 


Αλλά ο όσιος Παύλος, που σ' όλη τη ζωή είχε επιδιώξει την ησυχία και την φυγή απ' τον κόσμο, αρνήθηκε. Οι επίμονες παρακλήσεις τους όμως τον έκαναν να περιμένει κάποια ένδειξη του θελήματος του Θεού, για να μη θεωρηθεί υπεύθυνος για τυχόν απώλειά τους. Και πράγματι η ένδειξη αυτή δεν άργησε νά' ρθει.


Ενώ προσευχόταν στο κελλί του μια νύχτα, άκουσε ξαφνικά να χτυπούν καμπάνες στο δάσος, που βρίσκεται μετά τον ποταμό Νούρμα. Το ίδιο έγινε άλλη μια φορά και μετά επαναλαμβανόταν όλο και πιο συχνά. Προς μεγάλη δε έκπληξη του Οσίου, τις καθημερινές ακουγόταν ένα συνηθισμένο χτύπημα από μικρότερες καμπάνες, ενώ τις γιορτές ακουγόταν δυνατότερη κωδονοκρουσία.


Όσο μεγαλύτερη ήταν η γιορτή, σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας, τόσο πανηγυρικότερη ήταν η κωδωνοκρουσία. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο Όσιος δεν έδωσε προσοχή στις κωδωνοκρουσίες αυτές απ' τις αόρατες καμπάνες, θεωρώντας τες απατηλή φαντασία και τέχνασμα του διαβόλου και δε μίλησε σε κανένα γι' αυτές. 


Ένα περιστατικό όμως τον έπεισε για το αντίθετο. Όταν έφτασε η γιορτή του Πάσχα, ο όσιος Παύλος άρχισε απ' την παραμονή μια ολονύκτια αγρυπνία και άφησε την ψυχή του να ξεχειλίζει μπροστά στο Θεό με μια προσευχή γεμάτη θέρμη και άφθονα δάκρυα. Ξαφνικά, ακριβώς τα μεσάνυχτα, άκουσε μια πανηγυρική κωδωνοκρουσία. Μια αθέλητη περιέργεια τον κατέλαβε.


Προσευχήθηκε και μετά άνοιξε το παράθυρο του κελλιού του. Βλέποντας κάτω προς τον ποταμό Νούρμα, είδε ένα ασυνήθιστο φως να λάμπει στο δάσος πέρα απ' το ποτάμι, στο σημείο ακριβώς εκείνο που αργότερα επρόκειτο να εγερθεί ο μοναστηριακός ναός της Αγίας Τριάδος. Ο όσιος Παύλος αισθάνθηκε μέσα του ειρήνη, η καρδιά του πλημμύρισε από μια ανέκφραστη χαρά και όλη την νύχτα την πέρασε δοξολογώντας το Θεό και την Παναγία Μητέρα Του.


Απ' την πνευματική χαρά, την ειρήνη και την ηρεμία της καρδιάς του συμπέρανε πως αυτά που είδε και άκουσε δεν ήταν απατηλή φαντασία και ότι σ' αυτή την τοποθεσία ο Κύριος ευαρεστήθηκε να δοξαστεί το άγιο όνομά Του. Όταν ο Όσιος διηγήθηκε το όραμά του στους αδελφούς που ζούσαν κοντά του, όλοι, ομόφωνα, επιβεβαίωσαν τη γνώμη του και του ζήτησαν ν' αναλάβει να χτίσει εκεί εκκλησία και μοναστήρι.


Και εκείνος όμως είδε ότι το να αρνηθεί να εκπληρώσει το θέλημα του Θεού, μετά απ' τα οράματα που τόσο καθαρά είχε δει, θα ήταν ασυγχώρητο κι έτσι αποφάσισε να ζητήσει γι' αυτό συμβουλή από τον όσιο Σέργιο, τον πνευματικό του πατέρα. Ο όσιος Σέργιος, θεωρώντας όλ' αυτά σαν ένδειξη Θεού, προφήτεψε ότι σ' αυτή την τοποθεσία θα εγερθεί μοναστήρι στο όνομα της Αγίας Τριάδος και ότι πολλοί άνθρωποι θα βρουν εκεί τη σωτηρία τους.


Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που οι άγιοι συναντήθηκαν σ' αυτή την ζωή. Ο όσιος Σέργιος, <<πλήρης ημερών>>, άρχισε να προετοιμάζεται για την αναχώρησή του στα ουράνια σκηνώματα, η οποία έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1413 και ο όσιος Παύλος πήγε στη Μόσχα να πάρει ευλογία για την ίδρυση μοναστηριού και εκκλησίας στο όνομα της Αγίας Τριάδος.


Όταν ο όσιος Παύλος έφτασε στη Μόσχα, ο μητροπολίτης Φώτιος όχι μόνο δεν έδωσε προσοχή στο αίτημά του αλλά και τον υποδέχθηκε πολύ ψυχρά. Όταν ο Όσιος επρόκειτο να φύγει, είπε στο μητροπολίτη: -Δε θα γίνουν όλα όπως θες εσύ, αλλά όπως είναι ευάρεστο στην Αγία Τριάδα. Την ίδια νύχτα ο ιεράρχης είδε ένα τρομερό όραμα και άκουσε μια φωνή να τον κατηγορεί ότι πρόσβαλε έναν άνθρωπο του Θεού και να του υποδείχνει να πράξει σύμφωνα με την επιθυμία του Οσίου.


Ο επίσκοπος φοβήθηκε πολύ και το πρωί έστειλε πολλούς ανθρώπους να βρουν τον Όσιο που είχε καταφύγει σ' ένα μοναστήρι, όπου και τον βρήκαν. Το αίτημά του εκπληρώθηκε απ' τον μητροπολίτη και γύρισε για να χτίσει την εκκλησία και να ιδρύσει κοντά της ένα κοινόβιο, με τυπικό σύμφωνο με αυτά που άφησαν οι πρώτοι άγιοι Πατέρες, Παχώμιος ο Μέγας και Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης.


Ο όσιος Παύλος επιθυμούσε το κάθε τι ν' ανήκει στο κοινό. Απαιτούσε απ' τους μοναχούς απόλυτη σιωπή, είτε βρίσκονταν στην εκκλησία είτε στην τράπεζα είτε στα διακονήματά τους. Όλοι οι μοναχοί είχαν απόλυτη υπακοή στους γείτονές τους, σύμφωνα με την αρχαία μοναχική παράδοση. Ο όσιος Παύλος δίδαξε τους μοναχούς του ν' αγαπούν τους φτωχούς. Ο μαθητής του Αλέξιος χειροτονήθηκε ιερέας και έγινε ηγούμενος ενώ ο ίδιος, αρνούμενος να γίνει ηγούμενος ή να χειροτονηθεί ιερέας, αποτραβήχτηκε στο παλιό του κελλί, στην πλαγιά του λόφου, και ερχόταν στο μοναστήρι μόνο για τις ακολουθίες.


Έτσι το σημείο που δόθηκε με τις αόρατες καμπάνες εκπληρώθηκε. Για αρκετό καιρό πριν την ευλογημένη του κοίμηση, κι ενώ είχε φτάσει σε ηλικία 112 ετών, ο όσιος Παύλος άρχισε ν' αφιερώνει ακόμη περισσότερο χρόνο στη σιωπή και την ησυχία, προσευχόμενος αδιάλειπτα και με θέρμη στο Θεό, εργαζόμενος με επιμέλεια και εξαγνίζοντας το νου του.


Με τη σιωπή ο νους του ήταν συνέχεια στην προσευχή και τη θεωρία του Θεού. Συγκεντρώνοντας το φως της θείας γνώσης στην καρδιά του, θεωρούσε με αγνότητα τη δόξα του Θεού και γινόταν έτσι εκλεκτό σκεύος του Αγίου Πνεύματος. Μια χρονιά στη γιορτή των Θεοφανείων, όταν οι αδελφοί τον επισκέφτηκαν πριν τη θεία Λειτουργία, αναστέναξε ξαφνικά βαθειά και δάκρυσε.


Στις παρακλήσεις δε των αδελφών, ο Όσιος αποκάλυψε την αιτία των δακρύων του: -Αυτή ακριβώς την ώρα οι Τάταροι κατέλαβαν την πόλη Κοστρόμα, την παράδωσαν στη φωτιά και το ξίφος και οδήγησαν πολλούς αιχμαλώτους μακριά, επειδή οι αμαρτίες μας πλήθυναν' γιατι αφήσαμε το δρόμο της δικαιοσύνης και βαδίζουμε στο θέλημα της καρδιάς και της σάρκας μας.


Και πράγματι, αυτή ακριβώς τη μέρα η Κεστρόμα λεηλατήθηκε απ' τους Τούρκους οι οποίοι αργότερα, μετά το θάνατο του Οσίου, λεηλάτησαν κι αυτό ακόμη το μοναστήρι του. Αρκετές μέρες μετά απ' αυτό, ο ευλογημένος Παύλος εξασθένησε τελείως και, αισθανόμενος το τέλος του να πλησιάζει, κάλεσε κοντά του όλους τους αδελφούς.


Με προσευχή τους παράδωσε σαν διαθήκη του να τηρούν τις παραδόσεις των Πατέρων και τους κοινοβιακούς κανόνες. Την τήρηση του προγράμματος και της τάξης στο μοναστήρι την εμπιστεύτηκε στο μαθητή του Αλέξιο και υποσχέθηκε ότι, εάν οι αδελφοί τηρούσαν τις εντολές του με θεάρεστη πολιτεία και εάν ο ίδιος εύρισκε χάρη ενώπιον του Θεού, θα προσευχόταν ώστε το μοναστήρι να ευδοκιμεί.


-Να έχετε ειλικρινή αγάπη μεταξύ σας και να τηρείτε τις παραδόσεις και ο Θεός της ειρήνης είθε να είναι μαζί σας και να σας εδραιώνει στην αγάπη. Αυτά ήταν τα αποχαιρετιστήρια λόγια του. Την τελευταία ώρα της αναχώρησής του επιθύμησε για μια φορά ακόμη να λάβει τα θεία Δώρα.


Μετά, αφού ευλόγησε τους αδελφούς, ξάπλωσε στο κρεββάτι του, σταύρωσε τον εαυτό του με το σημείο του σταυρού και με ήρεμη προσευχή παράδωσε την αγία ψυχή του στο Θεό. Το πρόσωπό του έλαμπε, γιατι έτσι ο Θεός θέλησε να δοξάσει τον Όσιό Του.


Ύστερα απ' τους επικήδειους ύμνους οι αδελφοί, διασχίζοντας τα νερά του άγριου Νούρμα, μετάφεραν το πολύτιμο σώμα του και το έθαψαν κοντά στην εκκλησία της Ζωοποιού Τριάδος, στις 10 Ιανουαρίου του 1429, σαράντα χρόνια μετά τη δημιουργία του κοινοβίου του. 



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 68-74, Αθήνα 1988.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF