ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ - ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ - ΛΟΓΟΣ 18ος: ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ, ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΙΜΕΝΑ




Για τις πανουργίες του πονηρού, που τις υπαγορεύει στους μάταιους και φιλόπρωτους, όταν ο ποιμένας φύγει από τη ζωή. Και ότι πρέπει από τη μία να εμποδίζουμε με κάθε τρόπο αυτούς, που ανάξια εφορμούν στην εξουσία, από την άλλη να παροτρύνουμε και να βοηθούμε σ’ αυτό τους πνευματικούς και αγίους. Και προς το τέλος, λόγος προς τον ποιμένα.


Αδελφέ, αν ορίσθηκες να είσαι ηγούμενος λαού και ποίμνης, σκέψου καλά και εξέτασε τον εαυτό σου με ποιο λογισμό και με ποιο τρόπο ορίσθηκες σ’ αυτή την εξουσία.


Αν λοιπόν βρεις στον εαυτό σου ότι σου πέρασε από τον νου, έστω και ως απλός λογισμός, ότι έσπευσες στην εξουσία για την τιμή των ανθρώπων, ή για την πρωτοκαθεδρία, ή για τη δόξα, ή διότι δεν καταδέχθηκες να εξουσιάζεσαι από άλλον αδελφό, επειδή νομίζεις ότι δεν υπάρχει άλλος πιο ευλαβής ή πιο πολυμαθής από σένα, ή διότι θέλεις να έχεις τις σωματικές ευκολίες και την εξυπηρέτηση και την ανάπαυση περισσότερο από όλους τους άλλους,


ή διότι θέλεις να ευεργετήσεις κάποιους από τους δικούς σου και τους συγγενείς σου, και να κάνεις φίλους αυτούς που ζουν κοσμικά, ή διότι θέλεις να γίνεις με την ηγουμενία ονομαστός και γνώριμος στους βασιλείς του κόσμου και στους άρχοντες, ή και από φθόνο, ότι τάχα δεν ήθελες, αλλά φρόντισες να γίνεις εσύ, για να μη γίνει ο τάδε αδελφός,


ή και από την ντροπή των ανθρώπων, για να μην ακούσουν δηλαδή όλοι, ή έρθουν κάποιοι και δουν ότι προτιμήθηκε άλλος αντί για σένα και σε κατηγορήσουν ότι τάχα δεν είσαι ενάρετος, να γνωρίζεις καλά ότι η ανάδειξή σου δεν έγινε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. 


Και για να σου το κάνω σαφέστερο απ’ αυτά που υποβάλλει ο Πονηρός στον καθένα απ’ αυτούς που μένουν στο κοινόβιο, άκου από τώρα τις επιβουλές και τις υποδείξεις του Σατανά.


Αρχίζει δηλαδή ο εχθρός, όταν ο ποιμένας εκδημήσει προς τον Κύριο και η αδελφότητα πρέπει να εκλέξει άλλον, να υπαγορεύει και να μιλά στον καθένα ανάλογα με το πάθος του και το θέλημά του και την πνευματική του κατάσταση. Αν λοιπόν σ’ εκείνη την ποίμνη είναι κάποιοι ευλαβείς, υπαγορεύει στον καθένα απ’ αυτούς και λέει αυτά τα λόγια:


«Αν γινόσουν εδώ εσύ ποιμένας και ηγούμενος, θα μπορούσες οπωσδήποτε να ωφελήσεις και να σώσεις και να μεταδώσεις σ’ αυτούς από τις αρετές σου, επειδή ο τάδε και ο τάδε αδελφός δεν έχει τα προσόντα γι’ αυτό το έργο». Αν μάλιστα κάποιος είναι και γνώριμος στους κοσμικούς, υπαγορεύει σ’ αυτόν λέγοντας: «Και θα μπορούσες να ελκύσεις πολλούς στη μοναχική πολιτεία και να τους βγάλεις από τον κόσμο˙ και θα γινόσουν στόμα Χριστού, διότι ¨εκείνος που βγάζει¨, λέει, ¨κάτι πολύτιμο από κάτι άχρηστο, θα είναι σαν το στόμα μου¨.1


Θα μπορούσαν μάλιστα να φέρουν αυτοί και τα πολλά πράγματα που απαρνήθηκαν και να παραχωρήσουν στο μοναστήρι τις περιουσίες τους˙ και θα μπορούσε να αυξηθεί το μοναστήρι και να γίνει όπως των αγίων Ευθυμίου του Μεγάλου, Σάββα και Παχωμίου. Αλλά βέβαια θα μπορούσες επιπλέον και ο ίδιος να αποκτήσεις περισσότερη ταπείνωση, για να σε βλέπουν και να σε μιμούνται οι αδελφοί, διότι θα ζούσες στο μοναστήρι ως τελευταίος από όλους˙ και θα μπορούσες να σηκώνεις όλων τα βάρη, όλων τα ελαττώματα. Και έτσι, όχι μόνο θα ωφελούσες τους πολλούς, αλλά και εσύ ο ίδιος θα είχες ωφεληθεί ψυχικά και θα έβρισκες σωματικά μεγάλη ανάπαυση».


Αυτά βέβαια τα υπαγορεύει σ’ αυτούς, που έχουν τάχα την ιδέα ότι αγωνίζονται στο μοναστήρι. Αρχίζει λοιπόν ο καθένας απ’ αυτούς να αποκαλύπτει το λογισμό του στον αδελφό που εμπιστεύεται, και κάνοντας σαν τάχα να αστειεύεται και να μιλά με μετριοφροσύνη, για να μην κατηγορηθεί σαν φιλόδοξος, λέει: «Αυτή τη στιγμή, πάτερ τάδε, αν οι αδελφοί σκέφτονταν καλά, δεν θα με έκαναν ηγούμενο;»


Και ίσως ο αδελφός απαντά και λέει: «Πίστεψέ με, πάτερ, εσύ βέβαια γνωρίζω ότι μιλάς με μετριοφροσύνη, επειδή αυτό σκεφτόμουν πριν από πολύ καιρό και εγώ, αλλά ντρεπόμουν να σου μιλήσω γι’ αυτό το πράγμα, για να μη με κατηγορήσεις ότι τάχα σου λέω πράγματα αντίθετα από τη γνώμη σου». Στη συνέχεια επίσης αυτός λέει: «Καλά μίλησες, αδελφέ. Πίστεψε ότι εγώ δεν έχω ανάγκη να γίνω ηγούμενος αλλά, για να μη γίνει κάποιος αδιάφορος και βλάψει το μοναστήρι και λυπήσει τους αδελφούς˙


αν ήθελαν οι αδελφοί να γίνω ηγούμενος, θα μπορούσα οπωσδήποτε να κάνω εσένα οικονόμο, τον τάδε και τον τάδε να τους κάνω κελλαρίτη και αποθηκάριο, ενώ εγώ θα αφοσιωνόμουν οπωσδήποτε μόνο στα πνευματικά, για να είμαι ελεύθερος από τις υλικές μέριμνες». Ο αδελφός ακούει αυτά, και ότι πρόκειται να τον κάνει οικονόμο, και αφού αναχωρήσει εμπιστεύεται αυτά στους αδελφούς, που είπε ότι θα τους κάνει διακονητές.


Αυτά λοιπόν τα κάνουν ίσως δύο τρεις από τους ευλαβέστερους, επειδή αγνοούν τις πανουργίες του πονηρού˙ αλλά σ’ αυτούς, που είναι σαρκικότεροι και ζουν με αμέλεια, ο εχθρός υπαγορεύει και υποδεικνύει αυτά˙ δηλαδή την απόλαυση, τη δόξα και την τιμή από όλους. «Και για να μη γίνει», λέει, «ηγούμενος κάποιος απ’ αυτούς τους υποκριτές και τους ψευτοευλαβείς, φρόντισε να γίνεις εσύ. Διότι, αν δεν θα το κάνεις αυτό, θα παρουσιάζεται οπωσδήποτε σ’ αυτόν που θα γίνει ηγούμενος με σταυρωμένα χέρια2 και θα περιφρονείσαι απ’ αυτόν.


Εκείνος μάλιστα επιπλέον θα μετακινείται επάνω σε πανάκριβα μουλάρια, ενώ εσύ θα πεζοπορείς και θα κοπιάζεις. Για εκείνον θα ετοιμάζεται διαφορετική τράπεζα, και διαφορετικό ψωμί και κρασί, ενώ για σένα θα ετοιμάζεται τράπεζα με λάχανα και όσπρια, και κοινή για όλους. Εκείνος θα κάθεται σε θρόνο και πρώτος, ενώ εσύ θα κάθεσαι ανάμεσα στους άλλους, ή και τελευταίος από τους άλλους˙ αγαπά μάλιστα ιδιαίτερα τον τάδε, και αν γίνει ηγούμενος, θα τον τιμήσει περισσότερο από σένα και θα τον βάλει να καθίσει πιο μπροστά από σένα˙ και τότε πώς θα αντέξεις την ντροπή των αδελφών;


Και όχι μόνο αυτό˙ αλλά ακόμη και ο τάδε είναι ευλαβέστερος από σένα, και ίσως εκείνος να τον προτιμήσει. Και ακόμη ίσως και να σκοπεύει να κάνει μοναχούς κάποιους από τους ονομαστούς και τους ένδοξους, και αυτοί θα τον τιμούν ως ηγούμενο, και εκείνος επίσης θα τους τιμά ως ανθρώπους αξιωματούχους, και ως μοναχούς, που ο ίδιος έκανε την κουρά τους. Και θα του βάλει να καθίσουν ψηλότερα από σένα, ενώ εσένα θα σε αφήσει να κάθεσαι στον πάγκο, ή και θα σε προστάξει να είσαι συνεχώς όρθιος και να υπηρετείς τους αδελφούς. Και σε όλα αυτά, τί άραγε θα κάνεις; Να μιλήσεις δεν τολμάς, διότι υπάρχουν εκείνοι που τον αγαπούν και αμέσως θα σου κλείσουν το στόμα.


Αλλά ίσως και θα σε χτυπήσουν, αν εσύ αντιμιλήσεις, και θα είναι τότε η προσβολή σου χειρότερη. Θα είναι μομφή για σένα να αποχωρήσεις από το μοναστήρι, και θα σε περιγελάσει καθένας, και θα σε καταφρονήσει, και δεν θα βρεις αλλού ανάπαυση˙ διότι, όπου και αν πας, θα πρέπει ως ξενοκουρίτης3 να είσαι τελευταίος από όλους. Να τα υπομένεις αυτά και να είσαι στο μοναστήρι σου, δεν έχεις τη δύναμη. Γι’ αυτό λοιπόν αγωνίσου με όλη σου τη δύναμη να μη σε υπερτερήσει κανείς από τους ευλαβέστερους». Στη συνέχεια σκέφτεται και λέει μέσα του:


«Όλοι γνωρίζουν τον τάδε και τον τάδε αδελφό, ότι είναι ευλαβέστεροι και πρόκειται να προτιμήσουν εκείνους και να παραβλέψουν εμένα. Αλλά εγώ θα πάω και θα συναντήσω τον τάδε και τον τάδε αδελφό˙ διότι αυτοί αγαπούν να ζουν με άνεση, αγαπούν να διασκεδάζουν και να χαίρονται και να βγαίνουν συνεχώς από το μοναστήρι και να ζουν όπως θέλουν. Μ’ αυτούς λοιπόν και θα συμφωνήσω. Άλλωστε και όσα θα μου πουν, θα τα δεχθώ, και αυτοί θα αγωνισθούν με ζήλο, ώστε να γίνω ηγούμενος». Γι’ αυτό λοιπόν και πηγαίνει, και κάνει έτσι, όπως δηλαδή ήταν το ματαιόδοξο σχέδιό του.


Λέει μάλιστα στον εαυτό του και αυτά: «Ο τάδε αδελφός είναι ευλαβής και δεν έχει ανάγκη από τη θέση αυτή˙ έχει όμως συγγενείς και φίλους, και θέλει να τους βοηθήσει από τα πράγματα του μοναστηριού. Θα πάω και θα μιλήσω και σ’ εκείνον και θα συμφωνήσω παρόμοια». Τριγυρίζει λοιπόν συνεχώς στο μοναστήρι, και παρακαλώντας τον καθένα χωριστά, αλλά και συμφωνώντας μαζί τους να εκπληρώσει τις επιθυμίες όλων, είναι σε πολλή ανησυχία και ταραχή από φόβο μήπως αποτύχει στο σκοπό του.


Απ’ αυτά λοιπόν και από πολλά άλλα δημιουργούνται στο μοναστήρι σχίσματα, διχόνοιες και πολλές φιλονεικίες, επειδή, οι ευλαβέστεροι, από τη μία, αγωνίζονται, ώστε να ωφελήσουν και τους εαυτούς τους και τους άλλους, οι σαρκικότεροι, από την άλλη, επιδιώκουν μόνο τη δική τους δόξα, το προσωρινό κέρδος και τις σωματικές απολαύσεις˙ οι πολλοί άλλοι, ωστόσο, ζητούν τον ηγούμενό τους σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, και προστρέχουν στον όμοιό τους. Εσύ όμως, πνευματικέ αδελφέ, άκουσε, παρακαλώ, με προσοχή τα λόγια μου˙ διότι δεν θα μιλήσω αντλώντας από τον εαυτό μου, αλλά θα πω αυτά, που θα θελήσει να σου πει ο μόνος σοφός και εύσπλαχνος Θεός.


Αν βρίσκεσαι σε κοινόβιο αδελφών, μη θελήσεις ποτέ να στραφείς ενάντια στον πατέρα, που σε έκανε μοναχό, και αν ακόμη τον βλέπεις να πορνεύει ή να μεθά και να διαχειρίζεται, κατά τη γνώμη σου, με κακό τρόπο τις υποθέσεις του μοναστηριού, ή αν ελέγχεσαι και εξευτελίζεσαι απ’ αυτόν και αναγκάζεσαι να υποστείς πολλές άλλες θλίψεις, μην καθίσεις μαζί μ’ αυτούς που τον χλευάζουν, ούτε να βαδίσεις μαζί μ’ αυτούς που σκέφθηκαν κακά εναντίον του.


Να τον υποφέρεις μάλιστα με υπομονή ως το τέλος, χωρίς να ασχολείσαι διόλου με τα ελαττώματά του. Όσα καλά λοιπόν βλέπεις να κάνει αυτός, να τα βάλεις μέσα στην καρδιά σου και να βιάζεις τον εαυτό σου, ώστε να έχεις στο νου σου μόνο αυτά˙ όσα όμως άπρεπα και κακά δεις ή να κάνει αυτός ή να λέει, αυτά να τα αποδίδεις στον εαυτό σου, και να τα λογαριάζεις, σαν δικά σου αμαρτήματα, και να μετανοείς γι’ αυτά με δάκρυα, έχοντας εκείνον σαν άγιο και επικαλούμενος την ευχή του.





Υποσημειώσεις:


1. Ιερ. 15, 19
2. Σταυρωμένα χέρια˙ συνεκδοχικά, εννοεί τον τρόπο ένδειξης σεβασμού.
3. Ξενοκουρίτης˙ ο μοναχός που η κουρά του έγινε σε άλλο μοναστήρι.




*Από το βιβλίο: <<Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα>> (Νεοελληνική απόδοση). Εκδόσεις: <<Περιβόλι της Παναγίας>>. Μάιος 2017. Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Ορθόδοξη Πορεία>> της 3.1.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF