ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

 



Ο Άγιος Γεώργιος (280 – 23 Απριλίου 303) είναι ένας από τους δημοφιλέστερους αγίους στον χριστιανικό κόσμο. Ήταν αξιωματικός στη φρουρά του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταδικάσθηκε σε μαρτυρικό θάνατο επειδή αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει. Σύμφωνα με παράδοση ο Πασικράτης, ο πιστός υπηρέτης του, παρέλαβε το λείψανο του Γεωργίου, μαζί με αυτό της μητέρας του και τα μετέφερε στη Λύδα της Παλαιστίνης.


του Στρατή Γιαννίκου


Στις προ της εικονομαχίας αναπαραστάσεις ο άγιος εμφανίζεται ως πολεμιστής με πανοπλία, δόρυ και ασπίδα. Οι απεικονίσεις του ως έφιππου εμφανίζονται τον 10ο αιώνα. Είναι γνωστή η παράδοση της σωτηρίας της βασιλοπούλας. Στην πόλη Σίλενα της Λιβύης υπήρχε μια πηγή από την οποία οι κάτοικοι μπορούσαν να προμηθευτούν νερό μόνον αν πρόσφεραν δύο πρόβατα καθημερινά, έπειτα έναν άνθρωπο και ένα πρόβατο, και τελικά τα παιδιά και τους νέους τους, που επιλέχθηκαν με κλήρωση. Ο κλήρος κάποτε έπεσε και στην κόρη του βασιλιά. Η βασιλοπούλα όταν είδε να καταφθάνει ο Γεώργιος, τον προέτρεψε να απομακρυνθεί. Ο άγιος όμως τραυμάτισε τον δράκοντα με τη λόγχη του και τον σκότωσε.


Σε μερικές απεικονίσεις, που αναφέρονται στην παραπάνω παράδοση, εικονίζεται έναν νέος να κρατά ένα κύπελλο ή μία υδρία και να κάθεται στο πίσω μέρος , στα καπούλια του αλόγου. Τον 19ο αιώνα έγιναν πολλές συζητήσεις και υποθέσεις για το ποιος μπορεί να είναι ο νέος. Υποστηρίχθηκε ότι πιθανόν να είναι το πορτραίτο του δωρητή της εικόνας, το όνομα του οποίου συναντάται, όπως και σήμερα, συνήθως στο κάτω μέρος της εικόνας. Ο Clermont-Ganneanu υποστήριξε ότι το πρόσωπο που συνοδεύει τον άγιο ήταν γυναίκα που κρατά υδρία και σύμφωνα με την άποψή του, το θηλυκό άτομο αντικαταστάθηκε από μια φιγούρα νεαρού άνδρα, συνέκρινε μάλιστα την παράδοση με τον μύθο του Ήβης και του Γανυμήδη.


Ο Γερμανός φιλόλογος Johann B. Aufhauser αναγνώρισε στο πρόσωπο του νέου τον υπηρέτη του Αγίου Γεωργίου τον Παγκράτιο ή Πασικράτιο, ο οποίος υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρίου του αγίου και συγγραφέας της βιογραφίας του. Το 1913 ο Aufhauser δημοσίευσε τρεις εκδοχές της ιστορίας, βασιζόμενος σε ιστορικά στοιχεία της εποχής το για τη σωτηρία του νέου χάρις στη παρέμβαση του αγίου.


Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, που βασίζεται σε κείμενο του 11ου αιώνα [Heteron thayma peri tou arpagentos neon από Syria (De iuvene Paphlagonesi capto)] οι Αγαρηνοί σε επιδρομή στην Παφλαγονία αιχμαλώτισαν πολλούς ανθρώπους, μεταξύ των οποίων κι ένα νεαρό αγόρι που ήταν υπηρέτης στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Φάτρη της Παφλαγονίας. Ο νέος ήταν τόσο όμορφος που επιλέχθηκε ως υπηρέτης του εμίρη. Επειδή, όμως, αρνήθηκε να γίνει μουσουλμάνος, στάλθηκε για να εργαστεί στην κουζίνα.


Ο νέος προσευχόταν στον Άγιο Γεώργιο κι ένα βράδυ άκουσε μια φωνή από την αυλή και καλούσε το όνομά του. Το αγόρι άνοιξε την πόρτα και είδε έναν αναβάτη που τον άρπαξε και τον έβαλε πίσω του, πάνω στο άλογο. Ο Άγιος Γεώργιος έφερε τον νέο και τον άφησε σε ένα μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Ο νέος εξαντλημένος αποκοιμήθηκε. Το επόμενο πρωί οι μοναχοί που τον αντίκρισαν φοβήθηκαν, γιατί το ντύσιμο με αραβικά ρούχα του νέου πρόδιδαν την παρουσία εχθρών. Το αγόρι διηγήθηκε την ιστορία του και καθησύχασε τους μοναχούς, οι οποίοι δοξολογούσαν τον Θεό για τη διάσωση του νέου.


Μία πιο σύνθετη εκδοχή του θρύλου σώζεται σε ένα χειρόγραφο που έγραψε ο μοναχός Θεοφάνης το έτος 1028, που φυλάσσεται στη Συνοδο λογική Βιβλιοθήκη της Μόσχας (Codex Mosquensis 381, σελ. 11-16v). Σύμφωνα με αυτήν υπήρχε κάποιος Βυζαντινός αξιωματούχος με το όνομα Λέων, η γυναίκα του Θεοφανώ και το παιδί τους που το ονόμασαν Γεώργιο προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Όταν οι Βούλγαροι, επί Νικηφόρου Φωκά, επιτέθηκαν στο Βυζάντιο, ο πατέρας του Γεώργιου ήταν γέρος και δεν μπορούσε να ακολουθήσει στην εκστρατεία , γι αυτό και τον αντικατέστησε ο γιος του Γεώργιος. Πριν ξεκινήσει η εκστρατεία οι γονείς του πήγαν στην εκκλησία, όπου ο Γεώργιος είχε βαφτιστεί, και ο πατέρας επικαλέστηκε στον ομώνυμο άγιο προστάτη την προστασία του γιου του. Ο βυζαντινός στρατός νικήθηκε, ο νεαρός Γεώργιος, αιχμαλωτίσθηκε από τους Βούλγαρους και ήταν τόσο όμορφος που ο ηγεμόνας τους τον έκανε οινοχόο του και τον κράτησε στην κατοικία του. Οι γονείς του αγοριού προσεύχονταν στον Άγιο Γεώργιο να απελευθερώσει το παιδί τους.


Την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου , ο Βούλγαρος ηγεμόνας διέταξε το αγόρι να φέρει νερό για πλύσιμο των χεριών του κατά τη διάρκεια του δείπνου στο παλάτι. Ενώ το αγόρι πήγαινε έφερνε το νερό με ένα δοχείο ζεστό νερό και μια πετσέτα, ο άγιος που εμφανίστηκε με ένα άσπρο άλογο, διέταξε το αγόρι να καθίσει πίσω του και αμέσως μετέφερε τον νέο στο σπίτι του με θαυματουργό τρόπο.


Αρχικά, οι γονείς του αγοριού όταν είδαν τα βουλγαρικά ρούχα και το δοχείο με τον ατμό λιποθύμησαν, ενώ οι τρομοκρατημένοι καλεσμένοι άρχισαν να φωνάζουν. Μόνο μετά από λίγα λεπτά, όταν όλοι τους αναγνώρισαν το γιο του Λέοντα, άρχισαν να γιορτάζουν λόγω της θαυματουργής του επιστροφής και έπιναν το ζεστό ακόμα νερό από την κανάτα. Οι προσευχές των ευχαριστιών στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου διήρκεσαν όλη τη νύχτα. Ο Γεώργιος έδωσε το κύπελλο, το οποίο είχε φέρει για να χρησιμεύσει ως δισκοπότηρο. Ο Leopold Kretzenbacher αναγνωρίζει τα πρόσωπα των ηρώων και τα γεγονότα ως εξής: Τους γονείς του Γεώργιου ταυτίζει με τον Δομέστικο Λέοντα Φωκά και τη σύζυγό του Θεοφανώ. Την ήττα του στρατού τη συνδέει με τη μάχη στον ποταμό Αχελώο κοντά στην Αγχίαλο στις 20 Αυγούστου 917. Σε αυτή τη μάχη ο Βυζαντινός στρατός, υπό την διοίκηση του Λέοντα, νικήθηκε από τον Βούλγαρο Τσάρο Συμεών.


Η τρίτη εκδοχή, σώζεται μόνο σε μεταγενέστερα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης χειρόγραφα, με την παλαιότερη έκδοση να περιλαμβάνεται στον κώδικα Vaticanus 1190, που καταγράφηκε από τον John Presbyter το έτος 1542. Η ιστορία αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως «Ο Άγιος Γεώργιος και ο Νέος από τη Μυτιλήνη». Σύμφωνα με αυτήν στη Μυτιλήνη υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Οι Σαρακηνοί πειρατές από την Κρήτη σχεδίαζαν επίθεση εναντίον του νησιού και επέλεξαν την ημέρα της γιορτής του αγίου, όταν όλοι οι κάτοικοι ήταν μαζί στην εκκλησία για να γιορτάσουν. Μεταξύ αυτών που αιχμαλωτίσθηκαν ήταν ένας νέος και πολύ όμορφος γιος μιας χήρας. Ο Εμίρης της Κρήτης τον έκανε προσωπικό του υπηρέτη. Για μια ολόκληρη χρονιά η απελπισμένη μητέρα προσευχόταν στον Άγιο Γεώργιο με την ελπίδα να πάρει τον γιο της πίσω. Την ημέρα του πανηγυριού του Αγίου, δηλαδή την επέτειο της απαγωγής του γιου της από τους Σαρακηνούς, ζήτησε με ιδιαίτερη θέρμη από τον Άγιο Γεώργιο να ελευθερωθεί ο γιος τη.


Τη στιγμή που ο νέος έδινε ένα ποτήρι κρασί στον εμίρη εμφανίστηκε απροσδόκητα ο Άγιος Γεώργιος σε ένα άσπρο άλογο, έπιασε το αγόρι και τον έφερε στο σπίτι της μητέρας του . Όλοι οι κάτοικοι της Μυτιλήνης θαύμασαν τον άγιο για την διάσωση του νέου. Το ιστορικό υπόβαθρο της παράδοσης πιθανόν να έχει σχέση με την κατάσταση στα νησιά του Αιγαίου στον 9ο ή τον 10ο αιώνα και συγκεκριμένα με την αραβική κυριαρχία στην Κρήτη (824 έως 961) και την επίθεσή τους στη Λέσβο (περίπου το 867).


Θα ήταν παρακινδυνευμένο να εικάσουμε επιβίωση μύθων που διατήρησε η προφορική παράδοση, όπως τον μύθο του Γανυμήδη (υπηρέτη οινοχόου), ο οποίος αρπάχτηκε από τη γειτονική Τρωάδα, την αρπαγή του Γανυμήδη από τον Δία, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε αετό, το αντίτιμο τριών αλόγων που πλήρωσε ο Δίας στον πατέρα Τρώα (ύπαρξη αλόγου), το ότι η μητέρα του Καλλιρόη και ο πατέρας του ο ποταμός Σκάμανδρος έχουν σχέση με το νερό, ότι τον Γανυμήδη οι αρχαίοι τον ταύτισαν με το θεό των πηγών του Νείλου, ότι ο Γανυμήδης είναι ο Υδροχόος του ζωδιακού κύκλου και προσωποποιεί το ανεξάντλητο νερό των σύννεφων που γονιμοποιεί τη γη. Ούτε θα επεκταθούμε στους μύθους του Περσέα και της Ανδρομέδας.


Ο Άγιος Θεόδωρος σκοτώνει τον δράκοντα κι ο Άγιος Γεώργιος τον εχθρό. Σήμερα μπορεί να μην υιοθετούμε εύκολα τέτοιες νοητικές υπερβάσεις- ακροβασίες. Η φαντασία του λαού, όμως, η ανάγκη του να διατηρήσει την παλιά του πίστη μέσα από τις νέες συνθήκες που έχει -αναγκαστικά ή μη- παραδεχθεί ή υιοθετήσει, ζωντανεύουν τους μύθους και τους γονιμοποιούν με νέες ιστορίες . Κάπως έτσι η ιστορία του Άγιου Θεόδωρου που σκότωνε τον δράκοντα και η ιστορία του Αγίου Γεώργιου που σκοτώνει έναν εχθρό αντιστράφηκαν. Και παρόμοια παραδείγματα αντιστροφής ρόλων μεταξύ Αγίου Θεοδώρου και Αγίου Γεωργίου στις αγιογραφήσεις υπάρχουν και είναι πολλά στη χριστιανική αγιογραφία.


Επιλογικά να αναφέρουμε ότι στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Μυτιλήνης υπάρχει μια εικόνα που δείχνει έφιππο τον Αϊ – Γιώργη και πίσω του στα καπούλια του αλόγου να κάθεται ο «Νέος της Μυτιλήνης» κρατώντας μια υδρία στο χέρι. Η εικόνα μεταφέρθηκε στο μουσείο από την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας Παμφύλων Λέσβου. Επίσης στην Ιερά Μονή Πρεβέλης υπάρχει εικόνα του Αγίου Γεωργίου με τον Νέο της Μυτιλήνης που χρονολογείται γύρω στα 1600.


Μήπως ο νέος από τη Μυτιλήνη είναι το «ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ» που αναφέρει ο Κορνάρος στον «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ»; Η εποχή σύνθεσης του «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ» και η εποχή σύνθεσης της αγιογραφίας είναι πολύ κοντινές. [Στο τέλος του κειμένου παραθέτουμε τους στίχους του «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ»]. Για το πώς βρέθηκε το Αφεντόπουλο της Μυτιλήνης στην Κρήτη γεννιούνται διάφορα ερωτήματα: Είχε σχέση με τα αρχοντόπουλα του Βυζαντίου; Τα αρχοντόπουλα του Μάρκου Σανούδου; ή μήπως με το Νικηφόρο Φωκά παλαιότερα και τους πειρατές αφού κι ο Μανταμάδος Λέσβου υπέφερε από την πειρατεία; (βλέπε παράδοση του Ταξιάρχη). Κι αν είναι έτσι μήπως γι αυτό και το τραγούδι του Αϊ Γιώργη που τραγουδούσαν στο Μανταμάδο οι νιές; Γιατί στη Μονή Πρεβέλης; Μήπως γιατί το όνομα του Ακάκιου Πρέβελη, του πρώτου ηγούμενου, προέρχεται από το λατινικό Praevalens( ο διακεκριμένος), πράγμα που μας δείχνει την αριστοκρατική καταγωγή του ηγούμενου;


Ακολουθούν οι στίχοι του «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ» του Βιτσέντζου Κορνάρου και το «Τραγούδι του Αϊ – Γιωργιού» που τραγουδούσαν παλιότερα οι νιές του Μανταμάδου. ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ. Ο πρώτος οπού μ’ Αφεντιές ήρθε την ώρα εκείνη,/ήτονε τ’ Αφεντόπουλον από τη Μυτιλήνη./Εις έναν άλογον ψαρόν πιτήδειος Καβαλάρης,/όμορφος, αξαζόμενος, κ’ ερωτοδιωματάρης./Τα ρούχα οπού σκεπάζασι ‘ποπάνω τ’ άρματά του,/μπλάβα με τ’ άστρα τα χρουσά [ήσα’ για] φορεσά του./K’ εις τ’ άρματα τση κεφαλής είχε σγουραφισμένο/ψηλό βουνί, κ’ εις την κορφή λαφάκι δοξεμένο/κ’ εφαίνετό σου, εστρέφετο, τη σαϊτιάν εθώρει,/και να τη βγάλει εξάμωνε, κ’ εκείνο δεν εμπόρει./Στο Λάφι-ν αποκατωθιό ελέγαν τα γραμμένα/«Δέτε, και λυπηθείτε με, εις τά’χω παθωμένα./Ίδρωσα, κ’ επαράδειρα, έτσι ψηλά να σώσω,/κι ως ήσωσα, ελαβώθηκα, στέκω να παραδώσω.»/Πάγει ζιμιό και προσκυνά, του Βασιλιού σιμώνει,/και τ’ όνομά του γράφουσι, καθώς το φανερώνει./Δημοφάνης εκράζετο τ’ αγένειο παλικάρι,/πολλά τον ετρομάσσασι εις τσ’ αντρειάς τη χάρη,/πολλά τον ερεχτήκασι για τ’ όμορφά του κάλλη./Εσύρθηκε στον τόπον του, για να’ρθουσι κ’ οι άλλοι.


Το «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΪ _ ΓΙΩΡΓΙΟΥ», που τραγουδούσανε στη γιορτή του οι κοπελιές στο Μανταμάδο: «Άγη μου Γιώργη, Γιώργη μου/κι άγη μου καβαλάρη,/άγιους είσι στη θουριά/κι άγιους στα κάλλη./Μα μεσ’ σι κείνου του χουριό/είχι δράκου μιγάλου,/σα δε ντου δίναν άθριπου/κάθι προυί στην ώρα,/πουτές δεν άφηνι νιρό/να πιει κάτου η χώρα./Κι ρίξανι τα μπουλιτιά/σι μια βασιλουπούλα,/οπού την είχ’ η μάνα της/μία κι μουναχούλα./Κι η βασιλιάς σαν τάκουσι,/πουλύ του κακουφάνει./– Πάριτι του βασίλειου μ’,/πάριτι τη ζουή μου,/πάριτι την κουρώνα μου/απού την κεφαλή μου./– Χαίρουσ’ κι του βασίλειου σ’,/χαίρουσ’ κι τη ζουή σου,/χαίρουσ’ κι την κουρώνα σου,/πόχεις στην κεφαλή σου,/θα πάρουμι την κόρη σου,/που είνι η ζουή σου,/κι σα οε δίν’ς την κόρη σου,/θα πάρουμι ισένα.


Στουλίσιτι την κόρη μου/τσι κάνιτε τνα νύφη,/μι τα χρυσά, μι τ’ αργυρά/κι μι μαργαριτάρια/κι στείλτι τνα στου δράκουντα/να τη γλυκουμασήσει./Στου πηγαδιού τα μάρμαρα/δέσαν την αλυσίδα/κι δέσανι την όμουρφη,/όμουρφη κουρασίδα./Η γιάγη Γιώργ’ς σαν τάκουσι,/πουλύ του κακουφάνει/καλίτσιψι του άλου τ’/τσι στου πηγάδι φτάνει./Στου πηγαδιού τα μάρμαρα πιγαίνει κι καθίζει κι η κόρη τουν ικοίταξι/μι δακρυσμένου βλέμμα./– Φύγι, καλέ αφέντη μου,/φύγι απού τα μένα,/αυτό του άγριγιου θηριό/μην τύχει φαγ’ κι σένα./– Άφις μι, κορη μ’, άφις μι,/λίγου ύπνου να πάρου/κι γω αμ τάγριγιου θηριό/ήρτα για να σι βγάνου./– Ξύπνα, καλέ αφέντη μου,/κι του πηγάδ’ αφρίζει,/η δράκουντας τα δόντια του/για μένα τακουνίζει.


Ο άγη Γιώργης ξύπνησι/σαν παραλουγισμένους/κι του κουντάρι άρπαξι,/σαν πούνταν μαθημένους./Μια κουνταριά του χτύπησι,/του πήρι μες στου στόμα/κι ανάσκιλα του ξάπλουσι,/κάτου στη γης στου χώμα./– Σύρι, κόρη μ’, στου σπίτι σας,/σύρι κι στους γονείς σου./Σα σι ρουτήσουν οι γουνιοί σ’/ποιος έσουσε τ’ ζουή σου,/αμ τα ψαρά τα άλουγα/ήτανι καβαλάρης./Η βασιλές σαν τάκουσι/στέρνει κι τουν φουνάζει./– Συ γλύτουσις την κόρη μου,/πάρι κι του πιδί μου,/πάρι κι του βασίλειου,/πάρι κι τη ζουή μου,/πάρι κι την κουρώνα μου,/πόχου στην κεφαλή μου./– Χαίρουσ’ κι του βασίλειου σ’,/χαίρουσ’ κι τη ζουή σου,/χαίρουσ’ κι την κουρώνα σου,/πόχεις στην κεφαλή σου.


Δε ξέρου, ξενι μ’, τόνουμα σ’,/δε ξέρου του χουριό σου,/να κάνου ένα χάρισμα,/νάνι της αρεσιάς σου./– Γιώργη, με λένε, τ’ όνομα/απ’ την Καππαδοκία,/θέλεις να κάνεις χάρισμα,/κάνε μιαν εκκλησία/κι κάτσι κι ζουγράφισι/Χριστό κι Παναγία/κι αμ τα διξά της μπάντας του/βαν ένα καβαλάρη/αρματουμένου μι σπαθί/κι μι χρυσό κουντάρι». *Εκ του ιστολογίου «Α Λ Φ Α Β Η Τ Α Ρ Ι Ο.blogspot.com». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF