ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ Δ' ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ





«Οἱ Μυροφόρες κηρύττουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Ἑρμηνεία τῶν διαφορῶν τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν».


πειδὴ σήμερα πρόκειται νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ ζωοπάροχο ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐλᾶτε νὰ δοῦμε —σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἠσαΐα— τὶς γυναῖκες πού ἔρχονται ἀπὸ τὸ θέαμα τοῦ κενοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ καὶ κηρύσσουν ὅσα ἔχουν δεῖ. Αὐτὲς εἶναι οἱ μυροφόρες γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή. Ὅταν πλέον ὁ φθόνος τῶν μισόθεων Ἰουδαίων καταλάγιασε καὶ αὐτὸς πού φθονοῦσαν ἀναπαυόταν σωματικῶς στὸν τάφο, τότε ἀκριβῶς ἐκεῖνος εἶχε ἀναστηθεῖ, ἀφοῦ μὲ τὴ θεϊκή του ἐξουσία ἀπογύμνωσε τὸν ἅδη.



«Οἱ διαφορετικές ἐπισκέψεις τῶν ἱερῶν γυναικῶν στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ,
Ἑρμηνεία τῶν διαφορῶν τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν».


Τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας,ἀπό τά βαθιὰ χαράματα, ἔρχονται (οἱ γυναῖκες) στὸν τάφο φέρνοντας τὰ ἀρώματα πού εἶχαν ἑτοιμάσει» (Λουκ.κδ’, 1-4). Εἶναι ἄλλη αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη τῶν ἱερῶν Γυναικῶν, ἡ ὁποία διαφέρει ἀπὸ ἐκεῖνες γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγραψαν ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Ἰωάννης, ὅπως μπορεῖ κάποιος νὰ συμπεράνει ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ ἀπὸ τὸ πρόσωπο.


πὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ Ἰωάννης μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Μαγδαληνὴ ἦρθε μόνη στὸν τάφο τὸ πρωί, χωρὶς νὰ ἔχει μαζί της τὰ μῦρα, ἀλλὰ θέλοντας, ὅπως φαίνεται, νὰ αἰσθανθεῖ κάποια ἀνακούφιση ἀπὸ τὸ βάρος τῆς συμφορᾶς μὲ τὴ θέα τοῦ τάφου.


Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει ὅτι ἡ ἴδια ἡ Μαγδαληνὴ μαζὶ μὲ τὴ Μαρία τοῦ Ἰακώβου ἦρθαν στὸν τάφο πολὺ ἀργά τὴ νύχτα τοῦ Σαββάτου, χωρὶς νὰ πεῖ ὅτι εἶχαν μαζὶ τους ἀρώματα, ἀλλά μὲ τὸ σκοπὸ νὰ κοιτάξουντὸν τάφο. Διότι ἡ ψυχὴ νιώθει κάποια ἀνακούφιση ἀπὸ τὸ βάρος τῆς λύπης πού πλεονάζει, ὅταν βλέπει αὐτοῦ πού ποθεῖ τὸ τελευταῖο σημεῖο, τὸν τάφο. Ταυτόχρονα ἡ λύπη διαλύεται στὴ θέα τοῦ τάφου καὶ συνθλίβεται μὲ τὰ δάκρυα, ὅπως ἡ ὁμίχλη τοῦ νέφους.


Σὲ ἀντίθεση ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς ἀναφέρουν ὅτι οἱ γυναῖκες μετέφεραν μαζί τους ἀρώματα γιὰ τὴ σορό. Καὶ ὁ μὲν ἕνας (ὁ Μάρκος) συγκαταλέγει, μαζὶ μὲ τὶς Μαρίες, τὴ Σαλώμη, ὁ δὲ ἄλλος (ὁ Λουκᾶς) τὴν Ἰωάννα. Ἐπιπλέον, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Μάρκος εἶπαν ὅτι αὐτὲς εἶδαν ἕναν ἄγγελο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸ Λουκᾶ πού ἔχουν μιλήσει γιὰ δύο. Ἐκεῖνο ὅμως πού ἀξίζει νὰ ἐρευνηθεῖ εἶναι γιατί σὲ ἄλλες γυναῖκες παρουσιάζεται ἕνας ἄγγελος, σὲ ἄλλες ὅμως ἐμφανίζονται δύο ἄγγελοι; 


πὸ τὴ μιὰ μεριὰ στὶς γυναῖκες πού νομίζουν ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται στὸν τάφο καὶ ἐπιπλέον τὸν λογαριάζουν νεκρό, ἕνας ἄγγελος φανερώνεται ὡς ἀγγελιαφόρος τῆς ἀναστάσεως. Ἀντίθετα ὅμως, στὶς γυναῖκες πού βρίσκονται σὲ ἀπορία καὶ νομίζουν ὅτι τὸ Δεσποτικὸ σῶμα ἔχει κλαπεῖ, παρουσιάζεται μιὰ δυάδα ἀγγέλων ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού φυλασσόταν ἀπὸ τόσους φύλακες, ἦταν ἀδύνατο νὰ κλαπεῖ.


Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ πού εἶπε στοὺς μαθητὲς ὅτι, «πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνημεῖο», τῆς παρουσιάστηκαν δύο λευκοντυμένοι (ἄγγελοι), ἀπομακρύνοντας τὴν ἀπὸ μιὰ τέτοια ὑποψία. Καὶ τώρα, ἐπειδὴ ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο καὶ δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα, βρίσκονταν σὲ ἀμηχανία μήπως κάποιος τὸ εἶχε κλέψει, παρουσιάζονται δύο ἄνδρες. «Γιατί, ὅταν εἶδαν, μᾶς λέει, τήν πέτρα πού ἔκλεινε τον τάφο κυλισμένη πέρα ἀπό αὐτόν,και μπαίνοντας μέσα δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ».


Οἱ γυναῖκες λοιπὸν ἔσπευσαν πάρα πολὺ πρωὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸν Κύριο.Ἴσως λέγοντας μεταξὺ τους τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ὠσηέ «ἄς ἐπιδιώξουμε μὲ τὴν καρδιά μας νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο. Θὰ τὸν βροῦμε πρόθυμο και ἕτοιμο νὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἔλευσή του θὰ εἶναι βέβαιη, ὅπως ἡ ἔλευση τοῦ ὄρθρου».


ταν ὅμως, ἀφοῦ μπῆκαν μέσα, δὲν βρῆκαν αὐτὸν πού ἀναζητοῦσαν, βρίσκονταν σὲ ἀμηχανία. Ὅμως, ἡ μετακύλιση τῆς πέτρας δὲν ἔγινε γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ ὁ Κύριος -γιατί εἶχε ἀναστηθεῖ πρὶν τὴ μετακίνηση τῆς πέτρας- ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει γνωστὴ σὲ ὅλους ἡ ἀνάσταση.




«Δύο ἄγγελοι ἀναγγέλουν στις γυναῖκες το χαρμόσυνο μήνυμα τῆς ἀναστάσεως»
Λουκ. κδ’, 4-8


Καὶ ἐνῶ βρίσκονταν σὲ ἀπορία γι’ αὐτό, ξαφνικά τούς παρουσιάσθηκαν δύο ἄνδρες μὲ ἀστραφτερὰ ἐνδύματα. Κι ἐνῶ τὶς εἶχε καταλάβει μεγάλος φόβος καὶ ἔγερναν τὸ πρόσωπό τους στὴ γῆ, τοὺς εἶπαν (οἱ δύο ἄνδρες)». Τί ἦταν λοιπὸν αὐτὸ πού προξένησε στὶς γυναῖκες φόβο; ὉΛουκᾶς ἰσχυρίζεται ὅτι ἦταν τὰ ἀστραφτερὰ ἐνδύματα.


Ματθαῖος ὅμως πρόσθεσε τὸ φεγγοβόλημα τοῦ προσώπου. Γιατί «ἦταν, λέει, τὸ πρόσωπο τοῦ ἀγγέλου σάν ἀστραπή». Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ γέρνουν τὸ πρόσωπο στὴ γῆ, ἐπειδὴ φωτίστηκαν τὰ πρόσωπά τους, ὅπως γίνεται μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἥλιου.


φοῦ λοιπὸν τὶς ἐξέπληξαν μὲ τὴν ἐνδυμασία τους καὶ τὶς κατατρόμαξαν μὲ τὴ μορφή τους, τὶς χαροποιοῦν μὲ τὴ φωνὴ. «Γιατί ζητεῖτε τὸν ζωντανὸ ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς; Δὲν βρίσκεται ἐδῶ, ἀλλ’ ἀναστήθηκε» Ἔπειτα ὑπενθυμίζουν σ’ αὐτὲς καὶ τὴν πρόρρηση τοῦ Σωτήρα πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρικὸ πάθος, πιστοποιώντας τὴν ἀνάσταση καὶ κάπως τὶς ἐλέγχουν μὲ δριμύτητα, ἐπειδὴ λησμόνησαν τὰ θεϊκὰ λόγια.


«Θυμηθεῖτε τί σᾶς εἶπε στὴ Γαλιλαία· “ὅτι Πρέπει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ σταυρωθεῖ καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα νὰ ἀναστηθεῖ”».


Κατανόησαν ὅτι ὁ Σωτήρας δὲν προανήγγειλε μόνο στοὺς μαθητὲς ὅσα ἀφοροῦν στὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ στὶς ἱερές γυναῖκες πού τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν διακονοῦσαν. Γι’ αὐτὸ τὴν ὥρα πού τοὺς μιλοῦσε (ὁ ἄγγελος) «Θυμήθηκαν τὰ λόγια του».


Γυρίζουν λοιπὸν πίσω γεμάτες πίστη καὶ χαρά, καὶ γίνονται στοὺς ἀποστόλους ἀπόστολοι, καὶ στοὺς κήρυκες κήρυκες, καὶ νικοῦν τὴ φύση καὶ ἀποδεικνύονται ἀνώτερες ἀπό τούς ἄνδρες. Γιατί αὐτοὶ κρύβονταν ἀπὸ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων, αὐτὲς ὅμως μὲ ἀλύγιστο θάρρος κηρύττουν τὴν ἀνάσταση, ἔχοντας ἀρχηγὸ τὴ φλογερὴ καὶ θαρραλέα Μαγδαληνή.


Παρθένος Μητέρα καὶ Δέσποινα ὅλης τῆς κτίσεως εἶχε πληροφορηθεῖ ἐσωτερικὰ μὲ περισσότερη σαφήνεια ἀπ’ ὅλους γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ της, ἐπειδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς της λαμπρυνόταν μὲ περισσότερο φῶς, ἔδειχνε ὅμως πολὺ μεγάλη συστολή, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι μιλάει δείχνοντας εὔνοια.


Τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἡ ἀσθένεια τῆς φύσεως τὴν ἀνάγκαζε νὰ δυσπιστεῖ, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅμως, οἱ φλόγες τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτα δὲν τὸ συγχωροῦσαν αὐτό, ἀλλά κέντριζαν στὴν ἔρευνα τῆς ἀναστάσεως μὲ περισσότερη περιέργεια.


Μαζὶ μὲ αὐτὲς πορευόταν καὶ ἡ Ἰωάννα, γυναίκα εὐγενὴς καὶ ἐπίσημη, ἡ ὁποία εἶχε ἄφθονο ὑλικὸ πλοῦτο, περισσότερο ὅμως ψυχικὸ, ἡ ὁποία (ὄντας σύζυγος τοῦ Χουζᾶ), ἀφοῦ περιφρόνησε τὴν συζυγικὴ κοίτη τοῦ Χουζᾶ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίτροπος τοῦ Ἡρώδη (δηλ. οἰκονόμος καὶ διαχειριστής του), εἶχε γίνει μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ἀκολουθώντας τὶς ἄλλες καὶ διακονώντας μὲ τὰ περιουσιακά της στοιχεῖα.




Οἱ Μυροφόρες διδάσκουν; Τό παράδειγμα τῆς πρωτομάρτυρος Θέκλης»
Λουκ. κδ’, 9-10


Δὲν ἀγνοῶ ἐπίσης ὅτι μερικοὶ κατηγοροῦν αὐτοὺς πού λέγουν ὅτι οἱ μυροφόρες δὲν ἔγιναν εὐαγγελίστριες καὶ κήρυκες τῆς ἀναστάσεως -ἐπειδή, λένε, ὁ Παῦλος δὲν ἐπιτρέπει στὶς γυναῖκες νὰ διδάσκουν- ὅμως αὐτὲς δὲν δίδαξαν τοὺς ἀποστόλους, ἀλλά ἀνέφεραν τὸ γεγονός. Αὐτὰ ἰσχυρίζονται μερικοὶ πονηροί. Καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρήσουμε αὐτὰ ἀποκυήματα ἀνδρείων λογισμῶν, ἀλλά δημιουργήματα παιδαριώδους ψυχῆς.


Διότι οὔτε τότε ὑπῆρχε ἡ νομοθεσία τοῦ Παύλου, ἀλλ’ οὔτε μποροῦσε μὲ ἄλλο τρόπο νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ πρώτη πτώση τῶν γυναικῶν. Ἐπειδή, δηλαδή, ἡ προμήτωρ (Εὔα) δίδαξε ἄστοχα τὸν ἄνδρα στὸν παράδεισο, οἱ ἀπόγονοί της διδάσκουν ὀρθὰ τοὺς ἀποστόλους. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀπὸστολος Παῦλος πρόβαλλε τὴν πρωτομάρτυρα Θέκλα ὡς διδάσκαλο καὶ κήρυκα τῆς πίστεως. Ἀλλά σχετικὰ μὲ αὐτὰ καλύτερα ἀπὸ ἐμένα διηγεῖται ὁ γλυκὺς συγγραφέας τῶν Μεταφράσεων.




«Οἱ Ἀπόστολοι δυσπιστοῦν στό μήνυμα τῶν γυναικῶν,
Ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης στὸν τάφο» Λουκ.κδ’, 11-12


Καί αὐτά τὰ λὸγια φάνηκαν στούς Ἀποστόλους σὰν ἀνοησία καὶ δὲν τὶς πίστευαν». Ὅπως φαίνεται, οἱ μαθητὲς εἶχαν κυριευτεῖ ἀπὸ τόσο μεγάλη ἀθυμία, ὥστε νὰ θεωροῦν τὰ μηνύματα τῶν θεοφιλῶν γυναικῶν ἀερολογίες. Γιατί ἄναψε μέσα τους τὸ πάθος τῆς ζηλοτυπίας, ἐπειδὴ εἶχαν προπορευθεῖ οἱ γυναῖκες. «Ὁ Πέτρος ὅμως σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στὸ μνῆμα· καὶ ἀφοῦ ἔσκυψε εἶδε τὰ σάβανα μόνα τους (χωρὶς τὸ σῶμα) καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του θαυμάζοντας τὸ γεγονός».


Τὴν πορεία τοῦ Πέτρου μέχρι τὸν τάφο καὶ τὸ θέαμα τῶν σαβάνων τὰ διηγήθηκε σὲ μεγαλύτερη ἔκταση ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ὅμως, ὅταν ἡ Μαρία ἀνήγγειλε ὅτι «πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸν τάφο», ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης φθάνουν βιαστικὰ, καὶ μὲ πειστήρια τά ὀθόνια καί τό σουδάριο, συνεπέρασαν τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως.


Πέτρος θαυμάζει γιὰ τὸ γεγονός, ἐπειδὴ γνώριζε καλὰ ὅτι τὰ σάβανα ἦταν κολλημένα στὸ δεσποτικὸ σῶμα μὲ ἀλόη καὶ σμύρνα καὶ ἑπομένως ἦταν δύσκολος ὁ ἀποχωρισμὸς τους ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἐὰν ὅμως σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο ἒχω μιλήσει σχετικὰ μὲ αὐτά, μὴν ἀπορήσετε· γιατί τὰ καλά, ὅταν λέγονται πολλὲς φορές, δὲν ἐνοχλοῦν. Ἐξ ἄλλου, θέλω αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ μείνουν στὴ μνήμη σας ἀνεξίτηλα.



Ἐπίλογος


ς μιμηθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὶς θεοφιλεῖς αὐτὲς γυναῖκες· ἂς μιμηθοῦμε μὲ ζῆλο τὴν καλὴ Ἰωάννα, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται περιστερὰ•ἂς καταφρονήσουμε τὸν συγκάτοικό μας Κουζῶ, ὁ ὅποιος ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα τῆς σαρκός καὶ ἂς μαθητεύσουμε στὸν Χριστό, ὅσο τὸ ἐπιτρέπουν οἱ φυσικές μας δυνάμεις·


ς γίνουμε περιστερὲς μὲ τὴν ἀκεραιότητα τῶν τρόπων μας, ὥστε νὰ δεχθοῦμε τὶς ἐλλάμψεις τῆς περιστερᾶς πού κατέβηκε πετώντας στὸν Ἰορδάνη, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει κάθε δόξα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.




Ἁπό τό βιβλίο: “Τά ἕνδεκα Ἑωθινά Εὐαγγέλια”
π. Σ.Τρικαλιώτη. Ἐκδ. ΤΗΝΟΣ






Θεοφάνους Κεραμέως


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF