ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΜΕΡΟΣ 1ον)


Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΝΕΜΑΝΙΑ



Στέφανος Νεμάνια, ὁ μεγάλος ἡγεμόνας (1165-1196), εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ Σερβικοῦ κράτους. Ὑπερασπιστής τῆς Ὀρθοδοξίας καί πολέμιος τῶν αἰρέσεων. Γεννήθηκε τὸ 1114 στή Ζέτα καί βαφτίστηκε ἀπὸ ὁρθόδοξο ἀρχιερέα στὸ Ναὸ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου στήν πόλη Ράς. Ἦταν ὁ μικρότερος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του, ἀλλά ὁ «μεγαλύτερος ὡς πρὸς τήν χάρη πού ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό». Ἀνατράφηκε ἀπό τοὺς γονεῖς του μέ εὐσέβεια καί ἁγνότητα. Πολύ νέον, ἐπειδή ἦταν συνετὸς καί ἱκανὸς, ὁ πατέρας του τοῦ ἀνέθεσε στά 1149 τήν περιοχή τῆς Ράσκα καί ἀπὸ τὸ 1165 ἀναδείχθηκε ἡγεμόνας ὅλης τῆς Σερβίας.


Στέφανος κόπιαζε μέ ζῆλο νά ἑδραιώσει τήν Ὀρθοδοξία στή χώρα του καί μεριμνοῦσε γιά τὸ κράτος καί τὸν λαὸ του. Πολλές φορές ἦρθε σὲ σύγκρουση μέ τοὺς ἀδερφούς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δεχθεῖ τὸν καθολικισμὸ καί ὑπέφερε πολλά, λυτρωθείς ἀπὸ αὐτούς ἀπὸ τὸν Μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Γεώργιο. Ἀπὸ τή μεγάλη πίστη πού εἶχε ἔκτισε πολλούς ναούς. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς ἦταν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στήν Τόπλιτσα καί μαζί μέ τήν εὐλαβή σύζυγὸ του Ἅννα, κόρη τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου, ἴδρυσαν μοναστήρι καί ἐγκατέστησαν μοναχές.


Πάντα μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, πού ἦταν ὁ προστάτης του, ὁ Στέφανος Νεμάνια νίκησε τοὺς ἐχθρούς του. Μέ ταπείνωση καί καθαρή καρδιά, προσπαθοῦσε νά κάνει πράξη τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔντυνε τούς γυμνούς, ἔτρεφε τούς πεινασμένους, πότιζε τούς διψασμένους, ἐπισκεπτόταν τούς ἀρρώστους, φρόντιζε γιά τίς χήρες καί τά ὀρφανά, πλήρωνε τά χρέη τῶν χρεωμένων καί ἀπελευθέρωνε τούς δούλους. Ἦταν γεμάτος ἀπὸ ἅγιο ζήλο γιά τήν Ὀρθοδοξία, ὁμολογώντας τήν πίστη του καί ἀγωνιζόμενος νά ξεριζώσει τίς αἰρέσεις ἀπὸ τήν πατρίδα του.


Στέφανος ἀνήγειρε ναὸ πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὸ Ἴμπαρ ὅπου ἔκτισε μονή τήν ὁποία φρόντισε μέ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, κοντά στὸν ποταμὸ Στουντένιτσα. Μέ τὸν ἴδιο ζήλο ἔστελνε δῶρα καί ἀφιερώματα στά ἱερά προσκυνήματα καί τίς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ σέ ὁλόκληρο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Στή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως στά Ἱεροσόλυμα, στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο κοντά στὸν Ἰορδάνη, στὸν Ἅγιο Θεοδόσιο στήν ἔρημο, στούς Ἁγίους Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο στή Ρώμη, στὸν Ἅγιο Νικόλαο στὸ Μπάρι, στήν Ἐκκλησία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Εὐεργέτιδος στήν Κωνσταντινούπολη, στὸν Ἅγιο Δημήτριο στή Θεσσαλονίκη, στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ στά Σκόπια καί στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στή Νίσσα, πού οἰκοδόμησε ὁ ἴδιος. Κτίζοντας καί ἀφιερώνοντας, προσευχόταν συγχρόνως θερμά στήν Παναγία καί στούς Ἁγίους, ζητώντας τίς πρεσβεῖες τους πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό.



Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ

ΕΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



ταν ἄνθρωπος εὐσεβής, πρᾶος καί φιλάνθρωπος ὁ Στέφανος Νεμάνια ἀλλά καί ἡ σύζυγὸς του Ἄννα δέν ὑστεροῦσε ἀπὸ αὐτὸν στίς ἅγιες ἀρετές. Ἀπέκτησαν γιούς καί θυγατέρες καί μέ θέλημα Θεοῦ ἡ εὐσεβής Ἅννα δέν ἀποκτοῦσε ἅλλο παιδί. Ἐπιθυμοῦσαν νά ἀποκτήσουν ἕνα παιδί ἀκόμα. Παρακάλεσαν μέ δάκρυα καί προσευχήθηκαν στόν Θεό : «Δῶσε κατά τὸ θέλημά Σου καί κατά τή θεία Σου πρόνοια νά ἀποκτήσουμε ἕνα παιδί ακόμα, γιά νά γεμίσει μέ τή χάρη τῆς Ὀρθοδοξίας Σου τήν πατρίδα του. Ἐμεῖς δέ Σοῦ ὑποσχόμαστε ὅτι μετά θά φυλάξουμε ὁ καθένας μας καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας».


πανάγαθος Θεὸς ἄκουσε τήν εἰλικρινή προσευχή αὐτῶν τῶν δικαίων. Ἦταν ἡ ἀρχή τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ, πού τόσο φανερά ἐκδηλώθηκαν στή ζωῆ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἀπὸ τή γέννησή του μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του, γιατί δέν ἦταν μόνο καρπὸς τῶν φυσικῶν νόμων ἀλλά καί τῆς προσευχῆς. Δόθηκε ὡς δῶρο ἀπὸ τὸν Θεὸ καί στὸν Θεὸ ἀφιερώθηκε. Οἱ εὐσεβεῖς, βασιλεῖς γονεῖς του δόξασαν τὸν Κύριο καί σύντομα τὸν φώτισαν μέ τὸ ἅγιο βάπτισμα, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Ράστκο. Ὁ Ἅγιος γεννήθηκε τὸ 1169. Ὅταν μεγάλωσε ἀρκετά ὁ Ράστκο, οἱ γονεῖς του φρόντισαν νά διδαχθεῖ τά ἱερά γράμματα. Εὐχαριστοῦσαν συνέχεια τὸν Κύριο καί ἀνέτρεφαν τὸν γιὸ τους μέ φόβο Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή. 


Ράστκο ξεπερνοῦσε ὅλους τους ἀδερφούς του σέ ὀμορφιά σώματος καί ψυχῆς καί ἑνῶ ἦταν παιδί ἀκόμη ὅλοι τὸν θαύμαζαν γιά τή σύνεσή του καί ἔλεγαν «τὸ παιδί αὐτὸ θά εἶναι κάποιο ξεχωριστὸ σημεῖο τοῦ Θεοῦ». Ὁ νεαρὸς πρίγκιπας Ράστκο εἶχε τήν καρδιά του στραμμένη ὅχι στά καθημερινά ἀλλά ἀλλοῦ. Μελετοῦσε ἀδιάκοπα τά ἱερά βιβλία καί ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ τήν γλυκιά γεύση τῶν θείων νοημάτων, ὥστε ἀπέκτησε τήν «ἀρχή τῆς σοφίας», δηλαδή τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ μέρα σέ μέρα, ὁ πόθος του γιά τὸν Κύριο ἦταν μιά φωτιά, ἡ ὁποία συνεχῶς μεγάλωνε ἀπὸ τή θεία ἀγάπη. Ἔτσι ποτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σήκωσε τὸν σταυρὸ του καί ἀκολούθησε τὸν Χριστὸ νιώθοντας ὅτι ἡ ζωή εἶναι παροδική. Ὁ πλοῦτος, ἡ δόξα, ἡ λάμψη τοῦ κόσμου αὐτοῦ, οἱ βασιλεῖες εἶναι πράγματα ἄδεια, κενά καί ἄστατα. Οἱ ὑλικές ἀπολαύσεις καί οἱ καθημερινές χαρές εἶναι ψεύτικες σάν τήν σκιά.


λα αὐτά βοήθησαν τὸν Ράστκο νά διαλέξει τήν ἁγνότητα, τήν ἐγκράτεια, τήν καθαρή προσευχή, τήν πνευματική ἀγάπη, δηλαδή τήν ἀγαθή μερίδα. Τά ἱερά βιβλία ἦταν ἡ ἀνάγνωσή του, παρακολουθοῦσε μέ ζῆλο τίς ἱερές ἀκολουθίες, ἀγαποῦσε τή νηστεία, ἀπέφευγε τήν ἀργολογία καί τά ἄπρεπα ἀστεῖα, τά ἄσεμνα τραγούδια καί τή φιληδονία, πού ἐξασθενίζουν τή νεανική ψυχή. «Ἀγαθός, πρᾶος, φιλόστοργος πρὸς ὅλους, ὁ νεαρὸς πρίγκιπας ἀγαποῦσε ὅσο σχεδὸν κανείς ἄλλος τούς φτωχούς καί σέβονταν βαθιά τὸν μοναχισμό». Προσευχόταν πάντα στὸν Κύριο νά τοῦ δείξει ὁδὸ σωτηρίας. Οἱ γονεῖς του, ἄν καί ἦταν τόσο νέος, βλέποντας τίς μεγάλες του ἀρετές τοῦ εἶχαν σεβασμό. Πίστευαν ὅτι ἦταν δῶρο ἀπὸ τὸν Θεὸ καί τὸν θεωροῦσαν σάν νά μήν γεννήθηκε ἀπὸ αὐτούς.




Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΡΑΣΤΚΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ


Ράστκο παρακολουθώντας προσεκτικά τά θεάρεστα ἔργα τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του καί ἀναθρεμμένος μέ φόβο Θεοῦ καί ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές, στά δεκαπέντε του ανέλαβε τήν διακυβέρνηση τῆς Ἑρζεγοβίνης. Αὐτά δέν τὸν ἕλκυαν καθόλου, ὅπως οἱ ἡδονές καί ἡ δόξα τούτου τοῦ κόσμου καί μέρα μέ τήν ἡμέρα καταφλεγόταν ἀπὸ τὸν θεῖο ἔρωτα, σκεπτόμενος νά ἀφήσει τά πάντα, ὅπως οἱ ἀναχωρητές καί οἱ ἀσκητές, τὸ παλάτι καί τὸν πατέρα του, νά ἀποσυρθεῖ στήν ἡσυχία καί ὁλοκληρωτικά νά ἀφοσιωθεῖ στὸν Θεό. Οἱ γονεῖς του προσπάθησαν μέ κάθε τρόπο νά τὸν νυμφεύσουν, ἀλλά αὐτὸς πάντα μέ κάποια δικαιολογία ξέφευγε ἀπό τίς προτάσεις τους.

Περνοῦσαν οἱ νεανικές μέρες τῆς ζωῆς του μέ βαθύ καί ἱερὸ πόθο, ἄκουγε συχνά ἀπὸ τούς μοναχούς, πού πήγαιναν νά ζητήσουν βοήθεια στὸ ἀνάκτορο τοῦ Νεμάνια, ὅτι ἐκεῖ κάπου μακριά στὸ νότο, πίσω ἀπὸ τή Θεσσαλονίκη, ὑπάρχει ἕνα βουνὸ χωρισμένο ἀπὸ τὸν κόσμο, τὸ Ἅγιον Ὄρος. Στήν πρόθεσή του νά ἐγκαταλείψει τά πάντα, τὸν βοήθησε ἡ ἐπίσκεψη μοναχῶν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μέ ἐπικεφαλής ἕναν Ρῶσο γέροντα, πού ὅταν αὐτὸς διηγιόταν γιά τούς μοναχούς πού ζοῦν στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, ὁ Ράστκο ἄκουγε ἀχόρταγα τίς διηγήσεις του γιά τήν οὐράνια βιοτή. Τοῦ διηγήθηκε γιά τίς μοναχικές τάξεις στά κοινόβια καί στὶς σκῆτες, ἀλλά καί στά κελλιά, ὅπου ζοῦν δύο ἥ τρεῖς μοναχοί μαζί, γιά τή ζωή τῶν ἀναχωρητῶν, πού ζοῦν «καταμόνας», μέ νηστεία καί προσευχή. 

γέροντας εἶπε στὸν Ράστκο ὅτι «ἡ πιὸ μεγάλη ἀγάπη τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀγάπη στὸν Χριστό». Τότε ἐκεῖνος εἶπε στὸν γέροντα : -«Πάτερ, θέλω νά φύγω. Σέ ἔστειλε ὁ Θεὸς, γιά νά μέ βοηθήσεις». Ὁ γέροντας τοῦ εἶπε : -«Μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ θά πᾶμε μαζί στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐπιθυμεῖς νά πᾶς». Γιά νά φύγει ὅμως ἐπινόησε ἕνα τέχνασμα. Ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του τήν ἄδεια, γιά νά πάει νά κυνηγήσει ἐλάφια. Ὁ πατέρας του συμφώνησε, ἡ μητέρα του τὸν φίλησε στοργικά καί τοῦ εἶπε νά γυρίσει γρήγορα. Ἁλλά αὐτὸς σάν διψασμένο ἐλάφι ἔτρεξε νά ποτίσει τήν ψυχή του, πού φλεγόταν ἀπὸ τή θεία ἀγάπη γιά τὸν Χριστό. Μόλις νύχτωσε ἀπομακρύνθηκε άπὸ τή συντροφιά του καί ἔφυγε κρυφά ἀπὸ τοὺς φίλους του, ἔχοντας ὀδηγὸ τὸν Θεὸ καί τὸν γέροντα, πρὸς τὸ ποθούμενο.

Στὸ ἄκουσμα ὅτι ἐξαφανίστηκε ὁ πρίγκιπας Ράστκο ὅλοι ἔκλαιγαν καί θρηνοῦσαν. Οἱ γονεῖς γιά τὸν γιό, οἱ αδερφοί γιά τὸν ἀδερφό, ὁ λαὸς γιά τὸν ἄρχοντα. Φθάνοντας στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Ράστκο ἐκάρει δόκιμος μοναχὸς στὸ παλιὸ ρώσικο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Γρήγορα τὸν ἀνακάλυψε ὁ ἀρχηγὸς τῆς αὐλῆς τοῦ πατέρα του πού ἔψαχνε γιά νά τὸν βρεῖ. Ἔμαθαν πώς ὁ νέος, πού ἔψαχναν, μέ τά πριγκιπικά ροῦχα, τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση καί τήν ομορφιά, βρισκόταν στὴ ρωσικὴ μονὴ. Τότε οἱ Σέρβοι πού ἦρθαν στὸ μοναστήρι ἔνιωσαν χαρά ἀπερίγραπτη γιατί βρῆκαν τὸν πρίγκιπά τους.



Ο ΡΑΣΤΚΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ

 

Μέ τὸν ἐρχομὸ τῶν ἀξιωματικῶν στὸ μοναστήρι, ὁ νεαρὸς φυγάς πρίγκιπας ἄρχισε νά αἰσθάνεται τὸν κίνδυνο στὸν ὁποῖο βρισκόταν. Εἶχε ὅμως τήν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ ὅτι καί αὐτὸ θά περάσει. Παρακάλεσε τὸν ἡγούμενο νά ἑτοιμάσει ἕνα πλούσιο δεῖπνο γιά τούς ἐπισκέπτες του, στὁ ὁποῖο ὁ ἴδιος διακονοῦσε. Τὸ δεῖπνο συνεχιζόταν καί ἡ νύχτα εἶχε προχωρήσει ἀρκετά. Τότε ὁ ἡγούμενος ἔδωσε ἐντολή νά σημάνουν τὸ τάλαντο καί τίς καμπάνες γιά τήν ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς. Ὁ Ράστκο μαζί μέ τὸν ἡγούμενο σηκώθηκαν ἀπὸ τήν τράπεζα καί πήγαν στήν ἐκκλησία, γιά να προσευχηθοῦν. Τούς ἀκολούθησαν καί οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Νεμάνια, διότι δέν μποροῦσαν νά ἀφήσουν ἀπὸ τά μάτια τους τὸν νεαρὸ πρίγκιπα. Ἡ ἀγρυπνία γινόταν ὅπως διατάζει τὸ τυπικὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων.


Οἱ εὐγενεῖς, οἱ φύλακες, ἀκόμη καί αὐτὸς ὁ Βοεβόδας σέ λίγο ἀποκοιμήθηκαν, γιατί ἦταν κουρασμένοι ἀπὸ τὸν δρόμο καί ἀπὸ τὸ δεῖπνο. Ὁ Ράστκο, αὐτὸς ὁ εὐλογημένος νέος, ὅταν παρατήρησε ὅτι ἀποκοιμήθηκαν, ξέφυγε ἀπὸ ἀνάμεσά τους καί μαζί μέ τὸν ἡγούμενο, ἀφού προσκύνησε τίς ἱερές εἰκόνες μπροστά στὸ Ἅγιο Βήμα, ἔδωσε τίς μοναχικές ὑποσχέσεις καί παίρνοντας τήν εὐλογία του ἀνέβηκε μαζί μέ ἕναν γέροντα ἱερομόναχο στὸν ψηλὸ πύργο τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου ἑκεῖ ὑπήρχε ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι. Ἀφοῦ ἔκλεισε πίσω του τήν πόρτα τοῦ πύργου, πραγματοποίησε τὸν μεγαλύτερο πόθο τῆς καρδιᾶς του. Ὁ γέροντας ἱερομόναχος διάβασε τίς εὐχές, ἔκανε τή μοναχική κουρά, τοῦ ἔδωσε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καί τὸν ὀνόμασε ἀπὸ Ράστκο σέ Σάββα.


Σάν ξημέρωσε καί ἑνῶ ἡ ὁλονυκτία εἶχε τελειώσει, οἱ φύλακες ξύπνησαν καί μή βλέποντας τὸν πρίγκιπα ἀνάμεσα τους ἄρχισαν μέ κραυγές καί φωνές νά τὸν ψάχνουν παντοῦ. Ἔπεσαν πάνω στὸν ἡγούμενο καί στούς μοναχούς καί τούς χτυποῦσαν ἀλύπητα. Ὁ νέος μοναχὸς φοβήθηκε μήν καταλήξει αὐτὸ σέ αἱματοχυσία καί πάνω ἀπὸ τὸν πύργο φώναξε στούς δικούς του. Χάρηκαν καί ἔτρεξαν πρὸς τὸν πύργο, γιά νά δοῦν τὸ ποθητὸ πρόσωπο. Τότε ὁ μοναχὸς Σάββας, ὁ πρώην πρίγκιπας Ράστκο, εἶπε στὸν Βοεβόδα: «Ἐνῶ εἶσαι τόσο σοφὸς, φέρεσαι σάν παιδί. Δέν φοβάσαι τὸν Θεό; Ἀφῆστε λοιπὸν τούς μοναχούς ἥσυχους. Δοξάζω τὸ Θεό, ἀγαπητοί μου, καί σᾶς παρακαλῶ νά μήν λυπάστε, ἀλλά νά χαίρεστε μαζί μου, πού μέ ἀξίωσε νά λάβω τὸ ἅγιο σχῆμα, πού πάντοτε ποθοῦσε ἡ ψυχή μου.


Πάρτε τά πριγκιπικά μου ροῦχα καί τά μαλλιά τῆς κουρᾶς μου καί ἐπιστρέφοντας στήν πατρίδα, παραδώστε τα σάν ἀπόδειξη στούς γονεῖς καί στούς ἀδελφούς μου μαζί μέ αὐτὸ τὸ γράμμα, γιά να πιστέψουν ὅτι μέ βρήκατε ζωντανὸ καί μάλιστα μοναχὸ μέ τὸ ὄνομά Σάββας». Οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ βασιλιᾶ ἔκλαιγαν ὥρα πολλή. Ἔκλαιγε καί ὁ Σάββας, ἔτσι πού καί οἱ ἄψυχοι βράχοι ἀκόμη θά μποροῦσαν νά συγκινηθοῦν. Τέλος, τοῦ ζήτησαν τήν εὐλογία του καί τήν εὐχή του καί παίρνοντας τά θλιβερά ροῦχα ξεκίνησαν γιά τήν πατρίδα τους. Ὁ μοναχὸς Σάββας κατέβηκε ἀπὸ τὸν πύργο, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καί ἔβαλε μετάνοια στὸν ἡγούμενο καί σέ ὅλους τούς ἀδελφούς καί αὐτοί χαιρέτησαν τὸν νέο αδερφὸ, πού ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα.



Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΣΑΒΒΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


γυιὸς τοῦ Σέρβου ἡγεμόνα πλέον εἶναι μοναχὸς Σάββας. Ἡ φήμη αὐτή διαδόθηκε σέ ὅλον τὸν Ἄθω. Σάν ἦρθε ἡ γιορτή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού γιορτάζει ἡ μεγίστη μονή τοῦ Βατοπαιδίου, ὁ ἡγούμενος, ὅπως συνηθίζεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, κάλεσε στήν πανήγυρη καί τὸν μοναχὸ Σάββα. Τότε μέ τήν εὐλογία τοῦ Πρώτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοῦ ἡγουμένου καί τῶν ἀδερφῶν, παρακάλεσαν τὸν Ὅσιο Σάββα νά μείνει στὸ Βατοπαίδι. Ἡ τάξη τοῦ μοναστηριοῦ ἄρεσε πολύ στὸν Ὅσιο καί μέ τήν καθοδήγηση τοῦ γέροντα Μακαρίου παραδόθηκε σέ ἀγῶνες. Ἁπλός, ταπεινὸς καί ἀφοσιωμένος στά μοναχικά του καθήκοντα, τά ὁποῖα ἐκτελοῦσε μέσα ἀπὸ τήν καρδιά του, ἡ αὐταπάρνησή του γιά τά ἐγκόσμια, ἡ ἀπόλυτη ὑπακοή του, ἡ τέλεια ταπεινοφροσύνη του, ὁ ζῆλος γιά τή νηστεία καί τήν προσευχή κίνησαν τὸν θαυμασμὸ ὅλων τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Ἀνυπόδητος βάδιζε τά ἑφτά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του στὸ Ἅγιον Ὄρος. 

τσι περιόδευσε καί προσκύνησε ὅλα τά ἱερά σκηνώματα τοῦ Ἄθω. Θαύμαζε τήν ἡσυχαστική ζωή τῶν ἐρημιτῶν, πού ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τήν κάθε βιοτική μέριμνα. Ἄλλοι ἔτρωγαν σπάνια λίγο ψωμί, ἄλλοι ἄγριους καρπούς καί χόρτα, πίνοντας νερὸ ἀπὸ τίς πηγές καί ὁ ὕπνος δέν τούς κυρίευε. Ὁ μακάριος Σάββας, ὅλα αὐτά τά ἔγραφε στήν καρδιά του καί μέ τίς εὐλογίες τῶν Ὁσίων ἐρημιτῶν καί τίς εὐχές τους ἐπέστρεψε στὸ Βατοπαίδι, ὅπου οἱ πατἐρες τὸν ὑποδέχτηκαν μέ τήν ἴδια ἀγάπη. Ἡ καρδιά του ἦταν σ᾽αὐτήν τήν ἐρημική ζωή καί ἐξομολογήθηκε τὸν πόθο του στὸν ἡγούμενο παρακαλώντας τόν νά τού δώσει εὐλογία νά πάει στήν ἔρημο. «Ὄχι τέκνο μου», τοῦ εἶπε ὁ ἡγούμενος.«Πρῶτα πρέπει νά στερεωθεῖς στήν ὑπακοή πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς».

Ὅσιος Σάββας τοῦ ἀπάντησε: «Ἄς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μου, τίμιε Πάτερ». Ἀφοσιώθηκε λοιπὸν μέ ἀκόμη μεγαλύτερη θέρμη στήν ὑπακοή καί στή διακονία. Ζοῦσε μέ αὐστηρὸ τρόπο, κάνοντας κάθε μέρα πλῆθος ἀπό μετάνοιες. Φοροῦσε τρίχινο ράσο. Αὐστηρὸς πρὸς τὸν ἑαυτὸ του, ἐπιεικής καί πρᾶος στούς ἄλλους. Θαύμαζαν οἱ πατέρες πῶς σέ τόσο μικρή ἡλικία κατόρθωσε νά φτάσει σέ τέτοια πνευματικά μέτρα. Ἔμαθε πολύ καλά τήν ἑλληνική γλῶσσα, ὥστε μετέφρασε τούς θησαυρούς τῶν Πατέρων, τῆς Θείας Λειτουργίας καί τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς ἐκκλησίας, γιά να τά μεταδώσει στὸ λαὸ του.

Μέ τίς παρακλήσεις τοῦ Ἁγίου Σάββα, μέ τίς ἐπιστολές πού ἔστελνε στόν πατέρα του, ὁ Στέφανος Νεμάνια παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο του καί ἀπὸ τήν ἐπίγεια βασιλεία το 1196, γιά νά ἀγωνιστεῖ νά κατακτήσει τήν οὐράνια. Ἐγινε μοναχὸς στή μονή Στουντένιτσα μέ τὸ ὄνομα Συμεών. Ἐπίσης καί ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου, Ἅννα, κατά μίμηση τοῦ παιδιοῦ της, ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Καλλίνικο μέ τὸ ὄνομα Ἀναστασία. Ὁ ὅσιος Συμεών μετά ἀπὸ λίγον καιρὸ ἔφτασε στὸ Ἅγιον Ὄρος .



Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΟ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙ


Μετά ἀπὸ λίγον καιρό, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1197, ὁ ἡγεμόνας μοναχὸς Συμεών, ἀφήνοντας ὡς διάδοχὸ του τὸν γιὸ του Στέφανο τὸν Πρωτοστεφή, ξεκίνησε γιά τὸ Ἅγιο Ὄρος, μέ μεγάλη συνοδεία. Ὅταν ἔφτασαν στο Βατοπαίδι ὁ ἡγεμόνας μοναχὸς ἔγινε δεκτὸς μέ τιμές, ὁ ἡγούμενος καί οἱ πατέρες εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ καί ἀσπάστηκαν τὸν γέροντα Συμεών. Τότε ἦρθε καί ὁ γιὸς νά χαιρετήσει τὸν πατέρα. Ἡ συνάντηση ἦταν συγκινητική καί ὁ γέροντας κλονίστηκε καί θά ἔπεφτε, ἄν δέν τὸν συγκρατοῦσαν. Ὅταν συνήλθε ἔβρεχε μέ πολλά δάκρυα τὸ κεφάλι τοῦ πολυαγαπημένου παιδιοῦ του, πού τὸν κρατοῦσε ἀγκαλιασμένο πάνω στήν καρδιά του. Ὁ θεοφώτιστος Σάββας ἀνέπεμπε στὸ Θεὸ ἀτέλειωτες εὐχαριστεῖες, ἐπειδή ὁ πατέρας του τὸν ὑπάκουσε.

Στὸ Ἅγιο Ὄρος διαδόθηκε γρήγορα ὅτι ἦρθε ὁ Σέρβος ἡγεμόνας. Ἀπὸ ὅλα τά μοναστήρια οἱ ἡγούμενοι καί οἱ μοναχοί, ἀπὸ τήν ἔρημο οἱ ασκητές μαζί με τὸν Πρῶτο τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔρχονταν νά δοῦν τὸν γέροντα Συμεών. Πατέρας καί γιὸς ἐγκαταστάθηκαν στὸ Βατοπαίδι στά κελλιά πού εἶχε χτίσει ὁ Ἅγιος Σάββας. Ζώντας κοινοβιακά, μία σκέψη εἶχαν καί μία ἐλπίδα, νά ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ γέροντας Συμεών δέν μποροῦσε νά κοπιάζει ὅσο ὁ νέος Σάββας, γιά αὐτὸ ὁ Σάββας ἀναπλήρωνε τὸ ὑστέρημα τοῦ γέροντα πατέρα του. Ἔλεγε πρὸς τὸν πατέρα του : « Μή λυπᾶσαι, κύριε καί πατέρα μου, ἐγώ εἶμαι ἡ νηστεία σου καί οἱ μετάνοιές σου, ἐγώ εἶμαι ἡ ἄσκηση καί ὁ ἀγώνας σου, ἐγώ θά εὐθύνομαι γιά σένα, ἐπειδή μέ ἄκουσες καί ἦρθες». 

Τότε ὁ γέροντας χύνοντας δάκρυα καί μή μπορώντας νά τὸν ὀνομάσει γιὸ του μόνο τὸν ἀσπαζόταν καί ἔλεγε στόν Ἅγιο Σάββα : «Ὦ Γέροντά μου, γιά αὐτὸ κί ἐγώ ἄφησα τά πάντα καί ἦρθα κοντά σου. Μέ τί θά στὸ ἀνταποδώσω πού μέ ἔβγαλες ἀπὸ τὸν μάταιο κόσμο καί τώρα ὑποφέρεις καί κοπιάζεις ἐσύ γιά τήν ψυχή μου; Νά εἶσαι εὐλογημένος ἀπὸ τὸ Θεὸ καί ἡ ἡμέρα πού γεννήθηκες, ὄχι παιδί δικὸ μου ἄλλά τοῦ Θεοῦ». Χαιρόταν ὁ γέροντας μυστικά βλέποντας τὸν γιὸ του νὰ ἀγωνίζεται γι᾽αὐτὸν σὰν ἔμπειρος στρατιώτης. Λέει ὁ βιογράφος του Δομετιανός: «Ὁ σοφὸς κύρ Σάββας ὁ μοναχὸς, προόδευσε πνευματικὰ ἀκολουθώντας τὴν ἀπλανὴ ὁδό, ἐνῶ μέ τίς ἀδιάκοπες προσπάθειές του οἰκοδόμησε σπουδαία κτίσματα στὸ Βατοπαίδι καί διόρθωσε ὅλα τά ἐρειπωμένα, άλλά καί τή γύρω περιοχή τήν καλλιέργησε καί ἵδρυσε μετόχια, ὅπου κατοίκησαν ἄνθρωποι πού ἦρθαν ἀπὸ τή Σερβία καί ἔγιναν μοναχοί. 

Ἅγιος Σάββας ἀπὸ τά νεανικά του χρόνια ποτέ δέν χόρτασε μέ ὕπνο τά μάτια του, οὔτε ἔδωσε στά γόνατά του ἀνάπαυση θέλοντας ἔτσι νά καθαρίσει τήν ψυχή του. Καί ὅλα τά ἔκανε ἔχοντας στὸν νοῦ του τούς ἅγιους ἄνδρες πού γνώρισε καί αὐτούς πού πέρασαν τήν ζωή τους ἀγωνιζόμενοι νά κερδίσουν τήν αἰώνια ζωή. Ὁ Ἅγιος Σάββας ἀκολουθώντας ὅλους αὐτούς τούς τρόπους καί δρόμους τῶν Ἁγίων ἔγινε κοινωνὸς καί συγκληρονόμος τους.




Ιστολόγιο ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF